Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

ΟΔΟΣ 55 - τα αυτιά στο ’80

Δίσκος βινυλίου. Κυριαρχεί το άσπρο χρώμα και η εικαστική λιτότητα. Εντός, μία κάρτα στην οποίαν αναγράφονται οι τίτλοι των κομματιών καθώς και τα διάφορα σύνθια που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ηχογράφηση. Πληροφορίες λιγοστές, ούτως ή άλλως. Πήγα στο διαδίκτυο. Ψάρεψα 2-3 στοιχεία από το soundcloud. «Οι ΟΔΟΣ 55 σχηματίστηκαν το 2010 στην Αθήνα από τον Γεώργιο και τον Ηλία. Χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο αναλογικά synthesizer, drum machine και εφέ από το παρελθόν. Τα σετ τους, επηρεασμένα από τον χαρακτηριστικό ήχο του new wave και του post punk, δημιουργούν μία δυστοπική ατμόσφαιρα μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και τη χρήση προγραμματισμένων ήχων και μοτίβων». Καθαρά λόγια. Σταράτα, όπως λέμε.
Eighties προσανατολισμού λοιπόν αθηναϊκό duo, που θα μπορούσε να συναγωνίζεται τους Αντί και τις Κουμπότρυπες Α.Ε. (περισσότερο) ή τους Χωρίς Περιδέραιο (λιγότερο) εκεί προς τα μέσα του ’80, προβάλλοντας (στο σήμερα) το δικό του κοινωνικό στίχο (στην ελληνική), τις δικές του ατέρμονες συνθο-συνταγές. Βεβαίως, τα λόγια δεν ακούγονται με άνεση και σε χρόνο πρώτο, γεγονός που οφείλεται στην πενιχρή παραγωγή της Ειρκτής –το πρόβλημα θα μπορούσε να ξεπεραστεί εν μέρει τη βοηθεία ενός ενθέτου με τους στίχους ας πούμε–, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα, που μας ενδιαφέρει πιο πολύ, πείθει για την ειλικρίνεια της προσπάθειας και των συνολικών προθέσεων. Από μουσικής πλευράς ας σημειώσω τα περάσματα στο τραγούδι «Ο κόσμος τους», τη ρυθμική συνοχή του «Άδειοι δρόμοι», τη διαχείριση των εφφέ στο «Αεικίνητοι», καθώς και το έσχατο track που έχει τίτλο «Για πάντα» και το οποίον επέχει κι ένα ρόλο μανιφέστου για τους Οδός 55.
Περιορισμένη έκδοση 500 αριθμημένων και ήδη εξαντλημένων αντιτύπων (όπως διαπίστωσα μόλις από το site της εταιρείας).
Επαφή: www.eirkti.com

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

GEORGIOS TSOLIS TRIO σε fusion και latin δρόμους

Γνωστός από τις εμφανίσεις του σε διάφορα jazz φεστιβάλ ανά τη χώρα (Τήνος, Καλαμάτα…), αλλά και σε κλαμπ (Café Αλάβαστρον κ.ά.), ο πιανίστας Γεώργιος Τσώλης είναι ένας από τους μουσικούς που έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους, τα τελευταία χρόνια, στη σκηνή. Αν και ζει από το 2004 κυρίως στη Χάγη, εκεί όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Τμήμα Jazz τής Βασιλικής Ακαδημίας, ο Τσώλης επισκέπτεται τακτικώς την Ελλάδα με το τρίο του –ένα σχήμα που συναποτελούν οι Στάθης Έλιο κοντραμπάσο και Francesco de Rubeis ντραμς–, ενώ, προς το τέλος του 2011 έδωσε σε κυκλοφορία και το πρώτο του CD, μιαν ανεξάρτητη παραγωγή μέσω της οποίας αποκαλύπτονται τα χαρακτηριστικά της μουσικής του. Ηχογραφημένο στο Άμστερνταμ, το “On the Way” είναι ένα άλμπουμ εννέα συνθέσεων (διάρκεια 43:15), οκτώ πρωτοτύπων και μιας διασκευής (το “Giant steps” του John Coltrane), το οποίο φανερώνει την επάρκεια, τον συντονισμό και το… μορφωτικό background του σχήματος, αλλά και ξεχωριστά των μουσικών που το αποτελούν.
Ο Τσώλης είναι ένας πιανίστας με drive. Θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσουμε… fusion, όταν δεν περιφέρεται σε latin ηχοτοπία· αλλά και σε latin ηχοτοπία όταν περιφέρεται πάλι fusion είναι. Ο ίδιος αναφέρει στις επιρροές του τον Chick Corea και τον Δομινικανό Michel Camilo, αν και ένα άλλο όνομα που έρχεται στο μυαλό, ακούγοντας τις συνθέσεις και τους αυτοσχεδιασμούς του, είναι εκείνο του Herbie Hancock. Έτσι λοιπόν, και με προφανή την εκρηκτικότητα του γκρουπ, υπάρχει κι ένα άλλο επίπεδο, μελωδικό, που παρεισφρέει στις συνθέσεις συμπυκνώνοντας το στυλ του. Τα “Ojos vendes” και “Sonidos del pueblo” είναι κομμάτια που σε κερδίζουν αμέσως με την αφηγηματικότητα και τις εμπνευσμένες latin μελωδικές γραμμές τους – και δεν είναι τα μόνα. Σχεδόν όλες οι συνθέσεις τού Τσώλη δεν κρύβουν τις «αγάπες» του δημιουργού τους· δεν κρύβουν περαιτέρω και τη δεξιοτεχνία τού πιανίστα με τα ταχύτητα παιξίματα (“Bob like”), τα απότομα κοψίματα και τις απαραίτητες αλλαγές. Βεβαίως, σε μια τέτοια jazz περιπέτεια ακρογωνιαίος είναι και ο ρόλος των δύο υπολοίπων μουσικών, των δύο υπολοίπων οργάνων. Τόσο ο κοντραμπασίστας Στάθης Έλιο, όσο και ο ιταλός ντράμερ Francesco de Rubeis (με τους πυρωμένους ρούλους του) αποδεικνύονται άξιοι συμπαραστάτες του πιανίστα, προσφέροντάς του ένα στιβαρό ρυθμικό υπόβαθρο, μετατρέποντας κομμάτια όπως το “Neves” σε ρυθμικές ασκήσεις ακριβείας.
Το “On the Way” είναι ένα ωραίο, όσο και «καθαρό», piano-trio άλμπουμ. Δίχως πρόσθετα όργανα, δίχως στουντιακές βοήθειες και ηλεκτρονικό εξοπλισμό το Georgios Tsolis Trio μένει πάντα πλησίον της παράδοσης (latin ή άλλης) δίνοντάς της ένα πρόσθετο ξεπέταγμα.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

JAZZ & TZAZ 239

Στο Jazz & Tζαζ που κυκλοφορεί ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για τον νορβηγό σαξοφωνίστα της jazz Håkon Kornstad, όπως και για το πιανιστικό duo των Walter Norris και Leszek Możdżer που αποτυπώνεται στο άλμπουμ “The Last Set” της γερμανικής εταιρείας ACT Music + Vision. Περαιτέρω, ο Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με την τραγουδίστρια Hannah Williams και τον κιθαρίστα Nic-Hillman Mondegreen, μέλη και οι δύο των Hannah Williams & The Tastemakers, μιας σύγχρονης, δυνατής ομάδας του βρετανικού soul-funk.
Ένας από τους πιο ιδιαίτερους φλαουτίστες της σύγχρονης jazz (και όχι μόνον αυτής) είναι ο Γερμανός Mark Alban Lotz. Ο Βαγγέλης Αραγιάννης σκύβει στην περίπτωσή του και μας μεταφέρει τις απόψεις και τις κρίσεις του. Με αφορμή την προβολή του ντοκυμαντέρ, του σχετικού με τη συναυλία που έδωσαν οι Led Zeppelin στο Λονδίνο το 2007, στη Θεσσαλονίκη (αναφερόμαστε στο DVDCelebration Day”) o Αντώνης Ν. Φράγκος ξανανοίγει το βιβλίο του ιστορικού γκρουπ, καταθέτοντας τα στοιχεία του μύθου τους. Ο… one man band Mickey Pantelous είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους έλληνες (ή ελληνοδανούς αν προτιμάτε) rockers. Το τελευταίο CD του –ένα από τα ωραιότερα της περασμένης χρονιάς– έχει τίτλο “I Came from a Land North of Africa” και πάνω σ’ αυτό επικεντρώνεται ο Θανάσης Μήνας. Τέλος, από πλευράς θεμάτων, ο Γιώργος Χαρωνίτης αποσαφηνίζει μερικά πράγματα που αφορούν σ’ ένα από τα κορυφαία ονόματα της σύγχρονης jazz (για πολλούς το κορυφαίο) τον Ινδοαμερικανό Vijay Iyer (στο εξώφυλλο) επ’ αφορμής και της συναυλίας του στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών την 25/2, ενώ εγώ μεγεθύνω σε μερικά «παράξενα» άλμπουμ της σύγχρονης ελληνικής σκηνής (Kid Flicks, Κωστής Δρυγιανάκης, Χρήστος Αλεξόπουλος, Opera Chaotique κ.λπ.), δίνοντας τις σχετικές λεπτομέρειες.
Παρούσα, όπως πάντα, όλη η στάνταρ ύλη του περιοδικού. Jazz Eye (Jayne Cortez, Mechanimal, Momo Trio, o Miles Davis στην Αθήνα του 1985…), Live, Jazz & Λογοτεχνία, Δισκοκριτικές, Auditorium, Δισκορυχείον (ένας Ελληνοαμερικανός με καταγωγή από τη Σάμο…), Επανεκδόσεις, Βιβλία, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All that Art
Στο CDPhase One” ο Γιώργος Χαρωνίτης επιλέγει κομμάτια με τον σαξοφωνίστα Steve Lacy από την πρώτη φάση της δισκογραφίας του (1957-1962). Στα σχήματα συνοδείας οι Wynton Kelly, Don Cherry, Lee Konitz, Cecil Taylor κ.ά.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

γιορτή αγάπης

Το 1979 ήταν η εποχή της disco παντού, και στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο. Φυσικά, η καλύτερη disco είχε γραφεί 4-5 χρόνια νωρίτερα στην Αμέρικα, αλλά μετά πλάκωσαν οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και πιο αργότερα οι… Νιγηριανοί (τα boogie και disco άλμπουμ των οποίων «χτυπάνε» απίστευτες τιμές στο eBay) και το πράγμα κατέβηκε σε «βάθος»...
Εκεί στα τέλη του ’70, και λίγο πριν σκάσουν οι Sharp Ties με το τρανό “Get that beat” σαρώνοντας τις πίστες, οι Έλληνες, αν ήθελαν να χορέψουν με ελληνικά «μοντέρνα» άσματα, είχαν βασικά τον Περικλή Περάκη με τα «Discoμεράκια» [EMI/ Columbia 14C-062 70910, 1978] και τον Γιάννη Φλωρινιώτη με τη «Γιορτή Αγάπης» [Panivar PA 5286, 1979]. 
Σ’ ένα από τα πρώτα πάρτυ που είχα πάει ποτέ, το 1978-79, θυμάμαι, με ένταση ακόμη και σήμερα, τα… ντισκομεράκια να παίζουν εμπλοκή. Υπήρχαν και τα υπόλοιπα «ξένα» hits της περιόδου, αλλά μόλις έσκαγε το potpourri από «Μαντουμπάλα», «Όσο αξίζεις εσύ» και «Θ’ αρρωστήσω μάνα» γινότανε σφαγή. 
Το έχουμε ξαναπεί. Ο Έλληνας (και ο κάθε… Έλληνας) μπορεί να χορέψει με οτιδήποτε (δύο χέρια ενός ψευτοντράμερ με χτυπήματα πάνω στο μηρό, και μια φάλτσα φωνή μπορεί να ξεσηκώσει παρέα στην άκρη του πουθενά, δίχως όργανα, ρεύματα και τα λοιπά), αλλά μόλις ακούσει κάτι στη γλώσσα του και οι τελευταίες εναπομείνασες αναστολές κατακρημνίζονται. 
Έτσι, λοιπόν, η ανάγκη για εγχώρια disco υπήρξε διακαής και μετά την απρόβλεπτη επιτυχία των «μερακίων», οι εταιρείες προσπαθούσαν μανιωδώς να βρουν την... κότα με το χρυσό αυγό. 
Ακόμη και η σοβαρή Lyra/ Zodiac του Αλέξανδρου Πατσιφά έπαιξε στο κόλπο, κυκλοφορώντας το 1979 ένα... ανεπανάληπτο ελληνικό disco άλμπουμ, το “Disco Sex” [Zodiac SYZP 88078] των Varverakis+Erotica
Μπροστά ο Νίκος Βαρβεράκης και πίσω του οι τραγουδίστριες Mary Miller και Βέτα Καρατσόλη. Στην ορχήστρα οι… Fantastic (υποθέτω δηλαδή). Ο Βαρβεράκης ήταν το βασικό άτομο (καθότι και κιθαρίστας) πίσω από τους Fantasticείχαν βγάλει λίγα χρόνια νωρίτερα το single «Άσπρο άλογο / Το κορίτσι του δάσους» σε ετικέτα Φαντάζιο, με το όργανο κάποιου Μάνου να θυμίζει Vincent Crane! και διέθετε ορχήστρα, την οποίαν διηύθυνε ο Βάκης Γιαννούλης (ο άνθρωπος που εκείνη την εποχή είχε δώσει «επιτυχίες» για τον Γιώργο Αιγύπτιο, τον Πάνο Μαρίνο κ.ά.). Πώς μετακόμισε η «Ομόνοια» στην Κριεζώτου είναι άγνωστο. Ο δίσκος δεν κύλαγε με τίποτα (μετριότατη παραγωγή, υποτυπώδες παίξιμο από την ορχήστρα, φωνητικά... άσε καλύτερα). Βασικά επρόκειτο για ένα... ο θεός να το κάνει discο potpourri κάποιων «ξένων» χορευτικών και disco επιτυχιών, με ελληνικούς στίχους του Βαρβεράκη. «Ντάντυ κουλ», «Μαζί μου για πάντα» (Paloma Blanca), «Όπου κι αν πας» (“Black is black”!) κ.λπ. ανακατωμένα με sexy φωνητικά, ερωτικούς ψιθύρους και βογγητά! Κοιτώντας δε και το εξώφυλλο του άλμπουμ δεν γίνεται, εν τέλει, να μην αναφωνήσεις… «αυτός είναι ο ορισμός του cult». Ο δίσκος πρέπει να πήγε «άπατος», δεν το συζητώ. Είχαμε και κάποιο γούστο ως λαός...
Κάποιοι, διαχρονικώς, μπορεί να θεωρούν τον Γιάννη Φλωρινιώτη cult, αλλά αυτό είναι λάθος. Νομίζουν. 
Δεν ξέρω τι κάνει τώρα ο Φλωρινιώτης και πόσο cult μπορεί να είναι σήμερα –πριν μερικά χρόνια τον είχα δει κάπου προς Αιγάλεω, επί της Θηβών– αλλά τότε (late 70s) η τεράστια επιτυχία του δεν θα μπορούσε με τίποτα να αιτιολογήσει τον χαρακτηρισμό. Εκτός και αν cult ήμασταν όλοι, τότε, ως χώρα… Anyway
Εκείνο που έχει σημασία να ειπωθεί είναι πως όταν έσκασε η «Γιορτή Αγάπης» με τα τραγούδια (περίπου μισά-μισά) των Κώστα Ψυχογιού και Χρήστου Εμμανουήλ η ελληνική disco (με ελληνικό στίχο) χτύπησε κορυφή, παραμένοντας εκεί ακόμη. Δεν νομίζω δηλαδή ότι γράφτηκαν ποτέ καλύτερα disco άσματα (με ελληνικό, ξαναλέω, στίχο). 
Η Panivar δεν είχε τσιγκουνευτεί το χρήμα στην παραγωγή και επενδύοντας εις βάθος πήρε τα λεφτά της πίσω στο χιλιαπλάσιο. Φοβερές ενορχηστρώσεις από τον Εμμανουήλ, και παικταράδες στην μπάντα συνοδείας. Άριστοι επαγγελματίες που μπορούσαν να παίξουν από κλασική και garage punk, μέχρι jazz και λαϊκά και που έδωσαν, για το άλμπουμ, τον καλύτερο… ντισκοεαυτό τους. 
Το άψογο funky του Τίτου Καλλίρη στην κιθάρα, τα σαξόφωνα του Άρη Καραντάνη (Aris-Alba κ.λπ.), η τρομπέτα του Γιάννη Θεοδωρίδη, η 12χορδη του Μαλλίδη, τα βιολιά του Βράσκου και του Δεσποτίδη (και άλλων δύο), τα σύνθια του Ζερμπίνου και βεβαίως, πρώτος όλων, ένας σταρ της εποχής, ο Γιάννης Φλωρινιώτης. Μια γιορτή της αγάπης…

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

JUST ANOTHER SNAKE CULT the dionysian season

Βλέποντας τίτλο συγκροτήματος και τίτλο δίσκου στο εξώφυλλο μπερδεύεσαι. The Dionysian Season είναι το συγκρότημα και… Just another snake cult είναι το άλμπουμ ή μήπως το ανάποδο; Το ανάποδο. Ένας είναι βασικά ο… Just Another Snake Cult (Þórir Bogason) και ισλανδική η παραγωγή τής BRAK (από το 2010), που μας γυρίζει πίσω στο χρόνο, σε έναν τύπο ηλιόλουστης pop, η οποία διαστρεβλώνεται από πλείστα όσα απροσάρμοστα (ήτοι freaky) στοιχεία.
Οι ηχητικές μνήμες από Rainbow Ffolly (λέμε τώρα), Creation, After Tea (ξαναλέμε τώρα), μέχρι Belle and Sebastian, αλλά βασικά από τους Love και τους Beach Boys, είναι άμεσες και «κατεβαίνουν» αυτομάτως, ακόμη και με την ακρόαση του πρώτου τραγουδιού τού Ισλανδού, που έχει τίτλο “Strong enough”. Έχοντας ελάχιστες βοήθειες στη διάθεσή του (βασικά μερικά φωνητικά και κάπου-κάπου μια τρομπέτα), ο Andersen επικεντρώνεται στην αναπαράσταση ενός pop κλίματος, το οποίο στηρίζεται στις απλές μελωδίες, την ωραία αρμονική διαχείριση, τη ρέουσα (και ενίοτε παιχνιδιάρικη) ενοργάνωση και βεβαίως τις λελογισμένες ανατροπές (απότομες αλλαγές ρυθμών, μικροεφφέ), που προσθέτουν στο “Dionysian Session” έναν ψυχεδελικόν αέρα. Το “Spell of platonic reversal” θα μπορούσε να ήταν ένα τραγούδι-πρότυπο για την pop του σήμερα (όχι του ’60 – όχι πως και τότε δεν θα διέπρεπε!), ενώ το “Your organs will deteriorate” ως instrumental μεταφέρει έναν κάπως electro (early Vangelis ας πούμε) cinematic αέρα. Γενικώς, ο Bogason τα καταφέρνει καλώς, ακόμη και όταν πιάνει την κιθάρα του και… ψυχεδελοφολκίζει (“Last dance”), ακόμη και όταν δοκιμάζει για 55 δευτερόλεπτα (“You can ride my surfboard”) στα γκαραζοψυχεδελικά πεδία. Άλμπουμ γεμάτο αναφορές είναι το “The Dionysian Season” και γι’ αυτό, ίσως, τόσο όμορφο.
Επαφή: www.brakrecords.com

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΛΕΥΚΟΣ ΘΟΡΥΒΟΣ η μπούρδα και η ασυναρτησία έχουν ψευδώνυμo

Ένας φίλος του Δισκορυχείου μού πέρασε ένα κείμενο που έγραψε για μένα ένας απίθανος υπό το ψευδώνυμο… λευκοθόρυβος. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο γνωστός στρεψόδικος των κειμένων μου (το έχει επιχειρήσει 2-3 φορές στο παρελθόν) με τρανά πτυχία από την… γκαιμπελική ακαδημία. Ο τύπος έχει σπουδάσει τον κιτρινισμό, τη συκοφαντία, τη μετατροπή του άσπρου σε μαύρο και τούμπαλιν. Αν πάλι δεν έχει σπουδάσει τίποτ’ απ’ όλα αυτά τότε είναι, απλώς, ένας κοινός βλαξ με κόκκους (δηλαδή κοτρώνες) κακοήθειας. Ώρες-ώρες σκέπτεσαι, διαβάζοντάς τον, πως δεν διαφέρει και πολύ από τους εκάστοτε κυβερνητικούς εκπροσώπους που είναι μανούλες στην επικοινωνιακή αγυρτεία. Το ότι ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του «μαλάκα» και «κολλημένο» δεν είναι ενδεικτικό μόνον της virtual ανωτερότητάς του… πιάνει βαθύτερα νοήματα.

Ο άνθρωπος αυτός 2 1/2 χρόνια μετά εξακολουθεί να νομίζει ότι εγώ έθαψα τους Metro Decay «στηριζόμενος, όχι στη μουσική τους αλλά σε κάποιες δηλώσεις του συγκροτήματος 30 χρόνια μετά», όπως λέει. Ο τύπος είναι εντελώς για τα σίδερα. Σ’ εκείνη την ανάρτηση είχα πει 3-4 φορές πως οι Metro Decay μου αρέσουν (δεν ήξερα να σκίσω και το σώβρακό μου, για να το στείλω στον λευκοθόρυβο να το δει) και πως το 45άρι τους μου αρέσει ακόμη πιο πολύ (τόσο πολύ, που θα το έχω –το 45άρι– στη λίστα με τα «καλύτερα του ’80», που ετοιμάζω για το προσεχές διάστημα). Και η «Υπέρβαση» μου αρέσει, φυσικά. Απλώς δεν τρελαίνομαι. Κι ούτε έθαψα κανένα συγκρότημα, απλώς διαφώνησα με τα λεγόμενα κάποιων μελών σε μια συνέντευξή τους σ’ ένα περιοδικό. Τι να κάνουμε; Δεν είμαι «κολλημένος» σαν το λευκοθόρυβο, ώστε ακόμη και όταν κλάσουνε οι Metro Decay να είμαι εκεί για να μυρίζω. Μου αρέσει να τους ακούω, αλλά διαφωνώ με όσα είπαν σ’ εκείνη τη συνέντευξη. Είναι τόσο απλό.

Αλλά και για τον Νικολαΐδη τι είχα πει; Μίλησα μόνο για μια ταινία και είπα πως θεωρώ απαράδεκτο το να συνδέεται το rock nroll με βιασμούς και φόνους. Όχι γιατί έχω ηθικό πρόβλημα, αλλά γιατί δεν είναι αυτό το πράγμα το rock nroll. Ο τύπος θεώρησε σκόπιμο να ασελγήσει επί του γραπτού μου, όντας άσχετος με το rock. Μην επανέλθουμε.

Κάποτε έγραψα ότι το πρώτο punk τραγούδι στην Ελλάδα είναι το Vana G. Vanna των Vavoura Band. Ούτε αυτό του άρεσε. Και αυτό το ειρωνεύτηκε ο πολύξερος. Είναι τόσο άσχετος ο άνθρωπος που δεν μέτρησε ούτε εκείνο το “Though the Vavoura Band is credited with being the first punk group in Greece you could go back to 1970-72 to give CC Blues King that title, except they were not entirely punk” που είχε γράψει ο Matt Barrett και που είχα μεταφέρει στα σχετικά σχόλια. Φυσικά, τι να ξέρει από Matt Barrett; Αν και εδώ που τα λέμε μέχρι και η Lifo τον ανακάλυψε (για τους ταξιδιωτικούς οδηγούς του βεβαίως – όχι για τη σχέση του με τη μουσική). Απορώ με τον λευκοθόρυβο, πώς και δεν τον θυμάται, ως αναγνώστης των free press… Όσοι ασχολούνται λίγο μ’ αυτά τα πράγματα και τους ρωτήσεις, ας πούμε, ποιο είναι το πρώτο τραγούδι του british hard rock το ένα τρίτο θα σου πει το “The Nile song” (1969) των Pink Floyd, το άλλο τρίτο θα σου πει το “Helter Skelter” (1968) των Beatles, και το τρίτο τρίτο μπορεί να σε πάει ακόμη πιο πίσω, σε κάτι που δεν το βάζει ο νους σου. Κανείς δεν θα σου πει… οι Black Sabbath ή οι… Iron Maiden. Αφού είχα κάνει εκείνη την ανάρτηση (για τους Stress, γράφοντας για το πρώτο punk τραγούδι στην Ελλάδα – 80s punk, να εξηγούμαστε) έπραξα το εξής. Έστειλα σε τρεις φίλους από το εξωτερικό, που ανταλλάσσουμε δίσκους και μπανίζουν από μουσική, το κλιπάκι του “Vana G. Vanna” με την παράκληση να μου γράψουν πώς ακουγόταν το τραγούδι στ’ αυτιά τους με μία ή δύο λέξεις. Και οι τρεις δεν χρειάζεται να πω τι απήντησαν. Ο… punk ιδεότυπος που έχει στο μικρό του το μυαλό ο λευκοθόρυβος δεν επιτρέπει τέτοιες «αστοχίες». Ο έλληνας πάνκης πρέπει να είναι κομμάτι του ιδιότυπου ελληνικού περιθωρίου, κατατρεγμένος, αναρχοανάρχας, να φοράει πέτσινα, να χτενίζεται και να κουρεύεται κάπως (οι καραφλοί εξοβελίζονται) και δεν ξέρω εγώ τι άλλο, και όλα τούτα όταν δεν είναι ρατσιστής ή ναζιστής (γιατί έχουμε και αυτά τα φρούτα ως γνωστόν). Ο Βαβούρας, ο «συμβιβασμένος», ο κολλητός του Ζουγανέλη και του Μπουλά, δεν κολλάει στην εικόνα του πάνκη που έχει στο κεφάλι του ο τύπος. Εγώ, όμως, δεν απένειμα πιστοποιητικά… punk νομιμότητας. Ούτε με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Έγραψα μόνο για ένα τραγούδι. Το πρώτο. Όποιος έχει μυαλό αντιλαμβάνεται τον τρόπο που σκέφθηκα. Όποιος είναι κατ’ επάγγελμα είρων και διαστροφέας θ’ αρχίσει να λέει διάφορα, δίχως να εξηγεί τίποτα.

Έρχεται λοιπόν ο τύπος αυτός να υπερασπιστεί ένα χαμηλής αξίας κείμενο στην Athens Voice απλώς και μόνο για να μου τη βγει. Να μου τη βγει με γελοίο τρόπο δηλαδή, διαστρεβλώνοντας ό,τι έγραψα και κυρίως εκείνα που εννοούσα. Αναφέρομαι στο κείμενο «Πώς ρόκαρε η Αθήνα στα ’80».
Ο λευκοθόρυβος ή είναι τελείως βλάκας ή είναι λιγότερο βλάκας, όταν δεν καταλαβαίνει τι εννοώ όταν λέω πως «μία ολόκληρη μουσική δεκαετία (με πάμπολλα γεγονότα και υπογεγονότα) δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί μέσα σε 1500-2000 λέξεις». Βεβαίως εκείνος μπορεί να το πράξει αυτό ακόμη και με 300 λέξεις, γιατί θα πάρει την αγιαστούρα και θ’ αρχίσει να θυμιατίζει τους Stress και τους Χωρίς Περιδέραιο, θα ρίξει και λίγη… κολώνια από Νικολαΐδη, θα μας πει και ποιοι έριχναν ξύλο σε ποιους, άντε να μας πει και για τα «χαϊβάνια» του Τουρκοβασίλη κι έτσι θα είναι όλα ωραία και καλά, εκπληρώνοντας το καθήκον του. Κάποιοι νομίζουν ότι το rock ξεκινάει από τον Peter Hammill και τελειώνει στον Nick Cave. Ή ακόμη χειρότερα πως ξεκινάει από τους Yell-O-Yell και τελειώνει στους Metro Decay. Φυσικά, το rock δεν είναι μόνο δίσκοι και συναυλίες, μηχανάκια, ποτά και γκόμενες, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον λευκοθόρυβο. Θα του συστήσω μερικά βιβλία να διαβάσει, για να ξεστραβωθεί (ελπίζω να ξέρει αγγλικά), γιατί έχει χαζέψει από τον αγαπημένο του Tom Robbins
Το ότι επιμένω στα ακριβή στοιχεία ο ίδιος το θεωρεί «ψείρισμα», αλλά αυτό δεν με παραξενεύει. Η μπούρδα, το «περίπου» και το τσάτρα-πάτρα είναι κανόνας σε μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας και κάθε προσπάθεια να τεθούν τα πράγματα μέσα στα όριά τους, ώστε να μη χάσκουν ξεχειλωμένα, μοιάζει σε κάποιους με «γεροντοκορισμό». Διαβάζοντας το «δισκορυχείον», πάντως, ο λευκοθόρυβος σιγά-σιγά θα το κατανοήσει· αν δεν το έχει ήδη κατανοήσει, και το παίζει τώρα «κόντρα ξύρισμα», επειδή θέλει να πουλήσει μούρη στο ακροατήριό του… (Μια χαρά τα γράφεις συνέχισε…).

Κάποτε, με αφορμή μια κοτσάνα του μακαρίτη του Νικολαΐδη, που υποστήριζε ότι το Γερμανικό Φθινόπωρο σήμανε το θάνατο του rock nroll, είχα γράψει το εξής: «Άμα είναι έτσι τότε να πούμε πως και το ‘ελληνικό ροκ’ έφθασε στο τέλος του, όταν παραδόθηκε ο Κουφοντίνας. Τι ανοησίες είναι αυτές;». Φαίνεται πως του άρεσε του λευκοθόρυβου αυτό και ξαναθυμήθηκε τον Κουφοντίνα, γράφοντας πως αν ήταν απαραίτητος ο μέγιστος βαθμός εξοικείωσης του αρθρογράφου με το θέμα του τότε «θα έπρεπε για την τρομοκρατία στην Ελλάδα να αρθρογραφεί μονάχα ο Κουφοντίνας!». Τι λες ρε μεγάλε, ανατρίχιασα! Τέτοιο στόκο, μα τω θεώ, δεν έχω ξανασυναντήσει. Ο Κουφοντίνας θα αρθρογραφούσε μόνο από τη μεριά του εκτελεστή (αυτή τη μεριά θα την ήξερε καλά), αλλά, δυστυχώς για τον λευκοθόρυβο, υπάρχουν πάμπολλες άλλες «μεριές» τις οποίες αγνοεί ή, μάλλον, του έπεσαν στο δρόμο… Το ότι είναι προχειρολόγος το έχω αντιληφθεί εξάλλου από παλαιά με τις ανοησίες που έλεγε για τον Captain Beefheart.

Παρακάτω ο ανήξερος μας πληροφορεί πως οι θιασώτες της σκηνής είχαν πρωτίστως συναυλιακή επαφή και δευτερευόντως μέσω δίσκων. Και  πως δεν πρέπει να κατηγορούμε τα παιδιά που ήταν άφραγκα και δεν είχαν λεφτά για δίσκους, ώστε να ξέρουν πως γραφόταν ο Φιλ Σκαρς.
Κοίταξε να δεις μεγάλε. Εμένα ο πατέρας μου ήταν εργάτης κι επειδή τα λεφτά ποτέ δεν έφταναν στο σπίτι, άρχισα να δουλεύω από τα 18 μου, όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο. Έτσι είχα φράγκα (δικά μου) ώστε και σε συναυλίες να πηγαίνω και δίσκους και βιβλία να αγοράζω. Τα λεφτά μού τα έφαγε η κουλτούρα, άντε και κάτι γκόμενες. Δεν μου τα έφαγαν τα λάδια, οι… μπετζίνες, οι ζάντες και τα κράνη. Τι να κάνουμε, επιλογές είναι αυτές. Κι επειδή λοιπόν αγόρασα την «Υπέρβαση» τη βδομάδα που βγήκε με 4 κατοστάρικα, και όχι το 2010 με 150 ευρώ, έχω το υλικό διαθέσιμο (κι επειδή ήμουνα και καλός στην Έκθεση στο σχολείο) αποφάσισα να εγκαταλείψω το πτυχίο μου και να το ρίξω στο γράψιμο. Τι να κάνουμε τώρα; Ο οδοντίατρος επενδύει σε τανάλιες, ο μηχανόβιος σε μπουζιά κι αυτός που θέλει να δημοσιογραφεί (για τη μουσική) σε δίσκους, βιβλία κ.λπ. Όποιος δεν έχει υλικό, δεν μπορεί μόνο με τις αναμνήσεις του να υπάρχει στο χώρο και να το παίζει, κιόλας, αυθεντία. Ας το παίξει… μπίτι λογοτέχνης, ας γράψει… κατηραμένα ποιήματα. Η έρευνα και η δημοσιογραφία είναι άλλο πράγμα.

Από αυτή λοιπόν τη δημοσιογραφία ο λευκοθόρυβος έχει κόψει τους ανύπαρκτους, έτσι κι αλλιώς, δεσμούς. Ο άνθρωπος είναι όντως άσχετος και δεν μπορείς να βασιστείς σε τίποτα απ’ όσα λέει. Τις μπαρούφες με τις γειτονιές τις υποστηρίζει και αυτός, αλλά κυρίως υποστηρίζει πως τα συγκροτήματα του Πήγασου είχαν συγκεκριμένο ήχο και πως τα συγκροτήματα της Creep είχαν εξίσου διακριτό ήχο, και πως αν ήθελες ν’ ακούσεις South of no North, ας πούμε, τότε πήγαινες στη Μουσική Αποθήκη, ενώ αν ήθελες ν’ ακούσεις Anti Troppau Council πήγαινες στον Πήγασο. Αυτά είναι βλακείες. Επειδή θυμάμαι καλύτερα από τον λευκοθόρυβο σάς λέω πως εγώ είχα δει στον Πήγασο τους Χωρίς Περιδέραιο, τους Cpt Neφos (της Creep) και τους Αντί, οι οποίοι δεν έπαιζαν βεβαίως γκαραζοψυχεδέλεια, ενώ τους South of No North τους είχα δει, όταν πέρασαν τα… σύνορα της Κυψέλης παίζοντας στο Κύτταρο. Τώρα, μπορεί να είχα δει και τους South στον Πήγασο και να μην το θυμάμαι (έχω κι εγώ τα κενά μου...). Και φυσικά οι Anti Troppau Council δεν έπαιζαν μόνο στον Πήγασο, έπαιζαν και στο Κύτταρο και αλλού.
Από ’κει λοιπόν έως το σημείο να έρχεται ο αμαθής λευκοθόρυβος και να μου λέει ότι έχω εγώ χαμηλό βαθμό εξοικείωσης με τη νιου-γουέιβ, ποστ-πανκ σκηνή του ’80 επειδή μιλάω για «σκουντούφλα», δίχως να λαμβάνω υπ’ όψη μου τα «φωτεινά» συγκροτήματα Headleaders, Sharp Ties, Art of Parties και Moist Device (αυτοί οι τελευταίοι δεν ήταν και τόσο «φωτεινοί») είναι άνω ποταμών. Έλα παππούλη μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου. Περιττό να πω πως αυτοί οι δίσκοι υπάρχουν από 30ετίας στη δισκοθήκη μου, ενώ τους Art of Parties τους έχω δύο φορές. Αν δεν τους έχει να μου στείλει έναν υποστατικό του να του δώσω μια κόπια…

Αν υπεραμύνθηκα του Γιοκαρίνη και του Παπαδόπουλου είναι γιατί δεν ανέχομαι από ημιμαθείς να διαχωρίζουν με ύφος καρδινάλιου. Φυσικά, η «Έγχρωμη γρίπη» μου αρέσει περισσότερο από την «Ευλαμπία», αλλά δεν απορρίπτω τη δεύτερη. Είχα δώσει 4 κατοστάρικα για τη «Φόρα Παρτίδα» του Γιοκαρίνη (το LP) και κανα 500άρικο για τους Χωρίς Περιδέραιο (είπαμε, λεφτά πάντα υπήρχαν για δίσκους). Και ακούω αναλόγως και τα δύο (μάλλον και τα δύο έχω να τ’ ακούσω περισσότερο από 20 χρόνια). Να πληροφορήσω πάντως (έτσι προς γνώση ορισμένων) πως στη συζήτηση για το ελληνικό ροκ που είχε διοργανώσει το περιοδικό Μουσική στα μέσα του ’80 ο Γιοκαρίνης και ο Μαχαιρίτσας ήταν στο ίδιο πάνελ με τον Αγγελή (Χωρίς Περιδέραιο) και τον Ντρενογιάννη (Anti Troppau Council). Θέλω να πω μ’ αυτό πως τα πράγματα ορισμένοι εξακολουθούν να τα βλέπουν εντελώς χουλιγκάνικα και με όρους ποδοσφαίρου, όταν οι παίκτες των ομάδων ήταν συμπαίκτες και ενδεχομένως φίλοι στην Εθνική.
Κι επειδή με τις ειρωνείες δε βγαίνει τίποτα, παρά μόνο με τα στοιχεία και τα επιχειρήματα, θα προτείνω στον ανίδεο ν’ ακούσει ένα από τα 3-4 κορυφαία punk τραγούδια στην Ελλάδα (πέραν από εποχές), που δεν είναι άλλο από το “The forest of my place” (1968) των Dragons, σύνθεση και ερμηνεία από τον Λάκη «Γυριστρούλα» Παπαδόπουλο. Το τραγούδι αυτό είναι τόσο δυνατό, έχει τέτοια ορμή, που δεν πιάνουν μία μπροστά του 30 κιλά Stress, ανακατεμένα με 40 οκάδες Panx Romana (για να ρίξω κι εγώ τις υπερβολές μου). Γι’ αυτό λέω ότι κάποιος πρέπει πρώτα να πλένει καλά το στόμα του, πριν αρχίσει να λέει τις… αναπόφευκτες κοτσάνες.

Ο λευκοθόρυβος υποστηρίζει πως τα eighties ήταν μια εποχή απελπισίας για τα «παιδιά της γενιάς» μας, επειδή υπήρχαν κάποιοι σαν κι εμένα –έτσι λέει– που είχαν άποψη για το τι έπρεπε ν’ ακούμε και πώς έπρεπε να ντυνόμαστε και να συμπεριφερόμαστε. Ο άνθρωπος έχει κόψει την αλυσίδα. Μαζέψτε τον πριν είναι αργά. Εγώ να πω σε κάποιον πώς να ντυθεί ή να συμπεριφερθεί;
Κάποτε, βεβαίως, ένας γνωστός με ρώτησε… «Φώντα ακούω rock nroll. Nα βιάσω ή να σκοτώσω;». Και του είπα: πρόσεξε μην κάνεις καμμιά μαλακία, γιατί τώρα που πέθανε ο Νικολαΐδης ο μόνος που θα σε κάνει ήρωα θα είναι ο λευκοθόρυβος στο επόμενο διήγημά του. Ο άνθρωπος απελπίστηκε μετά από την απάντησή μου, αποφάσισε να κόψει μια για πάντα το rock nroll κι εξαφανίστηκε στο Κατμαντού. Τώρα είναι μοναχός σ’ ένα ινδουιστικό μοναστήρι. Έσωσα μια ψυχή…

Να πω λοιπόν πως τα 80s ήταν η καλύτερη εποχή για μένα και την παρέα μου. Χέστηκα για τη γενιά μου. Εκείνα τα χρόνια διανύσαμε την καλύτερη δεκαετία της ζωής μας από τα 15 έως τα 25. Δεν ξέρω ποιοι υπέφεραν και γιατί, αλλά εγώ δεν υπέφερα καθόλου! Ήμουν μαθητής-φοιτητής, σπούδαζα, δούλευα, είχα κάποια φράγκα, αγόραζα δίσκους, ταξίδευα, διάβαζα, έβλεπα ταινίες, γκομένιζα, έπινα, κάπνιζα, ξενυχτούσα έκανα ό,τι κάνει ένας άνθρωπος σ’ αυτή την ηλικία. Τώρα, αν κάποιοι είχαν κατεβάσει μαύρες πλερέζες, ένοιωθαν στριμωγμένοι, κυνηγημένοι, επικηρυγμένοι, φυλακισμένοι και απελπισμένοι και την εύρισκαν μόνο με Yell-O-Yell και άλλους τινές πεθαμενατζήδες με γεια τους με χαρά τους. Έχουν τη συμπάθειά μου (δεν ειρωνεύομαι). Πέρασα πάντως κι εγώ ένα μικρό διάστημα, ένα καλοκαίρι, ως «κιουράς», αλλά όταν άκουσα κάτι πρώιμα αυστραλέζικα γκαράζ το ’84 (Lime Spiders και τέτοια) έβγαλα τα μαύρα πουκάμισα και δεν τα ξανακούμπωσα ποτέ μέχρι το τελευταίο πάνω-πάνω κουμπί. Γλίτωσα έτσι και την καζούρα των φίλων μου, που με αποκαλούσαν «προτομή».

Να πληροφορήσω επίσης τον λευκοθόρυβο (και όποιους άλλους που δεν γνωρίζουν) πως στα μουσικά περιοδικά της εποχής οι κριτικές δεν ήταν… συνήθως απαξιωτικές για τα γκρουπ των 80s. Υπήρχαν κριτικές διθυραμβικές, όπως του συνεργάτη στο Jazz & Τζαζ (και τότε γραφιά στη Μουσική) Κωνσταντίνου Ζαχόπουλου για τους Anti Troppau Council, η πολύ θετική κριτική του Πασχάλη Πλησή για τους Χωρίς Περιδέραιο και τη συλλογή “Outsiders”, οι υπερθετικές κριτικές του Χρήστου Χατζή για τα 45άρια των Villa 21, Metro Decay και Reporters στην Creep, ακόμη και για τους Rehearsed Dreams είχαν γραφεί καλά λόγια! Μάλλον τα ξέχασε στην αποθήκη τα περιοδικά ο λευκοθόρυβος και του τα ροκανίσανε τα ποντίκια. Ας πάει στο Μοναστηράκι να τα αναζητήσει. Να του πω και τα νούμερα των τευχών άμα λάχει, ώστε να μην παιδευτεί, για να δει ότι ο Φώντας είναι καλό παιδί κατά βάθος και πονάει τους αναξιοπαθούντες.
Μπορεί να υπάρχουν κι άλλα θέματα προς απάντηση αλλά δεν… προκάνω.

Κι επειδή ετοιμάζομαι να πάω σε κηδεία (πέθανε ένας αγαπημένος συγκάτοικος στην πολυκατοικία, 52 χρονών άνθρωπος – μάγκες μου να προσέχουμε την υγεία μας) ένα… dark wave με τον Στελάρα για την περίσταση. Αδέλφια μου πεθαμενατζήδες εσείς μόνο το δικό μου νοιώθετε τον πόνο…

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

HIDDEN ORCHESTRA αρχιπέλαγος

Δεν είναι μεγάλη η ιστορία της σκωτσέζικης Hidden Orchestra. Παρά ταύτα το τετραμελές, βασικά, σχήμα έχει κάνει αισθητή την παρουσία του την τελευταία τριετία· από το 2010 και μετά δηλαδή, όταν κυκλοφόρησε το παρθενικό άλμπουμ του “Night Walks” στην Tru Thoughts.
Στο παρόν (και δεύτερο) Archipelago [Tru Thoughts, 2012] οι Joe Acheson μπάσο, ηλεκτρονικά, Tim Lane ντραμς, κρουστά, ηλεκτρονικά, Jamie Graham ντραμς, κρουστά, ηλεκτρονικά και Poppy Ackroyd βιολί, πιάνο συνεχίζουν στο ίδιο… θεραπευτικό μοτίβο προβάλλοντας δέκα νέες συνθέσεις οι οποίες συνδυάζουν όχι ακριβώς ετερόκλητα στοιχεία, αλλά εν πάση περιπτώσει… ετερόκλητα. Εννοώ πως αυτό που ακούμε στηρίζεται στις μουσικές και τα διδάγματα του Brian Eno, ή μάλλον σ’ έναν συνδυασμό της περιβαλλοντικής τεχνοτροπίας του Βρετανού με τον ήχο της αμερικανικής Hearts of Space (Steve Roach, Robert Rich, Mychael Danna…)· ένα ανακάτεμα δηλαδή electronic, classical rock, world και new age στοιχείων, τα οποία επεκτείνονται ενίοτε προς trip-hop περιοχές. Άρα λοιπόν τα στοιχεία είναι «ετερόκλητα» από τη μια μεριά, αλλά από την άλλη δεν είναι επειδή το συνολικό ηχητικό concept έχει μία ιστορική διαδρομή, που δεν πρέπει να αγνοηθεί (ήτοι είναι οικείο στ’ αυτιά μας). Έχω την αίσθηση (δηλαδή τη βεβαιότητα), χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τις μουσικές της Hidden Orchestra (απεναντίας, το άλμπουμ είναι ευχάριστο και ρέει με άνεση), πως αυτός ο ήχος βρισκόταν στο φόρτε του πριν 10-15 χρόνια. Σαν να… άργησαν δηλαδή οι Σκωτσέζοι· κάτι που μπορεί να αποβαίνει εις βάρος μιας εμπορικότερης απήχησης των μουσικών τους, αλλά, από την άλλη, τους παρέχει το δικαίωμα να είναι αυτοί που είναι πέραν από μόδες και εφήμερες ανάγκες.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

τα άκουσα προσφάτως...

Spectralfire είναι το alter ego του Λάμπη Κουντουρόγιαννη (κιθάρα, φωνή στους Modrec να υπενθυμίσω). Αν και στη σκηνή από το 2006 μ’ αυτό το όνομα, ο Κουντουρόγιαννης μόλις τώρα επιχειρεί μία προσωπική έξοδο μέσω του φερώνυμου 53λεπτου CD του (2012) στην αθηναϊκή Restless Wind. Το άλμπουμ, ως άκουσμα, δεν έχει σχέση με τους punky Modrec. Είναι πιο χαμηλών τόνων, πιο βατό, πιο ατμοσφαιρικό (μάλλον χωρίς το «πιο»). Είναι ένα άλλο πράγμα εν πάση περιπτώσει.
Ο Spectralife γράφει ενδιαφέροντα και κάπως ιδιόρρυθμα τραγούδια, τα οποία θα μπορούσε να αφορούν σε μιαν experimental pop. Είναι κάπως… αβαντ-γκαρντίστικα δηλαδή. Εμφανίζουν εδώ κι εκεί κάποια ελαφρά θορυβοποιά ή minimal στοιχεία, τα οποία επιτείνονται μέσω μιας… παραγωγικής λιτότητας (ο ίδιος και ο Ορέστης Φαληρέας). Ορισμένα δε έχουν και υπερβολικές διάρκειες. Το “Bulletproof beliefs” ξεπερνά φερ’ ειπείν τα επτά λεπτά, ενώ το “Protagonist” τα εννέα· αυτό το τελευταίο είναι κι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τού άλμπουμ. Ένα mid-tempo τραγούδι, με εκτεταμένα οργανικά και «ανοιχτά» μελωδικά μέρη, που θα μπορούσε να χαρακτηρίζει απ’ άκρη σε άκρη ολάκερο το CD (μπορεί ν’ ακούγεται… minimal, αλλά είναι λεπτολογημένο). Παρότι τα τραγούδια του Κουντουρόγιαννη δεν είναι εύκολα στο αυτί ή μάλλον στο… στόμα (δεν έχουν τα μελωδικά αγκίστρια, ώστε να καρφωθούν και να μείνουν) –και δεν αναφέρομαι στα 7λεπτα και 9λεπτα, αλλά στα 2λεπτα και 3λεπτα– έχουν κάτι εντός τους δια του οποίου ταξιδεύεις. Να, ας πούμε, το “Trust in time”, που είναι άψογα ενοργανωμένο (με ωραία 80s ηχοχρώματα στα πλήκτρα)· μία (άλλη μία δηλαδή) ξεχωριστή στιγμή.
Επαφή: www.restlesswind.com
Για τους Coral Caves έχω ξαναγράψει. Πρόκειται για ένα σχήμα από το Leeds, που οδηγεί ο Χρήστος Παππάς (τραγουδά και παίζει κιθάρες). Άλλα μέλη των Coral Caves είναι οι Matt Johnson τενόρο σαξόφωνο, Dan Hudson ντραμς και Oliver Tsakonas μπάσο. Το πρώτο άλμπουμ τους είχε τίτλο “Labyrinth’s Path” [Private Pressing, 2010] και άγγιζε κάπως folk περιοχές, διαμορφωμένες μέσα από μία περισσότερο rock αντίληψη. Ένα είδος progressive-folk; Ίσως. Τώρα, στο παρόν 13λεπτης διάρκειας 3-tracks EP που έχει τίτλο Sometimes Shine[CPS, 2011] και το οποίον είναι προάγγελος ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ, τους ακούω πιο κοντά στο rock – ένα rock που δανείζεται εξ ίσου θα έλεγα από τα 70s και τα 80s προκειμένου να περιγράψει το ερωτικό (με κάποια δόση απελπισίας) ενδεχόμενο. Τρία τραγούδια λοιπόν, καλοπαιγμένα με καλά/ ωραία φωνητικά και καθαρή/ λαμπερή παραγωγή, που θα μπορούσε να ενδιαφέρουν και όσους αρέσκονται στα κλασικά Pink Floyd-ικά έπη, αλλά και σε περισσότερο προσγειωμένες (από πλευράς όγκου) eighties καταστάσεις (τύπου Joy Division, The Cure και τα λοιπά). Αναμένουμε το long play, προκειμένου να πούμε περισσότερα.
Τα συγκροτήματα δεν συντηρούν μόνο την εγχώρια δισκοαγορά, με τις μικροποσότητες και τις ωραίες, από εικαστικής πλευράς, εκδόσεις, την εφοδιάζουν κιόλας (την αγορά) από καιρού εις καιρόν με ενδιαφέροντα άλμπουμ. Στο Muzga [Inner Ear, 2012] των Sancho 003 αναφέρομαι, ένα ντούο κατά βάση αποτελούμενο εκ των Φώτη Σιώτα βιολί, βιόλα, φωνές, αναλογικά σύνθια και Κώστα Παντέλη κιθάρες. Οι μουσικοί, γνωστοί από τις συνεργασίες τους με τους Θανάση Παπακωνσταντίνου, Σωκράτη Μάλαμα, Γιάννη Αγγελάκα κ.ά., αυτοσχεδιάζουν με γνώση, οριοθετώντας περιβάλλοντα επί των οποίων έχουν λόγο ύπαρξης από τη μια μεριά η μνήμη (μέσω της εισβολής των παραδοσιακών θραυσμάτων) και από την άλλη οι εκπεφρασμένες τάσεις τής jazz και rock-electronica. Η συνομιλία, μέσα από τις αντιθέσεις και τις ταυτίσεις, δεν είναι απλώς εποικοδομητική. Σε κομμάτια όπως το 13λεπτο “Teqeaut” ή το 14λεπτο “The cleaner” οι δύο μουσικοί, ξεπερνώντας τα όποια στυλιστικά/ αισθητικά αναχώματα, προβάλλουν έναν κώδικα επικοινωνίας ικανόν να τους οδηγήσει παρακάτω – σε μιαν απολύτως συναρπαστική πορεία. Η μεγάλη χρονική διάρκεια μπορεί να συμβάλλει στην ανάδειξη της επανάληψης σε οργανικό δεδομένο, αλλά, από την άλλη, είναι η απλή/ βασική ρυθμική ιδέα, όπως και τα εκάστοτε πλαίσια/ γεμίσματα, που τεντώνουν τη μουσική των Sancho 003 στα όρια μιας «προσωπικής» δημιουργίας.
Ο «Άνθρωπος Βόμβα» [Inner Ear, 2012] είναι το καινούριο LP του Μανώλη Αγγελάκη. Ένα χρόνο μετά το «Τι Κάνουν οι Σκιές τη Νύχτα;» (κι αυτό για την πατρινή εταιρεία) ο Αγγελάκης ξανακάνει μια βουτιά στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, ανασύροντας από ’κει στίχους, μουσικές, τραγούδια. Με λόγια δικά του και άλλων (ανάμεσα και ποιήματα των Καβάφη, Λειβαδίτη, Σουρή κι ενός νέου ποιητή από την Πάτρα, του Τηλέμαχου Τσαρδάκα), και με ήχο ηλεκτρικό (με στοιχεία desert rock, blues, americana, «παρεκτροπών»…) ο Αγγελάκης απαγγέλει περισσότερο και λιγότερο τραγουδά, στοχεύοντας κυρίως στην καταγραφή μιας κατάστασης, μιας ατμόσφαιρας. Μιας ατμόσφαιρας σκληρής, άνυδρης, φοβικής σχεδόν, μέσα από την οποία δύσκολα «σηκώνεις κεφάλι» (για δίσκο πρόκειται, ok, δεν το ξεχνάμε αυτό).
Η αλήθεια είναι –για να μεταφερθούμε στο ρεαλιστικό, καθημερινό επίπεδο– πως τα πράγματα για πολλούς από εμάς είναι άσχημα, για κάποιους δε απεδείχθησαν ακόμη και ανεπανόρθωτα... Κανέναν δεν μπορούμε να ψέξουμε, όταν περιγράφει μια πραγματικότητα (όσο σκληρή κι αν είναι), όταν ονοματίζει το σκοτάδι, την απελπισία, την πλάνη. Έχω όμως την εντύπωση πως, κάποιες φορές, η μουσική, από μόνη της, μπορεί να πει (να υποδηλώσει) ακόμη περισσότερα. Δεν έχει δηλαδή, εκ των προτέρων, την ανάγκη τού λόγου, προκειμένου να δείξει την «αθέατη πλευρά» των πραγμάτων. Ο Αγγελάκης μπορεί να τα καταφέρει δηλαδή και… άνευ λόγου· το λέω κρίνοντας από τα instros «Τα δάκρυα που χύνω» και «Το τελευταίο τρένο». Πιθανώς και o ίδιος να το δοκιμάσει στο μέλλον…
Επαφή: www.inner-ear.gr