Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΦΕΤΣΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Πριν λίγες μέρες έφθασε στα χέρια μου μέσω ανταλλαγής το 2LP του Κυριάκου Σφέτσα “Smog”, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1974 στην εταιρεία Scorpios του Νίκου Αθανασίου. Έχω ακούσει μόνο την πρώτη πλευρά του άλμπουμ (στο σπίτι φίλου, την περασμένη βδομάδα) και μπορώ να πω πως πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον ηλεκτρονικό/ ηλεκτρακουστικό έργο (θα το γουστάρουν και όσοι παθαίνουν με το kraut με Sand και Limbus 3 π.χ.). Όταν βρω χρόνο και το ακούσω ολόκληρο θέλω να κάνω ένα κείμενο για το δισκορυχείον
Με την αφορμή, πάντως, θυμήθηκα κάτι που μάλλον το ξέρουν ελάχιστοι. Ίσως «κανένας» απ’ όσους νοιάζονται για τα άλμπουμ του αβαντγκαρντίστα Σφέτσα. Πως η πρώτη-πρώτη (δισκογραφημένη) δουλειά του δεν είχε σχέση με την ηλεκτρονική μουσική, ούτε με την jazz και το fusion, αλλά με το έντεχνο λαϊκό του ’60!
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχα βρει στο Μοναστηράκι ένα δισκάκι του Γιάννη Πουλόπουλου από το 1966 με τα τραγούδια «Δεν έχει αστέρια ο ουρανός/ Ξημέρωσε στη γειτονιά» [Lyra LS 1178]. Και τα δύο αυτά τραγούδια ήταν γραμμένα (μουσική και στίχοι) από τον Κυριάκο Σφέτσα!
Το ύφος είναι… εντελώς Πουλόπουλος, και όχι μόνο επειδή στη διεύθυνση της ορχήστρας ήταν ο Γιάννης Σπανός. Μάλιστα, το πρώτο τραγούδι, που είναι το προτιμότερο από τα δύο, φέρνει στο νου μου το πολύ γνωστό (και ωραιότερο) «Δεν σου γύρεψα μαχαίρι» (Σπανός-Δασκαλόπουλος) από την ίδιαν εποχή. Αλλά και το flip-side στο ίδιο ύφος κινείται – το νεοκυματικό λαϊκό δηλαδή, το… ελαφρώς χασάπικο με τους μελαγχολικούς στίχους.
Προσωπικώς, αυτό το στυλ τραγουδιών δεν είναι του γούστου μου. Μου θυμίζει τον μικροαστικό κινηματογράφο του ’60 (Δαλιανίδης κτλ.), που επένδυε με φολκλόρ τη λαϊκότητα ώστε να γινόταν εκείνη ανεκτή από τα σαλόνια. Προτιμώ, δηλαδή, τον πιο ποιητικό/δραματικό Πουλόπουλο της «Ελένης του Μάη» π.χ. και βεβαίως τον Σφέτσα του “Smog” και της Greek Fusion Orchestra
Όμως για την ιστορία.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ με τη ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ και τον PAUL MAURIAT στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1968!

Αξίζει να δείτε αυτό το κείμενο (το λέω για τους αναγνώστες του δισκορυχείου, που γνωρίζουν ήδη πολλά για τον Γεράσιμο Λαβράνο) μόνο και μόνο για ένα βιντεοκλίπ…
Ο Paul Mauriat με τον Γεράσιμο Λαβράνο στο Ρίο ντε Τζανέιρο, το φθινόπωρο του '68 (περιοδικό Πάνθεον, #363, 6/11/1968)

Εδώ το κείμενο… http://www.lifo.gr/team/music/56385

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

οι JON LUNDBOM and BIG FIVE CHORD επί το έργον

Ήταν 26/3/2013 όταν αναφερόμουν, εδώ στο δισκορυχείον, στο άλμπουμ/βινύλιο των Jon Lundbom & Big Five Chord “No New Tunes” [Hot Cup Records 122, 2012], σημειώνοντας πωςτόσο αυτοί όσο και οι συνοδοιπόροι τους Mostly Other People Do the Killing αποτελούν τον «άλλο πόλο» της σύγχρονης νεοϋορκέζικης jazz scene. Χονδρικώς, θα έλεγα πως απ’ αυτή την παρέα έχουν βγει στις μέρες μας τα σημαντικότερα άλμπουμ πραγματικά-σύγχρονης-jazz, αληθινές… περιπέτειες σύνθεσης και αυτοσχεδιασμού, που δύσκολα συναντάς οπουδήποτε αλλού – κάτι που επιβεβαιώνεται, τέλος πάντων, και από το Jeremiah[Hot Cup Records, 2015], το πιο πρόσφατο CD των Jon Lundbom and Big Five Chord.
Ποιοι απαρτίζουν, όμως, αυτό το σε κάθε περίπτωση ξεχωριστό γκρουπ; Ας υπενθυμίσω, πριν συνεχίσω, τα ονόματα των μελών του: Jon Lundbom κιθάρα, Jon Irabagon σοπράνο σαξόφωνo, Bryan Murray τενόρο και balto σαξόφωνo (στο άλτο έχει προσαρμοστεί επιστόμιο βαρύτονου),  Moppa Elliott μπάσο, Dan Monaghan ντραμς. Μ’ αυτή τη σταθερή line-up oι BFC έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν, τα τελευταία χρόνια, ένα απροσπέλαστο jazz κεφάλαιο, μια «εικόνα» σημερινού συγκροτήματος που αντλεί (και) από πολύ παλαιά – δίνοντας εννοώ, ανάμεσα σε άλλα, και το δικό του ξεχωριστό νόημα σε ό,τι αποκαλούμε «παράδοση».
Στο “Jeremiah”, για παράδειγμα, υπάρχουν δύο traditional tracks, το “First harvest” (ενορχήστρωση από τον guest αλτίστα και φλαουτίστα Justin Wood) και το “Wiccan prayer song medley” (ενορχήστρωση από τον guest τρομπονίστα Sam Kulik). Και τα δύο κομμάτια φανερώνουν τις δυνατότητες των BFC να ίπτανται πάνω από τις βασικές μελωδικές γραμμές, δημιουργώντας το δικό τους αρμονικό περιβάλλον (όσο και αν αυτό δεν παύει να πατά στις πρωτότυπες τονικές), με το δεύτερο να παρουσιάζει μιαν εντελώς ξεχωριστή ανάπτυξη στηριγμένο στις συμβάλλουσες μελωδίες και τις ρυθμικές εναλλαγές. Ένα άλλο εντυπωσιακό κομμάτι είναι το 7λεπτο “Lick skillet”, που ξεκινά μ’ ένα... υποχθόνιο σόλο του Kulik στο τρομπόνι – κάπως σαν θόρυβος από μηχανάκι, καθώς «παίρνει μπρος» και αναπτύσσοντας, στη συνέχεια, ταχύτητα. Κι αυτό στην αρχή, καθότι στην πορεία το άκουσμα ξεφεύγει περισσότερο, πριν καταλήξει σ’ ένα 4μερές swing. Έξοχο περαιτέρω το 8λεπτο “Frog eye” με την κιθάρα του Lundbom να «στριμώχνεται» ανάμεσα στα πνευστά, πριν (και μετά τη μέση του κομματιού) αναλάβει τα πρωτεία (η κιθάρα) μ’ ένα δεξιοτεχνικό σόλο. Τέλος, ξεχωριστής μνείας αξίζει και στο έσχατο live track, που έχει τίτλο “Screamer” και το οποίον αποτελεί ένα από τα highlights του κουαρτέτου… αφού εδώ η στούντιο «οικονομία» πάει περίπατο, με τους μουσικούς να προσφέρουν, ο ένας μετά τον άλλον, αφειδώς την τέχνη τους.
Επαφή: www.jonlundbom.com

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ (1935-2015)

Πάντα είχα τη γνώμη πως η ελληνική τζαζ ήταν κάτι πιο τρανό, κάτι πιο πλατύ από εκείνο που μας μάθανε οι… καθηγητές μας στο Γυμνάσιο. Πως οι Sphinx, τάχα, ήταν το πρώτο γκρουπ που ηχογράφησε jazz στην Ελλάδα και τα λοιπά, και τα λοιπά… Κάποια στιγμή είναι αλήθεια πως αποκαταστάθηκε η... αλήθεια, και αυτό οφείλεται, σ’ ένα βαθμό, και στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, που, όχι σπανίως, φρόντιζε να μας υπενθυμίζει το παρελθόν της εγχώριας τζαζ – ένα παρελθόν που εκτείνεται σχεδόν έναν αιώνα πίσω.
Στα 18 χρόνια της συνεργασίας μου με το περιοδικό ζήσαμε πολλές ωραίες στιγμές, την ώρα που ανάμεσα σε άλλα, σε πολλά άλλα, μπόρεσα να ικανοποιήσω και μια πρωταρχική φιλοδοξία μου. Να βοηθήσω στην επανέκδοση μερικών CD με παλιές… jazz & τζαζ ηχογραφήσεις, δίνοντας την ευκαιρία στον κόσμο, στους αναγνώστες μας, ν’ ακούσουν και να εκτιμήσουν. Συνέβαλα δηλαδή με τις όποιες δυνάμεις μου στην επανέκδοση δύο άλμπουμ (δεν βοήθησαν οι εταιρείες για κάτι περισσότερο), που θα έπαιζαν στην πορεία το δικό τους ξεχωριστό ρόλο στα εγχώρια… DJ, club, groove, bossa, exotica και jazz πράγματα, πληροφορώντας και «μεγαλώνοντας» μια γενιά (νέων) ακροατών. Έτσι, λοιπόν, το 2005 με το άλμπουμ «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda/ Rare Jazz Grooves» καθώς και το 2007 με το «Dance with Gerassimos Lavranos and his Orchestra/ Greek Lounge» μπόρεσα και κάλυψα, μπορέσαμε και καλύψαμε ως περιοδικό, το παρελθόν της ελληνικής τζαζ (ένα κομμάτι του δηλαδή), προσφέροντας στο κοινό δύο θαυμάσια CD, τα οποία ο κόσμος, κάποιος κόσμος, μου τα ζητάει ακόμη… Δυστυχώς, και για να προλάβω την όποια νέα όχληση, εγώ δεν έχω πλέον στοκ…
Με τον Γεράσιμο Λαβράνο, που έφυγε χθες από τη ζωή στα 80 χρόνια του, μας ένωνε κάτι, που αποδείχτηκε κρίσιμο μέγεθος στην πορεία (εννοώ στη γνωριμία μας). Είχαμε και οι δύο κερκυραϊκή καταγωγή. Εκείνος από τον Πέλεκα (ή κάπου εκεί κοντά), εγώ πιο βόρεια… Έτσι, λοιπόν, ως… τρελοκερκυραίοι να-το-πούμε μπορέσαμε να συνεννοηθούμε. Βρήκαμε κοινούς τόπους. Θέλω να πω πως ο Λαβράνος ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε τον τρόπο του, ώστε ν’ αποφασίσει να μιλήσει. Είχε πληγωθεί από την καλλιτεχνία κι αυτό ύψωνε μπροστά μας ένα τείχος. Έπρεπε να το ρίξω…
Την εποχή που γνωριστήκαμε (ήταν Μάρτιος 2007) δεν τον είχε προσεγγίσει, δημοσιογραφικά, κανείς πιο πριν (εννοώ τα πιο πρόσφατα χρόνια – δεν μιλάω για τα sixties). Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει, όπως μίλησε φιλικά σ’ εμένα, για το τόσο λαμπερό παρελθόν του, για τη διεθνή καριέρα του, για τις καινοτομίες που έφερε στον ήχο και τη διασκέδαση της Ελλάδας των sixties. Είχαμε πει πολλά εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα στο σπίτι του, κάπου στο Γαλάτσι – τον είχα «αναγκάσει» να θυμηθεί παλιές ξεχασμένες ιστορίες, όπως π.χ. τα εγκαίνια του Mont Parnes το καλοκαίρι του ’61, τη γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου, ή την άλλη γνωριμία του με τον Tom Jobim, στο Ρίο ντε Τζανέιρο πια, το 1968. Μου είχε πει πάρα πολλά, μερικά εκ των οποίων μετέφερα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, που διαβάστηκε σ’ εκείνο το αφιερωμένο τεύχος του Jazz & Τζαζ (#169, Απρίλιος 2007), και που μεταφέρθηκε λίγα χρόνια αργότερα αυτούσια και στο δισκορυχείον. Να εδώ... http://diskoryxeion.blogspot.gr/2009/10/blog-post_23.html ...
Για ένα θα κάνω, τώρα, λόγο, από τα διάφορα που μου είχε πει, και το οποίο δεν το είχα συμπεριλάβει σ’ εκείνη τη συζήτηση. Είναι πληροφορία για ρέκτες, όχι για όποιον κι όποιον… Ο Λαβράνος είχε κάνει μια σειρά ηχογραφήσεων, κάπου στην Ελβετία μετά τα μέσα των sixties (ήταν κοσμογυρισμένος ως γνωστόν), μ’ έναν πολύ δυνατό αιγυπτιώτη τραγουδιστή (Έλληνα εξ Αιγύπτου δηλαδή) τον Kooky Marakis (τραγουδούσε κάπως σαν τον Tom Jones). Θυμάμαι πως είχε πέσει από τα σύννεφα (κι αυτός μετά από ’μένα…), όταν του είπα πως είχα υπ’ όψιν μου τον Marakis (είχα ένα 45άρι του στη CBS με δύο τραγούδια γραμμένα από τον William Sheller!) και πως με κάποιο τρόπο θα έπρεπε να ψάξουμε να βρούμε εκείνες τις εγγραφές. Κάτι είχαμε επιχειρήσει, αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο…
Με τον Γεράσιμο Λαβράνο βρεθήκαμε κι άλλες φορές το επόμενο διάστημα – παρότι τον τελευταίο καιρό είχαμε κάπως χαθεί, όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους. Θεωρούσε πολύ σημαντικό –και πάντα μου το τόνιζε– κάτι που είχα γράψει για ’κείνον σε ανύποπτη στιγμή. Ενώ, λοιπόν, είχαν περάσει χρόνια από την έκδοση του περιοδικού με το CD του, εκείνος προτιμούσε να μην αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός (παρότι ήταν απολύτως ικανοποιημένος από το όλον πακέτο), ενθυμούμενος πάντα κάτι μικρό, που είχε προηγηθεί και που για ’κείνον είχε ιδιαίτερη σημασία. Τον καταλάβαινα. Γιατί, εκείνο, ήταν το πρώτο. Ήταν αυτό που τον είχε «ξεκλειδώσει» (μαζί με το «κερκυραϊκό»), ώστε ν’ αποφασίσει να μου μιλήσει.
Τον Ιανουάριο του 2007 (τέσσερις μήνες δηλαδή πριν την τιμητική έκδοση) είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ κείμενα για τον Martin Denny και τον Les Baxter. Για την exotica δηλαδή. Εκείνα τα δύο κείμενα είχα φροντίσει να τα «κλείσω» μ’ ένα τρίτο που είχε τίτλο “Greek Exotica” (επειδή πάντα μ’ ενδιαφέρει να γράφω σαν Έλληνας...) και στο οποίο έκανα λόγο για το θρυλικό LP του «Χορέψτε με το Γεράσιμο Λαβράνο και την Ορχήστρα του» [Polydor 45 285 LPHMH, 1965]. Είχα δημοσιεύσει, μάλιστα, και τη φωτογραφία της ορχήστρας του από το back cover, σημειώνοντας χαρακτηριστικά, για κομμάτια του LP και ορισμένων ακόμη τραγουδιών του, πως είχαν να κάνουν με… «μία exotica ελληνική, που δεν έχει ανάγκη να τη συγκρίνουμε με κανέναν Baxter ή Denny». Αυτό το κείμενο το είχε υπ’ όψη του ο Λαβράνος, πριν βρω το τηλέφωνό του και μιλήσουμε… Κι ήταν εκείνη η exotica-συσχέτιση με την οποία έκλεινε, έκτοτε, όλα τα βιογραφικά του.
Και λίγα είχα γράψει, εδώ που τα λέμε, για έναν αληθινά πρωτοπόρο μουσικό. Όχι με την έννοια της αβαντγκάρντιας, αλλά με την έννοια των συνεχών πρωτότυπων ιδεών και θεαμάτων (επιτυχίες στη Γαλλία, jazz, exotica, rebeta nova, soundtracks, γιάνκες, soul music, go go girls, Ρίο ντε Τζανέιρο, Poll κ.λπ.), που εφάρμοζε και ανέβαζε στα κέντρα της Αθήνας (και του εξωτερικού) στα χρόνια του ’60 και του ’70. 
Ας κλείσουμε λοιπόν (πριν επανέλθουμε) μ’ ένα τραγούδι του Γεράσιμου Λαβράνου από το soundtrack της ταινίας «Το Κορίτσι και το Άλογο» (1973). Το βίντεο δεν έχει σχέση με το νόημα των στίχων, αλλά ας είναι... Εις μνήμην... 

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

AZITIS ή Χριστός ή χάος…

Οι hippies των mid και late sixties δεν μετατράπηκαν μέσα σε μια νύχτα (δεν θα μπορούσε και πρακτικώς να συμβεί αυτό) στους… yuppies των early eighties. Μεσολάβησαν ένα, ίσως και δύο μεταβατικά στάδια – άπαντα εξελισσόμενα στην πολυσήμαντη δεκαετία του ’70. Το πρώτο, που εξακολουθούσε να έχει μουσική έκφραση, αφορούσε στο λεγόμενο χριστιανικό ροκ ή xian rock, όπως έγινε γνωστό διεθνώς. Βασικά, το xian-rock (που ήκμασε, μαζικώς, κυρίως στην Αμερική) είχε πάρει τη σκυτάλη από το χίπικο psych-rock, συμβολίζοντας μία πρώτη νεανική συντηρητική στροφή, μετά τη διάψευση του «ονείρου». Όσοι μαύροι και λευκοί δεν έπιασαν τα σιδερικά, συνεχίζοντας από άλλες… χειρότερες θέσεις την «επανάσταση», φαίνεται πως το έριξαν στη νηστεία και την προσευχή. «Θεέ μου σε είδα να κλαις», «Ελπίζω να σωθώ», «Η Ημέρα της Κρίσεως» και άλλα τέτοια… Χιλιάδες μπάντες ξεφύτρωσαν σε κάθε άκρη της Αμερικής (από την Ανατολική μέχρι τη Δυτική Ακτή και από το βιομηχανικό Σικάγο, μέχρι τον… συντηρητικό Νότο), ευλογώντας τον Κύριο και παίζοντας το ίδιο κατά βάση ψυχεδελικό ροκ (στην αισθητική μεριά του), το οποίο στις καλύτερες στιγμές του δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις άφρονες μέρες του… ψευτοκαλοκαιριού της αγάπης και του Woodstock.
Εμείς, εδώ στην Ελλάδα έχουμε ήδη γνωρίσει ένα «διαμάντι» του αμερικανικού xian-rock – και αναφέρομαι στο εξαιρετικό LP των Last Call of Shiloh (του Δημητρίου Τσαπατώρη), που είχε επανεκδώσει το 2010 η Anazitisi Records, ενώ οι φίλοι του δισκορυχείου μπορεί να θυμούνται κιόλας την παλαιότερη ανάρτηση για τον πάστορα Tom Mahairas (από τη Θεσσαλονίκη) και τα πολύ ενδιαφέροντα xian/folk LP του. Τώρα, επανερχόμαστε στο είδος με την ελληνική επανέκδοση ενός… αληθινού holy grail (εδώ ταιριάζει η έκφραση) του παντοτινού xian-rock, του μοναδικού LP των Azitis από το Sacramento της Καλιφόρνιας. Τυπώνει η Missing Vinyl, και απολαμβάνουμε εμείς άλμπουμ βινυλίου τίτλου Helpκαι κομματιών που σπάνε κόκκαλα (“The Prophet”).
Είχα καταπιαστεί με τους Azitis ήδη από τα πρώτα χρόνια του ’90, μέσω ενός «πειρατή»… της κακιάς ώρας. Και θυμάμαι να τους ακούω «καπάκι» με Growing Concern, Gandlaf και τα ρέστα. Τους αντιμετώπιζα δηλαδή ως ένα… μετα-ψυχεδελικό συγκρότημα, που παρ’ όλη τη συντηρητική θεματολογία κατακρατούσε κάτι πολύ από τον ήχο των sixties. Κράτησα για πάντα στη μνήμη μου τον «Προφήτη» και τους άφησα. Και να τώρα… να τους ξανακούω στο απολαυστικό 180άρι της Missing Vinyl
Οι Azitis, που προέρχονταν από την Δυτική Ακτή (το ξαναλέω) είχαν ξεκινήσει την καριέρα τους ως Help στα τέλη του ’60 – και μ’ αυτό το όνομα είχαν βγάλει ένα 45άρι (επίσης χριστιανικού περιεχομένου). Το 1970 όμως η Decca κυκλοφορεί στην Αμέρικα το πρώτο LP των πιο γνωστών Help (που ήταν και αυτοί από την Καλιφόρνια και… χριστιανοροκάδες επίσης!), οπότε οι ανεξάρτητοι Help… της Elco Records έπρεπε να αλλάξουν όνομα… και κάπως έτσι προέκυψε το Azitis (από την ευαγγελική φράση του Ματθαίου “thy will be done on earth as it is in heaven”, μ’ εκείνο το “as it is” να μετατρέπεται σε Azitis).
Αυτά, όμως, δεν έχουν και τόσο σημασία. Σημασία έχει πως η μπάντα των Don Lower φωνή, μπάσο, Michael Welch lead & ρυθμική κιθάρα, φλάουτο, Dennis Sullivan όργανο, πιάνο και Steve Nelson ντραμς, φωνή εμφανίζει ένα πολύ δουλεμένο και γιατί όχι και εμπνευσμένο rock, με πολύ ωραίες συνομιλίες κιθάρας-οργάνου, στην παράδοση των καλυτέρων συγκροτημάτων (και τραγουδιών) του είδους. Και τα τέσσερα tracks της πρώτης πλευράς, από το εναρκτήριο “Lord I saw you cry” και το “There is an answer”, μέχρι (δεν παρεμβάλλεται κάτι άλλο…) το “Who will be” και το “The prophet”, είναι όλα πολύ υψηλού επιπέδου – με το τελευταίο να μπαίνει στην… αμερικάνικη 90άρα κασέτα με το ψυχεδελικό απαύγασμα. Εξάλλου, συμφωνούν και οι Purple Overdose μ’ αυτό, αφού διασκεύαζαν τον «Προφήτη» στα προ 15ετίας live τους…
Αλλά και η δεύτερη πλευρά έχει εξίσου ενδιαφέρον, μιας και τα παιξίματα, η ατμόσφαιρα του “Help” και το ευρύτερο feeling δεν μετατοπίζονται σπιθαμή από τον καλύτερο ήχο της Δυτικής Ακτής – με κομμάτια όπως το “From this place” ή το “Judgement Day” να κολλάνε αμέσως στη μνήμη, με τα εντελώς τριπαριστά laid-back vibes τους.
Ωραία και απαραίτητη επανέκδοση, που στέλνει τον 25χρονο «πειρατή» στα αζήτητα… Καιρός ήταν.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

ΣTELLA πρώτο LP στην Inner Ear

Εντάξει. Όσες «συμμετοχές» και να έχεις κατά νου, όσες συνεργασίες σε εφήμερα ή λιγότερο εφήμερα projects και να έχουν περάσει από το CD-player ή το πικάπ σου, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την οντότητα ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ.
Έτσι, ακόμη και αν θυμόμουν το «XS underwear» των My Wet Calvin (φωνητικά Στέλλα Χρονοπούλου) ή το 45άρι των Fever Kids (Σtella, Αλέξης) κ.λπ. με τίποτα δεν θα μπορούσα να σχηματίσω μία πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα για την τραγουδοποιό Σtella – την εικόνα, τέλος πάντων που μπορεί να μας δώσει το πρώτο φερώνυμο άλμπουμ της στην Inner Ear, ένα από τα πιο ευχάριστα αγγλόφωνα του τελευταίου καιρού.
Η Σtella γράφει τραγούδια με γκελ, με hook όπως λέμε. Τραγούδια δηλαδή που «κυλάνε», δίχως δυσκολία, δίχως «τραβάτε με κι ας κλαίω». Οι στίχοι της αφορούν… σχεσιακές καταστάσεις, τις οποίες όμως η τραγουδοποιός γνωρίζει να τις διαχειρίζεται σωστά, δίνοντας σ’ αυτές ένα ιδιαίτερο «ειδικό βάρος».
Οι μουσικές της από την άλλη έχουν μια μελωδική χάρη, κατ’ αρχάς, η οποία ανοίγει σε πρώτη φάση το παιγνίδι – καθότι εκείνο που ακολουθεί είναι μία πολύ επιτυχής ρυθμική επεξεργασία, όπως και ενοργάνωση, ικανά όλα τούτα να φέρουν τα τραγούδια της στο στόμα των πολλών.
Τι υπάρχει ακόμη στον… ανώτερο βαθμό; Η φωνή της. Η Σtella έχει πολύ ωραία, μεστή φωνή, δυνατή και εκφραστική, δίχως να «νιαουρίζει».

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/56309

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

το… πολύ πρώτο άλμπουμ του MO

Μετά τους εξαιρετικούς «σκληρούς» mid-70s Primevil, η Anazitisi Records τυπώνει ένα ακόμη LP (180άρι σε 200 αντίτυπα) από τον κατάλογο της εταιρείας 700 West, που είχε την έδρα της στην New Palestine της Indiana. Πρόκειται για το First Album του MoMaurice J. Whittemore Jr. όπως ήταν το πλήρες όνομά του), το οποίο κυκλοφόρησε το 1976. Ο Mo ήταν ο ιδρυτής τής 700 West και υπεύθυνος, συνάμα, μερικών «μυθικών» (έτσι συνηθίζουμε να τις λέμε) κυκλοφοριών, όπως του LP των Zerfas ή εκείνου των Dan Modlin & Dave Scott (όχι πως είναι λιγότερο «μυθικοί» οι Primevil). Το “First Album” του είναι ένα… δισυπόστατο long play, που δεν παύει να έχει ενδιαφέρον, έως και πολύ ενδιαφέρον. Δηλαδή, ορισμένες φορές, πάρα πολύ ενδιαφέρον…
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μο στο επιμελημένο τετρασέλιδο ένθετο της Anazitisi… στην 700 West ηχογραφούσε τα πάντα. Funk, hard rock, country rock, gospel (“all styles!”, όπως σημειώνει), jazz (αν και… “jazz groups didn’t record often”), bluegrass, country, ethnic ακόμη και «κλασική μουσική». Πολλά απ’ αυτά τα ηχογραφήματα ήταν demos, ενώ άλλα τυπώθηκαν σε LP ή 45άρια στο διάστημα 1972-1983, όταν ο Mo «έτρεχε» όχι μόνο την 700 West, αλλά και άλλα παράλληλα labels (Earthwood, Blunderbuss, Silver Sidewalk κ.λπ.).
Η πρώτη πλευρά του “First Album” ανοίγει με το “Nowhere to go”. Αμέσως φαίνονται δύο πράγματα. Πρώτον, πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα… Canterbury άκουσμα (όσο και αν αυτό ακούγεται παλαβό!) και δεύτερον η επίδραση που έχει ασκήσει στον Mo το αμερικάνικο fusion... του Eddie Harris ας πούμε. Να μην ξεχνάμε, δηλαδή, πως ο Harris έκανε μεγάλη φήμη χρησιμοποιώντας το ηλεκτρικώς ενισχυόμενο σαξόφωνό του – κάτι που ακολουθεί και ο Mo, εδώ, με το ηλεκτρικό του όμποε! Ο συνδυασμός synths, υποχθόνιων λουπών και όμποε, με την ηλεκτρική κιθάρα και το deep μπάσο-ντραμς προσφέρει στο κομμάτι μία, απέθαντη, διαχρονική χροιά. Φοβερή εισαγωγή, που θα έκανε τους «μέσους» Soft Machine (για να μην πω και τους Gong) να… κλάσουν μέντες από την τρομάρα τους.
Το “K2 – 3rd movement” είναι επίσης ένα εντυπωσιακό all-synth track. Πάνω σε μια «αιολική σκάλα» ο Mo χτίζει ένα τραγούδι κατά βάση, από το οποίο λείπουν μόνο τα λόγια. Το Korg K2 κάνει τρομερή δουλειά, μέσα από τα διαφορετικά επάλληλα timbre.
Στο 6λεπτο “Slammer” ο Mo ξεφεύγει! Η ηχητική μπάντα δεν διαφέρει από εκείνη του “Nowhere to go”, αν εξαιρέσει κανείς την προσθήκη των φωνητικών. Εδώ, ο τρόπος είναι ο φρύγιος, το ηλεκτρικό όμποε αναπαράγει με θέρμη τη μελωδική γραμμή, με τα φωνητικά σε unisono (ακούγονται σαν όργανο) να στέλνουν τη σύνθεση στο… διάστημα. Μπάσο, ντραμς και synths έρχονται, απλώς, να συμβάλλουν στην οριοθέτηση ενός cosmic funk περιβάλλοντος. Φοβερό!
Το “Congratulations” είναι το πρώτο πραγματικό τραγούδι του άλμπουμ. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να ανήκει στο ρεπερτόριο του… Robert Wyatt ή έστω των mid-70s King Crimson. Τόσο καλό είναι! Και τόσο διαφορετικό! Εδώ, ο Mo… παίρνει πέντε (πώς λέμε… take five;) συνθέτοντας σε κλασικά τζαζ μέτρα με ροκάδικο τρόπο.
Η Side A θα κλείσει με το “Muscle pumpkin” που είναι κάπως free, σαν outtake από Mothers, πηγμένο στον συνθο-ορυμαγδό. Ολοκληρώνεται, έτσι, η πρώτη πλευρά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η B Side δεν έχει σχέση με την πρώτη. Είναι περισσότερο συμβατική, λες και απευθύνεται σε διαφορετικό ακροατήριο. Το εναρκτήριο “Make a little wine”είναι τραγούδι, που ερμηνεύει κατά το ένθετο ο Herman Zerfas (των Zerfas), ενώ κατά τα credits ο D. Zerfas, ο David Zerfas δηλαδή (επίσης των Zerfas). Τι από τα δύο συμβαίνει δεν ξέρω – αν και δεν έχει και τόσο σημασία. Το τραγούδι είναι καλό και θυμίζει κάτι ανάμεσα σε… Stevie Wonder και Oscar Brown, Jr. Φανκιά δηλαδή με κάποιο σχετικό, πρωτόλειο, ραπάρισμα, συν female backing vocals κ.λπ. Είπαμε... καλό.
Το επόμενο έχει τίτλο “Dont ya think about leavin’” και είναι… country. Τώρα country με σύνθια; – θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Ε ναι. Υπάρχουν όμως και pedal steel κιθάρες, αλλά και τα κλασικά «καμπανωτά» φωνητικά από κάποιον Bill Johnson. Ωραίο τραγούδι.
Στο ίδιο πάνω-κάτω ύφος και το επόμενο track, που τιτλοφορείται “Cross country” και που ακούγεται στ’ αυτιά μου κάπως πιο… ριζοσπαστικό (ίσως γιατί είναι instrumental). Κι εδώ ο συνδυασμός synths, pedal steel και κανονικών κιθαρών είναι εκείνος που κάνει διαφορετικό τούτο το, γενικώς, bluegrass (αλλά με κάποιο ψιλο-φάνκι επίχρισμα) κομμάτι.
Το “Check me out” είναι soul – με τον Mo να προτείνει, και πάλι, κάτι διαφορετικό. Κάτι διαφορετικό για ’κείνον, καθότι το τραγούδι είναι πλήρως χαρακτηριστικό του ’76.
Το προτελευταίο track έχει τίτλο “A little while”, και ακούμε σ’ αυτό, ξανά, τον Mo στο ηλεκτρικό του όμποε. Απ’ αυτή την άποψη θα μπορούσα να μιλήσω για μια σύνθεση, που θα κολλούσε περισσότερο στην πρώτη πλευρά του LP – για καλό το λέω! Μπαλάντα είναι το “A little while”, που τζαζοποιείται στην πορεία, με ωραία χρήση, περαιτέρω, των synths και της ηλεκτρικής κιθάρας.
Το “First Album” θα κλείσει με το “Waittil yesterday” που είναι bonus track. Για κομμάτι του… 1978 καλό είναι, αφού το ανεβάζουν με τα παιξίματά τους τόσο ο Larry Lucas (των Primevil) στις κιθάρες, όσο και ο Matthew Watson (των φοβερών Ebony Rhythm Band) στα ντραμς.
Αυτά… και νομίζω πως είναι κατανοητά. Η πρώτη πλευρά «άριστα» (19 στα 20 δηλαδή), η δεύτερη «καλή» (ένα 15αράκι).
Επαφή: www.anazitisirecords.com
 

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ η πλήρης ιστορία των «Μικροαστικών»

Τα «Μικροαστικά» [ΕΜΙ/ Columbia, 1973] των Λουκιανού Κηλαηδόνη και Γιάννη Νεγρεπόντη (1930-1991) είναι ένας πολύ αγαπημένος δίσκος. Από τότε που τον άκουσα για πρώτη φορά καρφώθηκαν στη μνήμη μου όχι μόνο οι μελωδίες του Λουκιανού, μα και οι πικροί στίχοι του Νεγρεπόντη… 

Το θέατρο πανάκριβο, το σινεμά επίσης 
κι η μοναξιά αφόρητη στο σπίτι να καθήσεις. 
Διάλεξις εδίδετο περί του Μαλακάση 
κι είπε κι αυτός ο έρημος να πάει να ξεσκάσει 

Τι έξοχα λόγια! Πόσο λιτά και πόσο μεστά περιγράφεται ο υποσιτισμένος βίος, αλλά την ίδιαν ώρα και η ανάγκη να είσαι «ένας» ανάμεσα σε «κάποιους». Ευφυές!

Αλλά κι εκείνες οι στροφές από τον «Γάμο»… 

Σε δυο πανέρια οι μπουμπουνιέρες 
κι οι ανθοδέσμες στη σειρά 
η νύφη μόνο δεκαεννιά 
και του γαμπρού οι μέρες μετρημένες.

Ο γάμος έμοιαζε κηδεία 
όταν σταθήκαν στη σειρά 
κουμπάρος, σόι και λοιπά 
στη σκάλα για να βγουν φωτογραφία… 

Τι εικόνες! Και τι σπαραξικάρδια αποτύπωση της αδήριτης υποκρισίας μιας γαμήλιας… τελευτής. Σπουδαίος ο Νεγρεπόντης! Από τότε είχε «γράψει» μέσα μου…
Τα «Μικροαστικά», τα ποιήματα, που δεν ήταν μόνο 14 (τα του δίσκου), αλλά στην πραγματικότητα… 109(!) γράφτηκαν στο διάστημα 1966-1973, με τα πιο πολλά, πάντως, να αφορούν στην περίοδο 1971-1973, όταν ο Γιάννης Νεγρεπόντης, που ήταν Αριστερός, ήταν θεωρητικά ελεύθερος. Το τονίζω, γιατί ανάμεσα στα χρόνια 1967-1970 είχε «παραθερίσει» και εκείνος στη Γυάρο και τη Λέρο.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/56251

Nzʉmbe – ένα ισπανικό πείραμα

Nzʉmbe αποκαλείται ένα πρόσφατο project του Ισπανού (από τη Γαλικία) Miguel Prado. Ο Prado είναι πειραματιστής, ζει από το περασμένο φθινόπωρο στο Μπρίστολ και αυτός είναι o δεύτερος τόμος των Nzʉmbe, που έχει τίτλο Titubeo. Απ’ ό,τι διάβασα στο discogs η προηγούμενη κυκλοφορία των Nzʉmbe ήταν ένας… φωνογραφικός κύλινδρος(!), «χτυπημένος» σε δέκα(!) μόλις αντίτυπα (οι κύλινδροι ήταν, ως γνωστόν, οι πρόδρομοι των δίσκων από εβονίτη και αργότερα από γομαλάκα). Το επισημαίνω τούτο γιατί το… weird είναι κάτι που απασχολεί τον Prado, όχι μόνο όσον αφορά στις ηχητικές κατασκευές, αλλά συγχρόνως και στη φόρμα τους – παρότι το “Titubeo” κυκλοφορεί σε 250 αντίτυπα απλού, απτού βινυλίου (με mastering του Giuseppe Ielasi) από την organized music from Thessaloniki του Κωστή Κηλύμη.
Το άλμπουμ έχει κατά βάση τραγούδια – κι ας ακούγεται αυτό σε πρώτη φάση παράξενο. Φυσικά, δεν πρόκειται για τα τυπικά τραγούδια, που αναμένει ν’ ακούσει ο… μη πονηρεμένος ακροατής, αλλά για «τραγουδο-απαγγελίες» στην ισπανική, εμπνευσμένες από πολλά και διάφορα. Στο “Serpientes y escaleras” π.χ. η έμπνευση προέρχεται από το παιδικό παιγνίδι «φιδάκι», ενώ στο “Ano solar” από το L'anus solaire του Georges Bataille. Μέσα από αυτή την «αντιθετότητα» περνάει το άλμπουμ των Nzʉmbe, του Miguel Prado δηλαδή, ο οποίος δεν συνθέτει απλώς, αλλά περαιτέρω τραγουδά, παίζοντας σύνθια, κιθάρες και κρουστά. Δίπλα του μάλιστα παρατάσσονται σε συγκεκριμένα tracks κι άλλοι μουσικοί (Rafael Mallo κρουστά, Roberto Mallo άλτο σαξόφωνο, Ruth Barberán τρομπέτα, Alfredo Costa Monteiro ακορντεόν), παρέχοντας όλοι μαζί τα εντελώς ιδιοσυγκρασιακά vibes του “Titubeo”. Λίγα λόγια για μερικά, πράγματι εντυπωσιακά tracks...
Το “Máscara de Ocelote” βασίζεται σε μια κρουστή μονοτονία, πάνω στην οποία πατά η φωνή, και η οποία (μονοτονία) γεμίζει από θορύβους «πλήθους», δημιουργώντας ένα κάπως εκστατικό περιβάλλον. Η φωνή του Prado φέρνει στο νου τον Mayo Thomson στο “Corkys Debt to his Father” – ενώ και η γενικότερη προβληματική δεν είναι πολύ μακριά από εκείνη ορισμένων κομματιών των Red Krayola (περισσότερο βυθισμένων, όμως, μέσα στο θόρυβο και το «χάος»). Πολύ ενδιαφέρον είναι και το “Agláope” (πάντα από την πρώτη πλευρά), που μοιάζει με ψυχεδελική υμνωδία (προσπάθησα να μεταφράσω τους στίχους, αλλά δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα…).
Στη δεύτερη πλευρά τα κομμάτια είναι τρία. Το “Segare la ragazza” είναι εντελώς αποστασιοποιημένο, με τον Prado να απαγγέλει τους στίχους του πάνω από ένα σταθερά διακεκομμένο… συνθομπάσο κοντίνουο, που σπάει από «ξαφνικά» θορυβώδη breaks (με κάτι σαν…ικετευτικές φωνές ανάμεσα-και-προς-το-τέλος). Το “13 lunas nuevas” είναι εμπνευσμένο από την ταινία Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια του Rainer Werner Fassbinder. Εξαιρετική σύνθεση-τραγούδι, εντελώς προσωπικής αφήγησης, με στοιχεία «ακραία», αλλά και «τυπικά», που συνδυάζονται με απαράμιλλο τρόπο – και με το τελευταίο μέρος να είναι επιβλητικό και υποβλητικό ταυτοχρόνως. Τέλος, στο “Na man” η τρομπέτα τής Barberán και το ακορντεόν του Monteiro συνθέτουν την πρέπουσα «νωχελική» βάση, πάνω στην οποία θα πατήσει για ακόμη μία φορά η απαγγελία.
Το “Titubeo” των Nzʉmbe είναι ένα περίεργο, αλλά καθόλου στριφνό long play, ικανό να ψαρέψει ψυλλιασμένους ακροατές διαφορετικών γούστων και ηλικιών.