Ένας φίλος του Δισκορυχείου μού πέρασε ένα κείμενο που
έγραψε για μένα ένας απίθανος υπό το ψευδώνυμο… λευκοθόρυβος. Ο άνθρωπος αυτός
είναι ο γνωστός στρεψόδικος των κειμένων μου (το έχει επιχειρήσει 2-3 φορές στο
παρελθόν) με τρανά πτυχία από την… γκαιμπελική ακαδημία. Ο τύπος έχει σπουδάσει
τον κιτρινισμό, τη συκοφαντία, τη μετατροπή του άσπρου σε μαύρο και τούμπαλιν.
Αν πάλι δεν έχει σπουδάσει τίποτ’ απ’ όλα αυτά τότε είναι, απλώς, ένας κοινός
βλαξ με κόκκους (δηλαδή κοτρώνες) κακοήθειας. Ώρες-ώρες σκέπτεσαι, διαβάζοντάς
τον, πως δεν διαφέρει και πολύ από τους εκάστοτε κυβερνητικούς εκπροσώπους που
είναι
μανούλες στην επικοινωνιακή αγυρτεία. Το ότι ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό
του «μαλάκα» και «κολλημένο» δεν είναι ενδεικτικό μόνον της
virtual ανωτερότητάς
του… πιάνει βαθύτερα νοήματα.
Ο άνθρωπος αυτός 2 1/2 χρόνια μετά εξακολουθεί να νομίζει
ότι εγώ έθαψα τους Metro Decay «στηριζόμενος, όχι στη
μουσική τους αλλά σε κάποιες δηλώσεις του συγκροτήματος 30 χρόνια μετά»,
όπως λέει. Ο τύπος είναι εντελώς για τα σίδερα. Σ’ εκείνη την ανάρτηση είχα πει
3-4 φορές πως οι Metro Decay μου αρέσουν (δεν ήξερα να σκίσω και το σώβρακό μου, για να
το στείλω στον λευκοθόρυβο να το δει) και πως το 45άρι τους μου αρέσει ακόμη
πιο πολύ (τόσο πολύ, που θα το έχω –το 45άρι– στη λίστα με τα «καλύτερα του
’80», που ετοιμάζω για το προσεχές διάστημα). Και η «Υπέρβαση» μου αρέσει,
φυσικά. Απλώς δεν τρελαίνομαι. Κι ούτε έθαψα κανένα συγκρότημα, απλώς διαφώνησα
με τα λεγόμενα κάποιων μελών σε μια συνέντευξή τους σ’ ένα περιοδικό. Τι να
κάνουμε; Δεν είμαι «κολλημένος» σαν το λευκοθόρυβο, ώστε ακόμη και όταν
κλάσουνε οι Metro Decay να είμαι εκεί για να μυρίζω. Μου αρέσει να τους ακούω, αλλά
διαφωνώ με όσα είπαν σ’ εκείνη τη συνέντευξη. Είναι τόσο απλό.
Αλλά και για τον Νικολαΐδη τι είχα πει; Μίλησα μόνο για μια
ταινία και είπα πως θεωρώ απαράδεκτο το να συνδέεται το rock n’ roll με βιασμούς
και φόνους. Όχι γιατί έχω ηθικό πρόβλημα, αλλά γιατί δεν είναι αυτό το πράγμα το rock n’ roll. Ο τύπος θεώρησε σκόπιμο να
ασελγήσει επί του γραπτού μου, όντας άσχετος με το rock. Μην επανέλθουμε.
Κάποτε έγραψα ότι το πρώτο punk τραγούδι
στην Ελλάδα είναι το “Vana G. Vanna” των Vavoura Band.
Ούτε αυτό του άρεσε. Και αυτό το ειρωνεύτηκε ο πολύξερος. Είναι τόσο άσχετος ο άνθρωπος που δεν μέτρησε ούτε εκείνο το
“Though the Vavoura Band
is credited with being the first punk group in Greece you could go back to
1970-72 to give CC Blues King that title, except they were not entirely punk” που είχε γράψει ο Matt Barrett και που είχα μεταφέρει στα σχετικά σχόλια. Φυσικά, τι να ξέρει από Matt Barrett; Αν και εδώ που τα
λέμε μέχρι και η Lifo τον ανακάλυψε (για τους ταξιδιωτικούς οδηγούς του βεβαίως –
όχι για τη σχέση του με τη μουσική). Απορώ με τον λευκοθόρυβο, πώς και δεν τον
θυμάται, ως αναγνώστης των free press…
Όσοι ασχολούνται λίγο μ’ αυτά τα πράγματα και τους ρωτήσεις, ας πούμε, ποιο
είναι το πρώτο τραγούδι του british hard rock το ένα τρίτο θα σου πει το “The Nile song” (1969) των Pink Floyd, το άλλο τρίτο θα σου
πει το “Helter Skelter”
(1968) των Beatles, και
το τρίτο τρίτο μπορεί να σε πάει ακόμη πιο πίσω, σε κάτι που δεν το βάζει ο
νους σου. Κανείς δεν θα σου πει… οι Black Sabbath ή οι… Iron Maiden.
Αφού είχα κάνει εκείνη την ανάρτηση (για τους Stress, γράφοντας για το πρώτο punk τραγούδι
στην Ελλάδα – 80s punk,
να εξηγούμαστε) έπραξα το εξής. Έστειλα σε τρεις φίλους από το εξωτερικό, που
ανταλλάσσουμε δίσκους και μπανίζουν από μουσική, το κλιπάκι του “Vana G. Vanna” με την παράκληση να μου γράψουν
πώς ακουγόταν το τραγούδι στ’ αυτιά τους με μία ή δύο λέξεις. Και οι τρεις δεν
χρειάζεται να πω τι απήντησαν. Ο… punk ιδεότυπος που έχει στο μικρό του το
μυαλό ο λευκοθόρυβος δεν επιτρέπει τέτοιες «αστοχίες». Ο έλληνας πάνκης πρέπει
να είναι κομμάτι του ιδιότυπου ελληνικού περιθωρίου, κατατρεγμένος,
αναρχοανάρχας, να φοράει πέτσινα, να χτενίζεται και να κουρεύεται κάπως (οι
καραφλοί εξοβελίζονται) και δεν ξέρω εγώ τι άλλο, και όλα τούτα όταν δεν είναι
ρατσιστής ή ναζιστής (γιατί έχουμε και αυτά τα φρούτα ως γνωστόν). Ο Βαβούρας,
ο «συμβιβασμένος», ο κολλητός του Ζουγανέλη και του Μπουλά, δεν κολλάει στην
εικόνα του πάνκη που έχει στο κεφάλι του ο τύπος. Εγώ, όμως, δεν απένειμα
πιστοποιητικά… punk νομιμότητας. Ούτε με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Έγραψα μόνο για
ένα τραγούδι. Το πρώτο. Όποιος έχει μυαλό αντιλαμβάνεται τον τρόπο που
σκέφθηκα. Όποιος είναι κατ’ επάγγελμα είρων και διαστροφέας θ’ αρχίσει να λέει
διάφορα, δίχως να εξηγεί τίποτα.
Έρχεται λοιπόν ο τύπος αυτός να υπερασπιστεί ένα χαμηλής
αξίας κείμενο στην Athens Voice
απλώς και μόνο για να μου τη βγει. Να μου τη βγει με γελοίο τρόπο δηλαδή,
διαστρεβλώνοντας ό,τι έγραψα και κυρίως εκείνα που εννοούσα. Αναφέρομαι στο
κείμενο «Πώς ρόκαρε η Αθήνα στα ’80».
Ο λευκοθόρυβος ή είναι τελείως βλάκας ή είναι λιγότερο
βλάκας, όταν δεν καταλαβαίνει τι εννοώ όταν λέω πως «μία ολόκληρη μουσική δεκαετία (με πάμπολλα γεγονότα και υπογεγονότα)
δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί μέσα σε 1500-2000 λέξεις». Βεβαίως εκείνος
μπορεί να το πράξει αυτό ακόμη και με 300 λέξεις, γιατί θα πάρει την αγιαστούρα
και θ’ αρχίσει να θυμιατίζει τους Stress και τους Χωρίς Περιδέραιο, θα ρίξει και λίγη… κολώνια από
Νικολαΐδη, θα μας πει και ποιοι έριχναν ξύλο σε ποιους, άντε να μας πει και για
τα «χαϊβάνια» του Τουρκοβασίλη κι έτσι θα είναι όλα ωραία και καλά,
εκπληρώνοντας το καθήκον του. Κάποιοι νομίζουν ότι το rock ξεκινάει
από τον Peter Hammill και τελειώνει στον Nick Cave. Ή ακόμη χειρότερα πως ξεκινάει από τους Yell-O-Yell
και τελειώνει στους Metro Decay.
Φυσικά, το rock δεν
είναι μόνο δίσκοι και συναυλίες, μηχανάκια, ποτά και γκόμενες, αλλά αυτά είναι
ψιλά γράμματα για τον λευκοθόρυβο. Θα του συστήσω μερικά βιβλία να διαβάσει, για
να ξεστραβωθεί (ελπίζω να ξέρει αγγλικά), γιατί έχει χαζέψει από τον αγαπημένο
του Tom Robbins…
Το ότι επιμένω στα ακριβή στοιχεία ο ίδιος το θεωρεί
«ψείρισμα», αλλά αυτό δεν με παραξενεύει. Η μπούρδα, το «περίπου» και το
τσάτρα-πάτρα είναι κανόνας σε μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας και κάθε
προσπάθεια να τεθούν τα πράγματα μέσα στα όριά τους, ώστε να μη χάσκουν
ξεχειλωμένα, μοιάζει σε κάποιους με «γεροντοκορισμό». Διαβάζοντας το
«δισκορυχείον», πάντως, ο λευκοθόρυβος σιγά-σιγά θα το κατανοήσει· αν δεν το έχει
ήδη κατανοήσει, και το παίζει τώρα «κόντρα ξύρισμα», επειδή θέλει να πουλήσει
μούρη στο ακροατήριό του… (Μια χαρά τα γράφεις συνέχισε…).
Κάποτε, με αφορμή μια κοτσάνα του μακαρίτη του Νικολαΐδη,
που υποστήριζε ότι το Γερμανικό Φθινόπωρο σήμανε το θάνατο του rock n’ roll, είχα γράψει το εξής: «Άμα είναι έτσι τότε να πούμε πως και το
‘ελληνικό ροκ’ έφθασε στο τέλος του, όταν παραδόθηκε ο Κουφοντίνας. Τι ανοησίες
είναι αυτές;». Φαίνεται πως του άρεσε του λευκοθόρυβου αυτό και ξαναθυμήθηκε
τον Κουφοντίνα, γράφοντας πως αν ήταν απαραίτητος ο μέγιστος βαθμός εξοικείωσης
του αρθρογράφου με το θέμα του τότε «θα
έπρεπε για την τρομοκρατία στην Ελλάδα να αρθρογραφεί μονάχα ο Κουφοντίνας!».
Τι λες ρε μεγάλε, ανατρίχιασα! Τέτοιο στόκο, μα τω θεώ, δεν έχω ξανασυναντήσει. Ο Κουφοντίνας θα αρθρογραφούσε
μόνο από τη μεριά του εκτελεστή (αυτή τη μεριά θα την ήξερε καλά),
αλλά, δυστυχώς για τον λευκοθόρυβο, υπάρχουν πάμπολλες άλλες «μεριές» τις
οποίες αγνοεί ή, μάλλον, του έπεσαν στο δρόμο… Το ότι είναι προχειρολόγος το
έχω αντιληφθεί εξάλλου από παλαιά με τις ανοησίες που έλεγε για τον Captain Beefheart.
Παρακάτω ο ανήξερος μας πληροφορεί πως οι θιασώτες της
σκηνής είχαν πρωτίστως συναυλιακή επαφή και δευτερευόντως μέσω δίσκων. Και πως δεν πρέπει να κατηγορούμε τα παιδιά που ήταν
άφραγκα και δεν είχαν λεφτά για δίσκους, ώστε να ξέρουν πως γραφόταν ο Φιλ
Σκαρς.
Κοίταξε να δεις μεγάλε. Εμένα ο πατέρας μου ήταν εργάτης κι
επειδή τα λεφτά ποτέ δεν έφταναν στο σπίτι, άρχισα να δουλεύω από τα 18 μου,
όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο. Έτσι είχα φράγκα (δικά μου) ώστε και σε συναυλίες
να πηγαίνω και δίσκους και βιβλία να αγοράζω. Τα λεφτά μού τα έφαγε η
κουλτούρα, άντε και κάτι γκόμενες. Δεν μου τα έφαγαν τα λάδια, οι… μπετζίνες, οι
ζάντες και τα κράνη. Τι να κάνουμε, επιλογές είναι αυτές. Κι επειδή λοιπόν
αγόρασα την «Υπέρβαση» τη βδομάδα που βγήκε με 4 κατοστάρικα, και όχι το 2010 με
150 ευρώ, έχω το υλικό διαθέσιμο (κι επειδή ήμουνα και καλός στην Έκθεση στο
σχολείο) αποφάσισα να εγκαταλείψω το πτυχίο μου και να το ρίξω στο γράψιμο. Τι
να κάνουμε τώρα; Ο οδοντίατρος επενδύει σε τανάλιες, ο μηχανόβιος σε μπουζιά κι
αυτός που θέλει να δημοσιογραφεί (για τη μουσική) σε δίσκους, βιβλία κ.λπ.
Όποιος δεν έχει υλικό, δεν μπορεί μόνο με τις αναμνήσεις του να υπάρχει στο
χώρο και να το παίζει, κιόλας, αυθεντία. Ας το παίξει… μπίτι λογοτέχνης, ας
γράψει… κατηραμένα ποιήματα. Η έρευνα και η δημοσιογραφία είναι άλλο πράγμα.
Από αυτή λοιπόν τη
δημοσιογραφία ο λευκοθόρυβος έχει κόψει τους ανύπαρκτους, έτσι κι αλλιώς, δεσμούς.
Ο άνθρωπος είναι όντως άσχετος και δεν μπορείς να βασιστείς σε τίποτα απ’ όσα
λέει. Τις μπαρούφες με τις γειτονιές τις υποστηρίζει και αυτός, αλλά κυρίως
υποστηρίζει πως τα συγκροτήματα του Πήγασου είχαν συγκεκριμένο ήχο και πως τα
συγκροτήματα της Creep
είχαν εξίσου διακριτό ήχο, και πως αν ήθελες ν’ ακούσεις South of no North, ας πούμε, τότε πήγαινες στη Μουσική
Αποθήκη, ενώ αν ήθελες ν’ ακούσεις Anti Troppau Council πήγαινες στον Πήγασο. Αυτά είναι
βλακείες. Επειδή θυμάμαι καλύτερα από τον λευκοθόρυβο σάς λέω πως εγώ είχα δει
στον Πήγασο τους Χωρίς Περιδέραιο, τους Cpt Neφos
(της Creep) και τους
Αντί, οι οποίοι δεν έπαιζαν βεβαίως γκαραζοψυχεδέλεια, ενώ τους South of No North τους είχα δει, όταν
πέρασαν τα… σύνορα της Κυψέλης παίζοντας στο Κύτταρο. Τώρα, μπορεί να είχα δει
και τους South στον Πήγασο και να μην το θυμάμαι (έχω κι εγώ τα κενά μου...).
Και φυσικά οι Anti Troppau Council
δεν έπαιζαν μόνο στον Πήγασο, έπαιζαν και στο Κύτταρο και αλλού.
Από ’κει λοιπόν έως το σημείο να έρχεται ο αμαθής λευκοθόρυβος
και να μου λέει ότι έχω εγώ χαμηλό βαθμό εξοικείωσης με τη νιου-γουέιβ, ποστ-πανκ σκηνή του ’80 επειδή μιλάω για «σκουντούφλα», δίχως να λαμβάνω υπ’ όψη μου
τα «φωτεινά» συγκροτήματα Headleaders,
Sharp Ties, Art of Parties και Moist Device (αυτοί οι τελευταίοι
δεν ήταν και τόσο «φωτεινοί») είναι άνω ποταμών. Έλα παππούλη μου να σου δείξω
τα αμπελοχώραφά σου. Περιττό να πω πως αυτοί οι δίσκοι υπάρχουν από 30ετίας στη
δισκοθήκη μου, ενώ τους Art of Parties
τους έχω δύο φορές. Αν δεν τους έχει να μου στείλει έναν υποστατικό του να του
δώσω μια κόπια…
Αν υπεραμύνθηκα του Γιοκαρίνη και του Παπαδόπουλου είναι
γιατί δεν ανέχομαι από ημιμαθείς να διαχωρίζουν με ύφος καρδινάλιου. Φυσικά, η
«Έγχρωμη γρίπη» μου αρέσει περισσότερο από την «Ευλαμπία», αλλά δεν απορρίπτω
τη δεύτερη. Είχα δώσει 4 κατοστάρικα για τη «Φόρα Παρτίδα» του Γιοκαρίνη (το LP) και
κανα 500άρικο για τους Χωρίς Περιδέραιο (είπαμε, λεφτά πάντα υπήρχαν για δίσκους). Και
ακούω αναλόγως και τα δύο (μάλλον και τα δύο έχω να τ’ ακούσω περισσότερο από
20 χρόνια). Να πληροφορήσω πάντως (έτσι προς γνώση ορισμένων) πως στη συζήτηση
για το ελληνικό ροκ που είχε
διοργανώσει το περιοδικό Μουσική στα μέσα του
’80 ο Γιοκαρίνης και ο Μαχαιρίτσας ήταν στο ίδιο πάνελ με τον Αγγελή (Χωρίς
Περιδέραιο) και τον Ντρενογιάννη (Anti Troppau Council). Θέλω να πω μ’ αυτό πως τα πράγματα ορισμένοι
εξακολουθούν να τα βλέπουν εντελώς χουλιγκάνικα και με όρους ποδοσφαίρου, όταν
οι παίκτες των ομάδων ήταν συμπαίκτες και ενδεχομένως φίλοι στην Εθνική.
Κι επειδή με τις ειρωνείες δε βγαίνει τίποτα, παρά μόνο με τα
στοιχεία και τα επιχειρήματα, θα προτείνω στον ανίδεο ν’ ακούσει ένα από τα 3-4
κορυφαία punk τραγούδια στην Ελλάδα (πέραν από εποχές), που δεν είναι άλλο
από το “The forest of my place”
(1968) των Dragons, σύνθεση
και ερμηνεία από τον Λάκη «Γυριστρούλα» Παπαδόπουλο. Το τραγούδι αυτό είναι
τόσο δυνατό, έχει τέτοια ορμή, που δεν πιάνουν μία μπροστά του 30 κιλά Stress, ανακατεμένα με 40 οκάδες Panx Romana (για να ρίξω κι εγώ
τις υπερβολές μου). Γι’ αυτό λέω ότι κάποιος πρέπει πρώτα να πλένει καλά το
στόμα του, πριν αρχίσει να λέει τις… αναπόφευκτες κοτσάνες.
Ο λευκοθόρυβος υποστηρίζει πως τα eighties ήταν
μια εποχή απελπισίας για τα «παιδιά της γενιάς» μας, επειδή υπήρχαν κάποιοι σαν
κι εμένα –έτσι λέει– που είχαν άποψη για το τι έπρεπε ν’ ακούμε και πώς έπρεπε να
ντυνόμαστε και να συμπεριφερόμαστε. Ο άνθρωπος έχει κόψει την αλυσίδα. Μαζέψτε
τον πριν είναι αργά. Εγώ να πω σε κάποιον πώς να ντυθεί ή να συμπεριφερθεί;
Κάποτε, βεβαίως, ένας γνωστός με ρώτησε… «Φώντα ακούω rock n’ roll. Nα βιάσω ή να σκοτώσω;». Και του
είπα: πρόσεξε μην κάνεις καμμιά μαλακία, γιατί τώρα που πέθανε ο Νικολαΐδης ο
μόνος που θα σε κάνει ήρωα θα είναι ο λευκοθόρυβος στο επόμενο διήγημά του. Ο
άνθρωπος απελπίστηκε μετά από την απάντησή μου, αποφάσισε να κόψει μια για
πάντα το rock n’ roll κι εξαφανίστηκε στο
Κατμαντού. Τώρα είναι μοναχός σ’ ένα ινδουιστικό μοναστήρι. Έσωσα μια ψυχή…
Να πω λοιπόν πως τα 80s ήταν η καλύτερη εποχή για μένα και την
παρέα μου. Χέστηκα για τη γενιά μου. Εκείνα τα χρόνια διανύσαμε την καλύτερη
δεκαετία της ζωής μας από τα 15 έως τα 25. Δεν ξέρω ποιοι υπέφεραν και γιατί,
αλλά εγώ δεν υπέφερα καθόλου! Ήμουν μαθητής-φοιτητής, σπούδαζα, δούλευα, είχα κάποια
φράγκα, αγόραζα δίσκους, ταξίδευα, διάβαζα, έβλεπα ταινίες, γκομένιζα, έπινα,
κάπνιζα, ξενυχτούσα έκανα ό,τι κάνει ένας άνθρωπος σ’ αυτή την ηλικία. Τώρα, αν
κάποιοι είχαν κατεβάσει μαύρες πλερέζες, ένοιωθαν στριμωγμένοι, κυνηγημένοι,
επικηρυγμένοι, φυλακισμένοι και απελπισμένοι και την εύρισκαν μόνο με Yell-O-Yell και άλλους τινές πεθαμενατζήδες με γεια τους με χαρά τους. Έχουν
τη συμπάθειά μου (δεν ειρωνεύομαι). Πέρασα πάντως κι εγώ ένα μικρό διάστημα,
ένα καλοκαίρι, ως «κιουράς», αλλά όταν άκουσα κάτι πρώιμα αυστραλέζικα γκαράζ
το ’84 (Lime Spiders και τέτοια) έβγαλα τα μαύρα πουκάμισα και δεν τα
ξανακούμπωσα ποτέ μέχρι το τελευταίο πάνω-πάνω κουμπί. Γλίτωσα έτσι και την καζούρα των
φίλων μου, που με αποκαλούσαν «προτομή».
Να πληροφορήσω επίσης τον λευκοθόρυβο (και όποιους άλλους
που δεν γνωρίζουν) πως στα μουσικά περιοδικά της εποχής οι κριτικές δεν ήταν…
συνήθως απαξιωτικές για τα γκρουπ των 80s. Υπήρχαν κριτικές διθυραμβικές, όπως του συνεργάτη στο Jazz & Τζαζ (και τότε γραφιά στη Μουσική) Κωνσταντίνου Ζαχόπουλου για τους Anti Troppau Council, η
πολύ θετική κριτική του Πασχάλη Πλησή για τους Χωρίς Περιδέραιο και τη συλλογή “Outsiders”, οι υπερθετικές
κριτικές του Χρήστου Χατζή για τα 45άρια των Villa 21, Metro Decay και Reporters
στην Creep, ακόμη και
για τους Rehearsed Dreams είχαν γραφεί καλά λόγια! Μάλλον τα ξέχασε στην
αποθήκη τα περιοδικά ο λευκοθόρυβος και του τα ροκανίσανε τα ποντίκια. Ας πάει
στο Μοναστηράκι να τα αναζητήσει. Να του πω και τα νούμερα των τευχών άμα
λάχει, ώστε να μην παιδευτεί, για να δει ότι ο Φώντας είναι καλό παιδί κατά
βάθος και πονάει τους αναξιοπαθούντες.
Μπορεί να υπάρχουν κι άλλα θέματα προς απάντηση αλλά δεν…
προκάνω.
Κι επειδή ετοιμάζομαι να πάω σε κηδεία (πέθανε ένας
αγαπημένος συγκάτοικος στην πολυκατοικία, 52 χρονών άνθρωπος – μάγκες μου να
προσέχουμε την υγεία μας) ένα… dark wave με τον Στελάρα για την περίσταση. Αδέλφια μου πεθαμενατζήδες εσείς μόνο το δικό μου νοιώθετε τον πόνο…