Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Nzʉmbe – ένα ισπανικό πείραμα

Nzʉmbe αποκαλείται ένα πρόσφατο project του Ισπανού (από τη Γαλικία) Miguel Prado. Ο Prado είναι πειραματιστής, ζει από το περασμένο φθινόπωρο στο Μπρίστολ και αυτός είναι o δεύτερος τόμος των Nzʉmbe, που έχει τίτλο “Titubeo”. Απ’ ό,τι διάβασα στο discogs η προηγούμενη κυκλοφορία των Nzʉmbe ήταν ένας… φωνογραφικός κύλινδρος(!), «χτυπημένος» σε δέκα(!) μόλις αντίτυπα (οι κύλινδροι ήταν, ως γνωστόν, οι πρόδρομοι των δίσκων από εβονίτη και αργότερα από γομαλάκα). Το επισημαίνω τούτο γιατί το… weird είναι κάτι που απασχολεί τον Prado, όχι μόνο όσον αφορά στις ηχητικές κατασκευές, αλλά συγχρόνως και στη φόρμα τους – παρότι το “Titubeo” κυκλοφορεί σε 250 αντίτυπα απλού, απτού βινυλίου (με mastering του Giuseppe Ielasi) από την organized music from Thessaloniki του Κωστή Κηλύμη.
Το άλμπουμ έχει κατά βάση τραγούδια – κι ας ακούγεται αυτό σε πρώτη φάση παράξενο. Φυσικά, δεν πρόκειται για τα τυπικά τραγούδια, που αναμένει ν’ ακούσει ο… μη πονηρεμένος ακροατής, αλλά για «τραγουδο-απαγγελίες» στην ισπανική, εμπνευσμένες από πολλά και διάφορα. Στο “Serpientes y escaleras” π.χ. η έμπνευση προέρχεται από το παιδικό παιγνίδι «φιδάκι», ενώ στο “Ano solar” από το L'anus solaire του Georges Bataille. Μέσα από αυτή την «αντιθετότητα» περνάει το άλμπουμ των Nzʉmbe, του Miguel Prado δηλαδή, ο οποίος δεν συνθέτει απλώς, αλλά περαιτέρω τραγουδά, παίζοντας σύνθια, κιθάρες και κρουστά. Δίπλα του μάλιστα παρατάσσονται σε συγκεκριμένα tracks κι άλλοι μουσικοί (Rafael Mallo κρουστά, Roberto Mallo άλτο σαξόφωνο, Ruth Barberán τρομπέτα, Alfredo Costa Monteiro ακορντεόν), παρέχοντας όλοι μαζί τα εντελώς ιδιοσυγκρασιακά vibes του “Titubeo”. Λίγα λόγια για μερικά, πράγματι εντυπωσιακά tracks...
Το “Máscara de Ocelote” βασίζεται σε μια κρουστή μονοτονία, πάνω στην οποία πατά η φωνή, και η οποία (μονοτονία) γεμίζει από θορύβους «πλήθους», δημιουργώντας ένα κάπως εκστατικό περιβάλλον. Η φωνή του Prado φέρνει στο νου τον Mayo Thomson στο “Corky’s Debt to his Father” – ενώ και η γενικότερη προβληματική δεν είναι πολύ μακριά από εκείνη ορισμένων κομματιών των Red Krayola (περισσότερο βυθισμένων, όμως, μέσα στο θόρυβο και το «χάος»). Πολύ ενδιαφέρον είναι και το “Agláope” (πάντα από την πρώτη πλευρά), που μοιάζει με ψυχεδελική υμνωδία (προσπάθησα να μεταφράσω τους στίχους, αλλά δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα…).
Στη δεύτερη πλευρά τα κομμάτια είναι τρία. Το “Segare la ragazza” είναι εντελώς αποστασιοποιημένο, με τον Prado να απαγγέλει τους στίχους του πάνω από ένα σταθερά διακεκομμένο… συνθομπάσο κοντίνουο, που σπάει από «ξαφνικά» θορυβώδη breaks (με κάτι σαν…ικετευτικές φωνές ανάμεσα-και-προς-το-τέλος). Το “13 lunas nuevas” είναι εμπνευσμένο από την ταινία Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια του Rainer Werner Fassbinder. Εξαιρετική σύνθεση-τραγούδι, εντελώς προσωπικής αφήγησης, με στοιχεία «ακραία», αλλά και «τυπικά», που συνδυάζονται με απαράμιλλο τρόπο – και με το τελευταίο μέρος να είναι επιβλητικό και υποβλητικό ταυτοχρόνως. Τέλος, στο “Na man” η τρομπέτα τής Barberán και το ακορντεόν του Monteiro συνθέτουν την πρέπουσα «νωχελική» βάση, πάνω στην οποία θα πατήσει για ακόμη μία φορά η απαγγελία.
Το “Titubeo” των Nzʉmbe είναι ένα περίεργο, αλλά καθόλου στριφνό long play, ικανό να ψαρέψει ψυλλιασμένους ακροατές διαφορετικών γούστων και ηλικιών.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΤΣΙΦΑΣ – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ μία περίεργη περίπτωση λογοκρισίας από το 1972

Είναι γνωστό πως το ελληνικό τραγούδι έχει υποφέρει τα πάνδεινα από τη λογοκρισία. Και γύρω απ’ αυτό το θέμα, που κάποτε αξίζει να γίνει βιβλίο, έχουν διαρρεύσει ουκ ολίγες παράδοξες και ευτράπελες ιστορίες.
Ίσες από τις πιο απίστευτες απόπειρες λογοκρισίας να ήταν εκείνη που επιχείρησε, κάποτε, ο Αλέξανδρος Πατσιφάς, ο αείμνηστος ιδρυτής της εταιρείας Lyra, σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη!
Όπως όλοι γνωρίζουμε, ή υποπτευόμαστε, στη διαδικασία ολοκλήρωσης ενός τραγουδιού υπάρχουν (υπήρχαν) διάφορα στάδια και περιπτώσεις λογοκρισίας. Βασικά, οι δυσκολίες ξεκινούσαν από τη στιγμή που θα προσέγγιζες, με το τραγούδι σου, μιαν εταιρεία. Ακόμη και αν είχες ήδη αυτολογοκριθεί ως δημιουργός, ο παραγωγός είχε τον πρώτο λόγο για το στίχο σου (και σχεδόν ποτέ για τη μουσική, καθότι, συνήθως, δεν κατείχε από πεντάγραμμα), μιας και ο ίδιος γνώριζε καλύτερα από τον καθένα πώς λειτουργούσαν οι επιτροπές του Υπουργείου Προεδρίας. Έτσι, έκοβε κατά το δοκούν, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια τάχιστα, χωρίς αναπάντεχες τριβές και καθυστερήσεις.
Είναι αλήθεια, δηλαδή, πως μια πρώτη «δουλειά» γινόταν πριν το τραγούδι φθάσει στην επιτροπή, η οποία (επιτροπή) σχεδόν πάντα έδινε την άδεια, αφού το κράτος θα έπρεπε να εισπράξει και το σχετικό παράβολο. Τα τραγούδια, εννοώ, κουτσουρεύονταν πρώτα από τον παραγωγό κι έπειτα από το λογοκριτή. Όλοι κάτι κόβανε… Άλλοι για λόγους προκαταβολικής «προστασίας», και άλλοι απλώς για να δικαιολογήσουν τη δουλειά τους. Ενίοτε, δε, και για τους δύο λόγους ταυτοχρόνως.
Άιντε και κυκλοφορούσε, τελικά, το τραγούδι. Τίποτα δεν εξασφάλιζε, ακόμη και τότε, την απρόσκοπτη μετάδοσή του. Το επόμενο στάδιο λογοκρισίας ελάμβανε χώρα στους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς θαλάμους της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ. Δίσκοι σταμπάρονταν και καταστρέφονταν επειδή –αν και διέθεταν άδεια κυκλοφορίας, έχοντας τυπωθεί κανονικά– δεν γέμιζαν το μάτι κάποιου διευθυντή ή παραγωγού. Έτσι, τους έτρωγε και πάλι το μαύρο σκοτάδι.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/56249

με αφορμή το θάνατο του SAMUEL CHARTERS

Το βιβλίο του Samuel Charters (1929-18/3/2015) Η Ποίηση του Μπλουζ είναι το πρώτο βιβλίο για το blues που κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα μας (πρώτη έκδοση στην Απόπειρα, το 1982), και το γεγονός πως μέχρι το 1990 είχε κάνει τέσσερις ανατυπώσεις δείχνει πως ήταν και επιτυχημένο – κατά βάση δεν είχε για πολύ καιρό σοβαρούς αντιπάλους στον ελληνικό εκδοτικό χώρο.
Ο Charters –μουσικός ο ίδιος, ερευνητής, κ.ά.– εξέδωσε το βιβλίο αυτό στις αρχές των sixties ως The Poetry of the Blues [Oak Publications, New York 1963] εποχή ακόμη δύσκολη όσον αφορά στην κοινωνική θέση του μαύρου στο αμερικανικό γίγνεσθαι, γεμάτη όμως, σ’ ένα κάπως υπόγειο μουσικολογικό κύκλωμα, από την ανάγκη να εντοπιστούν ξανά οι ζώντες «ήρωες» των twenties και των thirties, που βρίσκονταν για πάνω από 20-25 χρόνια παροπλισμένοι. Το αποκαλούμενο “blues revival” στηρίχθηκε περίτρανα και στον Samuel Charters.
Η ελληνική έκδοση είναι καλομεταφρασμένη, διαθέτει τις φωτογραφίες της συζύγου Ann Charters, ελληνικό πρόλογο από τον Γρηγόρη Φαληρέα και ωραίο εξώφυλλο από τον Δημήτρη Θ. Αρβανίτη.
Τώρα, το γεγονός πως το βιβλίο αυτό μεταφράστηκε στην Ελλάδα μια εικοσαετία μετά τη πρώτη αμερικανική έκδοσή του δείχνει, αν θέλετε, και τη γενικότερη, για πολλά χρόνια, αδιαφορία που μάστιζε τα ελληνικά μουσικά πράγματα εν σχέσει με το rock, το blues, την jazz κ.λπ. Πάλι καλά, δηλαδή, που υπήρχαν και οι… Μοντέρνοι Ρυθμοί του ’60 και μπορούσε να διαβάσει κανείς ολόκληρο άρθρο για τον σπουδαίο bluesman Curtis Jones (ο οποίος είχε παίξει, τότε, και στην Ελλάδα!). Θα μου πείτε, τώρα, τι θα το έκανε κάποιος εκείνο το άρθρο, το 1965… Τίποτα απολύτως…
Να σημειώσω, επί τη ευκαιρία, και μερικά ακόμη βιβλία (και εκδόσεις) για το blues που κυκλοφόρησαν ή κυκλοφορούν στη χώρα – κι αν έχω ξεχάσει κάποιο το συμπληρώνετε εσείς…
Επέλεξα μερικά με άμεση και προφανή σχέση με το είδος, καθότι υπάρχουν και άλλα όπου το blues εξετάζεται ως μέρος μιας άλλης κατάστασης… 

1. Samuel Charters: Η ποίηση του μπλουζ [Απόπειρα, 1982] 
2. Michael Bloomfield: Με τον Big Joe Williams [Απόπειρα, 1985] 
3. Graham Vulliamy: Τζαζ & Μπλουζ [Index, 1990] 
4. Νταίηβιντ Χατς-Στήβεν Μίλγουωρντ: Από το Μπλουζ στο Ροκ [Πρίσμα, 1994] 
5. Πωλ Όλιβερ: Η Ιστορία του Blues» [Απόπειρα, 1995] 
6. Blues / Μεγάλες Στιγμές, Από τον αμερικάνικο Νότο στα κλαμπ του κόσμου [Εκδόσεις Η. Μανιατέα, 1998]
7. Φώντας Τρούσας: Ένας Αιώνας Blues, Οι 100 Καλύτεροι Δίσκοι» (συνεργάστηκε ο Γ. Χαρωνίτης) [Jazz & Τζαζ, 1999]
8. Ροβήρος Μανθούλης: Μπλουζ με σφιγμένα δόντια [Εξάντας, 2006]
9. LeRoi Jones: Blues People/ Η Μαύρη Μουσική στη Λευκή Αμερική [Ισνάφι, Ιωάννινα 2007]
10. Χρήστος Κωνσταντινίδης: Blues... Η μητέρα της σύγχρονης μουσικής [Παρασκήνιο, 2020]
11. Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης: Τα νέγρικα μπλουζ και οι ιατρικές τους αναφορές [Οδός Πανός, 2020] 
12. Πήτερ Γκουράλνικ: Αναζητώντας τον Ρόμπερτ Τζόνσον [Απόπειρα, 2022]
13. Ηλίας Ζάικος: Ντόμπρα blues [Oblik Editions, Θεσσαλονίκη, 2025]
14. Φώντας Τρούσας: Blues: Η μαύρη αναβίωση στα 60s / Επίμετρο: Blues & Ρεμπέτικο [Όγδοο, 2026] 

update 9/2026

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

ALEXANDROS αίθουσα ελέγχου

Λόγω Πάτρας γνωρίζω τον Alexandros από τις αρχές του ’80 –πριν το πρώτο τυπωμένο 45άρι του– όταν έπαιζε με τους 80’s Ways (με την ίδια ονομασία, λίγο αργότερα, και η εταιρεία του). Μάλιστα είχα γράψει τα σχετικά και σ’ αυτή την ανάρτηση… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/06/rock-80.html, ενώ άλλες δύο (τουλάχιστον) φορές στο blog έχω αναφερθεί σ’ εκείνο το εξαιρετικό πρώτο δισκάκι του, με τα κομμάτια “No place to run” και “Tired”, ένα από τα καλύτερα electro-singles των δικών μας eighties.
Ο Alexandros στα μέσα της δεκαετίας θα κάνει κι ένα LP, το “Data”, σε δική του ανεξάρτητη παραγωγή (reissue το 2009 στην Ειρκτή), πριν μπλέξει με το… Πατρινό Καρναβάλι, κάνοντας μερικά ας-τα-πούμε-hits σε τοπικό επίπεδο. Φυσικά, όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησε να εμφανίζεται (στην Πάτρα και αλλού), να συνθέτει, να παράγει και να ηχογραφεί, πράγμα το οποίον αποδεικνύεται από το πρόσφατο άλμπουμ του στην B-otherSide που περιλαμβάνει ηχογραφήσεις του από την τετραετία 2001-2004. Στο “Control Room” (έτσι είναι ο τίτλος του νέου CD του) καταγράφονται τρία κομμάτια, μεγάλης σχετικώς διάρκειας… και ας τα δούμε κάπως πιο αναλυτικά.
Το “Control room part 1” διαρκεί λίγο περισσότερο από 23 λεπτά… και θα μπορούσε, κάλλιστα, να καταλαμβάνει την μια πλευρά ενός LP. Θέλω να πω πως το κομμάτι αντλεί στοιχεία από… παλαιότερες βινυλιακές «ηλεκτρονικές» μέρες και πιο συγκεκριμένα εκείνες των Tangerine Dream των mid-80s (“Le Parc” κ.λπ.)… και τούτο δεν το λέω για κακό. Ο Alexandros μεγάλωσε με τον αναλογικό electro-ήχο, και την υφή εκείνου δεν είναι δυνατόν να την ξεχάσει. Απλώς, οι συνθετικές κατευθύνσεις του μέσα στα χρόνια φαίνεται πως εξελίχθηκαν… από ένα new-wave και κάπως dark electro στην αρχή, σε κάτι πιο «ντανσικό» στην πορεία, και από ’κει και πέρα σε κάτι ακόμη πιο απαιτητικό να-το-πούμε, που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί «σωστά» και τη μεγάλη φόρμα. Στο συγκεκριμένο track πάντως, που περιλαμβάνει ακόμη samples κιθαρών και φωνών, δεν θα μπορούσε να αποσιωπηθεί και μιαν επιρροή από Vangelis (ιδίως στον τρόπο χρήσης των choir vocals). Ολοκληρώνοντας θα έλεγα πως το κομμάτι αναπτύσσεται «σωστά», με τα ρυθμικά μέρη να δίνουν την πρώτη ώθηση και με τ’ ατμοσφαιρικά να παίρνουν εν συνεχεία τη σκυτάλη.
Στο σχεδόν 19λεπτο “Control room part 2” οι TD είναι και πάλι παρόντες μέσα και πίσω από τις «κιμπορντικές» συστοιχίες, με το κομμάτι να απογειώνεται στο δεύτερο μέρος του, μέσω της έξυπνης χρήσης samples παιδικών φωνών και τη γενικότερη επική διαχείριση.
Το 13λεπτο “Control room part 3” είναι το πιο περιπετειώδες track του CD, αφού οι συνεχείς ρυθμικές αλλαγές και τα αλλεπάλληλα breaks τού δίνουν μια αδιάλειπτη και ανεξάντλητη ροή. Ειδικά μετά τη μέση η σύνθεση εξελίσσεται σ’ ένα εντυπωσιακό «βαθύμπιτο» ηλεκτρονικό ντεμαράζ άμεσης λειτουργικότητας και μεγάλης ισχύος, με τα παρεισφρέοντα «παραδοσιακά» στοιχεία να την εκτοξεύουν στο διάστημα λίγο πριν το χορωδιακό κλείσιμο…
Έγραψα καλά λόγια –επειδή τ’ αξίζει– για έναν μουσικό, το έργο του οποίου γνωρίζω από τα μαθητικά μου χρόνια.
Επαφή: www.b-otherside.gr

CHRIS LIGHTCAP’S BIGMOUTH τζαζ επίκεντρο

Όταν είσαι σούπερ-γκρουπ πρέπει να εμφανίζεσαι και να παίζεις σαν σούπερ-γκρουπ, αλλιώς τι; Οι Bigmouth του μπασίστα Chris Lightcap επιβεβαιώνουν και με το παραπάνω τις πολλές έξτρα τζαζ-δυνατότητές τους, προσφέροντας ένα θαυμάσιο άλμπουμ, το “Epicenter” [clean feed, 2015], δείγμα και αυτό των υψηλών δυνατοτήτων τους. Ας σημειώσουμε ποιοι αποτελούν το γκρουπ, πριν πάμε παρακάτω… Έχουμε και λέμε λοιπόν: Chris Lightcap μπάσο, ακουστικές κιθάρες, όργανο, Craig Taborn wurlitzer, πιάνο, όργανο, Tony Malaby τενόρο σαξόφωνο, Chris Cheek τενόρο σαξόφωνο, Gerald Cleaver ντραμς, κρουστά. Οι εξοικειωμένοι αναγνώστες με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις της σύγχρονης τζαζ σκηνής ήδη έχουν αναγνωρίσει τα ονόματα, και ήδη προσδοκούν την έξτρα απόλαυση…
Το “Nine South” διαρκεί γύρω στα επτάμισι λεπτά. Διακρίνεται για την μεταβλητή μελωδική γραμμή του, τα δεξιοτεχνικά soli (ιδίως στο τενόρο) και το πιάνο σε ρυθμικό ρόλο, να προκαλεί κατ’ ουσίαν το εκρηκτικό του πράγματος. Μπάσο-ντραμς σε αγαστή συμπόρευση, και με το wurlitzer να «χρωματίζει» με πάθος κι εμμονή.
Στο δίλεπτο “White horse” η εισαγωγή με την ακουστική κιθάρα οδηγεί τη σύντομη αυτή σύνθεση αλλού. Υπάρχει μία κάπως ambient αίσθηση με συνεχή breaks απ’ όλα τα όργανα, που της παρέχουν μία πιεστική διάσταση.
Το φερώνυμο “Epicenter” διαρκεί 9 λεπτά… και μετά τη σύντομη πνευστή εισαγωγή ακολουθεί μια συνομιλία μπάσου-ντραμς, που δείχνει, κατά πρώτον, τις εκτελεστικές δυνατότητες των Lightcap και Cleaver… πριν αρχίσει να μπαίνουν ένα-ένα όλα τα υπόλοιπα όργανα, γκρουβάροντας και σουινγκάροντας με άνεση. Απολαυστικός ο Taborn στα keys και εκρηκτικά τα τενόρο των Malaby και Cheek. Κατακλυσμιαία στο βάθος σύνθεση με τρανό rhythm-section.
Με το μπάσο του Lightcap ξεκινά το “Arthur Avenue”, τα κρουστά «σαρώνουν» και λίγες νότες απ’ το wurlitzer «ανοίγουν» σιγά-σιγά το track. Η μελωδία είναι απτή και κατανοητή και γίνεται κατανοητότερη μέσω του mid-tempo. Η γοητεία εδώ έγκειται στην συνεργασία των δύο τενόρων, και του τρόπου που ακούγονται αυτά είτε σε unison είτε όχι.
“Down East” λέγεται το πέμπτο track, κι είναι ένα τρίλεπτο rock κομμάτι κατά βάση, με υπερβαρέα σαξόφωνα, και μονότονη ρυθμική βάση. Η ένταση που βγάζει είναι ανομολόγητη.
Η μεγαλύτερη σε διάρκεια σύνθεση του CD είναι το δεκάλεπτο “Stillwell”. Ίσως πρόκειται για την πιο καταφανή jazz στιγμή του άλμπουμ, υπό την έννοια πως το bop και το groove συνυπάρχουν μέσα από τον… καταμερισμό μιας blues μελωδίας. Φοβερά τα «χρώματα» του wurlitzer και εντελώς δημιουργική η παρουσία των σαξοφώνων, καθώς μπάσο και ντραμς στρώνουν ένα εξοντωτικό background.
Το προτελευταίο κομμάτι έχει τίτλο “Stone by stone” και διαρκεί 8 λεπτά. Είναι και αυτό, όπως και όλα τα προηγούμενα, σύνθεση του Chris Lightcap και μοιάζει με άσκηση ύφους. Βασικά τα πνευστά κρατούν τον πρώτο ρόλο, με αργά και ολοκληρωμένα παιξίματα, και με τα πλήκτρα να συνοδεύουν σ’ ένα κάπως ιμπρεσιονιστικό background.
Το “Epicenter” θα κλείσει με μια διασκευή –τη μόνη– και τι διασκευή! Οι Bigmouth αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας το “All tomorrow’s parties” των Velvet Underground! Τη βασική μελωδία, που είναι πιστή (πολύ πιστή), την αναλαμβάνουν τα τενόρο, ενώ τα πλήκτρα, το μπάσο και τα ντραμς εισέρχονται σ’ ένα εντελώς υπονομευτικό παιγνίδι, με συνεχείς θορύβους (ας τους πως έτσι) και αυτοσχεδιασμούς, δημιουργώντας το σωστό υπόβαθρο. Περίτεχνη version, που αξίζει να την ακούσουν απαξάπαντες.
Επαφή: www.chrislightcap.com

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

KOOBA TERCU σκληροί, αλλά με έλεος…

Έλληνες είναι οι Kooba Tercu και για μένα… πρωτοεμφανιζόμενοι. Εννοώ πως όχι απλώς δεν είχα ακούσει κάτι πριν το παρόν φερώνυμο LP τους (300 αντίτυπα) στην Spinalonga/ Body Blows, αλλά ούτε καν είχε φθάσει στ’ αυτιά μου το όνομά τους. Περαιτέρω, στο μέσα μέρος του cover δεν πληροφορούμαστε ούτε για τα μέλη του γκρουπ (έτσι νομίζω…), αν και από μια φωτογραφία στο discogs βλέπουμε πως πρόκειται για ένα εξαμελές σχήμα που παίζει… rock (γιατί δεν μπορεί να παίζει κάτι άλλο). Τι είδους rock, τώρα, θα τα πούμε στη συνέχεια…
Οι Kooba Tercu δανείζονται στοιχεία από πολλές και διαφορετικές rock εποχές, εκφάνσεις κ.λπ., δημιουργώντας το δικό τους κράμα. Βασικά ο ήχος τους είναι σκληρός, εννοώ «μεταλλικός», αλλά συχνά με μιαν αίσθηση punk. Τα φωνητικά, επίσης, ακολουθούν μιαν επιθετική «μεταλλική» επίσης εκφορά, ενώ και η γενικότερη στάση δεν απέχει πολύ από εκείνη του sludge metal. Παρά ταύτα μια πιο συστηματική ακρόαση θα φανερώσει τις ποικίλες, αλλά κάπως υπόγειες αναφορές των Kooba Tercu, που μπορεί να σχετίζονται άλλοτε με το tribal… afro-rock και άλλοτε με το παλαιό progressive – δίχως να αποφεύγεται και μια κάποια ψυχεδελική αντιμετώπιση σε ορισμένα tracks λόγω, κυρίως, της χρήσης της επανάληψης και της έκστασης που εκείνη επιφέρει.
Με τραγούδια που περιγράφουν τις αλλόκοτες μέρες και ώρες του σήμερα, ενίοτε με μιαν αίσθηση “no future”, και με οργανικά passages, που έχουν τη δύναμη να δονούν και να ταρακουνούν (μέσα κι έξω), οι Kooba Tercu είναι η «σκληρή» εκείνη μπάντα, που ξέρει να αποδίδει τα πρέποντα. Κάτι που, εν πάση περιπτώσει, οφείλεται και στη γενικότερη ηχογράφηση-παραγωγή, η οποία δημιουργεί αυτή την αίσθηση του αληθινού και «εν τω γεννάσθαι».
Ωραίο, λοιπόν, και δυνατό rock άλμπουμ, από μια μπάντα που δείχνει να γνωρίζει τι θέλει.
Επαφή: www.spinalonga.net

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

CHRIS McNULTY αιώνιες οι μνήμες

Υπάρχει κάτι συγκινητικό σ’ αυτό το άλμπουμ της αυστραλής τζαζ-ερμηνεύτριας Chris McNulty (Αυστραλή μεν, αλλά Νεοϋορκέζα από το 1991). Το “Eternal” [Palmetto, 2015] είναι κατά κάποιον τρόπο αφιερωμένο στο γιο της, τον πρόωρα χαμένο «χιπχοπά» Sam McNulty, ή Chap One (πέθανε ξαφνικά τον Ιούλιο του 2011, στα 30 χρόνια του). Η McNulty δεν γράφει μόνο το σεμνό και κατά βάθος σπαρακτικό κείμενο στο triple-folded cover, αλλά επιλέγει κιόλας ένα σετ τραγουδιών ικανό να αποδώσει στο ακέραιο τον ψυχικό της κόσμο. Η ουσία τής κίνησής της αποκαλύπτεται από τους τίτλους κιόλας. “A flower is a lonesome thing”, “You are there”, “Star dust”, “Nature boy”, “With every breath I take” κ.λπ.
Η Chris McNulty βυθισμένη στον δικό της πόνο, γνωρίζει πώς να σχοινοβατεί μεταξύ της προσωπικής κατάδειξης, αλλά και της διάθεσής της να παρουσιάσει ένα άλμπουμ για τον πολύ κόσμο. Να είναι, εννοώ, ο εαυτός της, αλλά ταυτοχρόνως και η ερμηνεύτρια του πάλκου, της σκηνής, που «λογοδοτεί» ανά πάσα ώρα στο κοινό της. Το καταφέρνει στην εντέλεια, αφού τα τραγούδια που έχει επιλέξει έχουν όλα εκείνα τα «εσωτερικά» και «εξωτερικά» στοιχεία βοηθώντας την να πράξει κάτι τέτοιο. Για το σκοπό αυτό η McNulty συνεργάζεται μ’ ένα trio αποτελούμενο εκ των John Di Martino μπάσο, Ugonna Okegwo μπάσο και Gregory Hutchinson ντραμς, όπως και μ’ ένα chamber ensemble (βιολιά, βιόλα, τσέλο, φλάουτα, κλαρινέτα, γαλλικό κόρνο, μπασούν) υπό τον Steve Newcomb. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Και αρκούντως «βαθύ, έως και ανατριχιαστικό θα έλεγα σε tracks όπως το “What are you doing the rest of your life” του Michel Legrand, ή στη δική της σύνθεση “You are there”.
Η Chris McNulty, δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι μία εξαιρετική τζαζ τραγουδίστρια. Εδώ, όμως, στο “Eternal”, αποδεικνύει και κάτι ακόμη. Πως είναι περαιτέρω και μία ιδιαίτερη performer, ικανή να τακτοποιεί εντός της την προσωπική της θλίψη, διοχετεύοντας στον κόσμο τη συγκίνηση μέσα από το μέτρο. Κάτι καθόλου εύκολο.
Επαφή: www.chrismcnulty.com

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

παζάρια δίσκων και «επιστροφές» στα βινύλια

Πέρασα, για πρώτη φορά, από τη «γιορτή του βινυλίου» στο Γκάζι, το προηγούμενο Π/Σ/Κ. Εννοώ πως δεν είχα πάει ποτέ σε παζάρι βινυλίων στο Γκάζι – για διαφόρους λόγους, αλλά και γιατί δεν εύρισκα κάποιο πολύ ισχυρό κίνητρο. Και εν πάση περιπτώσει εμείς οι παλιοί βινυλιάδες –για να ευλογήσω και λίγο τα γένια μου– δεν μασάμε από “back to vinyl” και τα τοιαύτα. Γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και θα πορευτούμε μέχρι το τέλος ακούγοντας βινύλια, τα οποία ήταν, είναι και θα είναι πάντα και πανταχού παρόντα. Αυτά τα… πίσω στο βινύλιο είναι των άσχετων διαφημιστών ή των άσχετων γενικώς, που νομίζουν πως με κάτι τέτοιες «εξυπνάδες» θα γεμίσουν το πουγκί τους. Δεν ξέρω τι κάνουν τελικώς, ούτε μ’ ενδιαφέρει. Αφήνω δε το γεγονός πως το βινύλιο «επιστρέφει» ήδη από τα nineties…
Back to Vinyl, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 12/1999
Το παζάρι δίσκων, από την άλλη, είναι παζάρι και δεν πρέπει, κατ’ εμέ, να μπερδεύεται με άλλες εκδηλώσεις. Αυτά τα «παράλληλα» εγώ δεν τα βρίσκω σωστά. Κανείς (η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια του «κανόνα» και όχι της «εξαίρεσης») δεν πάει σ’ ένα παζάρι δίσκων για να δει ταινίες (ουδεμία μομφή για τις ταινίες του Αντώνη Μποσκοΐτη – όσες έχω δει έχουν ενδιαφέρον), ούτε για να κοιτάει αφίσες και φωτογραφίες, ούτε για να βλέπει πώς κάνουν «κόλπα» με τα πικάπ οι χιπχοπάδες. Πάει για να βρωμίσει τα χέρια του στις ντάνες με το «πράμα». Οι διοργανωτές στην προσπάθειά τους να φουσκώσουν την εκδήλωση την μετατρέπουν σ’ ένα θέαμα ποικιλιών για… όλη την οικογένεια. Εμένα δεν μου αρέσει να βλέπω οικογένειες στα παζάρια (των δίσκων). Δεν μου αρέσει ούτε και στα γήπεδα δηλαδή. Δεν πρόκειται για εκκλησία. Θέλω να βλέπω ρέκτες σ’ αυτούς τους χώρους και όχι τον πάσα ένα…
Από το πρώτο, φρονώ, παζάρι δίσκων στο Club West, 11/1993 (περιοδικό Ε)
Δεν μου άρεσε, περαιτέρω, και η διαρρύθμιση του χώρου (στο Μηχανουργείο της Τεχνόπολης). Για να προσέγγιζε κάποιος τους «πίσω» πωλητές θα έπρεπε να κάνει ένα ολόκληρο γάμα. Αυτός για μένα είναι, πώς να το πω, ένας αθέμιτος ανταγωνισμός. Δεν ξέρω αν οι «πίσω» θέσεις έχουν λιγότερο ενοίκιο (πιθανώς), αλλά αν, πράγματι, συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι λάθος.
Η αίθουσα πρέπει να είναι μία, ενιαία, με όσο το δυνατόν πιο χαμηλό ενοίκιο πάγκου, ώστε όλοι να βολεύονται (ενοίκιο διαβαθμισμένο αναλόγως της έκτασης που καταλαμβάνει ο καθείς). Εννοώ πως ο μεγάλος πωλητής που θα θέλει να στριμώξει 15-20 καφάσια ας πληρώσει κάτι παραπάνω, αλλά και ο μικρός που μπορεί να θέλει να βάλει ένα μόνο καφάσι να μην αποκλείεται λόγω… αντικειμενικών κριτηρίων και… τεκμηρίων. Εξάλλου, την ουσία στα παζάρια των δίσκων τη δίνουν, πολλάκις, οι μικροί «ανεξάρτητοι» πωλητές που μπορεί να έχουν λίγο «πράμα» αλλά καλό, και όχι αναγκαστικώς (αναγκαστικώς λέω) οι επαγγελματίες του χώρου (που κουβαλάνε και «σαβούρες», για να τις ξεφορτωθούν). Αν είναι στα παζάρια να βρίσκουμε συγκεντρωμένους μόνο τους γνωστούς και αγαπητούς μαγαζάτορες δεν έχει και πολύ νόημα. Αυτούς τους βρίσκουμε, τον καθένα στο χώρο του, κάθε μέρα... όποια μέρα...
Οι τιμές τώρα, γενικώς, ήταν καλές, και αν έψαχνες στην κατηγορία 10-15 ευρώ θα μπορούσες να βρεις ενδιαφέροντα πράγματα. Εγώ, εξάλλου, που δεν πήγα για να χώσω λεφτά, πήρα δύο μόλις LP, ένα των 10 ευρώ κι ένα των 5. Ελληνικά φτηνοπράγματα δηλαδή, που τα έψαχνα για κάποιους λόγους και τ’ αγόρασα. Έναν τύπο… στυλ Κουκουτάρα από τα mid 70s, κι ένα έντεχνο των early 80s. Βρήκα κι άλλα δηλαδή, φτηνά κι ενδιαφέροντα, αλλά στην ηλικία που είμαι έχω μάθει πια να συγκρατιέμαι… και ν’ αγοράζω κάτι μόνο αν είναι να προκύψει, συγχρόνως, και κανα κείμενο.
Πάντως για μένα τα οργανωμένα παζάρια δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όχι πως είναι αδιάφορα – δεν λέω αυτό. Παντού, όπου «μαζεύονται» δίσκοι οι δισκόφιλοι θα ψάξουν και θα βρουν κάτι ν’ αγοράσουν. Απλώς δεν έχουν πια το στοιχείο της «έκπληξης». Το οποίο λείπει και από το Μοναστηράκι βεβαίως, όπως και απ’ όλα τα υπόλοιπα γιουσουρούμια. Γιατί, αν είναι να πηγαίνεις με φακούς στις 3 και στις 4 το πρωί του Σαββάτου, για να ψάχνεις για δίσκους δεν έχει –για μένα– κανένα απολύτως νόημα.
Ένα πεντακοσάρικο η είσοδος στο παζάρι του Ρόδον. Λίγο μετά τα μέσα του '90...
Παλιά, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν όλοι σχεδόν οι σημερινοί μαγαζάτορες (Mr Vinylios, Ζαχαρίας, Πάνος, Σπύρος κ.λπ. – και διάφοροι άλλοι ανεξάρτητοι μεμονωμένοι) άπλωναν την πραμάτεια τους στην Βρυσακίου αγόραζες τα καλύτερα όποια ώρα και να πήγαινες. Υπήρχε υλικό για όλους. Επειδή, τότε, γνωρίζαμε πολύ λιγότερα πράγματα, ποντάραμε και στα «άγνωστα» – σ’ εκείνα τέλος πάντων που μπορεί να τα γνωρίζαμε εμείς, αλλά όχι ο διπλανός μας. Τώρα, όλοι ξέρουν. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό (γιατί, το να ξέρει κάποιος… ok…), το χειρότερο είναι το γεγονός πως όλοι παραμυθιάζονται από το eBay και το discogs έχοντας γίνει ειδήμονες, τάχα, στις τιμές. Δεν είναι όμως έτσι. Οι τιμές πρέπει να ανταποκρίνονται και στο τωρινό… ελληνικό ΑΕΠ και όχι στο τι θα μπορεί ν’ αγοράσει, δυνητικώς, ο χι ψι παραλής Ιάπωνας ή Αμερικάνος. Άμα είναι έτσι, ας καταργηθούν λοιπόν τα παζάρια και ας πουλάμε όλοι στο internet…
Το λέω, γιατί φτηνό και καλό πράμα δεν βρίσκεις πλέον στα... back to vinyl, ούτε με το ψαροντούφεκο. Και το υποστηρίζω τούτο, όταν ακόμη και σε παζάρι δίσκων στο Ρόδον, επί δραχμής, είχα αγοράσει το πρώτο LP των Ιταλών Delirium (με το triple-folded cover) με ενάμισι χιλιάρικο. Τζάμπα δηλαδή. Αυτό είναι για μένα το νόημα του παζαριού.
Σήμερα, όμως, όλοι… φοβούνται όλους, αφού όλοι, επί της ουσίας, μπορεί να είναι αγοραστές και πωλητές ταυτοχρόνως. Οπότε σου λέει και ο άλλος… γιατί να πουλήσω κάτι φθηνό; Για να το πάρει ο χι, ψι, ωμέγα και να το πουλήσει στο discogs ή στο eBay σε κανα μπεκούνι από την επαρχία ή από τη Ρωσία, σε διπλή-τριπλή τιμή;
Όποιοι ζήσαμε τις δισκοαγορές πριν το internet είδαμε και τη σωστή διάσταση του πράγματος. Τώρα, στα παζάρια, πρέπει να βγάλεις φουσκάλες στα δάχτυλα για να νοιώσεις τη χαρά της «ευκαιρίας». Και αν… Γι’ αυτό δεν πολυπάω...

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

DAEVID ALLEN / GONG τώρα… θλιβερός ο λόγος

Με αφορμή τον θάνατο του Daevid Allen (1938 - 13/3/2015) πριν λίγες μέρες ανασύρω δύο σχετικά κείμενα που έγραψα πριν 17-18 χρόνια, το ένα για το Jazz & Τζαζ και το άλλο για το ZOO, επειδή εξακολουθεί να παρουσιάζουν ένα σχετικό ενδιαφέρον. Τότε ο λόγος δεν ήταν θλιβερός, τώρα είναι.

Ήταν Δεκέμβριος του 1997, όταν ένας αναγνώστης του Jazz & Τζαζ είχε ζητήσει πληροφορίες για τον Daevid Allen. Είχα απαντήσει με το κείμενο που θα διαβάσετε στη συνέχεια (δημοσιεύτηκε στο τεύχος 57 του περιοδικού)…

Ο Daevid Allen, Αυστραλός που βρέθηκε αρχικώς στον… Πειραιά (με καράβι από την Αυστραλία) και εν συνεχεία στο Παρίσι και το Λονδίνο το χειμώνα του ’61, υπήρξε φίλος του William S. Burroughs, με τον οποίον γνωρίστηκε (όπως και με τον Terry Riley) σε προχωρημένο σώου της γαλλικής πρωτεύουσας. Το πρώτο του γκρουπ υπό τον τίτλο Daevid Allen Trio (οι άλλοι δύο ήταν ο Robert Wyatt και ο Hugh Hopper) εμφανίσθηκε στο Λονδίνο το 1963. Μάλιστα, προσφάτως (σ.σ. το κείμενο, επαναλαμβάνω, είναι γραμμένο το 1997), οι ασπάλακες των στούντιο ανέσυραν ηχογραφήσεις της εποχής εκείνης, οι οποίες και είδαν το φως της δισκογραφίας υπό τον τίτλο “Live 1963”.
Στους Soft Machine o Daevid Allen συμμετείχε για ένα χρόνο περίπου (Αύγουστος ’66 – Σεπτέμβριος ’67), με τους οποίους και ηχογράφησε εκτός του γνωστού LP ένα single (“Love makes sweet music/ Feelin’ reelin’ squeelin’”), στο οποίο έπαιζε μπάσο, κιθάρα, κάνοντας και backing vocals. Η ιστορία με τη βίζα του είναι πάνω-κάτω γνωστή, όταν και δεν του επετράπη η είσοδός του στη Βρετανία, μετά την επίσκεψή του με τους Soft Machine στο Saint-Tropez.
Την περίοδο ’67-’69 έπαιζε μ’ ένα σχήμα στο Παρίσι ονόματι Banana Moon (υπάρχουν ηχογραφήσεις σε πρόσφατο CD υπό τον τίτλο “Je Ne Fum’ Pas des Bananes”), ενώ ανάμεσα στον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του ’69 ηχογραφεί το άλμπουμ “Magick Brother, Mystic Sister” στη γαλλική BYG του συμπατριώτη μας Jean Georgakarakos – τον οποίον ο Allen θα τιμήσει αργότερα, δίνοντάς του τη θέση που του ταίριαζε στο πάνθεον των Gong, με το όνομα… Jean Kastro Kornflakes.
Οι Gong σχηματίζονται τον Νοέμβρη του 1969 και τα πολύ πρώιμα χρόνια συμμετείχαν σ’ αυτούς οι γνωστοί jazzmen Barre Phillips κοντραμπάσο και Burton Greene πιάνο. Οι δεκάδες αλλαγές μελών βεβαίως δεν είναι του παρόντος, αν και θα πρέπει να τονιστεί από εκείνη την περίοδο η σημασία του άλμπουμ “Camembert Electrique” από το 1971.
Εκείνη περίπου την εποχή, προς τα τέλη του ’71 δηλαδή, αποτέλεσε μέλος του γκρουπ και ο Kevin Ayers. Τότε ήταν, όταν ο Allen κυκλοφόρησε το πρώτο και καλύτερο προσωπικό άλμπουμ του (το “Magick Brother, Mystic Sister” θεωρείται ως το πρώτο άλμπουμ των Gong όχι γιατί το γκρουπ είχε ακόμη τότε σχηματοποιηθεί, αλλά γιατί η λέξη “Gong” φαίνεται στο εξώφυλλο και μάλιστα με γράμματα μεγαλύτερα από εκείνα του ονόματος του Daevid Allen). Ο τίτλος του ήταν “Banana Moon” και συμμετείχε σ’ αυτό και ο Robert Wyatt, που τραγουδούσε για ακόμη μία φορά το “Memories”. Η κλασική τριλογία τους (“Flying Teapot”, “Angel’s Egg”, “You”) αποτελεί για πολλούς ό,τι καλύτερο ηχογράφησαν ποτέ, αν και προσωπικά το “You” είναι αυτό που με συγκινεί περισσότερο. Προς τα τέλη των seventies το κυριότερό τους παρακλάδι (γιατί υπήρξαν και οι Planet Gong, οι Mother Gong, οι Paragong και οι Pierre Moerlen’s Gong) ηχογραφούν ορισμένα ενδιαφέροντα fusion άλμπουμ (προτείνω το “Gazeuse!” από το 1977) διατηρώντας κάπως τη φήμη της μπάντας, στην οποίαν πλέον δεν συμμετείχε ο Daevid Allen, αφού προτιμούσε να ηχογραφεί προσωπικούς δίσκους (ενδιαφέρον παρουσιάζει το “N' Existe Pas!” από το 1979).
Ο Allen, και πρέπει να το πούμε αυτό, είναι ο μόνος από την ομήγυρη των Gong, που εξακολουθεί να ηχογραφεί ενδιαφέροντα άλμπουμ.
Η τελευταία αξιοπρόσεκτη δουλειά του που έπεσε στα χέρια μου ήταν το “Dreamin a Dream” (rec. 1993-94), που αποδεικνύουν ότι ο δημιουργικά… φαντασιόπληκτος αυτός Αυστραλός έχει ακόμη πράγματα να πει. Το θέμα είναι σίγουρο πως δεν εξαντλείται εδώ και γι’ αυτό, με κάποια μελλοντική αφορμή, θα επανέλθουμε με περισσότερα στοιχεία.

Και η μελλοντική αφορμή δόθηκε μερικούς μήνες αργότερα, όταν έγραψα ένα κείμενο στο περιοδικό ZOO (#11, Σεπτ-Οκτ 1998) προσθέτοντας στοιχεία σε αφιερώματα που είχαν προηγηθεί από τον Νίκο Κοντογούρη στη Σκηνή του Canterbury και τους Gong… Εδώ, επιλέγω να μεταφέρω τα των Gong/ Daevid Allen…

Το πρώτο συγκρότημα που σχημάτισε ο Daevid Allen στη Γαλλία ήταν οι Bananamoon. Πριν από τέσσερα χρόνια μάλιστα εμφανίστηκε ένα CD με τίτλο “Je Ne Fum’Pas des Bananas” [Legend KZLM 1505 1], που περιείχε υλικό από την περίοδο ’67-’69, ηχογραφήσεις δηλαδή του Allen με τους Bananamoon, οι οποίοι αποτελούνταν από τους Patrick Fontaine μπάσο, Marc Blanc ντραμς, Daevid Allen κιθάρες, ενώ συχνά εμφανίζονταν μαζί τους η Gilli Smyth και κάποιος τύπος ονόματι Daniel Laloux. Το CD περιλαμβάνει πολλά ενδιαφέροντα κομμάτια, σε πρωτόλειες αλλά συναρπαστικές εκτελέσεις, όπως το free “Goldilox”, ή το “Un oeuf for you” με το γνωστό στους φίλους του γκρουπ riff από το “Stoned innocent Frankenstein”, αν και το πιο ωραίο κομμάτι του άλμπουμ είναι σίγουρα το “East-ce que je suis (Garçon ou fille)”, που λίγο καιρό μετά αποτέλεσε το πρώτο single των Gong. Από τους Bananamoon ξεπήδησε μάλιστα ένα από τα καλύτερα γαλλικά συγκροτήματα της εποχής, οι Ame Son.(…)
Την ίδιαν εποχή που κυκλοφόρησε το “Je Ne Fum’…” εμφανίστηκε στην αγορά κι ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον CD των Gong, με τον τίτλο “Camembert Eclectique” [GAS CD 001]. Μάλιστα για να μην υπάρξει κανενός είδους μπέρδεμα, επειδή το “Eclectique” με το “Electrique” οπτικώς μπορεί να ταυτιστούν (πέραν του ότι τα εξώφυλλα των δύο άλμπουμ μοιάζουν αρκετά, αν και έχουν εντελώς διαφορετικό φόντο), υπήρχε στο άνω μέρος του art-cover η σημείωση “Not what you think…”. Και όντως. Οι συνθέσεις που υπάρχουν εδώ χρονικώς τοποθετούνται μεταξύ των ετών 1969-1971 και καλύπτουν, επαρκώς θα έλεγα, (αφού το CD διαρκεί μια ώρα) το διάστημα ανάμεσα στα πρώτα δύο LP του γκρουπ. Το υλικό που ερμηνεύεται εμφανίστηκε κατά καιρούς σε διάφορες μορφές (“Hyp hypnotise you”, “Big city energy”), ενώ υπάρχουν και πρωτότυπες στιγμές. Ενδιαφέρον έχει επίσης η line-up της μπάντας εκείνη την εποχή, μιας και παρουσιάζονται εδώ κάποια καινούρια μέλη. Έχουμε λοιπόν τους Daevid Allen κιθάρα, Gilli Smyth φωνητικά, Daniel Laloux κρουστά, horn, Didier Malherbe σαξόφωνα, φλάουτο, Christian Tritsch μπάσο, Dieter Gewissler βιολί και Raschid Houari ντραμς.
Οι συνεργασίες των μουσικών που πέρασαν κάποια στιγμή της καριέρας τους από τους Gong είναι σίγουρα δεκάδες και ίσως, συγχρόνως, να είναι αδύνατη μια οριστική καταγραφή τους.(…) Ίσως, όμως, εδώ, θα έπρεπε να αναφέρω κάτι που μου είχε πει παλαιότερα ο Αλέκος Καρακαντάς (κιθαρίστας στους Juniors, We Five, μπάντα Γιώργου Ρωμανού, Axis κ.λπ.), ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι Axis είχαν εμφανισθεί στη σκηνή τόσο με τους Gong όσο και με του Magma.
Το εξαιρετικό live LP των Gong “Gong Est Mort” [Tapioca TP 10002/10003] είναι ηχογραφημένο στο Hippodrome του Παρισιού την 28/5/1977. Οι συνθέσεις είναι όλες των μελλών του γκρουπ, εκτός από δύο στην τρίτη πλευρά και τις δύο της τέταρτης, που συνυπογράφονται από κάποιους Gong C.O.I.T. (Gong Compagnie Opera Invisible de Thibet) – τρέχα-γύρευε δηλαδή. Στη μεγάλη εσωτερική φωτογραφία ποζάρουν άπαντες. Μόνο το πρόσωπο του Steve Hillage (αυτός πρέπει να είναι) είναι καλυμμένο, επειδή ο γνωστός κιθαρίστας ανήκε ακόμη τότε στην Virgin.
Την 8 και 9 Οκτωβρίου 1994, στο Forum του Λονδίνου, γιορτάστηκαν τα 25χρονα της μπάντας. Η συναυλία που διήρκεσε συνολικά 24 ώρες έδωσε την ευκαιρία σε δεκάδες μουσικούς από διάφορους σχηματισμούς να παίξουν πάλι μαζί μετά από χρόνια. Στην εκδήλωση πήραν μέρος οι Classic Gong (Allen, Smyth, Malherbe, Moerlin, Blake Howlett), Shapeshifter’ Gong, Mothergong, Planet Gong, Pierre Moerlen’s Gong, Tim Blake’s Crystal Machine, Didier Malherbe’s Fluvius Band, Pip Pyle Band, Here & Now, Kangaroo Moon, Short Wave, Lady June και Kevin Ayers. Το live απαθανατίστηκε σ’ ένα διπλό CD και κυκλοφόρησε ως “25th Birthday Party” [GAS/ Voiceprint VPGAS 101 CD, 1995].
Ακόμη η γαλλική Spalax εμφάνισε ένα τριπλό CD με τον τίτλο “Radio Gnome Trilogy” και στο οποίο περιλαμβάνονται τα γνωστά τρία LP του γκρουπ (“Flying Teapot”, “Angel’s Egg”, “You”). Η προσφορά του κουτιού, όμως, ήταν άλλη. Υπάρχει εδώ το σπάνιο booklet από την original έκδοση του “Angel’s Egg”.
Τελευταία  προσωπική δισκογραφική εμφάνιση του Daevid Allen που γνωρίζω είναι το CD “Dreamin a Dream”. Εκδόθηκε από την GAS το 1995 και είναι περισσότερο ακουστικό (συμμετέχουν οι Graham Clark και Bill Bacon από τους New York Gong).
Το 1994 ο Daevid Allen κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο Gong Dreaming 1 από τις GAS Publications, μέρος, όπως καταλαβαίνετε, μιας σειράς αναμνήσεων από την ιστορία του (από τους Soft Machine μέχρι τους Gong). Πιθανώς να έχουν κυκλοφορήσει και τα υπόλοιπα μέρη (σ.σ. το Gong Dreaming 2/The Histories & Mysteries of Gong from 1969-1975 εκδόθηκε στην SAF Publishing το 2009).

Και κάτι ακόμη. Οι Gong με τον Daevid Allen είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα δύο φορές (τρίτη δε θυμάμαι). Την πρώτη τον Νοέμβριο 2000 (4 και 5) είχαν παίξει στο Ρόδον (Αθήνα) και στον Μύλο (Θεσσαλονίκη) αντιστοίχως, ενώ τη δεύτερη τον Οκτώβριο 2001 (6 και 7) στους ίδιες πόλεις και στους ίδιους χώρους. Τη δεύτερη φορά τους είχα δει κι εγώ στο Ρόδον σ’ ένα εξαιρετικό live. Από ’κει και η φωτογραφία του Daevid Allen, τραβηγμένη από το φίλο Λευτέρη Αρβανίτη.