Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

MATT WILSON’S ΒIG HAPPY FAMILY για το τέλος μιας αγάπης

Ο ντράμερ Matt Wilson αποτελεί εδώ και καιρό μέλος της οικογένειας της Palmetto Records, που οδηγεί ο παραγωγός και κιθαρίστας Matt Balitsaris. Πριν κάποιο καιρό (15/12/2013) είχαμε γράψει για ένα προηγούμενο άλμπουμ τού Wilson, το “Gathering Call”, τη συνεργασία του με τον John Medeski, ενώ τώρα θα επικεντρωθούμε στην πιο καινούρια δουλειά του, που έχει τίτλοBeginning of a Memory (2016) και που είναι αφιερωμένη στην προσφάτως εκλιπούσα σύζυγό του (και βιολίστρια) Felicia Wilson.
Ο Matt Wilson δεν είναι κάποια τυχαία περίπτωση. Γεννημένος το 1964 στο Knoxville του Illinois, απασχολεί τη σκηνή από τα χρόνια του ’80 όντας μέλος σε μπάντες που οδηγούσαν οι Joe Lovano, John Scofield, Charlie Haden, Lee Konitz κ.ά., συνεργαζόμενος στην διαδρομή με τους Herbie Hancock, Elvis Costello, John Zorn, Bill Frisell, Marshall Allen και πάει λέγοντας. Με προσωπική καριέρα που αριθμεί περισσότερα από δέκα άλμπουμ, ο Wilson είναι ένας θεράπων του groove, όταν εμφανίζεται με μικρά σχήματα, όπως κι ενός ιδιότυπου swing, όταν παίζει με πιο μεγάλα – φερ’ ειπείν εδώ, στο “Beginning of a Memory”, όταν εμφανίζεται με την 13μελή Matt Wilsons Big Happy Family
Οι fans της σύγχρονης αμερικανικής jazz θα τσεκάρουν πολλά γνωστά «ονόματα» μεταξύ των μελών της ορχήστρας του. Ας πούμε τον τρομπετίστα Terell Stafford, τον πιανίστα, οργανίστα & ακορντεονίστα Gary Versace, τον μπασίστα Chris Lightcap κ.ά. Πάνω απ’ όλα όμως θα απολαύσουν τις μουσικές του Wilson (τα 14 από τα 17 tracks είναι δικές του συνθέσεις), που κινούνται μεταξύ δύο… αντιδιαμετρικών σημείων. Είναι χαρούμενες και λυπημένες. Καθότι, από την μια μεριά υπάρχει το αίσθημα της απώλειας, αλλά από την άλλη υπάρχει και η γιορτή. Οι φίλοι μουσικοί, που συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν ένα πρόσωπο, αλλά συγχρόνως και για να παρουσιάσουν μια σειρά συνθέσεων, που να υπεραμύνονται της πίστης για καλόν αγώνα και δημιουργία.
Έτσι λοιπόν στο “Beginning of a Memory” υπάρχουν κομμάτια που σχετίζονται άμεσα με την Felicia Wilson, όπως είναι το “How ya goin?” (με το πολύ ωραίο σόλο πιάνο του Versace), το φερώνυμο track ή το “Flowers of Felicia”, ένα χαμηλών τόνων μινόρε κυρίως, που ταιριάζει με το… ένα κλίμα… Γιατί το… άλλο κλίμα είναι διαφορετικό. Είναι το κλίμα της πίστης, της χαράς και της γιορτής που αφήνουν πίσω τους συνθέσεις όπως οι “Lester”, “Searchlight”, “Request Potato”, “Andrews ditty” και “Schoolboy thug” (έξοχο!) και που δείχνουν πως ο Matt Wilson δεν είναι απλώς ένας πολύ ενδιαφέρων συνθέτης, αλλά κι ένας εμπνευσμένος ενορχηστρωτής, που μπορεί να παίρνει από τους μουσικούς του το καλύτερο.
Εξαιρετικό άλμπουμ μεσαίας jazz μπάντας με πολλές απογειωτικές στιγμές, μα και με άλλες για περίσκεψη.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

SΙLVA GRISSI μία από τις πιο σημαντικές ιταλίδες τραγουδίστριες του rock στην Ελλάδα του 1968

Δεν είμαι σίγουρος πόσοι γνωρίζουν την ιταλίδα τραγουδίστρια Silva Grissi και πόσοι έχουν κάνει την ταύτιση με την Silvana Aliotta (όπως ήταν το πραγματικό όνομά της), την τραγουδίστρια των Circus 2000. Ποιοι ήταν οι Circus 2000; Απλώς, ένα από τα καλύτερα ιταλικά συγκροτήματα του rock εκεί στα early seventies. H Ιταλίδα, που είχε ξεκινήσει τη δισκογραφία με το αληθινό της όνομα το 1965 στα 16 χρόνια της, είχε έλθει στην Ελλάδα τoν Ιούνιο του 1968 (όταν ήταν 19 δηλαδή), και ως Silva Grissi έκανε μεγάλη επιτυχία στη χώρα μας τραγουδώντας όχι μόνο στο Στορκ, στον Άγιο Κοσμά, αλλά και ηχογραφώντας δύο 45άρια με ελληνικούς στίχους! Η Silvana Aliotta δηλαδή –κι εδώ οι ιταλο-προγκρεσιβάδες αν δεν το ξέρουν… καραφλιάνουν– εμφανιζόταν και τραγουδούσε στην Αθήνα το 1968.
Παρότι τα πρώτα δύο δισκάκια τής Aliotta, το “Caro Johnny/ Che diritto hai” [ΙΤ. Odeon MSOQ 5365, 1965] και τοLuglio e Agosto/ Se vuoi andare via” [ΙΤ. Odeon MSOQ 5367, 1966] δεν πέρασαν απαρατήρητα ήταν το τρίτο της (και πρώτο της ως Silva Grissi), το “Vorrei/ Sopra le nuvole” [ΙΤ. DKF Folklore KF 30052, 1968], που την έκανε ακόμη περισσότερο γνωστή. Το “Vorrei” ήταν σε ενορχήστρωση του Raffaele Cirulli (Raf Cristiano), ενώ τους στίχους είχαν γράψει η Luciana Medini και ο Renato Scala.
Δεν είμαι σίγουρος αν το “Vorrei” προηγήθηκε του “Rain and tears” των Aphrodites Child (τώρα μιλάμε για μέρες), αλλά η ιδέα ήταν κοινή. Να διασκευαστεί μια μπαρόκ σύνθεση και πάνω εκεί να μπουν «σημερινοί» στίχοι. Αν στο “Rain and tears” διασκευάστηκε ο Κανόνας in D major του γερμανού οργανίστα του 17ου αιώνα Johann Pachelbel, πάνω στον οποίον μπήκαν τα στιχάκια του Boris Bergman, στην περίπτωση του “Vorrei” διασκευάστηκε το “Adagio” του Tomaso Albinoni (περιέργως πώς δεν αναγράφονταν τα σχετικά στην ετικέτα του δίσκου) επί του οποίου πάτησαν οι στίχοι των Medini και Scala. Πότε συνέβησαν όλα τούτα; Λογικώς περί τον Μάιο του 1968… και σε κάθε περίπτωση με λίγες ημέρες διαφορά το ένα (τραγούδι) από το άλλο.
Έτσι λοιπόν κι ενώ το “Vorrei” αρχίζει ν’ ακούγεται στην Ιταλία και να γίνεται επιτυχία, στην Ελλάδα τα πράγματα φαίνεται πως πάνε πιο γρήγορα! Αποτέλεσμα; Η Silva Grissi θα καταλήξει στη χώρα μας για εμφανίσεις! Ποιοι μουσικοί, όμως, θα την συνόδευαν στην Αθήνα; Η απάντηση είναι… οι Q Set του Ronnie Jones, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από την Αγγλία, είχαν περάσει από την Γαλλία και την Ιταλία, για να καταλήξουν τελικώς στο… Στορκ.
Ο Ronnie Jones με τους Q Set στο Rimini το 1968 (πηγή: twitter/cptstax) 
Ξεφυλλίζοντας τις ΕΙΚΟΝΕΣ της εποχής (τεύχη της άνοιξης και του καλοκαιριού του ’68) βλέπουμε στη στήλη «Αθηναϊκό Ημερολόγιο» πως οι Q Set εμφανίζονταν στο Στορκ ήδη από τις αρχές Μαΐου του ’68, παραμένοντας εκεί τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Οι Q Set δεν ήταν καμμιά τυχαία μπάντα. Είχαν για τραγουδιστή τον μαύρο Αμερικανό Ronnie Jones (που είχε παίξει με τους Blues Incorporated του Alexis Korner, ενώ ήταν και ιδρυτικό στέλεχος των «μοντάδων» Nightimers) και ακόμη τους Chester Simon μπάσο, Tony OMalley πλήκτρα (μετά στους Arrival, Kokomo, 10cc), Steve Ferrone drums κ.ά. Η μουσική τους; Mod-soul με γεύση από Τζαμάικα (ska και τέτοια). Πρέπει, δηλαδή, να γινόταν χαμός στο Στορκ! Αυτούς, τους Q Set, ήλθε και βρήκε στην Αθήνα η Grissi.
Η Silva Grissi στο 108 τεύχος των Μοντέρων Ρυθμών (3/7/1968)
Στο 108 τεύχος των Μοντέρνων Ρυθμών, που κυκλοφόρησε την 3/7/1968, διαβάζουμε στη στήλη “Marys Show”…
«Από τις 17 μέχρι τις 22 του περασμένου μηνός σε γνωστό παραλιακό κέντρο εμφανίσθηκε μια νέα ιταλίδα τραγουδίστρια, η Silva Grissi. Στο προηγούμενο τεύχος υπήρχε ολόκληρο βιογραφικό σημείωμα, καθώς και η εξέλιξη της καριέρας της νεαράς Silva.(…) Μικροκαμωμένη, με πολύ κοντά μαλλιά και έξυπνα μάτια, μ’ ένα εγκάρδιο μεσογειακό χαμόγελο κατέκτησε το κοινό της από την πρώτη στιγμή. Εκείνο όμως που άφησε κατάπληκτους τους πάντας, που άλλωστε δεν την ήξεραν, ήταν η φωνή της και η ερμηνεία των τραγουδιών: ζεστή, δυνατή, εκφραστική, σωστή, γεμάτη ζωντάνια κι αίσθημα αξιοποιούσε το κάθε τραγούδι κι εκείνο με τη σειρά του την παρουσία της! Εκτός από το “Vorrei”, που επανελάμβανε κάθε βράδυ τουλάχιστον δυο φορές και που θεωρείται σαν σίγουρη επιτυχία του καλοκαιριού, τραγούδησε καταπληκτικά στα ιταλικά το “Delilah”, στα γαλλικά την επιτυχία “Comme d'habitude” (σ.σ. κλασικό τραγούδι που το είπαν οι Hervé Vilard, Claude François, Frank Sinatra ως “My way” και δεκάδες άλλοι), μια ωραιότατη ιταλική καντσονέτα, ένα ρυθμικό σαίηκ, ενώ χορεύοντας χτυπούσαν μεταξύ τους οι ασημένιες αλυσίδες που κοσμούσαν το έξαλλο φουστάνι της, πάνω από το κόκκινο εφαρμοστό καλσόν. Η άνεσίς της, στην εμφάνιση και την συμπεριφορά, ήταν πραγματικά μιας φτασμένης τραγουδίστριας παρ’ όλα τα 19 της χρόνια, χωρίς κόμπλεξ και βεντετισμούς. Ένα ημίωρο σώου τής γύρισε η τηλεόρασις των Ενόπλων Δυνάμεων (σ.σ. η στρατιωτική χουντική διοίκηση του καναλιού από κοντά, μην της ξεφύγει τίποτα...), ενώ για δυο ολόκληρες μέρες την φιλοξένησαν τα αθηναϊκά στούντιο όπου γύρισε ωρισμένα τραγούδια, μεταξύ των οποίων και το “Vorrei” στα ελληνικά με τίτλο “Γιατί”».
Φυσικά το “Vorrei” θα κυκλοφορήσει και σε ελληνική εκτύπωση στο 45άρι “Vorrei/ Sopra le nuvole nel ciel” [International Polydor NHH 259], ενώ αμέσως μετά θα τυπωθούν και τα δύο ελληνικά δισκάκια της. Το πρώτο με τα τραγούδια «Γιατί/ Ραντεβού» [Polydor 59 988, 1968] σε παραγωγή του Νίκου Παπαθανασίου (αδελφός του Vangelis) και το δεύτερο με τα «Η ιστορία/ Το καλοκαίρι» [Polydor 59 989, 1968]. Ας τα δούμε ένα-ένα…
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η φωνή της Silva Grissi ήταν ιδιαίτερη. Ναι μεν ψιλή, αλλά ανέβαινε και ψηλά. Αν και κάποιοι θα μπορούσε να πουν πως «τσίριζε», στην πράξη δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο επειδή η Ιταλίδα ήξερε να παίζει με τη φωνή της, προσθέτοντας όπου χρειαζόταν ένα φαλσέτο, κατεβάζοντας τα… υψίσυχνα vibes. Εν τω μεταξύ έχοντας μάθει «μια χαρά» τα ελληνικά λόγια των τραγουδιών ήταν έτοιμη και για την ακόμη μεγαλύτερη (ελληνική) επιτυχία της. Τούτο συμβαίνει κατά πρώτον με το… Vorrei-Γιατί, όταν τραγουδά τους στίχους του Νίκου Ελληναίου, όπως και με το flip-side «Ραντεβού» (πάλι σε στίχους Ελληναίου).
Τώρα… η «Ιστορία» από το δεύτερο ελληνικό δισκάκι της ήταν το τραγούδι που είχαν πει την ίδιαν εποχή και οι Olympians (μουσική Βαγγέλης Πιτσιλαδής, στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος). Ενδιαφέρουσα εκτέλεση, σε πιο γρήγορο tempo από ’κείνη των Olympians, και γενικώς πιο… ευρωπαϊκή. Στην πίσω πλευρά είχε χαραχτεί το «Καλοκαίρι» (Ε. Πιτσιλαδής – Ευαγγελινίδου). Το τραγούδι περνάει στο ξεκίνημά του από τις νότες της «Ανάμνησης» («Το καλοκαίρι μαζί πηγαίναμε στην αμμουδιά…», επίσης του Πιτσιλαδή), αλλά δεν είναι το ίδιο. (Να σημειώσουμε πως το «Καλοκαίρι» το είπε στο πρώτο 45άρι του, στην Columbia, και ο Δημήτρης Ταμπόσης το 1969).
Εκεί κάπου η ελληνική περιπέτεια της Silva Grissi τελειώνει, αν και όχι η επαφή της με το γενικότερο ελληνικό τραγούδι, αφού στο επόμενο δισκάκι της, το “Il processo/ Dea dei giovani” [DKF Folklore KF 30069, 1969] λέει το “End of the world” των Aphrodites Child (είναι η πρώτη πλευρά). Το τελευταίο 45άρι της στα sixties ήταν το “Comme d'habitude/ Vorrei”. Ξανατυπώνει το “Vorrei” δηλαδή, ενώ λέει και σε δίσκο το… “My way”, που το παρουσίαζε (και) στο Στορκ.

Διάβασα για πρώτη φορά για τους Circus 2000, ένα από τα καλύτερα… ψυχεδελοπρόγκ συγκροτήματα της Ιταλίας στα early seventies, στο βιβλίο του Vernon JoynsonAfter the Acid Trip/ The Flashback/ The Ultimate Psychedelic Music Guide” [Borderline Productions, Telford 6/1988], που έπεσε στα χέρια μου στα τέλη των eighties. Ο Joynson, τότε, δεν ήξερε ούτε το 1/20 από εκείνα που του έμαθαν στην πορεία οι συλλέκτες, έτσι έκανε το λάθος να θέσει τους Ιταλούς στο κεφάλαιο με τις αμερικάνικες μπάντες! Ας θυμηθούμε τι ακριβώς έγραφε:
“A highly collectable eastern-style Jefferson Airplane like album with powerful female vocals. The five tracks on the recent ‘Compositions’ compilation provide a taster to the band’s superb psychedelic rock”.
Ο Joynson, περαιτέρω, έδινε τον τίτλο του πρώτου, μόνον, LP των Circus 2000 στην εταιρεία Rifi από το 1970, συνοδεύοντας μ’ ένα R2 (πως ο δίσκος, δηλαδή, ήταν “very rare”). Αυτό μου είχε φανεί παράξενο. Μπορεί να μην είχα ακούσει ακόμη τότε το συγκρότημα, ήξερα όμως πως η Rifi ήταν ιταλική εταιρεία, αφού είχα ήδη στη δισκοθήκη μου κάποια 45άρια της (εκείνο που θυμάμαι 100%, γιατί το είχα από τα μέσα του ’80, ήταν το “La bomba atomica/ Tema” των Giganti από το 1966). Τέλος πάντων, κάπου τότε πέσανε στα χέρια μας τα «πειρατικά» της εποχής ή τα CD (αντιγραμμένα σε κασέτα) και ακούσαμε εν τέλει αυτό το ιταλικό γκρουπ που ξεχώριζε από τ’ άλλα της εποχής του – και που, ok, θα μπορούσε να το μπερδέψει κάποιος με… αμερικανικό (αν δεν πρόσεχε και τόσο). Πάντως εκείνη η… “recentCompositionscompilation”, για την οποία έγραφε ο Joynson πρέπει να ήταν, τελικώς, το δεύτερο LP τους “An Escape from a Box (Fuga dallInvolucro)”, που είχε ήδη γίνει «πειρατής».
Ποια ήταν τα μέλη των Circus 2000 το 1970; Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο τού πρώτου LP τους: Silvana Aliotta φωνή, κρουστά, MarcelloSpookyQuartarone ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, φωνητικά, Gianni Bianco μπάσο, φωνητικά, FrancoDedeLo Previte ντραμς. Η μπάντα ήταν επηρεασμένη από το ψυχεδελικό rock της Δυτικής Ακτής, και βασικά τους Jefferson Airplane, έπαιζε πολύ καλά, ενώ και η φωνή τής Silvana Aliotta ή Silva Grissi είναι ακόμη πιο «γερή» και «τοποθετημένη», φέρνοντας όντως στη μνήμη, στιγμές-στιγμές, την Grace Slick. Όλες οι συνθέσεις ήταν πρωτότυπες και τραγουδισμένες στην αγγλική, γραμμένες όμως όχι από τα μέλη του γκρουπ, αλλά από τους Bob Michaels και Vermar (Marinco Rigaldi). Δεν ξέρω αν είναι περίεργο το γεγονός πως ενώ στο LP δεν υπάρχει ούτε ένα ιταλικό κομμάτι, τα tracks που «κόβονταν» στα 45άρια ήταν στην ιταλική. Ίσως στα δισκάκια η «επιτυχία» να ήταν πιο εύκολη, όταν ο στίχος ήταν στη μητρική γλώσσα… τέλος πάντων. Πολύ καλά τα “I am the witch”, “The Lord, he has no hands” και άλλα διάφορα
Το δεύτερο και τελευταίο LP των Circus 2000 κυκλοφορεί το 1972, ξανά στη Rifi, έχει τίτλο An Escape from a Box (Fuga dallInvolucro)” όπως προείπαμε, εμφανίζοντας την ίδιαν ακριβώς line-up – με τα τραγούδια αυτή τη φορά, που είναι επίσης στην αγγλική (μεταφράζονται στην ιταλική στο μέσα μέρος του gatefold), να είναι συντεθιμένα από το ντούο Visir/ Vermar. Το άλμπουμ, σε χοντρές γραμμές, δεν διαφέρει και τόσο πολύ από το προηγούμενο (αν και στ’ αυτιά μου ηχεί… κάπως κατώτερο, δίχως τούτο να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι εδώ ωραία tracks). Οι συνθέσεις είναι πιο λίγες στον αριθμό (και άρα μεγαλύτερες σε διάρκεια), συνδυάζοντας (περισσότερα) ψυχεδελικά και (λιγότερα) progressive rock στοιχεία. Πολύ καλό το “Need”, με την Silvana Aliotta να δίνει μια μεστή/ δυναμική ερμηνεία και τον Quartarone να κάνει ωραία δουλειά στις κιθάρες.
Οι Circus 2000 κάπου εκεί διαλύονται, με την Aliotta να εμφανίζεται για κάποιο διάστημα (στη δισκογραφία) ως… Silvana Dei Circus 2000 (1973) και πιο μετά ως απλώς… Silvana (1974). Μάλιστα ως Silvana θα τραγουδήσει στην ιταλική το κλασικό (που τότε ακόμη δεν ήταν) “Long train runnin’” των Doobie Brothers ως “Manie”. Θα την συναντήσουμε επίσης να παίζει κρουστά στο “Io Sono Nato Libero” [Dischi Ricordi, 1973] των Banco del Mutuo Soccorso και να τραγουδά στο “Fiaba” [Fonit, 1974] των Procession, πριν… εξοκείλει προς την disco, μετά τα μέσα του ’70 με τις Le Streghe (σε παραγωγή του και-ροκ μάγκα Shel Shapiro).
Η Silvana Aliotta έχει κανάλι στο YouTube κι εκεί έχει ανεβάσει μερικά τωρινά «δικά της». Κάτι “The house of the rising sun”, κάτι “I’m so glad”, το “Need” των Circus 2000 (live στο Τορίνο από τον Απρίλιο του 2015)… Επίσης σε πρόσφατη συνέντευξή της, απόσπασμα της οποίας διαβάζουμε στο ιταλικό blog Le note di Euterpe, φαίνεται να απορεί πως υπάρχουν κάποιοι, που ακόμη την θυμούνται στην Ελλάδα ανεβάζοντας τα τραγούδια της στο YouTube. Αυτό δεν είναι τίποτα… θα πρέπει να πούμε στην signora Aliotta. Εδώ ανεβαίνουν άλλα κι άλλα, όχι το «Γιατί» και το “Vorrei” που ήταν επιτυχίες και που μπαίνουν σε ελληνικές συλλογές με pop/rock sixties τραγούδια («Πάρτυ στον ANT1», «60's & 70's No2», «60s Η Χρυσή Δεκαετία», «Η Μικρή μας Ιστορία», «Μοντέρνοι Ρυθμοί του ’60» κ.λπ.) τουλάχιστον εδώ και μια 25ετία – ή μήπως και περισσότερο;
 

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

μια συγκλονιστική ιστορία χαμών κι ένα ποίημα με αφορμή τα 75 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης

Η Μάχη της Κρήτης, που αφορά στην κατάληψη του νησιού από τους Γερμανούς το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1941, αποτελεί μία ξεχωριστή στιγμή όχι μόνο για την ελληνική, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία. Η ναζιστική Γερμανία με τη φασιστική Ιταλία από τη μια μεριά και η Ελλάδα με τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία από την άλλη βρέθηκαν μπροστά σε μιαν άνιση, όσο και ιδιότυπη μάχη με χιλιάδες νεκρούς, και ακόμη περισσότερους τραυματίες ή αγνοούμενους και από τα δύο μέτωπα. (Δείτε τις φωτογραφίες από το site του ΓΕΣ).
Υπάρχουν πολλά, μικρά και μεγαλύτερα, περιστατικά που συνδέονται με τη Μάχη της Κρήτης –τη μεγαλύτερη αποβατική επίθεση από αέρος (ένα πύρρειο επίτευγμα της Luftwaffe) με ταυτόχρονη κατάληψη εδάφους, που είχε γνωρίσει έως τότε ο κόσμος– κι ένα απ’ αυτά τα περιστατικά το είχε διηγηθεί ο δημοσιογράφος Γιώργος Παπαδάκης στην εφημερίδα του Ηρακλείου «Νέα Κρήτη», την 18/5/2012. Πρόκειται για την απώλεια των γιών της Κόμισσας von Blücher (φον Μπλίχερ), που ήταν απόγονος του στρατάρχη Gebhard Leberecht von Blücher (γνωστός και ως Πρίγκιπας του Wahlstatt), του νικητή του Ναπολέοντα στο Βατερλώ (1815) και ήρωα της νεότερης Γερμανίας.

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Το Λευκό… Manifiesto της Χρυσής Νεολαίας

Μερικά αποσπάσματα από ένα... νεολαιίστικο αντικομμουνιστικό βιβλιαράκι, που κυκλοφόρησε το 1973 από τις εκδόσεις Επτάλοφος. Έτσι, για να σκάσει λίγο το χειλάκι μας…

Πρέπει να δώση η κοινωνία ιερότητα στους νέους για να πάρη λατρεία για το υπέροχο, διότι με την συμπεριφορά της σήμερα σκοτώνει το ηθικό και το ωραίο.
Κι όμως η στρατιά της «Χρυσής Νεολαίας», καίτοι δεν παίρνει από την κοινωνία ούτε το ιερό, ούτε το ωραίο, δίνει το ιδανικό της αγάπης, της γλυκύτερης σκιάς του ανθρώπου.(…)
Η σωστή έρευνα δεν μπήκε στην πραγμάτωσι, για να γραφή το θρυλικό ποσοστό που αντιπροσωπεύει η «Χρυσή Νεολαία». Και η παράλειψι αυτή αποτελεί μια κατηγορία του σωστού κατά της «Αρχής» κάθε χώρας, η οποία αδρανεί να φέρη στο φως την εικόνα της πολλής νεολαίας που είναι και καύχημα της κοινωνίας.(…)
Ζητούμε κατανόησι. Ζητούμε να περάση η νέα γενιά από την λεωφόρο της συμπόνιας και της επαναστάσεως. Της επαναστάσεως όμως που βάνει ταφόπετρες στα σάπια σημεία του Έθνους και οργανώνει το έδαφος για να ζωογονηθή από τον καινούργιο ήλιο, διότι πραγματική επανάστασι σημαίνει ήλιο και όχι συννεφιά.(…)
Δεν τον ενδιαφέρει τον λαό ο τύπος του πολιτεύματος, αλλ’ η καρδιά του, η οποία και είναι η ουσία του. Η ουσία του πολιτεύματος καθορίζει τον τύπο του. Κανείς δεν έγινε τύραννος από τον τύπο του πολιτεύματος, αλλ’ από τις πράξεις του.(…)
Αναμφισβήτητα η επανάστασι είναι ιερή λέξι και θεία ενέργεια, εάν δεν είναι κάλπικη. Διότι οι μεν επαναστάσεις κινδυνεύουν από τους ψευτοεπαναστάτες και οι δημοκρατίες από τους ψευτοανθρωπιστές.(…)
Οι νέοι πρέπει να είναι πάντα μεθυσμένοι από σωστή δράσι. Οι νέοι είναι το ταχύμετρο της ζωής, αυτοί χρωματίζουν τα έθνη και δοξάζουν τις κοινωνίες. Οι νέοι βλέπουν με το όνειρο και δημιουργούν με την πίστη στο όνειρο, ενώ οι πρεσβύτεροι βλέπουν τη ρημαγμένη ζωή και δημιουργούν το εφικτό. Τους ορίζοντες όμως και τις επαναστάσεις τους δημιουργούν οι νέοι με το πρόσταγμα του σωστού κι όχι με τη θεωρία ούτε του Γκάντι, ούτε του Μαρκούζε.(…) 
Φαίνεται πως ο άνθρωπος είναι πολύ διπρόσωπος. Κόπτεται για την ψυχή του κι εργάζεται για τη σάρκα του. Να γιατί οι νέοι κατηγορούν τον κόσμο για ιησουιτισμό. Να γιατί μερικοί νέοι, μερικές φορές, κραυγάζουν προς τα Κράτη που έχουν τη δύναμι: δείξτε μας το ωραίο να το πολλαπλασιάσουμε, αλλιώς υποκρίνεσθε.(…)
Είναι ένα μεγάλο έγκλημα να σκοτώνης τα όνειρα. Και μάλιστα τα όνειρα των νέων, διότι σκοτώνεις μια ιερή εικόνα.(…)

Σας θυμίζουν τίποτα όλες αυτές οι απέραντες (και απολίτικες) συντηρητικές κοινοτοπίες (το λέω ευγενικά), περί… εξιδανίκευσης της νεολαίας (έτσι γενικώς και αδιακρίτως); Για διαβάστε παρακάτω… μπορεί κάτι να σας θυμίσουν…

«Η αλήθεια είναι ότι ένα υπέροχο όνειρο αντικαθιστούσε τον προηγούμενο μαυρόασπρο κόσμο. Αυτό που ονομάστηκε “ουτοπία”, ήταν η νέα πραγματικότητα στις εφηβικές παρέες. Αν δούμε την εποχή με τα δικά τους μάτια, θα δούμε το λουλούδι όπως ένας χριστιανός κοιτάζει τον Σταυρό του Κυρίου, ένα ιερό σύμβολο μιας απόλυτης αλήθειας».
«Βλέπουμε ήλιους και χέρια που απλώνονται να φτάσουν ουρανούς. Βλέπουμε σκίτσα γεμάτα αστέρια και πρόσωπα που χαμογελούν ή θυμώνουν με τον κόσμο».
«Και εδώ ο συντηρητισμός επικράτησε και ξεριζώθηκαν κακήν κακώς τα λουλούδια».
«Εκείνο που ενώνει τους νέους ανθρώπους δεν είναι η ιδεολογία, αλλά η διάθεση»
(σ.σ. Μιλάμε για πολύ γέλιο αυτό το τελευταίο, αφού κολλάει ταμάμ μ’ εκείνο το... «δεν τον ενδιαφέρει τον λαό ο τύπος του πολιτεύματος, αλλ’ η καρδιά του, η οποία και είναι η ουσία του»!).

Βαριέμαι ν’ αντιγράφω άλλες ανάλογες μπαρούφες του γνωστού παπατζή… Ένα είναι σίγουρο. Μόνο χουντικοί ή βλάκες ή δευτεροετείς του… κατηχητικού θα υπέγραφαν τέτοιου τύπου… νεανικά μανιφέστα.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

ο νέος ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ είναι αφιερωμένος στον Σταμάτη Κραουνάκη

Εξαιρετικό το νέο τεύχος του Μετρονόμου – το 59 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2016), που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και είναι αφιερωμένο στον Σταμάτη Κραουνάκη. Το λέω «εξαιρετικό» επειδή το διάβασα από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτό δεν (μου) συμβαίνει συχνά με τα περιοδικά. Συνήθως μένουμε σε κάποια πράγματα που μας νοιάζουν περισσότερο, ρίχνοντας στα υπόλοιπα μιαν απλή ματιά. Θυμάμαι τον Ήχο, για παράδειγμα, στη δεκαετία του ’80. Διάβαζα τα μουσικά θέματα, τα άρθρα, τις κριτικές, όμως τις μπροστινές σελίδες με τα μηχανήματα τις ξεπέταγα στο άψε-σβήσε. Το ίδιο και με τις εφημερίδες. Διάβαζα κάποιες στήλες, κάποια κείμενα, όμως τις μισές σελίδες τις προσπερνούσα χωρίς πολλά-πολλά. Ακόμη και με τα πιο αγαπημένα περιοδικά δεν συμβαίνει πάντα το «τέλειο». Αποτελούν εξαιρέσεις θέλω να πω τα «αγαπημένα περιοδικά», που θα διαβαστούν από την αρχή έως το τέλος με την ίδια ένταση. Με το συγκεκριμένο τεύχος του Μετρονόμου, πάντως, συνέβη. Και ο λόγος δεν ήταν, μόνο, το αφιέρωμα…
Μ’ αρέσουν τα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη. Πολλά τραγούδια του. Όχι όλα. Και ούτε εκείνα που μπορεί ν’ αρέσουν σώνει και καλά στους πολλούς – οι πολύ μεγάλες επιτυχίες του εννοώ. Έχω την άποψή μου για το έργο του (το δισκογραφικό εννοώ, που, νομίζω, πως το ξέρω καλά), παρότι δεν μου έχουν δοθεί οι ευκαιρίες να γράψω κάτι συνολικό. Υπάρχουν, μάλιστα, 2-3 δικοί του δίσκοι στην πορεία, που τους θεωρώ «σταθμούς» για το ελληνικό τραγούδι – και σίγουρα δεν θα είμαι ο μόνος. Να πω για έναν, τώρα… Το άλμπουμ «Σκουριασμένα Χείλια» [Lyra, 1981] με τη Βίκυ Μοσχολιού – εκείνο που δεν είχε τυπωμένο το όνομά του στο μπροστινό μέρος του εξωφύλλου! Μεγάλη «πατάτα» αυτή του αείμνηστου Πατσιφά, παρά την πνευματώδη απάντηση που την συνοδεύει… «αν είναι να σε μάθουν, θα σε μάθουν».
Ο Μετρονόμος τα δίνει όλα για τον Κραουνάκη, βασικά μέσω της πολυσέλιδης συνέντευξής του στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη. Αναφερόμαστε σε 18 σελίδες(!), που διαβάζονται αν όχι απνευστί, τουλάχιστον με πολύ μικρές παύσεις. Είναι η πορεία και η καριέρα του Κραουνάκη από τα παιδικά χρόνια του μέχρι και σήμερα – με πολλές λεπτομέρειες και επεισόδια, άγνωστα εν πολλοίς σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Και δεν είναι μόνο η συνέντευξη, είναι και άλλα οκτώ κείμενα που περιγράφουν ή καταγράφουν επιμέρους όψεις του έργου και της προσωπικότητάς του, κείμενα γραμμένα από δημοσιογράφους, ποιητές, συνεργάτες του... Ένα, αληθινά, πλήρες αφιέρωμα.
Όμως η ύλη του #59 Μετρονόμου δεν σταματά εδώ, αφού το ίδιο ή και περισσότερο ενδιαφέρουσα (για κάποιους…) μπορεί να είναι και η συνέντευξη του Θοδωρή Τρύφωνα των Αγάπανθος στον τραγουδοποιό Δημήτρη Βεριώνη. Μια άγνωστη, γενικώς, προσωπικότητα του ελληνικού ροκ και φολκ-ροκ, που έχει πολλά πράγματα να πει και κυρίως να θυμηθεί. Η συνέντευξη, που διανθίζεται από ωραίες φωτογραφίες εποχής, καταλαμβάνει 9 σελίδες και κάποια στιγμή θα μας απασχολήσει και ξεχωριστά στο δισκορυχείον
Από ’κει κάτω θα έλεγα πως το ίδιο αξιοπρόσεκτες είναι και οι κουβέντες με τον Νίκο Κυπουργό, τους τραγουδοποιούς Τατιάνα Ζωγράφου και Παντελή Σπύρου, τον τραγουδιστή του δημοτικού Παναγιώτη Σδούκο, τον πολύ καλό συνθέτη και μουσικό Χάρη Παπαδόπουλο (γνωστός από τους Χειμερινούς Κολυμβητές κ.λπ.)…
Έξοχο τεύχος, το ξαναλέω, και «μπράβο» στον Θανάση Συλιβό και τους συνεργάτες του για την προσπάθεια. 
Επαφή: www.metronomos.gr