Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

YISHAK BANJAW το νέο LP της Teranga Beat

Αυτός ο δίσκος είναι από τα άγραφα. Εννοώ από ’κείνους τους δίσκους που δεν περιμένεις ποτέ να κυκλοφορήσουν από μιαν εταιρεία – ελληνική, όπως η Teranga Beat, ή όχι. Κι αυτό, γιατί οι συμπτώσεις που πρέπει να συμβούν για να γίνει η δουλειά είναι από αυτές που δεν «κάθονται». Τουλάχιστον εύκολα. Τα εξηγεί αναλυτικά στο innersleeve ο Αδαμάντιος Καφετζής (της Teranga Beat) πώς δηλαδή ανακάλυψε τις ηχογραφήσεις του Yishak Banjaw, μέσω του φίλτατου σκαπανέα των weird «μουσικών του κόσμου» Θανάση Μουτσόπουλου, και πώς από ’κει προχώρησε στην ανεύρεση τού χαμένου Banjaw, στην πατρίδα του την Αιθιοπία.
Το αποτέλεσμα με λίγα λόγια είναι αυτό το LP, το “Love Songs Vol.2”, που είναι το πρώτο στην καριέρα τού 64χρονου, σήμερα, αιθίοπα κιμπορντίστα.
Για να δούμε λίγο από την ιστορία, όπως την αφηγείται ο ίδιος ο Banjaw.
«Γεννήθηκα στην Αιθιοπία» μας λέει ο Banjaw «και η μουσική είναι το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω. Άρχισα να παίζω πλήκτρα τον Απρίλη του ’75, όταν ήμουν 23 ετών, και πήγα στην Ερυθραία να δουλέψω ως μουσικός. Συνήθιζα να παίζω πιάνο στην Αντίς Αμπέμπα, αλλά όταν πήγα στην Ασμάρα έστριψα στα keyboards. Ήταν σκληρά τα πράγματα στην Ερυθραία, τότε (1974-1991), λόγω του εμφυλίου πολέμου, αλλά, τέλος πάντων, επιβίωσα».
Για να συνεχίσει ο Banjaw
«Αποφάσισα να ηχογραφήσω εκείνες τις δύο κασέτες, τα “Love Songs Vol.1” και “Vol.2”, το 1986. Είχα κλασικό μουσικό background κι έτσι γνώριζα τι αίσθημα έπρεπε να βγάζει η μουσική μου, αποφασίζοντας να κινήσω μόνος μου όλες τις διαδικασίες, επειδή δεν μπορούσα να βρω, τότε, μπάντα που να ήταν ικανή για να υποστηρίξει όσα είχα στο νου μου – ασχέτως αν, στην πορεία, έπαιξα τα “Love Songs”, που στηρίζονταν κατά βάση σε παραδοσιακά θέματα, και με διάφορα σχήματα. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ένας φίλος από την Ερυθραία, που τώρα ζει στην Αμερική, μου νοίκιασε, για ένα ευτελές ποσό, ένα μικρό Casio για παιδιά… και κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω αυτά τα τραγούδια μ’ εκείνο το καινούριο για μένα όργανο μέσα σε τρεις ώρες, το “Vol.1” και σε ακόμη λιγότερες το “Vol.2”. Ηχογράφησα τις κασέτες στην Ασμάρα, για να κυκλοφορήσουν από το Axum Music Shop πριν 30 χρόνια ακριβώς. Μέχρι σήμερα έχω τυπώσει εφτά “τόμους”, αλλά μόνον ο “πρώτος” και ο “δεύτερος” αποδίδονται με Casio».
Πώς ηχούν τα “Love Songs”; Συχνά σαν ν’ ακούς… ethiopiques περασμένα σ’ ένα keyboard (και πιο συγκεκριμένα σ’ ένα απλό-απλούστατο Casio). Ο Yishak Banjaw παίζει τις μελωδίες, όσο πιο λιτά γίνεται, ενώ και το υποτυπώδες ρυθμικό τμήμα βοηθάει ώστε το πράγμα να έχει μια minimum βάση στήριξης. Το ωραίο είναι πως σε ορισμένες περιπτώσεις μερικά «περάσματα» μπορεί να θυμίσουν Farfisa παλαιού ελληνικού λαϊκοδημοτικού ή πανηγυριού, όπως π.χ. στο “Ageren ayehuwat” (το οποίο προς το τέλος του ροκάρει αγρίως). Ωραίο είναι και το “Fikrehoy temekeri”, πάντα από την πρώτη πλευρά, που παίζει με τις κλίμακες, και που, αν εξαιρέσεις το beat, έχει ήχο κάπως seventies, με το “Segno sra allebign”, που κλείνει την Side A, να περνιέται και για «ρεγκάκι».
Φυσικά και η δεύτερη πλευρά έχει ενδιαφέροντα tracks, με πρώτο ανάμεσά τους το σουδανέζικο “Yadah”. Η κλήση παίζεται με «ψευτοχάμοντ», ενώ η απόκριση με «ψευτοφάζ», με τα δύο αυτά αλληλοσυμπληρούμενα passages να είναι καρφωμένα πάνω σ’ ένα minimal ρυθμικό υπόστρωμα. Είναι μαγκιά (δεν λέω ικανότητα) να το κάνει όλο αυτό ένας άνθρωπος, μόνος του, στον Τρίτο Κόσμο, το 1986. Εξαιρετικό είναι επίσης και το έσχατο “Engudaye nesh”, με τη μελωδία σε moody ethiopiques στυλ να κυριαρχεί.
Το “Love Songs Vol.2”του Yishak Banjaw είναι ένα άλμπουμ μοναδικό στο είδος του. Με τη διαφορά, όμως, πως και το «είδος», εδώ, είναι μοναδικό.
Επαφή: www.terangabeat.com
  

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

RADÍM HLADIK (1946-2016)

Ο Radím Hladik υπήρξε από τους σημαντικότερους συνθέτες-κιθαρίστες του παλαιού τσεχοσλοβακικού rock. Τόσο με τους Matadors, το γκρουπ με το οποίο απογείωσε το τσέχικο beat στα sixties, όσο και με τους Blue Effect από το 1969 και μετά (ή Modrý Efekt από τα μέσα των seventies και μετά), που κινήθηκαν σε progressive κατευθύνσεις, ο Radím Hladik δεν έλειψε ποτέ από τη σκηνή έως και τον πρόσφατο θάνατό του (4 Δεκεμβρίου 2016). Το δισκορυχείον προτείνει στους φίλους τού ροκ ν’ ακούσουν οπωσδήποτε το άλμπουμ του Hladik με τους Matadors [Supraphon, 1968], που αποτελεί κορυφαίο δείγμα «σοσιαλιστικού ροκ» (στα sixties) και ακόμη τα έξοχα LP με τους Blue Effect “Meditace” [Supraphon, 1970], “Coniunctio” [Supraphon, 1970], “Nová Syntéza - New Synthesis” [Supraphon, 1971] και “Kingdom of Life” [Supraphon, 1972].
Αυτή τη στιγμή έχω ρίξει στο πικάπ ένα παράξενο άλμπουμ, που έχει τίτλο “Night Club ’67” [Supraphon SUA ST 53834, 1967] και που περιλαμβάνει εγγραφές των Olympics, των Mefistos, των Matadors, της Karel Duba Orchestra και της Ferdinand Havlík Orchestra. Το λέω «παράξενο» γιατί συνδυάζει δυνατό beat, με jazz και easy listening. Προφανώς στα τσεχοσλοβακικά κλαμπ του ’60 ακούγονταν όλα αυτά μαζί – όπως και στα δικά μας εξάλλου, άρα μπορεί να μην είναι και τόσο… παράξενο.
Αξίζει επίσης να πω πως, από εδώ, το περίφημο “Get down from the tree” των Matadors ακούγεται σε διαφορετικό remix από το LP, ενώ μνεία πρέπει να γίνει τουλάχιστον σ’ ένα ακόμη κορυφαίο instro track, στο “Im cominhome baby” με τους Mefistos, που είχε τραγουδήσει (γιατί ήταν τραγούδι) ο Mel Tormé το 1962.
Ψάξτε το «σοσιαλιστικό ροκ» τής Τσεχοσλοβακίας και μην ακούτε τους άσχετους και τους βλάκες, που μιλάνε για απαγορεύσεις και αηδίες… 
 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

BIRTHDAY KICKS & SCREAMING DEAD BALLOONS

Η Vault Records είναι μία καινούρια ελληνική ετικέτα, καθώς δραστηριοποιείται από το καλοκαίρι (που μας πέρασε). Μέχρι σήμερα έχει τυπώσει δύο split 45άρια και έπεται συνέχεια. Το πρώτο αφορούσε στα «μεταλλικά» συγκροτήματα Sadhus. The Smoking Community και Agnes Vein, ενώ το δεύτερο, υπό τον τίτλο Free Entry, στα ροκάδικα (με τις όποιες επιμέρους διαφορές τους) Birthday Kicks και Screaming dEAD Balloons. Πριν, όμως, πούμε κάτι για τις διαφορές (τους), ας γράψουμε για μια βασική... ομοιότητα. Και τα δύο γκρουπ προέρχονται από τη Λάρισα. Μάλιστα, για τους Screaming dEAD Balloons είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό (εδώ στο δισκορυχείον) πολύ επαινετικά λόγια.
Πρώτη πλευρά στο δισκάκι το “She talks to rainbows” με τους Birthday Kicks – τέσσερα παιδιά που παίζουν κιθάρες (2), μπάσο, ντραμς και τραγουδούν. Το κομμάτι αποτελεί διασκευή στο ωραίο πρωτότυπο των Ramones (από το “¡Adios Amigos!” του 1995) και αποδίδεται αρκετά καλά. Τη διαφορά την κάνουν, βασικά, τα φωνητικά που είναι αγέρωχα, βγαίνοντας σωστά «μπροστά», ενώ όλο το υπόλοιπο setting λειτουργεί άψογα, στο πλαίσιο μιας απλής-μεστής ροκ παραγωγής.
Καλή συνέχεια να ευχηθούμε στους Birthday Kicks, που έχουν, εξ όσων είδα στο discogs, και πρόσφατο LP.
Όπως είχαμε γράψει τον προηγούμενο Φλεβάρη:
«Οι Screaming dEAD Balloons είναι από τη Λάρισα, σχηματίστηκαν το 2012, έχουν δύο δισκογραφικές εξόδους έως τώρα, ενώ παίζουν συνεχώς live… κυρίως από τη μέση της Ελλάδας και πάνω, όπως διαπίστωσα και από το facebook (έχουν εμφανιστεί φυσικά και στην Αθήνα). Όσον αφορά στα δισκογραφικά μετράμε το LP τους “Screaming Dead Balloons” [Private] από τον Φλεβάρη του ’14, και βεβαίως το 10ιντσο “Banana Blue” [Private/ Β-otherSide] από τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς».
Τρίτη εμφάνιση των Screaming dEAD Balloons στη δισκογραφία, λοιπόν, με το τραγούδι τους “Last minute hero” και με τη γνωστή θα πω line-up τους (Ιωάννης Πισπιρίκος φωνή, κιθάρες, Διονύσης Ντάλλας μπάσο, Πάνος Λιακάκος ντραμς), που έχει δώσει αληθινά ώριμες ηχογραφήσεις.
Το νέο τραγούδι τους δεν είναι απ’ αυτά, που θα μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη μου το δεκάιντσο, δεν παύει, όμως, να είναι ένα γερό, ώριμο, σκληρό track (που αρχίζει και τελειώνει στο πι και φι) από μια μπάντα που ροκάρει με έπαρση – κάτι που φαίνεται τόσο στα (πάντα… αριστοκρατικά) φωνητικά τού Πισπιρίκου, όσο και στο ρυθμικό τμήμα που κρατάει το ρόλο του με γνώση – εν πάση περιπτώσει. 

ΠΕΤΡΟΣ ΦΥΣΣΟΥΝ (1933-2016)

Το «Φρουρά στο Ρήνο» της Lillian Hellman, σε μετάφραση Μέλπως Ζαρόκωστα, ανέβηκε στο θέατρο Όρβο από τον θίασο του Πέτρου Φυσσούν την 23η Σεπτεμβρίου 1972

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

SISSI RADA πράγμα

Δεν ξέρω πόσοι είχαν πάρει χαμπάρι την Sissi Rada από ένα προηγούμενο split LP της – εγώ, πάντως, όχι. Αναφέρομαι στο άλμπουμ “Personæ / List-en” [Private, 2013], το οποίο μοιραζόταν μαζί με τα ΦΥΤΑ και τον Αλέξανδρο Δρόσο. Τώρα ήρθε ο καιρός, ως φαίνεται, και για ένα αποκλειστικώς προσωπικό άλμπουμ τής ελληνίδας τραγουδοποιού – ένα άλμπουμ που θα μας δώσει το χώρο, φρονώ, ώστε ν’ αντιληφθούμε περισσότερα για την περίπτωσή της.
Η Sissi Rada –και είναι η πρώτη σκέψη αυτή που έρχεται στο μυαλό μου– κάνει ένα άλμπουμ κάπως… αλλόκοτο. Εννοώ πως το Pragma [Inner Ear, 2016] δεν περιγράφεται εύκολα – κάτι που δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό, αναγκαστικώς. Υπάρχουν τραγούδια που ηχούν κάπως αλλοπρόσαλλα και όσον αφορά στις παραπομπές τους, αλλά και στο πώς διαμορφώνονται ενορχηστρωτικώς. Επίσης, σαν τραγούδια, τα τραγούδια της Sissi Rada δεν ακολουθούν μια «κατανοητή» γραμμή ανάπτυξης, καθώς εμφανίζουν αναπάντεχα «κοψίματα» και αλλαγές στα tempi ή τις μελωδικές γραμμές. Αυτή η μεταβλητότητα των τραγουδιών έχει περάσει, μάλιστα, και στους στίχους, όπου κι εκεί παρατηρούνται κάποιες αυτοματικές καταστάσεις, με τη χρήση λογοπαιγνίων κ.λπ. Μερικά ονόματα που μου έρχονται κάπως άμεσα στο νου, ακούγοντας την πρώτη πλευρά τού LP τής Sissi Rada είναι η Lene Lovich και η Kate Bush, χωρίς τούτο να σημαίνει πως υπάρχουν εντελώς προφανείς αναφορές – έτσι, απλώς, το λέω.
Η Sissi Rada, που τραγουδά και παίζει άρπα, επιχειρεί να συνενώσει σ’ ένα… πράγμα ετερόκλητα μουσικά στοιχεία. Την electro-pop του ’80 φερ’ ειπείν, μ’ ένα κάποιο rock, με κάποια classic «δωματίου» ακούσματα, με την folk μπαλάντα… και συχνά, όλα τούτα σκεπασμένα από μια κατευθυνόμενη «παιδικότητα». Άλλοτε λειτουργεί πολύ καλά αυτό το σχέδιο (“Elevator”, “Little white boat”, “Judy Garland”), άλλοτε λιγότερο.
Κι ενώ η πρώτη πλευρά στο “Pragma” ξεκινάει κάπως παγερά, για να πιάσει θερμότερες κλίμακες μετά τη μέση, στη δεύτερη πλευρά έχουμε κάτι άλλο. Δείγμα κι αυτό, αν θέλετε, των… ανατρεπτικών, πώς να τις πούμε αλλιώς, καταστάσεων στις οποίες αρέσκεται η τραγουδοποιός. Έτσι λοιπόν το “Your laptop”, που ανοίγει την side B, είναι ένα folk κομψοτέχνημα (σίγουρα το ωραιότερο αγγλόφωνο κομμάτι του LP), που θα μπορούσε να συναγωνιστεί τα καλύτερα tracks (και να βγει κερδισμένο) του “Parallelograms” (1970) της Linda Perhacs. Στο “Batman” που ακολουθεί η Rada επιχειρεί να γράψει ελληνικό στίχο. Το κομμάτι έχει ενδιαφέρον, θυμίζοντας έντονα τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης». To ίδιο ενδιαφέρον έχει όμως και το το “Seirinas” με την Sissi Rada να διαβάζει τα (ελληνικά) λόγια της, πάνω από ένα minimal airy υπόστρωμα (με την άρπα της να πρωταγωνιστεί), όπως, βεβαίως, και το τελευταίο τραγούδι τού LP, η “Sousourada”, που κλίνει ακόμη περισσότερο προς το παλαιό folk των βρετανικών νησιών (εδώ βιολί, recorder και άρπα πρωταγωνιστούν).
Δεν μπορώ να βγάλω ένα γενικό συμπέρασμα για το “Pragma”. Νομίζω, όμως, πως οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του, έτσι όπως τις περιγράψαμε παραπάνω, αξίζει να προσεχθούν από την τραγουδοποιό και να γίνουν πιο βαθιές…
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

KEN SCHAPHORST BIG BAND

Συνθέτης, bandleader, τρομπετίστας και ακόμη δάσκαλος στο New England Conservatory, o Ken Schaphorst προτείνει με το “How to Say Goodbye” [JCA Recordings, 2016] ένα ωραίο άλμπουμ «μπιγκμπαντικής» τζαζ, αποδίδοντας, κατά πρώτον, φόρο τιμής σε δύο μουσικούς που τον επηρέασαν στην πορεία της ζωής του, τον επίσης τρομπετίστα και διακεκριμένο δάσκαλο, Herb Pomeroy και ακόμη στον θρύλο του τρομπονιού Bob Brookmeyer. Παρότι, εδώ, ο Schaphorst δεν διασκευάζει συνθέσεις ούτε του ενός ούτε του άλλου εντούτοις τα δικά του παιξίματα στην τρομπέτα, όπως και οι ενορχηστρώσεις του στα πνευστά, δεν μπορεί παρά να αναφέρονται σ’ εκείνους. (Δεν είναι τυχαίο, ας πούμε, πως η μπάντα του διαθέτει τέσσερις τρομπονίστες, οι οποίοι πρωταγωνιστούν στις περισσότερες των συνθέσεων).
Το άλμπουμ, και πρέπει να το σημειώσουμε αυτό από την αρχή, ευτυχεί να έχει παικταράδες. Κοινώς, έπαθα μια μικρή πλάκα διαβάζοντας τα ονόματα των οργανοπαικτών τής big band, αφού ανάμεσά τους συναντά κανείς τους DonnyMcCaslin & Chris Cheek τενόρο, τον Brian Landrus βαρύτονο και μπάσο κλαρίνο, τον Michael Thomas άλτο, σοπράνο και κλαρινέτο, τον Uri Caine πιάνο, τoν Matt Wilson ντραμς κ.ά. Όλα αυτά τα first class ονόματα (με τις σημαντικές συνεργασίες και τις προσωπικές δισκογραφίες) λύνουν και δένουν στο “How to Say Goodbye”, προσφέροντας ώριμες στιγμές τζαζ γούστου.
Όλες οι συνθέσεις, κάνοντας αρχή από την φερώνυμη 8λεπτη εισαγωγική, δείχνουν (φυσικά θα πω) την παιδεία και τη γνώση της τζαζ ιστορίας τού Schaphorst, ο οποίος εμφανίζει ένα έξοχο deep-rooted υλικό, συχνά με επεκτάσεις προς τις μουσικές του κόσμου. Προς αυτό μαρτυρούν κομμάτια όπως το “Amnesia” (ένα συναρπαστικό μελωδικό track με υπαινιγμούς από Astor Piazzolla, ή και Gato Barbieri αν θέλετε, με το άλτο να αντικαθιστά επαξίως το μπαντονεόν) ή το “Mbira 2” με τις afro ρυθμολογίες και κυρίως με το μαγικό σκόρπισμά τους μέσα στο κυρίως τζαζ σώμα.
Μία άλλη σύνθεση του Ken Schaphorst που χρήζει προσοχής είναι η 6λεπτη “Take back the country”, στην οποίαν οι επιρροές από Bob Brookmeyer είναι πιο εμφανείς από κάθε άλλη φορά. Μία απλή, ωραία και κάπως folky μελωδία μετασχηματίζεται συν τω χρόνω σε κάτι σουινγκάτο, με έξοχα breaks από τις πνευστές συστάδες (σαξόφωνα, τρομπέτες, τρομπόνια).
Επιστημονικό άλμπουμ το “How to Say Goodbye”, το οποίον όμως δεν χάνει ποτέ το στόχο του. Να προσφέρει απολαυστικές τζαζ στιγμές.
Επαφή: www.necmusic.edu

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ «Δον Κιχώτες»: μια ιστορία πίσω από ένα κορυφαίο τραγούδι του ελληνικού ροκ

Από τότε που άκουσα για πρώτη φορά τους «Δον Κιχώτες» –στα μέσα της δεκαετίας του ’80– έχουν περάσει 30 χρόνια. Παρά ταύτα θυμάμαι ακόμη το σάστισμα, που μου είχε προκαλέσει αυτό το τραγούδι. Γνώριζα βεβαίως την Κωχ από τα πρώτα «διαμαντένια» LP της, όμως τέτοιο κομμάτι ήταν έξω από τη λογική εκείνων των δίσκων. Ερμηνεία ασύλληπτης δύναμης, μουσική και jazz-rock ενορχήστρωση πολύ ιδιάζουσα από τον σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενο τότε Θάνο Μικρούτσικο (ήταν μόλις το δεύτερο 45άρι του) και βεβαίως στίχοι/ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη – κι εδώ (επί των στίχων εννοώ) δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα περισσότερο, πέραν τούτου. Ελάχιστες φορές στην ελληνική δισκογραφία ο πολυ-χρησιμοποιημένος Καρυωτάκης ευτύχησε μιας αντάξιας (αν μπορεί να υπάρξει τέτοια λέξη) μελοποίησης. Οι «Δον Κιχώτες» χτυπάνε κορυφή, εννοώ, απ’ όποια πλευρά και να τους δεις.
Για την ιστορία του τραγουδιού είχε μιλήσει ο ίδιος ο Θάνος Μικρούτσικος στο βιβλίο τού Οδυσσέα Ιωάννου Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος/ Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις [Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 11/2011]: 
«Το 1971 παίζω στον Έπαφο, μία μπουάτ στην Κυψέλη –στην οδό Χανίων– μαζί με την Αρλέτα και το 1972 γνωρίζομαι με την Μαρίζα Κωχ. Μαζί αποφασίζουμε να κάνουμε μία δουλειά σε μια μπουάτ στην Πλάκα το 1972, που τη βαφτίζουμε Κιχώτες, από το ομώνυμο τραγούδι που τραγουδούσε η Κωχ και είναι ο δεύτερος μικρός δίσκος μου σε ποίηση Καρυωτάκη επίσης. Έναν χρόνο αργότερα πήρε την μπουάτ ο Χατζιδάκις και την ονόμασε Πολύτροπο. Τότε μου μίλησε η Κωχ για τη Μαρία Δημητριάδη… (…)
Στους Κιχώτες παρουσίασα δύο νέους μουσικούς, τον Αχιλλέα Περσίδη και τον Βασίλη Ρακόπουλο. Ο μεν πρώτος είναι σήμερα ethnic μουσικός κιθάρας, από τους καλύτερους, κι ο άλλος ένας από τους καλύτερους free jazzmen [sic]. Ο Βασίλης ήταν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος, κι ο Αχιλλέας δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν. Έπαιζαν μπλουζ και ήταν στενοί φίλοι. Είχα βαφτίσει το γκρουπ τους Α+Β. Πρωτότυπο! Ήταν και τα Ανάκαρα, μουσικοί που έκαναν δημοτικά τραγούδια, τα οποία είχαν εναρμονίσει με διαφορετικό τρόπο από τον γνωστό. Από τα Ανάκαρα γνωρίσαμε τον Νίκο Ζιώγαλα.(…)
Βασικές τραγουδίστριες η Μαρίζα Κωχ, που ήταν πολύ δημοφιλής τραγουδίστρια τότε, κι η Μαρία Δημητριάδη που ερχόταν από το εξωτερικό, δεν ήταν ιδιαίτερη γνωστή στην Ελλάδα, αλλά είχε το κύρος της “θεοδωρακικής” τραγουδίστριας.(…)
Με τη Μαρίζα λοιπόν κάναμε το 1972 εκείνον τον μικρό δίσκο με τα δύο ποιήματα του Καρυωτάκη – τους “Κιχώτες” και το “Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες”. Στη διάρκεια των προβών η Μαρίζα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην EMI και την MINOS. Στον προηγούμενο δίσκο είχα γνωριστεί με τον Αχιλλέα Θεοφίλου(…).
Ο Αχιλλέας, με σπουδές στην Ελβετία, επιστρέφοντας στην Ελλάδα δούλεψε στη δισκογραφία: αρχικά στον Μάτσα, αλλά το 1972 πήγε στον Λαμπρόπουλο. Μου ζήτησε να πάω στην EMI να μου γνωρίσει τον Λαμπρόπουλο. Ο Λαμπρόπουλος ήταν ένα όνομα μυθικό της δισκογραφίας. Με βλέπει στο καμαράκι και μου ζητάει ν’ ακούσουμε κάτι δικό μου. Ακούει τους “Κιχώτες” και γυρίζει και λέει μπροστά μου: “Δώστε ένα συμβόλαιο στον κύριο Μικρούτσικο, να γράψει ο ίδιος το ποσό και να υπογράψουμε”. Με ένα τραγούδι ο άνθρωπος αυτός με πίστεψε – και βγαίνουν αληθινά αυτά που έλεγαν όλοι ότι ο Λαμπρόπουλος έβγαλε τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Μούτση. Με ένα τραγούδι! Δεν του πήγα δέκα, τους “Κιχώτες” μόνον. Η Μαρίζα όμως υπογράφει στη MINOS, κι έτσι υπογράφω κι εγώ στον Μάτσα τριετές συμβόλαιο και βγαίνει το δισκάκι. Γι’ αυτό δεν συνεργάστηκα ποτέ με τον Λαμπρόπουλο».
Όσα λέει ο Μικρούτσικος στον Ιωάννου τα επιβεβαιώνει (σχεδόν όλα) μια διαφημιστική φωτογραφία στο περιοδικό Επίκαιρα (#220, 10-26 Οκτωβρίου 1972). Η μπουάτ λεγόταν Δον Κιχώτες (και όχι Κιχώτες), ενώ πιο πριν λεγόταν Αυλαία και ήταν στην Πλάκα φυσικά (Σωτήρος 19). Στο σχήμα η Μαρίζα Κωχ, η Μαρία Δημητριάδη, τα Ανάκαρα, οι Α+Β (ο Αχιλλέας Περσίδης και ο Βασίλης Ρακόπουλος δηλαδή, όπως μας αποκάλυψε ο Μικρούτσικος) και ακόμη η Ελένη Νασιάκου (τραγουδίστρια της εποχής, που κάποια στιγμή πέρασε και από τα Ανάκαρα).
Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς κυκλοφόρησε το δισκάκι «Δον Κιχώτες/ Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» [MINOS 5351, 1972], αν και από διάφορα ψαξίματα και υποθέσεις νομίζω πως πρέπει να μιλάμε για το καλοκαίρι του ’72. Επίσης ένα περίεργο με την έκδοση αφορά στο back cover, καθώς διαβάζουμε σ’ αυτό τα ονόματα των μουσικών που συμμετέχουν στην εγγραφή – κάτι όχι σύνηθες ακόμη και για τα LP εκείνη την εποχή. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Γ. Αρχοντίδης τρομπόνι, Γιάννης Θεοδωρίδης τρομπέτα, Χάρης Καλέας πιάνο, Κώστας «Καράλης» Καραγιαννόπουλος ηλεκτρική κιθάρα, Γιώργος Λαβράνος ντραμς, Νίσσος Πανταζής μπάσο, Φίλιππος Τσεμπερούλης φλάουτο, ενώ η ενορχήστρωση και η διεύθυνση τής ορχήστρας ήταν φυσικά τού Θάνου Μικρούτσικου.
Και κάτι ακόμη που έχει ενδιαφέρον.
Η Α/Μ φωτογραφία του εξωφύλλου (Π. Δεληκάρης) του single της MINOS, με την Μαρίζα Κωχ σε κατάσταση ερμηνευτικής έκστασης, υπάρχει ως έγχρωμο εξώφυλλο και στα Επίκαιρα εκείνης της περιόδου (#203, 29 Ιουνίου 1972), που σημαίνει πως η εταιρεία τσιγκουνεύτηκε χρώμα (κάτι όχι ασύνηθες, γενικώς).
Και για να κλείσουμε λίγο στραβά… 
Στο συγκεκριμένο τεύχος των Επικαίρων καταγράφεται και μια ενδιαφέρουσα, γενικώς, συνέντευξη της Κωχ στον Γιώργο Λιάνη. Η Κωχ είχε τεράστια επιτυχία εκείνη την περίοδο και φαίνεται πως τα μυαλά της είχαν πάρει… κάπως αέρα. Ερωτάται και απαντάει: 
– Μαρίζα τι σκέφτεσαι για ανθρώπους που προσέφεραν και προσφέρουν στο τραγούδι, όπως ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Πλέσσας, ο Κουγιουμτζής, ο Μούτσης; 
– Άλλοι είναι καλλιτέχνες με συνείδηση, άλλοι όχι. Όλοι έχουν δώσει τις «εξετάσεις» τους στον κόσμο και τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Οι πρώτοι τέσσερις κέρδισαν μια θέση στην ιστορία του τραγουδιού. Των άλλων δεν ξέρω τις προθέσεις
Οι προθέσεις δεν έχουν ουδεμία σημασία. Σημασία έχει μόνο το έργο που παράγεις. Ποιος τις χέζει τις προθέσεις, όταν έχεις να κάνεις με τον «Άγιο Φεβρουάριο» ή με τις τραγουδάρες του Πλέσσα στα sixties;
 

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

GROVJOBB δύο μεγάλες στιγμές του late 90s swedish progressive για πρώτη φορά σε βινύλιο

Ομολογώ πως τους Grovjobb δεν τους ήξερα – παρότι γνώριζα την εταιρεία τους, τη σουηδική Garageland Records, επειδή έτυχε να έχω τις εκδόσεις/επανεκδόσεις των άλμπουμ των Lea Riders Group και των Taste of Blues. Έτσι, όταν φίλος ορκιζόταν εσχάτως πως… θα τα χάσεις, άκουσέ τους από το YouTube οπωσδήποτε, το έπραξα αμέσως – και γιατί εμπιστευόμουν το γούστο του και γιατί είμαι fan του swedish prog από τα late 80s, όταν έπεφτε στα χέρια μου το δέκατο τεύχος τού βρετανικού περιοδικού iMPETUS, το αφιερωμένο στους Archimedes Badkar, Marie Selander, Spjärnsvallet, Iskra, Vargavinter κ.λπ., σπρώχνοντάς με για τα καλά προς τα ’κει.
Το ωραίο, τώρα, δεν είναι μόνον πως οι Grovjobb είναι γκρουπάρα (θα πούμε τα σχετικά σε λίγο), αλλά και το γεγονός πως τα δύο πρώτα CD τους (από το 1998 και το 2000 αντιστοίχως) επανεκδίδονται τώρα σε βινύλιο από ελληνική εταιρεία(!), την Musicbazz, που μας είχε δώσει τους άλλους φοβερούς Berits Halsband πέρυσι, όπως και τους Έλληνες Pete & Royce το ’12-’13.
Το πρώτο LP των Grovjobb έχει τίτλο “Landet Leverpastej” και προέρχεται, όπως είπαμε και πιο πριν, από το 1998. Τώρα, η Musicbazz το τυπώνει σε 200 κίτρινα βινύλια, χωμένα σε innersleeve. Ν’ ακούσουμε… αλλά πιο πριν ας δώσουμε τα μέλη του γκρουπ. Grovjobb είναι λοιπόν οι: Jerry Johansson κιθάρες, Jesper Jarold μπάσο, βιολί, Simon Krarup Jensen φλάουτο και Ola Wolfhechel Jensen ντραμς.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Höslvals”, που είναι σκληρό, σε ένα psych-stoned ύφος με το φλάουτο να αγκομαχάει ανάμεσα στα κάπως ακατέργαστα κιθαριστικά vibes. Υπάρχουν αναφορές στο σουηδικό παρελθόν βεβαίως –κυρίως στη μελωδική γραμμή, που πιάνεται κάποια στιγμή–, όμως το πραγματικό μεγάλο κομμάτι είναι το επόμενο, που έχει τίτλο “Solnedgäng”. Εδώ οι Grovjobb, που κινούνται σε περισσότερο folk-rock δρόμους μεγαλουργούν, σ’ ένα track που τα έχει όλα. «Φευγάτο» με ωραία haunted μελωδία και περίτεχνο σόλο στην κιθάρα προς το τέλος, είναι σε γραμμή με την παράδοση που άνοιξαν οι Harvester (“Hemåt”), πίσω στα late sixties. Ένας συνδυασμός σκληρών πενιών και folk συνείδησης διακρίνεται και στο “Lokomotiv”, ενώ το “Sommarvals” που κλείνει την πλευρά, ακολουθεί πιο psych-prog δρόμους, κινούμενο σε πιο ελεύθερο στυλ (με υπαινιγμούς από Träd, Gräs Och Stenar).
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το φερώνυμο (με τον τίτλο του άλμπουμ) “Landet leverpastej”. Οι Grovjobb, δηλαδή ο κιθαρίστας Johansson, πάνω σε μια σταθερή ρυθμική γραμμή (με ελάχιστες αλλαγές ή γεμίσματα) αποθέτει ωραίο κομψά «χαμένο» σόλο, με το “Visa från Ådalen” που ακολουθεί να γοητεύει με την αργά αναπτυσσόμενη μελωδία του και φυσικά με τις περίτεχνες κιθάρες (μαγικό psych track). Στο “Järnbulten” πάλι η βορειοευρωπαϊκή folk (διάβαζε πόλκα) μελωδία κυριαρχεί, με το συγκρότημα να διατηρεί πάντα αυτό το stoned ύφος, που χαρακτηρίζει τη σκηνή ήδη από τα late sixties. Τα vibes ανεβαίνουν στο “Visa från Stråvalla”. Εδώ ακούς το πιστότερο swedish psych-prog που μπορείς να φανταστείς, καθώς η άξια oriental μελωδία δεν αφήνει κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Απολαυστικό track, με παλαιό άρωμα, απ’ αυτά που σήμερα δεν γράφονται.
Το “Landet Leverpastej” θα κλείσει με το 6λεπτο “Trollkraft”. Το κομμάτι δεν μπορεί παρά να είναι συνέχεια όλων των υπολοίπων καθώς η κιθάρα αφηγείται πάντα μιαν ιστορία…
Δύο χρόνια μετά το “Landet Leverpastej” και με την ίδια ακριβώς line-up –την επαναλαμβάνω… Jerry Johansson κιθάρες, σιτάρ, Jesper Jarold μπάσο, βιολί, Simon Krarup Jensen φλάουτο, Ola Wolfhechel Jensen ντραμς, συν πρόσθετη table από τον Salmaan Raza– οι Grovjobb δίνουν ένα δεύτερο άλμπουμ υπό τον τίτλο “Vättarnas Fest”, το οποίο επανεκδίδεται και αυτό, τώρα, σε βινύλιο από την Musicbazz (σε 200 κόκκινες κόπιες).
Η πρώτη πλευρά έχει τέσσερα tracks (πάντα ορχηστρικά) και ανοίγει με το “Visa från Arendal”. Σαν συνέχεια των “Visa från Ådalen” και “Visa från Stråvalla” από το προηγούμενο LP, η… θέα από την Arendal είναι ένα κλασικό folk-rock κομμάτι (πάντα πιο πολύ προς το rock, παρά προς το folk), σαν αυτά που γράφονταν κατά κόρον στα σουηδικά seventies. Άξιο για εισαγωγή, ακολουθείται από το 5λεπτο “Gäddans jakt” στο ίδιο γενικότερο μοτίβο, αλλά, επί του προκειμένου, και με ξεχωριστά ωραία breaks από φλάουτο. Σαφής μελωδική γραμμή στηριγμένη σε λίγες νότες και με τους Grovjobb να παίζουν σαν… κουρδισμένοι. Το κομμάτι εννοώ ρέει… μόνο του, χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Πλήρες δόσιμο και συγχρόνως οικονομία. Στο “Gånglåt” η παραδοσιακού τύπου μελωδία είναι κολλητική, έτσι όπως επαναλαμβάνεται, αλλάζει, έρχεται και φεύγει, με το βιολί και το φλάουτο να προσθέτουν σε χρώματα, καθώς το κομμάτι ανεβάζει στροφές, πριν «χαθεί» προς το τέλος. Το “Sauna”, που κλείνει την πλευρά, είναι βασισμένο, όπως πάντα, στις κιθάρες του Johansson (δυνατά παιξίματα με επιδέξιους δακτυλισμούς σε γρήγορο τέμπο και πάντα με τη χρήση εφφέ), με το γενικότερο feeling να παραμένει, πάντα, seventies.
Πού εντοπίζεται, όμως, μια  διαφορά – σε σχέση και με το προηγούμενο LP; Στη Side B και στο φερώνυμο 19λεπτο track, που την καταλαμβάνει ολόκληρη. Εδώ, τα λόγια περιττεύουν. Παρά ταύτα οφείλουμε να πούμε κάτι…
Το “Vättarnas fest” ξεκινά με το σιτάρ να πρωταγωνιστεί σ’ ένα ταξίμι (κάτι σαν alap) τη συνοδεία χαμηλού rhythm section. Το ινδοπρεπές ακρόαμα συνεχίζεται –καθώς μπαίνουν οι τάμπλες, που παίζουν «πίσω», έχοντας όμως καίριο ρόλο–, με τις κιθάρες γι’ ακόμη μια φορά να «ζωγραφίζουν». Ο Johansson δεν είναι απλώς παικταράς, ξέρει να δημιουργεί κι εκείνα τα πρέποντα ψυχεδελικά vibes, παρασέρνοντας σε στον προσωπικό του ηχητικό κόσμο – έναν κόσμο λελογισμένης «κυκλικής» μονοτονίας, απαραίτητης πώς-να-το-πούμε προκειμένου να επιτευχθεί ένα εκστατικό συνεχές.
Είναι αλήθεια πως στο άκουσμα αυτού του τελευταίου κομματιού των Grovjobb πολλοί μπορεί ν’ ανακαλέσουν ανάλογα ethno-kraut ακούσματα από το πολύ παρελθόν – όμως εδώ ακριβώς έγκειται και η αξία τόσο του κομματιού, όσο και του γκρουπ. Ότι, δηλαδή, κατορθώνεται με απλά και ήπια μέσα να φτιαχτεί μια πολύ γεμάτη μουσική (και σε συναίσθημα και σε δύναμη), που ενώ δεν αρνείται τις ρίζες της είναι ταυτοχρόνως πρωτότυπη και δημιουργική.
Μόνο από ανθρώπους (και συγκροτήματα) με αληθινό ταλέντο είναι εφικτό κάτι τέτοιο.