Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

VAL DOONICAN – TRIO ATHÉNÉE

Πριν λίγες ημέρες, την 1η Ιουλίου, πέθανε στα 88 του ο Val Doonican. Ο Doonican, που ήταν Ιρλανδός, υπήρξε μία διακεκριμένη μορφή της βρετανικής τηλεοπτικής διασκέδασης για περισσότερο από 20 χρόνια (1965-1986), αφού ήταν ο… host, ο οικοδεσπότης δηλαδή, του περιώνυμου The Val Doonican Show. Υπήρξε επίσης αναγνωρισμένος pop τραγουδιστής, το ίδιο αυτό διάστημα, με πολύ μεγάλες επιτυχίες, αφού από το 1964 μέχρι το 1973 κατάφερε να ανεβάσει στο βρετανικό Top 50… 14 τραγούδια (όχι και λίγα), με το “What would I be?” να φθάνει μέχρι το νούμερο 2, προς το τέλος του ’66. Η φωνή του είχε αυτό το «κρουνερίστικο» ηχόχρωμα, κυλώντας με την αναμενόμενη (σε τέτοιες περιπτώσεις) άνεση πάνω από τις πλουμιστές ενορχηστρώσεις, δημιουργώντας ωραίες easy ατμόσφαιρες. Ο Ιρλανδός διασκεύαζε και Beatles εννοείται, όπως και άλλα ανάλογα επιτυχημένα pop και folk τραγούδια «ονομάτων» της εποχής, αποκτώντας μεγάλη φήμη, όπως προανέφερα, μέσω του Val Doonican Show.
Έχω διαθέσιμο ένα 24σέλιδο πρόγραμμα του σώου του από τις αρχές των seventies (μάλλον ακριβώς από το 1970), όταν είχε εμφανισθεί εκεί, ανάμεσα σε άλλους, και το Trio Athénée (γι’ αυτό, εξάλλου, το είχα αγοράσει κάποτε από το Μοναστηράκι). Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, που αναπτυσσόταν στο London Palladium και μεταδιδόταν από την τηλεόραση του BBC, συμμετείχε ως πρώτα όνομα η δημοφιλής σκωτσέζα τραγουδίστρια της εποχής Moira Anderson, ως «δεύτερο» ο κωμικός Norman Vaughan και ως «τρίτο» το Trio Athénée. Ακολουθούσαν κι άλλοι… τέταρτοι, πέμπτοι, έκτοι…
Το Trio Athénée (η φωτογραφία είναι από το πρόγραμμα του Val Doonican Show)
Το… Le Trio Athénée είχε σχηματιστεί στη Γαλλία στις αρχές του ’60 από τους Costa (Moussadis) lead κιθάρα, δεύτερη φωνή, Takis ρυθμική κιθάρα σε ρόλο μπάσου και Soulis ρυθμική κιθάρα, πρώτη φωνή αν και σ’ ένα από τα πρώτα τους 45άρια, στην εταιρεία Véga, που διαθέτω, στο back cover αναφέρεται κάποιος… Sakis ως τρίτο μέλος και όχι ο Soulis. Θέλω να πω πως δεν ξέρω αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, ή αν ο Sakis αντικαταστάθηκε κάποια στιγμή από τον Soulis. Πάντως ο Κώστας Μουσάδης και ο Τάκης ήταν στο γκρουπ και το 1970 (την εποχή του Val Doonican Show), με κάποιον Ιταλό ονόματι Armandino να συμπληρώνει το τρίο.
Πριν μερικά χρόνια ο αείμνηστος Γεράσιμος Λαβράνος μού είχε πει πως το Trio Athénée, κατ’ ουσίαν, είχε σχηματιστεί στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό των fifties ως Τρίο Μπραζίλ (δεν είμαι 100% βέβαιος γι’ αυτό – δηλαδή ήταν σίγουρα κάποιο ελληνικό τρίο, απλώς το… Μπραζίλ δεν είναι καρατσεκαρισμένο), για να μετονομαστούν σε Athénée (λέω εγώ), ενώ κατέφθαναν στο Παρίσι, μετά την επιτυχία τού «Ποτέ την Κυριακή». (Το υποστηρίζω τούτο, επειδή το πρώτο δισκάκι τους, σε ετικέτα Véga, από το 1960 περιείχε το “Les enfants du Pirée” του Μάνου Χατζιδάκι). Και το εξής...
Το πιο ενδιαφέρον, συγκριτικώς, single του Trio Athénée που έχω ακούσει (έχω ακούσει και LPs) είναι το “Quand il fait chaud, Viens petite sœur/ Chez les Grecs, Dans tous les pays” [FR. Vogue EPL. 8529], ένα τεσσαράκι από το 1967. Τα τραγούδια είναι ηλεκτρικά, στο ποπ… γιεγιέδικο κλίμα της εποχής (όργανο, κανονικό μπάσο, ντραμς), αν και κάπως freaky. Μάλιστα το “Chez les grecs”, που δεν είναι τραγουδισμένο στα ελληνικά, είναι ένα… ethnic γκαραζάκι, με ηλεκτρικές κιθάρες και «θυμωμένα» κατά τόπους φωνητικά, που ξεχωρίζει (για το στυλ του), ενώ πολύ καλό είναι και το “Dans tous les pays”. Μάλιστα το “Chez les grecs”, που ήταν (το ξαναλέω) τόσο καλό και κυρίως πρωτότυπο (οι Γάλλοι το αποκαλούν “jerk”), συμπεριλήφθηκε στη συλλογή “Surprise-Partie/ Chez mes Voisins” [Vogue, 1967] μαζί με κομμάτια των Kinetic, Françoise Hardy, Jacques Dutronc, Antoine κ.ά.
Είμαι σίγουρος πως σε κάποιο παλιό ελληνικό περιοδικό έχω διαβάσει σχετικά με το Trio Athénée, όμως, τώρα, αποκλείεται να εντοπίσω το συγκεκριμένο τεύχος (πλέον μόνο κατά τύχη). Έτσι, αν κάποιος γνωρίζει περισσότερα στοιχεία για τους μουσικούς που έχουν περάσει από αυτό το πολύ επιτυχημένο στο εξωτερικό ελληνικό τρίο, στις διάφορες φάσεις του, ας τα προσθέσει…

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ένα ποίημα για τη χώρα, που ήταν ξανά στην άκρη του γκρεμού πριν 50 χρόνια

Το ποίημα του Νάνου Βαλαωρίτη «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Κριτήριο», τεύχος 1, Δεκέμβριος 1965, και ανήκει στη σειρά «Αντιποιήματα» (είναι το τρίτο μέρος της).
Τα «Αντιποιήματα» εκδόθηκαν σε ξεχωριστό τεύχος του περιοδικού «Κούρος», το 1972. Εκεί το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» ήταν κάπως αλλαγμένο (μερικοί στίχοι του είχαν ενσωματωθεί στο ποίημα «Ω ξειν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις…»). Εδώ αντιγράφω την αρχική εκδοχή του από το «Κριτήριο».
Πρόκειται για ένα ποίημα μακροσκελές, αναπτυγμένο σε εφτά στροφές, που παίρνει αφορμή από τα γεγονότα που συντάραξαν την Ελλάδα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60.
Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς γράφτηκε, και αν γράφτηκε μονοκοπανιά, όπως λέμε, ή κατά τμήματα – αν φθάνει, δηλαδή, έως και τα Ιουλιανά του ’65, το βασιλικό πραξικόπημα και την Αποστασία. Πάντως οι στίχοι… «Όπως αυτόν που σκότωσαν/ Πέρσυ τέτοιαν εποχή/ και ακόμα περιφέρεται/ Το ζωντανό του λείψανο…/ Τον επιτάφιο θρήνο του» δεν θα είναι άστοχο αν λέγαμε πως σχετίζονται με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη…
Ανεξαρτήτως, και σε κάθε περίπτωση, το ποίημα μοιάζει σαν να γράφτηκε χθες…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/book/58828

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

SPYROS EMMANOUILIDIS & SAVVAS METAXAS / TURBO TEETH

Οι κασέτες πάνε κι έρχονται. Ωραία φάση! Εγώ που μεγάλωσα με την κασέτα χαίρομαι δηλαδή – οι υπόλοιποι δεν ξέρουν τι κάνουν. Καινούρια κασέτα λοιπόν στο deck… και να μία ακόμη πειραματική εγγραφή από έλληνες δημιουργούς (καλλιτέχνες, ετικετάρχες), που το παλεύουν «όσο πάει» (και όχι πάντα υπό τις ευνοϊκότερες συνθήκες). Η κασέτα είναι «εξηντάρα» και split [ORL/ Granny, 2015], «κομμένη» σε 100 αντίτυπα. Στην πρώτη πλευρά της συνυπάρχουν οι Σπύρος Εμμανουηλίδης και Σάββας Μεταξάς, ενώ στη δεύτερη οι/ο Turbo Teeth. Και τα δύο σετ (κι εκείνο της πρώτης πλευράς, κι εκείνο της δεύτερης) παρουσιάστηκαν στην Αθήνα, στην εκδήλωση ΠΑΝΟΡΙΛΑ, που συνέβη στο Skrow Theater (Παγκράτι) τον Μάιο του ’14. Ας δούμε/ακούσουμε κάποιες λεπτομέρειες…
Για τον Σάββα Μεταξά (ex- Good Luck Mr. Gorsky) έχω ξαναγράψει στο «δισκορυχείον» με αφορμή ένα παλιότερο προσωπικό CD-R του στην εταιρεία orila σημειώνοντας πως… «οι μουσικές τού Μεταξά, που είναι οπωσδήποτε πειραματικές, παίζουν με ποικίλες συχνότητες και timbre, αναπτυσσόμενες μέσα από μιαν αργή επαναληπτικότητα, άλλοτε πάλι είναι εντελώς εικονοκλαστικές, ενώ άλλοτε φαίνεται να διηγούνται μια κάποιαν ιστορία (έτσι μπορεί να νομίζει δηλαδή ο εκάστοτε ακροατής)». Μέλος, όμως, της Granny, όπως και των Good Luck Mr Gorsky είναι και ο Σπύρος Εμμανουηλίδης (πριν και στους Vokal Idiot), οπότε, επί του προκειμένου, δύο φίλοι και συνεργάτες ενώνονται σ’ ένα… διαπροσωπικό project, προκειμένου να πάνε ένα βήμα παραπέρα. Και όντως. Το 28λεπτο track που φιλοξενείται στην πρώτη πλευρά της κασέτας είναι ένα θορυβώδες συνονθύλευμα, στηριγμένο στα modular synthesizers και διάφορες επιτόπιες εγγραφές, ανακατεμένα υποθέτω και με άλλους ήχους (τεχνητούς ή μη). Στην πράξη υπάρχει μιαν αφήγηση, και καλόν είναι να ξεκαθαρίσω πως η λέξη «συνονθύλευμα» δεν σχετίζεται σώνει και καλά με το παντελώς τυχαίο και το απροσάρμοστο. Δεν ξέρω αν υπάρχει concept στο μυαλό των δύο συνοδοιπόρων, εκείνο όμως που φαίνεται να υπάρχει είναι η ανάγκη να περιγραφεί μία ηχητική κατάσταση, τολμηρή και υποδόρια, που είναι οπωσδήποτε πειραματική, δίχως να αποσκοπεί στην περιφρόνηση του ακροατή. «Ζωντανό», υποθέτω, θα είχε άλλη διάσταση...
Turbo Teeth είναι ο Γιώργος Αξιώτης (ex-Balinese Beast, Holefold, Free Piece of Tape, Bruised Lee). Στο κομμάτι που είναι ηχογραφημένο στην κασέτα διαβάζουμε πως ο Αξιώτης χειρίζεται samples, «παίζει» με τις αναδράσεις και κάνει φωνητικά. Το “Piliad Echons” είναι ένα «κοσμικό» έργο, με την έννοια που είχε η λέξη στο krautrock των seventies, προβάλλοντας μία ταξιδευτική συνισταμένη. Πολύ ενδιαφέρον άκουσμα, που παίζει ανάμεσα στο «σκληρό» και στο «ευχάριστο» και που δείχνει την θέληση και την ικανότητα του Αξιώτη να δημιουργεί αυτά τα εντελώς «κυματιστά» και λεπτεπίλεπτα περιβάλλοντα, που τα διδαχθήκαμε όλοι μας από τον Klaus Schulze και τους Harmonia (και άλλους διαφόρους).
Επαφή: www.orila.net

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

πέρα από τα «ΝΑΙ» και «ΟΧΙ»

Τις τελευταίες 4-5 μέρες έχω παρακολουθήσει τόση τηλεόραση, όση δεν είχα παρακολουθήσει τον τελευταίο χρόνο – βασικά τα αντιδραστικά κανάλια MEGA και ΣΚΑΪ. Ξενυχτώ μπροστά στο γυαλί, με αποτέλεσμα να μένουν άλλα κείμενα πίσω. Επειδή το έχω συζητήσει μ’ ένα δυο-φίλους, που γράφουν, λέω πως… και μ’ εκείνους το ίδιο συμβαίνει. Μας έχει πάρει όλους η μπάλα. Οι μέρες και οι ώρες είναι κρίσιμες ή περίπου κρίσιμες, και λίγοι πλέον ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν (στην πράξη ή στις κουβέντες) την προ-δημοψίσματος καθημερινή ατζέντα τους. Εντάξει, ο καθείς διαμορφώνει το χρόνο του όπως εκείνος θέλει, κι εγώ, μέσα σ’ αυτόν τον πανικό, βρήκα τη διάθεση και το κέφι, χθες βράδυ, να τσιτώσω το στερεοφωνικό (στη μέση του volume εννοώ) ακούγοντας προπολεμικά τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη. Ήταν κάθαρση!

Όπως έγραψα και σε προηγούμενο κείμενο («ο Τσίπρας άργησε») το δημοψήφισμα αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα άκαιρο επεισόδιο στο σίριαλ της διαπραγμάτευσης των τελευταίων μηνών. Έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα, υπό σοβαρές προϋποθέσεις, κάτω από λιγότερο εκβιαστικά διλήμματα και όχι, τώρα, υπό την πίεση του διαμορφωμένου εκρηκτικού σκηνικού (κλείσιμο τραπεζών κ.λπ.). Παρά ταύτα, εγώ θα πω πως ποτέ δεν είναι αργά για μιαν αλλαγή πλεύσης συνολική, που θα μπορούσε κάποια στιγμή να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Να γίνουμε δηλαδή ένα κανονικό κράτος, με κανονικούς πολίτες, με δημόσιο τομέα που να δικαιολογεί την αποστολή του (γιατί τώρα δεν την δικαιολογεί) και μ’ έναν ιδιωτικό τομέα, ο οποίος, στα υψηλά κλιμάκιά του, να μην νταραβερίζεται με το κράτος ξεπουπουλιάζοντας το δημόσιο χρήμα, και στα χαμηλά του να διαπνέεται από ένα αίσθημα αποστολής και αλληλεγγύης (μέσα στα πλαίσια τού «με σκοπό το κέρδος»). Μιαν υγιή επιχειρηματικότητα, δηλαδή, που να υπακούει σε γραπτούς και άγραφους νόμους.

Με το δημοψήφισμα –ακόμη κι έτσι όπως γίνεται, κάτω απ’ αυτές τις εξαιρετικά τεταμένες συνθήκες– έχω την αίσθηση πως αχνοφέγγει στο βάθος κάτι πολύ σοβαρό και κρίσιμο. Ένας απαραίτητος όσο και ποθούμενος κοινωνικός μετασχηματισμός. Ένα ξεβόλεμα των πάσης φύσεως βολεμένων.

Δεν ξέρω τι νόημα δίνει ο καθένας στο «ΝΑΙ» και στο «ΟΧΙ», αλλά το «ΝΑΙ» δεν μπορεί να είναι με τίποτα ένα «ναι» στο κράτος της Μεταπολίτευσης (έτσι όπως το διαμόρφωσαν η Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ). Σ’ αυτό το «τέρας», που διαλύεται, μέρα με τη μέρα, με πάταγο (το σοκ με τα 60άρια είναι μεγαλύτερο για τους ΔΥ, παρά για τους συνταξιούχους). 
Αν οι δημόσιοι υπάλληλοι από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο δεν καταθέσουν στο… ταμείο όλα μα όλα τα προνόμιά τους (που είναι ακόμη, θεωρητικώς, άπειρα) τίποτα καλό δεν πρόκειται να συμβεί σ’ αυτόν τον τόπο, στο άμεσο μέλλον. Και παράλληλα, αν η αστική τάξη, που έχει ρίξει στην τηλεοπτική αρένα για το «ΝΑΙ» όλα τα ατάιστα «σκυλιά» της (υιός Μητσοτάκης, Άδωνις, Βορίδης, ορισμένοι ποταμίσιοι πολιτευτές και κάποιοι σώγαμπροι «οικογενειών»), δεν αποφασίσει, με το καλό ή με το κακό, να φέρει πίσω τα κλεμμένα των τελευταίων 40 χρόνων (ό,τι μορφή και αν έχουν πάρει, πλέον, αυτά) δεν πρόκειται να δούμε, ποτέ, θεού πρόσωπο.

Φοβάμαι, δηλαδή, πως η Ελλάς επιβάλλεται να φθάσει άμεσα στον πάτο, ώστε να μπορέσει κάποια στιγμή να ξανασηκωθεί και να ξαναπερπατήσει. Πρέπει να καταστρέψεις για να χτίσεις, όταν όλα είναι παντού χτισμένα… Οφείλουμε να βοηθήσουμε, όσο επώδυνο κι αν είναι για τον καθέναν από εμάς, να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Άμεσα, γιατί ο χρόνος τελείωσε. Και αυτό απαιτεί πλατιά όσο και πάνδημη κοινωνική συμφωνία, που θα στέκεται υπεράνω των κυριακάτικων «ΝΑΙ» και «ΟΧΙ».

«Ο στείρος αρχαϊσμός, η φορμαλιστική προγονοπληξία που κυριάρχησε σ’ όλο το Γένος, λυτρωμένο και αλύτρωτο, ύστερα από το ’21, είναι αποτέλεσμα της λαϊκής αδυναμίας. Ανάσταση της Αρχαίας Ελλάδας, Βυζαντινο-χριστιανική παράδοση και Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή πολιτική ανασυγκρότηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είτανε το παράξενο ιδεολογικό τρίπτυχο(…). Κάτω από την γοητευτική ακτινοβολία του κρύβονταν υψηλά συμφέροντα…».
Δ. Αλεξάνδρου «Πλάτωνος “Σοφιστής”» [Εκδοτικός Οίκος Ιωάννου & Π. Ζαχαροπούλου, Αθήναι 1940] 

Αυτά πληρώνουμε ακόμη. Τη «λαϊκή αδυναμία» και τα «υψηλά συμφέροντα». Έως πότε; 

WAYNE WALLACE LATIN JAZZ QUINTET ένα άλμπουμ χαράς

Patois Records και Wayne Wallace. Εγγύηση, αμφότερα τα ονόματα, για μεγάλη latin-jazz μουσική. Τα έχουμε πει εξάλλου για τον Wallace, έναν τρομπονίστα, συνθέτη και ενορχηστρωτή με περγαμηνές, που έχει βρεθεί στη μακριά διαδρομή του, στα στούντιο ή το πάλκο, με τους Count Basie, Ray Charles, Joe Henderson, Carlos Santana, Earth Wind & Fire, Sonny Rollins, Aretha Franklin, Tito Puente, Stevie Wonder, John Lee Hooker και διαφόρους άλλους. Τα τελευταία χρόνια ο Wallace δραστηριοποιείται, δισκογραφικώς, μέσω της δικής του εταιρείας Patois Records, προσφέροντας θαυμάσια latin-jazz CD, συνοδευόμενος από μουσικάρες (βασικά το κουιντέτο του). Είχαμε την ευκαιρία, παλαιότερα, να γράψουμε στο δισκορυχείον για μερικά απ’ αυτά τα άλμπουμ, όπως το “¡Bien Bien!” [Patois, 2009] ή το “Latin Jazz/ Jazz Latin” [Patois, 2013], κάτι που πράττουμε ξανά παίρνοντας αφορμή από το έσχατο Intercambio[Patois, 2015], στο οποίον ακούμε τον Wallace και τους συνεργάτες του να τα δίνουν όλα, προτείνοντας ένα ξέφρενο ρεπερτόριο.
Είναι λοιπόν οι David Belove μπάσο, Colin Douglas ντραμς, τιμπάλες, κρουστά, Murray Low πιάνο, Michael Spiro κόνγκας, μπόνγκο, Wayne Wallace τρομπόνι, καθώς και οι φίλοι συνεργάτες τους (13 στον αριθμό!), το team, που σηκώνει στις πλάτες του (δηλαδή στα χέρια του και τα πόδια του) το “Intercambio”, ένα άλμπουμ που… στενάζει κάτω από το πάθος και τη λαύρα.
Όλα τα κομμάτια (originals και versions) είναι ενορχηστρωμένα με εντυπωσιακό τρόπο, λειτουργώντας σαν τα απόλυτα mambo-jazz, latin-jazz, afro-jazz, cha-cha-cha, bomba, timba, salsa και jazz-funk tracks, ξεκινώντας από το εισαγωγικό “Casa del sol” (σύνθεση του Wallace) και καταλήγοντας στο “Circle” (του Miles Davis, από το “Miles Smiles” του ’66, αν δε με απατά η μνήμη μου). Ενδιαμέσως ένα μεγάλο “respect” στον J.J. Johnson (“Shutter bug”), η φοβερή afro-jazz διασκευή του “Equinox” του John Coltrane, η εκρηκτική bomba στο “Algo bueno” του Dizzy Gillespie και βεβαίως οι αυθεντικές συνθέσεις του Wallace (το υπερηχητικό “Guarachando”, το χαλαρό samba-canção “Como vai”, ή το φάνκικο “Timbazo”), που καθιστούν το “Intercambio” ένα σπουδαίο χορευτικό άλμπουμ για κάθε latin χρήση.
Επαφή: www.patoisrecords.com

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

ανυπεράσπιστα γηρατειά μπροστά στο ΑΤΜ

Σήμερα αναγκάστηκα και πήγα για πρώτη φορά σε ΑΤΜ για να πάρω 60 ευρώ. Μεσημέρι 1 η ώρα, σε κεντρικό κατάστημα γειτονιάς της Αθήνας. Ουρά μάλλον μικρή (γύρω στα 15 με 20 άτομα), αλλά διαρκώς ανανεούμενη. Περίμενα κανα τέταρτο με είκοσι λεπτά…
Κατ’ αρχάς, εκείνο που πρέπει να πω είναι πως θα μπορούσε να περιμέναμε, όλοι μας, πολύ λιγότερο, αλλά τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια… Οι περισσότεροι, μέσης ηλικίας και μεγαλύτεροι, «χτυπούσαν» πρώτα τα 120 ευρώ στο μηχάνημα, ορισμένοι και δεύτερη φορά, και μόνο όταν βεβαιώνονταν πως το ΑΤΜ μπορούσε να δώσει μόνον 60 συμβιβάζονταν μ’ αυτό. Χαμένες ελπίδες…
Συνήθως στα ΑΤΜ πηγαίνω νύχτα και είμαι πάντα πρώτος ή δεύτερος. Έτσι δεν γνώριζα «τι παίζει» σε φάση ουράς μπροστά από ένα μηχάνημα. Μια-δυο διαπιστώσεις λοιπόν (η πρώτη μπορεί να φανεί σε ορισμένους άκαιρη), που οφείλω να τις κάνω.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που ήσαν μπροστά μου (άντρες και γυναίκες) δεν ήξεραν να χειριστούν το ΑΤΜ. Πατούσαν άλλα αντί άλλων, τσαντίζονταν (ενώ στην ουρά ήταν ήρεμοι), κάποιοι έβριζαν… Μπορεί να οφειλόταν στην ένταση και το άγχος της συγκυρίας, όμως η αλήθεια είναι αυτή. Ελάχιστοι άνθρωποι πάνω από τα 50 είναι εξοικειωμένοι με τα «κουμπιά»… κάτι που το υποστηρίζω από παλιά και όχι λόγω του σημερινού. Και δεν αναφέρομαι στους 90χρονους. Είναι ένα ζήτημα αυτό. Γενικότερο. Δεν το παίζω «γνώστης» και «μάγκας», ξέρω όμως να χειρίζομαι όλα εκείνα που μ’ ενδιαφέρουν (και αγνοώ όσα δεν μ’ ενδιαφέρουν και δεν τα χρειάζομαι). Θέλω να πω πως από τη στιγμή που κάποιος έχει μια κάρτα ανάληψης οφείλει να ξέρει να τη «δουλεύει» στο τσάκα-τσάκα. Και για τον ίδιον, αλλά και για όλους τους άλλους που μπορεί να είναι στημένοι πίσω του…
Το σημαντικότερο όμως. 
Αυτό που είδα σήμερα δεν το είχα ξαναδεί. Δεν είχα ξαναδεί γέρους, πάνω από 80 και όχι... 45άρηδες, να τρέμουν για τις συντάξεις τους. Όλοι μπορεί ν’ αγωνιούμε, αλλά καμμία αγωνία δεν συγκρίνεται μ’ εκείνην ενός απόμαχου της δουλειάς, που φθάνει στα 80 ή τα 85 του και αντιμετωπίζεται σαν ρετάλι. Εμείς, ok. Ακόμη και αν χάσουμε τις (χαμένες) δουλειές μας, ακόμη και αν φάνε τις όποιες καταθέσεις μας οι… φίλοι μας οι Ευρωπαίοι, κάτι θα κάνουμε. Είμαστε νέοι ακόμη, υγιείς, κάπως θα το παλέψουμε. Έχουμε κάποια περιθώρια. Ένας φουκαράς όμως, στα 80βάλε του, που παίρνει 4 κατοστάρικα ή 5, τα μισά από τα οποία του τρώνε οι τοτόροι (οι γιατροί εννοώ), τι θα κάνει; Του κόβεις το οξυγόνο, τον πεθαίνεις πριν την ώρα του.
Πίσω από μένα ήταν ένα τέτοιο γερόντι. Δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. «Κύριε» μού λέει μόλις τελείωσα, «μπορείτε να μου βγάλετε 60 ευρώ;». «Παρακαλώ... Θέλω το πιν σας όμως…». Το ήξερε, μου το έδωσε. Κρεμόταν από πάνω μου, τη συγκεκριμένη στιγμή. Το έβλεπα, το ένοιωθα. Του έβγαλα στο πι και φι τα λεφτά του και του τα ’δωσα (μαζί με καρτούλα και απόδειξη). Κάτι τόσο απλό και μηχανικό για εμάς, κάτι τόσο σημαντικό για ’κείνον. Τις ευχές που μου έδωσε, δεν μου τις είχε δώσει ούτε η μανούλα μου… «Καλοφάγωτα» του λέω «και μην ανησυχείτε, κάπως θα γίνει…».
Για όνομα του θεού. ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΤΕ ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ. ΣΤΑΜΑΤΕΙΣΤΕ ΤΩΡΑ ΝΑ ΤΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΙΤΕ. Αν ούτε αυτό δεν μπορείτε να καταφέρετε, τότε να πάτε να πνιγείτε. ΟΛΟΙ.

η COLOURS JAZZ ORCHESTRA παίζει τη μουσική της AYN INSERTO

Πώς λειτουργεί η… τζαζ παγκοσμιοποίηση; Δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά ας δώσω αυτό το tip, που σχετίζεται με την περίπτωσή μας. Μία μουσικός από την Σιγκαπούρη, η Ayn Inserto, μετακομίζει κάποια στιγμή με την οικογένειά της στην Καλιφόρνια, γνωρίζεται καλλιτεχνικώς στη Νέα Υόρκη με τον ιταλό τρομπονίστα Massimo Morganti της Colours Jazz Orchestra και από ’κει μεταβαίνει στο Fano της Αδριατικής προκειμένου να ηχογραφήσει το επόμενο CD της, το οποίο θα παραλάβει για εκτύπωση μια γερμανική εταιρεία! Αυτό το πήγαινε-έλα έχει τελικώς τη σημασία του, αν κρίνω από το άλμπουμ Home Away from Home της NeuKlang (που περικλείει ακόμη και στον τίτλο του τον… μετακινούμενο πολίτη), μια συνύπαρξη της ιταλικής Colours Jazz Orchestra σε ρόλο εκτελεστή και της Ayn Inserto σε ρόλο συνθέτη και μαέστρου. Πρόκειται, απλώς, για το τρίτο άλμπουμ τής Inserto και για ’κείνο, που θα καταστήσει ακόμη πιο τρανή την περίπτωσή της.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η Colours Jazz Orchestra (CJO) είναι μια ορχήστρα με περγαμηνές ήδη, αφού στη δεκατριάχρονη ιστορία της δεσπόζουν συνεργασίες με τους Bob Brookmeyer, Ryan Truesdell, Maria Schneider, Kenny Wheeler κ.ά. – βαριά χαρτιά δηλαδή. Έτσι, η συνύπαρξή της με μια νέα και ανερχόμενη συνθέτιδα δεν μπορεί παρά να εντάσσεται στο δημιουργικό προφίλ της, στο ενδιαφέρον της δηλαδή να καταδείξει τον σύγχρονο «μπιγκμπαντικό» ήχο (η CJO είναι 18μελής), ερμηνεύοντας καινούριο υλικό (στην πλειονότητά του, γιατί μεταξύ των οκτώ tracks του CD υπάρχει το “Recorda me” του Joe Henderson και το “Subo” του τρομπετίστα Daniel Rosenthal).
Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο “Youre leaving? But I just got here”. Το ρυθμικό τμήμα και βασικά τα ντραμς του Massimo Manzi με τους συνεχείς ρούλους τους πρωταγωνιστούν, δίνοντας την ευκαιρία στα σολιστικά όργανα (σαξόφωνα και τρομπέτες βασικά) να ξεκινήσουν και να ολοκληρώσουν τις συνομιλίες τους, μέσα σ’ ένα κλίμα συγκρατημένου swinging. Η μελωδία τού “Recorda me” είναι ωραία και όπως και να την ακούσεις ενορχηστρωμένη δεν παύει να σε «ταξιδεύει». Το 8λεπτο “Hang around” φανκάρει – όχι αγρίως, αλλά φανκάρει. Χορευτικότατο κομμάτι, που θα μπορούσε να διαπρέψει και ως στάνταρντ σαξο-κουαρτέτου. Το “La danza infinita” είναι μπαλάντα. Αργό track, που δίνει την ευκαιρία στην Inserto να δείξει τις ικανότητές της στα «επίπεδα» ενορχήστρωσης, δημιουργώντας σε background και foreground «μαγικές» καταστάσεις. Απεναντίας το “Down a rabbit hole” είναι μία θερμή σουινγκάτη σύνθεση, με τα πνευστά τμήματα να διαπρέπουν συμπλεκόμενα. “Wintry mix” αποκαλείται το προτελευταίο track. Ήσυχη σύνθεση, με το πιάνο τού Emilio Marinelli να ρομαντζάρει ιταλοπρεπώς. Το έσχατο “Subo” θα κλείσει φυσικά σαν… ανκόρ. Ένα latin track φαίνεται πως αποτελεί για την Inserto και την Colours Jazz Orchestra ιδανική επιλογή. Και έτσι είναι!
Επαφή: www.ayninserto.com

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

η DEBORAH LATZ σε στάνταρντ ρεπερτόριο

Το sur linstant [June Moon Productions, 2015] είναι το τέταρτο προσωπικό CD τής τραγουδίστριας της jazz Deborah Latz – μια καλλιτέχνιδα με πολλά και διαφορετικά ταλέντα. Η Latz έχει πάρει μέρος σε παραστάσεις δραματικού και μουσικού θεάτρου, πέραν των τραγουδιστικών παρουσιών της σε συναυλίες σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική, έχοντας σπουδάσει Φωνή με τον Bobby McFerrin και την Jay Clayton (σημαντικά όλα τούτα). Αν, τώρα, προστεθούν στα όσα προηγούμενα και τα πολύ ενθαρρυντικά λόγια της σπουδαίας Sheila Jordan, τότε δεν μένουν και πολλά να πούμε…
Η Latz έχει εξαιρετική, γεμάτη mezzo φωνή. Καθαρή, με τέλεια άρθρωση, εκφραστικότατη και κυρίως ευλύγιστη, ικανή να «πιάνει» όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις. Η σειρά των πασίγνωστων σκοπών-τραγουδιών που επιλέγει να μας παρουσιάσει το αποδεικνύει. Δεν ξέρω ποιες μπορεί να είναι οι βαθύτερες αναφορές της, όμως η Latz έχω την αίσθηση πως είναι επηρεασμένη από τον τρόπο του Terry Callier – και όχι επειδή αποδίδει το “Love theme fromSpartacus’” (του Alex North), που έχει τραγουδήσει και ο Callier. Η Latz έχει έναν τρόπο να «κρατάει» τις λέξεις στο στόμα της εκείνο το ανεπαίσθητο χρονικό διάστημα, που είναι ικανό να τις μετατρέπει σε κάτι άλλο. Πώς θα τονίσει, πώς θα προβάλλει τις καταλήξεις, όλα αυτά… Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Σε κάθε κομμάτι. Από το φοβερό “Throw it away” της Abbey Lincoln μέχρι το κλασικό “Nature boy” του Eden Ahbez η Deborah Latz αποδεικνύει πως ξέρει όχι μόνο τι ακριβώς τραγουδά, αλλά και πώς θα διαμορφώσει, κατά περίπτωση, τα εκφραστικά της μέσα, ώστε να υπηρετήσει το εκάστοτε άσμα. Και αναφερόμαστε σε θέματα-τραγούδια πασίγνωστα, όπως αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, ή ακόμη το “Blue Monk”, το “All the things you are”, το “Over the rainbow”, καθώς και όλα τα υπόλοιπα.
Δίπλα στην τραγουδίστρια βρίσκονται επίσης δύο παίκτες, που έχουν μερίδιο στο τελικό αποτέλεσμα. Ο ένας είναι ένας παλιός, με μεγάλη καριέρα, γάλλος πιανίστας από την Γουδαελούπη, ο Alain Jean-Marie, και ο άλλος ο κοντραμπασίστας Gilles Naturel (από τους αναγνωρισμένους παίκτες του οργάνου μετά το ’80 – συνεργασίες με Ray Bryant, Benny Golson, Art Farmer, Johnny Griffin, Didier Lockwood, André Ceccarelli, Jean-Loup Longnon κ.ά.). Οι δυο τους προσφέρουν την απαραίτητη ρυθμική και μελωδική στήριξη στην τραγουδίστρια, στην προσπάθεια που καταβάλλει η ίδια να μετατρέψει σε κάτι «δικό της» αυτό το υπεράνω υποψίας ρεπερτόριο.
Επαφή: www.deborahlatz.com