Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

JORDINA MILLÀ & BARRY GUY, LUCIAN BAN / MAT MANERI, NORMA WINSTONE / KIT DOWNES τρία άξια ντουέτα, στις νέες κυκλοφορίες της ECM

JORDINA MILLÀ & BARRY GUY: Live in Munich [ECM Records, 2024]  
Εντάξει ο βρετανός κοντραμπασίστας Barry Guy (γενν. 1947), είναι μια θρυλική θα λέγαμε μορφή του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού, καθώς σφυρηλατεί τη διαδρομή του από την εποχή της London Jazz Composers Orchestra ή και ακόμη πιο πριν (με τεράστιες συνεργασίες μέσα στα χρόνια), αλλά η Jordina Millà (γενν. 1984) ποια είναι; Για την οποία, τέλος πάντων, ανοίγει τώρα η πόρτα της ECM;
Λέμε λοιπόν για μια ισπανίδα πιανίστρια και αυτοσχεδιάστρια, που την τελευταία 15ετία, χοντρικά, έχει κάνει διακριτή την παρουσία της στο χώρο της πιο απαιτητικής jazz, με γερές συνεργασίες, live και δισκογραφία. Μάλιστα με τον Barry Guy έχει συγκροτήσει ένα ντουέτο, που θεωρείται αυτή τη στιγμή ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά στο σχετικό κύκλωμα, καταγραμμένο ήδη σε δύο άλμπουμ – στο “String Fables” [Fundacja Słuchaj!, 2022] και στο παρόν “Live in Munich”, που κυκλοφορεί τώρα από την ECM.
Το άλμπουμ συλλαμβάνει την Millà και τον Guy ζωντανά ηχογραφημένους, τον Φεβρουάριο του 2022, στο Schwere Reiter του Μονάχου, σ’ ένα σετ έξι κομματιών, με διάρκειες μικρές (τέσσερα λεπτά), μεσαίες (δέκα λεπτά) και μεγάλες (είκοσι τρία λεπτά).
Ανεξαρτήτως των διαρκειών εκείνο που εντυπωσιάζει εδώ έχει να κάνει με τον «κόσμο» που οικοδομούν οι δύο αυτοσχεδιαστές εκμεταλλευόμενοι δύο μόλις όργανα, που ακούγονται σαν... δέκα. Υπάρχει λοιπόν μια ειδική χρήση των οργάνων και βασικά του πιάνου, με παιξίματα «μέσα-έξω» και με ήχους φαινομενικά αλλοπρόσαλλους, μέσα από τους οποίους καταγράφονται νηνεμίες και εντάσεις, με συνεχή σκαμπανεβάσματα, επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις, δημιουργώντας στον ακροατή κάπως... υπερβατικά συναισθήματα. Είναι σαν να... σφίγγεται η ανάσα σου κάποιες φορές, και κάποιες άλλες σαν να συμμετέχεις σ’ ένα κατολισθητικό γεγονός ανεξακρίβωτου τέλους. Φυσικά, εδώ, δεν είναι εντυπωσιακή μόνον η Jordina Millà, αλλά και ο σημαίνων Barry Guy, που κατορθώνει με τα παιξίματά του (και «τσιμπητά» και με δοξάρι) να δημιουργεί την ίδια υποβλητική ατμόσφαιρα, αυτοσχεδιάζοντας με συνεχείς ανατροπές στη ροή, που παραμένει πάντα συνεχής, εντυπωσιακή και με εξωφρενικές απολήξεις.
Δύσκολο άκουσμα, αλλά όχι (δύσκολο) για τους fans του είδους.
LUCIAN BAN / MAT MANERI: Transylvanian Dance [ECM Records, 2024]
Ο ρουμανο-αμερικανός πιανίστας Lucian Ban (γενν. 1969) και ο αμερικανός χειριστής της βιόλας Mat Maneri (γενν. 1969) είναι δύο μουσικοί που συνεργάζονται στενά τα τελευταία χρόνια. Τα... πόσο τελευταία; Ας πούμε την τελευταία 15ετία. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι ποικίλα άλμπουμ, και κάποια σε σχήμα ντούο εννοείται – μ’ ένα απ’ αυτά να έχει τίτλο “Transylvanian Concert” [ECM], τυπωμένο πίσω στο 2013.
Σαν μια συνέχεια εκείνου του δίσκου μπορεί να λογιστεί το παρόν “Transylvanian Dance”, ηχογραφημένο ζωντανά στις 29 Οκτωβρίου 2022, στο CJT Hall, στην Timișoara (της Ρουμανίας), στο πλαίσιο του κύκλου “Retracing Bartók”, που θα ανέπτυσσαν οι Alin Rotariu and Jazz Updates, με αφορμή την... Timișoara 2023 European Capital of Culture.
Τι σχέση έχει ο Béla Bartók με το εν λόγω project; Μεγάλη, αν αναλογιστούμε πως όλα τα κομμάτια που ακούγονται εδώ, και τα οκτώ, είναι βασισμένα σε λαϊκά τραγούδια και χορούς, που θα συνέλεγε ο ίδιος ο Bartók στην Τρανσυλβανία, στο διάστημα 1909-1917.
Οι Ban και Maneri, όμως, δεν διασκευάζουν, χωρίς να παρεμβαίνουν, καθώς εναρμονίζουν εκ νέου αυτές τις μελωδίες, τις οποίες αφού πλαισιώσουν με τις δικές τους αυτοσχεδιαστικές προσεγγίσεις, που κινούνται πάντα μέσα στο πνεύμα των πρωτοτύπων, καταλήγουν να προτείνουν κάτι νεότερο, κάτι διαφορετικό και σε κάθε περίπτωση μελωδικότατο και... ατμοσφαιρικότατο. Δείχνουν, έτσι, πως και οι δύο, σαν συνεργάτες, έχουν κατακτήσει έναν άριστο βαθμό επικοινωνίας, προβάλλοντας ταυτοχρόνως μ’ έναν μεστό και εντυπωσιακό τρόπο αυτές τις θαυμάσιες μελωδίες – σε αποδόσεις μέσης διάρκειας, που βρίθουν έντονων συναισθηματικών διακυμάνσεων. (Το αναλυτικό πληροφοριακό κείμενο του Steve Lake στο ένθετο βοηθά, οπωσδήποτε, στην αμεσότερη κατανόηση των ηχογραφημάτων).
NORMA WINSTONE / KIT DOWNES: Outpost of Dreams [ECM Records, 2024]
Πέρυσι τον Απρίλιο, όταν η Norma Winstone (αυτή η βρετανή κυρία του απαιτητικού τζαζ τραγουδιού) ηχογραφούσε το τελευταίο άλμπουμ της, το “Outpost of Dreams”, ήταν 82 ετών. Το συγκλονιστικό, όμως, που συμβαίνει, καθώς το ακούς, είναι πως πολύ δύσκολα θα έβαζες με τον νου σου την ηλικία της. Είναι τέτοια η έκταση της φωνής της, η τεχνική της, η εκφραστική μαεστρία της, ώστε όλα τούτα να σε κάνουν να αναρωτιέσαι... αν η Winstone έχει, τελικά, τα μισά χρόνια, απ’ όσα λέει η ταυτότητά της. Το είχε αποδείξει αυτό η Winstone, το πόσο μεγάλη σημερινή τραγουδίστρια παραμένει, και με το προηγούμενο ECM-άλμπουμ της, το “Descansado / Songs for Films” από το 2018, όταν ήταν πέντε χρόνια νεότερη, αλλά εδώ φρονούμε πως η φωνή της είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή, με πάντα απίστευτες και αστείρευτες δυνατότητες.
Σ’ αυτό λοιπόν το πιο νέο CD της, το “Outpost of Dreams”, η Winstone συνεργάζεται με τον πιανίστα Kit Downes, γνωστός μας από την εποχή του πρώτου προσωπικού δίσκου του στην ECM (του “Obsidian” από το 2018) ή και ακόμη παλαιότερα (από την εποχή των Troyka).
Ένα άλμπουμ για πιάνο-φωνή είναι, προφανώς, το “Outpost of Dreams”, που καταγράφει δέκα tracks του ντούο – ήτοι πρωτότυπες συνθέσεις του Downes σε στίχους της Winstone, μα και κομμάτια των John Taylor, Carla Bley, Ralph Towner, Aidan ORourke (πάντα με τους ποιητικούς στίχους της βρετανίδας σε πρώτο πλάνο), συν δύο παραδοσιακά (“Black is the colour”, “Rowing home”).
Σε όλο αυτό το εν πολλοίς ποικίλο ρεπερτόριο τόσο ο Downes, όσο και η Winstone εμφανίζονται «άπαιχτοι». Τα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο εντελώς ανεπαίσθητα, οικοδομώντας ένα... τοίχος προστασίας τελικά, έτσι θα πρέπει να το πούμε, έναντι όλων εκείνων των ηχητικών φληναφημάτων, που μας περιτριγυρίζουν. Πρωτότυπα και διασκευές διαθέτουν άπαντα μια σπάνια ευφράδεια, και καθώς ο χρόνος κυλάει, από το “Fly the wind” και το “Beneath an evening sky”, στο “Nocturne” και το “Black is the colour”, όλα φαίνεται να αποκτούν το αληθινότερο νόημά τους.

Η ECM Records εισάγεται από την AN Music

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

AGUSA το καινούριο σπουδαίο prog/folk άλμπουμ τους

Οι Agusa (Mikael Ödesjö κιθάρες, Jenny Puertas φλάουτο, φωνή, Simon Ström μπάσο, Roman Andrén πλήκτρα, Nicolás Difonis ντραμς, κρουστά, φωνή), από την πόλη Malmö της Σουηδίας, είναι μια ιδιαιτέρως αγαπητή μπάντα στο ελληνικό κοινό – κάτι που φαίνεται, όπως έχουμε ξαναγράψει, όχι μόνον από το γεγονός πως έχουν παίξει στα μέρη μας επανειλημμένως (Six D.O.G.S, Death Disco...), αλλά και από το γεγονός πως το άλμπουμ τους “In Concert” (2018) ήταν γραμμένο στην Death Disco, στις 9 Δεκ. του 2016. Τα άλμπουμ των Agusa, εν τω μεταξύ, εισάγονται και διανέμονται στην Ελλάδα από την Sound Effect Records και αυτό τα κάνει, οπωσδήποτε, περισσότερο προσβάσιμα σε όλους και κυρίως φθηνότερα (αν συνυπολογίσει κανείς και τα ταχυδρομικά τέλη από το εξωτερικό, που δεν είναι πλέον λίγα).
Το πιο νέο LP των Agusa αποκαλείται Noir[Kommun2, 2024] και είναι σάουντρακ – γραμμένο για την ταινία “Malmö Noir” (2022) του Augustin Sjöberg. Η ταινία καταγράφεται στην IMDb ως “comedy”, “crime” και “mystery” και το στόρι της σε δυο γραμμές είναι το εξής: Ένας ταχυδρόμος αγνοείται στο Μάλμε κι ένας νεαρός ντετέκτιβ από την πόλη Λουντ, κάπως κυνικός, αναλαμβάνει να ερευνήσει την υπόθεση. Δεν ξέρει ότι το Μάλμε, πρωτεύουσα του εγκλήματος της Βόρειας Ευρώπης κι ένα γενικά σκοτεινό μέρος, θα καθορίσει την συμπεριφορά του. Έτσι, όσο πιο βαθιά ψάχνει, τόσο μεγαλύτερες θα είναι και οι αποκαλύψεις, που θα τον αναγκάσουν να αμφισβητήσει όχι μόνο τις δικές του προκαταλήψεις, αλλά και την ίδια τη λογική του.
Γι’ αυτή λοιπόν την ταινία συνθέτουν μουσική οι Agusa, και βασικά ορχηστρικά tracks (με κάποιες λίγες φωνές ανάμεσα), μικρής γενικώς διάρκειας (κανένα δεν ξεπερνά τα πέντε λεπτά, ενώ το πιο σύντομο στο χρόνο διαρκεί λιγότερο από ένα λεπτό), τα οποία όμως ακούγονται «σαν ένα». Εννοούμε με αυτό πως η μουσική έχει συνέχεια και πως κάθε επόμενο κομμάτι ξεπηδά από το προηγούμενό του, δημιουργώντας ένα σφιχτό όσο και πνιγηρό ακρόαμα, που φέρνει στο νου τους μεγάλους συμπατριώτες τους από την δεκαετία του ’70, τους Älgarnas Trädgård, και κυρίως τον δίσκο τους “Delayed”.
Οπωσδήποτε το progressive rock και το progressive folk είναι τα «είδη», που έλκουν τους Agusa και κυρίως τους έλκει ένας αξιοζήλευτος όσο και αξεδιάλυτος συνδυασμός τους, μία τήξη αυτών των στυλ, με τα δικά της χαρακτηριστικά, που θα παραμένει πάντα το πιο μεγάλο ατού τους. Βαθιά υποβλητική και πλήρους συναισθηματικής έντασης μουσική, με υπέροχα παιξίματα και με ανατριχιαστικές αλλαγές και κορυφώσεις.
Στα high lights του άλμπουμ, που ακούγεται με διαρκές ενδιαφέρον από την αρχή έως το τέλος του, θα τοποθετούσα τα tracks “Τunnelseende”, Skånsk rapsodi nr:1”, “Vind för våg”, “Svart på vitt”, “Stad i mörker”, “Bön för Öresund” και “Stad i mörker (repris)”.
Σπουδαίος δίσκος!
Επαφή: www.soundeffect-records.gr, https://agusaband.bandcamp.com/album/noir

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

RITUAL HALMA, AIRBAG το σύγχρονο progressive rock

RITUAL: The Story of Mr. Bogd, Part 1 [Karisma Records, 2024]
Οι Ritual είναι ένα από τα ηγετικά σχήματα της σύγχρονης σουηδικής prog σκηνής. Συγκρότημα της δεκαετίας του ’90 βασικά, οι Ritual υπάρχουν και σήμερα, και όχι απλώς υπάρχουν, αλλά διαπρέπουν κιόλας, αν κρίνουμε από το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, που αποκαλείται “The Story of Mr. Bogd, Part 1”.
Οι Ritual είναι τετραμελείς, αποτελούμενοι εκ των Jon Gamble πλήκτρα, φωνητικά, Fredrik Lindqvist μπάσο, ιρλανδικό μπουζούκι, dulcimer, recorders, whistles, φωνητικά, Patrik Lundström φωνή, ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες και... τουριστικό μπουζούκι και Johan Nordgren ντραμς, κρουστά, nyckelharpa, φωνητικά. Από τον αριθμό των οργάνων που χειρίζονται τα μέλη του γκρουπ είναι ολοφάνερο πως η ηχητική ποικιλία δεν απολείπει από τα passages των Σουηδών – και αυτό είναι μια πραγματικότητα.
Βεβαίως η πιο μεγάλη πραγματικότητα είναι οι ίδιες οι συνθέσεις των Ritual, που είναι γενικώς πολύ ωραίες έως και καταπληκτικές. Μπορεί οι επιρροές από τα βασικά art-rock συγκροτήματα των seventies, τους Yes, τους Genesis, τους Moody Blues κ.λπ. να είναι οι αναμενόμενες, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι, υπό την έννοια πως, εδώ, έχουμε πρωτότυπο υλικό εφάμιλλης αξίας μ’ εκείνο το παλαιό και πρωτογενές – όχι κάτι στο περίπου ή τέλος πάντων τετριμμένο.
Μάλιστα, ηχητικώς, οι Ritual προσεγγίζουν άψογα και το folk-rock, με τις ακουστικές κιθάρας, την nyckelharpa, τις σφυρίχτρες κ.λπ., να δημιουργούν, με άνεση καλλιτεχνική, τα ανάλογα ηχοχρώματα.
Στιχουργικά το άλμπουμ έχει concept, αφού οι Ritual πολλές φορές στους δίσκους τους είναι επηρεασμένοι από τα λογοτεχνήματα της Tove Jansson (1914-2001) και βασικά από την «μυθολογία» των Moomins, που αφορά μικρούς και μεγάλους. (Η Jansson είναι πολύ αγαπητή και στην Ελλάδα, με διάφορα βιβλία της να κυκλοφορούν και στη γλώσσα μας). Τέλος πάντων, εδώ, οι Ritual, αναπτύσσουν την παράξενη ιστορία του μυστηριώδους Mr. Bogd – το πρώτο μέρος της, καθότι θα ακολουθήσει στο άμεσο μέλλον και το δεύτερο.
Το “The Story of Mr. Bogd, Part 1” έχει μοναδική ενότητα, ακούγεται εντελώς συμπαγές, με το ένα κομμάτι να διαδέχεται το άλλο με απόλυτη συνέπεια, δημιουργώντας μια ωραία φανταστική ατμόσφαιρα. Πολλές οι κομματάρες εδώ, σαν το “The Feline companion” ή το “The three heads of the well”, είναι όμως το πλήρες άλμπουμ που εντυπωσιάζει καθ’ όλο το μήκος και το πλάτος του.
Επαφή: www.ritual.se, www.karismarecords.no
HALMA: Driving by Numbers [Kapitän Platte]
Οι Halma είναι Γερμανοί (από το Αμβούργο), υπάρχουν ως σχήμα πάνω από 25 χρόνια κι έχουν ηχογραφήσει, μέχρι σήμερα, κάμποσα άλμπουμ – με το “Driving by Numbers” να είναι το πιο πρόσφατα απ’ αυτά. Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει άλλη μια φορά γι’ αυτούς, όταν αναφερθήκαμε στο “The Ground” του 2019, σημειώνοντας πως το γερμανικό γκρουπ κινείται σε heavy-progressive / stoner κατευθύνσεις – κάτι που, χονδρικώς, δεν ισχύει εδώ. Θα πούμε τι ισχύει...
Κατ’ αρχάς να σημειωθεί πως μέλη των Halma είναι οι Gundi Voigt μπάσο, Thorsten Carstens κιθάρα, Fiona McKenzie ντραμς, κρουστά, Andreas Voss βαρύτονη κιθάρα, συν τον guest Gregor Henning, που χειρίζεται κάποιο είδος άρπας σ’ ένα track και ακόμη πως η μπάντα παρουσιάζει στο “Driving by Numbers” τέσσερα μεγάλης διάρκειας tracks (από οκτώ έως δεκατρία λεπτά).
Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το stoner, εκείνο που μένει αλώβητο είναι το heavy progressive, το οποίο αποκτά, εδώ, περισσότερο cosmic και ψυχεδελικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή οι Halma ακούγονται ακόμη περισσότερο ως Γερμανοί, έχοντας αυτό το μακρόπνοο και «χαμένο» στις συνθέσεις τους, που διατυπώνονται μ’ έναν εντελώς τριπαριστό τρόπο.
Τούτο ισχύει και για τα τέσσερα κομμάτια του νέου δίσκου τους, που αναπτύσσονται αργά γενικώς, μ’ έναν τρόπο ευθύ και αβίαστο, δίχως να εκβιάζονται καταστάσεις. Κάθε track, εδώ, έχει το νόημά του και όλα μαζί φτιάχνουν ένα σφιχτό και περίτεχνο σύνολο, που έχει τον τρόπο να σε τηλεμεταφέρει οπουδήποτε.
Επαφή: www.kapitaen-platte.de
AIRBAG: The Century of the Self [Karisma Records, 2024]
Σύγχρονο progressive rock συγκρότημα από το Όσλο της Νορβηγίας, οι Airbag έχουν τώρα νέο άλμπουμ στα καταστήματα, το έκτο στη σειρά, που αποκαλείται “The Century of the Self”.
Οι Airbag, για τους οποίους έχουμε γράψει και παλαιότερα στο blog (για τον δίσκο τους “A Day at the Beach” από το 2020), είναι βασικά τρεις, με τον Bjorn Riis να αποτελεί το πιο γνωστό μέλος τους, αφού η δισκογραφία του είναι και επαρκής και διακριτή. Έτσι, στο blog, θα βρείτε επιπλέον κείμενα και για τους δίσκους του Riis “A Fleeting Glimpse” (2022), “Everything to Everyone” (2022), “A Storm is Coming” (2019) και “Forever Comes to an End” (2017).
Μετά απ’ όλα αυτά είναι νομίζω προφανής (τουλάχιστον για τους φίλους του δισκορυχείου) ο ήχος των Airbag, που, εκτός του Riis (χειρίζεται κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα και κάνει φωνητικά), αποτελούνται εκ των Asle Tostrup φωνή, πλήκτρα, προγραμματισμός και Henrik Bergan Fossum ντραμς – με τις επιπλέον «βοήθειες» σε μπάσο, κιθάρες και πλήκτρα να ολοκληρώνουν τον ήχο τού “The Century of the Self”.
Το prog-rock των Airbag είναι γλαφυρό, και εντελώς ευχάριστο. Θα χαρακτήριζα δε τον ήχο τους ακόμη και art-rock, υπό την έννοια πως οι επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Genesis, οι Yes και βεβαίως οι Pink Floyd είναι επιμελώς σπαρμένες μέσα στα μελωδικά patterns των Νορβηγών, που βρίθουν ωραίων οργανικών μερών (άπλετων βασικά, με λυρικές εντάσεις και βαθιά κιθαριστικά σόλι), μα και φωνητικών, καθώς ο βασικός τραγουδιστής ερμηνεύει με γνώμονα την απλότητα, τη σαφήνεια και την ωραιότητα. Τα θετικά vibes περνούν εν τω μεταξύ και στα λόγια των τραγουδιών, του γκρουπ, που είναι αναπτερωτικά, προβάλλοντας αισιόδοξα μηνύματα.
Δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις κομμάτι από το “The Century of the Self” των Airbag, από ένα άλμπουμ δηλαδή, πυκνό και στιβαρό, αλλά καθόλου «δύσκολο», που ακούγεται με απαράμιλλη ευκολία.
Επαφή: www.airbagsound.com, www.karismarecords.no

Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

ΓΩΓΩ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΟΓΓΟΥ σημαίνοντα πρόσωπα του ελληνικού τραγουδιού, που έφυγαν από τη ζωή πριν από λίγες μέρες – είχαν και οι τρεις σπουδαίες καριέρες, κυρίως στις παλαιότερες δεκαετίες

ΓΩΓΩ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Στις 12 Ιουλίου έφυγε από τη ζωή στα 76 χρόνια της η λαϊκή τραγουδίστρια Γωγώ Θεοδώρου. Μπορεί οι νεότεροι να μην την γνωρίζουν και τόσο καλά ή και καθόλου, γιατί τα τελευταία πολλά χρόνια δεν ήταν ιδιαιτέρως ενεργή, όμως στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η Θεοδώρου είχε συνεχή παρουσία στα κέντρα και τη δισκογραφία.
Όπως είχα σημειώσει και παλαιότερα, εδώ στο
LiFO.gr (24 Απρ. 2022)... η Γωγώ Θεοδώρου θα έγραφε ιστορία ακόμη κι αν είχε πει ένα μόνο τραγούδι στη ζωή της, το περίφημο «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία» των Κώστα Ξενάκη (μουσική) και Βασίλη Φωτεινάκη (λόγια), που ακούστηκε για πρώτη φορά στο άλμπουμ της με τον ίδιο τίτλο, στην εταιρεία General Gramophone, το 1979. Το τραγούδι αυτό είναι τόσο μεγάλο, ώστε να ακούγεται και σήμερα, 45 χρόνια αργότερα, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση! Λέμε για ένα αποθεωτικό ζεϊμπέκικο, που θα το τιμούσαν στην πορεία δεκάδες, και ανάμεσά τους οι Βασίλης Καρράς, Βάσω Χαρακίδα, Νατάσα Θεοδωρίδου, Ελένη Καρουσάκη, Αγγελική Ηλιάδη, Αλέκος Ζαζόπουλος και Ευδοκία. Τραγούδι αθάνατο, που δεν μπορεί να απουσιάζει από κανένα πρόγραμμα με κομμάτια της νύχτας, όποιας εποχής και όποιων συνθηκών.
Φυσικά η Γωγώ Θεοδώρου δεν θα έλεγε μόνο το «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία» στη ζωή της, καθώς από πολύ νωρίς (1968) θα την εμπιστευόταν ο Άκης Πάνου, δίνοντάς της το ωραίο ζεϊμπέκικο «Σαν ζευγαρώσουν δυο καημοί» [His Masters Voice]. Και ήταν αυτό το τραγούδι, που θα την έφερνε πιο μπροστά στο κύκλωμα των μαγαζιών, συμμετέχοντας σε προγράμματα στα Χρυσά Κλειδιά στην Πλάκα, στην Αδυναμία στη Λεωφόρο Συγγρού, στο Queen Anne στη Βούλα και αλλού τραγουδώντας μαζί με τον Λευτέρη Ψιλόπουλο, τον Γιώργο Καμπουρίδη, τον Κώστα Καφάση, τον Λάκη Αλεξάνδρου κ.ά. (...)
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΣ
Στις 11 Ιουλίου μάθαμε για τον θάνατο του Γιάννη Κατσάμπα, στα 83 χρόνια του – το ήμισυ των Αδελφών Κατσάμπα (ήταν ο πιο ψηλός και αυτός με την πιο μπάσα φωνή). Παρότι ο Γιάννης ήταν και τραγουδοποιός, η παρουσία του στα μουσικά μας πράγματα δεν νοείται έξω από εκείνη του ντουέτου με τον αδελφό του Γιώργο – πράγμα που σημαίνει πως δεν γίνεται να μιλάς γι’ αυτόν, ως κάτι άλλο ξεχωριστό.
Οι Αδελφοί Κατσάμπα διέπρεψαν στο χώρο της ελαφράς, λάτιν και ελαφρολαϊκής διασκέδασης για πολλές δεκαετίες, αφού από τα χρόνια του ’50 έως και τα πλέον πρόσφατα ήταν ενεργοί – τελευταίως στα τηλεοπτικά στούντιο κυρίως. Σίγουρα, σαν ντουέτο, εμφανίστηκαν κάποια στιγμή στη δεκαετία του ’50 και σίγουρα τα πρώτα τραγούδια τους ήταν συρτά, καντάδες, καλαματιανά, λαϊκά, ελαφρά, ταγκό κ.λπ. Θα τραγουδούσαν, δε, μέχρι και την αρχή των σέβεντις συνθέσεις των Νίκου Γούναρη, Τάκη Μωράκη, Νίκου Δαλέζιου, Γιώργου Ζαμπέτα, Άκη Λυμούρη, Τόλη Εσδρά, Ιωσήφ Ριτσιάρδη, Αλέκου Γεωργιάδη, Γιώργου Μουζάκη, Πάνου Πετσά, Οδυσσέα Μοσχονά κ.ά. Από τα ονόματα και μόνον αντιλαμβάνεσαι, με την πρώτη, το εύρος του ρεπερτορίου τους.
Δεν είναι σίγουρο πότε ακριβώς ηχογράφησαν λάτιν, για πρώτη φορά, οι Αφοί Κατσάμπα, όμως εξακριβωμένα το 1963 τραγουδούσαν τσα-τσα και σλόου ροκ, με τη συνοδεία της ορχήστρας Αδάμ(α)-Τζαβ (τους πιο γνωστούς αργότερα ως Play Boys), ενώ εκείνη την εποχή θα ανακάλυπταν και την «πατέντα» του ποτ-πουρί (που δεν ήταν δική τους φυσικά, αλλά θα την πήγαιναν πιο μακριά από πολλούς). Τα μισά τραγούδια, εννοώ, που ενώνονταν ανά τρία ή ανά τέσσερα, φτιάχνοντας ένα μεγαλύτερο. Το ποτ-πουρί, που πήγαινε ταμάμ με τη χορευτική διασκέδαση, δεν ήταν κάτι αυτονόητα εύκολο – με τους Αφούς Κατσάμπα να αποδεικνύονται πολύ μεγάλοι μάστορες σ’ αυτό. Έτσι, ένας από τους σημαντικούς δίσκους τους εκείνης της εποχής ήταν το 45άρι «Αναμνήσεις» [RCA Victor, 1964], στο οποίο οι Αδελφοί είχαν στριμώξει δώδεκα μισά τραγούδια, κάποια εκ των οποίων θεωρούνται κλασικά και με τις δικές τους εκτελέσεις («Για μας κελαϊδούν τα πουλιά», «Άστα τα μαλλάκια σου», «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» κ.λπ.).
Όταν, το 1969, οι Αδελφοί Κατσάμπα θα έκαναν τον καλύτερο δίσκο της πορείας τους, τον αληθινά σπουδαίο «Μελωδίες Λατινικής Αμερικής» [
Olympic], χωρίς μισά τραγούδια εννοείται, το λάτιν δεν ήταν στα επάνω του – τουλάχιστον όσο ήταν στα φίφτις και πριν εμφανισθούν οι Beatles. Τον κόσμο, θέλω να πω, σάρωνε τότε το λάτιν-ροκ των Santana και όχι τα “El porompompero” και τα “Besame mucho”, που πάντως δεν είχαν ξεχαστεί και που διασκευάζονταν, και αυτά, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα. (...)
 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΟΓΓΟΥ
Στις 28 Ιουνίου πληροφορηθήκαμε και για τον θάνατο της Γεωργίας Λόγγου, μιας πολύ σπουδαίας φωνής με εμφανή διαδρομή σε πολλές δεκαετίες – αν και όσα θα μας παρουσίαζε στη δεκαετία του ’70 θα ήταν τα πλέον καθοριστικά.
Η Λόγγου δεν έγινε πολύ γνωστή, γιατί ηχογραφούσε για μικρές εταιρείες, τις «δεύτερες» όπως τις λένε, και αυτό όσο να ’ναι συνέβαλε στο να μην αποκτήσει η ίδια μεγάλη αίγλη. Χοντρικά, θα έλεγα πως ήταν μια τραγουδίστρια του «έντεχνου» η Λόγγου, αν και η γκάμα τής φωνής της είχε μεγάλη ευελιξία, πείθοντας πως ήταν ικανή να υποστηρίξει τα πάντα. Και περίπου το έκανε, γιατί τραγούδησε και λαϊκά, και «έντεχνα», και μπαλάντες, και φολκ-ροκ, και κάπως ελαφρολαϊκά ή και ελαφρά. Φυσικά η φωνή της θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε ακόμη πιο πολλά τραγούδια, μέσα στις δεκαετίες, αλλά αυτό, δυστυχώς, δεν θα συνέβαινε.
Η Λόγγου ξεκινά λογικά από τις μπουάτ και κάπως έτσι την συναντάμε να τραγουδά το 1973 μαζί με τον Κώστα Χατζή, στον Σκορπιό στην Πλάκα. Εκείνη την εποχή φαίνεται πως ξεκινά και η δισκογραφία της, συμμετέχοντας στον δίσκο των Μπάμπη Πραματευτάκη-Αλέκου Καγιάντα «Οι Ρωμηοί» [Sonora], που έχει οπωσδήποτε το ενδιαφέρον του. Όμως την επόμενη χρονιά θα συνέβαιναν πολλά...
Το 1974 λοιπόν συναντάμε την Λόγγου να τραγουδά σε διάφορους δίσκους. Κατ’ αρχάς σ’ ένα
LP, που ηχογραφείται στο Λονδίνο και κυκλοφορεί το πρώτο εξάμηνο του 1974, όταν στην Ελλάδα υπήρχε ακόμη δικτατορία. Το άλμπουμ είχε τίτλο «Ο Λαός Αξιώνει Λευτεριά» ή και σκέτο «Λευτεριά» και είναι τυπωμένο από την βρετανική Lyntone Recordings. Υπογράφεται, δε, αυτό από κάποιον... Kostas Dilinos, που δεν ήταν άλλος από τον Ζάκη Κουνάδη (από τον ιστορικό Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής της δεκαετίας του ’60 κ.λπ.). Όλα τα τραγούδια έχουν μουσική και (ελληνικούς) στίχους του Κουνάδη και αποδίδονται άλλα από ελληνική λαϊκή ορχήστρα υπό τον George Philips και άλλα από την ορχήστρα Echo (αποτελούμενες, και οι δύο, από έλληνες και κύπριους μουσικούς). Ο δίσκος κυκλοφορεί πριν από τη Μεταπολίτευση, όπως προείπα και στην Ελλάδα φθάνει παράνομα και βασικά «χέρι με χέρι». Τα ωραιότερα τραγούδια από ’κει («Ο μαστρογιώργης», «Ο μπαρμπα-Γιάννης») θα τα έλεγε η Λόγγου. (...)
 
Το όλον εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/g-theodoroy-g-katsampas-g-loggoy-prosopa-toy-ellinikoy-tragoydioy-poy-pethanan-prin

Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

οι «Μαρτυρίες» του Δήμου Μούτση είναι ένας κορυφαίος δίσκος της πρώιμης μεταπολίτευσης – σπουδαία τραγούδια και ανάμεσά τους το συνταρακτικό «Επιστράτευση 20 Ιουλίου 74» με τον Μανώλη Μητσιά

Υπάρχουν διάφοροι ελληνικοί δίσκοι, που θα μπορούσε να εκφράζουν το «πνεύμα της Μεταπολίτευσης». Τονίζω τη λέξη «πνεύμα», γιατί στην πρώιμη Μεταπολίτευση (έως και το 1976) κυκλοφόρησαν κάποιες εκατοντάδες δίσκοι, αλλά λίγοι εξ αυτών, συγκριτικά, θα «έπιαναν» το zeitgeist της εποχής. Το πέρασμα, εννοώ, από τη χούντα στη δημοκρατία.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δίσκους κυρίαρχη θέση έχουν εκείνοι που, για τον έναν ή το άλλο λόγο, δεν θα μπορούσε να βγουν το πρώτο επτάμηνο του ’74 (ή και νωρίτερα). Φυσικά, οι δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη είναι οι πρώτοι που θα μας έρθουν αμέσως στο νου. Κομμένοι από τη δικτατορία, δημιουργούν από τον Αύγουστο του ’74 και μετά, από μόνοι τους σχεδόν, τον ήχο της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Επίσης τα «Τραγούδια του Δρόμου» (1974) του Μάνου Λοΐζου ή τα «10 Χρόνια Κομμάτια» του Διονύση Σαββόπουλου (1975) είναι τέτοιοι δίσκοι. Υπάρχουν κι άλλοι φυσικά, γνωστοί και λιγότερο γνωστοί, με τις «Μαρτυρίες» του Δήμου Μούτση να φέγγουν ασυζητητί ανάμεσά τους, αποτελώντας μία από τις κορυφαίες καταγραφές της περιόδου.
Πότε κυκλοφόρησαν οι «Μαρτυρίες» από την ΕΜΙΑΛ (
EMI / Columbia); Η επίσημη ημερομηνία είναι 13 Νοεμβρίου 1974, με την ηχογράφηση να συμβαίνει τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, περιλαμβάνοντας τραγούδια, συντεθειμένα τους τελευταίους μήνες της χούντας ή ίσως (κάποια, λίγα) και στους πρώτους μήνες της Μεταπολίτευσης. Σίγουρα οι «Μαρτυρίες» ήταν ένας πολιτικός δίσκος, με πολλά κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, και ο πρώτος «πολιτικός» του Δήμου Μούτση, αφού οι τρεις προηγούμενοί του, ο «Άγιος Φεβρουάριος», ο «Συνοικισμός Α» και οι «Στροφές», περιείχαν άλλου είδους τραγούδια. Όπως θα σημείωνε και ο ίδιος ο συνθέτης στο οπισθόφυλλο του LP:
«Είναι μεγάλη ικανοποίηση για μένα να παρουσιάσω σ’ αυτό το δίσκο τις δέκα λαϊκές μου μπαλάντες, τις Μαρτυρίες μιας δύσκολης εποχής που όλοι μας περάσαμε. Τον καιρό που τις έγραφα δεν φανταζόμουν ότι θα ’φταναν πιο πέρα από μερικούς φίλους μου, που μ’ άκουγαν σπίτι μου να τις τραγουδάω καμιά φορά. Η συμμετοχή του Μητσιά οπωσδήποτε θετική. Η Λαβίνα κι ο Χρήστος Λεττονός ήταν μαζί μου από τότε κι έζησαν τα τραγούδια αυτά σχεδόν από τη γέννησή τους. Έτσι χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, και με τη λιτότητα που τα τραγουδάνε κάθε βράδυ μαζί μου στη Λήδρα, τραγούδησαν και στον δίσκο αυτό μερικά από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια».
Η Λήδρα ή και Στούντιο Λήδρα, του Κώστα Μανιουδάκη, στην Κέκροπος 12 στην Πλάκα, ήταν μία από τις πιο δημοφιλείς μπουάτ της εποχής. Φυσικά, επί δικτατορίας, από το τέλος του ’71 έως και τη σεζόν 1973-74,  η Λήδρα ήταν το στέκι του Γιάννη Μαρκόπουλου και των συνεργατών του (Νίκος Ξυλούρης, Μέμη Σπυράτου, Θέμης Ανδρεάδης κ.ά.) και αυτό σημαίνει πολλά – υπό την έννοια πως η Λήδρα συγκέντρωνε την πιο αριστερή (παραδοσιακά) αντιδικτατορική νεολαία, που είχε μεγαλώσει με το «νέο κύμα» και το «έντεχνο» τραγούδι, το οποίο εκτιμούσε, εν αντιθέσει με το Κύτταρο ας πούμε του Σαββόπουλου, που συγκέντρωνε την αριστερή ιντελιγκέντσια και τους ροκάδες (ή όσους άκουγαν ροκ τέλος πάντων). Εντάξει, σχηματικοί είναι αυτοί οι διαχωρισμοί, γιατί σίγουρα θα υπήρχαν άνθρωποι, που θα πήγαιναν και στους δύο χώρους, αλλά και τα «σχήματα» λειτουργούν σ’ ένα βαθμό και, το κυριότερο, δεν χάνουν ποτέ το νόημά τους.
Την ίδια εποχή, στο τέλος του ’73 ας πούμε, ο Δήμος Μούτσης ήταν στο Ζυγό, μαζί με την Βίκυ Μοσχολιού, ενώ είχε γραφτεί (Οκτώβριος ’73) πως θα παρουσίαζαν από κοινού και τραγούδια βασισμένα σε ποιήματα του Αλέκου Παναγούλη (που είχε βγει από τη φυλακή, τον Αύγουστο του ’73, λόγω της αμνηστίας και της ειδικής χάρης, που του είχε δοθεί), κάτι, όμως, που τελικά δεν θα συνέβαινε. Την επόμενη σεζόν (1974-75) ο Μούτσης θα ήταν στη Λήδρα, στο στέκι του Μαρκόπουλου, που πλέον είχε μετακομίσει στο Κύτταρο (στο στέκι του Σαββόπουλου). Σ’ ένα δίστηλο της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» (2 Νοε. 1974) διαβάζουμε, κάτω από τον τίτλο «Απαγορευμένα τραγούδια του Δ. Μούτση στη Λήδρα»:
«Στην μπουάτ Λήδρα ο Δήμος Μούτσης παρουσιάζει την καινούργια του δουλειά: τους “Αργοναύτες” σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, την “Τρύπια δεκάρα” σε στίχους ΛΟΓΟ, τις “Μαρτυρίες”, που αποτελούνται από δέκα λαϊκά τραγούδια και την “Τετραλογία” σε στίχους Καβάφη, Ρίτσου, Σεφέρη και Καρυωτάκη. Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι νέοι τραγουδιστές Άλκηστη Πρωτοψάλτη, Βασιλική Λαβίνα, Μιχάλης Ακριβόπουλος και ο Χρήστος Λεττονός».
Πιο κάτω, στο ίδιο δίστηλο, θα μιλούσε και ο Δήμος Μούτσης, λέγοντας τα εξής:
«Τα περισσότερα από τα τραγούδια που παρουσιάζω φέτος στη Λήδρα είναι γραμμένα τα τελευταία χρόνια, κάτω από το ανελεύθερο δικτατορικό καθεστώς. Τo 90% του ρεπερτορίου ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί τότε. Όμως πιστεύω ότι είναι προτιμότερο να δείχνει κανείς με τη δουλειά του αυτά που έχει να πει και όχι να περιορίζεται στο να επαναλαμβάνει τι δεν μπορούσε να κάνει στην εφταετία. Όσο για τους τραγουδιστές, χρησιμοποίησα αποκλειστικά νέους, γιατί το είδος της μουσικής είναι τέτοιο, που μόνον άνθρωποι άφθαρτοι και με πρωτόγονη ευαισθησία θα μπορούσαν να παρουσιάσουν».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/martyries-toy-dimoy-moytsi-enas-koryfaios-diskos-tis-proimis-metapoliteysis

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

MICHAEL PAGÁN ένα άψογο post-bop άλμπουμ

Ο πιανίστας, συνθέτης και ενορχηστρωτής Michael Pagán δεν είναι νέο όνομα. Βρίσκεται πάνω από τριάντα χρόνια στη σκηνή, έχοντας ηχογραφήσει κάμποσα άλμπουμ, και μάλιστα με τελείως διαφορετικά σχήματα (από μεγάλες μπάντες, μέχρι τρίο και κουιντέτα). Στο πιο πρόσφατο CD του, που αποκαλείται “Paganova” [CAPRI Records, 2024], o Pagán, σε σχήμα κουιντέτου, συνεργάζεται με τους σαξοφωνίστες Michael Herrera (άλτο, σοπράνο, τενόρο) και David Chael (άλτο, σοπράνο, τενόρο), και βεβαίως με το προσήκον ρυθμικό τμήμα, το οποίον αποτελούν ο γιος του Louie Pagán σε ακουστικό-ηλεκτρικό μπάσο και ο ντράμερ Ray DeMarchi. Η προσφορά όλων αυτών καταγράφεται  σε οκτώ πολύ ωραία tracks, πέντε πρωτότυπα και τρεις διασκευές, που καταδεικνύουν την άνεση του κουιντέτου να κινείται σε post-bop περιβάλλοντα με ταλέντο και με γνώση.
Τα τρία
tracks, που διασκευάζονται από το σχήμα του Michael Pagán είναι τα “Eiderdown” (του Steve Swallow), “Where do we go from here” (του Kenny Wheeler) και “Gaviota” (του Clare Fischer). Τα τρία αυτά tracks βρίσκονται στη μέση ακριβώς του CD (στις θέσεις 4, 5 και 6) δημιουργώντας μια πολύ δυνατή ενότητα με την έξτρα σουινγκάτη σύνθεση του Swallow, την κραταιά μπαλάντα του Wheeler και την καταπληκτική latin «γκρουβιά» του Fischer, προβάλλοντας χοντρικά και τις αναφορές του σχήματος.
Φυσικά, με κομμάτια σαν το εισαγωγικό up-tempo Burn it forward” είναι εύκολο να αντιληφθείς, αμέσως, τον αισθητικό προσανατολισμό του σχήματος, που διαπρέπει εξ αρχής σ’ αυτό το μετά-bop περιβάλλον, με τους δύο σαξοφωνίστες να παίζουν σε unisonο, προσδίδοντας στην εγγραφή εκρηκτικά χαρακτηριστικά. Όμως και τα υπόλοιπα τέσσερα πρωτότυπα του Pagán είναι εξαιρετικά, είτε αναφέρεσαι στο λυρικό “Deep in my soul”, είτε στο μινόρε bluesGuess whose blues”, είτε στο ευφρόσυνο “Just the other day”, είτε στο έσχατο εξωφρενικό “Napoli”, που έχει το rhythm section σε μεγάλα κέφια.
Το “Paganova” του Michael Pagán και των φίλων του, ηχογραφήθηκε (στην Lenexa του Kansas, στις 21 Μαΐου του 2023) για τη... χαρά της στιγμής. Φαίνεται αυτό, όχι μόνον από το γεγονός πως το σέσιον ολοκληρώθηκε μέσα σε μία μόλις μέρα, αλλά και από το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η jazz του κουιντέτου έχει τρομερό drive και άπειρη εξωστρέφεια (ακόμη και στις πιο χαμηλότονες στιγμές της).
Επαφή: www.caprirecords.com