Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

MOA BONES απέραντη... ελλληνο-americana

Να την η έκπληξη! Το δεύτερο άλμπουμ του Moa Bones (Δημήτρης Αρώνης), το Spun, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από την Inner Ear σε 180άρι βινύλιο.
Τη θυμάμαι την περίπτωσή τού Moa Bones από το προηγούμενο CD του, το “Aquarelles” [Restless Wind, 2011], για το οποίο είχα σημειώσει μεταξύ άλλων πως… «άλλοτε παραπέμπει στις folk days των sixties και άλλοτε σε πιο σύγχρονα, πάντα folk, ιδιώματα, γειτνιάζοντας ακόμη και με την ακουστική americana» και πως σε κάθε περίπτωση είναι… «ενδιαφέρουσα η περίπτωσή του».
Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Αρώνης επιμένει στο ίδιο «σκηνικό» –κάτι, που σημαίνει πως εκείνο το πρώτο δισκάκι δεν ήταν ξεκάρφωτο ή κάτι σαν καπρίτσιο– βαθαίνοντας την τραγουδοποιία και τις αναφορές του, και επικεντρώνοντας ακόμη περισσότερο το στυλ του στην ουσία της αμερικανικής μπαλάντας. Και τούτο όχι αντιγράφοντας, αλλά προσαρμόζοντας τούς  αμερικανικούς «ανοιχτούς ορίζοντες» και τους «μακριούς δρόμους» στην ελληνική πραγματικότητα – μιας και ο Moa Bones μπορεί να δανείζεται τις υπερατλαντικές ποικίλες ακουστικές φόρμες, αλλά δεν γράφει σαν Αμερικάνος. Τα δικές τους ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και αναμνήσεις καταγράφει και όχι κάποιου τρίτου.
ένα από τα ωραιότερα ελληνικά εξώφυλλα του τελευταίου καιρού
Ο Moa Bones μπορεί να γουστάρει τον Dylan (δεν είναι ο μόνος εννοείται), τον JJ Cale υποθέτω, ή και κάποιους αγνώστους τραγουδοποιούς του λεγόμενου loner folk, όμως εκείνο που έχει σημασία είναι πως δεν διασκευάζει, έτσι ή αλλιώς, αλλά γράφει δικά του πρωτότυπα τραγούδια. Και είναι όντως πρωτότυπα τα τραγούδια – και όχι μόνον επειδή είναι δικά του. Θέλω να πω πως είναι εμπνευσμένα, μελετημένα και ενοργανωμένα, κάθε φορά, μ’ εκείνον τον τρόπο, που θα τα αναδείξει, που θα τα καταστήσει «κομψοτεχνήματα». Και αναφέρομαι, από την πρώτη πλευρά, στα “The journey”, “Take it all away” και από τη δεύτερη στα “Come on” και “Once upon a time”, δίχως να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα.
Οι επιρροές του Moa Bones δεν αφορούν, βεβαίως, μόνο το folk, αλλά κάθε… αμερικανικό folk, παλαιότερο ή πιο σύγχρονο. Από το rural blues και την country μπαλάντα, μέχρι τη psych εκδοχή και την έσχατη americana εννοώ – και με τις πολύ επεξεργασμένες ενοργανώσεις και τα στούντιο-κόλπα να βοηθούν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση και το φινίρισμα των ασμάτων.
Ελάχιστοι Έλληνες έχουν προτείνει τέτοιου τύπου και τόσο ουσιαστικά «αμερικανικά» άλμπουμ στο παρελθόν, κι ένας απ’ αυτούς είναι σίγουρα ο Moa Bones.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

MILFORD GRAVES & BILL LASWELL

Τι να πει κανείς, προϋπαντώντας το “Space/Time, Redemption” [TUM, 2014], γι’ αυτούς τους δύο μουσικούς, τον ντράμερ Milford Graves και τον μπασίστα Bill Laswell; Δύο «ιερά τέρατα» της σκηνής και της δισκογραφίας καταγράφονται εδώ, μαζί, σε μια συνάντησή τους το φθινόπωρο του 2013 κάπου στο New Jersey, φανερώνοντας πως ακόμη και σ’ εκείνες τις προχωρημένες ή και… κάπως προχωρημένες ηλικίες (ο Graves ήταν 72 και ο Laswell 58), πάντα θα ενυπάρχει ένα πνεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αφήγησης – πόσω μάλλον όταν αυτό ακριβώς το πνεύμα καλλιεργείται με συνέπεια από τους δύο μουσικούς εδώ και δεκαετίες.
Ο Graves, επίλεκτο μέλος της αμερικανικής jazz-avant των sixties και πέραν αυτών (από τις ιστορικές εγγραφές του στην ESP Disk, μέχρι τις πρόσφατες και σχετικώς πρόσφατες συνεργασίες του με τους David Murray, John Zorn και Anthony Braxton) και ο Laswell με τις παρουσίες του σε πάμπολλα σημαντικά γκρουπ (The Zu Band, Material, Massacre, The Golden Palominos, Curlew, Last Exit, Praxis, Arcana...) και με παρακαταθήκη, φυσικά, τις δεκάδες παραγωγές του, συνευρίσκονται στο “Space/Time, Redemption”, προτείνοντας ένα σετ, για μπάσο και ντραμς, που μπορεί να λειτουργήσει σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.
Κατά πρώτον εδώ έχουμε ένα «σχολείο» για τους μαθητευόμενους των εν λόγω οργάνων, αλλά ταυτοχρόνως κι ένα άκουσμα που δεν γίνεται ν’ αφήσει κανέναν αδιάφορο. Θέλω να πω πως τα κομμάτια που παρουσιάζουν οι Graves και Laswell δεν ολοκληρώνονται χάριν γούστου. Δεν έγιναν, για να γίνουν. Κάθε άλλο. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν εξερευνήσει από χρόνια τις δυνατότητες των οργάνων τους, γνωρίζοντας τον τρόπο να προβάλλουν ολοκληρωμένες «κατασκευές» χρησιμοποιώντας ελάχιστα εξωτερικά βοηθήματα (ο Laswell, βασικά, τα πετάλια του μπάσου του). Και τούτο έχοντας αποκαταστήσει μεταξύ τους μιαν επικοινωνία, που μπορεί ανά πάσα ώρα και στιγμή να ευνοεί τον αυτοσχεδιασμό, δηλαδή τη φαντασία, καθώς εκείνη (η φαντασία) αναμετράται με όλη την προηγούμενη δική τους πραγματικότητα. Θέλω να πω πως το improv οπωσδήποτε κλίμα, που διακρίνει απ’ άκρη σ’ άκρη το “Space/Time, Redemption”, δεν σχετίζεται με κάτι ξεκομμένο από ’κείνο που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά με μια μεταστοιχείωσή του. Όλα τα tracks διαθέτουν αρχή, μέση και τέλος, καθώς αναπτύσσονται με δεξιοτεχνικό τρόπο μέσα από επάλληλες ή μη εγγραφές, προσφέροντας πλήρες συναισθηματικό φορτίο.
Μουσική για όλο τον κόσμο πρότειναν από παλιά οι Graves και Laswell και αυτό πράττουν ακόμη.
Επαφή: www.tumrecords.com

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ (που πέθανε χθες) και το ελληνικό ροκ

Έφυγε χθες από τη ζωή ο πρώην βουλευτής και υπουργός του ΠΑΣΟΚ Στέφανος Μανίκας. Ήταν 63 ετών. Ο Μανίκας στα μέσα του ’80, ως Γενικός Γραμματέας Νέας Γενιάς, είχε συνδέσει το όνομά του με το ελληνικό ροκ, και την προσπάθεια να φανεί το πασοκικό κράτος αρωγός σε κάτι, που (σε ορισμένες περιπτώσεις) συνέβαινε και έξω. Καρπός αυτής της παρέμβασης ήταν, ανάμεσα σε άλλα, το “Rock in Athens ’85” στο Παναθηναϊκό Στάδιο, οι «Ήχοι του Χειμώνα» και η ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. (η ΜΟΥσική ΣΥΝεργατική Κίνηση Αθήνας, που είχαν ιδρύσει οι Ηρακλής Τριανταφυλλίδης, Λήτης, Θοδωρής Τρύφωνας και Νίκος Γκίνης).
Εκείνη την εποχή ο Μανίκας είχε δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 102, Μάης ’86) εξηγώντας το σκεπτικό της ΓΓ Νέας Γενιάς, την απόπειρα του κράτους δηλαδή να συνδράμει στις νεανικές καλλιτεχνικές εκφράσεις. Πολλοί μουσικοί και συγκροτήματα έστερξαν (ανάμεσά τους ο Παύλος Σιδηρόπουλος, τον οποίον έδειξε και η τότε κρατική τηλεόραση, ή ο Νικόλας Άσιμος), ενώ άλλοι αντέδρασαν, όπως ο Δημήτρης Πουλικάκος ας πούμε, που υποστήριζε ότι… ροκ σημαίνει «γαμώ τα υπουργεία» (υπερβολές – όλο το rock τού τότε eastern block δεν θα συμφωνούσε μαζί του). Μεταφέρω το μεγαλύτερο μέρος τής συνέντευξης έτσι για την ιστορία, αλλά και εις μνήμην του Στέφανου Μανίκα…
Από πού ορμώμενη έδειξε ενδιαφέρον η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς για τις νεανικές μουσικές εκδηλώσεις; 
Από το 1982 μέχρι σήμερα η συστηματική ενασχόληση με την μουσική και τον κόσμο της αποτέλεσε έναν από τους βασικούς τομείς δράσης και μια χαρακτηριστική δραστηριότητα του κυβερνητικού φορέα για τη νεολαία. Είτε σαν Υφυπουργείο Νέας Γενιάς χθες, είτε σαν Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς σήμερα, οι μουσικές πρωτοβουλίες (εκδηλώσεις στα Γιάννενα, «Ήχοι του Χειμώνα» κ.λπ.) χαρακτηρίζονται από συνέχεια, από διαρκή αξιολόγηση του παρελθόντος, από δραστική αξιοποίηση των εμπειριών, από προσπάθεια για ποιοτική αναβάθμιση των σχέσεών μας με τον μουσικό χώρο. Αυτό το έμπρακτο ενδιαφέρον της πολιτείας ίσως ξενίζει. Και είναι φυσικό, όταν στο παρελθόν τα πάντα είχαν περίπου αφεθεί στους αδυσώπητους νόμους του εμπορικού κυκλώματος, χωρίς τη δυνατότητα ισχυρής εναλλακτικής πληροφόρησης. Όταν ολόκληρα μουσικά ρεύματα είχαν «αφορισθεί». Αυτό τον δρόμο δεν είχαμε την πρόθεση ούτε να τον ακολουθήσουμε, ούτε να τον προβάλλουμε σαν άλλοθι της δικής μας απραξίας. Δεν εθελοτυφλούμε. Η μουσική σήμερα δεν συγκεντρώνει απλά το ενδιαφέρον της νεολαίας. Σε μεγάλο βαθμό αποτελεί αγωγό επαφής και κώδικα επικοινωνίας πολλών νέων. Οι χώροι των μουσικών εκδηλώσεων δεν είναι απλά χώροι εκτόνωσης, αλλά κύρια χώροι συνεύρεσης, ψυχαγωγίας, συναδέλφωσης και διαλόγου, χώροι πολιτισμού. (…) 
Πού αποβλέπει η κίνηση αυτή της Γενικής Γραμματείας; 
Είναι γνωστό ότι ένας νέος δημιουργός έχει πολλά εμπόδια να υπερπηδήσει μέχρι να μπορέσει να έρθει σε επαφή με το κοινό του. Πολλές φορές η προσπάθεια σταματάει στα γραφεία κάποιας εταιρείας ή κάποιου επιχειρηματία, χωρίς τη δυνατότητα να κριθεί από τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται. Αλλά και παλιότεροι μουσικοί έχουν αναγκαστεί να σιγήσουν ή να συμβιβαστούν. Με τους «Ήχους του Χειμώνα» και άλλες πρωτοβουλίες δώσαμε μια δυνατότητα έκφρασης χωρίς περιορισμούς. Με την ενίσχυση αντίστοιχων εκδηλώσεων στην επαρχία δώσαμε τη δυνατότητα προσέγγισης μ’ ένα κόσμο που έχει επιτέλους και αυτός το δικαίωμα στην ψυχαγωγία. Η αποκέντρωση λοιπόν αυτών των εκδηλώσεων και μέσα στη φιλοσοφία μας είναι και ήδη η έξοδος στην επαρχία έχει ξεκινήσει (π.χ. Πιερία).
Ενθαρρύνουμε και υποστηρίζουμε τη δημιουργία συνεργατικών κινήσεων καλλιτεχνών (όχι μόνο στον τομέα της μουσικής). Αυτές οι «κοοπερατίβες» πιστεύουμε ότι είναι μια ανάγκη κι ένα βήμα στον χώρο της Τέχνης. Ανοίγουν νέους ορίζοντες στην έκφραση, ενθαρρύνουν την αυτόνομη δημιουργία, αναπτύσσουν τη συνεργασία σ’ ένα τόσο ευαίσθητο χώρο. Η εκκίνηση έγινε με τη δημιουργία της Μουσικής Συνεργατικής Κίνησης Αθήνας (ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α.). Εύλογο το ερώτημα. Γιατί προκρίνονται οι συνεργατικές; Απλά, γιατί πιστεύω πως το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προλαβαίνει ή να αντικαθιστά την κοινωνία και τα αιτήματά της. Άρα το κράτος δεν παράγει πολιτισμό. Ο ρόλος του εκτείνεται στην δημιουργία των όρων για την πολιτιστική δημιουργία και έκφραση της κοινωνίας και των δημιουργών. Αυτήν την αντίληψη θέλουμε να υπηρετήσουμε. Με το οποιοδήποτε κόστος.(…) 
Έχουν γίνει τέτοιες προσπάθειες και σ’ άλλες χώρες; Υπήρχαν επιρροές; 
Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς πάντοτε φροντίζει να ενημερώνει και να πληροφορείται για κάθε κίνηση και προσπάθεια που γίνεται στους νεολαιίστικους χώρους στις άλλες χώρες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι στόχος μας είναι αντιγραφή ξένων προτύπων, αλλά η απόκτηση εμπειριών και ερεθισμάτων. Έτσι και για την περίπτωση της μουσικής έχουμε ενημερωθεί κι έχουμε μελετήσει και το περίφημο γαλλικό σχέδιο για τη μουσική ροκ του υπουργού Πολιτισμού της Γαλλίας Ζακ Λανγκ και τις προσπάθειες για το «κρατικό» ροκ της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης και τα προγράμματα της Ανατολικής Γερμανίας. Θεωρούμε όμως ότι κάθε προσπάθεια στο χώρο του πολιτισμού πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα και παράδοση και μ’ αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζουμε και την προσπάθειά μας στο χώρο της μουσικής ροκ.

Κι άλλες λεπτομέρειες για την ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. προς το τέλος της ανάρτησης http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/03/80.html ...

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

τα αυτοκίνητα και τα γραφεία, που έφαγαν το ραδιόφωνο

Μεγάλωσα με το ραδιόφωνο, αλλά εδώ και χρόνια μεγαλώνω χωρίς αυτό. Πλέον ακούω ραδιόφωνο μόνο στις διακοπές, ενώ δεν ακούω καθόλου στο σπίτι, στο γραφείο (που δεν έχω) και στο αυτοκίνητο. Ειδικώς τα γραφεία και κυρίως τα αυτοκίνητα νομίζω πως έχουν καταστρέψει κάθε συνετή ραδιο-ακροαματική διαδικασία. Οι εκπομπές, στην πλειονότητά τους, είναι προσαρμοσμένες, στον τρόπο ζωής των οδηγών και των υπαλλήλων. Στα μιλιούνια, βασικά, που ξεχύνονται στους δρόμους, περιδιαβαίνοντας μηχανικά την μπάντα των FM (δεν υπάρχει εξάλλου και τίποτ’ άλλο). Κάπως έτσι ένας οδηγός, σε μια σύντομη διαδρομή στην πόλη, θ’ ακούσει έναν ή περισσότερους σταθμούς, όμως είναι σίγουρο πως δεν θα τους ακούσει σε τόσο χρόνο ώστε να σχηματίσει μια πλήρη γνώμη για τα προγράμματά τους – ο σκοπός του εξάλλου δεν είναι η κριτική. Λίγο από ’δω, λίγο από ’κει και πάμε παρακάτω… Στα δε γραφεία, ως γνωστόν, παίζουν οι σταθμοί με τις ετοιματζίδικες λίστες, που επαναλαμβάνουν τραγούδια-μαστίχες μέσα από τα πιο προφανή και εκνευριστικά airplays. Αφήνω το γεγονός πως ραδιόφωνο άνευ ραδιοφωνικού λόγου, άνευ παραγωγού εννοώ, είναι μόνο για τα… πανηγύρια. Κάπως έτσι, και μ’ όλα τούτα κατά νου, αποφάσισα στις διακοπές να ξανακούσω ραδιόφωνο με τον τρόπο που ακούγαμε παλιά. Με τη σχετική προσοχή και για πολλές ώρες, ώστε να το ευχαριστηθώ βρε αδελφέ… Προς τούτο κόλλησα τη βελόνα στα κρατικά κανάλια, αυτά που πληρώνουμε δηλαδή, το Πρώτο και το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, και αράζοντας ξεκίνησα…

Η πρώτη και η τελευταία εντύπωση περικλείεται σε μια λέξη – απογοήτευση. Μπορεί να ήταν Αύγουστος, μπορεί κάποιοι παραγωγοί να ήταν ξέρω ’γω σε άδεια, μπορεί τον Αύγουστο να μην υπάρχουν ειδήσεις κατά το κοινώς-φαιδρώς λεγόμενο, μπορεί δεν-ξέρω-τι, όμως, και σε κάθε περίπτωση, με τίποτα δεν δικαιολογείται αυτή η κατάντια. Γιατί περί κατάντιας επρόκειτο. Οι λίγες εκπομπές με κάποιο ενδιαφέρον δεν έσωναν φυσικά την κατάσταση, αφού ακόμη και σ’ αυτές δεν αποφεύγονταν οι ανακρίβειες και τα χοντρά λάθη.

Το κρατικό ραδιόφωνο πάσχει, κατ’ αρχάς, από τα ποικίλα άχρηστα ήθη του πιο ηλίθιου ιδιωτικού ραδιοφώνου. Οι ίδιες βλακώδεις διαφημίσεις που πέφτουν βροχή (π.χ. τα απαράδεκτα σποτ της Εφημερίδας των Συντακτών με τα… λιοντάρια και τα κοκόρια), τα γελοία πειράγματα και χαριεντίσματα μεταξύ των παρουσιαστών (σοβαρότης μηδέν), τα ανόητα μηνύματα και τα SMS των ακροατών και όλες οι υπόλοιπες… τρίχες κατσαρές. Πόσες φορές θ’ ακούσεις για παράδειγμα τον αφόρητα κουραστικό «Αύγουστο» του Νίκου Παπάζογλου, δίχως να ξεριζώσεις τα… λυτά της μαλλιά, πόσες φορές ν’ ακούσεις τα… χιλιάδες τραγούδια του Μαχαιρίτσα (τι έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος, τον άμμο της θάλασσας;), πόσες φορές ν’ ακούσεις ξανά-μανά Μάλαμα, Τσαλιγοπούλου και Αρβανιτάκη δίχως να πλαντάξεις; Η κατάσταση είναι αφόρητη. Δεν διορθώνεται με τίποτα. Ούτε με λίγο... προπασοκικό Νταλάρα (τον μεγάλο Νταλάρα των seventies εννοώ, για να μην παρεξηγηθώ), ούτε με λίγο ασ’-τον-κι-ας-σέρνεται Leonard Cohen. Πουθενά μιαν «έκπληξη». Μια επιλογή που να δείχνει γούστο και ψάξιμο μαζί. Ακόμη κι εκείνο το «Να γελάς» του Γιώργου Αντωνίου που κάποτε μετέφερε μια δροσιά κατάντησε πλέον τσίχλα – το κατάντησαν δηλαδή, γιατί το τραγούδι ήταν-είναι πραγματικά ωραίο. Πολλάκις προτιμότερο από τους διάφορους «Αυγούστους»…

Δείτε τώρα τι γίνεται στο κρατικό ραδιόφωνο – σε ονόματα παραγωγών δεν θα αναφερθώ, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή δεν κρατούσα σημειώσεις (σε διακοπές βρισκόμουν). Υπάρχουν λοιπόν ορισμένοι που κάνουν δουλειά αρχείου, έχοντας και σωστό ραδιοφωνικό λόγο. Οι λίγες εκπομπές τους είναι ενδιαφέρουσες οπωσδήποτε, αλλά, ταυτοχρόνως, είναι και μόνες. Θέλω να πω πως μόνο με το καλό ρεμπέτικο και με το αντίστοιχο λαϊκό δεν στέκεται πρόγραμμα (σε κρατικό ραδιόφωνο). Αφήνω το γεγονός πως τα περισσότερα άγνωστα λαϊκά από το ’50 και το ’60, που βρίσκουν χώρο στα προγράμματα, δεν λένε τίποτα ιδιαίτερο. Δηλαδή, καλός είναι ο λόγος για τα στοιχεία και τις εταιρείες, τις χρονιές έκδοσης, τους συνθέτες και τους στιχουργούς, και βεβαίως τους ερμηνευτές, αλλά αν το τραγούδι είναι αδιάφορο, όλα τα υπόλοιπα χάνουν αυτομάτως και την παραμικρή αξία τους. Εκπομπές αρχείου λοιπόν, ναι, αλλά με καλά τραγούδια και όχι με ό,τι να ’ναι.

Το ένα πέμπτο του ελληνικού τραγουδιού μπορεί να έχει την μερίδα του λέοντος στο κρατικό ραδιόφωνο, αλλά τα υπόλοιπα τέσσερα πέμπτα σχεδόν απουσιάζουν. Και μιλώ μόνο για το τραγούδι, γιατί αν μιλήσω για τη μουσική (σκέτη μουσική), απουσιάζει το 99%. Έτσι, δεν άκουσα ποτέ ένα «άγνωστο» τραγούδι του Μαμαγκάκη, δεν άκουσα ποτέ έναν ελαφρώς σκοτεινό Λίνο Κόκοτο (κάτι από τις «Ώρες» θέλω να πω) κι έναν ακόμη πιο σκοτεινό Χριστόδουλο Χάλαρη (έναν Χρύσανθο φερ’ ειπείν), δεν άκουσα έναν ελαφρό Γιάννη Πάριο κι έναν Τόλη Βοσκόπουλο των seventies (για να μη μιλήσω για τραγουδιστές τύπου Λάκη Αλεξάνδρου ή Λευτέρη Μυτιληναίου), δεν άκουσα ελληνικό ροκ από τα eighties (τους KDS… λέμε τώρα), δεν άκουσα ethnic-jazz από τα nineties (έναν Τάκη Μπαρμπέρη ας πούμε), δεν άκουσα χιλιάδες άλλα πράγματα… Απεναντίας, άκουσα πολύ Κραουνάκη, Πορτοκάλογλου, τα ίδια και τα ίδια τραγούδια του Τσιτσάνη, λίγο Χατζιδάκι (κάτι από τους «Όρνιθες» δεν έχει ρε φίλε;) και σχεδόν καθόλου Θεοδωράκη… (Κάποιες φορές μου φαίνεται πως έχει δίκιο όταν φωνάζει ο Μίκης πως δεν παίζονται καθόλου τα τραγούδια του…). Το σύνηθες και το προφανές στην ημερησία διάταξη. Η προσπάθεια ελάχιστη και ο κόπος μηδέν.

Το «ξένο» τραγούδι (και αναφέρομαι στο rock και την pop) είναι υπό διωγμό στην ΕΡΑ. Ελάχιστο και πλημμελώς παρουσιασμένο λάμπει δια της απουσίας του. Τα δε βραζιλιάνικα, αφρικανικά και βαλκανικά δεν σώζουν την κατάσταση, αφού ακούγονται σαν υπολείμματα από το ethnic ξεσάλωμα των nineties. Καλό ήταν το αφιέρωμα στους Eloy, ένα απόγευμα, αλλά όταν ακούς από τον παρουσιαστή πως τα γερμανικά συγκροτήματα του rock στα τέλη των sixties αναλώνονταν σε διασκευές (οι CAN λέω εγώ ή οι Amon Düül II) και πως οι Eloy έκαναν το break γίνεσαι, όπως και να το κάνουμε, επιφυλακτικός σε σχέση με όλα εκείνα που φθάνουν στ’ αυτιά σου.

Ορισμένες πολιτικές/οικονομικές εκπομπές είχαν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά η μονομανία κι ένα είδος εγωπάθειας ορισμένων δημοσιογράφων σε απέτρεπαν από το να τις παρακολουθήσεις με άνεση. Χρειάζεται περισσότερο πλάτος, και κυρίως ακόμη περισσότερη ταπεινότητα, ώστε να γίνεις αποδοτικότερος. Πάντως το γενικότερο ενοχλητικό, εδώ, ήταν το γλείψιμο προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντάξει, μπορεί να μην ήταν χυδαίο, αλλά υπήρχε και δεν το ανεχόσουν. Προσωπικώς, από ένα κρατικό ραδιόφωνο της… ριζοσπαστικής λέμε-τώρα Αριστεράς θα περίμενα έναν πιο σκληρό και άτεγκτο λόγο, που να μην χαρίζει κάστανα σε κανέναν. Μετέδιδαν συνέντευξη Τύπου του Θεοδωράκη, αλλά ένα μεσημέρι από την αντίστοιχη του Λαφαζάνη «έφαγαν» τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αν στις συνεντεύξεις Τύπου δεν μεταδίδονται οι ερωτήσεις-απαντήσεις και μεταδίδονται μόνον οι αρχικές τοποθετήσεις δεν βγαίνει νόημα. Ή μάλλον βγαίνει… 

Υπήρχαν και ορισμένες εκπομπές λόγου, που είχαν κάποιο ενδιαφέρον. Θυμάμαι μιαν ωραία απογευματινή με καλεσμένο τον συγγραφέα Θοδωρή Καλλιφατίδη. Τα έλεγε ωραία ο Καλλιφατίδης, αλλά ο δημοσιογράφος που συζητούσε μαζί του δεν είχε πάρει χαμπάρι πως ο φίλος τού συγγραφέα Διαγόρας Χρονόπουλος, το όνομα του οποίου είχε αναφερθεί στη συζήτηση (βασικό στέλεχος της ΕΡΤ για χρόνια, ανάμεσα σε πολλά άλλα), είχε πεθάνει τον προηγούμενο Μάρτιο. Την «πατάτα» τού παρουσιαστή αναγκάστηκε να την διορθώσει με σεμνό τρόπο ο ίδιος ο Καλλιφατίδης... 

Ανήμερα της Παναγίας οι της ΕΡΑ μάς τα πρήξανε με… αφιερώματα, τα οποία θα μπορούσε ν’ ακούγονταν ακόμη κι από ένα ραδιόφωνο της χούντας. Η «Παναγιά» –όχι «Παναγία»– τα προσωνύμιά της, τα έθιμα, τα θαύματα, τα νησιώτικα, το αντιτορπιλικό «Έλλη» και η… Μεσόγειος φλέγεται. Παρά ταύτα τέτοιο κομμάτι δεν παίξανε…

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

μποέμ

Σε στίχους του σημαντικού ποιητή, πεζογράφου κ.λπ. Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956) και μουσική του Δημήτρη Κύρου το Τρίο Μπελκάντο (Ε. Μεταξάς, Ι. Παπαμακαρίου, Μ. Ματθαίος) αποδίδει τον «Μποέμ» (με κάπως διαφοροποιημένα λόγια) από το Α Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. το 1959. Το τραγούδι ακούγεται στο δισκάκι της His Masters Voice με τα στοιχεία 7PG 2621 (και σε ενορχήστρωση Τάκη Μωράκη).
ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ!

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ όνειρα στη λιμνοθάλασσα…

Ένα τεύχος του περιοδικού Panderma από το 1975 είχε τίτλο «Πανόραμα» κι ήταν αφιερωμένο στον Θωμά Γκόρπα (1935-2003). Περιείχε ποιήματα και πεζά-ποιήματα, αποτελώντας την τρίτη ολοκληρωμένη συλλογή τού μεσολογγίτη γραφιά – ενός ανθρώπου δηλαδή που ασχολήθηκε όχι μόνο με την ποίηση, αλλά και με την πεζογραφία, τη λαογραφία, την ιστορία της λογοτεχνίας, το σενάριο, τη δημοσιογραφία και άλλα διάφορα. Από τη συλλογή, που τη συναντάμε και στο συγκεντρωτικό βιβλίο του Στάσεις στο Μέλλον [α έκδοση Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979, δ έκδοση Έξοδος, Αθήνα 1983] και αλλού μετέπειτα, επιλέγω ένα κείμενο… 

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 

Μεγάλωσα με τα «Όχι εσύ!»  «Βερεσέ δεν έχει! Έτσι να πα να πεις της μάνας σου»  «Εγώ διατάζω εδώ πέρα! Τράβα όπου γουστάρεις να πα να βρεις το δίκιο σου…»

Μεγάλωσα με μπαλωμένα ρούχα καβάλα σε τοπία όπου έπαιζαν όλες οι μουσικές της μελαγχολίας  έτρεχαν οι ανοιχτές πληγές της δυστυχίας  χαχάνιζαν οι ανοιχτές πληγές της προδοσίας και πότιζαν τα φαρμάκια της κοινωνίας
καινούργια ρούχα ήταν τα φρέσκα χώματα της ερημιάς  παλιά τραγούδια ήταν κιόλας τα ρεμπέτικα…

Κατοχές επί κατοχών  προδοσίες επί προδοσιών  κι αυτοί που θάταν απ’ την άλλη μέρα φίλοι μου πεθαίνανε  τούς παίρναν τα καράβια
καράβια έμπαζαν νερά  καράβια βούλιαζαν  καράβια αργοπεθαίναν στα λιμάνια  καράβια χάνονταν  κι αυτοί που θάταν απ’ την άλλη μέρα φίλοι μου αυτοετραυματίζοντο απεχρωματίζοντο διορίζοντο απεμακρύνοντο κ’ ησύχαζαν
παίζαν τον Καραγκιόζο  παίζαν τον Χατζατζάρη  παίζαν το σκύλο με τα τέσσερα και τα εικοσιτέσσερα  μερικοί και το φίλο μου μπας και νομίσω ότι…

Μεγάλωσα χωρίς γιαγιά και παραμύθια δίπλα στο τζάκι φτιάχνοντας παιχνίδια μόνος μου
καραγκιόζους αυτοκινητιάκια αετούς αξούς μύλους και σερβιτσάλια και τα πούλαγα με τα λεφτά αγόραζα κουλούρια καραμέλες κάστανα χαλκομανίες πληγές χρώματα και χρωματιστά όνειρα…
Οι παιδικοί μου κήποι ήταν πράσινα άλογα και τ’ άλογα φαίνονταν πράσινα μέσα από τα τριφύλλια…
Στα έξη μου στο κορμί μου φώλιαζε γεροντικό μυαλό και καρδιά αιώνια νανουρισμένη μ’ αναστεναγμούς επιθανάτια φιλιά και σκοτεινά τραγούδια
τα μάτια μου λάμπαν από μόνα τους  χριστουγεννιάτικα δέντρα δε λάμψαν μπρος στα μάτια μου  ούτε ξένα ευτυχισμένα λαμπριάτικα μάτια…

Έξω από ταβέρνες σφόγγισα τα τελευταία μου δάκρυα για μένα  έξω από καφενέδες πηγμένους κορμιά ρημαγμένα χαρμάνιασα πρώτη φορά το τσιγάρο και τον καφέ που σου τον φέρνει κάποιος άλλος…

Τα μόνα δικά μου ήταν η θάλασσα η λιμνοθάλασσα και τα σάλτσινά της και ξένα όλα τ’ άλλα
κ’ η θάλασσα ήταν απέραντη μεγάλη τραγουδίστρια Ανατολής και Δύσης και τα σάλτσινά της παραδεισένιοι κήποι μ’ άνθη-παιδιά πουλιά-αετούς τη μπάλα για νεράιδα…

Μεγάλωσα με τα «Ποιος είσαι συ;» «Ποιος είναι αυτός;» «Μην πας εκεί!» «Μην πας μ’ αυτούς!» «Κάτσε στ’ αβγά σου!» και «Θεούλη μου φύλαγε…» ως τα δεκαπέντε μου και μετά σκατά κι απόσκατα…

Πηδάω μάντρα σινεμά καλοκαίρια ’45-’47  βλέπω Ταρζάν Ζορρό Ρομπέν των Δασών Χονδρό-Λιγνό και Σαρλώ  ακούω τραγούδι τής Ντιάνα Ντάρμπιν γλυκό  πηδάω συρματοπλεγμένα κάγκελα γυμνασίου χειμώνες καλοκαίρια ’47-’52 ανοίγω με συρματάκι την αποθήκη του γυμναστηρίου κλέβω μουχλιασμένο δίσκο και ρίχνω ελληνική δισκοβολία κλέβω μουχλιασμένη μπάλλα παίζω βόλλεϋ και μπάσκετ
την άλλη μέρα με καλεί ο κύριος γυμνασιάρχης…
Δηλητήρια μέσα στο μάτωμα
ντρεπόμουν τα πάντα
μέσα σ’ αυτή τη ντροπή ζεστάθηκαν ταξίδια που ακόμα δεν έκαμα…

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

DUSKO GOYKOVICH and BIG BAND RTS λάτιν-τζαζ εξτρεμισμός

Μπορεί να μην αναφέρεται το πότε ακριβώς ηχογραφήθηκε το συγκεκριμένο session, όμως, σε κάθε περίπτωση, τόσο ο τρομπετίστας Dusko Goykovich, όσο και η Big Band της Ραδιοτηλεόρασης της Σερβίας, αποτελούν «από τη μάνα τους» ύπατα εχέγγυα ποιότητας και περαιτέρω latin έκρηξης και δυναμισμού. Αναφερόμαστε, θέλω να πω, σε μεγάλους μουσικούς που τρώνε την τζαζ με το κουτάλι από τα χρόνια του ’40… οι «πατεράδες» τους, οι ίδιοι, τα «παιδιά» και τα «εγγόνια» τους (σόι πάει το βασίλειο). Βεβαίως το Latin Haze[Enja/ A&N, 2015] είναι πρόσφατη ηχογράφηση (το πόσο πρόσφατη δεν γνωρίζω), δεν παύει όμως να περικλείει το πνεύμα των σχετικών ηχογραφήσεων, που ο Dusko Goykovich προτείνει τουλάχιστον από τέλη του ’70. Και αναφέρομαι, για αρχή, στο φοβερό LPTrumpets & Rhythm Unit” [RTB, 1979] με τον ντράμερ Lala Kovačev, εκεί που ακούστηκε για πρώτη φορά το θρυλικό “Quo vadis samba” – ένα κομμάτι που μπήκε στην πορεία σε διάφορες dance συλλογές, για να το ξαναπιάσει και πάλι ο Dusko στο CD του “Samba do Mar” στην Enja, το 2003. Δεύτερο στη σειρά είναι το “Quo vadis samba”, στο track list του “Latin Haze”, καθώς προηγείται το φερώνυμο 7λεπτο…
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Μια μεγάλη, έτσι κι αλλιώς, ορχήστρα υπό τον Ivan Ilić αποτελούμενη από πέντε τρομπετίστες, τέσσερις τρομπονίστες, έξι σαξοφωνίστες, ρυθμικό τμήμα από πιάνο, κιθάρα, ντραμς, συν δύο guests σε κοντραμπάσο (Martin Gjakonovski) και κρουστά (César Granados). Η ορχήστρα αποδίδει δέκα συνθέσεις του Dusko Goykovich, άλλες γνωστές από παλιά, όπως το εξαίσιο “Inga” (γνωστό από τα χρόνια του ’80), το “Danca comigo” (από το “Samba do Mar”), το “Samba tzigane” (από το φερώνυμο CD του 2006, επίσης στην Enja), ή το “In the sign of Libra” (από το κλασικό LP του 1979 με τον Kovačev), και άλλες λιγότερο γνωστές ή και άγνωστες (προς εμένα τουλάχιστον), όπως το “Sambalero” ή το “Samba do carnaval”. Όλο το σετ αναπτύσσεται με απαράμιλλη χορευτική ακρίβεια, καθώς εναλλάσσονται απολύτως δυναμικά κομμάτια, με πιο χαλαρές «λαουντζάτες» στιγμές, ενώ η ψυχική πληρότητα και η… αισιοδοξία που αποπνέει η εγγραφή δεν περιγράφονται. Το χρειαζόμαστε! Και δεν είναι το είδος της μουσικής που «βοηθάει», καθώς από τη φύση του είναι εξωστρεφές, αλλά η επιστημονική ακρίβεια και το συναισθηματικό δόσιμο των παιξιμάτων, που δείχνει το απλό, το απλούστερο. Πως οι παλιοί Γιουγκοσλάβοι και τώρα πλέον Σέρβοι (δεν ξέρω τι γίνεται με τις υπόλοιπες δημοκρατίες) έχοντας εισχωρήσει από νωρίς πολύ βαθιά στους ευρύτερους latin ήχους (θες λόγω του μεξικάνικου σινεμά που κατέφθανε φουριόζο στα fifties, θες λόγω των πολιτιστικών ανταλλαγών με την Κούβα του Φιντέλ), έφτιαξαν μια παράδοση, που δύσκολα θα βρεις όμοιά της στον μη latin κόσμο. Και τούτο αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά.
(Βάσει των στοιχείων του discogs το “Latin Haze” των Duško Gojković & Big Band RTS feat. Martin Gjakonovski κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πέρυσι στη Σερβία, σε ετικέτα PGP RTS. Δηλαδή το CD της Enja αφορά σε μια πανευρωπαϊκή επανέκδοση).

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

ο MARINO PLIAKAS είναι μπασίστας στους Steamboat Switzerland

Υπάρχουν Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσικοί στο εξωτερικό που διαπρέπουν… κάτι που συμβαίνει από αιώνες και είναι γνωστό από αιώνες. Ένας απ’ αυτούς που κάνουν τώρα (και από καιρό βεβαίως) σημαντική καριέρα «έξω» (βάση η Ελβετία εν προκειμένω) είναι και ο μπασίστας, κυρίως, Marino Pliakas. Ένα θα πω. Ο Pliakas είναι μέλος των Full Blast, του τρίο του Peter Brötzmann… και όλοι ξέρουν τι σημαίνει “Brötzmann” για τον ευρωπαϊκό ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Οι Full Blast (o Brötzmann, o Pliakas και ο ντράμερ Michael Wertmüller) έχουν ηχογραφήσει έως ώρας τέσσερα τουλάχιστον άλμπουμ, με τρίτο ανάμεσά τους το “Crumbling Brain” (2010) στο οποίο είχαν συνεργαστεί με τον Keiji Haino (το λέω για να γίνει ακόμη πιο καλά αντιληπτό για τι ακριβώς συζητούμε).
Ένα άλλο project στο οποίο συμμετέχει ο Pliakas είναι οι Steamboat Switzerland, τους οποίους συμπληρώνουν οι Dominik Blum hammond C3 και Lucas Niggli ντραμς. Αυτοί ηχογραφούν από το 1998, έχουν κυκλοφορήσει έως ώρας οκτώ τουλάχιστον CD, με το προπέρσινο Zeitschrei [Trost Records] να τυπώνεται και σε βινύλιο. Πρόκειται για ένα έξοχο δείγμα «σκληρού» avant-progressive, που θα κάνει πολλούς να τα χάσουν. Και από τους… αβαντοτζαζίστες και από τους προγκρεσιβάδες, για να μην πω και από τους λιγότερο κολλημένους χαρντκοράδες. Το άλμπουμ περιλαμβάνει επτά συνθέσεις του Michael Wertmüller –ντράμερ των Full Blast όπως προείπαμε, αλλά και συνεργάτης του Pliakas, μαζί με τον Caspar Brötzmann, στους Nohome… υπάρχει ένα name dropping, αλλά ελπίζω να μην κουράζει– και είναι ζωντανά ηχογραφημένο σ’ ένα στούντιο, κάπου κοντά στη Ζυρίχη, τον Σεπτέμβριο του ’12. Το αποτέλεσμα, το λέω για να σας προκαταλάβω, είναι εξαιρετικό. Ένα mind-blowing ηλεκτρισμένο σετ, που δεν θ’ αφήσει κανέναν αδιάφορο.
Οι συνθέσεις του Wertmüller είναι «μυστήριες». Κατ’ αρχάς ένα βασικό που τις διακρίνει έχει να κάνει με το ισχυρό, δυναμικό προφίλ τους. Έτσι, εκείνο που κυρίως απαιτούν είναι, πρώτον όλων, ένα πολύ ενεργητικό rhythm section, που να μπορεί να προβάρει ακόμη και hardcore πιεστικές καταστάσεις και περαιτέρω ένα σολιστικό όργανο, για να μεταφέρει τον γενικότερο ήχο τού τρίο σ’ ένα μπροστινό επίπεδο. Τα έχουν (οι συνθέσεις του Wertmüller) εν αφθονία και τα δύο. Τόσο το rhythm section, που κάνει έξοχη δουλειά, ανανεώνοντας συνεχώς το background, προβάλλοντας όλες εκείνες τις απαραίτητες ρυθμικές εναλλαγές, αυξομειώνοντας το τέμπο και ορίζοντας το δρώμενο, όσο και το hammond C3 (το hammond του Jon Lord υπενθυμίζω), που κινείται ελεύθερα από την acid jazz και το progressive rock μέχρι την avant και το «πείραμα», ισοπεδώνοντας όλα τα ενδιάμεσα αισθητικά εμπόδια.
Το λέω κι ας ακουστεί όπως θέλει (ακόμη και μέσα στην υπερβολή του). Πολύ λίγες φορές έχω ακούσει τέτοιον ήχο οργάνου (μαζί με το οριακό μπάσο-ντραμς) σε κάτι που δεν είναι κατ’ ανάγκην rock, αλλά που ταυτοχρόνως το ξεπερνά (το rock).
Επαφή: www.trost.at

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

ο mr. z… εντός τροχιάς

Εκείνο που βάθυνε ο mr. z με το σχετικό longplay του πρόπερσι στην B-otherSide (δες κι εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/10/mr-z.html) το συνεχίζει και σ’ αυτή την μικρής διάρκειας χαριτωμένη κασέτα (πάντα είναι χαριτωμένες οι κασέτες, πόσω μάλλον όταν περιέχουν μουσικές της καλοπέρασης…), που έχει τίτλο Out of Orbit και που κυκλοφορεί σε 50 μόλις αριθμημένα αντίτυπα (και πάλι από την B-otherSide).
Οκτώ λοιπόν θέματα στοιχισμένων samples βασικά, κάτω του λεπτού μονόλεπτα και δίλεπτα (υπάρχει κι ένα που ξεπερνάει κατά τι τα τρία λεπτά), που έλκουν την καταγωγή τους από ’κείνα τα γνωστά που αγαπάει ο mr. z (φαντάζομαι πως όλοι θα γνωρίζετε το blog του nakedsides, αν δεν τον έχετε ακούσει σε κάποιο από τα DJ σετ του) και τα οποία εδώ αποκτούν μια πιο (δηλαδή ακόμη μία) συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Soundtrack” είναι η μία λέξη και “library recordings” οι δύο άλλες, που χαρακτηρίζουν το “Out of orbit”. Οι libraries λόγω και της συντομίας των «κειμένων», και τις χρηστικής δυνατότητάς τους να περιγράψουν τις εκάστοτε ηχητικές ανάγκες, και τα soundtracks (αστυνομικών φιλμ, καταδίωξης, περιπετειών και τα συναφή) των fast and furious διαρκειών, που «πετάγονται» εκεί που πρέπει, ώστε να σχολιαστεί κάτι μικρό και άμεσο (ο Γεράσιμος Λαβράνος –αγαπημένος και του mr. z– ήταν «άσσος» και σ’ αυτά).
Το τρίλεπτο “Sudden reverb” θα ταίριαζε σε ελληνικό early seventies crime-thriller μια χαρά. Το λέω, γιατί σε ορισμένα τέτοια, που είχαν ενδιαφέρουσα πλοκή, ακούγονταν μέχρι και μπουζούκια…

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

JUN MIYAKE ώριμος ιαπωνικός μοντερνισμός

Ξεχωριστή περίπτωση ο Ιάπωνας Jun Miyake (Kyoto, 1958). «Μορφή» στην πατρίδα του από τις αρχές των eighties, ο σημαντικός αυτός συνθέτης θα γίνει γνωστός στην Ευρώπη την προηγούμενη δεκαετία, όταν θ’ αρχίσει να τυπώνονται στη Γερμανία κάποιες δουλειές του, που θα τον φέρουν στην πορεία στ’ αυτιά όλου του κόσμου. Αναφέρομαι βασικά στο ακρογωνιαίο άλμπουμ του “Stolen from Strangers” [yellowbird, 2008] –θυμάμαι ακόμη τους ύμνους, που είχαν γραφτεί στο Jazz & Τζαζ– και βεβαίως στις ποικίλες και τόσο διαφορετικές… εξωιαπωνικές συνεργασίες του (Pina Bausch, Wim Wenders, Robert Wilson, Oliver Stone, Hal Willner, Arto Lindsay, Vinicius Cantuaria, Bulgarian Voices, David Byrne, Grace Jones, Gavin Friday, Ron Carter, Michael Brecker κ.ά. – τα ονόματα από την Wikipedia), που κατέστησαν το έργο του συνώνυμο μ’ εκείνο του απωανατολίτικου μοντερνισμού. Ας θυμηθούμε, ανάμεσα σε άλλα, το soundtrackPina” (2011) της φερώνυμης, βραβευμένης ταινίας του Wenders, μέσω του οποίου το όνομα τού Miyake απογειώθηκε.
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του ιάπωνα συνθέτη είναι περυσινό (για Σεπτέμβριο του 2014 κάνει λόγο το discogs), έχει τίτλο “Lost Memory Theatre - act-2” [yellowbird/ A&N] και αποτελεί τη συνέχεια του “Lost Memory Theatre - act-1”, που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά (2013). Βασικά, εκείνο που έχουμε στο συγκεκριμένο CD είναι έναν εντελώς ιδιόμορφο συνδυασμό ετερόκλητων (αλλά ενοποιημένων μέσα από την οπτική του Miyake) αναφορών, που δύναται να δημιουργήσουν κατά τον συνθέτη ένα «παιγνίδι» ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.
Σαν… ηχοποιημένη ταινία ακούγεται και αυτή η δουλειά του Jun Miyake – όχι δηλαδή σαν ένα απλό soundtrack, που προϋποθέτει το φιλμ προκειμένου να φανεί ολοκληρωμένο. Το “Lost Memory Theatre - act-2” δεν έχει ανάγκη την εικόνα, εννοώ, προκειμένου να δημιουργήσει μιαν οπτική εξέλιξη – ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που αναζητηθούν ομοιότητες, στο γενικότερο ηχητικό concept, με τις δουλειές του Αngelo Βadalamenti για τις ταινίες του David Lynch (ακόμη και αν αντιληφθούμε την Lisa Papineau σαν μιαν αντικαταστάτρια της Julee Cruise). Στην περίπτωση του Jun Miyake το γενικότερο ηχητικό/αισθητικό πλάνο δεν παύει να είναι διαφορετικό, όσο και αυτοδύναμο, δημιουργώντας συνεχή ηχητικά στρώματα «αναταραχής» και «ηρεμίας», ομογενοποιώντας σ’ ένα σώμα στοιχεία της σύγχρονης electronica (με επιστημονική χρήση samples), σκοπών της Εγγύς και της Άπω Ανατολής, με τζαζ σπαράγματα, ψευδο-κλασικισμούς και ποπ περασμένα μεγαλεία (“Que sera sera”).
Μίαν εναλλασσόμενη διαδρομή από ένα ιμπρεσιονιστικό προς ένα εξπρεσιονιστικό ηχητικό τοπίο και τούμπαλιν είναι το “Lost Memory Theatre - act-2”, ένα έργο διαβρωτικό με γοητεία ιδιαίτερη, που ανακαλύπτεται συν τω χρόνω.