.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Γιατί διάφορα ελληνικά συγκροτήματα επενδύουν τον τελευταίο καιρό στους ήχους τής americana;

Η “americana” σαν όρος δεν είναι πολύ παλιός –θυμάμαι να διαβάζω γι’ αυτήν στα ξένα περιοδικά περί τα μέσα των nineties– όμως σαν περιεχόμενο είναι παμπάλαιος. Και ακριβώς σ’ αυτήν την «παλαιότητα» στηρίχτηκε η σχετικώς πρόσφατη εμπορική επιτυχία ενός είδους που κρατάει από τις πρώτες απόπειρες του country blues και του λευκού blues της δεκαετίας του ’20, πριν επεκταθεί προς τις Dust Bowl Ballads του Woody Guthrie, το bluegrass των Απαλαχίων (late forties), το rock n’ roll, το country-rock του ’60 και του ’70, το desert rock του ’80, μα και προς ό,τι άλλο σε επίπεδο sub-genre θα μπορούσε να παρεισφρήσει ανάμεσα.
Φυσικά, ο όρος βοήθησε και στο εμπορικό ξεπέταγμα των συγκεκριμένων μουσικών –γι’ αυτό εξάλλου επινοήθηκε– αφού κάτω από την νέα ταμπέλα θα μπορούσε να καταχωριστούν εκατοντάδες καλλιτέχνες και συγκροτήματα, απ’ όλο το διάβα της αμερικάνικης μουσικής ιστορίας.
Έτσι, κάποιος που άκουγε τους Dream Syndicate ας πούμε ή τους Green on Red στα χρόνια του ’80, θα μπορούσε, με λίγη καλή θέληση, ν’ ακούσει τον προπολεμικό θρύλο Jimmie Rodgers (ίσως τον πιο επιδραστικό καλλιτέχνη της country), τους πατεράδες του bluegrass (της… μανιασμένης country) Bill Monroe και Earl Scruggs, ψάχνοντας τις ιστορικές συλλογές του Harry Smith (Anthology of American Folk Music) ή ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο ξεχασμένους δίσκους και συγκροτήματα από τα sixties και τα seventies. Δεν χρειάζεται να πω πως όλη αυτή η μόχλευση υπήρξε υπεύθυνη για μια από τις πιο ωραίες μουσικές φάσεις των τελευταίων 20 χρόνων.
Αυτά στην Αμερική (και αλλαχού). Στην Ελλάδα, όμως, τι γινότανε από παλιά έως πρόσφατα; Είναι ένα θέμα αυτό…
Αρχικά και τελείως χοντρικά θα έλεγα πως τα country ηχοχρώματα, που αποτελούν το Α και το Ω της americana, υπήρξαν για χρόνια αντιδημοφιλή στην Ελλάδα. Η γενικότερη αδιαφορία, η ελλιπής πληροφόρηση, η ανυπαρξία συναυλιών, η προκατάληψη… ότι η country είναι, τάχα, συντηρητική μουσική (δεν υπάρχουν συντηρητικές μουσικές, υπάρχουν τραγούδια που εκφράζουν συντηρητικές απόψεις, και τέτοια τραγούδια μπορεί να συναντήσεις και στο ροκ και στην τζαζ και στην ποπ και οπουδήποτε αλλού)… όλα αυτά μαζί ή χώρια δημιούργησαν, τέλος πάντων, μέσα στα χρόνια, στον τόπο μας, ένα σκηνικό αδιαφορίας ή ακόμη χειρότερα απαξίωσης της country, του τύπου… η μουσική που ακούνε οι βλαχοαμερικάνοι. Απόδειξη τούτου; Στα δισκάδικα, ακόμη και σήμερα, η country music είναι στα παραπεταμένα και βασικά στις «ευκαιρίες», στις ντάνες με τα φτηνά. Ευτυχώς, από μια πλευρά... (...)

DUSTBOWL: The Great Fandango [urban sounds/ Inner Ear, 2016]
Στη σκηνή από το 2006 –άρα έκλεισαν/κλείνουν δεκαετία–, οι Dustbowl είναι ίσως το πιο πιστό, το πιο ταγμένο ελληνικό americana συγκρότημα που μπορείς να συναντήσεις τριγύρω. Λέω «το πιο ταγμένο», επειδή οι αναφορές τού γκρουπ είναι και καταγραμμένες και καταφανείς, ώστε να μην χρειάζεται εμείς να προσθέσουμε κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως όλα όσα απαιτούνται ακούγονται στις μουσικές τους, είναι γιατί τα λένε και οι ίδιοι. Δεν κρύβονται – και δεν έχουν κανένα λόγο να το κάνουν. Διαβάζουμε λοιπόν… Green On Red, Dream Syndicate, Neil Young & The Crazy Horse, Gram Parsons, The Byrds, Grateful Dead, Townes Van Zandt, The Band, Gene Clark, Long Ryders, Flying Burrito Brothers, Gun Club, Drive By-Truckers, Velvet Underground, Television, the “paisley underground”… Τι πιο σαφές;(…)

Το όλον εδώ…

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

ζούμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εποχή

Στο BREXIT νίκησε η δημοκρατία. Βεβαίως και στο BREMAIN η δημοκρατία θα νικούσε, αλλά δεν νίκησε… και αυτό έχει σημασία.

Παρόλη τη μανιασμένη εκστρατεία της «παραμονής», με τις απειλές για την κατάρρευση της βρετανικής οικονομίας να πέφτουν σε ρυθμούς… μπόρας – ακόμη και για διακοπή του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, που τόσο συναρπάζει και ευαισθητοποιεί τους Νησιώτες έγινε λόγος, ενώ αφήνω κατά μέρος τη δολοφονία της βουλετίνας, που ψαλλίδισε αισθητώς τη διαφορά υπέρ του BREXIT, η οποία θα ήταν μεγαλύτερη– ο βρετανικός λαός μίλησε. Και είπε ΟΧΙ στην ψευτοδημοκρατία των Βρυξελών. Στο ανύπαρκτο, επί της ουσίας, ευρωκοινοβούλιο και στα κλειστά κονκλάβια (Σύνοδοι Κορυφής, Eurogroup και τα συναφή), που συμβολίζουν, με τον τρόπο που διεξάγονται, την ανύπαρκτη επικοινωνία ανάμεσα στους λαούς και τις ηγεσίες τους.

Ήταν ένα χτύπημα το BREXIT απέναντι σε όλους εκείνους που κυβερνούν την Γηραιά Ήπειρο, χωρίς ίχνος ουσιαστικής δημοκρατικής νομιμοποίησης. Με όπλο το φόβο, την παραπληροφόρηση, τους εκβιασμούς, τις απειλές, τις ωμές παρεμβάσεις στα εσωτερικά των χωρών (με εγκλήματα εντός και εκτός εισαγωγικών), και βεβαίως με τη διασπορά της ανασφάλειας, της ανυπαρξίας αληθινών ευκαιριών και της φτώχειας, τα βρυξελιώτικα παραμάγαζα –η χειρότερη μορφή ολοκληρωτικής γραφειοκρατίας που έχει γνωρίσει η Δύση στην πρόσφατη ιστορία της– προξενούν το φόβο και τον τρόμο των απλών ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται την παρουσία τους μόνον ως μπότα που τους πατάει στο σβέρκο. 

Αυτή την ανύπαρκτη, συναισθηματική ή οιασδήποτε άλλης μορφής, ταύτιση, μεταξύ λαών και ευρωηγεσίας ήρθαν, δυστυχώς, να την εκμεταλλευτούν οι ακροδεξιοί και οι φασίστες – και τούτο επειδή η ευρωπαϊκή Αριστερά αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων. 

Από το ’90 και μετά, μετά την πτώση του «υπαρκτού» δηλαδή, η Αριστερά συνθηκολόγησε με τον αριβισμό, την ανηθικότητα και το ψέμα και καθώς αναρριχόταν στην εξουσία μετατρεπόταν σε μπαίγνιο των αγορών, σε μια ξοφλημένη πολιτική πατσαβούρα, η οποία, επί της ουσίας, δεν ήταν παρά... η άλλη όψη τού ίδιου νεοφιλελέ νομίσματος. 

Το είδαμε κι εμείς εδώ με την ξέφρενη, δημαγωγική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από τα κατώγια στα ανώγια, το είδαν και οι Βρετανοί με το Εργατικό Κόμμα και τον έσχατο Jeremy Corbyn να τάσσεται υπέρ του BREMAIN, αφήνοντας το BREXIT να γίνεται «στρατηγικός στόχος» της ακροδεξιάς. 

Και τι δήλωσε αμέσως μετά τα αποτελέσματα, σήμερα δηλαδή, ο «δηθεναριστερός» βρετανός πολιτικός; Πως… «πολλές κοινότητες απηύδησαν με τις περικοπές, απηύδησαν με την οικονομική αποδιάρθρωση και αισθάνονται πολύ θυμωμένες από τον τρόπο που προδόθηκαν και τέθηκαν στο περιθώριο από τις διαδοχικές κυβερνήσεις στις πολύ φτωχές περιοχές της χώρας»

Σοβαρά; Και τι έπραξε ο Corbyn γι’ αυτό; Ποια ήταν η πολιτική θέση του; Το BREMAIN; Ή μήπως η ψευδαίσθηση πως αυτό το έκτρωμα, που λέγεται ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, μπορεί να αλλάξει «από τα μέσα»; 

Η γερμανοποιημένη Ευρώπη, που είναι εκτός των όσων άλλων και μια άλλου τύπου (προτεσταντική) θεοκρατία δεν χαίρει απολύτως καμμιάς λαϊκής επιδοκιμασίας. Πουθενά. Το μόνο που προξενεί είναι απέχθεια και αηδία. Για να το πω απλά; Ο κόσμος βλέπει τη φτώχεια του, την κατάντια του, και σιχτιρίζει. Το λεγόμενο «ταξικό μίσος» δεν ήταν ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες εντονότερο.

Έτσι, και στην Ελλάδα, και στη Βρετανία, παρά τις απειλές και τους εκβιασμούς, ο λαός δεν μάσησε και είπε ΟΧΙ. Και ΟΧΙ θα ξαναπεί όπου και όποτε διεξαχθεί στο άμεσο μέλλον ένα παρόμοιο δημοψήφισμα. Το θέμα είναι τι νόημα έχει αυτό το ΟΧΙ και, κυρίως, τι μέλλει γενέσθαι από ’δω και κάτω, καθώς πολλοί λένε… «τα χειρότερα»... επειδή το φίδι, όταν απειλείται, γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο. Δυστυχώς, αλλά έτσι είναι.

Το φλέγον ζήτημα είναι πάντως αν θα μπορέσει η Aριστερά στην Ευρώπη να απεκδυθεί τον κομμένο και ραμμένο από τη βρυξελιώτικη γραφειοκρατία ρόλο της (γίνεται;) ή αν θα ξεπεταχτεί και θα πάρει μορφή κάτι άλλο «από τα κάτω», που να μην προσιδιάζει όμως στον φασισμό (που καραδοκεί). 

Έτσι, και μόνον αν το δει κανείς απ’ αυτή την άποψη, ζούμε οπωσδήποτε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εποχή.
 

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ νέο τεύχος αφιερωμένο στο Residu

Για το περιοδικό ή fanzine Τυφλόμυγα έχω γράψει και στο παρελθόν (δείτε εδώ άμα θέτε… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/04/blog-post_10.html). Γενικώς πρόκειται για ένα έντυπο που το παρακολουθώ από κοντά ή από λιγότερο κοντά επειδή την ψάχνει με το «χθες» παρέχοντας στοιχεία και πληροφορίες. Σε σχέση με τι; Συχνά σε σχέση με το underground και το… «underground». Το αμερικανικό κυρίως underground εννοώ, αλλά και το άλλο… εκείνο που συνεκδοχικώς αποκαλούμε «underground» επειδή, απλώς, δεν είναι mainstream. Φυσικά, κάτι που δεν είναι mainstream δεν μπορεί να είναι σώνει και καλά underground. [Για την έννοια του underground, και για το ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του τα έχουμε πει παλαιά (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/07/underground.html) και δεν υπάρχει λόγος, τώρα, εδώ, να ξαναπούμε τα ίδια πράγματα… γιατί τα ίδια θα ξαναπούμε]. Να μείνουμε λοιπόν στην τελευταία Τυφλόμυγα (Μάιος-Ιούνιος 2016)…
Στο παρόν τεύχος κυριαρχεί το αφιέρωμα στο αληθινά underground ελληνικό περιοδικό Residu, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα την άνοιξη του 1965 από τον Daniel Richter και την παρέα του.
Το Residu το έχω αναφέρει μερικές φορές στο δισκορυχείον, ενώ πριν λίγο καιρό (28/1/2016) είχα γράψει περισσότερα στοιχεία γι’ αυτό στο άρθρο τού LiFO.gr «Όταν ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ επισκέφτηκε το Πέραμα», μεταφράζοντας μάλιστα κι ένα ποίημα του Ginsberg, που είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά εκεί (το “Seabattle of Salamis took place off Perama”). Να ένα απόσπασμα από εκείνο το κείμενο:
«Πότε και πού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το “Seabattle of Salamis took place off Perama”, που είχε γραφτεί βεβαίως στην αγγλική γλώσσα; Στο πρώτο τεύχος του αγγλόφωνου Residu, του μοναδικού για την Ελλάδα των sixties underground περιοδικού, που τύπωσε ο Αμερικανός Daniel Richter στην Αθήνα, την άνοιξη του 1965 (γνωστότερος, ο Richter, από την παρουσία του στην ταινία 2001: A Space Odyssey του Στάνλεϊ Κιούμπρικ). Στο Residu διάβαζες ποιήματα και αφηγήσεις ποιητών και λογοτεχνών του underground που είχαν περάσει, οι περισσότεροι τουλάχιστον, εκείνη την εποχή από την Αθήνα – που ήταν, τότε, ένα ακόμη κέντρο της σχετικής κουλτούρας στην Ευρώπη. Να μερικά ονόματα: ο αμερικανός συγγραφέας και ποιητής Harold Norse, ο σουρεαλιστής «οπτικός» ποιητής, collage maker και άλλα πολλά Charles Henri Ford, ο ποιητής Philip Lamantia, η ποιήτρια και ζωγράφος Kay Johnson, ο ψυχίατρος, ακτιβιστής και συγγραφέας Sheldon Cholst... Ανάμεσά τους δύο Έλληνες, ο Νάνος Βαλαωρίτης και η ποιήτρια Έλλη Συναδινού και, βεβαίως, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Με το «Residu», όμως, ανοίγουμε άλλη πόρτα...»
To όλον εδώ... http://www.lifo.gr/articles/athens_articles/87377.
Γράφοντας εκείνο το... «ανοίγουμε άλλη πόρτα…» υπονοούσα πως στο άμεσο μέλλον σκόπευα να αναφερθώ αναλυτικότερα στο συγκεκριμένο περιοδικό, αλλά με πρόλαβε, απ’ ό,τι φαίνεται, η… Τυφλόμυγα. Καλύτερα! Εγώ χαίρομαι, όταν, για τα θέματα που μ’ ενδιαφέρουν, γράφουν οι άλλοι ωραία κείμενα πριν από ’μένα. Δεν μ’ αρέσει να είμαι μόνος. Μ’ αρέσει να είμαστε πολλοί, ή έστω κάποιοι, εκείνοι που ασχολούμαστε με τα συγκεκριμένα ζητήματα, διότι μόνον έτσι θα μπορέσει να αποκρυσταλλωθεί μια κάποια αλήθεια. Με το να συμβάλλουν με τις γνώσεις και τα στοιχεία τους διαφορετικά άτομα προς την ίδια κατεύθυνση.
Κι επειδή, εδώ, μιλάμε για το Residu εγώ να πω πού διάβασα για πρώτη φορά γι’ αυτό το έντυπο. Ήταν στο συλλογικό βιβλίο Το Φάντασμα μιας Δεκαετίας [Δελφίνι, Αθήνα 1994], το οποίο είχα αγοράσει τη βδομάδα που είχε βγεί. Πιο συγκεκριμένα ήταν μια σημείωση στο κεφάλαιο «Ροκ και Νεανική Κουλτούρα στη Δεκαετία του ’60» του Κώστα Αρβανίτη στην οποία διαβάζαμε:
«Ο Kenneth Leech στο Youthquake/Spirituality and the Growth of a Counter-Culture, Abacus, London 1976, σελ.94, αναφέρει ότι το βιβλιοπωλείο του Dan Richter στην Αθήνα ήταν το σημείο εστίασης της μεσογειακής beat σκηνής. Ο Daniel Richter την άνοιξη του ’65 εξέδωσε στην Αθήνα ένα τουλάχιστον τεύχος του περιοδικού/βιβλίου Residu στην αγγλική γλώσσα, με ποιήματα ή κείμενα των Harold Norse, Allen Ginsberg, Philip Lamantia και Νάνου Βαλαωρίτη μεταξύ άλλων».
Από τότε «κράτησα» το Residu στο μυαλό μου και όπως αντιλαμβάνεστε δεν υπήρχε περίπτωση να μην το μαζέψω, όταν το βρήκα παραπεταμένο, ως συνήθως, λίγα χρόνια αργότερα στο Μοναστηράκι.
Το αφιέρωμα της Τυφλόμυγας στο Residu περιλαμβάνει άρθρα, συνεντεύξεις, ποιήματα, λογοτεχνήματα κ.λπ. αναφορικώς με τους Marie Wilson, Ron Zimardi, George Andrews, Σπύρο Μεϊμάρη, Allen Ginsberg, Daniel Richter, Philip Lamantia και Charles Henri Ford, που αποτελούσαν (όλοι αυτοί, και κάποιοι ακόμη) το βασικό προσωπικό του περιοδικού. (Το Residu είχε κυκλοφορήσει μόλις δύο τεύχη, αλλά το πρώτο μόνον από ’κείνα είχε βγει στην Αθήνα. Το δεύτερο είχε τυπωθεί στο Λονδίνο και σ’ αυτό, το δεύτερο, συμμετείχε και ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης).
Το πολύ χαρακτηριστικό κείμενο του Ravi Dass ή Ron Zimardi υπό τον τίτλο «ή μια ιστορία του Residu», που σχετίζεται με την underground Αθήνα του ’65 και που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του The Sacred Wanderer/ An American Devotees Story [Sacred Wanderer Productions, Kihei (Hawaii) 2010] είναι άκρως διαφωτιστικό των ημερών τού Residu, όπως ενδιαφέρον έχει η συνέντευξη του Σπύρου Μεϊμάρη, καθώς και όλα τα (σχετικά) υπόλοιπα.
Η Τυφλόμυγα δεν έχει μόνο Residu στις σελίδες της, έχει κι άλλα θέματα, όπως εξάλλου βλέπετε και από το σκαναρισμένο εξώφυλλο… Κοστίζει δε τρία ευρώ.
Επαφή: Αραχώβης 14-16, tflmg@yahoo.gr

MATT ELLIOTT για το “The Calm Before”

Ο Matt Elliott είναι γνωστός και αγαπητός στο ελληνικό κοινό, αφού και τα τραγούδια του έχουν κάνει εντύπωση από χρόνια και οι συναυλίες του είναι πάντα sold out. Δεν ξέρω αν το στυλ του ταιριάζει μ’ εκείνο που θα αποκαλούσαμε «ελληνική ψυχοσύνθεση», σε κάθε περίπτωση πάντως το δικό του γκελ στη χώρα μας είναι διακριτό, για να μην πω μεγάλο, κάτι που δείχνει πως, σαν λαός να πούμε, δεν είμαστε μόνο… ντιριντάχτα. Ok, το ξέρουμε… Δεν περιμέναμε τον συμπαθέστατο Matt Elliott για να το επιβεβαιώσουμε.
ΤοThe Calm Before [Ici d’ailleurs…, 2016] είναι το έβδομο, όπως διαβάζω, άλμπουμ του εγγλέζου (από το Μπρίστολ) μουσικού, ένα σκοτεινό «φολκτρονικό» διαμαντάκι, απ’ αυτά που, τέλος πάντων, δεν περιμένεις να μεγαλουργήσουν, σώνει και καλά, στην ημεδαπή. Και όμως… Οι βαθιές, βαριές και ενίοτε… απλησίαστες «κατασκευές» του Elliott έχουν τα… μεσογειακά παραθυράκια τους. Τις «τρύπες» εκείνες εννοώ, μέσα από τις οποίες θα περάσει μια στάλα φως, για να τις φωτίσει, έστω και για λίγο, πριν ξαναπλακώσει η σκοτεινιά και η μαυρίλα.
Με κιθάρες και λίγα ηλεκτρονικά (βασικά), και βεβαίως με μια φωνή, χαμηλή, αλλά με ωραία εκφραστικότητα, ο Matt Elliott παρατάσσει στο “The Calm Before” έξι κομμάτια, το ένα καλύτερο από το άλλο, με το “The allegory of the cave”, που κλείνει το CD, να μας οδηγεί ίσια στην Πολιτεία του Πλάτωνος και στον τρόπο που λειτουργούν οι ψευδαισθήσεις, χαλιναγωγώντας τη σκέψη, κάτω από δεδομένες συνθήκες. Πάντα επίκαιρο...

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Πόσο απαγορευμένη ήταν η… ψυχεδελική διάθεση και η πληροφόρηση επί χούντας; Ας ρίξουμε μια ματιά στα τρία «ψυχεδελικά» τεύχη του περιοδικού ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΡΥΘΜΟΙ από τις αρχές του ’68.

Στις αρχές του ’68 εκείνο που ονομάζουμε… αμερικανική και βρετανική ψυχεδέλεια βρισκόταν στο εμπορικό φόρτε του. Παντού στον κόσμο, ή σχεδόν παντού, οι συγκεκριμένοι ήχοι διαδίδονται από τα ραδιόφωνα (κρατικά, ερασιτεχνικά ή… στρατιωτικο-αμερικανικά τύπου AFRS δηλ. Armed Forces Radio Service), κόβονταν σε βινύλιο από τις κατά τόπους δισκογραφικές, έγραφαν γι’ αυτές τα περιοδικά και οι εφημερίδες.
Στην Ελλάδα, στην οποία, εκείνη την εποχή, έκανε κουμάντο δια πραξικοπήματος η προσκυνούσα τον υπερατλαντικό παράγοντα χούντα των συνταγματαρχών, ακολουθήθηκε το ίδιο μοτίβο. Τα ραδιόφωνα (κρατικά, ερασιτεχνικά και αμερικανικά) λαλάγανε, οι εταιρείες δεν προλάβαιναν να τυπώνουν σε βινύλιο τη μία… ψυχεδέλεια μετά την άλλη (από “Sgt. Peppers…”, “Their Satanic Majesties Request” και “See Emily play”, μέχρι “Surrealistic Pillow” καιEvery One of Us”), ενώ και τα έντυπα δεν έχαναν την ευκαιρία να προβάλλουν όψεις της νέας κουλτούρας, που δεν αφορούσε βεβαίως μόνο στη μουσική, αλλά και στο σχέδιο, στη μόδα κ.λπ.
Κάπως έτσι στις αρχές του 1968 σκάνε τα τρία «ψυχεδελικά» τεύχη των Μοντέρνων Ρυθμών. Ήτοι το τεύχος 98, της 31/1/1968, με εξώφυλλο τους Jimi Hendrix Experience, το τεύχος 99, της 14/2/1968, με εξώφυλλο τους Beatles και το τεύχος 100 της 28/2/1968, με εξώφυλλο τους Procol Harum. Τις καταπληκτικές, ψυχεδελικής τεχνοτροπίας, μακέτες των συγκεκριμένων covers είχε επιμεληθεί ο αείμνηστος Νίκος Παπαθανασίου – αδελφός του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Ας ξεφυλλίσουμε τα τεύχη κι ας επικεντρωθούμε στη σχετική θεματολογία…

Αρχή με το τεύχος 98…
Το περιοδικό ξεκινάει στη σελίδα 4 με μιαν ωραία, αλλά ασπρόμαυρη ψυχεδελική «αφίσα» των Jimi Hendrix Experience, ενώ στη διπλανή σελίδα, την 5, υπάρχει συνέντευξη του Hendrix, η οποία παίρνει τίτλο από το εξής τσιτάτο… «δεν αισθάνομαι τραγουδιστής ποπ!!» (έτσι ακριβώς προβάλλεται με ψυχεδελικά γράμματα και στο εξώφυλλο). Αν και δεν αναφέρεται η πηγή της συνέντευξης, χωρίς βεβαίως να υποδηλώνεται πως αυτή δίδεται στους Μ.Ρ. (μόνο βλάκες, όπως έχουμε ξαναπεί, συμπεραίνουν τέτοια πράγματα) το ενδιαφέρον δεν είναι μικρό. Διαβάζουμε λοιπόν τον Hendrix να λέει:
«Στην Αγγλία τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι στην Αμερική. Στην πατρίδα μου σε υπολογίζουν σαν μηχάνημα που παράγει χρήματα. Δεν είσαι καλλιτέχνης, είσαι μηχανή!(…)». Και πιο κάτω… «Αγαπημένοι μου καλλιτέχνες είναι ο Μούντυ[sic] Γουώτερς κι ο Μπομπ Ντύλαν. Επίσης θαυμάζω τον Τσακ Μπέρρυ και τον Β.Β. Κινγκ(…)» και πιο κάτω… «Όσο για τη μουσική των Μπητλς, είναι βέβαια όμορφη, όμως τόσο λεπτή, τόσο σχολαστικά προσεγμένη. Εμένα μ’ αρέσουν τα δυσκολότερα και “σκληρότερα” τραγούδια».
Στη σελίδα 8 υπάρχει μονοσέλιδη αναφορά στον Scott McKenzie με αφορμή το τραγούδι του “San Francisco (Be sure to wear flowers in your hair)” (σύνθεση του John Phillips των Mamas & the Papas) –είχε τυπωθεί και στην Ελλάδα από την CBS σε 45άρι με τα στοιχεία [BA 301143]–, τον hippie ύμνο εννοούμε που κυκλοφόρησε τον Μάιο του ’67 και συνδέθηκε αυθωρεί με το λεγόμενο «καλοκαίρι της αγάπης». Πάλι από συνέντευξη διαβάζουμε τον Scott McKenzie να λέει:
«Εδώ στο Σαν Φρανσίσκο δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην ήρεμη σκέψι. Όταν γράφαμε το τραγούδι-επιτυχία μου κάναμε μία μεταμεσονύκτια συγκέντρωσι με τον Πωλ Μακ Κάρτνεϋ, ο οποίος είναι θαυμάσιος άνθρωπος, και τον Τζην Φίλιπς των Μάμας εντ Πάπας. Συζητήσαμε ήρεμα τις ιδέες μας. Οποιοδήποτε δημιούργημα, που έχει για συστατικά του την αγάπη και την ειρήνη θα είναι πάντα καλό(…)».
Στη σελίδα 14 του τεύχους 18 βλέπουμε το ελληνικό TOP-50, που είναι φισκαρισμένο στην… ψυχεδέλεια. Νούμερο 1 είναι το “The wind cries Mary” του Jimi Hendrix, ενώ μέσα στην 50άδα συναντάμε τραγούδια των Traffic (“Hole in the shoe”), του Donovan (“There is a mountain”), των Beatles (“Hello, goodbye”, “All you need is love”), των Eric Burdon & The Animals (“San Franciscan nights”), των Moby Grape (“Omaha”), των Procol Harum (“Homburg”), των Smoke (το καραψυχεδελικό “My friend Jack”) κι ένα σωρό κι ακόμη…
Στη σελίδα 26 και στη στήλη «Λονδίνο Ώρα 12» υπάρχει αναφορά στα λονδρέζικα κλαμπ, όπως π.χ. στο 100 Club, στο οποίο εμφανίζονταν οι St. Valentine’s Day Massacre(!), που τότε τραγουδούσαν την ανεπανάληπτη διασκευή τους στο θρυλικό “Brother, can you spare a dime” ή στο Marquee στο οποίο έπαιζαν τότε οι Marmalade και οι Nice (τα ονόματα των γκρουπ τα αναφέρει το περιοδικό, όχι εγώ).
Τέλος, στη σελίδα του Γιάννη Πετρίδη «Μουσική Επιθεώρηση» γίνεται λόγος ξανά για Donovan, Easybeats, Beach Boys, Rolling Stones, Beatles, Spencer Davis Group, Turtles κ.λπ.
Όλα αυτά δεν συνιστούν… ψυχεδελική πληροφόρηση; Μόνο οι βλάκες θα έλεγαν «όχι»…

Πάμε στο τεύχος 99… με τους Beatles στο cover.
Εδώ υπάρχουν σκόρπιες διάφορες πληροφορίες για τους Fab Four. Μία από τις πιο αξιοπερίεργες; Η ακόλουθη από τη σελίδα 13: «Στην Ινδία πήγε ο Τζωρζ Χάρρισον των Μπητλς για να επιβλέψει την ηχογράφηση τοπικών τραγουδιών, που θα χρησιμοποιηθούν στη μουσική της ταινίας “Γουώντερ Γουώλλ” που έγραψε ο ίδιος».
Στο TOP-50 της σελίδας 12 πρωτιά για το “Massachusetts” των Bee Gees και μέσα στο TOP τραγούδια των Alan Price Set, Jimi Hendrix, Traffic, Beatles, Donovan, Eric Burdon & The Animals, Procol Harum, Moby Grape, Box Tops, Kinks, Rolling Stones, Prophets, Mitch Ryder, Smoke, Scott McKenzie, Flowerpot Men… χαμός…
Στη στήλη «η κριτική των δίσκων» παρελαύνουν 45άρια των Love Affair, Georgie Fame, Cat Stevens, Spirit, Lovin’ Spoonful, Spencer Davis Group, Jefferson Airplane (το “Ballad of you & me & Pooneil”), American Breed κ.ά.

Και στο τεύχος 100… με τους Procol Harum στο cover.
Στη σελίδα 8 υπάρχει αναφορά στο γκρουπ και στον ψυχεδελικό ύμνο “A whiter shade of pale”’, μεταφέρονται στο ελληνικό αλφάβητο τα “Love is all around” με τους Troggs, “In another land” με τους Rolling Stones και “She is still a mystery” με τους LovinSpoonful, ενώ στις σελίδες 14-15 υπάρχει αφιέρωμα στους Αγγλοαμερικάνους Prophets που τίναζαν τα πάλκα της Αθήνας με τα ψεχεδελικά κομμάτια “Painterman” (των Creation) και “Fire” (του Jimi Hendrix). Στις σελίδες 16-17 ο Χρήστος Θερμός γράφει για τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από το Λονδίνο του ’68, όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε για τον John Mayall και τους Bluesbreakers, το περίφημο κλαμπ Klooks Kleek, τα Radio 1 και Radio Caroline, ενώ βλέπουμε και φωτογραφία με «όμορφα κορίτσια και μίνι φούστες» όπως γράφει και η λεζάντα, την εποχή όπου η χούντα… κυνηγούσε το μίνι, όπως γράφουν οι αγράμματοι. (Φυσικά και το κυνηγούσε, όταν το φορούσαν οι λαμπράκισσες με τις… μαύρες κάλτσες, που επιχειρούσαν να προσηλυτίσουν «εις τον κομμουνισμόν» το... άδολο στράτευμα!). Υπάρχει περαιτέρω άρθρο για τους Bee Gees και το φοβερό ψυχεδελικό τραγούδι τους “New York mining disaster 1941”, έγχρωμες ολοσέλιδες φωτογραφίες του Scott McKenzie, του Paul Jones (από τους Manfred Mann) και των Love Affair με… ψυχεδελικές/ χίπικες ενδυμασίες, παρουσιάσεις δίσκων των Strawberry Alarm Clock, Rolling Stones, Moody Blues κ.ά., μεταφορές στίχων των Who (“I can see for miles”), διαφημίζεται το 45άρι των Ελλήνων Bill and Psychedelic Band (με την… απαγορευμένη λέξη «ψυχεδέλεια» στον τίτλο!) και άλλα διάφορα…

Τι άλλο θα ήθελαν οι… σκληροπυρηνικοί του κώλου να γράψει ένα ελληνικό μουσικό περιοδικό του 1968; Για τους… Frumious Bandersnatch ή μήπως για τους Mystic Tide; Για να μας πουν οι κουμπούρες…

Κάποτε ο μακαρίτης Παύλος Σιδηρόπουλος είχε πει τις εξής μπαρούφες για τη ροκ σκηνή της Θεσσαλονίκης στα τέλη των sixties, αναφερόμενος στα συγκροτήματα Fratelli, Μακδεδονομάχοι κ.λπ. (Ήχος & Hi-Fi #96, Μάρτης ’81): «Στη Θεσσαλονίκη (όπου πήγα εγώ σαν φοιτητής, γιατί έχω κάνει μαθηματικός μέχρι το τρίτο έτος) είχανε μια φοβερά δυναμική, συμπαγή και σκληρή σκηνή ροκ εν ρολ την εποχή ’65-’75».
Και λίγο πιο αργότερα στη Μουσική (#78, 5/1984) για το ίδιο θέμα:
«Ροκ σκηνή σήμαινε: όχι στα ιταλικά τραγούδια, μίσος για τη Δεξιά και για οποιαδήποτε απόχρωσή της(…) Σημειωτέον δε ότι το κύκλωμα αυτό ήταν στεγανό. Όσον αφορά δε τη μουσική, όποιος τολμούσε ν’ ακούσει και Beatles ακόμα υπήρχε περίπτωση να μην του ξαναπούν ούτε καλημέρα. Εάν στην Αθήνα αυτό ήταν λιγάκι μαλακό, στη Θεσσαλονίκη ήταν απόλυτα αυστηρό».

Τι σόι… σκληρή, απόλυτα αυστηρή και… αντιδεξιά σκηνή ήταν αυτή της Θεσσαλονίκης, όταν τα συγκροτήματά της έπαιζαν σε αποκριάτικους χορούς του Γ Σώματος Στρατού για την ψυχαγωγία των χουντο-στρατόκαβλων; (Όντως συνέβη, την 20/2/1969 στο Αλεξάνδρειο με τη συμμετοχή και των… σκληρών Fratelli). Αυτό μόνο ο Σιδηρό (αν ζούσε) ή, έστω, οι διάφοροι μαλάκηδες που αποτελούν σήμερα τα μεταθανάτια φερέφωνά του θα μπορούσε να μας το εξηγήσουν… Αλλά τούτα δεν ενοχλούν αυτούς τους μαλαπέρδες… Οι συνεντεύξεις τού Lennon ή του Hendrix, που μεταφέρουν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί τους ενοχλούν… Από ’κει να καταλάβετε τι «ζώα»…

Για περισσότερη… απαγορευμένη ψυχεδέλεια στον ελληνικό περιοδικό τύπο του ’68 εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/blog-post_14.html

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

CHRISTOPHER ZUAR – KRIS ALLEN

Δύο καινούρια και άξια jazz CD, με πολλές και διαφορετικές επιρροές/ αναφορές, που σίγουρα θα ενδιαφέρουν του τζαζόφιλους…
CHRISTOPHER ZUAR ORCHESTRA: Musings [Sunnyside Communications, Inc., 2016]
Μόλις στα 29 του βρίσκεται ο πιανίστας και συνθέτης Christopher Zuar, αλλά είναι ήδη έτοιμος μουσικός. Και τι έτοιμος! Ικανός να διευθύνει μια ορχήστρα 19 ατόμων αποτελούμενη από ονόματα, που θεωρητικώς τον ξεπερνούν. (Αντιλαμβάνεστε πώς ακριβώς το λέμε αυτό). Να μερικά (από τα 19): Dave Pietro και Brian Landrus πνευστά, Matt Holman τρομπέτα, Tim Albright τρομπόνι, Pete McCann κιθάρα, Frank Calberg πιάνο, fender, Rogerio Boccato κρουστά… Ντεμπουτάροντας στη δισκογραφία με το “Musings” ο Zuar πέφτει κατ’ ευθείαν στα βαθιά, αφού «δέχεται» να κριθεί τόσο ως συνθέτης και ενορχηστρωτής, όσο και ως διευθυντής (της μπάντας του). Ας πούμε λοιπόν από την αρχή πως ο… βαθμός του είναι πολύ καλός, αγγίζοντας και το περισσότερο…
Ως συνθέτης ο Zuar έχει, ή εν τοιαύτη περιπτώσει φαίνεται να έχει, ισχυρή κλασική και jazz παιδεία. Και καλά για την jazz, αφού είναι προφανής η άνεσή του να συνθέτει και να ενορχηστρώνει γοητευμένος προφανώς (εγώ θα πω) από το έργο του Gil Evans, αλλά η κλασική; Η αγάπη τού Zuar για τον Μπαχ (που δεν είναι της κλασικής, αλλά της εποχής του μπαρόκ… anyway) είναι κατ’ αρχάς ολοφάνερη σε συνθέσεις όπως η “Chaconne”, ενώ σε πλείστες άλλες ο μελωδικός λυρισμός του είναι εντελώς ευρωπαϊκού τύπου και όχι αμερικανικού. Βεβαίως, ως Αμερικανός και ως νέος άνθρωπος ο Zuar δεν στέκεται αδιάφορος απέναντι στο rock [“Ha! (Jokes on you)”], ούτε βεβαίως στις διάφορες τροπές που πήρε η jazz μέσα στα χρόνια – και αναφέρομαι κυρίως στην βραζιλιάνικη διάστασή της, όπως τούτη αποκαλύπτεται μέσω των φωνητικών της Jo Lawry και της μοναδικής διασκευής τού “Musings”, του “7 Anéis” του Egberto Gismonti.
Από τις πιο ωραίες συνθέσεις του άλμπουμ είναι οπωσδήποτε το 8λεπτο “Vulnerable states”, στο οποίο ο Zuar καταθέτει όλη τη συνθετική και ενορχηστρωτική άνεσή του δίνοντας ένα track με φοβερό υπόγειο drive, ωραία soli (πιάνο, σαξόφωνα), άψογη διευθέτηση της φωνής και «γεμάτη» οργανική διαχείριση, δουλεύοντας πάνω στα επίπεδα των πνευστών και τις σχετικές διαστρωματώσεις. Φυσικά, τίποτα δεν θα έφτανε τόσο ψηλά, αν ο μελωδικός διάκοσμος δεν ξεπερνούσε το παν. Επίσης πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στο 7λεπτο “Anthem”, ένα track που ξεκινάει κάπως χαλαρά και ήπια, για ν’ αποκτήσει στη διαδρομή πιο δυναμικές διαστάσεις (μ’ ένα πολύ ωραίο σόλο, εκτός των άλλων, από τον Matt Holman στο φλούγκελχορν). Αλλά μη νομιστεί… και στα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, όπως το δίλεπτο “Lonely road”, ο Zuar δείχνει πως ξέρει να εκμεταλλεύεται το χρόνο στον υψηλότερο βαθμό, δίνοντας, εδώ, ένα έξοχο τραγούδι… χωρίς λόγια.
Τα καλά λόγια που γράφει για τον Zuar ο σημαίνων πιανίστας, συνθέτης και παραγωγός Mike Holober, στο μέσα μέρος του cover, ανταποκρίνονται πλήρως στο άκουσμα του “Musings” (και στην αξία του πρώτου τη τάξει).
KRIS ALLEN: Beloved [Truth Revolution Recording Collective, 2016]
Καθώς μαθήτευσε δίπλα στον διάσημο άλτο σαξοφωνίστα Jackie McLean (1931-2006), o Kris Allen, αλτίστας βασικά κι αυτός, θεωρείται ως ένας από τους πιο συνεπείς συνεχιστές του ήχου του. Συνδυάζοντας ούτως ειπείν τυπικά «χρωματικά» hard bop patterns, με avant περιπλοκές και «ελεύθερα» περάσματα, ο Allen έχει την ευκαιρία στο “Beloved” ν’ αποδείξει την αγάπη του στον ήχο του δασκάλου μέσω ενός κουαρτέτου, που είναι κομμένο και ραμμένο γι’ αυτό το σκοπό. Χωρίς ένα αρμονικό όργανο, ένα πιάνο, κάποιο έγχορδο, αλλά μόνο με δύο σαξόφωνα (άλτο τενόρο) και το βασικό μπάσο-ντραμς, ο Allen δίνει ένα συναρπαστικό θα το χαρακτήριζα CD με μουσικές… μελωδικές και αυθόρμητες, κεντραρισμένες πάνω σ’ αυτή την πάντα παράξενη, αλλά όχι ασυνήθιστη «πνευστή» διαδοχή. Kris Allen λοιπόν άλτο και σ’ ένα κομμάτι σοπράνο, Frank Kozyra τενόρο, Luques Curtis μπάσο και Jonathan Barber ντραμς… και από ’κει και πέρα δέκα συνθέσεις, όλες του Allen, που άλλη περισσότερο και άλλη λιγότερο κάτι έχει να πει (δηλαδή… πολλά) και κάτι να επιδείξει.
Για παράδειγμα το γρήγορο, εισαγωγικό και κάπως groovy trackLowborn (Proverbs 62:9)”, το περίεργα διαρθρωμένο (μ’ ένα τεράστιο μέτρο) “Mandy have mercy”, που μοιάζει με τραγούδι σ’ ένα πρώτο επίπεδο (με τα… διαδοχικά πνευστά soli του), αν και, πίσω, το rhythm section παρασύρει σε πιο ελεύθερες κινήσεις, το “Bird Bailey”, που σχετίζεται με τον Charlie Parker βεβαίως, αφού στην ουσία αποτελεί μιαν εντελώς προσωπική συγκόλληση διαφόρων σπαραγμάτων του, ή ακόμη και το έσχατο “Threequel”, που είναι, ίσως, το πιο αναμενόμενο στην εξέλιξή του κομμάτι του άλμπουμ. Υπό την έννοια πως εδώ έχουμε ένα κλασικό bop, χωρίς παράξενα μετρήματα, διπλά σόλο σε unison γραμμή, ή άλλες ιδιόμορφες προσαρμογές, που χαρακτηρίζουν, από λίγο έως πολύ, όλα τα υπόλοιπα tracks.
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως ο Kris Allen ετοίμασε ένα εντελώς προσωπικό CD, που ενώ δείχνει απλό και κατανοητό σε πρώτη φάση (ακόμη και latin-jazz ακούμε στο “Flores” ή καθαρό blues στο “One for Rory”), ποτέ δεν μεταπίπτει στο… αναμενόμενο. Πάντα και παντού, σε κάθε μέτρο, σε κάθε στροφή, υπάρχει κάτι που θα σε εκπλήξει.
Επαφή: www.krisallenjazz.com

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

ΘΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΙΝΑΣ (1951-2016)

Η είδηση έπεσε στο chat από τον spacefreak και τον Μιχάλη από νωρίς. Πέθανε, σήμερα, ο Θόδωρος Παπαντίνας.
Όπως γνωρίζουν καλώς οι φίλοι του ελληνικού ροκ η πιο παλαιά ηχογράφηση τού άξιου κιθαρίστα προέρχεται από το 1971, όταν συμμετείχε στη δημιουργία του άλμπουμ «Επεισόδιο» του Πάνου Σαββόπουλου. Ο Παπαντίνας ακούγεται στα φοβερά κομμάτια «Κίκος 70» και «Βλέπω μορφές» (το 8λεπτο με το δικό του σόλο) από την πρώτη πλευρά, καθώς και στα «Ηλιοτρόπια», «Ακροβάτης» και «Τουρίστες» από τη δεύτερη. Ο ρόλος του, δηλαδή, σ’ αυτό το θρυλικό έτσι-πρέπει-να-το-λέμε LP ήταν κάτι παραπάνω από αποφασιστικός, όσον αφορά στον ήχο.
Από το session του "Επεισοδίου", Ιούλης 1971. Από αριστερά (πίσω) Βαγγέλης Καργούδης κρουστά, Θόδωρος Παπαντίνας κιθάρα και Πάνος Σαββόπουλος.
Κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό τώρα…
Το 1974 ο Παπαντίνας έπαιζε σ’ ένα άλλο γκρουπ της Θεσσαλονίκης (μετά τους Fratelli και τους Μακεδονομάχους δηλαδή) που λεγόταν Locomotion. Άλλο μέλος του γκρουπ ήταν ο Θανάσης Ζλατάνος, που ήδη είχε ξεκινήσει να παίζει με τους Underdog, πριν μετακομίσει στη Νορβηγία και μπλέξει με το progressive (Medusa) και αργότερα με το new wave (Lumbago) και το dark wave (Nekropolis).
Οι Locomotion είχαν δώσει ένα τουλάχιστον live, που είχε διοργανώσει η ΧΑΝΘ (Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης) την 18/2/1974 (η πληροφορία από τον τόμο «Χρονικό ’74»).
Ο Θόδωρος Παπαντίνας με τους Locomotion (1974)
Τη φωτογραφία μού την έστειλε φίλος πριν από λίγο…

Περισσότερα για τον Θόδωρο Παπαντίνα εδώ…

το ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΗ-ΣΥΜΙΟΥ στο Μεσολόγγι το τετραήμερο του Αγίου Πνεύματος

Το πανηγύρι του Άη-Συμιού στο Μεσολόγγι είναι ένα από τα σημαντικότερα και πιο ιστορικά που οργανώνονται το καλοκαίρι στη χώρα. Επειδή το έχω παρακολουθήσει, πριν κάμποσα χρόνια, κι επειδή έχω συμμετάσχει κατά καιρούς σε πανηγύρια σε πολλά διαφορετικά γεωγραφικά διαμερίσματα, τόσο στην ηπειρωτική χώρα όσο και στα νησιά, λέω πως... τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί. Δεν είναι μόνο η πολυήμερη διάρκειά του και τα ποικίλα δρώμενα, είναι και η όσο το δυνατόν πιο πιστή μεταφορά του μέσα στα χρόνια και βεβαίως η πάνδημη συμμετοχή, που ενώνει Μεσολογγίτες και επισκέπτες μ’ έναν πρωτόφαντο τρόπο.
Το πανηγύρι που έχει παραδοσιακό-ιστορικό και θρησκευτικό χαρακτήρα γιορτάζεται από τους Μεσολογγίτες δύο φορές το χρόνο. Το χειμώνα, 2-3 Φεβρουαρίου και το καλοκαίρι στις ημέρες του Αγίου Πνεύματος
Η φετινή γιορτή –βάσει του δημοσιευμένου προγράμματος– ξεκίνησε το Σάββατο (18/6) με τον σημαιοστολισμό, τη φωταγώγηση της πόλης και τα πρώτα γλεντοκόπια αρματωμένων και καβαλαραίων, για να συνεχιστεί την Κυριακή της Πεντηκοστής (σήμερα δηλαδή) στο ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Συμεών, σ’ ένα γλέντι με νταούλια και ζουρνάδες, το οποίο θα εξελίσσεται μέχρι και τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος (άμα τη επιστροφή πλέον στην πόλη του Μεσολογγίου), για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα την Τρίτη (21/6) της Αγίας Τριάδος με το τελικό γλέντι στο νησάκι της Κλείσοβας (ακριβώς απέναντι από το Μεσολόγγι).
Υπάρχει ένα δυσεύρετο βιβλίο τού γνωστού ποιητή και συγγραφέα Θωμά Γκόρπα και του αδελφού του Βησσαρίωνος Γκόρπα, που τυπώθηκε από τις εκδόσεις Ζυγός, στην Αθήνα το 1972 κι έχει τίτλο «Το Πανηγύρι Τ’ Άη Συμιού (μια μεσολογγίτικη λαογραφία)». Το βιβλίο αυτό είναι πολύτιμο για την ιστορία του πανηγυριού και από ’κει μεταφέρω μερικά αποσπάσματα (με μικρές δικές μου ενοποιητικές παρεμβάσεις).
Τα αδέλφια Γκόρπα, Μεσολογγίτες αμφότεροι, δένουν το πανηγύρι με το παρελθόν του, περιγράφοντας λεπτομέρειες και γεγονότα, ερευνώντας ταυτοχρόνως το πώς εμφανίστηκε αυτό (το πανηγύρι) μέσα στην ποίηση και τη λογοτεχνία...

Η συνέχεια εδώ…