Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

NORBERT STEIN / PATA MESSENGERS πά(ν)τα jazz με ανατροπές και εκπλήξεις

O Γερμανός Norbert Stein είναι ένας τενόρο σαξοφωνίστας, για τον οποίον έχω γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Βεβαίως είχα ξεκινήσει να γράφω γι’ αυτόν από το Jazz & Tζαζ, για να συνεχίσω εδώ στο blog με τα άλμπουμ του “Silent Sitting Bulls” (2010), “Pata on the Cadillac” (2012) και “Das Karusell” (2015). Τώρα έχω στη διάθεσή μου το πιο πρόσφατο CD τού Norbert Stein και του συγκροτήματός του, των Pata Messengers (Philip Zoubek πιάνο, Joscha Oetz κοντραμπάσο, Etienne Nillesen προετοιμασμένα snare drums, κύμβαλα – οι υπόλοιποι τρεις), που έχει τίτλο We Are [Pata Music, 2017] και το οποίον είναι μια εξ ίσου ενδιαφέρουσα πρόταση.
Πάντα είχαν ενδιαφέρον τα άλμπουμ των Pata Messengers θέλω να πω, επειδή η jazz που αρέσκονται να παίζουν είναι γεμάτη με ανατροπές και εκπλήξεις. Θα μπορούσε να γράψει κάποιος για έναν τύπο ελεύθερης τζαζ, χωρίς ιδιαίτερες δεσμεύσεις, που προκρίνει το ομαδικό πνεύμα, με το τενόρο βεβαίως να έχει την πρωτοκαθεδρία, αλλά και με το πιάνο και το ρυθμικό τμήμα να συντονίζονται εξ ίσου καλά πάνω στο γενικό καμβά. Υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά, πάντως, της jazz των Pata Messengers και αυτά μπορεί να έχουν να κάνουν ακόμη και με το χιούμορ, το παιγνίδι μεταξύ των μελωδικών θεμάτων (που άλλοτε είναι σύντομα και άλλοτε με επαρκείς αναπτύξεις), τη χρήση των ακουστικών εφφέ, τις «αλλαγές» και τα αναπάντεχα γεμίσματα (από το πιάνο κυρίως) κ.λπ. Αν και θεωρητικώς έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις (όλες ανήκουν στον Norbert Stein), στην πράξη η έννοια της σύνθεσης τακτικά αναιρείται από το ίδιο το γκρουπ. Κι εδώ υπεισέρχεται ο παράγοντας του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού, που κάνει τα κομμάτια ν’ ακούγονται, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, αναπάντεχα και συχνά με μιαν αίσθηση επιτόπιας ολοκλήρωσης.
Υπάρχουν δύο 7λεπτα κομμάτια στο “We Are”, που ακούγοντάς τα μπορείς να συμπεράνεις πολλά για την jazz των Pata Messengers.
Το πρώτο έχει τίτλο “What we are”, βρίσκεται στη μέση τού σετ και πρόκειται ουσιαστικά για ένα blues, που αναπτύσσεται σε τρία στάδια. Θα το έλεγες και σύγχρονο bop, με γρήγορη μπασογραμμή που κεντάει, εκκωφαντικό παίξιμο από τον Stein (στην αρχή) και πιάνο από τον Zoubek ακολούθως (με συνεχή ανεβοκατεβάσματα και με σφοδρή κινητικότητα και στα δύο χέρια). Στο τελευταίο μέρος του, και λίγο πριν το κλείσιμο, το κομμάτι αποκτά μια διαφορετική χροιά, καθώς γίνεται περισσότερο… ευρωπαϊκό, με ωραία μελωδική επαναφορά ρομαντικής οπωσδήποτε κατεύθυνσης. Στο προτελευταίο “Mellstones” το τενόρο βγαίνει πιο μπροστά από τα υπόλοιπα τρία όργανα, υποστηρίζοντας μια μελωδία με επαναληπτικά στοιχεία, παραχωρώντας θέση στο ρυθμικό τμήμα και το πιάνο, που ακούγονται μόνα τους για περίπου ένα λεπτό, πριν «γεμίσει» και πάλι το τενόρο με «κοντά» φυσήματα, δίνοντας ακόμη περισσότερο χώρο στα υπόλοιπα όργανα, σχολιάζοντας χαμηλά και τεχνικά. Λίγο πριν το τέλος το τενόρο επανατοποθετείται στο ύψος του, κλείνοντας με το αρχικό σχήμα.
Συνοψίζοντας, θα έλεγα πως το “We Are” συνεχίζει στην παράδοση των προηγούμενων άλμπουμ του Norbert Stein και των Pata Messengers, εμβαθύνοντας σε όλα τα τζαζ μέτωπα.
Επαφή: www.patamusic.de

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΛΑΖΑΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ ατέρμονες γέφυρες

Δεν γνωρίζω πολλά για το παρελθόν του Λάζαρου Σαμαρά. Λέω «πολλά», γιατί… λίγα ξέρω, καθώς είχα γράψει εδώ στο δισκορυχείον, το 2013, για ένα προηγούμενο CD του, το «Σταγόνες». Εκείνο δεν ήταν, πάντως, ολοκληρωμένο άλμπουμ, γιατί είχε διάρκεια περί τα 20 λεπτά, ενώ τούτο εδώ, το πιο πρόσφατο, είναι μεγαλύτερο… αν και πάλι διαφοροποιείται από τη «μέση οδό». Με ποιο τρόπο; Το «Ατέρμονες Γέφυρες» [Μετρονόμος, 2017] αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο με πέντε τραγούδια (στην αρχή) και το δεύτερο με έξι οργανικά στη συνέχεια. Έτσι, και πάλι είναι μικρό το δείγμα για να βγάλεις κάποια οριστικά ας-τα-πούμε-έτσι συμπεράσματα, για τον Σαμαρά ως τραγουδοποιό. Ας είναι… Αυτά έχουμε εδώ και γι’ αυτά θα μιλήσουμε.
Λέμε λοιπόν, αμέσως-αμέσως, πως το CD έχει ενδιαφέρον. Και στα δύο μέρη του, και κυρίως στο πρώτο, στα τραγούδια.
Ο Σαμαράς είναι σε όλα πολύ καλός. Γράφει και ωραίες μελωδίες, και στιχουργεί με απλό, αλλά έξυπνο τρόπο, και ενορχηστρώνει με έμπνευση, επιχειρώντας και σ’ αυτό το απαιτητικό πεδίο να καινοτομήσει.
Το πρώτο τραγούδι έχει τίτλο «Προβληματάκι» και αποδίδει η Ασπασία Θεοφίλου. Από τις καλύτερες καινούριες τραγουδίστριες, η Θεοφίλου υποστηρίζει με άνεση το τραγούδι, που ακούγεται ως electro, με ήχο κάπου ανάμεσα σε… Πυξ Λαξ και Στέρεο Νόβα. Το δεύτερο τραγούδι έχει τίτλο «Το μόνιμο χαμόγελο» και τραγουδάει ο Κώστας Μάντζιος. Καλός και σεμνός τραγουδιστής ο Μάντζιος ακούγεται εδώ σε μια μπαλάντα, με κρυφά λαϊκά χαρακτηριστικά. Ωραίο τραγούδι. Ακόμη καλύτερο είναι όμως το «Σκόρπια λόγια» με τη Σοφία Εμφιετζή, μια μεγάλη τραγουδίστρια, που δεν έχει απολάβει (έτσι νομίζω) τα εύσημα που αναλογούν στις ερμηνείες της. Εδώ, φυσικά διαπρέπει σ’ ένα από τα ωραιότερα… κρυφά-λαϊκά (δεν υπάρχει μπουζούκι) που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Το τέταρτο τραγούδι έχει τίτλο «Κορμάκι μυρωμένο» και αποδίδει ο Παναγιώτης Λάλεζας. Εδώ έχουμε κάτι δημοτικοφανές. Ο Λάλεζας είναι τέλειος σε τέτοια τραγούδια, αλλά το κομμάτι δεν κολλάει με όλα τα προηγούμενα – κι αυτό είναι ένα θέμα. Η «πλευρά» θα κλείσει με το «Έκπτωτος μύθος» (το μοναδικό τραγούδι που έχει μπουζούκι) και ερμηνεύει κάποιος Χαράλαμπος (αγνώστων, σ’ εμένα, λοιπών στοιχείων). Η… αποκατάσταση της πεθεράς έχει ένα νόημα (έστω και με κάποια στοιχεία φάρσας) και ο Χαράλαμπος είναι πειστικός στο ρόλο του.
Η δεύτερη «πλευρά» με τα ορχηστρικά έχει ενδιαφέρον και αυτή (ωραίες μελωδίες, με γνώση ενορχηστρωμένες), αλλά στη σύγκριση με τα τραγούδια δεν αντέχει – και κατά τη δική μου γνώμη δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει. Τι θα έπρεπε να υπάρχει στη θέση της; Πέντε ακόμη ωραία τραγούδια του Σαμαρά, όπως εκείνα της πρώτης πλευράς.
Το συμπέρασμα το είπαμε στην αρχή και το ξαναλέμε και στο τέλος. Ο Σαμαράς γράφει ωραία τραγούδια (είναι ταλαντούχος και έχει όραμα) και πάνω εκεί θα πρέπει να εστιάσει.
Επαφή: www.metronomos.gr
 

περί ελληνικού χιπ-χοπ

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

BURGUNDY GRAPES ένα διαφορετικό ελληνικό συγκρότημα

Έχουν κάτι ιδιαίτερο οι Burgundy Grapes ως σχήμα. Κάτι που δεν το συναντάς συχνά στη μουσική καθημερινότητά μας. Ηχούν τελείως μοναδικά, έξω από οποιοδήποτε είδος που «παίζει», μακριά από την ανάγκη και την επιθυμία να είναι δημοφιλείς ή αρεστοί με κάθε τρόπο – ή έστω και με τον δικό τους τρόπο. Προς αυτό συντελούν τα εξής: α. το γεγονός πως είναι ένα instrumental γκρουπ και άρα… δίχως τραγούδι χάνουν φίλους, β. η απόφαση να στρέψουν την προσοχή τους σε μουσικές που ποτέ δεν ήταν δημοφιλείς στον τόπο μας, όπως και έξω απ’ αυτόν (σε γενικές γραμμές).
Το να προτείνεις, λοιπόν, μια μουσική ακουστικού τύπου, που να γειτνιάζει ή να παρακάμπτει ελαφρώς την αδιόρατη folk μελωδία, δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. (Στα χρόνια μας μόνο σε κάτι αμερικανούς new-agers το έχω δει, επηρεασμένους από το κλίμα της κιθαριστικής αρχαιοπρέπειας, και σε κάτι βορειοευρωπαίους επίσης, με περιορισμένη, και στις δύο περιπτώσεις, την εμπορική επιτυχία).
Δύο είναι οι Burgundy Grapes στο Short Stories, Lasting Shadows [Inner Ear, 2017], o Γιώργος Κολυβάς κλασικές, ηλεκτρικές, slide κιθάρες, ακορντεόν, κρουστά κ.λπ. και ο Αλέξανδρος Μιαούλης μπάντζο, lap-steel, μπάσο και διάφορα άλλα κρουστά ή όχι όργανα. Αυτοί οι δύο μουσικοί πλαισιώνονται από ορισμένους ακόμη συναδέλφους τους ανά track (Γιώργος Τσιατσούλης ακορντεόν, όργανο, Σταύρος Παργινός τσέλο, Νίκος Βελιώτης τσέλο, Φώτης Σιώτας βιόλα, Διονύσης Μακρής κοντραμπάσο, Γιώργος Κατσάνος harmonium, Θοδωρής Ρέλλος βαρύτονο σαξόφωνο), συμβάλλοντας όλοι μαζί προς ένα μοναδικό, τελικό αποτέλεσμα.
Οι συνθέσεις στο “Short Stories, Lasting Shadows” (που είναι η τέταρτη κυκλοφορία των Burgundy Grapes από το 2004 και εντεύθεν) είναι φυσικά πρωτότυπες και διακρίνονται για τις «λεπτές», επαναλαμβανόμενες μελωδίες τους (υπάρχει εννοώ και μια μινιμαλιστική λογική), για τους χαμηλούς τόνους και τα αργά, γενικώς, tempi, τον κάπως προκαθορισμένο λυρισμό τους (εννοώ πως υπάρχει μιαν αυτοσυγκράτηση, χωρίς υπερβολές και άσκοπες εντάσεις), με τα κομμάτια να δρουν υπαινιχτικά και υποδόρια – αφήνοντάς σε να τα αναλογίζεσαι ώρες μετά.
Φυσικά και το “Short Stories, Lasting Shadows” είναι ένα άλμπουμ ειδικών συνθηκών. Δεν ακούγεται ανά πάσα ώρα και στιγμή, ούτε περιέχει μουσική που να μπορεί να προσαρμοστεί σε εντελώς διαφορετικές απαιτήσεις. Πρόκειται για ένα στιβαρό και απαιτητικό άκουσμα, υποστηρίζω, που προϋποθέτει την ενεργή συμμετοχή του ακροατή, που σε συνθήκες χαλάρωσης και ηρεμίας θα βρεθεί να απολαμβάνει ένα δίσκο, που κυλάει με θαυμαστή ενότητα, δίχως ποτέ να χάνει το στόχο, διατηρώντας καθ’ όλη τη διάρκειά του υψηλά αισθητικά χαρακτηριστικά.
Αυτό το άλμπουμ πολύ θα το γουστάρουν οι φίλοι των μουσικών του John Fahey.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 61

9/12/2017
Εκπληκτικό κείμενο του Τρότσκι για το ναζισμό και το φασισμό, γραμμένο τον Ιούνιο του 1933 (λίγο μετά τις εκλογές του Μαρτίου δηλαδή, που θα έφερναν στην εξουσία τους ναζήδες). Εκδόσεις Νέον Βιβλιοπωλείον, Αθήναι 1967 (προφανώς πριν την 21η Απριλίου). Το βρήκα χθες με 2 ευρώ.
«(...) Ο φασισμός ανέβασε στην πολιτική το βούρκο της κοινωνίας. Όχι μόνο στα σπίτια των χωρικών, αλλά και στους ουρανοξύστες των πόλεων, πλάι στον εικοστό αιώνα, ζουν ακόμα σήμερα ο 10ος και ο 13ος αιώνας. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν το ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς να παύουν να πιστεύουν στη μαγική δύναμη των χειρονομιών και των εξορκισμών. Ο πάπας της Ρώμης διαδίδει από το ραδιόφωνο το θαύμα της μεταμόρφωσης του νερού σε κρασί. Οι κινηματογραφικοί αστέρες καταφεύγουν στις μάγισσες. Οι αεροπόροι, που διευθύνουν τους θαυμαστούς μηχανισμούς, τους δημιουργημένους από τη μεγαλοφυΐα του ανθρώπου, φέρουν φυλαχτά πάνω στα σουέτερ τους. Τι ανεξάντλητα αποθέματα σκοταδισμού, άγνοιας και αγριότητας! Η απελπισία τα ξεσήκωσε, ο φασισμός τους έδωσε μια σημαία. Κάθε τι, που μέσα στην κανονική ανάπτυξη της κοινωνίας, θα απορριπτόταν από τον εθνικό οργανισμό σαν έκκριμα του πολιτισμού, ξεπετιέται τώρα από το λαρύγγι: ο καπιταλιστικός πολιτισμός ξερνά μια βαρβαρότητα που δεν χωνεύτηκε, αυτή είναι η φυσιολογία του εθνικοσοσιαλισμού(...)».

8/12/2017
H… θολοκουλτούρα του Πάσχοντος Μανδραβέλη.
Γράφει ο Πάσχων Μανδραβέλης στην «Κ»: «Βεβαίως, η 34χρονη αοιδός (σ.σ. για την Μποφίλιου ο λόγος) τόσα έμαθε στο σχολείο της μεταπολίτευσης και τόσα λέει. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε με τις ψευδαισθήσεις μιας δήθεν επανάστασης που κατέληξε σε χουλιγκανισμούς σαν αυτούς που υπομένει κάθε λίγο και λιγάκι η Αθήνα. Από μικρή άκουγε τα “επαναστατικά κατορθώματα” των μεγαλύτερών της κι, επειδή είναι χαριτωμένη, πρέπει να της τα εξιστορούσαν πάρα πολλοί...».
Μακάρι να μάθαινε η Μποφίλιου και η κάθε Μποφίλιου από το σχολείο της τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά δεν… Τα βιβλία εξακολουθούν να ενημερώνουν τα παιδιά για το τι συνέβη το 500 π.Χ., αλλά καθόλου για το τι συνέβη το Δεκέμβρη του ’44, το καλοκαίρι του ’49, για τα Μακρονήσια, για το τι συνέβη όλη τη δεκαετία του ’50 της «καραμαλικής» βίας και τρομοκρατίας, για τα «δέντρα» που ψηφίζανε στις εκλογές του ’61, για τα εγκλήματα, των Γκοτζαμάνηδων, για τις Γυάρους και τους χαφιέδες της χούντας, πρώην δοσίλογους, χίτες, και κοομμουνιστοφάγους, που έριξαν δίχτυα και στη Μεταπολίτευση, για τους νεκρούς των Πολυτεχνείων, για… για… για…
Για δημοσιογράφους τύπου Μανδραβέλη η διαρκής και μόνιμη ερώτηση είναι μία. Πού θα έγραφε το άτομο αυτό αν ήταν δημοσιογράφος επί Μεταξά, επί Εμφυλίου-Μετεμφυλίου και επί Χούντας; Σε κάποιο από τα 1912 παράνομα έντυπα της κυνηγημένης Αριστεράς ή στον Αντικομμουνιστικό Αγώνα, τη Σοβιετολογία του Γεωργαλά και τον Εθνικό Εκδικητή; Η απάντηση είναι προφανής.

7/12/2017 
Mερικά από τα παράνομα ενεργά αριστερά κόμματα στην Τουρκία. Άλλα είναι τύπου EKKE και Μου-Λου, άλλα κουρδικά (όπως το γνωστό μας PKK) και πάντως όλα, άλλα έτσι κι άλλα αλλιώς, χαρακτηρίζονται ως «τρομοκρατικά» με μέλη τους να είναι σε φυλακές κ.λπ. Τα αρχηγεία τους φυσικά αγνοούνται, καθότι παράνομα, αν και κάποια απ’ αυτά βγάζουν εφημερίδες, ενώ όλα έχουν web sites!
1. Communist Workers Party of Turkey (TKİP)
2. Devrimci Halk Kurtuluş Partisi/Cephesi (DHKP/C) (Revolutionary People's Liberation Party-Front) 
3. Maoist Komünist Partisi (MKP) (Maoist Communist Party) 
4. TKP/ML – KONFERANS (Communist Party of Turkey/Marxist–Leninist) 
5. Marxsist Leninist Komünist Parti (MLKP) (Marxist Leninist Communist Party) 
6. Türkiye Devrimci Komünist Partisi (Revolutionary Communist Party of Turkey) 
7. PKK/KONGRA-GEL (Kurdistan Workers Party) 
8. Kürdistan Devrim Partisi (PŞK) (Revolutionary Party of Kurdistan) 

6/12/2017 
Η αποψινή νύχτα είναι και του Τζώνι Χαλιντέι. Ν’ ακούσουμε και καμιά ροκιά… Πίσω παίζουν οι Small Faces!
 

6/12/2017 
Πέθανε ο Johnny Hallyday στα 74 χρόνια του. Μία από τις εμφανίσεις του στην Αθήνα, Ιούλης 1971...

3/12/2017
Αν μου πει κάποιος να του προτείνω ΕΝΑ electro-pop άλμπουμ δεν θα του προτείνω ούτε Kraftwerk (τους γουστάρω μόνο στην αρχή τους, στο abstract kraut), ούτε τίποτα από βρετανικά έιτις, που τ’ ακούω σαν μετεξέλιξη του ήχου των πιονιέρων (και μ’ αρέσουν), ούτε φυσικά καμμία σημερινή αηδία. Θα του πρότεινα αυτό το άλμπουμ του Gershon Kingsley από το 1969. Τόσο παλιά! Έχει τα πάντα μέσα (και τον ύμνο “Pop corn”) και καμμία ιδέα δεν προστέθηκε από τότε στο είδος, ούτε από τους Kraftwerk, ούτε από τους Human League, ούτε από κανέναν άλλον.
1. Hey, Hey 2:15, 2. Scarborough Fair 2:50, 3. For Alisse Beethoven 2:21, 4. Sheila 2:35, 5. Pop Corn 2:24, 6. Twinkle, Twinkle 2:07, 7. Nowhere Man 2:59, 8. Sunset Sound 2:38, 9. Trumansburg Whistle 2:58, 10. Paperback Rider 2:49

XΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΠΑΣ το ημερολόγιο ενός τρελού

Έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον για τον συνθέτη, μουσικό και… συγκροτηματία Χρήστο Παππά – είτε για τις εγγραφές του με τους Coral Caves, είτε για προσωπικές δουλειές του κάτω από το όνομα C-Drain. O Παππάς έχει κάνει καριέρα και στο εξωτερικό (Αγγλία), ενώ προσφάτως τον βλέπουμε να γράφει μουσική για το (ελληνικό) θέατρο – είναι το CD, για το οποίο θα πούμε, τώρα, λίγα λόγια.
Πρόκειται για το «Το Ημερολόγιο ενός Τρελού» [CPS, 2017], που είναι βασισμένο στο φερώνυμο διήγημα του Κινέζου Λου Χσουν (1881-1936), της μεγαλύτερης μορφής της κινεζικής λογοτεχνίας στον 20ον αιώνα, απ’ όσα διαβάζω στο δίκτυο, με το συγκεκριμένο διήγημα να κυκλοφορεί και στα ελληνικά, μαζί με τα άλλα αντίστοιχα… ημερολόγια των Νικολάι Γκόγκολ και Γκυ Ντε Μωπασάν, από τις εκδόσεις Ηλέκτρα (2008). Αυτό το διήγημα μεταφέρθηκε τώρα στο θέατρο σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου και σ’ αυτό το θεατρικό, πια, έγραψε μουσική ο Χρήστος Παππάς.
Βασικά έχουμε να κάνουμε μ’ ένα soundtrack επτά τραγουδιών, σε αγγλικούς στίχους Δημήτρη Ζούγου (τέσσερα tracks), ενώ μελοποιούνται και τρία ποιήματα των Emily Dickinson (2) και Edgar Allan Poe (1), που υποτίθεται –κι έτσι θα είναι– πως ταιριάζουν με το ύφος, που έχουν δώσει στο θεατρικό οι συντελεστές τους.
Και τα επτά τραγούδια είναι πολύ ωραία. Ο Παππάς ξέρει να χρησιμοποιεί εκείνα τα στοιχεία του βρετανικού eighties rock –του new wave να πούμε, του dark wave, της τραγουδοποιίας των Robert Smith, Martin Gore, Morrisey κ.ά.– δημιουργώντας «σωστές» βάσεις για τα τραγούδια του και το ίδιο «σωστές» αναπτύξεις.
Δεν έχω να πω κάτι περισσότερο για ένα CD, για το οποίο δεν γνωρίζω πώς μπορεί να κολλάει (η μουσική του) με τις θεατρικές προσαρμογές εκείνων των παλαιών κειμένων, και που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ακουστεί εντελώς ανεξάρτητα (και κυρίως ευχάριστα) από την όποια σκηνική λειτουργικότητά του.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

PONY POINDEXTER / FRANK ROSOLINO / FRITZ PAUER / ART FARMER ανέκδοτες sixties-seventies εγγραφές από το Domicile του Μονάχου

Σ’ ένα ωραίο περιποιημένο κουτί (box-set τεσσάρων CD, με 20σέλιδο δίγλωσσο booklet) κυκλοφορούν, από την ENJA (ΑΝ Μusic), μερικές πολύ δυνατές ανέκδοτες τζαζ εγγραφές από τα τέλη του ’60, έως τα τέλη του ’70. Μπορεί να μην είναι όλες ηχογραφημένες στο κλαμπ Domicile του Μονάχου (οι τρεις είναι από εκεί, η τέταρτη προέρχεται από την Luitpold Halle του Rosenheim), έχουν όμως όλες την ίδια υψηλή τεχνική απόδοση και βεβαίως το ίδιο υψηλό καλλιτεχνικό-τζαζικό ενδιαφέρον. O λόγος για το άλμπουμ των Pony Poindexter, Frank Rosolino, Fritz Pauer και Art Farmer The Exciting Jazz of the Early 70ies / Live at the Domicile / The Unreleased Recordings 1968-1978”.
Το πρώτο CD αφορά στο κουιντέτο του άλτο σαξοφωνίστα και τραγουδιστή Pony Poindexter (1926-1988), που συμπληρώνεται από τους Benny Bailey τρομπέτα, Jan Hammer όργανο, πιάνο, George Mraz μπάσο και Michael Dennert ντραμς.
Ο Poindexter ήταν εκπατρισμένος εκείνη την εποχή και εδώ τον συναντάμε με τον… συμπάσχοντα τότε και συμπατριώτη του (Αμερικανοί αμφότεροι) Benny Bailey, τους τότε Τσεχοσλοβάκους Hammer και Mraz και ακόμη τον γερμανό ντράμερ Dennert. Πολυεθνικό το γκρουπ, κλασικό το υλικό. Συνθέσεις των Duke Ellington, Charlie Parker, Nat Adderley, Luis Bonfa…, ένα παραδοσιακό και μια σύνθεση του ιδίου του Poindexter.
Το γκρουπ παίζει με κέφι και όρεξη, με τα χειροκροτήματα των θαμώνων, να συνοδεύουν συχνά τις «αλλαγές» και τα σόλι, και με τον Jan Hammer να δοκιμάζει συχνά στο όργανο, γκρουβάροντας το σετ. Παρότι πρόκειται για live μπροστά σ’ ένα θερμό κοινό τα κομμάτια, που ακούμε εδώ, δεν είναι όλα γρήγορα, καθώς και οι πιο χαμηλές ταχύτητες δίνουν την ευκαιρία στο κουιντέτο να δείξει τις αληθινά μεγάλες δυνατότητές του. Το κλου, μάλιστα, θα έλεγα πως είναι η διασκευή του κλασικού “How long, how long” (γνωστό και από το ρεπερτόριο του Lead Belly). Η εκτέλεση προσιδιάζει σε rock/ rhythm nblues σχήμα της εποχής – κάτι που δείχνει τις απαιτήσεις και του κοινού, αλλά και το πώς το british r&b είχε επηρεάσει πρόσωπα και καταστάσεις στην ηπειρωτική Ευρώπη εκείνη την εποχή. Ηφαιστειακή η 13λεπτη εκτέλεση τού “Βig foot” του Charlie Parker, δίνει τη δυνατότητα τόσο στον Poindexter, όσο και στους υπόλοιπους μουσικούς, για μερικά εντυπωσιακά ξεσπάσματα. Ήταν Σεπτέμβριος του 1968.
Μερικά χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1975, θα ηχογραφηθεί στη σκηνή τού Domicile το κουιντέτο των Frank Rosolino (τρομπόνι) και Conte Candoli (τρομπέτα), που το συναποτελούσαν οι Rob Pronk πιάνο, Isla Eckinger μπάσο και Todd Canedy ντραμς. Ψάχνοντας, λίγο, τα βιογραφικά του Rosolino (1926-1978) πληροφορήθηκα κάτι που δεν το είχα ξανακούσει. Ο αμερικανός αυτός τρομπονίστας, το 1978, είχε πυροβολήσει και τους δύο γιούς του (σκοτώνοντας τον έναν επιτόπου), αυτοκτονώντας αμέσως μετά. Τρομερά πράγματα.
Εδώ πάντως συναντάμε τον Rosolino σε διαβολεμένη φόρμα, έχοντας δίπλα του τον επίσης συμπατριώτη του Conte Candoli (1927-2001). Το ρεπερτόριο είναι όλο φωτιά, αποτελούμενο από συνθέσεις των Horace Silver, Jerome Kern, Charlie Parker, Sonny Stitt κ.ά., καθώς και από μια πρωτότυπη σύνθεση των Rosolino / Candoli, που κλείνει το CD. Πολύ γερό bop και blues εδώ, αλλά και με το απαραίτητο swinging, κινούμενο σε υψηλές ταχύτητες, που προκρίνουν γενικώς την ένταση και τη δεξιοτεχνία. Ο Ολλανδός Rob Pronk έχει τεράστια δισκογραφία σε jazz και pop, ενώ και ο Ελβετός Isla Eckinger έχει παίξει με δεκάδες (ακόμη και με τους φοβερούς Drum Circus του Peter Giger στις αρχές του ’70).
Το κουαρτέτο του αυστριακού πιανίστα Fritz Pauer (1943-2012) συλλαμβάνεται, και αυτό, στο Domicile (Ιανουάριος 1972) σε πολύ μεγάλα κέφια, καθώς δίπλα στον Pauer παρατάσσονται ο άσσος μπασίστας και τραγουδιστής Jimmy Woode, ο ντράμερ Erich Bachtraegl και ο περκασιονίστας Joe Harris. Με ρεπερτόριο απολύτως πρωτότυπο (συνθέσεις των Pauer και Harris) και με τον πρώτο τη τάξει να σπάει καρδιές με το παίξιμό τους στο ηλεκτρικό πιάνο, το live των Fritz Pauer Quartet είναι απολαυστικότατο και… fusion – στην παράδοση, να πούμε, που δημιουργούσε εκείνη την εποχή, και σιγά-σιγά, ο Herbie Hancock. Δεν είναι τόσο το funk, θέλω να πω, που σε κυριεύει εδώ, αλλά μιαν απολύτως επιτυχημένη προσπάθεια να παιχτεί jazz (και blues και rock) και μ’ έναν ηλεκτρικό τρόπο, με κομμάτια όπως τα “Now hear my meaning”, “Blues for D.S.”, “Djedar”, “Ham hocks” και “Blues for Mr. Jones” να χαρακτηρίζονται ως απολύτως απολαυστικά. Μουσική για κλαμπ! Φοβερά ηλεκτρικά πιανιστικά timbre από τον Pauer και μπασογραμμές από τον Woode, που θα μπορούσαν να στηρίξουν, χαλαρά και άνετα, ακόμη και ροκ μπάντα, συνθέτουν ένα σύνολο, που σε κερδίζει από το ξεκίνημά του μέχρι και την τελευταία νότα του.
Το live του κουαρτέτου του τρομπετίστα Art Farmer (1928-1999), όπως γράψαμε και στην αρχή, δεν προέρχεται από το Domicile, αλλά από την αίθουσα Luitpold της πόλης Rosenheim (κοντά στο Μόναχο). Συνέβη δε τον Δεκέμβριο του 1978. Εδώ τον διακεκριμένο τρομπετίστα συνοδεύουν οι Gerd Francesconi πιάνο, Günter Lenz μπάσο και Billie Brooks ντραμς (ένας μουσικός που είχε κάνει από νωρίς την Ευρώπη σπίτι του). Αν ο Art Farmer είναι ο… Art Farmer, τότε και ο Günter Lenz είναι ο… Günter Lenz. Θέλω να πω πως ο Lenz είναι ένας (γερμανός) μουσικός, που έχει παίξει σε απίστευτα άλμπουμ, όπως για παράδειγμα στο “Astigmatic” του Komeda, έχοντας εμφανιστεί ακόμη και με progressive/ πειραματικές ροκ μπάντες σαν τους Et Cetera. Τέλος πάντων αυτή η τετράδα δίνει εδώ ένα καθαρό και ουσιώδες jazz-set αποτελούμενο από στάνταρντ (Kenny Dorham, Jimmy Van Heusen, Leonard Bernstein…) και απ’ αυτή την άποψη οι Γερμανοί, που είχαν βρεθεί εκείνο το βράδυ της ηχογράφησης στη σάλα Luitpold, θα διαπίστωσαν τι σημαίνει καθαρή, πεντακάθαρη… αμερικανική τζαζ, χωρίς… ευρωπαϊκές καινοτομίες, ανατροπές και τα ρέστα. Τέσσερις μουσικοί, άσσοι στα όργανά τους, με καταφανές δέσιμο τρομπετίστα-πιανίστα και ντράμερ-μπασίστα, και όλων μαζί στο σύνολο, να τα δίνουν όλα, προσφέροντας μοναδικές στιγμές τζαζ τελείωσης. Εξαιρετικοί.
Όπως εξαιρετική είναι και η έκδοση της ENJA με το επιπρόσθετο δίγλωσσο booklet, που είναι φισκαρισμένο στα ιστορικά στοιχεία γύρω από το Domicile – το πώς αναδείχθηκε σε «ναό» της jazz στην ηπειρωτική Ευρώπη, πώς συνδέθηκε με την θρυλική BASF/MPS και άλλα πολλά.

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

απορία

CHRISTINE KEELER (1942-2017)

Πέθανε πριν λίγες ημέρες (4/12)  η Αγγλίδα Christine Keeler, στα 75 χρόνια της. Η Keeler, που ήταν στα πολύ νιάτα της στριπτιζέζ στο Σόχο, έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέσω του πολιτικο-ερωτικού Σκανδάλου Προφιούμο. Τι είχε συμβεί;
Η Keeler ήταν πολύ νεαρή, κάτω από τα είκοσί της, όταν το καλοκαίρι του 1961 γνωρίζεται με τον υπουργό άμυνας, της κυβέρνησης του συντηρητικού πρωθυπουργού Harold Macmillan, τον John Profumo (1915-2006) και την ίδιαν εποχή με έναν στρατιωτικό ακόλουθο της σοβιετικής πρεσβείας στο Λονδίνο, τον Γεβγκένι Ιβάνωφ (1926-1994). Πηγαινοέρχεται στα κρεβάτια και των δύο και μέσα στο peak του Ψυχρού Πολέμου, το 1963, με τα κατασκοπικά θρίλερ να εξελίσσονται όχι μόνο στο πανί, αλλά και στην κανονική ζωή, οι εφημερίδες και τα περιοδικά βγάζουν το σκάνδαλο στη φόρα.
Στην ιστορία μπορεί να ήταν ανακατεμένα και άλλα πρόσωπα, αλλά το βασικό, ο Profumo, καταστρέφεται. Ισχυρός δελφίνος για την ηγεσία των Tories, αναγκάζεται σε παραίτηση, παρότι στη δίκη, που ακολούθησε του ξεσκεπάσματος, δεν αποδείχθηκε η κατασκοπία.
Έκτοτε η Keeler θα παίξει ως ποπ περσόνα, καθώς το σκάνδαλο θα απασχολήσει αρχικά τους πάντες και διαχρονικά αρκετούς – ακόμη και τη δισκογραφία. Και φυσικά την παραλογοτεχνία, το σινεμά, τα τηλεοπτικά προγράμματα κ.λπ. Πολλοί θα θυμούνται την ταινία Scandal του Michael Caton-Jones από τα τέλη της δεκαετίας του ’80…
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχα βρει στο Μοναστηράκι (μάλλον στο Βαγγέλη τον Τζάμπα) το άλμπουμ “That Affair” [Surprise Records ILP 1007] από το 1964, με την ιστορία του Σκανδάλου Προφιούμο, έτσι όπως το παρουσιάζουν οι ηθοποιοί / αφηγητές Nöel Carter, Joe Milner και Wendy Varnals, ενώ τραγούδια και δίσκους με θέματα και εικόνες από το Σκάνδαλο Προφιούμο και την Christine Keeler έχουμε δει σε εκδόσεις των Roger Bourdin, R. Alphonso & The Ska-Ta-Lites, Phil Ochs, Gl*xo Babies, Senseless Things, Bryan FerryChristine Keeler πρωταγωνιστεί στο κλιπ τού “Kiss and tell”), The Slackers, Charlatans (UK) κ.λπ.
Προσωπικώς θα θυμάμαι την Christine Keeler σαν μία από τις ωραιότερες pop-icons των sixties. RIP.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΗΤΟΠΟΥΛΟΣ κάτι από σένα

Ο Γιώργος Νικητόπουλος είναι ένας καινούριος τραγουδοποιός που γράφει ενδιαφέροντα τραγούδια – με ελληνικό, ερωτικό κυρίως, στίχο. Να το πούμε αυτό από την αρχή… σαν συμπέρασμα, πριν περάσουμε σε ορισμένες λεπτομέρειες.
Ο Νικητόπουλος θέλει να πρωτοτυπήσει σε όλα, στο μέτρο του δυνατού πάντα, και συχνά το καταφέρνει. Και όταν λέω «σε όλα», εννοώ «σε όλα». Σε μουσικές, στίχους, ενορχηστρώσεις, ερμηνείες. Όχι, δεν γράφει κάτι που δεν έχει ξανακουστεί ο Νικητόπουλος, απλώς δεν είναι 100% προβλέψιμο εκείνο που μας παρουσιάζει στο «Κάτι από Σένα» [Μετρονόμος, 2017] – κι αυτό δεν είναι λίγο. Βεβαίως, αυτή η διάθεσή του να είναι κάτι άλλο από τη γενιά του (τουλάχιστον, και σε πρώτη φάση) δεν τον βγάζει πάντα στο ξέφωτο, μα ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις σημασία έχει η προσπάθειά του να αρθρώσει έναν τραγουδοποιητικό λόγο κάπως διαφορετικό. Όχι σαν αυτόν που ακούς παντού τριγύρω, σήμερα, στο ελληνικό τραγούδι. Και αυτό το καταφέρνει, γιατί ο Νικητόπουλος δεν είναι ούτε «έντεχνος», ούτε λαϊκός, ούτε ροκ, ούτε ποπ. Έτσι λοιπόν, και όντας απομακρυσμένος απ’ αυτές τις τέσσερις βασικές ταμπέλες, δεν μπορεί παρά να είναι κάτι ενδιάμεσο ή κάτι πέρα απ’ αυτές – κοντολογίς ο εαυτός του.
Το πρώτο τραγούδι τού άλμπουμ είναι το «Καριέρα». Ένα τζαζάκι, ένα σουινγκάκι που φέρνει στο νου μου τραγούδια του Γιώργου Μαρίνου από τα seventies (συνθέσεις του Νίκου Δανίκα δηλαδή) – το φαντάζομαι δε και με τη φωνή του Μαρίνου κι έτσι μ’ αρέσει ακόμη περισσότερο. Στην ενορχήστρωση έγχορδα, πιάνο, μπάσο, ντραμς (ούτε μπουζούκια, ούτε ηλεκτρικές κιθάρες). Η φωνή με μιαν αίσθηση θεατράλε αστάθειας, και, σε κάθε περίπτωση, μια πολύ καλή εισαγωγή. Και στο δεύτερο τραγούδι όμως, το «Σε μια σκηνή», ο Νικητόπουλος δείχνει χαρακτήρα. Κι εδώ υπάρχει ξανά η… γλυκιά πίκρα (όπως υπάρχει και στο πρώτο) ωραία επεξεργασμένη σε κάθε διάστασή της (συνθετική, στιχουργική, ενορχηστρωτική, ερμηνευτική). Το τρίτο τραγούδι, «Το σπίτι», είναι κι αυτό κάτι άλλο. Ένα blues, τραγουδισμένο από την Αγγελική Τουμπανάκη (πολύ καλή). Οι «Κότες» που ακολουθούν έχουν έναν ευτράπελο χαρακτήρα, που αλλοιώνει τις πρώτες (τρεις) εντυπώσεις, και σαν τραγούδι σώζεται από την πνευματώδη ενορχήστρωση. Ο Νικητόπουλος ως νέος ή εν πάση περιπτώσει νεότερος άνθρωπος χρησιμοποιεί κάποιες εκφράσεις, λίγο τραβηγμένες, που προσωπικώς δεν μου κάθονται καλά (π.χ. «δυο καημοί που τους καπνίζω», «σαν καπνός να σε θυμίζω»), παρά ταύτα και εδώ, στο «Καπνός», δείχνει πόσο μετράει ξανά, αφού κατορθώνει να ανταποκριθεί πολύ καλά σ’ ένα τραγούδι που δεν είναι εύκολο. Το «Σε κάποια βόλτα» (Παυλίνα Κατσή) είναι ένα λαϊκό τραγούδι (έχει μπουζούκι), ένα ζεϊμπέκικο, ένα «έντεχνο» ζεϊμπέκικο, που είναι καλό, ασχέτως αν είναι κάπως προφανές. Κι άλλο… γυναικείο τραγούδι στη σειρά, το «Χωρίς», πάλι με την Κατσή, που είναι κι αυτό λαϊκό στη βάση του (χωρίς μπουζούκι, μα με μαντολίνο), αλλά είναι πιο εμπνευσμένο σε όλα του. Πολύ καλό. Το όγδοο κομμάτι λέγεται «Πουκάμισο καρό» και είναι τραγουδισμένο από τον Νικητόπουλο. Μελωδικώς, είναι ίσως το πιο «χατζιδακικό» τραγούδι της συλλογής – ήθελα να την αποφύγω αυτή τη λέξη, αλλά τελικώς δεν το κατάφερα. Προτελευταίο το «Κάτι από σένα», ένα ακόμη ιδιόμορφο τραγούδι, που κάπου φέρνει και προς στο blues, και με την ίδια πάντα προσοχή σε ερμηνείες-φωνές (ιδίως φωνές) και ενορχηστρώσεις.
Το «Κάτι από Σένα» θα κλείσει με τη μελοποίηση ενός σονέτου του Σαίξπηρ, σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, που συνδυάζει απαγγελία και τραγούδι, ξανά με πρωτότυπο τρόπο.
Για να επανέλθουμε στην αρχή-αρχή. Πολύ καλό ντεμπούτο από τον Γιώργο Νικητόπουλο. Προσωπικώς θα τον έχω κατά νου και για το μέλλον…
Επαφή: www.metronomos.gr

η ΝΑΤΑΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ στην Eφημερίδα των Συντακτών

Διάβασα τη συνέντευξη της Νατάσας Μποφίλιου στην Εφημερίδα των Συντακτών (2/12/2017), εκεί όπου ανάμεσα σε άλλα διάφορα η τραγουδίστρια λέει:
«Αυτό που με πληγώνει είναι που μπήκε στο στόμα του καθενός, ακόμα και των αμόρφωτων, “ε, είδαμε και την πρώτη φορά Αριστερά τι έκανε”. Είναι μαχαίρι στην καρδιά.(…) Η επανάσταση γίνεται μόνο από τον λαό. Ψηφίζω ΚΚΕ, αν και διαφωνώ σε πολλά σημεία (…) Φυσικά και είναι (δικτατορία η Ευρωπαϊκή Ένωση). Θα ήταν ωραίο να γινότανε μια παγκόσμια επανάσταση. Εγώ στα βάθη της ψυχής μου είμαι τροτσκίστρια(…)».
Λίγα λόγια σχετικά.
Εμένα η Μποφίλιου μου αρέσει ως τραγουδίστρια (τη βρίσκω εξαιρετική) και το έχω γράψει αυτό με διάφορες αφορμές εδώ κι εκεί. Έχω γράψει επίσης στο facebook (16/9/2017), με αφορμή μια συναυλία για την Ηριάννα (στην οποία συμμετείχε και η Μποφίλιου), πως κάτι τέτοιες ‘συμμετοχές’ δεν λένε και πολλά πράγματα, καθώς θα κρίνονται πάντα από το τι διακινδυνεύει ο καθείς και πως όσο κάποιος θα δηλώνει παρών εκ του ασφαλούς όλη η φάση θα ελέγχεται.
Μια συνέντευξη όμως είναι μια συνέντευξη, κι ένα δημόσιο πρόσωπο όταν καλείται να μιλήσει, ειδικά πάνω σε πολιτικοκοινωνικά ζητήματα, θα πρέπει να παίρνει κάποια ρίσκα και να λέει αυτά που πιστεύει.
Δεν ξέρω αν κάνει καλά, λοιπόν, η Μποφίλιου που ψηφίζει ΚΚΕ, ούτε είμαι σίγουρος αν ξέρει τι σημαίνει τροτσκισμός, πέραν του βασικού γύρω από την… εξαγωγή της επανάστασης, όμως αυτό που είπε για την Ευρωπαϊκή Ένωση, πως είναι δικτατορική, είναι αλήθεια και είναι μαγκιά της που το ’πε – κι ας σκούζουν κάτι Μπογδάνοι και κάτι Τατσόπουλοι.
Φυσικά και πρόκειται για δικτατορία-αποικιοκρατία νέου τύπου, με κοινοβούλιο-μαριονέτα, με όργανα που αποφασίζουν κεκλεισμένων των θυρών, μακριά από οποιοδήποτε δημοκρατικό έλεγχο, και με διάφορες κλίκες-μαφίες κεφαλαιοκρατών, τραπεζιτών, τοκογλύφων κ.λπ., που δολοφονούν οικονομικά λαούς – μια συνέχεια δηλαδή, με το άλλο-ίδιο πρόσωπο, της βελγικής, γερμανικής, ολλανδικής και γαλλικής αποικιοκρατίας των γενοκτονιών και των εγκλημάτων (όρα Βελγικό Κονγκό, Ναμίμπια, Νότια Αφρική, Αλγερία κ.ά.).
Οι άνθρωποι ήταν, είναι και θα είναι επαγγελματίες δυνάστες, με πιστοποιητικά και σφραγίδες, τι να λέμε τώρα;
Μπράβο στη Μποφίλιου, λοιπόν, που είχε τα κότσια να βγει και να πει την αλήθεια.
Εν τω μεταξύ βγήκαν και διάφοροι… πατσαβουροϊστορικοί, για να λοιδορήσουν την τραγουδίστρια επειδή… «δηλώνει και τροτσικιστής και ψηφοφόρος του σταλινικού ΚΚΕ».
Να πω λοιπόν για τους… αρχειομαλάκηδες πως πολλοί τροτσκιστές σε συγκεκριμένες φάσεις της ιστορίας βρέθηκαν συχνά στο πλευρό των κομμουνιστών και αγωνίστηκαν μαζί τους. Δείτε εδώ π.χ. τι γράφει ο κομμουνιστής Θανάσης Χατζής στο μνημειώδες τετράτομο έργο του για την Εθνική Αντίσταση «Η Νικηφόρα Επανάσταση που Χάθηκε» [Δωρικός Γ΄ Έκδοση, 1983] και επίσης ο Γιώργος Ν. Αλεξάτος στον τόμο «Ιστορικό Λεξικό του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος» [Γειτονιές του Κόσμου, 2008], όταν αναφέρεται στην πορεία του ΕΕΚ.
Μη λέτε ότι σας κατέβει και μην προσπαθείτε να βγάλετε off ένα κορίτσι, που μίλησε από καρδιάς και είπε σωστά πράγματα.