Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

ZDENĚK LIŠKA οι μουσικές του για τις εξωφρενικές ταινίες του Jan Švankmajer

Η περίπτωση του τσέχου (τσεχοσλοβάκου) συνθέτη Zdeněk Liška (1922-1983) είναι πολύ ιδιαίτερη. Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα, ο Liška... είναι γνωστός βασικά, και πρώτα-πρώτα στην πατρίδα του, μέσα από τα διάφορα σάουντρακ που συνέθεσε, για ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, κινούμενα σχέδια, τηλεταινίες, τηλεοπτικά σίριαλ, ντοκιμαντέρ κ.λπ. – μια τεράστια, σε κάθε περίπτωση, δουλειά που ξεπερνά τους 200 τίτλους!
Διεθνώς, παγκοσμίως να πούμε, ο Zdeněk Liška είναι γνωστός για το σάουντρακ της ταινίας των Ján Kadár-Elmar Klos “Obchod Na Korze” (1965) («Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού»), που είχε βραβευθεί με Oscar “Best Foreign Language Film” το 1965. Μάλιστα πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα, σε πρώτο χρόνο, δισκογραφημένα σάουντρακ του Liška, καθώς είχε τυπωθεί από την αμερικανική εταιρεία Mainstream το 1966 (“The Shop οn Main Street”). Ένα άλλο σάουντρακ του Zdeněk Liška, τυπωμένο στην Αμερική, είναι και το “Adrift” [MPO Records, 1971], συντεθειμένο για μιαν άλλη ταινία των Jan Kadár-Elmar Klos, που είχε τίτλο “Touha Zvaná Anada” (1971). Γενικώς, ο Liška θεωρείται τεράστια μορφή στην πατρίδα του, ενώ και διεθνώς –κατόπιν εορτής φυσικά– η «αξία» τού ονόματός του, λόγω της αποθησαύρισης του έργου του, ανεβαίνει συνεχώς. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν βοηθήσει, τα τελευταία χρόνια, οι απανωτές εκδόσεις της βρετανικής εταιρείας Finders Keepers (“Ikarie XB-1” κ.λπ.), ενώ και η παρουσίαση του δικού του σάουντρακ για την πιο σημαντική τσεχοσλοβακική ταινία όλων των εποχών, την “Marketa Lazarová” (1967) του František Vlácil, για την οποία έχουμε γράψει σχετικώς παλαιότερα, συνέβαλε σε μια κάποια (διεθνή) εδραίωση της φήμης του. Τα καλά νέα, όμως, για την περίπτωση του Zdeněk Liška, δείχνει πως τώρα ξεκινούν. Και το λέμε τούτο με αφορμή την πιο πρόσφατη τσεχική κυκλοφορία, με κινηματογραφικές μουσικές του, που τιτλοφορείται “Archives Vol.1 / Music to Films by Jan Švankmajer” [Animal Music / Recordisc, 2024]. Φαίνεται, δηλαδή, πως υπάρχει πρόσβαση στο αρχείο του Liška με το πρώτο άλμπουμ της σειράς αυτής να είναι, πλέον, γεγονός.
Τώρα για το ποιος ακριβώς είναι ο συμπατριώτης του σκηνοθέτης, συγγραφέας κ.λπ.
Jan Švankmajer (γενν. 1934) δεν είναι εύκολο να το περιλάβουμε σε μια δισκοπαρουσίαση (υπάρχουν εξάλλου το σχετικό λήμμα της Wikipedia, δεκάδες άλλα άρθρα στο ίντερνετ, μα και το σχετικό βιβλίο, που είχε επιμεληθεί το 2006 ο Μπάμπης Ακτσόγλου, στο πλαίσιο των εκδόσεων του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης). Χοντρικά, θα γράφαμε για έναν μάγο του τσεχοσλοβακικού σινεμά, που έκανε σουρεαλιστικές ταινίες με κούκλες (και άλλες τεχνικές), εντελώς ανατρεπτικές, κάτι σαν οπτικά ποιήματα, που ακόμη και σήμερα, μετά από εξήντα και πενήντα χρόνια, μοιάζουν τελείως εξωπραγματικές.
Ο Zdeněk Liška ήταν στενός συνεργάτης του Jan Švankmajer και τα σάουντρακ τριών φημισμένων ταινιών του, των “Don Šajn” (Don Juan) (1969, διάρκεια 30 λεπτά) (μια αποτύπωση του μύθου των Δον Ζουάν), “Žvahlav aneb Šatičky Slamněného Huberta” (Jabberwocky) (1971, διάρκεια 14 λεπτά) (μια σουρεαλιστική επικοινωνία του ποιήματος “Jabberwocky” του Lewis Carroll και του παιδικού βιβλίου “Anička skřítek a Slaměný Hubert” του Vítězslav Nezval) και “Leonardův deník 72” (Leonardo’s Diary) (1974, διάρκεια 12 λεπτά) (μια φανταστική κινητική απεικόνιση των σχεδίων του Leonardo da Vinci, που κόβονται από παράξενες κανονικές λήψεις επικαίρων ή μη), εκδίδονται τώρα για πρώτη φορά σε δίσκο. Οι ηχογραφήσεις είναι οι πρωτότυπες φυσικά και σ’ αυτές συμμετέχουν η The Film Symphony Orchestra υπό τον František Belfín (για τις ταινίες “Don Šajn” και “Jabberwocky”), όπως και η Prague Brass Soloists (τρομπέτες, γαλλικό κόρνο, τρομπόνι, τούμπα) μαζί με τον ντράμερ Vladimir Žižka, όλοι υπό τον František Belfín (για την ταινία “Leonardo’s Diary”).
Φυσικά, τα σάουντρακ του Liška είναι σαγηνευτικά, όπως τ’ ακούς σ’ αυτή την άψογη, από τεχνικής-ηχογραφικής πλευράς έκδοση, αλλά στην πράξη τα απολαμβάνεις, κατά την διάρκεια της εξέλιξης των ταινιών. Αυτό το πίστευε και ο ίδιος ο Liška –πως οι μουσικές του ήταν στενά συνδεμένες με τις ταινίες– και γι’ αυτό, ενόσω ζούσε, δεν είχε ενδιαφερθεί για τις «σκέτες» αποτυπώσεις τους σε δίσκους. Ευτυχώς, λοιπόν, καθώς οι ταινίες του Švankmajer υπάρχουν στο YouTube κι έτσι μπορείς όχι απλώς να τις απολαύσεις, οπτικώς, αλλά και να διαπιστώσεις πώς ακριβώς λειτουργούν τα σάουντρακ του Liška «επάνω» τους.
Η βασική προτεραιότητα του τσέχου συνθέτη ήταν να «πιάσει» των ρυθμό των ταινιών. Να μεταφέρει μέσω του ήχου του, όλη τη ρυθμική δυναμική τού εκάστοτε φιλμ – γι’ αυτό και τα δικά του σάουντρακ επεκτείνονται σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των ταινιών. Τα σάουντρακ δηλαδή λειτουργούν σαν ολοκληρωμένα έργα, χωρίς κενά, χωρίς θέματα και με πολύ ιδιαίτερη χρήση των leitmotifs, με τις φωνές (διάλογοι, τραγούδι κ.λπ.), που επίσης αντιμετωπίζονται ως κάτι ξεχωριστό στις δύο πρώτες ταινίες, να αποκτούν και αυτές ηχητικό ρόλο.
Οι αισθητικές αναφορές του Liška έχουν επίσης ενδιαφέρον, καθώς εδώ, στο “Archives Vol.1”, αποτυπώνονται πολλές από τις επιρροές του, οι οποίες μπορεί να εκκινούν από την κλασική, με τις βαριές δραματικές καταγραφές, και να φθάνουν έως τις σύγχρονές του αντιλήψεις, για την πρωτοπορία, διανθισμένες συχνά με στοιχεία folklore και με ιδιόμορφα ακουστικά εφφέ.
Το όλον αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να μαγεύει.
[Το άλμπουμ εισάγεται από την Recordisc και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να πληροφορηθούν γι’ αυτό από το κατάστημα Music Corner, Πανεπιστημίου 56, Αθήνα, τηλ. 210-3304000, www.musiccornerstore.gr]

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

οι SPHERE ζωντανοί στο Umbria Jazz

Το 1987 είχε κυκλοφορήσει από την RED Records, σε βινύλιο, το άλμπουμ των Sphere “Live at Umbria Jazz”, που αποτύπωνε αυτό το μετα-bop αμερικανικό κουαρτέτο –που χρωστούσε το όνομά του στον Thelonious Monk φυσικά–, σε μια παράστασή του στο θέατρο Morlacchi της Perugia (της πρωτεύουσας της Umbria), στις 14 Ιουλίου 1986.
Ποιοι αποτελούσαν τους Sphere; Σημαντικότατα ονόματα, σαν τους Charlie Rouse τενόρο σαξόφωνο, Kenny Barron πιάνο, Buster Williams μπάσο (σου παίρνει το σκαλπ ήδη από το πρώτο track, το δικό του 11λεπτο “Tokudo”) και Ben Riley ντραμς.
Εκείνο το παλαιό “Live at Umbria Jazz”, λοιπόν, με τα τέσσερα tracks (“Tukudo” του B. Williams, “Saud’s song” του Κ. Barron, “Trinkle, tinkle” του Monk και “Decepticon” ξανά του B. Williams) επεκτείνεται τώρα, μέσω του παρόντος 2CD, δηλαδή του “The Complete Live at Umbria Jazz” [RED Records / AN Music, 2024], με τρία ακόμη tracks εξίσου μεγαλόπνοα –το 9λεπτο “Christina” (B. Williams), το 14λεπτο “Pumpkin’s delight” (C. Rouse) και το 18λεπτο “If I should lose you” (το στάνταρντ του Ralph Rainger)–, τα οποία συντελούν στην ηχογραφική ολοκλήρωση του κονσέρτου.
Για ένα live του 1986 η αποτύπωση κατ’ αρχάς (της σημερινής RED) κρίνεται ως καλή ή και αρκετά καλή. Ο ήχος μπορεί να μην είναι τεχνικά όσο θα του ταίριαζε δυναμικός και πλούσιος, όμως είναι το συγκρότημα εκείνο, που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να σε αποζημιώσει με τα δικά του strong passages, τα ατελείωτα και βεβαίως συναρπαστικά soli, τις διαδοχικές αλλαγές, που προσδίδουν στις μεγάλης διάρκειας συνθέσεις, νέες ζωές, και τη γενικότερη «ζωντανή» ατμόσφαιρα – εκείνη, που φροντίζει να αποτυπώσει κάθε μεγάλο σχήμα, όπως οι Sphere, που γνωρίζει ότι εμφανίζεται σ’ ένα ιστορικό τζαζ φεστιβάλ, το οποίο παρακολουθούν δεκάδες-εκατοντάδες συνάδελφοι-μουσικοί και απλώς κόσμος.
Υπό αυτή την έννοια οι Shpere τα «δίνουν όλα», προσφέροντας το καλύτερο.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

το άλμπουμ «Υπάρχω» του ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ κυκλοφόρησε το 1975 και για πολλούς υπήρξε ο κορυφαίος δίσκος του – τραγούδια σαν τα «Κάτω απ’ το πουκάμισό μου», «Οι αισθηματίες», «Τι θέλεις από μένανε» και «Υπάρχω» ακούγονται και σήμερα σαν να είναι καινούργια

Η προβολή της ταινίας του Γιώργου Τσεμπερόπουλου «Υπάρχω», που έχει να κάνει με τη ζωή και την τέχνη του Στέλιου Καζαντζίδη, είναι σίγουρο πως θα επαναφέρει στην επικαιρότητα και τα τραγούδια από το ιστορικό LP «Υπάρχω», που κυκλοφόρησε από τη Minos προς το τέλος του 1975 – σαράντα εννιά χρόνια πριν.
Η εποχή είχε κάποιες ιδιαιτερότητες – υπό την έννοια πως το λαϊκό τραγούδι, που υπηρετούσε ο Στέλιος, μέσα από τις σποραδικές δισκογραφικές εμφανίσεις του (καθώς είναι γνωστό πως είχε σταματήσει να τραγουδά ζωντανά, στα κέντρα, από το 1966) ήταν κάπως... εκτός εποχής. Και γιατί ένα μέρος των λαϊκών στρωμάτων, ιδίως στις πόλεις, υιοθετούσε πλέον μικροαστικές συμπεριφορές, και γιατί το ελαφρολαϊκό του Βοσκόπουλου εξακολουθούσε να τραβάει τα πλήθη, και γιατί ο Στράτος είχε θέματα με το νόμο, και γιατί το νέο λαϊκό, που έλεγε ο Μητροπάνος και η Ρίτα Σακελλαρίου ας πούμε, ήταν «σκληρό» και αρχέτυπο, περισσότερο κατάλληλο για τα μαγαζιά των εθνικών οδών, και γιατί καλλιτέχνες σαν τον Πάνο Γαβαλά ή την Πόλυ Πάνου βολόδερναν, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Φυσικά, υπήρχε και το πολιτικό με το αντάρτικο τραγούδι που κυριαρχούσαν, στις προτιμήσεις μεγάλων τμημάτων του κόσμου, εκεί στο ξεκίνημα της μεταπολίτευσης, δημιουργώντας κι άλλα αναχώματα. Οπότε ο Στέλιος είχε να παλέψει με όλα αυτά.
Βασικά ο Στέλιος –και λόγω χαρακτήρα δηλαδή–, έλεγε πάντα το ίδιο τραγούδι. Δεν ενδιαφερόταν να αλλάξει τα μοτίβα του, την αισθητική του, τον τρόπο που προσέγγιζε κοινωνικά το λαϊκό. Μπορεί όλα γύρω του να άλλαζαν, αλλά αυτός εξακολουθούσε να πιστεύει τα ίδια πράγματα για τον λαό – ιδίως για εκείνον της επαρχίας, που πάντα τον ξεχώριζε και πάντα τον θεωρούσε πιο κοντά στα δικά του ιδανικά, τα διαμορφωμένα στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, επί Κατοχής, Εμφυλίου και μετεμφυλιακής περιόδου.
Ο Στέλιος είχε σκληρές απόψεις, που δεν τις άλλαζε. Επί χούντας σχεδόν όλος ο κόσμος (του έντεχνου, του ποπ-ροκ, του λαϊκού) έβγαινε στην τηλεόραση για να διαφημίσει τα τραγούδια του. Ο Στέλιος ήταν ο μοναδικός, αυτού του διαμετρήματος καλλιτέχνης, που ενώ τον καλούσαν, από δω κι από κει, δεν πήγε ποτέ να εμφανισθεί. Τον κυνηγούσε εν τω μεταξύ και το κράτος, και αυτός αμυνόταν με τον τρόπο του. Δεν ήθελε να έχει παρτίδες. Ας πούμε η εφορία τον είχε βάλει στο μάτι. Όπως είχε πει και ο ίδιος, σε μια συνέντευξή του, τον Μάιο του ’74 (επί δικτατορίας ακόμη) στον «Ταχυδρόμο»:
«Έφαγα μια σφυριά απ’ αυτές που γονατίζουν τον άνθρωπο και τον στέλνουν στον τάφο. Πλήρωσα διαδοχικά στην Εφορία 6.800.000 δρχ. σε δόσεις (σ.σ. τεράστιο ποσό για την εποχή), που η μικρότερη ήταν 40.000 και η μεγαλύτερη 710.000. Δεν θέλησαν να παραδεχθούν για μένα την έκπτωση του 50%, που γίνεται στους καλλιτέχνες, με τη δικαιολογία ότι δεν τραγουδούσα πια και δεν είχα έξοδα παραστάσεως.(...) Το πλήρωσα το ποσό και με πρόστιμα κιόλας».
Ο Στέλιος έβγαζε πολύ καλά λεφτά από τους δίσκους. Το λιγότερο κανα εκατομμύριο το χρόνο, εκείνη την εποχή – λίγο πριν από το «Υπάρχω». Έτσι, όταν θα τον ρωτούσαν, αν τα λεφτά αυτά ήταν πολλά και αν πίστευε στις κοινωνικές ανισότητες θα απαντούσε πως... «οι κοινωνικές ανισότητες υπάρχουν και θα υπάρχουν όσο υπάρχει ο πλανήτης» και ότι «αν μοιράσω αυτά που έχω θα προστεθεί ένας ακόμη φτωχός στους χιλιάδες φτωχούς, που δεν θα λιγοστέψουν».
Το πρόβλημα της φτώχιας δεν θα το έλυνε ο ίδιος. Ήξερε τι έλεγε, θέλω να πω, ήταν τρομερά συνειδητοποιημένος και βάδιζε στο δικό του δρόμο, δίχως να λοξοδρομεί. Μπορεί να ήταν αγύριστο κεφάλι, ok. Μπορεί να επέδειξε αφέλεια σε ορισμένες περιπτώσεις, ok. Μπορεί να έκανε κακό στον εαυτό του, κι αυτό ok. Αλλά θα γλίτωνε, εξαιτίας αυτής ακριβώς της συμπεριφοράς του, και από πολλές κακοτοπιές. Δεν γίνεται να τα έχεις όλα δικά σου. Και το τι θα χάσεις, τελικά, το επιλέγεις μόνος σου. Σίγουρα, πάντως, ο Στέλιος δεν έχασε στον τρόπο που τον έβλεπε ο κόσμος, που ήταν το σημαντικότερο για ’κείνον. Εκείνο που θα έχτιζε το μύθο του, θέλω να πω – μαζί, βεβαίως, με τη φωνή του.
Ήδη από το μέσο του ’74 ο Στέλιος σχεδίαζε ένα μεγάλο δίσκο με δώδεκα νέα λαϊκά τραγούδια, που να ήταν όπως εκείνος τα ήθελε. Που να τα κατανοούσε σε κάθε διάστασή τους. Ο Χρήστος Νικολόπουλος ήταν κοντά του, όπως και ο Πυθαγόρας, και κάπως έτσι θα κυκλοφορούσαν στο δεύτερο εξάμηνο εκείνης της χρονιάς τα 45άρια «Μετάνοιωσες / Μια γυναίκα έφυγε» και «Ξεκινήσαμε με όνειρα χρυσά / Λυπούμαι που σε χάνω» (αμφότερα στη Minos), που θα αποτελούσαν τον προπομπό του «Υπάρχω» (οι πρώτες πλευρές θα ακούγονταν και στο LP).
Πάμε λοιπόν στο δίσκο, που κυκλοφορεί όπως είπαμε προς το τέλος του ’75 και ας δούμε ένα-ένα τα τραγούδια που περιέχει...
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/yparho-gia-polloys-o-koryfaios-diskos-toy-stelioy-kazantzidi

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

ΗΜΑΡΤΟΝ !υσηχία

Νέο ελληνικό ροκ συγκρότημα από την Καλαμάτα, οι Ήμαρτον κάνουν τώρα την εμφάνισή τους στη δισκογραφία, μ’ ένα ιδιωτικής έκδοσης CD εκατό αντιτύπων (υπάρχει και σε digital φυσικά), που έχει τίτλο «!Υσηχία» [Ιδιωτική Έκδοση, 2024].
Οι Ήμαρτον είναι τέσσερις, δηλαδή οι Ραμήν φωνή, κιθάρες, Tiga Nekra κιθάρες, Emeka Mosi μπάσο και SoNick ντραμς. Έτσι, από τη line-up και μόνον αντιλαμβανόμαστε όλοι πως πρόκειται για ένα κιθαριστικό σχήμα, που κινείται όμως προς punk-rock κατευθύνσεις.
Υπάρχουν διάφορα τινά, που χαρακτηρίζουν τους Ήμαρτον – τον ήχο τους και τα τραγούδια τους εννοούμε. Κατ’ αρχάς το γκρουπ παίζει πολύ δυνατά. Είναι και η εγγραφή τσιτωμένη «από τη μάνα της», αλλά και οι ίδιοι παίζουν «στο κόκκινο». Αυτό προσδίδει στα κομμάτια τους μια έξτρα ώθηση – την οποία χρειάζονται, εδώ που τα λέμε, προκειμένου τα μηνύματα, που κουβαλούν τα λόγια τους, να γίνονται ακόμη πιο προφανή και άμεσα. Με τι καταπιάνονται αυτά (τα λόγια); Κοινωνικοπολιτικές αφετηρίες έχουν, αν και πολλές φορές περνούν μέσα (και) από πιο προσωπικά μονοπάτια. Είναι σωστά γραμμένα, με ορθές διατυπώσεις εννοώ, διαθέτουν περισσές ευαισθησίες, ανακατεμένες, όμως, και με μια κάποια οργή. Είναι, δε, χαρακτηριστικό εκείνο που λένε πως «δεν είναι η αλλοτρίωση ντροπή», «ντροπή είναι η υποταγή», οριοθετώντας έτσι τις κόκκινες γραμμές τους. Ενδιαφέρον, από στιχουργικής απόψεως, έχει και το τραγούδι τους «Παράδοση», στο οποίο τους ακούμε να τραγουδούν... «προέρχομαι από δυο μανάδες: την Έριδα και την Επιβολή / ζεστή αγκαλιά από συμπληγάδες / που αίμα κατασπάραξαν σε κάθε στροφή»... σηματοδοτώντας, ίσως, κάτι (και) από την ιστορία του τόπου που προέρχονται.
Από την πλευρά της μουσικής τώρα οι επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Τρύπες ή οι Panx Romana και η Γενιά του Χάους είναι μάλλον εμφανείς, με τον Ραμήν να τραγουδά και να σπηκάρει με το δικό του τρόπο τα λόγια, προσδίδοντάς τους κυρίαρχη θέση στο συνολικό άκουσμα. Συνθετικώς τα κομμάτια ανήκουν σε όλα τα μέλη του γκρουπ, στίχους έχει γράψει ο Ραμήν, ενώ ανάμεσα υπάρχει και μια μελοποίηση του ποιήματος του Κώστα Καρυωτάκη «Δέντρο».
Διάφορα τραγούδια από την «!Υσηχία» ξεχωρίζουν, όπως το «Από στόμα σε στόμα», το «Ευυπόληπτος» κ.λπ., αλλά είναι το σύνολο εκείνο που έχει σημασία στην περίπτωση των Ήμαρτον – ενός γκρουπ από την εκτός Αθήνας Ελλάδα, που δεν αντιμετωπίζει, αναγκαστικά, λιγότερα προβλήματα στην καθημερινότητά του και τη δουλειά του.
Επαφή: imarton.band@gmail.com

μια συνέντευξή μου στο Radio - Ogdoo. gr

Σήμερα Σάββατο, στις 11-12 το πρωί, μιλάω για το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024] στο ιντερνετικό ραδιόφωνο Radio - Ogdoo. gr και στον Νίκο Θρασυβούλου. 
Η εκπομπή θα μεταδοθεί και την Κυριακή την ίδια ώρα. Για όσους πιστούς και πιστές... 
Εδώ το link του σταθμού:
https://www.ogdoo.gr/radio
Κι εδώ ένα δείγμα: 

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

DADDY’S WORK BLUES BAND & GIOTIS KYTTARIS ένα ελληνικό blues άλμπουμ

Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα, με αφορμή το πρώτο άλμπουμ των Daddy’s Work Blues Band...
Το να παίζεις blues στην Ελλάδα έχει κάτι το μοναδικό, καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα δυτικά μουσικά είδη, που δεν ήταν ποτέ στη μόδα στη χώρα μας. Μαθημένο, βασικά, από τους λευκούς (Βρετανούς και Αμερικάνους), το blues αποτελεί άκουσμα όλων σχεδόν των κλασικών φίλων του ροκ (ροκάδων και μη), οι οποίοι στην πορεία θα σκύψουν και προς τις original (μαύρες) πηγές, διαμορφώνοντας και από εκείνες το (blues) γούστο τους. Εξορισμένο λοιπόν, και διαχρονικά, από κάθε εμπορική έκφανση, το blues που παίζεται από Έλληνες, το ελληνικό blues ας το πούμε, εξακολουθεί να υπάρχει και να αναπνέει στο περιθώριο των μουσικών εξελίξεων, προσπορίζοντας τιμή, πρώτα-πρώτα, σε όλους εκείνους τους μουσικούς και τα συγκροτήματα, που, αγνοώντας το «τι παίζει», εξακολουθούν να το προβάλλουν στην ηλεκτρική, βασικά, εκδοχή του. Και μιλάμε βεβαίως για τα αμιγώς blues συγκροτήματα και καλλιτέχνες και όχι για εκείνους που, περιστασιακά, μπορεί να ηχογραφήσουν και κάποιο blues. 
Σ’ αυτή τη χορεία λοιπόν, των εν Ελλάδι blues-groups, οι Daddy’s Work Blues Band (Δημήτρης Δουλγερίδης κιθάρες, φωνή, Στάθης Ανέστης μπάσο, Ευθύμιος Πολύζος ντραμς και Γιάννης Παχύδης φυσαρμόνικα) φαίνεται πως είναι πλέον έτοιμοι, ώστε να διεκδικήσουν μια πιο μπροστινή θέση. Αν το “First” ήταν μια πρώτη αναγνωριστική δισκογραφική απόπειρά τους, εκεί στην αρχή του 2022, με το πιο νέο “Blues Machine” [Private Pressing, 2024] το αθηναϊκό γκρουπ έρχεται για να υπογραμμίσει την πίστη του στο blues (ηλεκτρικό βασικά, μα και ακουστικό), μέσω ενός δεύτερου CD, το οποίο μοιράζεται, θα λέγαμε, με τον Γιώτη Κύτταρη (Giotis Kyttaris), γνωστό μουσικό του χώρου, με 25ετή πορεία στα πράγματα.
Έτσι έχουμε εννέα κομμάτια εδώ, οκτώ πρωτότυπα, στα οποία έχει γράψει στίχους ο Κύτταρης και μουσική όλη η μπάντα μαζί, συν τη διασκευή στο “Graffiti” του Michael Powers, το οποίο αποδίδει η Cony Efthimiadi (version που διαθέτει και σπηκάρισμα στίχων της Amy Winehouse).
Εντάξει, ο ηλεκτρισμός κυριαρχεί στα τραγούδια των Daddy’s Work Blues Band, καθώς από τα εννέα tracks του CD μόνο το “Iced moon” είναι ακουστικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με κάποια τυπικά electrified τραγούδια, αφού σχεδόν σε κάθε ένα εξ αυτών διαμορφώνεται και μια διαφορετική βάση. Έχουμε έτσι boogie στο ύφος των Canned Heat, ημι-ηλεκτρικά κομμάτια σαν το “Barrio”, shuffle, πιο αργόσυρτα τραγούδια, άλλα που συνδυάζουν ακόμη και country-rock αναφορές (σαν το “Lockdown”), μα και κλασικά blues-rock, όπως το έσχατο “Tell me mama”, με το swirling όργανο του Γιώργου Στεφανάκη (Πελόμα Μποκιού κ.λπ.).
Γενικώς, η ποικιλία είναι αυτή που δίνει έξτρα credits στο “Blues Machine”, ένα καλοσχεδιασμένο άλμπουμ από πάσης απόψεως (και οπτικά), που δείχνει ότι η μπάντα βαδίζει στον σωστό δρόμο.
Επαφή: https://daddysworkbluesband.bandcamp.com/album/blues-machine-2

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

ASTRAL KOMPAKT, MOONYA, superFLORENCEjam – νέο ροκ από Γερμανία, Γαλλία και Αυστραλία

ASTRAL KOMPAKT: Goldader [Tonzonen Records, 2024]
Για τους Astral Kompakt, από την Κολωνία, δεν θα βρεις πολλές πληροφορίες στο διαδίκτυο. Προφανώς το γερμανικό συγκρότημα, που μάλλον είναι τρίο, θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του, αφήνοντας τη δουλειά του να μιλήσει αντί για ’κείνο.
Το “Goldader”, που είναι το πρώτο άλμπουμ των Astral Kompakt, είναι ένα ορχηστρικό κατ’ αρχάς LP (και digital), που κινείται σε σκληρές και stoner περιοχές. Το ότι πρόκειται για instro δεν το λες και εντελώς σύνηθες, με τις κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς να κινητοποιούνται και να ανακατεύονται σε ποικίλους συνδυασμούς – κάτι που δείχνει, οπωσδήποτε, την άνεση των Γερμανών να αναζωογονούν τα παλαιά hard περιβάλλοντα.
Εντάξει, οι Sabbath-ικές επιρροές βρίσκονται κι εδώ στην ημερησία διάταξη, όπως συμβαίνει, εξάλλου, με κάθε γκρουπ του stoner, που θέλει να σέβεται και τον εαυτό του και την ιστορία – όμως υπάρχουν και άλλα γνωρίσματα στο “Goldader”, που του προσδίδουν μια δική του ταυτότητα. Λέμε βασικά για το progressive σε hard ή λιγότερο hard όψεις, όπως το ακούς σε κομμάτια σαν τα “Batavische tr​ä​ne I” και “II, που ανακαλούν, κατά τόπους, κάτι από τη μεγάλη περίπτωση των May Blitz ας πούμε.
Μια αρκετά καλή περίπτωση, λοιπόν, για κάθε φίλο των εν λόγω μουσικών.
Επαφή: www.tonzonen.de
MOONYA: Faces [Atypeek Music, 2024]
Η Moonya είναι μια γαλλίδα τραγουδοποιός, που έχει ήδη κυκλοφορήσει κάποια EPs, αλλά μόλις τώρα έχει κάτι ολοκληρωμένο, δικό της, να προτείνει. Λέμε για το CD (και digital) “Faces”, που περιλαμβάνει δέκα δικά της τραγούδια – εκεί όπου η γαλλίδα χειρίζεται περαιτέρω σχεδόν όλα τα όργανα (βασικά πλήκτρα, κιθάρες και ηλεκτρονικά). Μόνον ένας ντράμερ, ο Mathieu Pigné, εμφανίζεται αραιά και πού να την βοηθά σε λίγα tracks.
Η τραγουδοποιία της Moonya είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Οι συνθέσεις της, τα τραγούδια της, έχουν κάπου ένα 80s άρωμα, στηρίζονται στις καλές μελωδίες, στη ρυθμική ποικιλία και βασικά στην υιοθέτηση διαφόρων επιμέρους στοιχείων, που τα κάνουν αληθινά ξεχωριστά. Βοηθούν προς αυτό όχι μόνον οι γαλλικοί / αγγλικοί στίχοι, που αφήνουν πίσω τους μια ποιητικότητα, κάπως ρομαντική, κάπως μελαγχολική, αλλά και το μουσικό τους μέρος, που μπορεί να οδεύει άλλοτε προς την μπαλάντα και άλλοτε προς το electro (pop ή rock), με προφανή σπουδαία αποτελέσματα.
Όλο το άλμπουμ έχει ένα χρώμα, μια συνέπεια και μια συνέχεια, και κομμάτια σαν τα “Pensées” και “La face du jour” δεν γίνεται να μην τα ακούς και να μην τα ξανακούς, καθώς η Moonya αριστεύει σε κάθε επίπεδο.
Επαφή: www.atypeekmusic.com/moonya
superFLORENCEjam: 60 Big Ones [Bird’s Robe Records, 2024]
Αν και δεν υφίστανται πλέον οι superFLORENCEjam από το Σίδνεϋ εξακολουθούν να κυκλοφορούν δίσκοι τους.
Στο blog έχουμε ήδη γράψει για το φερώνυμο mini-album τους από το 2009, όπως και για το CD τους “We Always Knew It Would Come To This” από το 2011, σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα πως το ύφος των Αυστραλών γειτνιάζει με... το pop-rock-psychedelic, με πολλά ύστερα «μπητλικά» στοιχεία και με ουκ ολίγες χρονικά μεταγενέστερες νύξεις, ακόμη και glam ή και punk α λα Clash (δεν υπάρχει, δηλαδή, η «φτηνή» αναπαραγωγή των late sixties ηχοχρωμάτων) και με τα τύπου Robert Plant φωνητικά του Adam Krawczyk να προσθέτουν, επίσης, σε τούτο την γενικότερη ιδιορρυθμία, που χαρακτηρίζει τους superFLORENCEjam σαν σχήμα.
Το “60 Big Ones” είναι ένα επίσης mini-album των superFLORENCEjam, με έξι κομμάτια, τα οποία ήταν ηχογραφημένα το 2012 και που έρχονται τώρα στην επιφάνεια μέσω του Alex Wilson, μέλος των συμπατριωτών τους sleepmakeswaves.
Με σταθερά μέλη τους Adam Krawczyk φωνή, κιθάρες, Laurence Rosier Staines φωνή, κιθάρες, πλήκτρα, Mike Solo ντραμς και Alex Tulett μπάσο, οι superFLORENCEjam προσφέρουν ένα ακόμη ηχογράφημα γεμάτο με... μουσικοφιλικές αναφορές – όπως μαρτυρούν, για παράδειγμα, το έσχατο «ζεπελινικό» “Want it now” ή το “European vacation”, που αποτείνει φόρο τιμής στο “You really got me” των Kinks.
Όλα τα τραγούδια είναι καλά, όλα ρέουν αβίαστα και το μόνο για το οποίο, εν τέλει, αναρωτιέσαι έχει να κάνει με το τι πήγε στραβά στην πορεία του αυστραλέζικου γκρουπ, που το ανάγκασε, σχετικά νωρίς, να διακόψει τη δραστηριότητά του.  
Επαφή: https://www.birdsrobe.com/

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 617

18/12/2024
[αυτές οι μέρες είναι του Στέλιου]
ώρες-ώρες σκέφτομαι, αν μπορεί να υπάρξει βιβλίο γύρω από την ελληνική μουσική -για όποια μουσική, για όποιο είδος-, που να μην έχει έστω μία αναφορά στον Στέλιο Καζαντζίδη...
[από το "Ραντεβού στο Κύτταρο", Όγδοο, 2024]

18/12/2024
[Αυτές οι μέρες είναι του Στέλιου]
Έχει δίκιο ο άνθρωπος. Το 95% αυτών που διαβάζεις, ως επικαιρότητα, είναι για χέσιμο...

18/12/2024
Κώστας Χαρδαβέλλας: "Οι Πύλες του Ανεξήγητου: Ψάχνοντας τη Χαμένη Ατλαντίδα"
https://www.youtube.com/watch?v=LULnvIpMRmA

17/12/2024
Πέρασε από τις Πύλες του Ανεξήγητου και ο Κώστας Χαρδαβέλλας. Η cult εκπομπή του με τον Ντέμη Ρούσσο, για τις ψυχές και τις μετεμψυχώσεις, έχει γράψει ιστορία...

17/12/2024
Η Ρίτα Μπενσουσάν στις "Μεταμορφώσεις" (1973) του Γιάννη Κοκκόλη. "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

16/12/2024
Ο Νταλάρας είδε την ταινία του Τσεμπερόπουλου για τον Στέλιο (στην αβάν-πρεμιέρ) και είπε-έγραψε «σειρά έχει ο Μπιθικώτσης». Ναι, αλλά για τον Μπιθικώτση δεν ίσχυαν αυτά που ίσχυαν για τον Στέλιο, εκείνη την κρίσιμη περίοδο της επταετίας, στην οποία μετρήθηκαν τα μπόγια...

16/12/2024
"Οι Απάνθρωποι" (1973) του Παύλου Φιλίππου, με την Σάσα Καστούρα και τον Λάκη Κομνηνό στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]...

14/12/2024
Κώστας Σφήκας "Μοντέλο" (1974) και "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]...

13/12/2024
Μέσα στην 5άδα των καλύτερων άλμπουμ του ελληνικού ροκ, από το '90 και μετά. Πώς δεν έχει σκεφθεί κάποιος να το μετατρέψει σε βινύλιο;
https://www.youtube.com/watch?v=CjQUg7dX6ac

13/12/2024
Cult είναι οι σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα, στις παλιές ταινίες του Σταύρου Τσιώλη... "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

12/12/2024
"Ο Ζεστός Μήνας Αύγουστος" του Σωκράτη Καψάσκη στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LIFO Books. 2024]...

GASPARE PASINI ένας φόρος τιμής στον θρύλο του άλτου Art Pepper

Ο Gaspare Pasini είναι ένας ιταλός άλτο σαξοφωνίστας της jazz, που εδώ συλλαμβάνεται σ’ ένα tribute άλμπουμ, το οποίο έχει να κάνει με τον μεγάλο αμερικανό συνάδελφό του, τον θρύλο Art Pepper (1925-1982). Το άλμπουμ αυτό, που έχει τίτλο “Pepperlegacy” κυκλοφόρησε, για πρώτη φορά, με επτά κομμάτια, το 2013, μέσω του ιταλικού περιοδικού “Musica Jazz”, ενώ τώρα (2024) έχουμε την πλήρη έκδοσή του σε 2CD (εννέα κομμάτια), από την RED Records (ΑΝ Μusic). Το πλήρες σετ λοιπόν είναι ηχογραφημένο «ζωντανά» στην πόλη Pordenone της ΒΑ Ιταλίας, στις 25 Ιουνίου 2013, και παρουσιάζεται τώρα στην ιδανική μορφή του.
Φυσικά, εδώ, δεν έχει αξία μόνον η κίνηση, οδηγημένη από έναν άριστο «μαθητή» του Pepper, τον Gaspare Pasini, μα και η σύνθεση της μπάντας, που αποδίδει, με τον πρέποντα τρόπο, αυτή την τιμή στον υψηλό jazzman. Δίπλα, λοιπόν, στον Pasini, έχουμε τον σημαίνοντα πιανίστα George Cables (ο οποίος υπήρξε συνεργάτης του Pepper), τον μπασίστα Essiet Okon Essiet (συνοδοιπόρος του Cables, μέλος των Jazz Messengers του Art Blakey και συνεργάτης δεκάδων, ανάμεσα και του σαξοφωνίστα Δημήτρη Βασιλάκη), συν τον ντράμερ Carl Burnett (επίσης βασικός συνεργάτης του Pepper).
Δύο τινά, για την έκδοση-ηχογράφηση. Πρώτον, το υλικό αποτελείται από επτά συνθέσεις του Art Pepper [“Ophelia”, “One for the bartender”, “AWFN (All written Friday night)”, “Blues 33”, “Our song”, “Patricia”, “Mambo koyama”], μία του Phil Woods (“Au revoir Mrs Poivre”), συν μία του Pasini (“King Arthur” – είναι προφανές ποιος είναι ο... βασιλιάς Αρθούρος).
Δεύτερον, η απόδοση της μπάντας, η ηχογράφηση (θυμίζω πως πρόκειται για live), όπως και η γενικότερη παραγωγή της RED στέκονται πάνω από κάθε προσδοκία. Το κουαρτέτο του Gaspare Pasini «πετάει», φεύγει «με χίλια» εννοώ, παίζοντας διαρκώς στο κόκκινο, με ήχο θρασύ και πληθωρικό, και με το άλτο του Ιταλού να φέρνει στη μνήμη τα τραχιά φυσήματα του Pepper, με το πλήθος, από κάτω, να χειροκροτεί ανά τακτά διαστήματα, όταν δεν παραληρεί, και με την γενικότερη ατμόσφαιρα του “Pepperlegacy” να σε «στέλνει».
Jazz δυναμική λοιπόν, σκληρή και ανηλεής, που ξεδιπλώνεται από μια ομάδα αληθινά σπουδαίων οργανοπαικτών, οι οποίοι έχουν τον τρόπο να μεταφέρουν στο τώρα τον ήχο (και τις συνθέσεις βεβαίως) ενός απολύτως ιδιοσυγκρασιακού και ρηξικέλευθου jazzman, που άκουγε στο όνομα... King Arthur.