Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

DIRTY FUSE surfbetika!

Πολύ γουστάρω συγκροτήματα όπως οι Dirty Fuse (όχι, αυτό δεν είναι… κριτική). Πολύ γουστάρω μπάντες που πράττουν το κέφι τους, ανεξαρτήτως από μόδες, hip και τα ρέστα, που φτιάχνουν μουσικές για την ψυχή και το σώμα, και που, κυρίως, τις ερμηνεύουν σαν μεγάλοι και δεξιοτέχνες επαγγελματίες. Παρακολουθώ τους Dirty Fuse από το ξεκίνημά τους, το 2008, και μπορώ να βεβαιώσω για την απόλυτη πρόοδο αυτού του γκρουπ, που ηγείται πλέον της ελληνικής… surfdelica (ου μην και της ευρωπαϊκής). Θυμάμαι πως τα ίδια έγραφα, τηρουμένων των αναλογιών δηλαδή, και για ένα άλλο ελληνικό συγκρότημα πριν από 15 χρόνια – τους Blues Wire. Τέτοιαν αίσθηση μου αφήνουν οι Dirty Fuse. Ανάλογη. Ένα ελληνικό δηλαδή σχήμα που στέκεται, όχι απλώς στο ίδιο ύψος, αλλά παραπάνω, από τα όποια (ξένα) ανάλογα του είδους. Πενταμελείς οι Αθηναίοι φίλοι (Κώστας Μπακούλας κιθάρες, Μανώλης Κισαμιτάκης σαξόφωνα, Χρήστος Κόγιος ντραμς, John Drake μπάσο, Duda Victor κιθάρες, τζουράς) και σε συνεχή τριβή/επαφή με τον ήχο του πάλκου, μπαίνουν από καιρού εις καιρόν και στα στούντιο προκειμένου να καταγράψουν την αλήθεια τους. Τρεις οι, έως ώρας, ολοδικές τους κυκλοφορίες. Το 45άρι “Lost Riders” [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2010], το CDDirty Fuse” [Green Cookie, 2012] και τώρα το 10ιντσο Surfbetika!/ Greek Rebetika (from 1925-1938) surfed up by… Dirty Fuse ξανά στην Green Cookie, τυπωμένο σε 300 κόπιες συνολικώς.
Τι πράττουν εδώ οι Dirty Fuse; Όχι κάτι παράξενο, ή αναγκαστικώς πρωτότυπο βρε αδελφέ, αλλά κάτι απολύτως συναρπαστικό και βεβαίως επιτυχημένο. Δανείζονται τις μελωδίες από επτά παλαιά προπολεμικά ρεμπέτικα –«Γιατί φουμάρω κοκαΐνη» (Παναγιώτης Τούντας), «Αργιλέ μου γιατί σβήνεις» (Στέλιος Χρυσίνης), «Είμαι πρεζάκιας» (Σώσος Ιωαννίδης, Αιμίλιος Σαββίδης), «Ο πόνος του πρεζάκια» (Ανέστης Δελιάς), «Η Έλλη θέλει σκότωμα» (διάφορες εκτελέσεις, Γιώργος Κατσαρός, Μαρίκα Παπαγκίκα, Γιώργος Βιδάλης κ.ά., η πρώτη στη Σμύρνη από την Ελληνική Εστουδιαντίνα στη δεκαετία του ’10), «Και γιατί δεν μας το λες» (διάφορες εκτελέσεις, Γιώργος Κατσαρός κ.ά.), «Τα μπλε παράθυρά σου» (Μάρκος Βαμβακάρης)– σερφάροντας με στυλ, άνεση και οξυδέρκεια.
Όπως έχει ειπωθεί (και είναι πια παγκοίνως γνωστό), μεταξύ του surf και της ελληνικής λαϊκής μουσικής υπάρχει ισχυρή κοινή βάση. Και η βάση αυτή ακούει στη λέξη «διπλοπενιά» (στο μπουζούκι, στον τζουρά κ.λπ.), η οποία (διπλοπενιά) αντιστοιχεί στο δίχορδο σόλο στην ηλεκτρική κιθάρα. Πάνω στη διπλοπενιά δηλαδή στηρίχθηκε αυτή η μοναδική surf αίσθηση, αυτό το groove που χαρακτηρίζει το παίξιμο τής Fender Stratocaster. Και αν κάτι τέτοιο το έπραξε ο Dick Dale και οι Del-Tones με την “Misirlou” τον Μάιο του ’62, γράφοντας ιστορία, γιατί να μην το πράξουν σήμερα και οι Dirty Fuse, πακετάροντας σε surf συσκευασία επτά κλασικά ρεμπέτικα; Με λίγη φαντασία, βεβαίως θέληση, και οπωσδήποτε αρκετή δεξιοτεχνία πλείστα όσα ελληνικά ρεμπέτικα και λαϊκά μπορεί να μετατραπούν σε surf. Και όχι απλώς να μετατραπούν, αλλά και να δημιουργήσουν, ή μάλλον να διαιωνίσουν, μία γραμματική κι ένα συντακτικό απαράβατο και διαρκώς σε χρήση. Το αποδεικνύουν, επί του προκειμένου, οι Dirty Fuse, δημιουργώντας επτά… Μισιρλούδες – η μία καλύτερη απ’ την άλλη. Και τούτο επειδή είναι και… surf, δηλαδή rock παικταράδες, αλλά κι επειδή έχουν μεγαλώσει (όπως και όλοι μας εξάλλου) μ’ εκείνα τα παλαιά ρεμπέτικα. Τα ρεμπέτικα που, σε κάθε περίπτωση, θα κυλάνε στο αίμα μας σαν και το καλό κρασί στο… καρβουνιάρικο του Καραβίτη (δες τη φωτογραφία του εξωφύλλου).
Επαφή: www.greencookie.gr

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΕΛΛΟΣ δισκογραφική διαδρομή

Ο σαξοφωνίστας (άλτο, σοπράνο, βαρύτονο) Θοδωρής Ρέλλος είναι ένας από τους μουσικούς που καθόρισαν (και καθορίζουν) τον ήχο της ελληνικής τζαζ, τα τελευταία 20-25 χρόνια. Μέσα (κυρίως μέσα), αλλά και έξω από τους Mode Plagal, ο ήχος του Θοδωρή Ρέλλου είναι συνυφασμένος με μερικές από τις πιο δημιουργικές στιγμές της σύγχρονης «ζωντανής» τζαζ σκηνής και βεβαίως της ανάλογης δισκογραφίας.
Προσπαθώ να θυμηθώ πότε άκουσα για πρώτη φορά το σαξόφωνο του Θοδωρή Ρέλλου. Η μνήμη μου θα με οδηγήσει 30 χρόνια πριν, το 1983(!), όταν αγόραζα το άλμπουμ του Θάνου Μικρούτσικου «Αραπιά για Λίγο Πάψε να Χτυπάς με το Σπαθί» [CBS]. Ήταν ένας jazz, blues, rock και jazz-rock δίσκος του Μικρούτσικου –με τίτλο βγαλμένο μέσα από τις ηχητικές «συγκρούσεις» της εποχής– με τον Ρέλλο ν’ ακούγεται σ’ ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του δίσκου (μάλλον το ωραιότερο), που είχε τίτλο «Εμβατήριο για τα ανήσυχα παιδιά», βασισμένο σε ποίηση Bertolt Brecht (μτφ. Μάριος Πλωρίτης) και με ερμηνεύτρια την Μαρία Δημητριάδη. Ένα δυνατό jazz/blues άσμα με το «βαθύ» τενόρο (τότε) του Ρέλλου να το χαρακτηρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη. (Το κομμάτι ήταν γραμμένο για την παράσταση «Μπρεχτ και Χίτλερ», που είχε ανεβεί στο ΚΘΒΕ, τον Φεβρουάριο του ’83). 
Την επόμενη φορά που πρόσεξα το τενόρο (και πάλι) του Θοδωρή Ρέλλου ήταν τo 1984, όταν κυκλοφόρησε το παρθενικό LP των Blues Gang υπό τον τίτλο “Dig It!” στην Ano Kato της Θεσσαλονίκης. Τα σόλι του στο “Dangerous blues” του Ηλία Ζάικου και στο πνιγηρό “Its my own tears” του Johnny Copeland (ένα από τα ωραιότερα blues που έχουν γραφεί/διασκευαστεί ποτέ από έλληνες μουσικούς) ήταν απολύτως χαρακτηριστικά. Μα και το 1985 το σαξόφωνο τού Ρέλλου ήταν εκείνο που πρωταγωνιστούσε σε δύο από τους πιο χαρακτηριστικούς ελληνικούς ροκ δίσκους της δεκαετίας του ’80. Κατ’ αρχάς, στο πρώτο φερώνυμο LP [Ano Kato] του συγκροτήματος Τρύπες. Ο Ρέλλος σολάρει με… πάνκικο θράσος σε τρία από τα κορυφαία τραγούδια του άλμπουμ («Ταξιδιάρα ψυχή», «Νταβατζής», «Για την πατρίδα») και εν συνεχεία στο ακρογωνιαίο «Ρίσκο» [EMI/ Columbia] των Φατμέ, όπου τον ακούμε και πάλι στο «Τηλέφωνο» («Με πήρες πάλι για να βγούμε/ και σου το ’κλεισα απλώς…») με ωραίες φράσεις στην αρχή και μ’ ένα εκρηκτικό jazzy σόλο προς το τέλος. Την ίδια χρονιά (1985) ακούμε επίσης τον αθηναίο μουσικό και στο δεύτερο LP των Χειμερινών Κολυμβητών «Από το Πάρκο στη Μυροβόλο» [Lyra], μια συνεργασία (Ρέλλος-Χειμερινοί…), που θα ξαναμπεί στις ράγες τα τελευταία χρόνια.
Το άλμπουμ, όμως, εκείνο που καθόρισε την περαιτέρω πορεία του Θοδωρή Ρέλλου, αποτελώντας και την αρχική (και πιο ολοκληρωμένη) επαφή του με το χώρο της jazz, του αυτοσχεδιασμού, του πειράματος, του κολάζ και των εκπλήξεων δεν ήταν άλλο από τον «Μικρό Αδερφό» [Lyra, 1988] του Μιχάλη Σιγανίδη, ένας δίσκος-τομή όχι μόνο για τη λεγόμενη «σκηνή της Θεσσαλονίκης», αλλά και για την ελληνική «δημιουργική μουσική» γενικότερα. Τα σαξόφωνα του Θοδωρή Ρέλλου (όπως και τα τύμπανα του Τάκη Κανέλου) πρωταγωνιστούσαν στα “Un soir”, «Φιλόπτωχος», «Ο βιαστής» και «Τζίτζικας – Κ3». 
Φυσική συνέχεια εκείνου του δίσκου ήταν το «Πρωί και το Βράδυ» [Lyra, 1990], η συνεργασία του δηλαδή με τον κοντραμπασίστα και άλλα τινά Μιχάλη Σιγανίδη. Όπως έγραφα και στο τεύχος 179 (2/2008), με αφορμή την επανακυκλοφορία του άλμπουμ σε CD: «Σιγανίδης, Ρέλλος και ακόμη Πολυζωίδης, Μουρτζόπουλος και όλοι οι υπόλοιποι... συγγενείς και φίλοι, με νέο υλικό, με καινούριες ιδέες, με τα ίδια παλαιά-ανάποδα και κυρίως με τη θριλερική ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη υπό μάλης, ετοιμάζουν ένα άλμπουμ, που έπεσε σαν κοτρώνα στο διαλυμένο, τότε, πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό. Τέλη ’90, αρχές ’91, γυρίστε το ημερολόγιο να θυμηθείτε. ‘Το πρωί και το βράδυ’, ‘Κύριε’, ‘Το καφενείο’, είναι οι τίτλοι τριών ποιημάτων, τα οποία, τη βοηθεία των μουσικών χαλιών των Ρέλλου/ Σιγανίδη, μεγεθύνουν στο πολλαπλάσιο το ανατριχιαστικό του πράγματος. Κι εδώ το κολάζ, ο αυθορμητισμός, η (λαϊκή) ελληνικότητα, ο… Ντόναλντ, ο Μότσαρτ, ο Κροκοδειλάκιας, όλοι και όλα, καταγράφουν το... πνεύμα και την ηθική μιας ομάδας δημιουργών, που, εξακολουθεί, χρόνια αργότερα, να εκπλήσσει».
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 με τους Acid Free (Βασίλης Ντάλλας, Γρηγόρης Μελάκης κ.ά. – το σχετικό CD θα κυκλοφορούσε από την Ano Kato το 1995) και βεβαίως με τους Mode Plagal, που σχηματίζονται στις αρχές των 90s (Ρέλλος σαξόφωνα, φωνή, Κλέων Αντωνίου κιθάρες, φωνή, Αντώνης Μαράτος μπάσο), ο Θοδωρής Ρέλλος αρχίζει να διαμορφώνει –και μέσω του γκρουπ– ένα ακόμη πιο προσωπικό στυλ, το οποίο θα φανερωθεί τόσο στα live της εποχής, όσο και στο παρθενικό “Mode Plagal” [Ano Kato], που έσκασε με γδούπο ακριβώς στα μέσα της δεκαετίας. 
Τα Βαλκάνια φλέγονται, και παραλλήλως οι μουσικές τους, που άρχιζαν να παίρνουν σιγά-σιγά τα πάνω τους μετά τον «Καιρό των Τσιγγάνων» (1988) του Emir Kusturica, βρίσκουν διέξοδο μέσα από την jazz-rock/funk οπτική του γκρουπ (μνημειώδη τα «Φλώρινα», «Κάλαντα Ι και ΙΙ», «Έφριξεν η γη» κ.λπ.), που ένωναν το ηχητικό «τότε» με την παράδοση και μάλιστα μ’ έναν τρόπο που δεν επιδεχόταν εύκολες αμφισβητήσεις. Ας σημειώσω, περαιτέρω, την παρουσία του Ρέλλου στο CD του Μιχάλη Σιγανίδη «Το Τραίνο - Φάντασμα Φίλος» [Lyra, 1995]. Σαχτούρης εκ νέου («Ο τρελός λαγός» και άλλα τινά).
Τρία χρόνια αργότερα (1998) το “Mode Plagal II” (με την τοιχογραφία του Φώτη Κόντογλου στο εξώφυλλο) έθετε το πράγμα σε ακόμη πιο ρεαλιστικές βάσεις. Σημείωνα στο τεύχος 71 (2/1999) του Jazz & Τζαζ: «Προπονημένο το γκρουπ στις συναυλίες, θα φέρει εις πέρας τουλάχιστον μια 15άδα από τραγούδια και σκοπούς της ευρύτερης περιοχής, όλα φιλτραρισμένα μέσα από μια progressive αισθητική… Από το funk του ‘Funky Βεργίνα’, το ψυχεδελικό ‘Γράμμα’, τον ‘Καλαματιανό’  και το blues της ‘Πικροδάφνης’, μέχρι τον ‘Ήλιο’ αφιερωμένον στον Βασίλη Σούκα, τα ‘Σάλωνα’ με την περισσότερο γήινη αισθητική του τραγουδιού της Στερεάς και το θρακιώτικο ‘’Γω στα ξένα’, ένα είναι σίγουρο. Οι Mode Plagal δίνουν απόλυτο νόημα σε ό,τι θα αποκαλούσαμε ‘ελληνική τζαζ’». Σ’ εκείνο το άλμπουμ το συγκρότημα αποτελούσαν οι: Θοδωρής Ρέλλος σαξόφωνα, Κλέων Αντωνίου κιθάρες, Αντώνης Μαράτος μπάσο, Τάκης Κανέλλος ντραμς και Άγγελος Πολυχρόνου κρουστά. Την επομένη χρονιά (1999) συναντάμε τον Θοδωρή Ρέλλο, ως «συμμετοχή» στις «Μικρές Αγγελίες» [Lyra] του Μιχάλη Σιγανίδη, αλλά και ως μέλος του συγκροτήματος Πυρός Αιθήρ, στο πρώτο φερώνυμο CD τους [Legend] μαζί με τους Βασίλη Σαλτίκη σαξόφωνα, Χρήστο Χήρα μπάσο και Γρηγόρη Μελάκη ντραμς (φίλος από την εποχή των Acid Free). Το «Λεβέντικο του Miles” από το “Mode Plagal II”, διασκευασμένα παραδοσιακά, αλλά και πρωτότυπες συνθέσεις των μελών του γκρουπ, δίνουν ένα άψογο CD, χαρακτηριστικό κι αυτό της εποχής. 
Το “Mode Plagal III” κυκλοφορεί, πάντα από την Lyra, το 2001 και συνεχίζει θα έλεγα στο μοτίβο του “II”, προσθέτοντας κάτι ακόμη. Το βασικό σχήμα (Θοδωρής Ρέλλος σαξόφωνα, φωνή, Κλέων Αντωνίου κιθάρες, φωνή, Μάνος Σαριδάκης πλήκτρα, Αντώνης Μαράτος μπάσο, Τάκης Κανέλος ντραμς, Άγγελος Πολυχρόνου κρουστά) πλαισιώνεται από γνωστές ερμηνεύτριες (Γιώτα Βέη, Σαβίνα Γιαννάτου, Θεοδοσία Τσάτσου, Ελένη Τσαλιγοπούλου), με αποτέλεσμα η μουσική του γκρουπ να αποκτά ένα επιπλέον επικοινωνιακό hook. (Η ερμηνεία της Τσάτσου στα «Παιδιά της γειτονιάς σου» π.χ. παραμένει αξέχαστη δώδεκα χρόνια μετά). 
Το CD εκείνο όμως που πήγε πιο πέρα την ήδη προχωρημένη μουσική των Mode Plagal δεν ήταν άλλο από το «Του Βόσπορου το Πέρα» [Hitch-Hyke, 2003], η συνεργασία τους δηλαδή με το τουρκικό συγκρότημα Βόσπορος, την Βασιλική Παπαγεωργίου και τον Νικηφόρο Μεταξά. «Εδώ δεν έχουμε απλώς ένα άλμπουμ οργανικό, ή κάποιο με κάποια τραγούδια γνωστά ή λιγότερο γνωστά, αλλά ένα άλμπουμ με τραγούδια καινούρια, τα οποία πρέπει ν’ ακούσουν απαξάπαντες. Τα ‘Του Βόσπορου το πέρα’, ‘Δρομολόγιο’ και ‘Μνήμη Σαπφούς’ νοιώθεις, όπως διαβάζεις τους στίχους τους και όπως τ’ ακούς, πως δεν είναι απλώς από μόνα τους, έτσι γυμνά, ατόφια τραγούδια, είναι κάτι πολύ περισσότερο… Ύμνοι, κελεύσματα προς έναν κοινό Θεό, μυστικό ‘άρχοντα της κυανής σφαίρας, της πνευματικής υπόστασης της γης’ (Νικηφόρος Μεταξάς)» (Jazz & Τζαζ #121, 4/2003).
Η επόμενη δισκογραφική εμφάνιση του Θοδωρή Ρέλλου με τους Mode Plagal θ’ αργήσει πέντε χρόνια. Ήταν 2008 όταν κυκλοφόρησε από την MBI το διπλό CD «Κάθοδος των Σαλτιμπάγκων», μια συνεργασία των Χαΐνηδων με τους Mode Plagal. «Με πόσα συγκροτήματα θα μπορούσε να μοιραστούν το ίδιο στούντιο ή την ίδια σκηνή οι Mode Plagal; Το έπραξαν με τον Βόσπορο, το έπραξαν με τους Χαΐνηδες, το καλοκαίρι του ’08 στο Θέατρο Βράχων, παραδίδοντάς μας την ‘Κάθοδο των Σαλτιμπάγκων’. Αν και το διπλό αυτό CD προβάλλεται περισσότερο ως έργο των Χαΐνηδων, εντούτοις η παρουσία των Mode Plagal μοιάζει να ξεπερνά τη φιλική συμμετοχή, δίχως, όμως, να εξελίσσεται και σε… εχθρική προς την ‘κοινή απαίτηση’. Λογικό. Για συναυλία πρόκειται –για ηχογράφηση συναυλίας καλύτερα– και μάλιστα σ’ ένα χώρο συνυφασμένο με την ζωντανή παρουσία του κόσμου και το… επαπειλούμενο γλέντι. Το δε ρεπερτόριο, παρότι είναι στηριγμένο σε τραγούδια των Χαΐνηδων, ‘ξεφεύγει’ όταν οι Mode Plagal αναλαμβάνουν τα πρωτεία στη ‘Λήμνο’, στο ‘Δέντρο είχα στην αυλή μου’ και στο ‘Αερικό’» (Jazz & Τζαζ #193, 4/2009). Την ίδια χρονιά (2009) συναντάμε τον Θοδωρή Ρέλλο ως μέλος του γκρουπ Οι Φίλοι Μίλτου Σαχτούρη. Η καταγραφή στο CD «Ο Μιχάλης Σιγανίδης και Οι Φίλοι Μίλτου Σαχτούρη ζωντανά στη Μουσική Σκηνή Αυλαία» [Lyra] επαναφέρει στη μνήμη μας το «Πρωί και το βράδυ», το «Κύριε», τον «Τρελό λαγό» και όλα τα υπόλοιπα. Ακούγεται, επίσης, ως βασικός σολίστ στο “Camera Obscura” [El Capitan, 2009] του Θωμά Σλιώμη.
Με το γκρουπ να δηλώνει απών στο διάστημα 2003/4-2007 φθάνουμε στο 2010 για να δούμε το επόμενο «προσωπικό» (και τελευταίο έως ώρας) CD των Mode Plagal. Αναφέρομαι στην «Κοιλιά του Κήτους» [Lyra] με τους Θοδωρή Ρέλλο σαξόφωνα, φωνή, Κλέωνα Αντωνίου κιθάρες, φωνή, Florian Mikuta πλήκτρα, φωνή, Αντώνης Μαράτος μπάσο και Τάκη Κανέλλο ντραμς, φωνή να ραπάρουν απολαυστικώς, ανάμεσα σε άλλα, και σ’ ένα απόσπασμα από τη «Φαύστα» του Μποστ (εκεί όπου ο μέγας ευθυμογράφος παραδίδει «ανάποδα» μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας, τα οποία εφαρμόζονται, με… απαράμιλλη πίστη, σήμερα, από τις νέες διακυβερνήσεις).
Από ’κει και μέχρι σήμερα; Ρέλλος με Mode Plagal, Ρέλλος με Heavy Metal (David Lynch κ.ά.), Ρέλλος με Χειμερινούς Κολυμβητές, Ρέλλος με Τάκη Κανέλο, Ρέλλος με Γιάννη Αναστασάκη, Ρέλλος με Δημήτρη Αποστολάκη… και λοιπά, και λοιπά... Η δισκογραφία αναμένει…

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

ο ROB MAZUREK στην Αθήνα

Αμερικανός κορνετίστας της jazz-avant, ο Rob Mazurek είναι ένα από τα «ονόματα» του χώρου την τελευταία 20ετία. Με δεκάδες ηχογραφήσεις στην πατρίδα του τις ΗΠΑ, όπως και στη… δεύτερη πατρίδα του την Βραζιλία, ο Mazurek έχει δώσει στίγμα μέσα από τα σχήματα Chicago Underground Duo ή Trio και São Paulo Underground, αφήνοντας αξιοπρόσεκτες δουλειές στις εταιρείες Delmark, Thrill Jockey, Northern Spy, Cuneiform και αλλαχού. Ένα από τα τελευταία άλμπουμ του που κυκλοφόρησε μέσα στη χρονιά –αν και μετά απ’ αυτό μπορεί να βγήκαν κι άλλα!– ικανό, πάντως, από μόνο του, να περιγράψει το δαιδαλώδες/ improv σύμπαν του καταξιωμένου αυτοσχεδιαστή είναι οπωσδήποτε και το Skull Sessions[Cuneiform, 2013], το οποίον υπογράφεται από το Rob Mazurek Octet (μία επέκταση των São Paulo Underground, με τα όποια πρόσθετα «λευκά» Canterbury στοιχεία, προς την space/jazz-avant των Sun Ra, Pharoah Sanders ή την πρώιμη ethno-jazz του Don Cherry).
Με τον Rob Mazurek κορνέτα, ηλεκτρονικά, και τους John Herndon ντραμς, Jason Adasiewicz βιμπράφωνο, Mauricio Takara cavaquinho, κρουστά, Nicole Mitchell πίκολο, φλάουτο, φωνή, Guilherme Granado πλήκτρα, ηλεκτρονικά, Thomas Rohrer σαξόφωνο, rabeca (είδος βιολιού) και Carlos Issa κιθάρες, ηλεκτρονικά να συμπληρώνουν την ομάδα, το “Skull Sessions”, γραμμένο στο São Paulo τον Νοέμβριο του ’11, είναι ένα πυκνογραμμένο έργο, που ανακατεύει την ελεύθερη jazz με τα ηλεκτρονικά, μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει, ασυζητητί, στο παρελθόν. Όταν δηλαδή οι πολυποίκιλες αναφορές ενσωματώνονταν σ’ έναν ενιαίο καμβά, τον οποίον καθόριζαν οι προσωπικότητες των οργανοπαικτών. Εκείνο που ξεχειλίζει δηλαδή από το “Skull Sessions” είναι οι δαιδαλώδεις improv διαδρομές, που μεταφέρουν στο νου «εικόνες» από το Keith Tippett Group τού “Dedicated To You, But You Werent Listening” [Vertigo, 1971] ή τα compact άλμπουμ του Miles Davis (του πρώτου μισού των seventies). Φυσικά, κι επειδή ο Mazurek δεν είναι ένας τυχαίος τζαζ/αβαντγκαρντίστας, το δικό του ηχητικό corpus διαθέτει κι άλλες ουκ ολίγες «προσωπικές» παραμέτρους, που το μετατοπίζουν δεόντως από τα σχετικά ή τα προφανή. Κι αυτές αφορούν στη δημιουργική χρήση των ηλεκτρονικών από τη μια μεριά, και στην παρουσία του piccolo, των κρουστών και του cavaquinho (της μικρής, στο μάτι, βραζιλιάνικης κιθάρας) από την άλλη, που προσθέτουν στο ακρόαμα έναν ανεξερεύνητο ηχητικό χαρακτήρα.
O Rob Mazurek, συνοδεύομενος από τους Mauricio Takara και Guilherme Granado (ως São Paulo Underground), έρχεται στην Αθήνα για εμφανίσεις στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών αύριο και μεθαύριο. Αν δεν σκάσει κανα χαράτσι στο μεσοδιάστημα λέω να πάω…

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΟΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ σόλο κρουστά

Οι ηχογραφήσεις για σόλο κρουστά δεν είναι κάτι κοινό στην Ελλάδα. Όχι πως είναι ανύπαρκτες, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν είναι συνηθισμένες. Επίσης, είναι ακόμη σπανιότερο έλληνας percussion player να ερμηνεύει (σε κρουστά – και στη δισκογραφία) δικά του και μόνον κομμάτια. Γιατί, ok, έργα του Ξενάκη (η «Ψάπφα» π.χ.), ή και άλλων συνθετών της πρωτοπορίας, για σόλο κρουστά μπορεί να έχουν ηχογραφηθεί, αλλά πρωτότυπα έργα γραμμένα από εκείνον που τα ερμηνεύει δεν είναι κάτι το καθημερινό (το ξανατονίζω).
Ο Χρίστος Χονδρόπουλος (Christos Chondropoulos) λοιπόν, ένας νέος μουσικός που προσωπικώς τον θυμάμαι από την παρουσία του σ’ ένα από τα καλύτερα προχωρημένα γκρουπ που εμφανίσθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, τους Xysm (έχω αναφερθεί παλαιότερα, σ’ αυτούς, στο δισκορυχείον), επιχειρεί στο “Fingerpainting” [Ιδιωτική Έκδοση, 2013] να περιγράψει μέσω κρουστών διαδρομών συγκεκριμένες ηχοποιητικές καταστάσεις. Χρησιμοποιώντας το κλασικό drum set και από ’κει και πέρα κύμβαλα, γκονγκ, ταμ-ταμ, κουδούνια, κρόταλα, woodblocks και άλλα τινά δημιουργεί πέντε κρουστά κομμάτια, τα οποία και τυπώνει στη μία πλευρά 12ιντσου βινυλίου!
Στο “Apple hunters” παρακολουθούμε μία κάπως ακανόνιστη ηχοροή, κάπως σαν κατολίσθηση, κρουστών «λίθων» με ποικίλους χρωματισμούς. Οι εντυπώσεις βόμβων και αναδράσεων, που παρεισφρέουν εδώ κι εκεί, είναι σκέτες εντυπώσεις. Στο “Flock” η κρουστή ροή είναι πιο ήπια, πιο φυσική, μοιάζοντας περισσότερο ελεγχόμενη, εν αντιθέσει δηλαδή με το “Images of chaos in Athens”, στο οποίον αναπαρίσταται ο αστικός θόρυβος με θαυμαστή ενάργεια. Όχι μόνο στακάτοι, αλλά και συνεχείς-διαρκείς ήχοι κρουστών (που θα μπορούσε δηλαδή να προέρχονται από έγχορδα ή ακόμη και από πνευστά όργανα) δημιουργούν ένα προφανές στην εξέλιξή του… χαοτικό περιβάλλον. Άλλη τροπή παίρνουν τα πράγματα στο “Sequence of three stars”, το οποίον εντυπωσιάζει (όντως!) με τον cosmic χαρακτήρα του. Δύσκολο να πιστέψεις, αν δεν το ξέρεις, πως ό,τι ακούγεται εδώ προέρχεται από κρουστά όργανα. Αυθεντική kraut κατάσταση, που θα μπορούσε να αφορά στους Popol Vuh ή στον Deuter (αφαιρώντας τους τα σύνθια). Το τελευταίο «κανονικό» track του άλμπουμ είναι το μονόλεπτο “Syncope”, που αφήνει μία free-jazz αίσθηση (τύπου FMP), παρότι τελειώνει πριν το καταλάβεις. Κι ενώ το “Fingerpainting” ολοκληρώνεται, ακούγοντας, μάλιστα, την… ψεύτική βελόνα τού πικάπ να γυρίζει σ’ ένα… ψεύτικο dead wax, διαπιστώνεις πως υπάρχει ένα ακόμη χαραγμένο track (κάπως σαν κρυφό), το οποίον το ακούς σπρώχνοντας λιγάκι τον βραχίονα. Περισσότερο αφηγηματικό απ’ όλα τα υπόλοιπα, το κομμάτι αυτό σου αφήνει μιαν ακόμη πιο ολοκληρωμένη εικόνα όσον αφορά στις δυνατότητες και τις ιδέες του Χονδρόπουλου. 
Εν ολίγοις; Ένας μουσικός με όραμα και… θάρρος, τον οποίον αξίζει να προσέξουμε.

τζαζ κυκλοφορίες του καιρού

ROB MOSHER: Polebridge [MAPL, 2013]
Το Polebridge είναι ένα χωριό στη Montana, πολύ κοντά στα αμερικανο-καναδικά σύνορα. Έχει πληθυσμό 88 ανθρώπους (όσα και τα πλήκτρα του πιάνου…) και είναι φημισμένο (και) για το… εμπορικό του κέντρο. Τo Polebridge Mercantile είναι ένα παλαιό κτήριο, που λειτουργεί ως παραδοσιακό… πολυκατάστημα στην περιοχή· μια περιοχή, που ενδείκνυται, εξ όσων αντιλήφθηκα, για χειμερινό τουρισμό. Φούρνος, γενικό εμπορικό, καφεστιατόριο κ.λπ., το Polebridge Mercantile, που θυμίζει μαγαζί του… προπερασμένου αιώνα (είδα φωτογραφίες), το επισκέπτονται εξ ίσου Αμερικανοί και Καναδοί. Καναδός είναι και ο συνθέτης και πνευστός Rob Mosher, ο οποίος σε μιαν επίσκεψή του στο κατάστημα εντόπισε ένα παροπλισμένο saloon-πιάνο, που τον εξανάγκασε να δει τη δική του δημιουργία με άλλο μάτι. Αποφάσισε εν ολίγοις να συνθέσει μία μουσική, η οποία να συνάδει με το χώρο, το περιβάλλον, αλλά –γιατί όχι;– και με τα βαθύτερα μουσικά ενδιαφέροντά του.
ΤoPolebridge” είναι ένα ασυνήθιστο CD. Υπό την έννοια ότι συνδυάζει εντελώς ετερόκλητες αναφορές. Από κλασικά και δωματίου ηχοχρώματα, έως παραδοσιακά «λευκά» αμερικανικά, klezmer, jazz-improv και σύγχρονη country. Το αποτέλεσμα είναι πάντως θελκτικό. (Δεν πρόκειται επ’ ουδενί περί αχταρμά). Ο Mosher, που χειρίζεται σοπράνο, κλαρινέτο και εγγλέζικο κόρνο, έχει δίπλα του μία σειρά μουσικών (Micah Killion τρομπέτα, John Marcus βιολί, Stephanie Nilles πιάνο, όργανο, φωνή, Andrew Small κοντραμπάσο, βιολί, Peter Lutek μπασούν, κόντρα άλτο κλαρινέτο, Petr Cancura μαντολίνο), οι οποίοι προσθέτουν σε γνώση και παικτικό μεράκι, επιτυγχάνοντας ένα «τέλειο» αποτέλεσμα. Η μουσική, δηλαδή, του “Polebridge” –δημιουργική, αλλά ταυτοχρόνως και ευχάριστη–, διακρίνεται για την πρωτοτυπία και τον δυναμισμό της, εκπέμποντας θετικά vibes· ένα γεγονός που πηγάζει από το συνθετικό κύρος και την… καλπάζουσα έμπνευση/φαντασία τού πρώτου τη τάξει.
NICKY SCHRIRE: Space and Time [Private Pressing, 2013]
Κοιτώντας την παλιομοδίτικη φωτογραφία της 27χρονης Nicky Schrire στο εξώφυλλο του άλμπουμ ένοιωσα μια περίεργη έλξη· να βάλω το CD στο player, ν’ ακούσω, να γράψω… Φωνή και πιάνο (με κυρίαρχη τη φωνή και το πιάνο να συνοδεύει) σε τραγούδια γνωστά και άγνωστα – σε τραγούδια των Gershwins, του Irving Berlin, των Massive Attack, των Beatles, αλλά και της ίδιας της Schrire.
Έχει κάτι το «τραβηχτικό» αυτό το άλμπουμ. Έχει κατ’ αρχάς μία εξαιρετική, πλούσια και γεμάτη, mezzo φωνή. Φωνή, που μπορεί να σταθεί απολύτως μόνη της (a cappella δηλαδή), με ήπια, απαλή συνοδεία, με πιο δυναμικό piano-playing, μα ακόμη και με τα σχετικά overdubs, όταν η Schrire καλείται να αποδώσει απλά φωνητικά, chorus vocals κτλ. (π.χ. στο “Here comes the sun”). Έτσι, και παρά το φαινομενικώς old-fashioned του πράγματος, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε μ’ ένα modern άλμπουμ φωνητικής jazz, μέσα από το οποίο δεν αναδεικνύονται μόνον τα συγκεκριμένα άσματα (πολλά εκ των οποίων –ok– δεν το είχαν καν ανάγκη), αλλά και η ερμηνευτική περσόνα της Schrire (ιδίως αυτή), που εξουσιάζει τις μελωδίες, πλάθοντάς τες με τον δικό της τρόπο (και δίχως να μεταπλάθονται οι αρμονίες). Φυσικά, η παρουσία των (τριών) πιανιστών κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Οι Fabian Almazan, Gerald Clayton και Gil Goldstein έχουν το δικό τους ύφος, το οποίο διαμορφώνει και διαμορφώνεται από την φωνητική παρουσία. Ο Almazan ας πούμε, και λόγω κουβανικής καταγωγής, έχει ένα πιο ρυθμικό χτύπημα (ας πούμε κρουστού), ο Clayton είναι περισσότερο contemporary (ίσως η συνεργασία του με την Gretchen Parlato κάτι να αποκαλύπτει), ενώ ο Goldstein σε κομμάτια όπως στο “Seliyana” (σύνθεση του Νοτιοαφρικανού Victor Ntoni), αλλά και στο “Someone to watch over me”, φανερώνει στοιχεία πρωτοπορίας που σχετίζονται με τους ρυθμικούς πειραματισμούς ή το μινιμαλιστικό παίξιμο. Σε κάθε περίπτωση το “Space and Time” είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, φαινομενικώς χαμηλών τόνων, πιάνο-φωνή άλμπουμ, μέσα από το οποίο προβάλλεται οπωσδήποτε η φωνή της Nicky Schrire, αλλά και τα, πάντα σε θέση συν-διαμορφωτή, πιανιστικά παιξίματα.
Επαφή: www.nickyschrire.com
NEW YORK VOICES: Let it Snow [Five Cent Records, 2013]
Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που συμβάλλουν και αυτά με τον τρόπο τους στο όλον εμπορικό πακέτο που τιτλοφορείται… Christmas Τime, έχουν τη δική τους ξεχωριστή σημασία. Μια σημασία που αγγίζει και την jazz, η οποία αντιμετωπίζει παλαιόθεν το εορταστικό ρεπερτόριο ως ένα κομμάτι του εαυτού της. Έτσι, πολύ συχνά, κορυφαίοι και αδιαφιλονίκητοι jazzmen και jazzwomen εντάσσουν στο υλικό που καλούνται να ερμηνεύσουν κάλαντα, ύμνους και άλλα συναφή, ενώ αναρίθμητα είναι τα μουσικά projects (και όχι μόνο στην jazz, και όχι μόνο στην Αμερική) που παίρνουν αφορμή από τις... ημέρες των γιορτών, συμβάλλοντας στην εορταστική ατμόσφαιρα. Κι επειδή στην Αμερική, ως γιορτή, νοούνται μόνον τα Χριστούγεννα (ούτε το Πάσχα… με τη Στανίση, ούτε το Δεκαπενταύγουστο… με τα υπαίθρια πανηγύρια) κι επειδή οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα πράγματα είναι επαγγελματίες (και ουχί τυχάρπαστοι promoters), ξέρουν πώς να χειριστούν το πακέτο και κυρίως πώς να το ντύσουν με την απαραίτητη λάμψη και αίγλη, απευθυνόμενοι στο πλατύ κοινό. Έτσι, λοιπόν, την 29η Οκτωβρίου (και όχι… την παραμονή των Χριστουγέννων, όπως συχνά συμβαίνει αλλαχού…) κυκλοφορεί το άλμπουμ “Let it Snow” των New York Voices (Kim Nazarian, Lauren Kinhan, Darmon Meader, Peter Eldridge), μιας φωνητικής ομάδας που συμπληρώνει 25 χρόνια δημιουργικής παρουσίας σ’ ένα χώρο που καλύπτει classical, pop, r&b brazilian και jazz εκφραστικές και άλλες τινές ανάγκες.
Όχι, το “Let it Snow” δεν είναι ένα νέτα-σκέτα φωνητικό CD, αν αφέθηκε αυτό να εννοηθεί. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Ένα πλήρες μουσικό έργο, στο οποίο συμμετέχουν ρυθμικό τμήμα, big band (με σαξόφωνα, τρομπέτες, τρομπόνια) και στούντιο ορχήστρα (με strings, φλάουτα, κλαρινέτα, όμποε, μπασούν κ.λπ.). Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι πλήρες δηλαδή, και όσο κι αν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει και ξανακούσει αυτά τα κομμάτια, πάντα θα υπάρχει περιθώριο και για κάτι ακόμη. Πόσω μάλλον όταν ο εγκρατής τζαζ συμφωνισμός συνάδει με τα “The Christmas song/ Christmas time is here”, “We three Kings”, “Santa Claus is coming to town”, καθώς και με ορισμένα από τα υπόλοιπα.
Προσωπικό. Οι γιορτές, δηλαδή η περίοδος Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά, πάντα μου άρεσαν (και συνεχίζει να μου αρέσουν). Ίσως επειδή πάντα μου άρεσαν (και συνεχίζει να μου αρέσουν) τα λαμπερά, αλλά προφανή και καλο-σερβιρισμένα ψέμματα…
Επαφή: www.newyorkvoices.com

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

ο καθηγητής ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ

«Όταν έναν “ελεύθερο πολίτη”, παρά τη θέλησή του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνει ένας πολίτης σ’ ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάν εκεί μέσα κάμποσο καιρό – όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός βιβλίου, που λέγεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό θα ονομαστεί “φυλακή”, μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από έναν άλλο, παρά τη θέλησή του, να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του, αυτό είναι πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί “στρατιωτική υπηρεσία”, ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας. Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέλησή του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματός του, κανένας δεν θα διστάζει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία θα ονομαστεί “είσπραξη αμέσων φόρων” πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου. Κοντολογής, ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας ως αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σε επιτακτικό κανόνα».
Rosa Luxemburg 
Από το βιβλίο Φρανζ Μέριγκ/Ρόζα Λούξεμπουργκ Απεργία, Αυθορμητισμός των μαζών [Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1972]

Πλέον δεν παρακολουθώ σχεδόν καθόλου τηλεόραση κι έτσι χάνω, σε ζωντανό χρόνο, ακόμη και όσα δεν πρέπει να χάνω. Έμαθα εκ των υστέρων λοιπόν τα γεγονότα τα σχετικά με την παρουσία του συνταγματολόγου Γιώργου Κατρούγκαλου στην εκπομπή τού… ανατροπέα (με μη βίαιες διαδικασίες – καλόν είναι να μπει ένας… αστερίσκος στον τίτλο της εκπομπής) Γιάννη Πρετεντέρη την προηγούμενη Δευτέρα. Είδα το σχετικό βίντεο στο YouTube και κατάλαβα πολλά (όχι πως δεν τα είχα καταλάβει από καιρό δηλαδή – όπως και πολλοί από εμάς εξάλλου), για τον τρόπο, βασικά, που λειτουργεί το τηλεοπτικό πάνελ, ή, έστω, ένα μέρος του· ένα ξέφραγο αμπέλι, εντός του οποίου καταπατούνται με λεκτικώς βίαιο τρόπο όλες οι προϋποθέσεις ενός σοβαρού διαλόγου. Πώς μέρος της ομήγυρης, ως στουντιακός όχλος, επεμβαίνει, όταν κάποιος εκφράσει μιαν άποψη που ξεφεύγει ή απέχει παρασάγγας της καθεστωτικής.

Ο καθηγητής Κατρούγκαλος είχε ένα μεγάλο προσόν στη συγκεκριμένη διαμάχη. Αντιτάχθηκε στην γελοιότητα, στο ανεκδιήγητο «είμαι εναντίον της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», προβάλλοντας ένα πράο, μειλίχιο ύφος, μέσω του οποίου αναδεικνύονταν μόνον επιχειρήματα. Με μη βίαιο (λεκτικώς) τρόπο υπερασπίστηκε την «βία» των κοινωνικών αγώνων, έχοντας απέναντί του τινές αγριεμένους απολογητές της βίαιης νομιμότητας. Το τι άκουσε δεν λέγεται. «Αήθη» τον αποκάλεσε η Σώτη Τριανταφύλλου (μάλλον κάτι άλλο ήθελε να πει, αλλά δεν βρήκε την κατάλληλη λέξη), πως κολακεύει τους φοιτητές του, για να τον ψηφίζουν του πέταξε ο Πάγκαλος, πως υπερασπίζεται κατ’ ουσίαν την κοινωνική ζούγκλα τού αντέτεινε ο Πρετεντέρης, ενώ ο νυν… υπηρέτης του λαού Μιχελάκης τον καλούσε ν’ απαντήσει διαρκώς στη γνωστή καραμέλα. Επιχειρήματα… μηδέν. Ιστορική κατόπτευση και ανάλυση του φαινομένου… μηδέν του μηδενός. Η κυρία Τριανταφύλλου, με σπουδές Ιστορίας και γνώστρια των κοινωνικών αγώνων του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα σε Γαλλία και Αμερική, το μόνο που βρήκε να πει, στα ιστορικά παραδείγματα που προέβαλε ο Κατρούγκαλος, ήταν ένα ξερό «1968» (για να μας δείξει απλώς πως αντιλαμβάνεται για τι ακριβώς μιλάει ο καθηγητής) και πως εν πάση περιπτώσει «έχει περάσει πολύς καιρός από τότε», πριν κατασταλάξει σ’ εκείνο το απαράδεκτο «είστε αήθης». Τέτοια γύμνια, δηλαδή ανυπαρξία επιχειρημάτων με ταυτόχρονη ισοπέδωση του ιστορικού χρόνου, είναι ανεπίτρεπτη από κάποιον που θέλει μάλιστα να προβάλλεται και ως καθηγητής της Αμερικανικής Ιστορίας.

Όπως, σωστά, υποστήριξε ο καθηγητής Κατρούγκαλος η βία προσδιορίζεται από το πώς αντανακλά στην κοινωνία. Κι εκεί επάνω μπορείς να δεις τις λεπτές ή τις λιγότερο λεπτές διαφορές, βγάζοντας προσεκτικά συμπεράσματα. Στην περίπτωση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα π.χ. κανείς δεν έδωσε «συγχαρητήρια» στον Ρουπακιά. Κανείς δεν είπε «καλά του έκανε». Άρα έχουμε μία πράξη βίας η οποία δεν έχει καμμία απολύτως νομιμοποίηση από την κοινωνία, δεν διαθέτει δηλαδή, ως πράξη, κανένα κοινωνικό αντίκρισμα – συνεπώς, είναι απολύτως καταδικαστέα. Και είναι φαιδρό, και ύποπτο, και ύπουλο να εξισώνεται το γιούρτωμα, η έμπρακτη αποδοκιμασία, η καζούρα και η χλεύη που απευθύνονται σ’ έναν πολιτικό, σε μία ιστορικό, ή σ’ έναν δημοσιογράφο (καταστάσεις –μην το ξεχνάμε– που μπορεί να έχουν τη συντριπτική επιδοκιμασία της κοινωνίας), ή, περαιτέρω, η κατάληψη ενός δημοσίου χώρου από απεργούς, μαθητές ή φοιτητές, η περικύκλωση ενός κτηρίου, το κλείσιμο (δηλαδή το άνοιγμα) των διοδίων ή οτιδήποτε άλλο που μπορεί να συνιστά κοινωνική πάλη, με την δολοφονική πρακτική ενός εγκληματία, που δρα στο περιθώριο της κοινωνίας.

Κάποτε οι πολιτικοί μας καμάρωναν με τα δικά τους ποσοστά και των κομμάτων τους (τα αλήστου μνήμης 48% και τα λοιπά), αλλά και με την ολοκληρωτική αποδοχή τους από την κοινωνία (όχι μόνον από τα εκατομμύρια των ψηφοφόρων τους, αλλά και από όσους δεν τους ψήφιζαν). Δυστυχώς (για εκείνους), για πολλούς από εκείνους τα πράγματα άλλαξαν. Η οικονομική καταβύθιση της χώρας, με την περαιτέρω μεταχείρισή της από τους δανειστές έχουν μεταβάλλει τους συσχετισμούς. Δεν ξέρω αν αυτό εκφράζεται επαρκώς στις δημοσκοπήσεις. Νομίζω πως όχι. Πως τα ευρήματά τους δηλαδή είναι σκέτη φενάκη, επειδή οι απαντήσεις καναλιζάρονται από τις ερωτήσεις. Ο κόσμος, η κοινωνία, βράζει εναντίον των πολιτικών. Το αντιλαμβάνεται ο καθείς αυτό, όπου βρεθεί και όπου σταθεί. Υπάρχει μένος εναντίον όλων εκείνων, που μας οδήγησαν στην ντροπή. Στην δυσθεώρητη ανεργία, στην ανέχεια, στην ανασφάλεια, στην αδυναμία να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας, στο υποθηκευμένο μέλλον. Η κοινωνία έχει αντανακλαστικά. Δεν μπορεί να προκαλείται επ’ άπειρον. Δεν γίνεται να μένει απαθής βλέποντας τις μάπες όλων εκείνων που την πήραν στο λαιμό τους (αλλά και των οψίμων απολογητών τους) να παρευλάνουν κάθε βράδυ στις τηλεοράσεις λες και δεν τρέχει τίποτα, κουνώντας, μάλιστα, και το δάχτυλο. Πάει πολύ. Θα έπρεπε, τουλάχιστον, να κρύβονται. Ο καθηγητής Κατρούγκαλος υπήρξε ο μόνος που εξέφρασε αυτόν ακριβώς τον παλμό στην εν λόγω… Ανατροπή και μάλιστα με γνώση, πραότητα και οφθαλμοφανή αποτελέσματα (δείτε, μόνον, μούτρα... τίποτα άλλο), και γι’ αυτό επιδοκιμάστηκε (μόνος μαχόμενος εναντίον όλων). Όχι μόνο στα social media. Παντού.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

TANGO WITH LIONS – LUMIERE BROTHER

Τρία χρόνια μετά το “Verba Time” [Inner Ear] η Κατερίνα Παπαχρήστου επιστρέφει μ’ ένα καινούριο άλμπουμ και μ’ ένα καινούριο σχήμα. Tango with Lions μεν, εντελώς νέα μέλη δε (Γιάννος Παραμυθιώτης κιθάρα, φωνητικά, Νίκος Βεργέτης ντραμς, κρουστά, φωνητικά, Jim Staridas τρομπόνι, φωνητικά, Θοδωρής Ζευκιλής μπάσο, φωνητικά, με την ίδια την Παπαχρήστου να τραγουδά, παίζοντας ακουστική κιθάρα και πιάνο – υπάρχουν και oλίγοι καλεσμένοι ανά περίσταση). Αν η ολοκληρωτική αλλαγή μιας line-up υποδηλώνει και μία γενικότερη ηχητική διαφοροποίηση, τότε το A Long Walk [Inner Ear, 2013]  είναι ένα διαφορετικό, και κυρίως ένα πιο ενδιαφέρον άλμπουμ εν σχέσει με το “Verba Time”. Αυτό δεν μπορεί παρά να καταλογιστεί στα θετικά της διαδρομής, της νεαρής τραγουδοποιού.
Η Παπαχρήστου ψάχνει και ψάχνεται, διατηρώντας όμως κάποια χαρακτηριστικά της τραγουδοποιίας της αναλλοίωτα. Βασικά τις μελωδικές προσεγγίσεις, και περαιτέρω τους ερωτικούς, ερμητικούς και απεγνωσμένους ενίοτε στίχους, τους οποίους γνωρίζει να ντύνει με έμπνευση, με τις «ερημικές» κιθάρες και τα τσέλο· ο τσελίστας Σταύρος Παργινός, πρώην Tango with Lions, εδώ έχει ρόλο guest σε τρία tracks. Μάλιστα, το ένα απ’ αυτά τα τραγούδια που τιτλοφορείται “Obituary” (και είναι, όπως αντιλαμβάνεστε και από τον τίτλο του, ένα βαρύ άσμα του χαμού) είναι από τα high lights του άλμπουμ και θα μπορούσε ν’ ανήκει, και μάλιστα σε περίοπτη θέση (το λέω και το εννοώ), στο songbook τού οποιουδήποτε αναγνωρισμένου singer-songwriter. Πάντως το άλμπουμ δεν είναι folk, ούτε ιδιαιτέρως folky, όπως το “Verba Time”. Περισσότερο μου θύμισε αμερικανικό κατασκεύασμα, κινούμενο μεταξύ desert rock και dream pop, περιέχον πολλά και καλά τραγούδια (εντυπωσιακό το έσχατο “Playground”) και βεβαίως «σωστή» βινυλιακή διάρκεια.
Οι Tango with Lions βρίσκονται ένα βήμα μπροστά και κυρίως στον σωστό δρόμο.
Lumiere Brother είναι το… όνομα εργασίας του Θανάση Χριστοδούλου. Δεν είναι η πρώτη φορά που δισκογραφεί ο συγκεκριμένος μουσικός, είναι όμως η πρώτη φορά που φθάνει στ’ αυτιά μου ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ με τραγούδια του…
Ο Lumiere Brother συνθέτει σε απλές, pop φόρμες. Φαίνεται, κι έτσι είναι, πως έχει μελετήσει τις βάσεις των τραγουδιών που ενδιαφέρεται να κάνει –την pop του ’60 δηλαδή, το περισσότερο sunshine κομμάτι της, αλλά ενδεχομένως κι εκείνη την βρετανική του ’80, όσον αφορά στον τονισμό του beat και των φράσεων, στον τρόπο ερμηνείας– και συνεπικουρούμενος από την… έμπνευσή του κατορθώνει να ολοκληρώσει ένα 40λεπτο άλμπουμ με σαφή, pop διαστάσεων τραγούδια. Έχοντας, στο Twenty One [Inner Ear, 2013] το πιάνο ως βασικό όργανο (υποθέτω πως θα συνθέτει και στο πιάνο), ο Lumiere Brother ξέρει να σκαρώνει ωραίες μελωδίες, το αρμονικό αποτέλεσμα των οποίων δεν είναι κάτι που το συναντάς συχνά στην εγχώρια, αγγλόφωνη, pop πραγματικότητα. Χαρακτηριστικά κομμάτια το φερώνυμο και όγδοο στη σειρά “Twenty one”, που περικλείει κάτι από τη μαγεία των Moody Blues εποχής “On the Threshold of a Dream”, αλλά και το προτελευταίο “White walls”, που φανερώνει την άνεση και την ικανότητα του Lumiere Brother να κατακτά το μέγιστο, δουλεύοντας με τα απλούστερα των μουσικών υλικών. Αν και το up-tempo είναι αυτό που θα φέρει τα τραγούδια του Χριστοδούλου πιο κοντά στα στόματα (τι ωραία τα “A sign on your back” και “Who will guide you?”, που ανοίγουν και κλείνουν το άλμπουμ, όπως και το “Compass” εξάλλου), έχω τη βεβαιότητα πως τα αργά κομμάτια τού “Twenty One” είναι εκείνα που περικλείουν τις ολοκληρωμένες διαστάσεις του ταλέντου τού εν λόγω μουσικού.
«Ελπίδα για το μέλλον», όπως θα έγραφαν και στα eighties
Επαφή: www.inner-ear.gr

τα τραγούδια του THEODORE

Μόλις τρία (“Love is the dog from Hell”, “Puppets”, “Androgino”) από τα επτά τραγούδια του άλμπουμ “7” [Private Pressing] του Theodore έφθασαν στα χέρια μου και με αφορμή αυτά ακριβώς θα πω λίγα λόγια.
Πρόκειται για ένα μέρος του ντεμπούτου του Αθηναίου, αλλά διαμένοντα στο Λονδίνο, μουσικού, που φανερώνει πλείστα όσα τραγουδοποιητικά και ενδεχομένως ευρύτερα… παραστατικά προσόντα. Εννοώ πως τα τραγούδια εμπεριέχουν μια δραματικότητα, η οποία, σε συνδυασμό με τις ενορχηστρώσεις και τα φωνητικά του Theodore, δημιουργεί ένα αρτίστικο σύμπλεγμα που υπερβαίνει μεμονωμένες ετικέτες. Σε παραγωγή του Βρετανού Clive Martin (οι δουλειές του συμπληρώνουν… επτά σελίδες στο discogs) και του Βασιλικού, αλλά και με ηχογραφήσεις σε Αθήνα και Λονδίνο, ο Theodore προτείνει ένα σύγχρονο rock που δίνει έμφαση στη μελωδία, σε μια ρομαντική στη βάση της κατάσταση που καθοδηγεί το πιάνο, και, κυρίως, σε μια «γεμάτη» ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία φανερώνει ξεχωριστή ικανότητα στην απόδοση ενός πολύ συγκεκριμένου όσο και απαιτητικού ρόλου. Δεν ξέρω πόσο Έλληνας μπορεί να νοιώθει ο Theodore μέσα σ’ αυτό το ultra καλοραμμένο «κοστούμι», έχω όμως την αίσθηση πως μάλλον (και προς ώρας) δεν τον απασχολεί καθόλου.