Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ «Η» περίπτωση

Χαίρομαι, προσωπικώς, γιατί ένας από τους αγαπημένους μου συνθέτες των early eighties, ο Γιώργος Θεοδωράκης (γιός του Μίκη Θεοδωράκη), επανεμφανίζεται στη δισκογραφία μέσω ενός άλμπουμ, που περιλαμβάνει κυρίως ανέκδοτα tracks – από τα 16 θέματα του double LP “The Rules of the Game, Original Studio Recordings (1978-1996)” [Into the Light, 2014] τα 11 είναι ανέκδοτα. Επίσης τα 12 από τα 16 tracks προέρχονται από την δεκαετία του ’80, δύο είναι γραμμένα την διετία 1978-79 και δύο αφορούν στα nineties (τη διετία 1995-96). Άρα, το να γράψει κάποιος πως το “The Rules of the Game” περιλαμβάνει, κυρίως, υλικό του Γιώργου Θεοδωράκη από τα eighties δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Εξάλλου στην δεκαετία του ’80 ανήκουν οι τρεις από τους τέσσερις ολοκληρωμένους δίσκους τού συνθέτη. Και αναφέρομαι στα LP «Νικοτίνη αρ. 5,6 & 9» [Toxotis L.P. GR. 101, 1981], «Σήμα» [MINOS MSM 500, 1983] και «Μάργκω» [Ιουλιανός, ΜΤΙ 006, 1988].
Ο Γιώργος Θεοδωράκης μπορεί να έγινε γνωστός το 1979, όταν έγραψε μουσική για την ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου Ο Ασυμβίβαστος (με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και την Βέρα Κρούσκα), είχε όμως προηγούμενη θητεία στις ορχήστρες του πατέρα του, ήδη από τον «Μουσικό Αύγουστο» του 1977, αφού είχε διευθύνει και ενορχηστρώσει τα τραγούδια από το έργο «Ο Ήλιος και ο Χρόνος» και μάλιστα προς… pop κατευθύνσεις (όπως αναφέρει και η Gail Holst στο γνωστό βιβλίο της για τον Μίκη Θεοδωράκη, για το οποίον έχω γράψει παλαιότερα).
Επηρεασμένος από τα μεγάλα γκρουπ τού art rock (τους Pink Floyd των 70s, τους Genesis…), τους τραγουδοποιούς της εποχής του (Cat Stevens…) και βεβαίως τις ελληνικές μουσικές και τις μουσικές του πατέρα του, ο Γιώργος Θεοδωράκης δίνει από πολύ νωρίς στίγμα. Το στίγμα ενός ανθρώπου εξοικειωμένου, κατ’ αρχάς, με την τεχνολογία των synthesizers και από ’κει και πέρα με την δημιουργική χρήση τους. Το 1996 στο βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» είχα δύο πρώτα λόγια για τις «Νικοτίνες» του. Με αντιγράφω: «Η δεύτερη εμφάνιση του Γιώργου Θεοδωράκη στη δισκογραφία είχε τίτλο ‘Νικοτίνη αρ. 5,6 & 9’. Ορχηστρική κατά βάση δουλειά, δίνει την ευκαιρία στο συνθέτη να πειραματιστεί με τους συνθετητές αλλά και με φυσικά όργανα (πιάνο, κρουστά, κιθάρα), τα οποία χειρίζεται ο ίδιος και ο Δημήτρης Παπαγγελίδης. Άξια προσοχής προσπάθεια, η οποία όμως δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος στη δισκογραφική αγορά». (Εννοούσα πως έβλεπες ντάνες από απούλητες «Νικοτίνες» στην Ομόνοια, στα μέσα των 90s, με τιμές 2-3 κατοστάρικα, ενώ, σήμερα στο discogs, μια μέτρια κόπια πουλιέται 35 ευρώ και μια καλή αγγίζει τα 70. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα…). Τώρα, στη συλλογή τής Into the Light, έχει καταβληθεί προσπάθεια ώστε να φιλοτεχνηθεί ένα συνολικό πορτρέτο του… ηλεκτρονικού Γιώργου Θεοδωράκη, και αυτή η προσπάθεια είναι απολύτως επιτυχημένη. Ισχύει, δηλαδή, εκείνο που έγραψα τις προάλλες και για το άλμπουμ του Βαγγέλη Κατσούλη στο ίδιο label. Πως το 2LP, στην περίπτωσή μας, λειτουργεί, λόγω της αισθητικής ενότητας και της παράλληλης ηχητικής ποιότητας που το διατρέχει, ως ένα ολοκληρωμένο και αυτοδύναμο έργο. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με ανεμομαζώματα-διαβολοσκορπίσματα, αφού όλα τα tracks είναι με τέτοιον τρόπο τοποθετημένα ώστε να εμφανίζουν μιαν ενότητα.
Να σημειώσω κατ’ αρχάς πως θεωρώ το LP του Γιώργου Θεοδωράκη «Σήμα», ως ένα από τα σημαντικότερα, «κρυφά», των eighties. Τον δίσκο τον είχα αγοράσει με το που βγήκε, το 1983, ακούγοντάς τον δεκάδες φορές εκείνη την περίοδο. Ένα συναρπαστικό, δημιουργικό κολάζ φωνών, field recordings και βεβαίως μουσικών (ηλεκτρονικών και συμβατικών), που κατέληγε σ’ ένα από τα ωραιότερα ελληνόφωνα electro-pop της εποχής, τις «Φυλακές ανηλίκων» (ή «Φ.Α.») σε στίχους Μιχάλη Μαρματάκη (θα το συνέκρινα, ας πούμε, μόνο με δυο-τρία tracks των Χωρίς Περιδέραιο ή με τα καλύτερα της Λένας Πλάτωνος). Το ίδιο κομμάτι ο Θεοδωράκης το ηχογράφησε και στην «Μάργκω» του 1988, αλλά η εκτέλεση του «σήματος» δεν παίζεται. Χαίρομαι λοιπόν γιατί το «Φ.Α.» υπάρχει κι εδώ (είναι το τελευταίο track του 2LP), μεταφέροντας έτσι, μαζί με τα «Δρόμοι του γάλακτος» και «Μόνικο», το πνεύμα του «Σήματος» στις μέρες μας. Πέραν, λοιπόν, αυτών των τριών tracks, στο “Into the Light” ακούγονται και δύο κομμάτια από την «Μάργκω» του 1988. Είναι το εισαγωγικό «Τους κανόνες, το παιχνίδι» και το “Stou”. Με κρουστά Yamaha, ένα DX 7 κι ένα μπάσο Steinberger, ο Θεοδωράκης και οι συνεργάτες του (Νίκος Αντύπας, Σπύρος Νίτης, Νίκος Βαρδής) φτιάχνουν έναν «στρογγυλό» electro ήχο, που θα μπορούσε να θέλξει ακόμη και σήμερα. Εκεί όμως που αξίζει να σταθούμε περισσότερο είναι στα ανέκδοτα tracks, που αποτελούν, βεβαίως, και την πιο μεγάλη έκπληξη.  
Μένω λοιπόν στο “Genesis” (που με παρέπεμψε στις καλύτερες στιγμές των ELO), στην ατμοσφαιρική «Νικοτίνη 2», στο “The Lottery” (από σειρά της ΕΡΤ του ’84, κομμάτι με ελληνικά στοιχεία και με κάτι από… Μίκη), στο “Getaway” (με ήχο à la Tangerine Dream), στο “Ιn conclusion” (δεν ξέρω αν μόνον εγώ ανακαλύπτω, εδώ, κάτι από Mike Oldfield), στο “Relax 1” (που μου δημιούργησε αίσθηση soundtrack), στο “So many flowers” με τα προχωρημένα για την (ελληνική) electro-pop φωνητικά του, στο έξοχο “Escape” (με late 70s ήχο κάπου ανάμεσα σε Tangerine Dream και Michael Hoenig) και τέλος το “The rain” (που κινείται στα όρια της EDM).
Το “The Rules of the Game” ήρθε για να επιβεβαιώσει εκείνο που πάντα πίστευα για τον Γιώργο Θεοδωράκη. Ένας σημαντικός, αλλά κάπως «κλειστός» δημιουργός (εννοώ πως δεν φρόντισε ο ίδιος, μέσα στα χρόνια, να κάνει γνωστότερο το έργο του), που τοποθετείται, επάξια, στην πρώτη γραμμή της ελληνικής ηλεκτρονικής σκηνής, τα τελευταία 35 χρόνια.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

THE MARK LOMAX TRIO Ίσιδα και Όσιρις

Μπορεί να πέρασαν τέσσερα χρόνια από την εποχή του “The State of Black America” [Inarhyme] των Mark Lomax Trio, έχω όμως ακόμη ζωντανό στη μνήμη μου το μέγεθος εκείνης της εγγραφής, την αξία και τη σημασία της – με λόγια απλά ένα από τα κορυφαία jazz άλμπουμ της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα. Έτσι, και παρότι έχει μεσολαβήσει κάποιο σεβαστό διάστημα από τότε, εξακολουθώ να βρίσκω λογική την κατακλείδα της παλαιάς ανάρτησης, πως… σε τριάντα χρόνια, δηλαδή (σήμερα σε είκοσι έξι…) τέτοια άλμπουμ θα αναζητά η Soul Jazz, για την περιγραφή τού jazz underground της εποχής μας.
Μπορεί, πια, ο συγκεκριμένος όρος, το “jazz underground” εννοώ, να έχει βαρύνει περισσότερο προς την αισθητική και λιγότερο προς την κοινωνική πλευρά του, παρά ταύτα η ουσία παραμένει. Το Mark Lomax Trio είναι ένα σπουδαίο συγκρότημα που κρατά από την μήτρα της πιο «μαύρης» jazz του ’60 (John Coltrane, Pharoah Sanders, Archie Shepp, Max Roach κ.λπ.) με το Isis & Osiris[Inarhyme, 2014] να βάζει, αυτομάτως, υποψηφιότητα για ένα από τα σημαντικότερα τζαζ άλμπουμ της χρονιάς. Δεν είναι αυτό το σημαντικότερο, αλλά εκείνο που ακούμε…
Αν στο “The State of Black America” το πνεύμα και η ηθική του ’60 περνούσαν μέσα από ήχους blues, jazz, spirituals και gospel, όπως και από τα διαβάσματα τα σχετικά με τον χαρακτήρα της διαχρονικής «μαύρης συνείδησης», στο “Isis & Osiris” η ουσία δεν αλλάζει. Απλώς συνδέεται με τον πάλαι ποτέ αφροκεντρισμό που διαπέρασε την jazz την ίδιαν εποχή, παρέχοντας το έναυσμα για μία σύγχρονη εκδοχή του. Έτσι κάπως οι τρεις μουσικοί, ο ντράμερ Mark Lomax, ο τενορίστας Edwin Bayard και ο κοντραμπασίστας Dean Hulett ξεκινούν να διαμορφώνουν ένα υλικό στηριγμένο σε κλασικές/ιστορικές συνταγές προσαρμοσμένες, όμως, στις σύγχρονες ηχογραφικές απαιτήσεις.
Το εισαγωγικό κομμάτι “Kemet” διαρκεί έντεκα λεπτά και είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια του άλμπουμ. Το συγκρότημα από την αρχή θέλει να δηλώσει ήχο και ταυτότητα και το πράττει τούτο μέσω μιας ρυθμολογίας που παραπέμπει (αν δεν είναι) σε νουβίτικο σκοπό. Υποβλητική εισαγωγή από τα ντραμς του Lomax, εντυπωσιακή παρέμβαση από τον Hulett σε κοντραμπάσο με δοξάρι και βαθύ/φανταχτερό σόλο από τον Bayard στο τενόρο, σ’ ένα track που σε παρασύρει σε τύπου… Tauhid καταστάσεις. Το ιντερλούδιο σε σόλο μπάσο προετοιμάζει το “Isis”, ένα 8λεπτο απίθανο κομμάτι εντελώς ταξιδευτικής αφήγησης, που σε στέλνει σε άλλους κόσμους. Ο Lomax κάνει φοβερή δουλειά στα ντραμς, τόσο με τις πολυρυθμικές πρακτικές του, όσο και με το γενικότερο feeling, βάθος κτλ. που σκορπίζει στην εγγραφή και σε συνδυασμό με το δημιουργικό ρόλο τού μπάσου οριοθετεί ένα περιβάλλον που ζέει,  πάνω στο οποίο θα έρθει να ακουμπήσει, γαλήνιο, το σαξόφωνο. Το επόμενο δίλεπτο διάλλειμα αφορά στα κρουστά, τα οποία εισαγάγουν το επίσης 8λεπτο “Osiris”. Κλασικός ήχος spiritual jazz με ανεπανάληπτα κρουστά breaks και τενόρο που τρυπάει την ψυχή. Σκέτο χάσιμο. Το επόμενο «διάλλειμα» ολοκληρώνεται σε 40 δευτερόλεπτα προετοιμάζοντας το “Chaos”. Σόλο σε υπερηχητική ταχύτητα από το τενόρο που αλωνίζει, με συνεχή υποστήριξη του ρυθμικού τμήματος, που δουλεύει σε κατάσταση παροξυσμού. Χωρίς διάλλειμα αυτή τη φορά περνάμε στην «Αγάπη», ένα 4λεπτο «κολτρεϊνικό» track με μελωδία (στο τενόρο) από… κάποιου παπά ευαγγέλιο (δεν μπορεί…), πριν την ολοκλήρωση του άλμπουμ με την «Ανάσταση», ένα έντονο track που κινείται σε καθαρές bluesy φόρμες και με το τενόρο να παίζει soli σαν σε κατάσταση πανικού.
Το “Isis & Osiris” του Mark Lomax Trio είναι ένα σπάνιας πληρότητας jazz CD. Το καλύτερο που άκουσα την τρέχουσα χρονιά, ασυζητητί.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΟΓΝΩΣΗ hardcore προγεννήτορες

Οι Απόγνωση ήταν ένα ελληνικό punk συγκρότημα που έδρασε την περίοδο 1984-1987, δίχως να καταφέρει (τότε) να αφήσει κάτι στο βινύλιο (κάποια τραγούδια τους μόνο είχαν μοιραστεί σε δυο κασέτες). Έτσι τριάντα χρόνια μετά και μέσα στο γενικότερο ξανακοίταγμα των eighties, ένα long play τους, το «Δυο Λεπτά Πριν» [Scarecrow/ B-otherSide/ Stand Against Vivisection, 2014], με δεκαπέντε συνολικώς τραγούδια τους (που πρόλαβε κιόλας να κάνει δύο κοπές – η πρώτη σε 323 αντίτυπα και η δεύτερη σε 157, όπως διάβασα στο discogs), έρχεται να μας (ξανα)γνωρίσει αυτήν την μπάντα, που συμπορεύτηκε με την punk ομήγυρη (Γενιά του Χάους, Αδιέξοδο, ANTI..., Ex Humans κ.λπ.), συμμετέχοντας στις καταστάσεις και τα γεγονότα της εποχής. Η έκδοση περιλαμβάνει, επίσης, τετρασέλιδο ένθετο με στίχους και πληροφορίες (στην ελληνική και την αγγλική) καθώς και φωτογραφίες από live του γκρουπ στο Αγρίνιο, τα Μέγαρα και τα Προπύλαια. Ακόμη, τα δεκαπέντε τραγούδια των Απόγνωση είναι παρμένα από τρεις διαφορετικές sessions – δύο στουντιακές και μία live στο Αγρίνιο, άπασες από το 1985. Οι δύο στουντιακές καταλαμβάνουν την πρώτη πλευρά, ενώ η live την δεύτερη (ακούγονται «ζωντανά» έξι από τα τραγούδια της πρώτης πλευράς). Πάμε, τώρα, και στα πιο μέσα…
Η μπάντα ανήκει στην πλέον σκληροπυρηνική κατηγορία του ελληνικού mid-eighties punk (και υπό αυτήν την έννοια οι Απόγνωση είναι ένα συγκρότημα «τομή» για τον χώρο). Το δικό τους hardcore, που δεν έχει να κάνει μόνο με τις μουσικές, αλλά και με τους στίχους, είναι τόσο και τέτοιο, που ξεχειλίζει από κάθε πλαστικό αυλάκι. Στοιχειώδης οργανική συνοδεία, στίχοι οι οποίοι λόγω της ταχύτητας που τραγουδιούνται (ιδίως στα live) δεν γίνονται συχνά αντιληπτοί στην ολότητά τους, θεματολογία που αγγίζει ακραίες αναρχoπάνκ αντιλήψεις. Υπάρχουν βεβαίως τραγούδια με σωστά κοινωνικά μηνύματα, όπως π.χ. το «Ναρκωτικά» («έμποροι του θανάτου παντού σε κυνηγάνε/ το σώμα σου ναρκωτικά γεμίζουν, οι ενέσεις στα όνειρα σε πάνε/ τα προβλήματά σου όμως δεν τα λύνουν»…) και άλλα που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική, όπως το «Ελλάδα» ας πούμε που είναι πνιγμένο στην ιδεοληπτική ξηρασία και τον αρνητισμό («κάψε την γαλανόλευκη σημαία... ξέχνα την υπηκοότητά σου, πέτα την ταυτότητα σου…  κόψε τα δεσμά με την μητέρα Ελλάδα… γαμημένη Ελλάδα»). Μέσα απ’ αυτές τις αντιθέσεις, θα πω εγώ, το συγκρότημα θα επιβιώσει για μερικά χρόνια, πριν κάποια από τα μέλη του αποφασίσουν ν’ αλλάξουν γραμμή, υπηρετώντας από άλλα μετερίζια. Ο τραγουδιστής Γιάννης (Γιάννης Βελής) και ο ντράμερ Τάκης (Τάκης Κούλης) θα ιδρύσουν τους πολύ καλούς Make Believe, τραγούδι(α) των οποίων ακούστηκαν μέχρι και στο MTV(!), ενώ ο μπασίστας Βαγγέλης (Βαγγέλης Φιλαΐτης) θα συνεχίσει στην hardcore διαδρομή, δημιουργώντας στην πορεία τους Αγανακτισμένους Πολίτες, τους Ναυτία φυσικά, για να περάσει κάποια στιγμή και από τους Εκτός Ελέγχου (όπως διαβάζω στο ένθετο).
Η υπενθύμιση λοιπόν της ύπαρξης (και) του συγκεκριμένου γκρουπ έχει (και αυτή) τη σημασία της.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

«Ποτέ δεν σε ξεχνώ», ένα... έκτακτο κείμενο

Πριν δυόμισι χρόνια είχα γράψει στο Δισκορυχείον μία ιστορία για ένα αγαπημένο κομμάτι από τα seventies, το “El Bimbo”. Τις τελευταίες ημέρες διαπίστωσα πως εκείνη η παλαιά ανάρτηση παρουσίασε (και παρουσιάζει) μιαν αυξημένη επισκεψιμότητα, πράγμα που, ομολογώ, με παραξένεψε λιγάκι. Τι είχε συμβεί; Δεν άργησα να ανακαλύψω το λόγο, ανοίγοντας ένα βράδυ την τηλεόραση. Το “El Βimbo”, που το γνωρίσαμε στη δεκαετία του ’70 στην Ελλάδα από τον Γιάννη Πάριο ως «Ποτέ δεν σε ξεχνώ» (στίχοι Πυθαγόρας), ακουγόταν (με… προσαρμοσμένα λόγια) στην τελευταία διαφήμιση του Jumbo. Την είδα μέσα σ’ ένα τέταρτο 2-3 φορές…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/52259

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ κείμενα-μεταφράσεις

Πριν μερικές ημέρες έφυγε από τη ζωή (πρέπει να ήταν γύρω στα 68) μία «μορφή» της εγχώριας μουσικής δημοσιογραφίας, ο Κώστας Θεοφιλόπουλος.
Παρένθεση. Έχω την πληροφορία από δύο διαφορετικές μεριές και μπορώ να πω πως την αναμεταδίδω με βεβαιότητα. Παρά ταύτα αν δεν είναι έτσι, αν έχω υποπέσει σ’ ένα τόσο ολέθριο και βαρύτατο λάθος, είμαι εδώ, εκτίθεμαι, και φυσικά είμαι έτοιμος να υποστώ τις οποιεσδήποτε ηθικές ή νομικές συνέπειες. Το λέω, επειδή δεν έχω προσωπική-προσωπική γνώση του γεγονότος, ούτε κατέστη δυνατόν να βρω μια σχετική ανακοίνωση στα μέσα και τον Τύπο. Τούτο, το τελευταίο, θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο, αν όχι απίθανο. Τέλος, υπάρχουν άνθρωποι που με διαβάζουν και που μπορεί να γνωρίζουν τα σχετικά ή να μπορεί να μάθουν – ένας είναι ο Μανώλης Νταλούκας. Θα παρακαλούσα, λοιπόν, επωνύμως πάντα, μα εντελώς επωνύμως, όσοι μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την είδηση, να το πράξουν. Για την είδηση ή την μη είδηση, όχι για μένα. Κλείνει η παρένθεση.
Περιοδικό Κούρος, Μάης 1971
Αν και ο όρος «μουσική δημοσιογραφία» περιορίζει αρκετά τα ενδιαφέροντα του Κώστα Θεοφιλόπουλου, έτσι όπως εκείνα καταγράφηκαν στα λιγοστά μάλλον κείμενά του, στην δεκαετία του ’70 (κυρίως), προτάσσω την συγκεκριμένη δραστηριότητα, επειδή ήταν από ’κείνες, τις λίγες, που διαμόρφωσαν τη σχέση μου με τη μουσική, και με την γραφή γύρω από τη μουσική, από πολύ νωρίς – από τα πρώτα χρόνια του ’80 όταν έπεσαν, δηλαδή, στα χέρια μου για πρώτη φορά ένα-δυο τεύχη του περιοδικού ΤΖΑΖ, εντός των οποίων έλαμπαν τα δικά του κείμενα.
Η γραφή του Κώστα Θεοφιλόπουλου ήταν μεστή, «βαριά» και απαιτητική. Προϋπέθετε και απαιτούσε την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη, και κυρίως την απαλλαγή του από διάφορες χίμαιρες, που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται, στο χώρο του rock, στην Ελλάδα του δεύτερου μισού των seventies. O λόγος του σφιχτός και με στόχευση, έβαζε διάφορα πράγματα στη θέση τους. Θυμάμαι π.χ. την κριτική του για τις… ροκ εκπομπές του Τρίτου Προγράμματος (αρχές του ’79) και θα ήθελα για αρχή να μεταφέρω ένα πρώτο απόσπασμα. Έγραφε ο Θεοφιλόπουλος (περιοδικό ΤΖΑΖ, τεύχος 6, Μάρτιος 1979):
«Από τα τέλη Δεκεμβρίου (σ.σ. του 1978) εορταστικά(;) το Τρίτο Πρόγραμμα έχει αρχίσει σποραδική αναμετάδοση εκπομπών ροκ-εν-ρολ. Φαίνεται ότι τελικά η ορμητικότητα της μουσικής μπόρεσε να ξεπεράσει τους ‘ιδεολογικούς φραγμούς’ και τα οικονομικά εμπόδια που προφασίζονταν οι διάφοροι υπεύθυνοι προγραμματισμού εδώ και ενάμισι χρόνο. Η προσωπική εμπειρία που είχα –σε δύο ξεχωριστές φάσεις– σχετικά με τη δημιουργία μιας τακτικής εκπομπής ροκ-εν-ρολ μού άφησε ουσιαστικές αμφιβολίες τόσο για τις πολυδιαφημισμένες ποιοτικές απαιτήσεις του διευθυντή του προγράμματος κ. Μ. Χατζιδάκι όσο και για τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι στενοί του συνεργάτες την προβληματική παρουσία του ροκ-εν-ρολ μέσα στο ακαδημαϊκά φορμαλιστικό σχήμα του Τρίτου. Γι’ αυτό και απέφυγα, εσκεμμένα, να παρακολουθήσω τις πρώτες εκπομπές ροκ-εν-ρολ που παρουσιάστηκαν στο διάστημα ενός μήνα (με θέματα αρκετά δύσκολα, όπως το ‘Amazing grace’ της Aretha Franklin, το ‘Blonde on Blonde’ του Bob Dylan, τους Beatles κ.ά.). Όμως στις 2 Φεβρουαρίου 1979 υπέκυψα στον πειρασμό και παρακολούθησα ένα αφιέρωμα στον Elvis Presley από τον κ. Δ. Δανίκα, κριτικό κινηματογράφου στο Ριζοσπάστη, που κράτησε 90 λεπτά. Όταν τελείωσε κατάλαβα πως κάποιος μόλις είχε κατατσαλαπατήσει τα μπλε καστόρινα παπούτσια μου. Τα εισαγωγικά σχόλια του κ. Δανίκα –σε τόνο έκθεσης ιδεών– άρχιζαν με τη συνθηματική αποκάλυψη ότι ο Elvis Presley δεν ήταν μόνο ‘αγοραίος’ (που στην ηθικοπλαστική γλώσσα της ψευτο-ιντελιγκέντσιας σημαίνει ‘κακός’), αλλά και κάτι άλλο. Για μια στιγμή αυτό το κάτι άλλο μού φάνηκε να μένει μετέωρο. Και βέβαια… μια και περίμενε τη σειρά του. Γιατί σε λίγο ακούστηκε η έκφραση-θεσμός ‘η γενιά μας’ (ποια γενιά μας ακριβώς; – ή αυτό είναι άλλο θέμα;). Μετά το δεύτερο αυτό σύνθημα κοινότητας και συνενοχής το ‘κάτι άλλο’ μπόρεσε να προσδιοριστεί: ο Elvis είναι μια μεταφορά της Αμερικής. Θαυμάσια. Μόνο που η άσκηση λύθηκε με τη βοήθεια τυφλοσούρτη και συγκεκριμένα την ανάγνωση ενός αρκετά μεγάλου κομματιού από την ‘Πρισλειάδα’ του Greil Marcus. Δυστυχώς όμως για τον κ. Δανίκα το κείμενο του Marcus δεν έχει γραφτεί για να χρησιμοποιείται σα τυφλοσούρτης. Ζητάει πολλά: κατα-νόηση και συμμετοχή». Τα ενδιαφέροντα είναι από εδώ και κάτω (με τις ανακρίβειες του Δανίκα να σπάνε κόκκαλα), αλλά δεν είναι της στιγμής…
Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος πρέπει να δημοσίευσε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κούρος (τεύχος 2, Μάης 1971). Εκεί υπάρχει και το μοναδικό βιογραφικό του που γνωρίζω, συνταγμένο, μάλλον, από τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Αντιγράφω:
«KOSTAS THEOPHILOPOULOS. 25 ετών. Κοντός. Άνεργος. Αρίστευσε στο Κολλέγιο Αθηνών (αρρένων), αλλά εγκατέλειψε την τελευταία στιγμή τις σπουδές του στο Παρίσι. (ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ). Με σκοτεινό παρελθόν και σκοτεινότερο ή φωτεινότερο μέλλον; Ο ΧΡΟΝΟΣ θα το δείξει. Κοιτάει συνεχώς το ΡΟΛΟΪ του. Μέχρι πριν από λίγο είχε να κάτση ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ στην ίδια θέση. Γράφει πάντοτε στα αγγλικά. HEY BABE!... DON’T YOU DO IT SO FAST-DON’T YOU WANT IT SO LAST. Πίσω από μια αντιπαθητική εμφάνιση κρύβεται μια χρυσή καρδιά». Ακολουθεί ένα σύντομο κείμενο του Θεοφιλόπουλου, στην αγγλική. Η περιγραφή μιας κατάστασης… χημικής υπερέντασης.
Σ’ ένα επόμενο τεύχος του Κούρου (#12, Νοέμβρης 1972), ο Θεοφιλόπουλος μεταφράζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο The Marihuana Papers/ Edited by David Solomon [New American Library, 1966] με κείμενα των Timothy Leary, Charles Baudelaire, Paul Bowles, Allen Ginsberg, Terry Southern, William S. Burroughs και άλλων. Το απόσπασμα έχει τίτλο Points of distinction between sedative and consciousness-expading drugs (δηλ. Σημεία διακρίσεως μεταξύ κατασταλτικών και φαρμάκων διευρύνσεως του πεδίου συνειδήσεως) και ανήκει στον William Burroughs. Το κείμενο είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο γιατί δεν τσουβαλιάζει όλα τα drugs μαζί, αλλά και γιατί δίνει μία πολύ σοβαρή επεξήγηση του τι σημαίνει ψυχεδελική τέχνη. Στη μουσική, στο σινεμά, στη λογοτεχνία παντού. (Για περισσότερες λεπτομέρειες εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/02/william-s-burroughs-70s.html).
Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος συμμετέχει με κείμενό του στο ένατο τεύχος του περιοδικού Σήμα (αφιέρωμα Η ΣΚΗΝΗ), που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του ’75. Το ανάγνωσμα είχε τίτλο «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας» και ήταν γραμμένο από τους Κώστα Θεοφιλόπουλο, Νώντα Βασιλάκο και Νίκο Μανουσάκη (στο Σήμα τα ονόματα των άλλων δύο έχουν μπερδευτεί αφού αναφέρονται ως… Νίκος Βασιλάκος και Νώντας Μανουσάκης – εξακριβωμένο αυτό από δυο-τρεις διαφορετικές πηγές). Πρόκειται για ένα κείμενο επηρεασμένο σ’ ένα μέρος του από την λογοτεχνία του Burroughs, ενώ σ’ ένα άλλο μοιάζει να έχει περισσότερο… πρακτικό χαρακτήρα. Ιδίως στην περίπτωση της εξιστόρησης τού… Έπους του Βόλου (ένα ντοκουμέντο της ελληνικής drug culture των seventies), της περιπέτειας δηλαδή μιας παρέας Αθηναίων να προμηθευτεί ναρκωτικά (βασικά το διεγερτικό Ritalin) από βολιώτικα φαρμακεία στις αρχές του ’73 και όλων εκείνων, τέλος πάντων, που θα ακολουθούσαν…
Τον Δεκέμβριο του 1977 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΤΖΑΖ. Από το τεύχος 3 (Ιούνιος ’78) ο Θεοφιλόπουλος «πιάνει δουλειά» όπως λέμε, ξεκινώντας μία σειρά κειμένων, που δεν άπτονταν, στενά, της jazz, κοιτάζοντας βασικά προς τη μεριά του rock. Επρόκειτο, απλώς, για τα σοβαρότερα, έως τότε, κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στον τόπο μας από έλληνα γραφιά γύρω από την pop, το rock και τα λοιπά… Ο τίτλος του πρώτου εκείνου κειμένου ήταν… Τα Ονόματα: Ποπ και Ροκ, και η αρχή του ήταν έτσι:
«Το 1956 ο Elvis Presley με μια σύνθεση του Otis Blackwell που ονομάζεται Dont be cruel καταφέρνει να χτυπήσει συγχρόνως το πρώτο νούμερο και στα τρία είδη τσαρτς που υπάρχουν – ένα για το κάντρυ, ένα για το ρυδμ εντ μπλουζ και ένα για το ποπ. Η σημασία αυτού του γεγονότος είναι κεντρική. Ένα συγκεκριμένο τραγούδι παρουσιάζεται σαν η κοινή βάση για τρία διαφορετικά μουσικά ιδιώματα που, ως τότε τουλάχιστον, είχαν το καθένα ένα ξεχωριστό κοινό. Αυτό το ενιαίο κοινό που δημιουργείται παίρνει την απόφαση να αγνοήσει τους διαχωρισμούς του παρελθόντος. Γι’ αυτό, μπορούμε να υποθέσουμε ότι από το 1959 και ύστερα, βαθμιαία, η λέξη ποπ και η λέξη ροκ χρησιμοποιούνται αδιάφορα, σα να καλύπτουν την ίδια αισθητική πραγματικότητα. Συχνά, όταν κάποιος μιλάει για ποπ, κάποιος άλλος καταλαβαίνει ότι αναφέρεται σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει ροκ, και αντίστροφα. Ποπ και ροκ παρουσιάζονται σαν αυτόματα συνώνυμα. Όμως αυτή η αυτοματισμένη συνωνυμία αφήνει μια πικρή γεύση στον μελετητή. Σκοπός μου σ’ αυτό το κείμενο είναι να δείξω τους λόγους που την προκαλούν.(…)».
Θα ακολουθούσαν άλλα κείμενα στα επόμενα τεύχη (άρθρα, μεταφράσεις και κριτικές βιβλίων) γύρω από τις early days του rock, της συσχέτισής του με το blues κ.λπ., με κορυφαίο όλων… To Τελευταίο Βαλς: Το Φορτίο και η Λύτρωση (ΤΖΑΖ #6, Μάρτιος 1979). Πρόκειται για μία διεισδυτική ανάλυση της συναυλίας των Band (The Last Waltz), του άλμπουμ που προέκυψε από ’κει και της ταινίας του Martin Scorsese – ένα κείμενο που διαβάζεται και σήμερα με το ίδιο ή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Σ’ ένα Ιδεοδρόμιο της εποχής (#31, 2/7/1979) ο Λεωνίδας Χρηστάκης γράφει για την Μαρία Μήτσορα. Σε κάποιο σημείο διαβάζουμε: «Από το 1971 την έχω συναντήσει 17 φορές στο δρόμο, πάντα συνοδευόμενη από τον Κώστα Θεοφιλόπουλο, που κι εκείνος είχε συνεργαστεί στον Κούρο με μια μετάφραση σχετική με τα ναρκωτικά του Ουίλλιαμ Μπάρροουζ (σήμερα είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού ΤΖΑΖ)…». Το πρώτο βιβλίο της Μήτσορα Άννα Να Ένα Άλλο [Άκμων, Αθήνα 10/1978] είναι αφιερωμένο στον Κώστα Θεοφιλόπουλο.
Τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είναι μία καλή εποχή για τον Θεοφιλόπουλο. Γράφει και μεταφράζει για το ΤΖΑΖ, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο, είναι ανακατεμένος στο Αμφί (όπως και η Μήτσορα εξάλλου), ετοιμάζει τον πρόλογο για το βιβλίο Έλβις: Πρισλειάδα [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, Αθήνα 1978] του Γκρέιλ Μάρκους (ένα κεφάλαιο του Mystery Train), ενώ δίνει κι ένα ωραίο κείμενο στο τραμ (#9, Μάης 1978) υπό τον τίτλο «Τσογλαναρία: Μια καινούρια τρυφερότητα». Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, τα χώνει στον Νίκο Παπαδάκι, εκδότη του περιοδικού Σήμα, γιατί αναδημοσίευσε αποσπασματικά το κείμενό του «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας» από το τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 1975) στο τεύχος 18 (Ιούλιος-Αύγουστος 1977). Γράφει χαρακτηριστικώς:
«Προχθές την Τετάρτη όμως ήμουνα συγχυσμένος. Σκεφτόμουνα αυτόν τον βλάκα τον Δασκαλάκο βλαχο-αιγαιοπελαγίτη, αβανγκαρντίστα της πιο σίγουρης αξίας που μεταξύ Ύδρας και Πανελληνίου Εκθέσεως τη βγαίνει και ως εκδότης Καλλιτεχνικού –καλλιτεχνικού με κεφαλαίο– περιοδικού. Τέχνη όχι αστεία, πολύ ψηλή στάθμη και αξιοπρέπεια, για πολύ λίγους, ας είναι και αγράμματοι. Και τώρα όμως δεν πάνε να κάνουνε ό,τι θέλουν. Τι με νοιάζει εμένα. Αλλά με νοιάζει γιατί ο χαζολεβέντης πήρε ένα κείμενό μου που με το ζόρι είχε δημοσιεύσει πριν δύο χρόνια και με το έτσι θέλω όταν είδε ότι τον βόλευε το ’κοψε, κράτησε μόνο τα αξιοπρεπή κομμάτια και το ξαναπέταξε σε μια άθλια επανέκδοση. Έτσι και να μπορούσα να βούταγα κανένα τούβλο και να του κατέβαζα τη βιτρίνα του παλιομάγαζου-καλλιτεχνικού κέντρου απ’ όπου καθησυχάζει και αυτοναρκώνεται μέσα στη σοβαροφανή ρουτίνα της Ποιότητας και του Εγκύρου».
Μία από τις τελευταίες «έντυπες» παρουσίες του Θεοφιλόπουλου, που μου έρχεται τώρα στο νου, είναι η μετάφρασή του (μαζί με τον Νίκο Σαββάτη) του βιβλίου του τρομπετίστα της jazz-avant Leo Smith Σημειώσεις για τη φύση της μουσικής [Περιοδικό ΤΖΑΖ/ Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1982]. Μετά, από ’κει και πέρα εννοώ, τον έχασα. Δεν θυμάμαι, δηλαδή, να διάβασα κάτι δικό του, αν και δεν το αποκλείω εντελώς… Μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει και κάτι άλλο, που να μην μου έρχεται τώρα στον νου ή να μην το γνωρίζω…
Μέσα στα χρόνια προσπάθησα να εντοπίσω τον Κώστα Θεοφιλόπουλο και να συζητήσω μαζί του. Δεν έγινε κατορθωτό, όχι γιατί δεν μπόρεσα να τον βρω, αλλά επειδή σεβάστηκα, εν τέλει, το γεγονός της απόσυρσής του από τον δημόσιο γραπτό λόγο και δεν ήθελα να επιχειρήσω να «σπάσω» εκείνη την απόφασή του. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω.
Α, και κάτι ακόμη, που παρ’ ολίγο να το ξεχάσω. Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, μαζί με τον Δημήτρη Πουλικάκο και τον Τάσο Φαληρέα, έγραψε τους στίχους στο τραγούδι του Εξαδάκτυλου «Τα παιδιά ειν’ εντάξει» το 1971. Το όνομά του είναι τυπωμένο στην ετικέτα του μικρού δίσκου…

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

LEON OF ATHENS του κόσμου όλου

Τέσσερα χρόνια μετά το “Futrueo León, ή Leon of Athens όπως σήμερα αποκαλείται, επανέρχεται στη δισκογραφία μ’ ένα δεύτερο άλμπουμ. Το Global κυκλοφόρησε πρώτα σε CD την προηγούμενη άνοιξη (mimosas dream records), για να τυπωθεί το καλοκαίρι και σε βινύλιο από την Inner Ear. Δέκα κομμάτια, σχεδόν όλα συνθέσεις του Λέοντα Βερέμη, και πάμε να πούμε λίγα λόγια…
Ένα αρχικό, που φαίνεται με την πρώτη κιόλας ακρόαση του “Global” και ξεχωρίζει όπως και να το κάνουμε, είναι η παραγωγή… τού Σκωτσέζου Tony Doogan (Mogwai, Belle & Sebastian κ.λπ.). Το pop επικάλυμμα δεν είναι προφανές. Έχει γίνει με οίστρο και γνώση, καθότι εδώ μπορεί να έχουμε μεν ένα πρωτογενές pop υλικό (βγάζει μάτι δηλαδή από τις μελωδίες και τους στίχους πως είναι τέτοιο), αλλά από την άλλη υπάρχουν κι ένα κάρο όργανα (ukulele, κιθάρες, κι άλλες κιθάρες, σύνθια, κι άλλα σύνθια, μπάσο, ντραμς, βιολί, πιάνο, τρομπόνι, τρομπέτα…), που θα πρέπει να τοποθετηθούν στα σωστά σημεία, ώστε το συνολικό «πράγμα» να δείξει. Και δείχνει. «Ζεστή» και προικισμένη παραγωγή, χωρίς ακρότητες, και με κατεύθυνση προς το… μεδούλι των τραγουδιών.
Η αλήθεια είναι πως ο Leon of Athens γράφει ενδιαφέροντα κομμάτια – και από πλευράς στίχων και μουσικώς. Τα (αγγλικά) λόγια του είναι απλά, αλλά ουσιαστικά, περικλείοντας κάτι από την αφέλεια (όταν…) των sixties, μεταφέροντας το «χρώμα» και την «ελπίδα» προς πάσα δυνατή κατεύθυνση. Ναι, είναι… ηλιόλουστη η pop του Leon, ακόμη και όταν είναι… συννεφιασμένη, χωρίς να είναι χαζοχαρούμενη. Έχει «αξίες» δηλαδή, οι οποίες προβάλλονται με τον πρέποντα τρόπο. Για παράδειγμα από την side A το κάπως πιο ήπιο-ακουστικό “Lifeline” είναι χάρμα, αλλά και το αμέσως επόμενο “Apartment” που κλείνει την πλευρά, παρ’ όλη την πυκνότητα που εμφανίζει στη διαδρομή (συν τα γυναικεία φωνητικά και τις πολλαπλές κιθάρες), ολοκληρώνεται μέσα σ’ ένα χαλαρό και νηφάλιο κλίμα. Από την δεύτερη πλευρά θα ξεχώριζα την μπαλάντα “Leaving home”, που συνδυάζει τον αέρα μιας σύγχρονης παραγωγής με το… χώμα της ψαγμένης pop των sixties (πολύ ωραία η μελωδία όπως και η ερμηνεία του Leon – πιθανώς το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ).
Μία γενική παρατήρηση (μετά από τις πρέπουσες επαναλήψεις). Ακούγοντας, ξανά και ξανά, τα τραγούδια του Leon μού δημιουργήθηκε στο τέλος η εντύπωση πως, ίσως, θα τους ταίριαζε περισσότερο ο ακουστικός, ή έστω ο… ημι-ακουστικός ήχος. Εξάλλου, τα περισσότερα κινούνται σε αργά και μεσαία tempi, κάτι που ευνοεί τις πιο νηφάλιες ενορχηστρωτικές γραμμές. Δεν υποδεικνύω τίποτα ούτε στον Leon, ούτε στον Doogan… Απλώς σκέφτομαι, φωναχτά, το καλύτερο…
Επαφή: www.inner-ear.gr

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

EXOTICA MUSIC

Αδιαφιλονίκητη σταθερά στη μουσική κάλυψη και ψυχαγωγία, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’50 και μετά, αποτελεί η «εύκολη μουσική» – το λεγόμενο easy listening. Έτσι, και παρόλο τον βομβαρδισμό καινούριων και παλαιότερων όρων που έρχονται και επανέρχονται στο προσκήνιο (exotica, elevator music, muzak, lounge, chill-out, μουσική για σουπερμάρκετ, downtempo, smooth κ.λπ.), η ουσία, γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί η συγκεκριμένη ηχητική επένδυση, δεν αλλάζει. Μία παράλληλη και… ανεπαίσθητη συντροφιά, πίσω από την οποία κρύβονταν, ορισμένες φορές, και πολιτικά παιγνίδια... Κυρίαρχη συνιστώσα του easy listening αποτελεί, από τα fifties ήδη, η αμερικανική exotica…
Η exotica ήταν ένα «εύκολο άκουσμα», με κάποιες κοινωνικοπολιτικές άκρες, αφού πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα ήταν εκείνα που, κυρίως, την επέβαλαν. Έτσι, οι αμερικανικές πυρηνικές δοκιμές στην ατόλη Bikini του βορείου Ειρηνικού ανάμεσα στα χρόνια 1946-1958, ο πόλεμος στην Κορέα (1950-1953) και, πίσω απ’ αυτά, τα προγράμματα της Muzak Holdings Corporation, που σχετίζονταν με την αναπτυσσόμενη πολεμική και στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ ήταν ένα πρώτο βάθρο πάνω στο οποίο πάτησε η μουσική exotica – με το όλον «κλίμα» να φουσκώνει και μέσα από την λαϊκή τέχνη της εποχής (θέατρο, κινηματογράφος, λογοτεχνία), καθώς η επίδρασή της στις μάζες υπήρξε, και εδώ, καταλυτική. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το βιβλίο «Tales of the South Pacific» (1947) του James A. Michener που έγινε αρχικά μιούζικαλ στο Broadway το 1949 από τους Richard Rodgers και Oscar Hammerstein II («South Pacific») και στη συνέχεια ταινία από τον Joshua Logan, στην μεγάλη ακμή, πια, της exotica το 1958. Ακόμη και ο Elvis Presley έπαιξε το ρόλο του στην ανάδειξη της «εξωτικής» κουλτούρας των fifties με τις επισκέψεις, τις συναυλίες και τις ταινίες του στη Χαβάη (από τον Νοέμβριο του ’57 και μετά), που έρχονταν σε συγχρονισμό με την ανάδειξη της νησιωτικής Πολιτείας ως πεντηκοστής των ΗΠΑ, τον Αύγουστο του 1959. Επίσης, ένας εκ των υστέρων αδιάψευστος μάρτυρας τού τι ακριβώς παιζόταν μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές των ΗΠΑ είναι τα εξώφυλλα των σχετικών άλμπουμ, στα οποία είναι ολοφάνερο το «άγχος» των Αμερικανών να δώσουν μιαν ειδυλλιακή εικόνα του κόσμου (εκείνου του… Pacific κόσμου), πίσω από τον οποίον διεξάγονταν, συχνά, βρώμικα παιγνίδια. Η exotica, δηλαδή, ερχόταν να καλύψει πολιτικές επιλογές και αποφάσεις που σχετίζονταν με την εδαφική και θαλάσσια κυριαρχία στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην ακμή του «ψυχρού πολέμου». Τρεις ήταν οι (βασικοί) μαέστροι πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η αμερικανική exotica στη δεκαετία του ’50. Τα ονόματά τους: Les Baxter, Martin Denny και Arthur Lyman…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/52196
 

MASSIMILIANO ROLFF κραυγή

Από τους διακεκριμένους ιταλούς κοντραμπασίστες (της jazz) της κάπως νεότερης γενιάς, ο Massimiliano Rolff (γενν. το 1973) έχει τέταρτο άλμπουμ ως leader, στην εταιρεία BlueArt. Λέγεται Scream!”, διαθέτει τα επαινετικά λόγια του Enrico Rava (γραμμένα στο μέσα μέρος του digipak), όντας απλό, μεστό και… κατανοητό, ενώ το φέρνει εις πέρας μια τετράδα άψογων στη συνεργασία τους μουσικών (Fabio Giachino πιάνο, Nicola Angelucci ντραμς, Caldero κρουστά, Massimiliano Rolff κοντραμπάσο), με δυναμική και σταθερή παρουσία στα ιταλικά πάλκα.
Με υλικό, βασικά, πρωτότυπο (τα επτά από τα εννέα tracks είναι συνθέσεις του Rolff, ενώ διασκευάζονται και δύο στάνταρντ, το “Bye-ya” του Thelonious Monk και το “Someone to watch over me” του Gershwin), και κυρίως με την αίσθηση πως ό,τι φθάνει στ’ αυτιά μας αντιπροσωπεύει πλήρως την γενική ιδέα που έχουμε για την jazz, όταν εκείνη αποδίδεται από… αφηγηματικούς Ιταλούς, το “Scream” στηρίζεται σε κλασικές συνταγές, αμέσου αποτελεσματικότητας. Έμφαση στις μελωδίες, αφού ακόμη και οι αυτοσχεδιασμοί είναι, πάντα, πάνω και κοντά σ’ αυτές, προφανές ενδιαφέρον για τον λυρισμό που μπορεί να μεταφέρει μία εγγραφή, ενισχυμένο ρυθμικό τμήμα (με τα κρουστά του Κουβανού να παρέχουν, όπου απαιτείται μία εξωτική πινελιά), πιάνο (και πιανίστα) που μπορεί να απλώσει το παιγνίδι, δίνοντας την ευκαιρία σε όλους να δείξουν και ν’ αποδείξουν τις σολιστικές και ομαδικές ικανότητές τους. Υπάρχουν συνθέσεις στο “Scream!” που σε κερδίζουν με τον τρόπο που είναι αρθρωμένες, αφού η «άνεση χρόνου», το μέσο τέμπο, και η αβίαστη αφήγηση λειτουργούν πάντα προς μια ταύτιση… μεσογειακού τύπου, με τα λίγα σχετικώς ρυθμικά tracks (“Focus”) να δρουν σαν ιντερλούδια, ανάμεσα στις πιο «σύνθετες» και «απαιτητικότερες» στιγμές. Γενικώς ένα άλμπουμ «καθαρό», που μπορεί από τη μια μεριά να μην διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, προσφέρει όμως από την άλλη στιγμές πηγαίου και αληθινού αισθήματος (“Far away, your eyes”).

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Φ78 κ Φ89 ποιήματα για Πόκεμον

Πρόκειται για μία παράξενη πορτοκαλί και πολύ περιποιημένη κασέτα μικρής διάρκειας (δεκατρία λεπτά η πρώτη πλευρά και έντεκα η δεύτερη) της ομάδας Φυτίνη, που περιέχει τραγούδια για φωνή (Ιωάννα Μετζοφόρτη) και πιάνο (Αλεξανδρόσος). Τι τραγούδια; Τραγούδια, που άλλοτε έχουν τη μορφή ενός σύγχρονου lied, ενώ άλλοτε ακούγονται κάπως πιο συμβατικά (έως και pop) και τα οποία σχετίζονται με την κουλτούρα των Πόκεμον – τη γνωστή ιαπωνική σειρά βιντεοπαιχνιδιών και κινουμένων σχεδίων, με τα οποία μεγάλωσε (και) μία γενιά ελληνοπαίδων, εκεί προς τα τέλη των 90s. Τα τραγούδια φανερώνουν κάτι σοβαρό (από την μεριά των εμπνευστών του project), που δεν ξέρω αν είναι αμέσως φανερό (για όποιον ακούσει την κασέτα και διαβάσει τα στιχάκια στις χρωματιστές καρτούλες). Επιχειρείται μια «κλασικοποίηση» των «Ποιημάτων για Πόκεμον». Nα εμφανισθούν δηλαδή μ’ έναν τρόπο συνθετικό, στιχουργικό και ενοργανικό που να παραπέμπει σε έργο κάποιας παλαιότερης δεκαετίας. Πιθανώς, δια αυτού του τρόπου η ομάδα Φυτίνη να θέλει να δηλώσει πως και τα Πόκεμον δεν πρέπει να ιδωθούν ως κάτι ξεχωριστό, ως κάτι «απ’ έξω», που διαφοροποιείται σώνει και καλά από την… Λιλιπούπολη ή από την Θεία Λένα. Και αυτό είναι αλήθεια.
Εγώ, ας πούμε, που δεν έχω την παραμικρή ιδέα της χρήσης και της σημασίας των Πόκεμον, αντιλαμβάνομαι και αποκωδικοποιώ τα συγκεκριμένα τραγούδια με όρους παρελθόντος. Πέφτω στην «παγίδα» δηλαδή της Φυτίνης… να αντιμετωπίσω τα σχιστομάτικα τερατάκια κάπως σαν τα στρουμφάκια (με τα οποία επίσης δεν μεγάλωσα – είμαι παλαιότερος) ή τις φιγούρες του Disney (πέφτουμε στην κλάση μας…). Το αποτέλεσμα ομολογώ πως είναι πάντα ευχάριστο, όταν δεν είναι εκπληκτικό («Η μπάγια ρούμπα της Σανφλώρας», «Φαντασία γύρω από τον Scyther»).

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

η YANKA στην Ελλάδα του 1965

Παρότι μέχρι και σήμερα η yanka παραμένει δημοφιλής στα παιδικά πάρτυ ή τις τουριστικές ελληνικές βραδιές στα νησιά, δεν παύει να είναι ένας χορός που εμφανίστηκε στη χώρα μας και ολοκληρώθηκε, έτσι κάπως σαν αισθητική πρόταση, μέσα στο 1965. Εννοώ, δηλαδή, πως το 1964 ήταν άγνωστη, ενώ το 1966 είχε περάσει πια η πολύ μεγάλη μπόρα και υπήρχαν μόνον κάτι… λούμπες. Όλα ξεκίνησαν, φυσικά, με το περίφημο “Jeronimo yanka”, που πρέπει να ηχογραφήθηκε από τους Forminx στις πρώτες ημέρες του ’65. Επειδή ορισμένοι… αναλφάβητοι διαδίδουν πως το κομμάτι αυτό ήταν κλεμμένο από τον Παπαθανασίου, θα πρέπει να πω πως το “Jeronimo yanka” ποτέ δεν θεωρήθηκε σύνθεση του Βαγγέλη Παπαθανασίου (και πολύ περισσότερο του Νίκου Μαστοράκη).
Όποιοι έχουν ένα από τα… δεκάδες χιλιάδες 45άρια που τυπώθηκαν σε ετικέτα Decca [48-PL 8049] θα έχουν προσέξει πως στα credits του κομματιού αναγράφεται το… “Arr. N. MastorakisW. Papathanassiou”. Εκείνο το… “Arr.”, που σημαίνει “Arrangement” (ψιλά γράμματα για τους… αναλφάβητους), δηλώνει βεβαίως πως το κομμάτι ήταν διασκευή και όχι πρωτότυπο. Ποιος το είχε γράψει όμως; Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ζήτημα, ok, αλλά να εμφανίζεται από τους… κουμπούρες-σκανδαλοθήρες-κουτσομπόληδες του ελληνικού ροκ σαν κλεψιμέικο από τον Παπαθανασίου πάει πολύ. Τι είχε συμβεί; Υπάρχουν δύο μαρτυρίες από τον Νίκο Μαστοράκη, τον μάνατζερ τότε των Forminx (μία της εποχής, που έχει μεγάλη σημασία) και μία νεότερη. Ας ξεκινήσω από την πρώτη. Γράφει ο Νίκος Μαστοράκης, στενός συνεργάτης των Forminx το ξαναλέω, στο τεύχος #37 των Μοντέρνων Ρυθμών (1/9/1965) απαντώντας σε ορισμένα ζητήματα που είχαν θέσει οι Juniors:
«(…)Και στο θέμα της ‘γιάνκας’. Δεν ισχυρίσθηκα ποτέ ότι οι Φόρμιγξ δημιούργησαν την γιάνκα. Ούτε ότι ο ‘Τζερόνιμο’ ήταν δική τους σύνθεσι. Πολλές φορές όμως, μια ιδέα εκτιμάται περισσότερο από την δημιουργία. Η ιδέα στην προκειμένη περίπτωση, ήταν να γυρίσουμε με τους Φόρμιγξ σε δίσκο το θέμα και τον χορό. Η φινλανδική μελωδία διασκευάστηκε, και γνώρισε την τεράστια επιτυχία που ξέρετε. Οι άλλες εταιρίες, που μέχρι εκείνη τη στιγμή απέκρουαν τα ελληνικά συγκροτήματα σαν κάτι αποδιοπομπαίο, για να αντιδράσουν εμπορικώς τα δέχτηκαν. Έτσι οι Τζούνιορς γύρισαν την ‘Γιάνκα σπέσιαλ’, οι Τσαρμς την διασκευή τους πάνω στο ‘Τζερόνιμο’, ο Λαυράνος την ίδια γιάνκα. Κι όλοι –από ένα λάθος δικό μας– έμαθαν την γιένκα σαν γιάνκα, γιατί ακριβώς από τους Φόρμιγξ ξεκίνησαν να κάνουν ό,τι έκαναν. Δεν τους κατηγορώ για μίμησι, αλλά απαιτώ απ’ όλους αυτούς που πάνω στις πρωτοτυπίες τις δικές μου και των Φόρμιγξ στηρίζουν την σημερινή τους εργασία, να σέβωνται και αυτούς και εμένα(…)».
Χρόνια αργότερα, σ’ ένα επεισόδιο του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα (του Στέλιου Κούλογλου), που είχε τίτλο «Τα δικά μας 60s - Μέρος Β» και που ανέβηκε στο YouTube την 26/4/2013 ακούμε τον Νίκο Μαστοράκη να λέει:
«Κάποια στιγμή, στη Ρέμβη στη Θεσσαλονίκη, όπου έπαιζαν οι Forminx είχε έλθει ένα γκρουπ από Φινλανδούς και χόρεψαν αυτό τον περίεργο χορό, δεξιά αριστερά, ο ένας πίσω από τον άλλο. Και καθίσαμε με τον Βαγγέλη τον Παπαθανασίου και με τον αδελφό του τον Νίκο κι είπαμε… δεν φτιάχνουμε την ελληνική έκδοση; Κι η γιάνκα άρχισε να χορεύεται στα μαγαζιά, τα κλαμπ, στα ρεσιτάλ, στα σπίτια… Δεν μπορούσε ποτέ κανείς να πιστέψει ότι ένα 45αράκι, με το “Jeronimo yanka”, θα πούλαγε μέσα σ’ ένα μήνα, όσο πούλαγαν κανονικά σ’ ένα χρόνο τα μεγαλύτερα λαϊκά σουξέ».
Έψαξα στην ψηφιακή Μακεδονία και βρήκα στο φύλλο τής 29/12/1964 (ημέρα Τρίτη) καταχώρηση σχετική με μιαν εμφάνιση των Forminx στη Ρέμβη (κέντρο της Θεσσαλονίκης) την Δευτέρα 4/1/1965, σ’ ένα χορό με αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας των αποφοίτων του ελληνογαλλικού κολεγίου τού Αγίου Βικεντίου. Αν είναι έτσι τα πράγματα είναι πολύ πιθανόν σ’ εκείνο τον χορό να πληροφορήθηκαν, για πρώτη φορά, την ύπαρξη του φινλανδικού σκοπού (θα διαπίστωσαν προφανώς και το «σώσε» που θα γινόταν), και επιστρέφοντας στην Αθήνα θα μπήκαν μάνι-μάνι στο στούντιο για να τον διασκευάσουν και να τον ρίξουν στην αγορά. Εκείνο που μένει αδιευκρίνιστο είναι το… γκρουπ των Φινλανδών στην Ρέμβη, που χόρεψε αυτόν τον «περίεργο χορό». Τι να εννοεί ο Μαστοράκης; Πώς μαζί με τους Forminx υπήρχε και κάποιο (άλλο) φινλανδικό μουσικό συγκρότημα στην γιορτή κι έπαιξε την… γιάνκα; Δύσκολο αυτό. Πως κάποια παρέα Φινλανδών ήταν προσκεκλημένη στον χορό των αποφοίτων αυτοσχεδιάζοντας την… γιάνκα με τίποτα κιθάρες και κρουστά ή μήπως είχε βρεθεί στα χέρια κάποιου καλεσμένου ένα από τα δισκάκια… γιάνκα, ένα από τα πολλά, εν πάση περιπτώσει, που κυκλοφορούσαν ήδη στην αγορά από το ’63 (και όχι μόνο στην Φινλανδία); Δεν ξέρω… Σε κάθε περίπτωση, πάντως, την 30/1/1965 (τόσο νωρίς!) απονέμεται στους Forminx «ασημένιος δίσκος» για τις πωλήσεις του “Jeronimo yanka” στο Ακροπόλ Παλλάς.
Από το οπισθόφυλλο του σχετικού 45αριού των Forminx. Το σκίτσο του Jeronimo ήταν του Νίκου Παπαθανασίου...
Τώρα, για τι πωλήσεις ακριβώς μιλάμε δεν είναι καθόλου μα καθόλου σίγουρο (πιθανώς η βράβευση να ήταν ένα εμπορικό κόλπο δηλαδή, στο πλαίσιο της γενικότερης προώθησης), καθότι το τραγούδι δεν υπάρχει καν στο Top 30 των Μοντέρνων Ρυθμών του τεύχους #24 (10/2/1965) –στο τεύχος, δηλαδή, στο οποίο διαβάζουμε για την απονομή–, ενώ στο Top 30 του τεύχους #25 (24/2/1965) εμφανίζεται μόλις στην θέση 17 (με το “Special 65 yanka” των Juniors να είναι στο νούμερο 19). Όμως το “Jeronimo yanka” είχε ορμή. Στο επόμενο Top 30 τής 10/3/1965 βρίσκεται στο νούμερο 8 (ακολουθεί κατά πόδας το “Special 65 yanka” στο νούμερο 9), ενώ στο Top 30 τής 24/3/1965 πιάνει κορυφή, με δεύτερο το “All day and all of the night” των Kinks, δέκατο το “Special 65 yanka” και δέκατο πέμπτο το “Jenka beat” (επίσης των Forminx – ίσως η ωραιότερη yanka που ηχογραφήθηκε ποτέ στην Ελλάδα και όχι μόνο). Η πορεία του “Jeronimo…” από ’κει και πέρα υπήρξε καθοδική, αφού στο Top 30 τής 21/4/1965 βρίσκεται στην θέση 29, ενώ στο επόμενο τής 12/5/1965 είναι πλέον έξω από το Top – είναι όμως μέσα το “Babiesyanka” των Juniors (στη θέση 18), που σημαίνει πως ο χορός είχε ακόμη δυναμική (το συγκεκριμένο track θα φιγουράρει στο Top 30 μέχρι την 4/8/1965 συμπληρώνοντας εκεί σχεδόν τρεις μήνες).
Μετά τον Αύγουστο του ’65 η τρέλα της yanka είχε οπωσδήποτε υποχωρήσει, παρότι όλην εκείνη την περίοδο φαίνεται πως επωφελήθηκαν ή επιχείρησαν να επωφεληθούν πολλοί (και πολλές εταιρείες), αφού εκτός των Forminx και των Juniors… γιάνκες ηχογράφησαν οι Charms (“Yanka” στην Popular – το εμφανίζουν ως traditional και δεν ήταν μακριά από την αλήθεια), οι Γαλαξίες («Γιάνκα για μικρά παιδιά» σε ετικέτα ROL), ο Tony Pinelli με την Athinea Orchestra (“Rosalie yanka” και “Yiovanna yanka” και τα δύο μάλλον στην Lyra), οι Spiders (“Penguin, jenka” στην Polydor), οι Dragons (“Acropolis yanka” στην RCA Victor), οι Sea-Gulls (“Safari jenka” στην Pan-Vox), οι Orchestre Aris-Alba (“Nicolassa yanka” στην RCA Victor), ο Τίνο Ανδροκλής και οι Σολίστες του («Παίξε γιάνκα» στην Simonetta), αλλά και συνθέτες όπως ο Μίμης Πλέσσας (“Greek jenka” στην Lyra, ένα κομμάτι που ακούγεται στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου Μια Τρελλή Τρελλή Οικογένεια και το οποίο χορεύουν οι Αλέκος Τζανετάκος και Κατερίνα Γώγου) και ο Γεράσιμος Λαβράνος… Αλλά, εδώ, αξίζει να σταθούμε κάπως παραπάνω…
Ο Γεράσιμος Λαβράνος ηχογραφεί κομμάτι υπό τον τίτλο “Jeronimo yanka”(!), διασκευασμένο από τους Ν. Μαστοράκη, Ε. Παπαθανασίου, αλλά και από τον ίδιο τον συνθέτη, σχεδόν ταυτοχρόνως με τους Forminx. Κυκλοφόρησε μάλιστα και σε 45άρι [Philips 6025] με πίσω πλευρά το “Kangaroo yanka” (που έμοιαζε κάπως με boogaloo!). Όταν όμως το “Jeronimo yanka” με τους Forminx ακολουθούσε τον δρόμο προς την κορυφή, το 45άρι του Λαβράνου αποσύρθηκε από την κυκλοφορία (προφανώς, για να μην μπερδεύει ο κόσμους τους… Τζερώνυμο), για να ξαναβγεί (στην ίδια ετικέτα και με τα ίδια νούμερα) με πρώτη πλευρά ένα… “Doint the jenka” (που ήταν ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο… λαβρανικό “Jeronimo yanka”). Δηλαδή –και για να μην σας μπερδεύω– στην δεύτερη έκδοση άλλαξε απλώς ο τίτλος του κομματιού, ενώ προστέθηκε στα credits και το στοιχείο πως το “Doint the jenka” στηριζόταν στην διασκευή κάποιου… Jean Rhode (θα πω στην συνέχεια ποιος ήταν αυτός ο… Jan Rohde και όχι Jean).
Τα δύο 45άρια του Γεράσιμου Λαβράνου, αυτό και το προηγούμενο, έχουν ολόιδιους κωδικούς, αλλά διαφορετικούς τίτλους κομματιών (στην πρώτη, πάντα, πλευρά). Οι μουσικές είναι ίδιες βεβαίως...
Ο Λαβράνος, όμως, επειδή ήταν έξυπνος και παρατηρητικός, πρόσεξε πως ένας παραδοσιακός σκοπός της πατρίδας του της Κέρκυρας, η πασίγνωστη «Πέρδικα» (ένας συρτός σε 2/4), έμοιαζε πολύ με την yanka! Δεν ήταν μόνον ίδιος ο ρυθμός (κομμένος στα τέσσερα – σε δύο ή τέσσερα τέταρτα), αλλά έμοιαζε και η μελωδία, ή εν πάση περιπτώσει προσαρμοζόταν άνετα σ’ εκείνη του φινλανδικού σκοπού. Το μόνο που έπρεπε να γίνει ήταν ν’ ανεβούν κάπως οι στροφές, το μπιτ (το τέμπο εννοώ). Και όντως. Η yanka θα μπορούσε να ήταν εντελώς… κερκυραϊκή (και καθόλου φινλανδική!) με το 45άρι του Λαβράνου “Jerry jenka/ Corfu jenka” [Philips 6030] να το αποδεικνύει περίτρανα. Όχι τυχαίως η yanka χορεύεται ακόμη και σήμερα στην Κέρκυρα – βοηθούν και οι τουρίστες, φυσικά, σ’ αυτό.
Να σημειώσω, επίσης, κάτι, που μπορεί να φαίνεται «τρελό», αλλά δεν είναι. Η yanka, μέσα στο 1965, θα περάσει και στην λαϊκή πίστα, ενώ θα τυπωθούν για τις σχετικές ανάγκες και τα ανάλογα λαϊκογιάνκα 45άρια. Ανάμεσα σ’ αυτά και η «Λαϊκή γιάνκα» των Θανάση Λώλου - Ηλία Μεγαλούδη με τον Βασίλειο Θεσσαλό στην Ρυθμοφών, το «Τα νειάτα φεύγουν (γιάνκα)» του Γ. Κονιτόπουλου με τον Δημήτρη Κρίτσαλο στην RCA Victor, το «Νιάου νιάου γιάνκα» του Δημήτρη Γκούτη με τους Σπύρο και Ζωή Ζαγοραίου στην Parlophone, το «Το μπουζούκι παίζει γιάνκα» με τον Λέανδρο Μπουρνέλη, το “One yanka for you” πάλι με τον Θεσσαλό και δεν συμμαζεύεται… Ακόμη και οι Athenians of Toronto στον Καναδά θα ηχογραφήσουν τον χορό στο EP τους «Όλο τον κόσμο γύρισα/ Δεν μπορώ/ Γιάνκα/ Ό,τι σου ’πανε για μένα» [Athenian Company], όπως πληροφορούμαι από την ανάρτηση για τους Ελληνοκαναδούς στο site της B-otherSide records. Για δε το γεγονός πως ακόμη και οι βασιλόφρονες εφηύραν την δική τους yanka («Γιάνκα χορεύει και η Άννα Μαρία/ Γιάνκα χορεύει και ο βασιλεύς/ Γιάνκα χορεύει και η Αλεξία/ μέσα στις φασκιές») δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αφού ο καθένας θα μπορούσε να ταιριάξει στον σκοπό ό,τι στιχάκι του κατέβει.
Η yanka δεν είχε ουσιαστικό πρόβλημα να διεισδύσει και στην νεολαία της Αριστεράς της εποχής, στην Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ) δηλαδή. Ακούμε την τότε «λαμπράκισσα» Άννα Βαγενά να λέει στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα (Τα δικά μας 60s, Mέρος Β): «Θυμάμαι σ’ ένα χορό που έγινε στο Αλκαζάρ. Είχαμε χορέψει σέικ και γιάνκα επίσης, και πιαστήκανε από τη μέση αγόρια και κορίτσια κι είχε γίνει μεγάλο θέμα. Ότι… πώς να πούμε… τα παιδιά τα δικά μας μπορούν να χορεύουν τέτοιους χορούς ξενόφερτους και φοβερούς». Για ν’ ακολουθήσει ο Χρόνης Μίσσιος: «Και λέω… τα παιδιά τραγουδάνε και χορεύουνε Μπητλς, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Οπότε γυρίζει ο Μίκης και με κεραυνοβολεί. Μου λέει ‘σε παρακαλώ Χρόνη, έτσι, να μη λέμε και ανοησίες εδώ μέσα’. Και μου τραβάει ένα χέσιμο δικαιολογημένα, για το τι ήταν οι Μπητλς να πούμε…». Το ζήτημα το θέτει στη σωστή του βάση ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης (τότε πρόεδρος της ΔΝΛ), πάντα από το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα: «Εκεί λοιπόν το (ραδιόφωνο) στο λεωφορείο έπαιζε μια μουσική αμερικάνικη, απ’ αυτούς τους ωραίους χορούς τους αμερικάνικους που τα παιδιά χορεύουν απέναντι… ροκ εν ρολ, κάτι τέτοια πράγματα κ.λπ. Τα κορίτσια και τ’ αγόρια ενθουσιασμένα γιατί κάναν τη δουλειά τους… μέσα στο λεωφορείο άρχισαν ζευγάρια να χορεύουν ροκ εν ρολ. Είχαμε λοιπόν στο λεωφορείο μέσα κάποιον από τα παλιά, με άσπρα μαλλιά, ο οποίος ερχόταν για να επιβλέψει κάπως… το ’ξερα εγώ αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Καθόμουν πίσω-πίσω. Και πάει και το κλείνει αυτό (το ραδιόφωνο). Τα παιδιά λοιπόν μείνανε κατάπληκτα… τι γίνεται, το κόμμα μάς απαγορεύει να χορεύουμε; Πάω λοιπόν εκεί… δεν του λέω τίποτα… τι κάνεις… ανοίγω (το ραδιόφωνο) και άρχισα να χορεύω εγώ ροκ εν ρολ που ήμουν πρόεδρος». Αυτά… τα προφανή.
Στο τεύχος #35 των Μοντέρνων Ρυθμών (4/8/1965) ο Λευτέρης Κογκαλίδης πιθανώς να είναι ο πρώτος που γράφει στην Ελλάδα για την… φινλανδική yanka. Διαβάζουμε ακριβώς: «Η ‘γιένκα’ ξεκίνησε πρόπερσι τον Ιανουάριο (σ.σ. του 1963) από την Βόρειο Φινλανδία. ‘Λέτκις’ σημαίνει ρυθμός και όχι ας φιληθούμε». Και όπως γράφει και η Wikipedia για την Letkajenkka ή απλώς Letkis: «Πρόκειται για φινλανδικό χορό, ένα μουσικό στυλ που έγινε δημοφιλές ανάμεσα στα χρόνια 1963-65. Βασίστηκε στην ιδέα να παρουσιαστεί η jenkka χωρίς παραδοσιακά όργανα (βιολί, ακορντεόν). Έτσι, στις αρχές των sixties, κάποιοι συνθέτες σκέφτηκαν να γράψουν jenkka σκοπούς για πιο σύγχρονες μπάντες χρησιμοποιώντας πνευστά, ή ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσο και ντραμς. Ο πρώτος που εισήγαγε ένα τέτοιο τραγούδι (“Letkajenkka”) ήταν ο Erik Lindström. Μια σουηδική μπάντα, οι Adventurers, το ηχογράφησαν (σ.σ. ως ορχηστρικό) σπρώχνοντάς το στο φινλανδικό chart. Λίγο αργότερα, ο Jan Rohde, ένας Νορβηγός που είχε γεννηθεί στις ΗΠΑ, το ηχογράφησε συνοδευόμενος τόσο από τους Adventurers, όσο και από τους Wild Ones (σ.σ. με αγγλικά στιχάκια, ως “Doin’ the jenka” με τους μεν και ως “Letka jenka” με τους δε). Η εκτέλεση των Wild Ones πέρασε την Βαλτική, μπαίνοντας στο ολλανδικό chart – εκεί που έβλεπες κάποια στιγμή τέσσερα letkis να στριμώχνονται στον κατάλογο των επιτυχιών. Μισό χρόνο αργότερα, ο Rauno Lehtinen ακολούθησε με το “Letkis”, κομμάτι (σ.σ. ορχηστρικό με πνευστά) που έμελε να αποδειχθεί το δημοφιλέστερο του είδους. Ηχογραφήθηκε με την ορχήστρα του τον Αύγουστο του ’63, για να γίνει ακόμη πιο αγαπητό από την ορχήστρα του Ronnie Kranck, όταν ηχογραφήθηκε ξανά τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς».
Την διετία 1964-65 η yankajenka καλύτερα) ακουγόταν και χορευόταν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και ακόμη στην Λατινική Αμερική και την Ιαπωνία. Έτσι, έχουμε στην Ιταλία, ανάμεσα σε άλλους, τους Barimars (“Canguro jenka”στην Cetra), τους Imperial Seven (“Letkiss-jenka” στην CBS) και τον Marino Marini (“Letkis-jenka” στην Durium), στο Βέλγιο τον Ben Amaury (“Jenka-jenka” στην Selection), στην Νορβηγία τους Saunters (“Jenka-toget” στην Triola), στην Ολλανδία τους Dutch Swing College Band (“Letkis jenka” στην Philips) και τους Het Cocktail Trio (“Pretka-jenka” στην Imperial), στην Σουηδία την Lill Babs (“Letkis-jenka” στην Karusell), στην Τσεχοσλοβακία τους Sláva Kunst se Svým Orchestrem (“Letkiss-Jenka” στην Supraphon), στην Ουγγαρία τους Club Ensemble (“At the jenka show” στην Qualiton), στην Ρουμανία την Orchestra Electrecord (“Jenka, yes my darling” στην Electrecord), στην Γιουγκοσλαβία τους 4M (“Jenka song” στην Jugoton), στην Δυτική Γερμανία τον Roberto Delgado (“Letkiss” στην Polydor) και τον Jeff Jackson (“Baby-jenka” στην International), στην Γαλλία τον Georges Jouvin (“Letkiss jenka”, η εκτέλεση αυτή ακούστηκε και στην Ελλάδα σε δισκάκι της His Masters Voice), στην Αργεντινή τον Piero Sancho (“Letkiss-yenka” στην Odeon) κ.λπ. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, τι γινόταν σ’ ένα παράλληλο, χορευτικό κύκλωμα πίσω από τα τραγούδια των Beatles, των Rolling Stones, των Kinks και όλων των υπολοίπων...
ελληνική έκδοση με φινλανδικές... γιάνκες
Μετά τον Μάρτιο του ’65, όταν το “Jeronimo yanka” είχε πιάσει κορυφή και πουλούσε σαν τρελό, η ελληνική RCA Victor δεν χάνει την ευκαιρία να πλασάρει στην Ελλάδα μία σειρά από «αυθεντικές» φινλανδικές γιάνκες, κόβοντας τα ανάλογα 45άρια. Βασικά το “Letkis/ Sekaletka” [47 g 1116] –το πρώτο από τους Finnish Jenka All-Stars υπό τον Ronnie Kranck, ενώ το flip-side πάλι από τους ίδιους υπό τον Rauno Lehtinen–, και ακόμη τα “Letkis - yanka/ Amado mio” από τον Ronnie Kranck (μάλλον ήταν το πρώτο της σειράς) και “Kanttorin jenka/ Juna - jenka” από τον Rauno Lehtinen. Ακόμη μετονόμασε σε… “Java - yanka” το hitJava” του Al Hirt, που δεν είχε ουδεμία σχέση με yanka, αλλά θα μπορούσε με λίγη προσπάθεια να χορευτεί στο yanka style κ.λπ., κ.λπ. Μάλλον μάταιη προσπάθεια, καθότι το ένα μετά το άλλο τα ελληνικά συγκροτήματα ηχογραφούσαν ήδη τις δικές τους (νεανικές) γιάνκες, αφήνοντας τις trad και jazz γιάνκες για τις γερουσίες…