Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

το MEDLANTIC JAZZ PROJECT του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Για τον συνθέτη και ενορχηστρωτή Βασίλη Παπαδόπουλο έχω γράψει κι άλλη φορά στο δισκορυχείον. Στην ανάρτηση της 29/12/2011 είχα αναφερθεί στο άλμπουμ του “Amaryllis” [Musicverlag Orfeas], ένα από τα σημαντικότερα/ωραιότερα εκείνης της χρονιάς. Όπως έγραφα και τότε… ο Βασίλης Παπαδόπουλος είναι μόνιμος κάτοικος Γερμανίας από 45ετίας (τώρα από 50ετίας), κάνοντας από καιρού εις καιρόν εμφανή την παρουσία του προσφέροντας άψογους, επαγγελματικούς, δίσκους. Ο τελευταίος του, το Salty Water [Orfeas Music, 2015], όπως και το “Amaryllis” εξάλλου, είναι ηχογραφημένος στην Αμερική, συνδυάζοντας έμπνευση (συνθέσεις δηλαδή που μένουν στο μυαλό σου, αφού έχεις ολοκληρώσει μια πρώτη ακρόαση) και τελειότητα στην απόδοση. Τούτο το τελευταίο οφείλεται στις καλές σχέσεις του έλληνα συνθέτη με τα στούντιο και τους session men στη Νέα Υόρκη (εκεί που παράγεται περισσότερο από το μισό του όγκου της τζαζ στις Ηνωμένες Πολιτείες).
Έτσι, λοιπόν, μία ομάδα αναγνωρισμένων μουσικών, υπό το όνομα Medlantic Jazz Project, είναι εκείνη που πρώτη δίνει «πρόσωπο» στις συνθέσεις του Παπαδόπουλου. Ας δούμε τα μέλη της ένα-ένα. Ο Bob Franceschini είναι σε σοπράνο, τενόρο και άλτο φλάουτο – ένας top session «πνευστός», που έχει συνεργαστεί με τους Mike Stern, Paul Simon, Celine Dion, Tito Puente, Ricky Martin, Lionel Richie, Eddie Palmieri και δεκάδες άλλους. Ο Don Harris είναι σε τρομπέτα και φλούγκελχορν – έχει παίξει και ηχογραφήσει με Tower of Power, Robben Ford, The Temptations, Stevie Wonder, Ben E. King, Bob James, The Four Tops, James Taylor κ.ά. Ο Clifford Carter παίζει πλήκτρα – αν δείτε τη δισκογραφία του στο http://www.cliffordcarter.com/discography.html θα καταλάβετε για τι διαμετρήματος μουσικό συζητάμε. Ο Vinny Valentino είναι στις κιθάρες – ηχογραφεί από το 1988 προσωπικά LP κι έχει βρεθεί στη σκηνή ή το στούντιο με τους Tom Scott, Gary Bartz, John Pattitucci, Randy Brecker, Bob Moses, George Benson, Steve Gadd, Chick Corea, Jimmy McGriff κ.ά. Για τον μπασίστα Dave Anderson να πούμε πως έχει εμφανιστεί με τους Blood Sweat & Tears, Smokey Robinson και Joe Beck, ενώ ο Joel Rosenblatt (που είναι και συμπαραγωγός στο “Salty Water”) είναι περισσότερο γνωστός ως ο ντράμερ των Spyro Gyra… κι αυτό τα λέει όλα. Τέλος, ο κρουστός David Charles, αν πιστέψουμε την Wikipedia και το cduniverse, παίζει μουσική από το 1967, έχοντας περάσει από τους Help Yourself και συνεργαστεί με εκατοντάδες άλλους!
Είναι πρόδηλο, λοιπόν, πως όλοι αυτοί οι παικταράδες, όσο επαγγελματίες και να είναι, δεν μαζεύτηκαν… έτσι για πλάκα, για να παίξουν στο δίσκο ενός «αγνώστου» έλληνα μουσικού. Ο Παπαδόπουλος έχει «όνομα» στο χώρο (κάτι γνωστό τουλάχιστον από την εποχή της «Αμαρυλλίδος»), ένα «όνομα» το οποίον οφείλεται, πρώτον απ’ όλα, στο συνθετικό ταλέντο του. Αυτό το είχα γράψει, για πρώτη φορά, εδώ και πολλά χρόνια (1999), όταν είχε πέσει στα χέρια μου το πρώτο CD του, το “Karibu” και το ξαναλέω και τώρα. Οι συνθέσεις του αγρινιώτη μουσικού έχουν χάρη και ζωντάνια. Είναι σχεδόν τραγούδια – όπως το απολαυστικό “Summernights” (μία «έντεχνη λαϊκή» μελωδία, με τους αμερικανούς επαγγελματίες να της δίνουν τα απαραίτητα mediterranean vibes), ή το έξοχο “Between Spain & Greece”, ένα αθεράπευτο jazz-funk με προγραμματικές μουσικές αναφορές. Κάθε track του “Salty Water” έχει κάτι διαφορετικό να προσφέρει – όπως π.χ. το “Sunday walk” με τα σπάνιας ομορφιάς soli του Franceschini και του Carter στο ηλεκτρικό πιάνο, ή το μελαγχολικό “Ever so close”, ή το… εύρυθμο “Crazy days” (με την κολλητική πνευστή φρασιολογία).
Γενικώς, θα έλεγα πως ο Βασίλης Παπαδόπουλος δίνει ένα ακόμη άλμπουμ τζαζ, ελληνικής τζαζ αν θέλετε, υψηλών, υψηλότατων, υπερατλαντικών προδιαγρφών.
Δεν ξέρω πολλούς έλληνες μουσικούς, που να μπορούν να καταφέρνουν κάτι τέτοιο ξανά και ξανά.
Επαφή: www.orfeas-music.com

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

WE FREE free rock/free jazz σε ιστορική ετικέτα

– Μας ενώνει με ιστορικές στιγμές…
– Περί τίνος πρόκειται;
– Μα για το καινούριο CD της γαλλικής εταιρείας Futura et Marge;
– Ε, και;
– Μισό λεπτό… για να γίνω κατανοητός…
Η Futura υπήρξε ένα θρυλικό γαλλικό label των early seventies (ιδρύθηκε από τον Gérard Terronès, το 1969). Στη Futura είδαν το φως της δισκογραφίας θρυλικά άλμπουμ του avant-rock και της avant-jazz (LP δηλαδή των Georges Arvanitas, Michel Portal, Mal Waldron, Jacques Thollot, Chêne Noir, Red Noise, Fille Qui Mousse, John Tchicai κ.λπ.), πριν ο Terronès στρίψει προς την ετικέτα Marge το 1973, ηχογραφώντας εκεί, και στα sub-labels Blue Marge και Hôte Marge στην πορεία, αθάνατες «ελεύθερες» μουσικές (Willem Breuker, Archie Shepp, Sonny Sharrock, Evan Parker κ.λπ.), φθάνοντας σιγά-σιγά έως τις μέρες μας. Γιατί το CD Strange but True [Disques Futura et Marge, 2014] των We Free, που τώρα θα εξετάσουμε, ανήκει στην υποετικέτα Hôte Marge, που αριθμεί ήδη 12 νούμερα (από το 2010 μέχρι σήμερα). Άρα λοιπόν, και όπως αντιλαμβάνεστε, οι συνδέσεις που προκύπτουν από το εν λόγω άλμπουμ είναι πολλές και τρανές και… τρανότερες δεν γίνεται.
Ποιοι είναι οι We Free; Οι Pascal Brechet κιθάρες, σιτάρ, εφφέ, Colin McKellar κοντραμπάσο, λούπες, εφφέ και Thierry Waziniak ντραμς, κρουστά. Τρεις μουσικοί με τη δική τους παλαιά και ξεχωριστή ιστορία, που μεταφέρουν το… 45χρονο πνεύμα της ιστορικής γαλλικής εταιρείας στο τώρα. Εντελώς ενδεικτικά να πω πως ο Brechet υπήρξε μέλος της Celestrial Communications Orchestra του Alan Silva, πως ο McKellar έχει παίξει με τους Eddie Prévost, Paul Rutherford, Mal Waldron κ.ά. και πως ο Waziniak έχει υπάρξει μέλος των Gaël Mevel Quintet και των Trio Rives (μεταξύ των άλλων), για τους οποίους έχω γράψει παλαιότερα στο δισκορυχείον (9/6/2014).
Το CD των We Free αποτελείται από 12 tracks μικρής (δίλεπτα), μέσης (πεντάλεπτα) και μεγαλύτερης (εννιάλεπτα) διάρκειας. Έλκει δε την αισθητική καταγωγή του –κάτι που διαφαίνεται από τις πρώτες στροφές– από το free rock και την free jazz, συνδυάζοντας sixties αρχέτυπα (τη χρήση σιτάρ ας πούμε), με το αγγλικό και γαλλικό free improv των seventies, καθώς και με τις νεότερες πρακτικές (που έχουν όμως παλιά αφετηρία) των θορύβων και των εφφέ. Το αποτέλεσμα έχει μία εντυπωσιακή δυναμική (δεν είναι καθόλου στατικό εννοώ), με τις μουσικές των We Free να κυλούν με απαράμιλλη άνεση (παρότι, γενικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα «δύσκολο» άκουσμα). Κομμάτια όπως τα “In abstracto” και “Strange but true” (τα λένε όλα οι… προγραμματικοί τίτλοι), ή ακόμη τα “Better than a slap in the face with a wet cod” και “Everything is its opposite” είναι εντελώς χαρακτηριστικά μιας παρέας μουσικών, που αν και βίωσε στις μέρες του ’70 την (ευρωπαϊκή) free περιπέτεια, εξακολουθεί να έλκεται από το απρόσμενο και το πείραμα. Και αυτό είναι το κέρδος. Γιατί αυτό ακριβώς το πείραμα είναι εκείνο που εξακολουθεί να διατηρεί, ως άκουσμα, (και) τα ουμανιστικά χαρακτηριστικά του. 

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ άδηλα και κρύφια

Επικοινωνούμε με τον Κωστή Δρυγιανάκη από το 1987. Φοιτητές ακόμη… Μου το θύμισε ο ίδιος, πριν κάποιο καιρό, όταν είχαμε συναντηθεί σε δισκάδικο του κέντρου. Διατηρούσε, δηλαδή, στη μνήμη του το γεγονός πως του είχα στείλει (όντως) γράμμα στο Βόλο, εκείνη την εποχή (τέλη ’87), ψάχνοντας για το πρώτο LP της Οπτικής Μουσικής. Μου είχε ταχυδρομήσει, τότε, την... 517η κόπια από τις 1000 που είχε τυπώσει, όπως αργότερα μου έστελνε και τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις του (από την «Δίσκοι ΕΔΩ» ή... αλλού). Κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει και τα πιο πρόσφατα χρόνια…
Τον τελευταίο καιρό ξαναδιαβάζω και ξανακούω πολλά για τον Δρυγιανάκη – και χαίρομαι γι’ αυτό. Χαίρομαι, επειδή βρίσκεται στην επικαιρότητα το όνομα ενός σεμνού δημιουργού, που ζει εκτός των τειχών, παράγοντας σημαντικό έργο.
Έτσι, απολαμβάνω στις «εμβοές», το fanzine του Νικόλα Μαλεβίτση για το οποίο έγραψε την Τρίτη, τη σχετική κουβέντα, όπως και στο grekamag.gr τη συνέντευξή του στην Μαρία Παππά, ακούω τις επιτόπιες τσιγγάνικες εγγραφές του με σκοπούς και τραγούδια των Ελλήνων Ρομά από τους Σοφάδες, ενώ ρίχνω στο player το τελευταίο προσωπικό άλμπουμ του, μιαν ανεξάρτητη CD παραγωγή, με ωραίο hardback εξώφυλλο, υπό τον τίτλο «άδηλα και κρύφια» (κομμένη σε 200 αριθμημένα αντίτυπα).

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/56865

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

CHARLES EVANS ένας άσσος βαρυτονίστας

Παλιός γνώριμος του δισκορυχείου ο βαρυτονίστας Charles Evans, αφού ήδη έχουμε γράψει για το άλμπουμ του “Live at Saint Stephens” [Hot Cup, 2009] μαζί με τον Neil Shah πιάνο, αλλά και για το προηγούμενό του “Subliminal Leaps” [More is More Records, 2013]. Σ’ εκείνες τις δύο αναρτήσεις είχαμε τονίσει την αξία του στο χώρο, που συνδέεται και με την ικανότητά του… «να διατρέχει όλη την ακουστική γκάμα του οργάνου (από αλτίσιμο μέχρι μπάσο) εμμένοντας σε εξω-τζαζικές πρακτικές, με ανάπτυξη δωδεκαφθογγισμών και άλλων λοιπών τεχνικών σύγχρονης κλασικής όσον αφορά στη συγχορδιακή διαδοχή». Την ουσία του “Subliminal Leaps” επεκτείνει στο On Beauty [More is More Records, 2015] ο Evans, καθώς το ίδιο ακριβώς (υπόλοιπο) τρίο, υλοποιεί και τώρα τις ιδέες του. Ποιοι το αποτελούν; Ο πανταχού παρόν David Liebman σοπράνο σαξόφωνο, ο πιανίστας Ron Stabinsky και ο μπασίστας Tony Marino.
Το 5λεπτο “Introduction” είναι αυτό που λέει η λέξη. Μια εισαγωγή, που κάνει εμφανές το αισθητικό ζητούμενο. Ένα… ταξίμι από τον Evans, με ταχύτατες συγχορδιακές αλλαγές, πριν μπουν οι υπόλοιποι τρεις μουσικοί και οδηγήσουν τη σύνθεση σε κάτι πιο… χειροπιαστό.
Αυτό το «χειροπιαστό» είναι ολοφάνερο στα πέντε μέρη του “Movement”, όσο και αν από το I έως το V, η «εικόνα» διαρκώς αλλάζει. Στο “I” και στο “II” π.χ. μια σειρά θεματικών μελωδιών προσφέρονται για ελεγχόμενο αυτοσχεδιασμό απ’ όλα τα όργανα, ενώ στο “III” η κατάσταση ξεφεύγει προς ένα πιο free-improv πλαίσιο (και με το πιάνο του Stabinsky να παρέχει τις ποικίλες βάσεις, προκειμένου να πατήσουν πάνω τα δύο πνευστά, που παίζουν soli... ταυτοχρόνως). Στο πιο εκτεταμένο track του CD, το δεκάλεπτο “Movement IV”, ο Evans ξεκινά, με τη συνοδεία του πιάνου, να περιφέρεται βαρυτονικώς, προβάλλοντας «απλωμένα» μελωδικά περιβάλλοντα, τα οποία υποσκάπτονται από τα ίδια τα «ομιχλώδη» παιξίματά του/φυσήματά του (στριγκλιές, «πνιγμοί» και άλλα συναφή). Το κομμάτι θα τραβήξει έτσι στην μεγαλύτερη διάρκειά του, πριν «ηρεμήσει» μετά το έβδομο λεπτό, προς μιαν αίσθηση μπαλάντας (με το πιάνο-μπάσο, βασικά, μπροστά και εν μέρει το σοπράνο). Στο έσχατο “Movement V” η «έκπληξη» αφορά σ’ έναν από την αρχή ομαδικό, αλλά δομημένο, αυτοσχεδιασμό, με τον Liebman να αποκτά ισότιμο και ισόχρονο ρόλο. Υπάρχουν δύο (σύντομα) ιντερλούδια στη θέση 3 και 8, πριν το “On beauty” ολοκληρωθεί με το ένατο track, που έχει τίτλο “Ending beauty” και διαρκεί 5 λεπτά.
Η «Ομορφιά», εδώ, είναι και σαφής και προφανής, καθ’ όσον όλα τα θέματα επανέρχονται στο προσκήνιο, με τον Evans να φυσά σε συμφωνία με τον Liebman, μέσα σ’ ένα πλέγμα «επαναρμονισμού» των μελωδιών, και με τους Stabinsky και Marino να κρατούν άψογα το up-tempo.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Η τσιάι ’σι λουλουντί… - Τραγούδια και σκοποί των Ελλήνων Ρομά από τους Σοφάδες Καρδίτσας (1992)

Έχω την εντύπωση (μπορεί να κάνω και λάθος) πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση επαναφοράς, στη δισκογραφία, των field recordings, των επιτόπιων ηχογραφήσεων δηλαδή. Όχι πάντα με τη μορφή μιας πλήρους και αυθύπαρκτης καταγραφής (όπως στην περίπτωσή μας), αλλά και ως μιαν απλή συλλογή «καθημερινών ήχων», που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν (οι ήχοι) σε ευρύτερα projects – έχω δει με τα μάτια μου, στο κέντρο της Αθήνας, ανθρώπους να ηχογραφούν «οτιδήποτε». Όσο η εικόνα θα τείνει να κατατροπώνει και να δυναστεύει το είναι μας, ο ήχος θα αποτελεί το μοναδικό παράθυρο ελπιδοφόρας και σωτήριας διαφυγής. Αυτή είναι η ουσία η... αριστοκρατική καθαρότητα του ήχου εννοώ, που θα λειτουργεί πάντα σαν ένα ακαταμάχητο βάλσαμο.
Επί του προκειμένου η Εκδοτική Δημητριάδος παρουσιάζει αυτό το πολύ ενδιαφέρον CD-βιβλίο (τον τίτλο τον διαβάζετε στην επικεφαλίδα), το οποίον αποτελείται, όσον αφορά στο ακουστικό μέρος του, από επιτόπιες εγγραφές που πραγματοποίησε ο Κωστής Δρυγιανάκης στον τσιγγάνικο μαχαλά των Σοφάδων (Καρδίτσα), το 1992, κατόπιν παροτρύνσεως του Βαγγέλη Μπαντελά (μουσικός, κοινωνικός ανθρωπολόγος κ.λπ.). Όπως γράφει ο ίδιος ο Δρυγιανάκης στις «Σημειώσεις Ημερολογίου»:
«Γνωριστήκαμε με τον Βαγγέλη τις τελευταίες μέρες του 1991 και σχεδόν αμέσως μου πρότεινε να πάμε στους Σοφάδες της Καρδίτσας, τον τόπο καταγωγής του, να ηχογραφήσουμε μια ομάδα συντοπιτών του που τραγουδούσαν παλαιά τραγούδια ομοφωνικά, χωρίς όργανα. Έτσι κι έγινε λοιπόν, τον Φλεβάρη του 1992· μετά την προγραμματισμένη ηχογράφηση διανυκτερεύσαμε στο σπίτι της οικογένειας Μπαζιάνα και το αμέσως επόμενο πρωί, και μάλλον απρόβλεπτα, συναντηθήκαμε με τον Θανάση Λαβίδα και την παρέα του. Έτοιμα ήταν τα μηχανήματα, δεν ήθελε και πολύ· πραγματοποιήσαμε έτσι την πρώτη εγγραφή του. 23 χρόνια μετά ο δίσκος που έχετε στα χέρια σας περιλαμβάνει δύο από τα τραγούδια αυτής της ηχογράφησης· το ‘Μεραούλι’ και το ‘Λουλουντί’. 
Οι ερμηνείες του Θανάση μας κέρδισαν από την πρώτη στιγμή. Ξαναπήγαμε μετά από λίγες μέρες, γνωριστήκαμε περισσότερο, ο Θανάσης ήρθε μια μέρα στη Λάρισα και συναντηθήκαμε στο στούντιο Γκραφίτι(…). Γράψαμε κι εκεί, κι έτσι προέκυψε το θαυμάσιο ‘Τούνγκε τούνγκε’ που παραδίδεται εδώ. Ο Βαγγέλης προχώρησε με τις επαφές και την οργάνωση του υλικού και έτσι την Μεγάλη Παρασκευή του 1992 οργανώθηκε η δεύτερη ηχογράφηση στους Σοφάδες, απ’ όπου προέρχεται όλο το υπόλοιπο υλικό του δίσκου».
Αναφερόμαστε σε σκοπούς και τραγούδια ενός συγκεκριμένου κλάδου Ελλήνων Ρομά, τα οποία φέρουν εις πέρας οι Γιάννης Ισούφης (1917-1995) κλαρίνο, Μητσάρας Λάζος (1935-1995) τραγούδι και Θανάσης Λαβίδας κλαρίνο, με βοήθειες από μερικούς ακόμη μουσικούς (αναφέρονται όλες οι σχετικές πληροφορίες, στο 80σέλιδο βιβλίο, τραγούδι-το-τραγούδι). Είναι τραγούδια λαϊκά (με την ευρύτερη έννοια η λέξη) τσιφτετέλια και καρσιλαμάδες κυρίως, που αφορούν σε συγκεκριμένες φάσεις του καθημερινού βίου των Ρομά των Σοφάδων (εκδηλώσεις χαράς, διασκέδασης κ.λπ.).
Ακούγοντας το CD τρεις φορές «καπάκι», όπως λέμε, θα πω κάτι που έχει τη μικρή, αν θέλετε, σημασία του – δίχως να θέλω να μειώσω, εννοείται, την αυταπόδεικτη αξία της επιτόπιας εγγραφής, που έχει και άλλες πολυσήμαντες έννοιες (επιστημονικές, κοινωνιολογικές, εθνολογικές, αρχειακές, ντοκουμέντου κ.λπ.). Η στούντιο εγγραφή του «Τούνγκε τούνγκε» (που περιγράφεται ως… χορευτικό «μοντέρνο») και που ολοκληρώθηκε στη Λάρισα από τους Θανάση Λαβίδα κλαρίνο, τραγούδι, Κώστα Λαβίδα ηλεκτρική κιθάρα και Χρήστο Λαβίδα νταρμπούκα είναι απίστευτη. Ο σκοπός είναι φοβερός, οι μουσικοί τα δίνουν όλα και… αν είχε ακούσει αυτό το τραγούδι ο Emir Kusturica στην εποχή του, μπορεί και να γύριζε τον «Καιρό των Τσιγγάνων, Νο 2»…

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

εμβοές – ένα καινούριο fanzine

Στους φίλους των fanzines είναι γνωστή, πιθανώς, η αγάπη του Νικόλα Μαλεβίτση γι’ αυτή την έντυπη φόρμα. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, την πιο τρανή εποχή των ελληνικών fanzines –αν και σήμερα δεν είναι άσχημα τα πράγματα– ο Μαλεβίτσης (μαζί με τους Μήτσο Τριαντόπουλο και Σπύρο Παπαναστασάτο), ξεκινά το Genital Grinder (με deathgrind θεματολογία), για να συνεχίσει με το Genital Necrosis, με το absurd (1996) και άλλα διάφορα, για τα οποία, κάποια στιγμή, θα κάνουμε λόγο…
Τελευταία έκδοση του Μαλεβίτση αποτελούν οι εμβοές, με υπότιτλο «από την καινή στον ιάσονα και φτου κι απ’ την αρχή» – ένα καλοτυπωμένο zine 42 σελίδων, με πολύ ενδιαφέρον avant/experimental/noise περιεχόμενο.
Οι εμβοές απευθύνονται σε κάθε «φανζινά», σε κάθε μουσικόφιλο, αλλά βασικά σ’ εκείνους που μεγάλωσαν στα δικά μας 80s και 90s ακούγοντας-παρακολουθώντας ήχους και δράσεις των Θανάση Χονδρού και Αλεξάνδρας Κατσιάνη, των Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ (Χονδρός, Κατσιάνη συν Ντάνης Τραγόπουλος), του Κωστή Δρυγιανάκη (μέσα κι έξω από την Οπτική Μουσική), συν ορισμένων ακόμη μουσικών και σχημάτων από τη Σουηδία, τα οποία σχήματα και τους οποίους μουσικούς, εμείς, εδώ στην Ελλάδα, τα/τους θυμόμαστε και από το LP «Από Μηχανής Μουσική» [Ano Kato, 1991]. Και αναφέρομαι, βασικά, στον Carl Michael Von Hausswolff (ex-Phauss κ.λπ.) και τον Leif Elggren. Συζητήσεις και όχι συνεντεύξεις καταγράφονται με όλους αυτούς, αλλά ακόμη και με τον John Duncan, έναν θρύλο αμερικανό πειραματιστή, τον οποίον οι περισσότεροι μπορεί να τον θυμόμαστε από τις συνεργασίες του με τους Chris Carter και Cosey Fanni-Tutti (τους Chris and Cosey δηλαδή).
Οι συζητήσεις έχουν πολύ ζουμί –ο Μαλεβίτσης έχει κάνει πρώτης τάξεως δουλειά– και μιαν… ολοκληρωμένη εικόνα μπορείτε να την πάρετε, αμέσως, on line

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

GÜNTER GRASS (1927-13/4/2015) λόγος εναντίον της συνήθειας

Τον Μάρτιο του 1972, επί δικτατορίας δηλαδή, ο διάσημος γερμανός συγγραφέας, ποιητής και άλλα πολλά Günter Grass καλείται στην Αθήνα για να δώσει μια διάλεξη για την «Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων». Η Εταιρεία είχε ιδρυθεί τον Μάρτιο της προηγούμενης χρονιάς (1971) με στόχο, όπως αναφερόταν στο καταστατικό της… «την μελέτην των σύγχρονων ελληνικών προβλημάτων και την ανακοίνωση των σχετικών πορισμάτων». Ο δε σκοπός της θα μπορούσε… «να επιδιωχθή δια παντός νομίμου και, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, προσφόρου μέσου» (βλ. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας).
Μέλη της ΕΜΕΠ ήταν οι Γιάγκος Πεσμαζόγλου, Ρόδης Ρούφος, Γεώργιος Κουμάντος, Νίκος Κυριαζίδης, Δημήτρης Ζάννας, Αναστάσης Πεπονής, Βιργινία Τσουδερού κ.ά. Η Εταιρεία διαλύεται τον Μάιο του 1972 με απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, με μέλη της να συλλαμβάνονται και να εκτοπίζονται.
Για την ιστορία της Εταιρείας είχε αρθρογραφήσει ο καθηγητής Γεώργιος Κουμάντος (1925-2007) στην «Καθημερινή» τής 3/9/2006, με αφορμή την κριτική που είχε τότε δεχθεί ο γερμανός νομπελίστας συγγραφέας, όταν είχε αποκαλύψει (το 2006) πως 17χρονος, το 1944, είχε συμμετάσχει για μικρό χρονικό διάστημα στα Waffen-SS.
Πηγή: focus.de
Πολλοί, τότε, από το χώρο της Τέχνης και της κουλτούρας, είχαν σπεύσει να κατηγορήσουν τον Grass, ενώ άλλοι βγήκαν να τον υπερασπιστούν (όχι βεβαίως λόγω της συμμετοχής του στην ναζιστική οργάνωση, αλλά λόγω της παρρησίας του να το δηλώσει, αποκαλύπτοντας ο ίδιος μια σκοτεινή πτυχή του παρελθόντος του). Ο καθηγητής Κουμάντος θυμήθηκε τη συμβολή του Grass στον αντιδικτατορικό αγώνα σημειώνοντας:
«Ο Γκίντερ Γκρας δικαιούται την υπεράσπισή μας, από την κατοπινή αγωνιστική του παρουσία υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμα περισσότερο τη δικαιούται από εμάς τους Έλληνες, γιατί στάθηκε ολόψυχα στο πλευρό μας στον αγώνα κατά της χούντας. Είχαμε τότε ιδρύσει μια Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (το όνομα επίτηδες ουδέτερο και άγευστο), με σκοπό να ακουστεί ένας λόγος ελευθερίας με εκμετάλλευση των περιθωρίων που ήταν αναγκασμένη να αφήσει η χούντα για να δημιουργεί καλές εντυπώσεις στο εξωτερικό –ώσπου κάποτε φαίνεται πως ξεπεράσαμε αυτά τα όρια και η εταιρεία διαλύθηκε, ενώ πολλοί βρεθήκαμε εκτοπισμένοι– ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου στη Δεσκάτη, ο Σάκης Πεπονής κι εγώ πρώτα στο Κερασοχώρι Ευρυτανίας και ύστερα στο Θέρμο Τριχωνίδας. Σ’ αυτήν την προσπάθεια η συμπαράσταση του Γκίντερ Γκρας ήταν αποφασιστική, αφού ήρθε στη χουντοκρατούμενη Ελλάδα για μια ομιλία που ήταν αληθινό μνημείο. Όσοι συμπράξαμε στην προσπάθεια εκείνη του το χρωστάμε. Του το χρωστάει, νομίζω, και ο ελληνικός λαός…».

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/Plus/56804

το ωραιότερο ποπ τραγούδι για τον Ιησού είναι το “Jesus Cristo” του ROBERTO CARLOS

Με το τέλος της δεκαετίας της «αυταπάτης», της δεκαετίας του ’60 εννοώ, όταν το όνειρο για μια προοδευτική αλλαγή της κοινωνίας, με άξονα και την κουλτούρα, ενταφιαζόταν μέσα στη λάσπη του Woodstock, το νέο trademark ήταν ήδη έτοιμο, έχοντας και αυτή τη φορά την ίδια παγκόσμια διάχυση.
Έξαλλου, ό,τι ήταν να πουληθεί από την «επανάσταση» είχε προ πολλού πουληθεί… και άρα ένα καινούριο σύμβολο έπρεπε να αναδειχθεί, που θα στοιχημάτιζε, με το ίδιο πάθος, στην εσωτερική ανάγκη, τώρα πια, τού… πεπτωκότος για νηστεία και προσευχή.
O Ιησούς Χριστός ήταν έτοιμος, μπαίνοντας μπροστά στη νέα ποπ καμπάνια, αφού η δυτική εικόνα του ταίριαζε μ’ εκείνη των hippies, ενώ και η διδασκαλία του για την αγάπη κ.λπ. κολλούσε με το προηγούμενο «πακέτο» – ούτως ώστε η μετάβαση προς την νέα «αξία» να γινόταν με τους λιγότερο δυνατούς κραδασμούς. Με μια μεγάλη διαφορά, όμως…
Η επανάσταση θα μαζευόταν άρον-άρον από τους δρόμους, και θα κατευθυνόταν προς το… εσωτερικό μας. Θα μετατρεπόταν δηλαδή σε σωτηρία.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/56795

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ ακόμη μία version του «Χέρι-χέρι» στη Γαλλία

Όταν έγραφα τα κείμενα για τον Γεράσιμο Λαβράνο τον προηγούμενο καιρό δεν θυμήθηκα να αναφέρω ακόμη μία γαλλική εκτέλεση του «Χέρι-χέρι» (ως “Quand on aime”), που έχει νόημα (καθότι είναι ορχηστρική και πολύ ωραία).
Όπως σημείωνα πριν λίγες μέρες: «Από τα πρώτα EP της Fidelity ήταν ένα τεσσαράκι του Σώτου Παναγόπουλου, μέσα στο οποίο υπήρχε και το ‘Χέρι-χέρι’ (μουσική Γεράσιμος Λαβράνος, στίχοι Κώστας Πρετεντέρης). Το τραγούδι ακούστηκε πολύ, έγινε επιτυχία (τραγουδιέται μέχρι σήμερα) και αποτελεί κατά έναν περίεργο τρόπο το διαβατήριο του Λαβράνου για το εξωτερικό – τόσο νωρίς!».
Το «Χέρι-χέρι» (αυτή η πανέμορφη μελωδία) τραγουδήθηκε λοιπόν στη Γαλλία, στις αρχές του ’60, από τον Luis Mariano και την Jacqueline Boyer, ενώ έγινε και κάτι σαν τζαζ-στάνταρντ για τις μπάντες του Aime Barelli και του Guy Lafitte.
Μιας τέτοιας ποιότητας σύνθεση, όμως, είμαι σίγουρος πως θα είχε κι άλλες εκτελέσεις στη Γαλλία – και μια τέτοια, την οποία διέθετα, αλλά ξέχασα να την αναφέρω τις προάλλες, ήταν εκείνη των Arturo Motta et ses Chicaboums.
Έψαξα στο δίκτυο να βρω κάποια στοιχεία για τον Arturo Motta (αν και δεν έχω, τώρα, το χρόνο να ξεφυλλίσω μερικά τεύχη, της εποχής, του περιοδικού La Discographie Française που διαθέτω). Δεν εντόπισα κάτι ιδιαίτερο, εκτός του ακολούθου. Ο Motta είχε περάσει, ως ντράμερ, από τους (Les) Chaussettes Noires, ένα από τα πρώτα rock nroll γαλλικά γκρουπ, με δράση στα χρόνια 1960-1962. Ίσως όχι στην original line-up, αλλά σε κάποια επομένη.
Το 45άρι “4 Boleros Cha Cha” [Bel-Air Nο 221078] των Arturo Motta et ses Chicaboums πρέπει να προέρχεται από το 1961, όταν το «Χέρι-χέρι» του Γεράσιμου Λαβράνου γνώριζε μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία. Εδώ, στο εν λόγω τεσσαράκι εννοώ, είναι lead-track
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

το ντεμπούτο του KYLE NASSER

Ο Kyle Nasser είναι σαξοφωνίστας (τενόρο, σοπράνο), με τοRestive Soul [AISA, 2015] να αποτελεί το παρθενικό CD του. Έχοντας δίπλα του ένα σχήμα που το απαρτίζουν οι Jeff Miles κιθάρα, Dov Manski πιάνο, Chris Van Voorst μπάσο και Devin Drobka ντραμς, ο Nasser προτείνει ένα πολύ μεστό και συνάμα συναισθηματικό άκουσμα, που έχει άκρες στο κλασικό bop, ενσωματώνοντας όμως στην πορεία στοιχεία και από άλλες ηχητικές κουλτούρες (το rock βασικά και το folk, αλλά και τη λεγόμενη «σύγχρονη κλασική»).
Εκείνο που διαφαίνεται με την πρώτη ακρόαση του “Restive Soul” είναι πως ο Nasser είναι ένας συνθέτης με έμπνευση. Άπαντα τα tracks του παρθενικού CD του δεν είναι απλώς δικά του, αλλά εμφανίζουν κι όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που θα κατέτασσαν το άλμπουμ στις «ευχάριστες εκπλήξεις». Υπάρχει φαντασία σε συνθέσεις και παιξίματα, διάθεση για περιπέτεια, και κυρίως «πλάνο δράσης», που συντείνει τα μέγιστα στην ολοκλήρωση μιας δημιουργικής και ευχάριστης πρότασης. Έτσι, και κάτω απ’ αυτό το σκεπτικό-σκηνικό είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κομμάτι, αφού όλα έχουν «κάτι» (και όχι μόνο «κάτι»), για να τραβήξουν την προσοχή μας. Ας πούμε τα ροκάδικα “Radiator lady” (επηρεασμένο από το Eraserhead του David Lynch) και “Restive soul” (με τον Miles να δίνει ωραία κιθαριστικά soli), το “Gyorgi goose” (στο οποίο συνδυάζονται blues κλίμακες με αβαντγκαρντίστικες «αυθαιρεσίες» – η σύνθεση είναι προφανώς αφιερωμένη στον György Ligeti), ή το 9λεπτο “Rise”, που φέρνει στο νου τον John Coltrane, και που μοιάζει με τραγούδι (παραπέμπει η κάπως σαν folk μελωδία).
Επίσης πολύ ενδιαφέρον έχει το μινόρε εισαγωγικό “For Rick B.”, αφιερωμένο στον δάσκαλο τού Nasser σαξοφωνίστα και πιανίστα Rick Britto, η μπαλάντα “Angelique” και ακόμη το “Shadow army”, ένα πολύ ωραίο track με «απλωμένες» μελωδικές γραμμές και κάπως κινηματογραφική αφήγηση.
Γενικώς, θα έλεγα πως το “Restive Soul” είναι ένα πολύ δουλεμένο στη λεπτομέρειά του άλμπουμ, κάτι που αποκαλύπτεται στον ακροατή σιγά-σιγά κατά τη διάρκεια των (απανωτών) ακροάσεων.
Επαφή: www.kylenasser.com