Την παραγωγή της ταινίας είχε αναλάβει η ανεξάρτητη εταιρεία Poseidon Films, η οποία είχε ιδρυθεί στο Λονδίνο από τον Ελληνοκύπριο Φρίξο Κωνσταντίνου (Frixos Constantine) και τον Κώστα Καραγιάννη (Costas Carayiannis ή και… Dacosta Carayan). Ο Κωνσταντίνου είχε επιχειρήσει να φέρει χρήμα στην Ελλάδα με σκοπό να παράξει ανάλογες ταινίες και επί χούντας, αλλά οι συνταγματάρχες δεν ενδιαφέρονταν για… διαόλους και τριβόλους. Έτσι, μετά την πτώση της δικτατορίας, οι παραγωγοί φαίνεται πως βρήκαν ανταπόκριση από την κυβέρνηση Καραμανλή και εκμεταλλευόμενοι το φυσικό τοπίο, την όρεξη για δουλειά των δοκιμασμένων ελλήνων τεχνικών που ήταν αραχτοί και φυσικά τα φθηνά μεροκάματα, άρχισαν να βάζουν εμπρός τα σχέδιά τους. Μπήκε στη φάση και ο μέγας βρετανός σκηνοθέτης του «Ηδονοβλεψία» Michael Powell και το πράγμα άρχισε να κινείται.
Μία από τις πρώτες ταινίες, που σκόπευε να γυρίσει η Poseidon Films ήταν το “The Tempest” (σε σενάριο… William Shakespeare και διαμόρφωση για το σινεμά από τους Κωνσταντίνου και Καραγιάννη). Μάλιστα, τα γυρίσματα θα ξεκινούσαν από τη Ρόδο την 5/3/1975, αλλά τα πράγματα πήγαν εντελώς στραβά και η ταινία έμεινε στα χαρτιά. Εκείνη την εποχή πάντως (1976) ο Powell θα ανακατευτεί, ως σχολιαστής, σε μιαν άλλη ελληνική ταινία τής Poseidon, ένα ντοκυμαντέρ υπό τον τίτλο “Knossos: The Lost Capital of Atlantis” (σκην. Bianka Dadswell), που καταπιανόταν με την ιστορία του Μινωϊκού Πολιτισμού. Αργότερα (1978) ο Powell θα καταφέρει, τελικώς, να γυρίσει ένα φιλμ για την Poseidon (ήταν και το τελευταίο του), που είχε τίτλο “Return to the Edge of the World”· ένα ντοκυμαντέρ κατά βάση, που αφορούσε στο παλαιότερό του, από το 1937, “The Edge of the World”, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.
Επηρεασμένοι προφανώς από το… μινωϊκό κλίμα της “Knossos…”, οι Κωνσταντίνου και Καραγιάννης βάζουν μπροστά την 13/10/1975 μια ταινία με υπόθεση, πρωταγωνιστής της οποίας θα ήταν ο… Μινώταυρος. Τα γυρίσματα θα τελείωναν μέσα σε επτά εβδομάδες και το χρήμα θα έπεφτε εξ ημισείας από την Getty Picture Corporation (της γνωστής οικογενείας των πετρελαιάδων-μεγαλοσυλλεκτών έργων Τέχνης – Κρήτη, Μινωϊκός πολιτισμός και τα λοιπά… θα τα έχωσαν κανονικά) και την Poseidon Film. Με γυρίσματα στα σπήλαιο Διρού, στον Ακροκόρινθο και στο Ναό της Αρτέμιδος στην Βραυρώνα το “The Devil’s Men” είναι η ιστορία ενός παπά (Donald Pleasence), ενός ιδιωτικού ντεντέκτιβ (Κώστας Καραγιώργης) και μιας κοπέλας (η τραγουδίστρια Karol Keyes, από το… northern soul γκρουπ Karol Keyes & The Big Sound, που αργότερα έγινε η ηθοποιός Luan Peters – ως Luan Peters συμμετείχε στα mid-70s στο γκρουπ 5000 Volts, αντικαθιστώντας κάποιες φορές την Tina Charles), η οποία ψάχνει τους φίλους της που χάθηκαν στα ερείπια ενός αρχαίου ναού, κοντά σ’ ένα… καταραμένο χωριό. Εκεί, κάνει κουμάντο ο Βαρώνος Corofax (Peter Cushing), ένας παγανιστής που έχει βρει τον τρόπο να… ταΐζει άγουρη σάρκα τον Μινώταυρο. Ας μην πω περισσότερα, επειδή η ταινία υπάρχει στο YouTube και μπορείτε να τη δείτε όποιαν ώρα θέλετε.
Στην ταινία πρωταγωνιστούν κι άλλοι έλληνες ηθοποιοί. Ο αστυνόμος Fernando Bislani, που δεν ήταν άλλος από τον πρόωρα χαμένο Δημήτρη Μπισλάνη, η Άννα Ματζουράνη (κι αυτή έχει φύγει από τη ζωή), ο Νίκος Βερλέκης, ο Ανέστης Βλάχος (υποδύεται έναν μπακάλη απ’ ό,τι θυμάμαι – την ταινία δεν έχω χρόνο να την ξαναδώ τώρα), η Έφη Κοσμά, η τραγουδίστρια Τζελσομίνα (που ήταν Ιταλίδα, νομίζω, από την παρέα του Tony Pinelli, αλλά έκανε καριέρα στην Ελλάδα), ο Bob Behling και η Jane Lyle (το… κολασμένο ζευγάρι από το “Island of Death” του Νίκου Μαστοράκη) και ακόμη η καρατερίστα Jessica Dublin, που εμφανιζόταν και στα «Ψυχή και Σάρκα», «Το Αγκίστρι», «Το Κορίτσι Βόμβα», “Island of Death” κ.ά. Επίσης, στο τεχνικό της τμήμα συναντάμε τον Πέτρο Καπουράλη στα ντεκόρ και τον Άρη Σταύρου στη φωτογραφία.
Το “The Devil’s Men”, που προβλήθηκε κομμένο και στην Αμερική, με τον πιο… οικογενειακό τίτλο “Land of Minotaur”, μένει στην ιστορία και για έναν ακόμη λόγο· για τη μουσική του, που ήταν συντεθιμένη από τον Brian Eno. Το ερώτημα είναι πώς έμπλεξε με τον Καραγιάννη ο Brian Eno, και επ’ αυτού δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πληροφορία – αν και, σαν όνειρο, νομίζω πως κάτι είχα διαβάσει παλαιά. Στα σχόλια της ανάρτησης για το “Island of Death” του Μαστοράκη http://is.gd/zi26iC ένας αναγνώστης, ο Senor Pocopico, είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όσον αφορά το ‘Devil's Men’, άλλο απερίγραπτο balkanploitation, o Καραγιάννης είχε πεί σε μια συνέντευξη που είχα διαβάσει αιώνες πριν (πάνω κάτω ό,τι θυμάμαι): ‘Είχε έρθει και ένας Άγγλος που έκανε διακοπές κάθε χρόνο στη Σαντορίνη και μου πρότεινε να γράψει τη μουσική. Εγώ τότε δεν ήξερα ποιος είναι, τον έβλεπα εκεί τα καλοκαίρια, μια καραφλή αδερφή ήταν...’ (αυτό το θυμάμαι verbatim!)». Όπως κι αν έχει, το 1976, ο Brian Eno ετοιμάζει τα σχετικά soundtracks για το “Sebastian” του Derek Jarman και για το “The Devil’s Men” του Κώστα Καραγιάννη. Για το δεύτερο μάς επιφυλάσσει την αγχωτική, ηλεκτρονική εισαγωγή (στους τίτλους) και διάφορες electro-σφήνες σε επί μέρους σκηνές, εν μέρει σχολιαστικές, αλλά βασικά υποβοηθητικές στον τρόμο. Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ η μουσική δεν έχει ιδιαιτέρως μεγάλη διάρκεια, αλλά σε κάποιες σκηνές… είναι σαν να πρωταγωνιστεί.
Στα credits αναφέρεται κάτι περί… original title song by Karl Jenkins, αλλά εγώ δεν θυμάμαι στην ταινία κανένα τραγούδι του ηλεκτροπιανίστα και reedman των Nucleus και των Soft Machine. Υπάρχουν κάποια φωνητικά στους «διαβολανθρώπους», που μπορεί να είναι όντως του Paul Williams (από Zoot Money’s Big Roll Band, Aynsley Dunbar Retaliation, Juicy Lucy, Tempest κ.λπ.) το όνομα του οποίου αναφέρεται στα credits, αλλά τραγούδι δε θυμάμαι. Πάντως, απ’ ό,τι διαβάζω στους τίτλους αρχής, στο soundtrack πρέπει να ανακατεύτηκε κι η μουσική βιβλιοθήκη De Wolfe, με την οποία συνεργαζόταν εκείνη την εποχή (1976) ο Karl Jenkins. Στο label μάλιστα είχε βγει και το LP “Rubber Riff” [Music De Wolfe DWS/LP 3331] που περιείχε 14 συνθέσεις του με… modern rock music featuring keyboards and guitar. Το LP αυτό 18 χρόνια αργότερα, το 1994, το επανεξέδωσε σε CD η Voiceprint κάτω από το όνομα των Soft Machine.



Πρόκειται για ένα σχεδόν 80λεπτο afro-soul έπος με εξαιρετικά παιξίματα και κομμάτια που σφίζουν από… εκτελεστική δύναμη (rock drive, κρουστός ορυμαγδός, σύνθια που σολάρουν σε ψυχεδελικές κατευθύνσεις, πνευστός εμπλουτισμός, φωνητικά από άλλο πλανήτη). Το φερώνυμο “Ndigal”, το 12λεπτο “Gamo jigimar”, το εισαγωγικό “Sama yai”, το 10λεπτο “Satay muso” είναι κομμάτια που τ’ ακούς και τα ξανακούς, απολαμβάνοντας τον τρόπο αυτού του αγνώστου συγκροτήματος.
Υ.Γ. Ο Σωτήρης από την Ημαθία προσφέρει στο δισκορυχείον – τον ευχαριστώ – το label του single «Μαλλώνουν τα παιδιά για την καρδιά σου/ Αντίο Μαριάννα» [Minos 5185, 1970]. Και τα δύο τραγούδια είναι σε μουσική και στίχους του Βαγγέλη Πιτσιλαδή και τα ερμηνεύει ο Δάκης (το πρώτο είναι το «Αυτοκίνητο Ι.Χ.»).
Παίζοντας και ταξιδεύοντας στην πατρίδα τους (αλλά και εκτός Νορβηγίας) οι Alog ήρθαν σε επαφή με διάφορους μουσικούς, κάποιοι εκ των οποίων προσκλήθηκαν να λάβουν μέρος στις ηχογραφήσεις του CD τους. Πρώτος ο Sigbjørn Apeland που παίζει fender rhodes, harmonium, κρουστά και ukulele σε τέσσερα tracks, κατόπιν οι βιολιστές Ole-Henrik Moe και Kari Rønnekleiv (οι Sheriffs of Nothingness δηλαδή) που εμφανίζονται σε τρία κομμάτια, η τραγουδίστρια-βοκαλίστα Jenny Hval, καθώς και ο ολλανδός αβαντ-γκαρντίστας Jaap Blonk (έχει σταθεί δίπλα στους John Tchicai, Tristan Honsiger, Mats Gustafsson κ.ά.). Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους είναι ένα, από τη φύση του, παράξενο άκουσμα, που μας πάει πίσω στο χρόνο, στις μέρες του Terry Riley και του Tony Conrad (“Last day at the assembly line”), ενσωματώνοντας στη διαδρομή τη… βιοποικιλότητα του ηχο-περιβαλλοντικού κόσμου. Σε κομμάτια όπως το “Baklandet” η επίδραση συγκροτημάτων όπως οι Third Ear Band είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, ενώ αλλού (“Bømlo brenn om natta”) ο συνδυασμός παράξενων ήχων (που προέρχονται, κατά πάσα πιθανότητα, από ιδιοκατασκευασμένα όργανα), έτοιμων ρυθμών και εξώκοσμων φωνητικών (Jaap Blonk) οδηγούν το “Unemployed” στα ακρότατά του.
