Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ δύο «άγνωστα» EP

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το ελληνικό τραγούδι όδευε προς μια διελκυστίνδα ανάμεσα στον «χατζιδακικό» και τον «θεοδωρακικό» τρόπο – αν και μέχρι το ’61 υπερτερούσε ποσοτικά ο «χατζιδακικός», καθότι η… ελαφρότης έδινε κι έπαιρνε μεταξύ των «συμμετοχών» που ακούγονταν στα τρία Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. (1959-1961) και ακολούθως στη συνέχειά τους, στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης. Παρότι ο Χατζιδάκις συμμετείχε με συνθέσεις του, κατακτώντας απανωτά βραβεία, και στα τρία εκείνα φεστιβάλ (στο τρίτο συμμετείχε και ο… ελαφρύς Θεοδωράκης, ο οποίος θα βραβευόταν, κι εκείνος, για την «Απαγωγή» του), φρόντιζε ταυτοχρόνως να διαχωρίζει τη θέση του (ο Χατζιδάκις) από το ελαφρύ στυλ, ηχογραφώντας και πιο προσωπικά έργα (τα οποία ερμήνευε συνήθως, για να μην πω πάντα, ο Γιώργος Μούτσιος). Η αλλαγή που θα επιφέρει ο Θεοδωράκης το 1958 με τους κύκλους λαϊκών τραγουδιών (διάβαζε «Επιτάφιος») «κατεβάζοντας» την ποίηση στο πλατύ κοινό –αν και δύο χρόνια αργότερα, το 1960, με την ερμηνεία του Μπιθικώτση και το μπουζούκι του Χιώτη, το έργο θ’ αποκτήσει την μορφή που θα καθορίσει ό,τι ονομάστηκε αργότερα «έντεχνο τραγούδι»–, δεν άφησε ασυγκίνητο κι έναν νέο συνθέτη από την Κρήτη (ήταν 32 ετών), τον Νίκο Μαμαγκάκη, ο οποίος αρχίζει να ηχογραφεί εκεί γύρω στο ’61 διαφόρους δίσκους 45 στροφών (με δύο ή τέσσερα τραγούδια), μελοποιώντας, άλλοτε περισσότερο «θεοδωρακικά» και άλλοτε περισσότερο «χατζιδακικά», ποικίλα ελληνικά ποιήματα (ποιήματα των Κωστή Παλαμά, Κώστα Καρυωτάκη, Μαρίας Πολυδούρη, Γιώργου Θέμελη, Τεύκρου Ανθία κ.ά.). Τα τραγούδια που προέκυπταν απέδιδαν γνωστοί ερμηνευτές της εποχής, όπως ο Γιάννης Βογιατζής («Ο Μιχαλιός» του Κ. Καρυωτάκη), ή η Λένα Παμέλα («Ω! χαμηλώστε αυτό το φως» της Μ. Πολυδούρη).
Δύο δίσκοι 45 στροφών, EP (με τέσσερα τραγούδια δηλαδή), που κυκλοφόρησαν το 1961 (μάλλον) είναι πολύ χαρακτηριστικοί του πρώιμου ύφους του Νίκου Μαμαγκάκη. Στον πρώτο, που έχει τίτλο… Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΝΑΡΙΔΗΣ σε 4 λαϊκά τραγούδια του ΝΙΚΟΥ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗ [Fidelity 8038] ακούγονται τα «Αλαργινό καράβι (Κ. Καρυωτάκης), Δώδεκα χτύπησαν οι δείχτες (Γ. Θέμελης)/ Είναι μια πέτρα στην καρδιά (Γ. Θέμελης), Όταν μεθώ (Γ. Θέμελης)», ενώ στον δεύτερο που τιτλοφορείται… ΝΙΚΟΥ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗ 4 ελληνικά τραγούδια με την ΓΙΟΒΑΝΝΑ [Fidelity 8915] περιλαμβάνονται «Ο τάφος (Κ. Παλαμάς) και το «Θαλασσάκι» (Ν. Μαμαγκάκης) στην πρώτη πλευρά, και τα «Ω! μη με βλέπετε που κλαίω» (Μ. Πολυδούρη) και «Μαντινάδες» (Ν. Μαμαγκάκης) στη δεύτερη.
Ακόμη και από τους τίτλους των EP είναι ολοφάνερη μια βασική διαφορά, αφού τα πρώτα κομμάτια περιγράφονται ως «λαϊκά» (αν και, προσωπικώς, θα τα χαρακτήριζα περισσότερο… ελαφρολαϊκά), ενώ τα δεύτερα ως απλώς «ελληνικά». Μία από τις καλές φωνές της εποχής, ο Μανώλης Καναρίδης (που είχε ήδη τραγουδήσει το «Όταν θα λάβης αυτό το γράμμα» των Ζαμπέτα-Μητσάκη) θα ανελάμβανε να μεταφέρει κάτι από την «θεοδωρακική» αύρα στα τέσσερα εκείνα κομμάτια, παρότι οι ενορχηστρώσεις του Μαμαγκάκη, αλλά και η φωνή του Καναρίδη ακουμπούσαν και στο ελαφρύ στυλ. Αντιθέτως, πιο σαφή ήταν τα πράγματα στα τέσσερα τραγούδια με την Γιοβάννα, αφού τόσο το ηχόχρωμα όσο και η έκταση της συγκεκριμένης φωνής έδιναν άλλη κατεύθυνση. Και οι μελοποιήσεις του Μαμαγκάκη, δηλαδή, ήταν πιο επιτυχείς. Το «Ω! μη με βλέπετε που κλαίω» για παράδειγμα ήταν, και είναι, ένα πράγματι ωραίο τραγούδι.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ 1929-2013

Το… σχολείο του «Ερωτόκριτου»
Εγώ ξεκίνησα από αυτό το πολύ μεγάλο σχολείο του «Ερωτόκριτου»… Και είχα την τύχη να σκύψω νωρίς σε αυτό το κείμενο… Τον οποίο παραδοσιακό «Ερωτόκριτο» τον έλεγαν και οι λαϊκοί μουσικοί και οι απλοί άνθρωποι. Έντεχνου μουσικού-συνθέτη δημιουργία πάνω στον «Ερωτόκριτο» είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει. Η υποτυπώδης επαναλαμβανόμενη ρυθμική μελωδία των λυράρηδων είναι αποτέλεσμα της αέναης επανάληψης του 15σύλλαβου. Έχουν παρεισφρήσει βέβαια και πολλά ξένα ως προς την κρητική παράδοση μουσικά στοιχεία, όπως σε όλες τις περιπτώσεις συμβαίνει στα μεγάλα έπη. Ο «Ερωτόκριτος» είναι κατά τον Κωστή Παλαμά, αλλά και για μένα, το «μέγα των Ελλήνων ποίημα» και λέει ο ποιητής ότι «είναι ντροπή στο έθνος που δεν έχει καταλάβει ύστερα από τέσσερις αιώνες ότι ο εθνικός των Ελλήνων ποιητής είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος». Ο «Ερωτόκριτος» δεν είναι ένα κρητικό ποίημα, όπως λάθος θεωρείται. Είναι απλώς γραμμένο από έναν Κρητικό στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα. Είναι όμως πανελλήνιο ποίημα, επειδή αναφέρεται στον βασιλιά της Αθήνας Ηράκλη, και το σημαντικότερο συμβάν δεν είναι μόνο ο έρωτας της Αρετούσας με τον Ερωτόκριτο, αλλά και η περίφημη «κιόστρα» (γιορτή) όπου στην Αθήνα γίνεται η περίφημη σύναξη όλων των βασιλιάδων της Ελλάδας. Τελικά, η μόνη σχέση που έχει με την Κρήτη, είναι ότι μετέχει και ένας Κρητικός μονομάχος.
Εγώ μελοποιώ τον «Ερωτόκριτο» πάνω από μισό αιώνα. Στο σχολειό του έμαθα τι θα πει «προσωδία» και πώς πρέπει κανείς να μελοποιεί. Και επειδή είχα και μια σχετική ιδέα πάνω σε λογοτεχνία και σε ποίηση, προσπάθησα να είμαι τουλάχιστον ακριβής όσον αφορά στη συνοχή των κειμένων μεταξύ τους. Επομένως, θεωρώ ότι ωφελήθηκα μεν από τη λαϊκή σοφία, αλλά όπου υπήρχε περίπτωση να επέμβω, επενέβην… Γιατί, ναι μεν μπορεί να εκστασιάζεσαι μπρος στη λαϊκή παράδοση, αλλά πρέπει να έχεις και μια κάποια κριτική στάση απέναντι σ’ αυτά τα πράγματα. Και πιστεύω εντέλει ότι μελοποίησα σωστά τον «Ερωτόκριτο»… Εγώ, έκανα αυτό το πράγμα με έναν τρόπο που δεν χωρούσε καμιά άλλη συζήτηση. Και δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο εκτός από αυτό. Το θεωρούσα ένα είδος αυτονόητης εξέλιξης, και αυτονόητης πράξης από μένα. Όπως και το να μελοποιήσω την «Ερωφίλη». Η οποία είναι από τα κείμενα του μεγάλου Ρεθύμνιου ποιητή Γεωργίου Χορτάτζη, που ίσως για μένα να είναι ένας από τους μεγαλύτερους των αιώνων. Ο οποίος, να σκεφτείς, ότι το 1608 γράφει την «Ερωφίλη», πριν από τετρακόσια χρόνια δηλαδή! Και τη γράφει με τη γλώσσα που μιλάμε σήμερα! Η ουσία είναι ίδια! «Την πόρτα της παράδεισος μου άνοιξες και από εκείνη στην κόλαση με πέρασες». Μια τέτοια ροή του λόγου, πριν από τετρακόσια χρόνια; Μίλαγαν έτσι; Αυτό και μόνο το ντοκουμέντο σε κάνει να σκέφτεσαι ότι αυτός ο λαός ίσως έχει μια ενότητα. Γιατί, αν πριν από τετρακόσια χρόνια ήταν όπως είναι σήμερα, μάλλον και πριν από οχτακόσια χρόνια το ίδιο θα ήταν! Και τετρακόσια χρόνια μετά από σήμερα, πάλι αυτή η γλώσσα θα έχει μια γλυκύτητα, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Αυτό λοιπόν δεν μπορεί να σ’ το αλλάξει καμιά τεχνολογία, κανένας εξωγενής παράγοντας. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε, να σκεφτούμε γιατί εκστασιαζόμαστε ακούγοντας αυτούς τους μαγικούς ήχους. Του κυρίου Γεωργίου Χορτάτζη… Γιατί εκστασιάζονται ακούγοντας έναν φοβερό εκκλησιαστικό ύμνο; Κι ένα λαϊκό τραγούδι; Πάει να πει λοιπόν, ότι αυτά είναι συνυφασμένα με την ανθρώπινη ύπαρξη και διαχρονικά. Και αυτά τα διαχρονικά δημιουργήματα είναι που γεμίζουν πάντα τους ανθρώπους, γιατί χωρίς αυτά δεν υπάρχει ζωή. Και μετά από τόσα χρόνια γεννήθηκαν ξανά πολύ μεγάλοι ποιητές! Εγώ πιστεύω ότι η «Εαρινή Συμφωνία» του Ρίτσου είναι το ίδιο μεγάλο ποίημα σαν αυτά του Χορτάτζη…
Προσπαθεί να καλλιεργηθεί η άποψη ότι σιγά-σιγά θα σταματήσουν αυτά, διότι η Τέχνη θα σταματήσει και άλλα τινά, όμως Τέχνη είναι η ίδια η ζωή. Σκέψου ότι όχι μόνο συνυφασμένη, όχι μόνο σύμφυτη, αλλά άρρηκτα δεμένη με τη ζωή μας είναι η Τέχνη. Και ποιος λοιπόν μπορεί να την σταματήσει; Βγήκαν κάτι εστέτ κάποιες φορές και είπαν: «Τέλος. Η Τέχνη έχει πεθάνει!». Μα ποιος έχει πεθάνει; Και τι γίνεται όταν η ψυχή σου βρίσκεται στα ερέβη; Αυτό που μπορεί να σε σώσει είναι μόνο η Τέχνη… «Τότε είπα τραγούδι» λέει ο Μακρυγιάννης, «που μας λύτρωσε όλους». Αμέσως λοιπόν βλέπεις την επενέργεια που είχε και τότε το τραγούδι σε αυτούς τους ανθρώπους. Όπως θα την έχει πάντοτε…
«Τι είν’ ένας στίχος, μάτια μου; Μιας αναπνιάς η άχνα. Μα μπορεί να ’ναι φωτιά που καίει της γης τα σπλάχνα…» (Παντελής Πρεβελάκης).
«…βοηθάει και το τραγούδι, θα το δεις…» (λέει ο Γιάννης Ρίτσος).
Απόσπασμα από το βιβλίο του Πάνου Χρυσοστόμου Νίκος Μαμαγκάκης Μουσική ακούω, ζωή καταλαβαίνω, Βιογραφία [Άγκυρα, Αθήνα 2006]

Ο Νίκος Μαμαγκάκης στο Δισκορυχείον
… και αυτό, επειδή η συγκεκριμένη «διάσταση» λησμονείται…

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ & B-MOVIES λυρισμός, αλλά με ανοιχτά μάτια

Τι προηγείται του τραγουδιού; Ο στίχος ή η μουσική; Ο Παύλος Παυλίδης εδώ και μια δεκαετία περίπου έχει αποφασίσει (για τον εαυτό του). Χωρίς δικό του στιχουργικό υλικό δεν κουνιέται ρούπι. Όλη η προσπάθειά του συμπυκνώνεται στο πώς θα πει εκείνα που θέλει να πει, με ποιον τρόπο θα γράψει εκείνα που θέλει να γράψει, πώς ακριβώς θα τα διατυπώσει. Πώς θα μετρήσει το βάρος των λέξεων, ώστε εκείνο που θα προκύψει να μπορεί να σταθεί αρχικώς με μιαν αυτονομία και εν συνεχεία με τη βοήθεια της μουσικής. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις των στίχων του δεν είναι πάντοτε «σαφείς». Κάποιες φορές επιχειρεί μόνος του να μελοποιήσει τα στιχάκια του, αλλά τις περισσότερες –στα δέκα από τα δεκαπέντε κομμάτια του νέου άλμπουμ του «Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί» [Inner Ear, 2013]– μόνο μαζί με τους συνεργάτες του (τους B-Movies και τους καλεσμένους) θα τις ολοκληρώσει.
Ο Παυλίδης πλέει, όπως έχω γράψει και παλαιότερα, σ’ έναν ωκεανό «συμβόλων». Οι στίχοι του προβάλλουν μια μελαγχολία, ακόμη και όταν αναφέρονται σε ό,τι φωτεινότερο (στον έρωτα π.χ.), επηρεασμένοι από το νεο-ρομαντικό κλίμα των (ελλήνων) ποιητών του Μεσοπολέμου. Δείγμα: «Μπήκε ο ήλιος στη ψυχή μου πριν προλάβω/ όσα μου έλεγε η βροχή να καταλάβω/ για ένα δρόμο, που επιτέλους έπρεπε να βρω./ Έφυγε όπως ήρθε ξαφνικά η μπόρα/ έξω ο ήλιος περιμένει από ώρα/ παίζει και το φως στον τοίχο τρέμει σαν νερό». Αυτή η επιμονή στη διατύπωση, δεν δηλώνει οπωσδήποτε αδιαφορία για τη μουσική (ο Παυλίδης είναι τραγουδοποιός εξάλλου, δεν είναι ποιητής – δεν είναι πρωτίστως και κυρίως ποιητής). Απλώς προδιαγράφει, τις περισσότερες φορές, και κατά έναν τρόπο, τα ηχητικά του «περιβάλλοντα». Ηλεκτρική μουσική, που αναπτύσσεται σε χαμηλούς τόνους, με ωραία χρήση εγχόρδων (βιόλα-βιολί), πνευστών (κλαρινέτο, τρομπέτα, φλάουτο), γυναικείων φωνητικών, αλλά και ηλεκτρονικών (μέχρι και ήχους από κάτι σαν mellotron πήρε τ’ αυτί μου σ’ ένα κομμάτι), η οποία (μουσική) αξιοποιεί πλήρως το λεκτικό του οπλοστάσιο. Μια σειρά από χαμηλά tempi ανασύρονται λοιπόν, και τα οποία (tempi) σπανίως ξεφεύγουν προς κάτι εντονότερο, βαρύτερο… rock-ικό να το πω· όποτε, όμως, συμβαίνει κάτι τέτοιο (κανα-δυο φορές προς το τέλος, στο «Θα ’ρθει μια μέρα» ας πούμε ή στο «Τόσο κοντά») τα αποτελέσματα είναι το ίδιο αξιοπρόσεκτα.
Και το εξής. Δεν ξέρω πόσους τραγουδοποιούς απασχολεί, σήμερα, στιχουργικώς η έννοια… Ελλάδα. Υποθέτω πως οι περισσότεροι θα σκέπτονται την… Ελλάδα της κρίσης, και θα γράφουν γι’ αυτήν αναλόγως. Πιθανώς ορισμένοι να βρίζουν, να σιχτιρίζουν, να καταφέρονται επί δικαίων ή αδίκων. Άλλοι, πάλι, μπορεί να καταπιάνονται με τα ίδια θέματα, μέσω άλλων, ευγενέστερων διατυπώσεων. Δεν κρίνω αυτή τη στιγμή… υποθέτω, και ίσως να πέφτω έξω. Τον Παυλίδη, πάντως, τον απασχολεί μιαν άλλη Ελλάδα. Είναι η Ελλάδα του μύθου, της ιστορίας, του φωτός, της ομορφιάς του φυσικού τοπίου... Η προσέγγισή του αν και είναι λυρική, και βεβαίως βαθιά συναισθηματική, δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ο Παυλίδης δεν είναι ο… Ιωάννης Πολέμης του 1900. Δεν είναι όμως και ο άνθρωπος που θα προβάλλει την λαϊκιστική καταγγελία ή τον τεχνοκρατικό κυνισμό, ως συστατικά στοιχεία της «λύσης» του νέου εγχώριου δράματος. Το λέει καθαρά στις δύο τελευταίες στροφές της δικής του «Ελλάδας»: «(…)Κατά τη δόξα όπως τραβά/ παραπατάει πληγωμένη/ δεν ανασταίνεται ποτέ/ γιατί ποτέ της δεν πεθαίνει. Ορίζοντες και ουρανοί/ κι αυτή η απόκοσμη λιακάδα/ μι’ άγνωστη χώρα/ μυθική/ κι αυτό που όλοι λέμε Ελλάδα»
Επαφή: www.inner-ear.gr

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ δύο άγνωστα άλμπουμ του ’80

Ο Σωτήρης Ρεμπάπης είναι ένας συνθέτης-μουσικός, που δραστηριοποιήθηκε, βασικά, στη δεκαετία του ’80 (αν υποθέσουμε πως «δραστηριοποίηση» σημαίνει και «δισκογραφία»). Θυμόμουν το όνομά του από τότε –πρέπει να είχα διαβάσει κάτι σχετικό σε περιοδικό της εποχής– όπως μου είχε μείνει στο μυαλό και ο τίτλος ενός από τους δίσκου του, το όνομα «Νταηλιάνα». Πριν λίγο καιρό έφθασαν στα χέρια μου, μέσω του Δημήτρη Βασιλειάδη της B-Other Side Records (τον ευχαριστώ και από εδώ), δύο ανεξάρτητες κασέτες (manufactured by EMI Greece S.A.), κατά βάση οι δύο μοναδικές τυπωμένες δουλειές του Σωτήρη Ρεμπάπη. Η «Νταηλιάνα» από το 1984 και «Τα Παλληκάρια» από το 1986. Έβαλα στο deck ν’ ακούσω τις δύο κασέτες με πραγματική «αγωνία» (είμαι και fan των κασετών) και κυρίως με την υποψία –ναι– πως θα βρισκόμουν μπροστά σε κάτι διαφορετικό. Σ’ εκείνο το είδος του «εντέχνου» τραγουδιού, που συνομιλούσε (ακόμη τότε) με την ποίηση και με την ανάλογη υψηλή μουσική δημιουργία. Γιατί εκείνο που μου έκανε εντύπωση στις μελοποιήσεις του Ρεμπάπη –και ας το πω από την αρχή– είναι ο δωρικός τρόπος προσέγγισης του ποιητικού λόγου. Οι λέξεις μπροστά καθαρές και ευδιάκριτες και δίπλα τους τα όργανα (μπουζούκι, πιάνο, βιολί…), σ’ έναν βαρύ, επικό ρόλο.
Η «Νταηλιάνα» [Ανεξάρτητη Παραγωγή TC-SPR 274] ανοίγει με το «Αρχή Σοφίας…» του Κώστα Βάρναλη. Μελοποείται ένα μέρος του ποιήματος («Λίγη δροσιά, ουρανέ μου,/ και χάιδεμα τ’ ανέμου,/ κελάηδημα πουλιού,/ ξανάνιωμ’ Απριλιού! Ανάσ’, ανάσα λίγη!/ Χρόνια η θελιά μάς πνίγει.(…)») και αποδίδει ο στεντόρειος τραγουδιστής Πασχάλης Μωραϊτίδης (συνεργάτης εκείνη την εποχή και του Πάνου Τζαβέλλα). Βαρύ, αργό, ζεϊμπέκικο με το μπουζούκι αγέρωχο μπροστά, πηγαίνοντας παραλλήλως με την παλληκαρίσια ερμηνεία. Το «Τραγούδι της Αναπνοής» είναι ένα ποίημα της Ελένης Βακαλό. Η Βασιλική Βιρουράκη και ο Πασχάλης Μωραϊτίδης με τη συνοδεία πιάνου, αποδίδουν ένα κομμάτι, που μοιάζει να έρχεται απ’ αλλού (από το «προχωρημένο» πολιτικό τραγούδι των late 70s – Θάνος Μικρούτσικος και Μιχάλης Γρηγορίου βασικά). Η «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» του Κώστα Βάρναλη είναι ένα συγκλονιστικό, αγωνιστικό, ποίημα, το οποίον απογείωσε, ως γνωστόν, ο Νίκος Ξυλούρης στο «Σάλπισμα [EMI/ Columbia] του Λουκά Θάνου. Ακούστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1975, στη μελοποίηση της Μαίρης Δαλάκου (LP «Τα Σατυρικά» στην εταιρεία Sonora), για ν’ ακολουθήσει η μελοποίηση του Θάνου το 1978 (είναι το έτος έκδοσης του άλμπουμ – το λέω, γιατί, όπως διαβάζω στο innersleeve, η μελοποίηση συνέβη στο διάστημα 1969-1972). Έξι χρόνια αργότερα (1984) ο Σωτήρης Ρεμπάπης επιχειρεί μία τρίτη μελοποίηση του εν λόγω ποιήματος, την οποία και συμπεριλαμβάνει στην «Νταηλιάνα»· άγνωστη μεν, αλλά εξαιρετική. Ο Ρεμπάπης δεν είχε μόνον να αναμετρηθεί με τους στίχους του Βάρναλη, αλλά και με την προϋπάρχουσα σύνθεση του Θάνου, η οποία ήταν, είναι και θα είναι διαρκώς στ’ αυτιά μας. Παρά ταύτα κατόρθωσε να δώσει μία άλλη εκδοχή του ποιήματος, στηριγμένος φυσικά στην έμπνευσή του, αλλά και στη φωνή του Γιώργου Υδραίου (συνεργάτης τότε και του Θωμά Μπακαλάκου). Έχοντας ως βασικό όργανο το βιολί και δευτερευόντως το μπουζούκι, σ’ έναν πολύ ιδιαίτερο κάπως κιθαριστικό ρόλο, ο Ρεμπάπης επιχειρεί μία κάπως… ασθμαίνουσα μελοποίηση του ποιήματος, την οποίαν όσο πιο πολλές φορές ακούω τόσο σβήνεται από το μυαλό μου η μελοποίηση του Θάνου και η ερμηνεία του Ξυλούρη! Έχω την εντύπωση, δηλαδή, πως ο Ρεμπάπης έχει στοχεύσει διάνα όσον αφορά στην λαϊκά στοιχεία του ποιήματος, και βεβαίως στην ιδιότυπη γλώσσα του Βάρναλη. Είναι μια μελοποίηση που πρέπει ν’ ακουστεί από περισσότερους έστω και μετά από 30 χρόνια… Στο «Τραγούδι του Ποταμού» της Ελένης Βακαλό, ο Ρεμπάπης συνταιριάζει βυζαντινά και δημοτικά μελοποιητικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας ελάχιστη οργανική συνοδεία (πέραν του εισαγωγικού κιθαριστικού μπουζουκιού, ό,τι άλλο ακούγεται είναι… σφύριγμα με το στόμα), εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την άπλετη φωνή του Πασχάλη Μωραϊτίδη. Μοναδικό ακρόαμα! Σαν ν’ ακούς δημοτικό τραγουδιστή να τραγουδά σε διάσελο! Η πλευρά θα κλείσει με το ορχηστρικό «Μορφές Ι». Το μπουζούκι στον δικό του ιδιαίτερο ρόλο, πότε με στακάτο και πότε με συγχορδίες, όχι μακριά από μιαν αυτοσχεδιαστική λογική. Η σύντομες (μόλις ενάμισι λεπτό) «Μορφές ΙΙ» για σόλο πιάνο ανοίγουν την δεύτερη πλευρά, για ν’ ακολουθήσει η μελοποίηση του ποιήματος «Λεμονιά» της Ελένης Βακαλό, με ερμηνεύτρια την άγνωστη προς εμένα Δήμητρα Μιγδάνη. Η κάπως «δωματίου» εισαγωγή είναι ό,τι πρέπει για ένα folk κατά βάση κομμάτι, επί του οποίου κυριαρχούν τα έγχορδα και κάποια ιδιόφωνα κρουστά. Το «Άκου τη Μουσική του Λιόφυλλου» σε ποίηση Δημήτρη Κατσαγάνη είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του άλμπουμ. Εντυπωσιακός για ακόμη μία φορά ο Μωραϊτίδης, είναι ο «τέλειος» ερμηνευτής ενός εξαιρετικού ποιήματος με σαφείς «δημοτικές» αναφορές, τις οποίες και εξωτερικεύει πλήρως η μελοποίηση του Ρεμπάπη. Θ’ ακολουθήσει ένα ακόμη ιντερμέτζο («Μορφές ΙΙΙ»), με πρωταγωνιστές τα έγχορδα, για να ολοκληρωθεί το άλμπουμ με το «Η Μικρή Θεατρίνα στο Σινικό Τοίχος» της Ελένης Βακαλό, με τον Μωραϊτίδη σε ρόλο… ιεροψάλτη – ίσο οργανικό, καμπάνες, και στην πορεία «Kurt Weill-ική» διαχείριση.
Η «Νταηλιάνα» είναι ένα ξεχωριστό άλμπουμ της ελληνικής «έντεχνης» δισκογραφίας, κι ας είναι σχεδόν 30 χρόνια αγνοημένο.
Το επόμενο και τελευταίο(;) άλμπουμ του Σωτήρη Ρεμπάπη, «Τα Παλληκάρια» [Ανεξάρτητη Παραγωγή TC-SPR 369], κυκλοφόρησε το 1986, όπως έγραψα και στην αρχή. Και σ’ αυτό μελοποιούνται έλληνες, κυρίως, ποιητές (Ελένη Βακαλό, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Εγγονόπουλος, Γιώργος Σαραντάρης, Στέλιος Τσαγκάς, αλλά και Ναζίμ Χικμέτ), ενώ ερμηνεύει η Βασιλική Βιρουράκη (συμμετέχει σ’ ένα τραγούδι και ο Γιώργος Υδραίος). Διαφόρων ειδών ποιήματα, με τα «αγωνιστικά» (ας τα χαρακτηρίσω έτσι) να έχουν τη μερίδα του λέοντος, αλλά και με το «Είταν Μια Μέρα Γελαστή» του Γιώργου Σαραντάρη («Είταν μια μέρα γελαστή/ Που τη χορεύαν όλοι/(…) Είταν καιρός που άνοιγε η καρδιά/ Και μπαίναν τα λουλούδια(…)») να κερδίζει εξ αρχής τις εντυπώσεις. Η μελοποιητική «αγωνία» του συνθέτη να αποδοθούν με ακρίβεια τα ποιητικά νοήματα, οι προσεγμένες ενορχηστρώσεις, και βεβαίως η φωνή της Βιρουράκη (ξεκίνησε από κάποιο ροκ συγκρότημα το 1971 ονόματι Εντελβάις –όπως διάβασα στο δίκτυο–, αλλά στ’ αυτιά μου μεταφέρει κάτι από την ερμηνευτική αύρα της Μαρίας Φαραντούρη), άπαντα συντελούν στο ένα και μοναδικό ερώτημα…
Γιατί χάθηκε από τη δισκογραφία ο Σωτήρης Ρεμπάπης;

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

MONICA ZETTERLUND Monica Z

Εξ όσων έχω αντιληφθεί επιχειρώντας, μέσα στα χρόνια, να συνθέσω το δικό μου πορτρέτο για μία από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες της jazz που ανέδειξε ποτέ η Ευρώπη, την Σουηδή Monica Zetterlund (1937-2005), έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως η εντυπωσιακή αυτή γυναίκα θα πρέπει να απετέλεσε μία από τις μεγαλύτερες pop-icons της Σουηδίας στα χρόνια του ’60· ένα θεσπέσιο πλάσμα, που λάτρεψαν το ίδιο το μικρόφωνο και η κάμερα.
Προσωπικώς «γνώρισα» τη Monica Zetterlund μέσω του κινηματογράφου. Την είχα θαυμάσει στην ταινία Nattlek (1966) της Mai Zetterling, να πρωταγωνιστεί δίπλα στην Ingrid Thulin· ταινία που μετέδιδε και ξαναμετέδιδε, παλαιά, η κρατική τηλεόραση (την είχα πρωτοδεί στη δεκαετία του ’80, και για και τελευταία φορά τον Σεπτέμβριο του 2002). Έμαθα δε ότι τραγουδούσε επιπλέον, έχοντας ξεχωριστή και μεγάλη δισκογραφία, στις αρχές των nineties, όταν είχε πέσει στα χέρια μου το δεύτερο LP, για το οποίο θα κάνω λόγο πιο κάτω. Ψάχνοντας στην πορεία περισσότερο τα πράγματα, και μάλιστα σε μιαν εποχή όπου το internet ήταν ακόμη στα σπάργανα, έμαθα πως η Monica Zetterlund είχε ηχογραφήσει ένα άλμπουμ με τον μέγα πιανίστα της jazz Bill Evans (1929-1980), άλμπουμ που εθεωρείτο «πρώτης γραμμής» από τους σχετικούς κύκλους – αναφέρομαι φυσικά στο Waltz for Debby [SW. Philips 08222 PL, 1964]. Αν και οι original κόπιες του συγκεκριμένου LP ήταν και είναι ακριβές (κάποτε έφθασε να πουληθεί ακόμη και 1000 δολάρια, αλλά τώρα με καμμιά 300άρα το βουτάς) μπόρεσα κάποια στιγμή να εντοπίσω μια φθηνή βινυλιακή επανέκδοσή του από το 1973, επίσης στην σουηδική Philips [6378 508], που μ’ έκανε να τα χάσω. Τόσο συναρπαστικό ήταν. Αργότερα, φυσικά, το άλμπουμ κυκλοφόρησε και σε CD, ενώ ακούγεται και στις complete ηχογραφήσεις του Bill Evans στην Verve, που εκδόθηκαν κι αυτές το 1997 σε πακέτο.
Το “Waltz for Debby” είναι ένας πανέμορφος δίσκος. Κατ’ αρχάς είναι ένα από τα ελάχιστα άλμπουμ με τραγούδια που έχει κάνει ο Bill Evans (έχω την εντύπωση πως έχει κάνει μόνο άλλα δύο, με τον Tony Bennett), ενώ είναι ακόμη μία εντυπωσιακή μεταγραφή για trio (Chuck Israels μπάσο, Larry Bunker ντραμς) αγαπημένων jazz-standards, αλλά και σουηδικών παραδοσιακών τραγουδιών, τα οποία αποτελούν (αυτά τα σουηδικά) απόλυτα «αριστουργήματα»! Όχι πως η Zetterlund δεν ερμηνεύει υπέροχα το “Once upon a summertime” (Michel Legrand) και το “Lucky to be me” (Leonard Bernstein), είναι όμως άλλο πράγμα στα τρία σουηδικά τραγούδια (“Jag vet en dejlig rosa”, “Vindarna sucka”, “Om natten”), όπως και στη μοναδική σύνθεση του Bill EvansMonicas vals” (το γνωστό “Waltz for Debby” από το 1956), κομμάτι που διέπρεψε ως στάνταρντ όλα τα επόμενα χρόνια.
Εννοείται πως η Monica Zetterlund ηχογράφησε εκτενώς στα χρόνια του ’60 και του ’70, αφού συνεργάστηκε με την αφρόκρεμα των σουηδών jazzmen (Arne Domnérus, Rune Gustafsson, Bengt Hallberg, Jan Johansson κ.ά.), έπαιξε σε αρκετές ταινίες, κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές (ο imdb αναφέρει συνολικώς 26 τίτλους), υποστηρίζοντας ποικίλες καταστάσεις. Ερμήνευσε, ας πούμε, αγωνιστικά τραγούδια απ’ όλον τον κόσμο σ’ ένα άλμπουμ το “Folk Som Har Sånger Kan Inte Dö” [SW. YTF Grammofon-50300, 1976], κάτι που δεν ήταν παράξενο για τα σουηδικά… σοσιαλδημοκρατικά χρόνια του ’70. Μαζί με τον Thorstein Bergman απέδωσαν κοινωνικά θέματα του συμπατριώτη τους Joe Hill, των Χιλιανών Quilapayún, ανώνυμα ρωσικά, ισπανικά και ιταλικά (“Bandiera rossa”) και ακόμη τον «Καϋμό» των Μίκη Θεοδωράκη - Δημήτρη Χριστοδούλου, μεταγραμμένο στη σουηδική ως “Smärta” από τον γνωστό πεζογράφο και τότε (και τώρα) σουηδό πολίτη Θοδωρή Καλλιφατίδη…
Και κάτι ακόμη σημαντικό. Τον προσεχή Σπετέμβριο θα κάνει ντεμπούτο στη Σουηδία ένα φιλμ σχετικό με τη ζωή της Monica Zetterlund· πώς, δηλαδή, ένα κορίτσι μεταμορφώθηκε από απλή τηλεφωνήτρια σε μια τραγουδίστρια πρώτης κλάσης. Το φιλμ, το οποίο σκηνοθέτησε ο Per Fly (στην Ελλάδα προβλήθηκε πριν ένα-δυο χρόνια η ταινία του Η Γυναίκα που Ονειρεύτηκε Έναν Άνδρα) έχει τίτλο Monica Z, με την Edda Magnason να κρατά τον κεντρικό ρόλο. Είδα το trailer στο YouTube. Έπαθα. Η Magnason είναι ίδια η Zetterlund!

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΩΣΣΟΠΟΥΛΟΣ εις μνήμην

Με καθυστέρηση έμαθα για τον πρόωρο θάνατο (ήταν 54 ετών) του κιθαρίστα Σταύρου Ρωσσόπουλου· συνέβη πριν δέκα μέρες. Γνωστός ως… o κιθαρίστας των Ξύλινων Σπαθιών στην «Ξεσσαλονίκη» [Αno Κato, 1993], αλλά και από τις συνεργασίες του με τις Μάσκες [Ano Kato, 1995], τον Σούλη Λιάκο και τον Δημήτρη Ζερβουδάκη στο «Μέσα μου Βουνό» [e-terra music, 2003/4], τους Ερασιτέχνες Εραστές στις «Ανταύγειες» [Ano Kato, 2007] και άλλα διάφορα, ο Ρωσσόπουλος πρόλαβε να ετοιμάσει και δύο δικά του άλμπουμ, για τα οποία είχα γράψει γνώμες, παλαιά, στο Jazz & Tζαζ. Έψαξα στο αρχείο, βρήκα εκείνες τις κριτικές και σας τις παρουσιάζω, για να θυμηθούμε αυτόν τον καλλιτέχνη, αυτόν τον εξαιρετικό κιθαρίστα…
Σταύρος Ρωσσόπουλος: Kαι Οι Αβάφτυστοι Μικροί Πιτσιλωτοί Δρυοκολάπτες [Ano Kato AK 029, 1998; – δεν αναφέρεται χρονιά στο άλμπουμ]
Θα αναγκαστώ να πω πάλι πως οτιδήποτε προωθεί ένα βηματάκι μπροστά τα τελευταία χρόνια αυτή την υπόθεση που λέμε «ελληνικό ροκ», αυτό ακριβώς το οτιδήποτε μάς έρχεται εννέα στις δέκα φορές από συγκροτήματα και μουσικούς που δρουν εκτός των «τειχών». Ο λόγος για τον Θεσσαλονικιό (υποθέτω) Σταύρο Ρωσσόπουλο. Κατ’ αρχάς να πω τούτο. Οι «δρυοκολάπτες» μου θύμισαν πάρα πολύ δύο ένδοξα ελληνικά γκρουπ του παρελθόντος, τους Εν Πλω και τους Χωρίς Περιδέραιο· και μου τα θύμισαν με τέτοιο τρόπο, που και με ευχαρίστησε, αλλά κυρίως μ’ έκανε γι’ άλλη μια φορά να νοιώσω τι σημαίνει το να βλέπει κανείς με ανοιχτά μάτια εκείνο που λέμε «παράδοση», εκείνο που λέμε «απόλυτη σύγχρονη δημιουργία». Ο Ρωσσόπουλος είναι κιθαρίστας σκληροτράχηλος, αλλά όχι εφετζής. Είναι επίσης συνθέτης, συν-στιχουργός των τραγουδιών του (μαζί με τον Γιώργο Κοσμίδη) και κυρίως μουσικός με ιδέες και απόψεις. Για παράδειγμα τα κομμάτια «Από μικρό παιδί», «Τι είναι αυτό που πονάει» και «Έρημη Ελλάδα ξύπνα» έχω την εντύπωση, ή μάλλον τη βεβαιότητα, ότι δεν ακούγονται απλώς πρωτότυπα, αλλά κυρίως κοντά σε μιαν αντίληψη που επανατοποθετεί στιχουργικώς το rock στον τόπο μας σε ολοδικές του βάσεις. Τα νοήματα πολλές φορές είναι ξεκάθαρα, άλλοτε πάλι υπάρχει αυτός ο ελλειπτικός και μεταφορικός λόγος, που μπορεί να έχει τη βάση του στον Σαββόπουλο, θα θυμίσει όμως, σε όσους το έχουν ακούσει, το εξαιρετικό «Χορός για Μουσική» των Χωρίς Περιδέραιο από το 1985 (σ.σ. το 1998, όταν γραφόταν το παρόν κείμενο, οι Χωρίς Περιδέραιο δεν ήταν… πολύ γνωστή ποσότητα), εκεί όπου οι λέξεις «απλώνονται» πολλές φορές για να προκαλέσουν με τον ήχο τους, και όχι αναγκαστικώς με το νόημά τους. Ο Ρωσσόπουλος τα «χώνει» και στη μουσική. Στιβαρό rhythm section, δυνατές κιθάρες, καταιγιστικοί ρυθμοί, άψογη και με ηχητική οικονομία χρήση των keyboards, αυτοσχεδιαστική διάθεση και κυρίως μία εντελώς προσωπική χρήση παραδοσιακών ηχοχρωμάτων, που –όπως προείπα– από την εποχή των Εν Πλω είχα ν’ ακούσω σε rock ελληνικό δίσκο. Στους «δρυοκολάπτες» συμμετέχουν εκτός του Ρωσσόπουλου και οι Απόστολος Δεληγιάννης, Στέλιος Λέκκας και Νίκος Φουντουκίδης. Η παραγωγή είναι… βαριά και δυσκίνητη, αλλά κυρίως η πρέπουσα, ενώ, τέλος, θα ’λεγα πως λείπουν από το συνοδευτικό φυλλάδιο οι στίχοι.
Jazz & Τζαζ, #62, Μάιος 1998
Σταύρος Ρωσσόπουλος και οι αβά-φτυστοι μικροί πιτσιλωτοί δρυοκολάπτες: Τρέχα… [Ano Kato AK062, 2005 – κι ας μην αναφέρεται χρονιά στο άλμπουμ]
Το «Τρέχα…» δεν έχει την ορμή, τη δύναμη, τον ηχητικό τσαμπουκά του προηγούμενου άλμπουμ του Σταύρου Ρωσσόπουλου – σίγουρα ενός εκ των καλυτέρων ελληνορόκ δίσκων της δεκαετίας του ’90. Τούτο οφείλεται σε διαφόρους λόγους. Πρώτον, στη χρήση των keyboards, που εδώ ακούγονται συχνά εντελώς ξεκομμένα, ενίοτε δε και κακόηχα. Δεύτερον, στην εγγραφή κάποιων οργάνων, κυρίως των ντραμς, που μοιάζουν «ξερά» δίχως κανένα «βάθος» (αν ήταν θέληση της παραγωγής πάω πάσο). Τρίτον, στην ερμηνευτική τακτική (Πάνος Μουζουράκης, Βαγγέλης Νωτόπουλος), που τουλάχιστον σ’ εμένα ανακαλεί, όχι σπανίως, ένα μίγμα Σιδηρόπουλου/ Β. Παπακωνσταντίνου (μπορεί να είναι τυχαίο, αλλά η ουσία παραμένει). Από ’κει και κάτω μόνο καλά λόγια για τον Σταύρο Ρωσσόπουλο. Κιθαρίστας με ρώμη, στιχουργός που έχει πράγματα να πει, ροκ συνθέτης που απέχει παρασάγγας από την πεπατημένη. Αυτά είναι τα ουσιώδη. Τα υπόλοιπα διορθώνονται.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

MAY ROOSEVELT μουσική σε ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου

Το… αιώνιο ερώτημα (και όχι… παράπονο) παραμένει. Τι σχέση μπορεί να έχει η ποίηση (όταν δεν είναι μελοποιημένη) με τη μουσική; Τι σημαίνει, δηλαδή, απαγγελία ποίησης με συνοδεία μουσικής; Και κυρίως τι σημαίνει «μουσική σε ποίηση…», όταν η ποίηση παύει να υφίσταται; Πώς είναι δυνατόν ένα ποίημα, η απαγγελία του οποίου διαρκεί ολίγα δευτερόλεπτα, να επενδύεται με μουσικές τεσσάρων και πλέον λεπτών; Υπάρχουν, τέλος πάντων, κάποιοι κανόνες που να διατρέχουν μια τέτοια σχέση; Ποιες είναι οι δυνάμεις συνάφειας ανάμεσα στη μουσική και σε μια ποίηση που γράφεται ερήμην της μουσικής και των κανόνων της (ή της ανατροπής των κανόνων της); Για την επικοινωνία beat ποίησης και jazz π.χ. έχει χυθεί πολύ μελάνι – και όσον αφορά στην περίπτωση του Jack Kerouac, και άλλων ενδεχομένως, έχουν διατυπωθεί ικανοποιητικότατες προσεγγίσεις-απαντήσεις. Για πλείστες άλλες, όμως, περιπτώσεις απαγγελίας ποίησης και μουσικής τα ερωτήματα παραμένουν· και πάντα θα παραμένουν, και διαρκώς θα τίθενται σε νέα… διαβούλευση.
Είναι γνωστή σε όλους η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Είναι γνωστός ο λιτός, αφαιρετικός, σχεδόν επιγραμματικός χαρακτήρας της. Επίσης είναι γνωστή και η θεματολογία τoυ συγκεκριμένου ποιητή, ή ακόμη και το ειρωνικό-χλευαστικό ύφος του (όταν είναι τέτοιο). Γνωστή είναι επίσης η σχέση του Χριστιανόπουλου με τις λαϊκές μουσικές, και κυρίως η αγάπη και το πάθος του για την τραγουδοποιία του Τσιτσάνη· κάτι, εν πάση περιπτώσει, που θα πρέπει να το έχουμε διαρκώς υπ’ όψιν μας. Ο Τσιτσάνης, καθώς και άλλα τινά –άλλες εκφάνσεις της λαϊκής Θεσσαλονίκης του ’40 και του ’50 (κυρίως) εννοώ–, συναποτελούν έναν κώδικα, μία γραμμή, η οποία στοιχειώνει την ποίηση του Χριστιανόπουλου (έτσι φρονώ). Σε ποιο βαθμό, λοιπόν, μπορεί μία ενδεχόμενη μουσική επένδυση να τα υπερβεί όλα τούτα ή ακόμη και να τα παραβλέψει;
Το άλμπουμ της May Roosevelt «Μουσική σε Ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου» [IANOS, 2013] τοποθετεί την εν λόγω ποίηση, σ’ ένα άλλο, σ’ ένα εντελώς διαφορετικό βάθρο. Και η αλήθεια είναι πως η αντίστιξη ανάμεσα στον λόγο αυτόν καθ’ αυτόν –αλλά και στον λόγο έτσι όπως απαγγέλλεται από τον ίδιον τον ποιητή– και τη μουσική είναι και σαφής και υπαρκτή· όσο και αν η συνθέτιδα (συντοπίτισσα του Χριστιανόπουλου να υπενθυμίσω), έχει τον τρόπο να υπερβαίνει τους σκοπέλους. Βασικά, τα όργανα που χρησιμοποιούνται για την επένδυση των στίχων είναι το πιάνο και η θερεμίνη – για να μην πω κυρίως το πιάνο. Και το λέω τούτο υπό την έννοια πως σε επτά από τις δέκα συνοδείες, ήτοι στα ποιήματα «Βγάλε τη στολή σου», «Όταν σε περιμένω», «Στάξε μου το σάλιο σου», «Το έγκλημα της μοναξιάς», «Ρήμαγμα», «Καινούριο χιόνι πέφτει», καθώς και στο... αχώνευτο τετράστιχο «Καημένε Μακρυγιάννη να ’ξερες/ γιατί το τζάκισες το χέρι σου/ το τζάκισες για να χορεύουν σέικ/ τα κωλόπαιδα» το πιάνο είναι εκείνο που έχει τα πρωτεία στην «ένδυση» της φωνής του ποιητή, για ν’ ακολουθήσει η θερεμίνη (μαζί με το πιάνο) στον απομένοντα (πέραν του λόγου) χρόνο. Είναι οπωσδήποτε μία αποδεκτή «λύση» το πιάνο, κυρίως γιατί ακολουθεί τον λόγο του ποιητή, άγεται και διαμορφώνεται συχνά από την προσωδία του. Απεναντίας, στο δεύτερο μέρος (ας το πω έτσι) των μελοποιήσεων, εκεί όπου ο λόγος δεν υπάρχει, με την μουσική να παίρνει αφορμή από εκείνον αναπτυσσόμενη ερήμην του (ή, έστω, με την αύρα του), η May Roosevelt δείχνει για μιαν ακόμη φορά πως γνωρίζει να χειρίζεται τους «όγκους» της θερεμίνης, δημιουργώντας αυτοδύναμα downtempo περιβάλλοντα
Πάντως, αν είναι αλήθεια πως η θεσσαλονικιά μουσικός συγκινήθηκε από την ποίηση, όπως και από τη γενικότερη κοσμοθεωρία του Ντίνου Χριστιανόπουλου (πώς αλλιώς θα προέβαινε σε μια τέτοια κίνηση;), τότε θα πρέπει να είναι άλλο τόσο αλήθεια το γεγονός πως, στον ίδιο βαθμό ή και περισσότερο, πρέπει να συγκινήθηκε και ο Χριστιανόπουλος από τo πιάνο και ιδίως από τη θερεμίνη της. Και αυτό ακριβώς είναι, για μένα, το απροσδόκητο.
Επαφή: www.ianos.gr

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

διατάραξη κοινής ησυχίας

Ήταν προς τα τέλη του 1984, όταν είχα αγοράσει τη συλλογή «Διατάραξη Κοινής Ησυχίας», που είχε κυκλοφορήσει στην Enigma Records του Σπύρου Περιστέρη. (O Περιστέρης πρέπει να είναι εγγονός του φημισμένου μικρασιάτη λαϊκού τραγουδοποιού με το ίδιο ονοματεπώνυμο. Τούτο, δε, πρέπει να μου το είχε πει ο ίδιος ο Περιστέρης της Enigma –αν δεν τα λέω σωστά, ως προς τη συγγενική σχέση, ας με διορθώσει κάποιος– όταν είχαμε συναντηθεί πριν 16-17 χρόνια, με αφορμή τους African Rhythm, το μοναδικό γκρουπ που δίδασκε afro στην Αθήνα των 90s). Είχε προηγηθεί, βεβαίως, η κυκλοφορία του άλμπουμ των Ex Humans «Ανώφελη Επιβίωση», κι επειδή είχα καλή γνώμη για ’κείνους (τους είχα δει live την ίδιαν εποχή – τους Stress πρέπει να τους είδα λίγο αργότερα) δεν κιότεψα μπροστά στη «Διατάραξη…» (εξάλλου, τότε, τέλη ’84, δεν πρέπει να είχα ακούσει τίποτα περί Γκρόβερ, ενώ κάτι πρέπει να είχε πάρει τ’ αυτί μου για τους Αδιέξοδο, τη Γενιά του Χάους και τους Panx Romana, τους οποίους, πάντως, είχα δει «ζωντανούς» μετά το ’85). Θυμάμαι λοιπόν πως είχα ψιλο-κολλήσει με τη Γενιά του Χάους, τους Stress και τους Ex Humans (με την έννοια πως άκουγα και ξανάκουγα τα τραγούδια τους), ενώ οι Αδιέξοδο μου φαίνονταν εντελώς «χύμα» και για τα γούστα μου… εντελώς προφανείς, ενώ τους Γκρόβερ δεν τους άκουγα και τόσο για punk, όσο για κάτι άλλο· punkabilly μού το είπαν αργότερα. Πάνω-κάτω τα ίδια σκέπτομαι και σήμερα, σχεδόν 30 χρόνια μετά, με αφορμή την επανακυκλοφορία της «Διατάραξης…» [B-Other Side/ Lost Archives] σε βινύλιο 700 αριθμημένων αντιτύπων (με νέο mastering όπως μαθαίνω, ένθετο με τους στίχους και τη μεγάλη αφίσα με τις φωτογραφίες).
Ας πω, λοιπόν, απ’ την αρχή, δηλαδή να ξαναπώ, πως ανεξαρτήτως της γνώμης που μπορεί να έχει ο καθένας από εμάς για κάθε άλμπουμ εκείνης της περιόδου, θα πρέπει να δεχθούμε πως οι επανεκδόσεις είναι και χρήσιμες και απαραίτητες· και γι’ αυτό καλοδεχούμενες. Είναι καλό δηλαδή να υπάρχει πρόσβαση στο υλικό και μάλιστα στην πιο «σωστή» φόρμα, ώστε και να το ακούν οι νεότεροι, και να μπορεί ν’ αποκτηθεί με τις τρέχουσες τιμές της αγοράς και όχι με τις τιμές των originals (που έχουν ξεπεράσει, εν προκειμένω, την… κατοστάρα). Έτσι, όπως ακούω σήμερα –το ξανατονίζω «σήμερα»–, κι ύστερα από πάρα πολλά χρόνια αυτή τη συλλογή θα έγραφα για τον πρωτογενή αυθορμητισμό των Αδιέξοδο, την… punk βιρτουοζιτέ των Ex Humans, τόσο στο μεγάλο (σε διάρκεια) «Εκτυφλωτική λάμψη», όσο και στο μικρό (ιδίως στο μικρό) «Αυτοκτονία σε αργή κίνηση», την προσωπικότητα της Γενιάς τους Χάους στον «Επιθανάτιο ρόγχο» (με διαφορά το ωραιότερο κομμάτι της συλλογής, αν και εδώ δεν πρόκειται περί… καλλιστείων), τις ροκάδικες ανταύγειες των Γκρόβερ (οι οποίοι θα μπορούσε να είχαν επηρεάσει ακόμη και τις Τρύπες), τη «σήμα κατατεθέν» φωνή του ελληνικού πανκ, τη φωνή των Panx Romana (Φρανκ Νίνος) και βεβαίως τους Stress με τις μεστές συνθέσεις («Δικαίωμα στη ζωή», «Άγχος») και τις καλύτερες κιθάρες του χώρου (Λούης Κοντούλης). Συλλογή, που περιγράφει με αρτιότητα τις early days του ελληνικού πανκ είναι η «Διατάραξη Κοινής Ησυχίας»· κάτι ήδη γνωστό απ’ το ’84…
Επαφή: www.b-otherside.gr

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

QUEEN ELEPHANTINE scarab

Συνεχίζοντας στο δικό της αχαρτογράφητο space μονοπάτι, η ελληνική Cosmic Eye προσέφερε τελευταίως κι έναν δίσκο των Queen Elephantine. Το συγκρότημα σχηματίστηκε στο Χονγκ-Κονγκ το 2006, έχει κυκλοφορήσει κάμποσα CD, CD-R, κασέτες, 7ιντσα και e-albums έως σήμερα, με το Scarab να αποτελεί, μάλλον, την παρθενική LP-κυκλοφορία του. Με έδρα, πλέον, το Providence του Rhode Island, οι Matt Becker μπάσο, Indrayudh Shome κιθάρες, Ian Sims ντραμς, Nathanael Totushek ντραμς, Brett Zweiman slide κιθάρα και Srinivas Reddy tanpura, οι Queen Elephantine δηλαδή, εμφανίζουν στο “Scarab” πλείστα όσα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσε να τους παρεκκλίνουν από μια κάποια διαστημική τροχιά (όχι πως υπήρξαν ποτέ ένα προφανές κοσμικό σχήμα). Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή μ’ ένα τυπικό lost in space συγκρότημα, αλλά με μιαν ομάδα μουσικών που χειρίζεται εξ ίσου καλώς το βαρύγδουπο stoner, με το... δυσοίωνο επίχρισμα.
Πάρε τε για παράδειγμα το εισαγωγικό κομμάτι, που έχει τίτλο “Veil” και που μοιάζει με κάτι σαν… alap, με μιαν raga εισαγωγή δηλαδή που παίρνει γραμμή από την tanpura και βεβαίως από το rhythm section, που είναι όσο βαρύ και ασήκωτο χρειάζεται – με την «καμπανωτή» κιθάρα στην πορεία να προσθέτει στην «βομβοποίηση» του ήχου παρά να αφαιρεί, και με την γενικότερη τελετουργική αφήγηση να είναι προφανής. Όχι, δεν πρόκειται για ένα κλασικό drone κομμάτι, διατηρεί όμως έναν τέτοιον απόηχο. Το 18λεπτο “Crone” που ακολουθεί και ολοκληρώνει την πρώτη πλευρά συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Αργό τέμπο, στιβαρή bass line, ιερά φωνητικά, αλλά και ποικίλοι μετασχηματισμοί στην διαδρομή, με τις κιθάρες να παίρνουν τα πρωτεία προδιαγράφοντας άλλοτε έναν τύπο γερμανικού rock (από τα early seventies) με… Amon Düül II και Jane στοιχεία και άλλοτε να κινούνται σε πιο improv περιβάλλοντα, φέρνοντας στο νου εγγραφές τις Metalanguage (Henry Kaiser και τέτοια). Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το 11λεπτο “Snake”. Οι Queen Elephantine δείχνουν χαρακτήρα. Τελετουργική σύνθεση με προφανή(;) αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, κοντά στην παράδοση (σε κάποιες ηχογραφήσεις δηλαδή) των Acid Mothers Temple. Βομβαρδιστικό μπάσο, άκομψα φωνητικά και πολύ καλή «πίσω» δουλειά από τις κιθάρες. Το “Scarab” θα ολοκληρωθεί με το 13λεπτο “Clear light of the unborn”, που κινείται σε σκληρά kraut πλαίσια (ανακάλεσα κάτι από το “UFO” των Guru Guru), με το rhythm section και βασικά τα διπλά ντραμς να καθορίζουν το χώρο, μέσα στον οποίο κιθάρες και tanpura βρίσκονται σε διαλεκτική επικοινωνία. Ωραία, deluxe, gatefold έκδοση από την Cosmic Eye μόλις 320 αντιτύπων.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

…προκεχωρημένα ελληνικά

Συγκρότημα σύγχρονης μουσικής –ας το αποκαλέσω έτσι– το dissonArt ensemble σχηματίστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2005 και σήμερα αποτελείται από τους Γιάννη Ανισέγκο φλάουτο, Αλέξανδρο Σταυρίδη κλαρινέτο, Θοδωρή Πατσαλίδη βιολί, Δημήτρη Πολυζωίδη βιόλα, Βασίλη Σαΐτη τσέλο, Λενιώ Λιάτσου πιάνο, Γιάννη Χατζή κοντραμπάσο και Μαργαρίτα Κουρτπαρασίδου κρουστά. Το “Live in Köln” [Dissonance Records, 2012] πρέπει να είναι το πρώτο του CD κι εκείνο που θα καταγράψει με απροκάλυπτη σαφήνεια τις προθέσεις και τα ενδιαφέροντα του εν λόγω γκρουπ – που δεν είναι άλλα από την ερμηνεία (κυρίως) έργων συγχρόνων ελλήνων συνθετών (του περασμένου και του τωρινού αιώνα). Έτσι, έργα των Ιάννη Ξενάκη, Παναγιώτη Κόκορα, Γιώργου Απέργη, Βάσου Νικολάου, αλλά κι ένα του Αυστριακού Beat Furrer συμπληρώνουν ένα ωριαίο άλμπουμ, το οποίον ηχογραφήθηκε ζωντανά για το γερμανικό ραδιόφωνο (σταθμός WDR 3, εκπομπή Ensembl[:E]uropa) στην Κολωνία, τον Οκτώβριο του 2008.
Το “Plekto” (1993) είναι ένα από τα ώριμα έργα του Ξενάκη και κατά βάσιν αφορά σε μία σύνθεση σύγχρονης μουσικής δωματίου, μέσα στην οποίαν οι αντιστίξεις των ηχητικών γραμμών (εγχόρδων, πνευστών και πιάνου) παραλληλίζονται στη διαδρομή μ’ εκείνη των κρουστών, δημιουργώντας ένα είδος… wall of sound. To “Braided fractures” του Κόκορα, γραμμένο για φλάουτο, κλαρινέτο, πιάνο, βιολί, βιόλα και τσέλο είναι ένα έργο το οποίον αναπτύσσεται στη βάση της επικοινωνίας διαφορετικών ηχητικών όγκων, οι οποίοι συντελούν στη διαμόρφωση ενός «αγχωτικού» περιβάλλοντος. Θα μπορούσε να είναι ένα «βιομηχανικό» ηλεκτρακουστικό κομμάτι, με έντονη improv διαχείριση, αν ο Κόκορας δεν «επέμενε» στο (πλήρες σε κάθε περίπτωση) ακουστικό πλάνο του. Το “La nuit en tête” (2000) του Γιώργου Απέργη για βιολί, βιολοντσέλο, φλάουτο, κλαρινέτο, πιάνο, κρουστά και φωνή (σοπράνο) είναι κατ’ ουσίαν η καταγραφή μιας επικοινωνίας ανάμεσα στη φωνή και σε διάφορα ηχητικά συμπλέγματα. Το αρμονικό περίγραμμα οδηγεί, θα έλεγα, σε μιαν εκστατική εμπειρία. Στο “Nodes” του Βάσου Νικολάου (έργο που πρωτοπαρουσίασε, μάλλον, το dissonArt ensemble) οι ηχητικές αυξομειώσεις και η συνομιλίες του πιάνου με τα έγχορδα θα μπορούσε να αφορούν σε μια σύγχρονη σύνδεση της jazz με τη μουσική δωματίου· και τούτο λίγο πριν το όγδοο λεπτό της 14λεπτης σύνθεσης, που εξελίσσεται κινηματογραφικώ τω τρόπω. Το έσχατο “Aria” του Beat Furrer είναι ένα έργο που κινείται στα όρια του… ακουστικού trip-hop. Μέσα από μία συγκοπτόμενη και διαρκώς υπό αναζήτηση ακολουθία, ο αυστριακός συνθέτης «παίζει» με το ανολοκλήρωτο και το «εν τω γεννάσθαι», επικαλούμενος φωνητικές και οργανικές «εκπλήξεις». Περιττό να πω πως οι ερμηνείες-αποδόσεις του dissonArt ensemble τιμούν (και τιμώνται από) τα έργα με το παραπάνω.
Επαφή: www.dissonance.gr
Amour στη γαλλική σημαίνει «αγάπη», «έρως» και στην αγγλική «ερωτοδουλειά», armour στην αγγλική σημαίνει «οπλισμός», «πανοπλία». A(r)mour, με το πρώτο “r” μέσα σε παρένθεση… δεν σημαίνει τίποτα· είναι ένα λογοπαίγνιο προφανώς του Στυλιανού Τζιρίτα, ο οποίος, μ’ αυτόν τον τρόπο, κάτι θέλει να πει, κάτι να δηλώσει. Δυστυχώς, δεν διαφωτίζει ούτε το ακαταλαβίστικο «βελτσικό» κείμενο, που είναι τυπωμένο στο… ξεδιπλωμένο cover (ο έρως ως κινητήρια δύναμη της ζωής… αυτό είναι το ζουμί). Περνώντας στα της μουσικής θα έλεγα πως το τριών ιντσών (120 κόπιες) CD-R “A(r)mour” [moremars, 2013] του Στυλιανού Τζιρίτα (η συνολική διάρκειά του αγγίζει τα 20 λεπτά) παρουσιάζει ενδιαφέρον. Οι συνθέσεις, που είναι… συνθέσεις υποτυπωδών (συνήθως) οργανικών μονολόγων και σπανίως διαλόγων, φωνών και ηλεκτροπαρασίτων –και που εκκινούν από την ησυχία και την ambiance για να φθάσουν έως τον παροξυσμό και τον θόρυβο–, υποτίθεται ότι οριοθετούν ένα είδος ερωτικού περιβάλλοντος. Λέω «υποτίθεται» γιατί δύσκολα μπορείς να ανακαλέσεις κάτι προφανές, όσο και αν κάποιοι τίτλοι κομματιών όπως «Μπαλτίς» (δηλαδή Balthus, από το όνομα του φημισμένου γαλλοπολωνού ζωγράφου της παιδικής-εφηβικής σεξουαλικότητας) και «Σημείο αποχωρισμού ζεύγους στο Στάλινγκραντ» (το τέλος ενός έρωτα μέσα σ’ ένα σκηνικό πολέμου) μπορεί να σε… τοποθετήσουν κάπου. Το τελευταίο κομμάτι που έχει τίτλο «Σπίτι» είναι και το πιο ενδιαφέρον (δηλαδή είναι πολύ καλό). Ίσως γιατί ως κείμενο-αφήγηση έχει κάτι το απολύτως ρεαλιστικό, αλλά και γιατί από πλευράς μουσικής ροκάρει άνευ συστολής.
Επαφή: www.moremars.org

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ και η Παρέα

Θυμάμαι τον Σταύρο Παπασταύρου πριν από την «πρώτη επίσημη» εμφάνισή του στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, στην Κέρκυρα, το 1981 – τον θυμάμαι στην κρατική τηλεόραση, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80, να συνοδεύει σε μπαλάντες και «τραγούδια του κόσμου» την Ευγενία Συριώτη (η εκπομπή, αν θυμάμαι καλώς, λεγόταν έτσι ακριβώς… Τα Τραγούδια του Κόσμου). Στην Κέρκυρα, ο Παπασταύρου είχε ακουστεί στις δικές του συνθέσεις «Απ’ την αρχή» και «Θολός καθρέπτης», ενώ την επόμενη χρονιά είχε κυκλοφορήσει και το... δήθεν πρώτο –όπως διαβάζαμε τότε (1982) κι εξακολουθούμε να διαβάζουμε και σήμερα σε κάποια sites–, προσωπικό LP του «Το Πίσω Δωμάτιο». Στην πραγματικότητα ο Παπασταύρου είχε ξεκινήσει τη μουσική διαδρομή του τουλάχιστον μια δεκαετία νωρίτερα, όταν συμμετείχε στο συγκρότημα Παρέα, ένα από τα γκρουπ που είχαν πάρει μέρος στο Pop Festival ’73, που είχε διοργανωθεί από την Columbia και το περιοδικό Φαντάζιο, με κύριο υπεύθυνο τον Κώστα Γιαννίκο. (Αυτό το είχα πρωτοδιαβάσει στη Μουσική, εκεί γύρω στο 1984, σ’ ένα σχετικό άρθρο του Κώστα Αρβανίτη). Η Παρέα δεν είχε συμμετάσχει στο φερώνυμο LP [EMI/ Columbia SCXG 99] που είχε προκύψει από τον διαγωνισμό, αλλά είδε τις ηχογραφήσεις της να κυκλοφορούν σε δίσκο πέντε χρόνια αργότερα (1978). Όπως έχει γράψει ο ίδιος ο Σταύρος Παπασταύρου στο προσωπικό του blog Playtime την 10/11/2009:
«Ο πρώτος μου δίσκος ετοιμάστηκε το 1973, αλλά τελικώς κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1978, ως έκπληξη για τη γιορτή μου (sic!), με εξώφυλλο και σειρά τραγουδιών επιλεγμένα από την εταιρία παραγωγής. Ήμασταν τότε γκρουπάκι: εγώ έγραφα τα τραγούδια, έπαιζα ακουστική και κλασική κιθάρα και τραγουδούσα. Ο κολλητός μου ο Γιώργος Καλατζής, που έπαιζε ηλεκτρική κιθάρα, έγραψε επίσης τη μουσική σε δύο από τα τραγούδια. Η Ρίτα Δανοπούλου τραγουδούσε σόλο και δεύτερες φωνές. Πιάνο στο δίσκο αυτό έπαιξαν ο Γιώργος Στεφανάκης και ο Δημήτρης Πολύτιμος, ντραμς ο Τάκης Μαρινάκης, μπάσο ο μακαρίτης Γιώργος Φιλιππίδης, κρουστά ο Δημήτρης Πουλικάκος. Την ενορχήστρωση στα πνευστά έκανε ο Γιώργος Μανίκας. Γενικώς... όποιος περνούσε από το ΕΡΑ της Σταδίου όπου γράφαμε και “γούσταρε” έπαιζε κι από κάτι. Θυμάμαι και το Φίλιππο Τσεμπερούλη. Μέχρι και ο Μάνος Χατζιδάκις είχε περάσει από ’κει κάποια στιγμή. “Νεανικές ανησυχίες!”... ήταν το σχόλιό του».
Οι πληροφορίες αυτές έχουν ξεχωριστή σημασία όχι μόνον επειδή προέρχονται από «πρώτο χέρι», αλλά και γιατί στο συγκεκριμένο (πρώτο) LP τού τραγουδοποιού δεν αναφέρεται το παραμικρό. Φυσικά, μιλάμε για την «Ξάγρυπνη Πόλη», που ηχογραφήθηκε το 1973, πήρε αριθμό έγκρισης το 1975, για να τυπωθεί σε βινύλιο το 1978 στη Seagull του Γιαννίκου [Seagull/ Ελληνική Εταιρία Επικοινωνιών 33/3Ε-LOC-308]. Στην πράξη, δηλαδή, έχουμε ένα δίσκο της Παρέας, του συγκροτήματος του Σταύρου Παπασταύρου, στην ηχογράφηση του οποίου συμμετείχαν όλοι οι προαναφερθέντες. Μάλιστα, επ’ αυτών, υπάρχει κι ένα σχετικό και μάλλον… απίστευτο ντοκουμέντο. Στο βιβλίο/λεύκωμα Πολυτεχνείο: Από την κατάληψη στην εισβολή [Ερμείας, Αθήνα 1974] με τις σχεδόν 200 φωτογραφίες από τα γνωστά και λιγότερο γνωστά γεγονότα του Νοέμβρη του ’73 καταχωρίζεται μια φωτογραφία της εποχής «τραβηγμένη» πέριξ του Πολυτεχνείου, στην οποίαν βλέπουμε, κολλημένες σε διαφημιστικό ταμπλώ, αφίσες σχετικές με την εμφάνιση των συγκροτημάτων Συγκρότημα, Παρέα, Δοκησίσοφοι, αλλά και του Χρήστου Κυριαζή στο κλαμπ Cin-Cin (Ζωοδόχου Πηγής 3)! Μάλιστα, και όπως παρατηρούμε, κάποιοι –φοιτητές προφανώς– ζωγράφισαν πάνω στις αφίσες ένα… αστυνομικό χέρι που κραδαίνει ένα ρόπαλο, συμπληρώνοντας δίπλα το αμίμητο… ΕΧΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ!!
Η «Ξάγρυπνη Πόλη» ήταν ένα πολύ συμπαθητικό LP. Περιείχε όμορφες, λιτές, ροκ μπαλάντες συνδυασμένες με ουκ ολίγα βραζιλο-λάτιν στοιχεία, οι οποίες διακρίνονταν για τις πηγαίες μελωδίες, τους απλούς, νεανικούς και ισορροπημένους στίχους και βεβαίως τις «δροσερές» ερμηνείες των τραγουδιστών, του Σταύρου Παπασταύρου βασικά, αλλά και της Ρίτας Δανοπούλου (το όνομα της οποίας διασώζει στο blog του ο Παπασταύρου, αφού δεν αναφέρεται πουθενά στον δίσκο!). Από τα τραγούδια της «Ξάγρυπνης Πόλης» θα ξεχώριζα το «Άδειοι δρόμοι» από την πρώτη πλευρά με την «βαθειά» μπασογραμμή του Γιώργου Φιλιππίδη, την jazzy πιανιστική συνοδεία του Στεφανάκη ή του Πολύτιμου, αλλά και τις κιθάρες του Καλατζή («… μπουκάλια ουίσκι στο τραπέζι/ τσιγάρα μισοσβησμένα/ ανάμεσα σ’ εσένα κι εμένα/ ο καιρός περνάει…») και από τη δεύτερη πλευρά το «Πες την αλήθεια», που είναι ένα εξαιρετικό track με latin αποχρώσεις, δυναμικό rhythm section, ωραία κρουστά (μάλλον από τον Πουλικάκο) και στίχους σαν και τούτους: «Απλώθηκαν γέφυρες ανάμεσα στ’ αστέρια/ και χρώματα φύτρωσαν πάνω στη γη/ τα λόγια μας ρίζωσαν στο άγονο χωράφι/ όταν ο πόνος έγινε κραυγή. Πιάσε την ιστορία απ’ την αρχή/ πες την αλήθεια/ πες τα ονόματα σωστά/ και στο παιδί που σε ρωτά μη λες παραμύθια». Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σ’ ένα… ουράνιο-τόξο-εξώφυλλο, το οποίο το έχω δει κάμποσες φορές ως κοινό cover (με τρύπα στη μέση) σε εισαγωγής χορευτικά 12ιντσα. Ποιος το… δανείστηκε από ποιον δεν μπορώ να το πω με σιγουριά… Να προσθέσω ακόμη πως η «Ξάγρυπνη Πόλη» επανεκδόθηκε το 1986 σε βινύλιο, με διαφορετικό τίτλο και εξώφυλλο, ως «Πέρασαν οι Μέρες» σε μιαν άλλη ετικέτα συμφερόντων Γιαννίκου, την United [UR-110].
Από ’κει και πέρα τα πράγματα είναι κάπως περισσότερο γνωστά εν σχέσει με τη δισκογραφική διαδρομή του Σταύρου Παπασταύρου. Υπάρχει το 2LP «Κέρκυρα ’81/ Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού» [Κέρκυρα ΝΕΔ 001/002, 1981], «Το Πίσω Δωμάτιο» [Κέρκυρα ΝΕΔ 003, 1982], το πολύ γνωστό «Μίλα μου για Μήλα» [Σείριος SMH 85.022, 1985] σε στίχους Ευγένιου Τριβιζά με τον Σπύρο Σακκά, την Κρίστη Στασινοπούλου και την Σαβίνα Γιαννάτου, η «Μικρή Οθόνη» [RCA 32915, 1995] soundtrack της παιδικής τηλεοπτικής σειράς της Έρσης Δοξακοπούλου με τον Μάκη Δελαπόρτα, το CD-συνεργασία του Σταύρου Παπασταύρου με τον Γιώργη Χριστοδούλου «Γιαπωνέζικοι Κήποι» [Ankh 1926-2, 1998] – θυμάμαι πως τους είχα δει (τον Παπασταύρου με τον Χριστοδούλου), τότε (στα τέλη των 90s), σ’ ένα μαγαζί που δεν υπάρχει πλέον, στην Πινακοθήκη στου Ψυρρή. Πιθανώς να υπάρχει και κάτι ακόμη, που τώρα μου διαφεύγει…
Φυσικά, οι συνεργασίες και οι παρουσίες σε χώρους και events του Σταύρου Παπασταύρου είναι απείρως περισσότερες και γι’ όλα τούτα υπάρχουν πάμπολλες πληροφορίες στο blog του www.ubudplaytime.blogspot.gr

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

JAZZ & TZAZ 244/245

Στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί μπορείτε να διαβάσετε εντυπώσεις τόσο από τη γιορτή του περιοδικού στο Γκάζι (για τα 20 χρόνια του), όσο και από το Athens Technopolis Jazz Festival 2013.
Περαιτέρω, ο Γιώργος Χαρωνίτης γράφει για την Myriam Alter (πιανίστα και συνθέτιδα της jazz/world σκηνής από το roster της Enja), ο Γιάννης Μουγγολιάς επικεντρώνεται στην περίπτωση του αυστριακού πνευστού Max Nagl και σε μια συνάντησή του με τον προσφάτως εκλιπόντα βρετανό σαξοφωνίστα Lol Coxhill, εγώ γράφω για μερικές περιπτώσεις του εγχώριου μουσικού underground, ενώ o Δημήτρης Κατσουρίνης συζητά με μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης βρετανικής soul, τον Omar. Το κεντρικό θέμα του περιοδικού αφορά στον σαξοφωνίστα Θοδωρή Ρέλλο (στο εξώφυλλο)· καταγράφεται μια συνέντευξή του στον Γιώργο Χαρωνίτη, αλλά και η δισκογραφική του παρουσία (μέσα κι έξω απ’ τους Mode Plagal) από εμένα. Παρούσα, φυσικά, και όλη η σταθερή ύλη του περιοδικού. Jazz Eye (Small Blues Trap, Φλώρος Φλωρίδης, Spiral Vortex Trio, Κόρε.Ύδρο., Δημήτρης Καλαντζής…), Ο Ήχος των Εκπλήξεων, Live, Jazz & Λογοτεχνία (Εικαστικά και Αυτοσχεδιασμοί), Δισκοκριτικές, Auditorium, Δισκορυχείον, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All that Art
Στο CD Organ Jazz που συνοδεύει το παρόν τεύχος 244/245 (Ιούλιος/ Αύγουστος) ακούμε ηχογραφήσεις του θρύλου Jimmy Smith από το 1956 έως το 1962, στις οποίες πρωταγωνιστεί φυσικά το hammond organ, αλλά και διάφοροι μουσικοί κλάσης (Oliver Nelson, Phil Woods, George Duvivier, Quentin Warren, Donald Bailey κ.ά.).