Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

το ζεϊμπέκικο του BOB BEHLING

Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τον Bob Behling – αν θυμούνται κάτι αμέσως δηλαδή, ακούγοντας αυτό το όνομα. Κι εγώ δεν ξέρω πολλά πράγματα γύρω από την περίπτωσή του, όμως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα από τα πρόσωπα που έχουν στοιχειώσει (κάπως έτσι…) τα δικά μου ελληνικά seventies. Μπορεί να έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε, παρά ταύτα εξακολουθώ να έχω στη μνήμη μου την μορφή του, όπως αυτή αποτυπωνόταν σε διαφημίσεις βασικά (στην τηλεόραση ή τα περιοδικά), μια «μορφή» που καταγράφηκε και στον εγχώριο κινηματογράφο της εποχής, σε ταινίες ερωτικές και θρίλερ. Ναι, ηθοποιός και συνάμα μοντέλο, ή το ανάποδο, μοντέλο και συνάμα ηθοποιός, ήταν ο Bob Behling, ένας Αμερικανός που βρέθηκε τουρίστας προφανώς ή πιθανώς στην Ελλάδα των αρχών του ’70, αφήνοντας ισχυρό αλλά κάπως «μαύρο» στίγμα.
Δυστυχώς, γύρω από τον Behling δεν υπάρχουν πολλά σοβαρά διαθέσιμα στοιχεία, ενώ έχω την γνώμη πως δεν πρέπει να δώσουμε καθόλου βάση στον imdb.com, ο οποίος μπερδεύει, όπως φαίνεται, τον Bob Behling με κάποιον… Robert Behling. (Έτσι λέω εγώ... και δεν το λέω έτσι). Στoν imdb διαβάζουμε λοιπόν πως αυτός ο… Robert Behling γεννήθηκε κάπου στο Οχάιο το 1941 και πως πέθανε στην ίδια Πολιτεία το 2011. Τον imdb διαψεύδουν, κατ’ αρχάς, οι ίδιες οι ταινίες που καταχωρίζονται κάτω από το όνομα “Robert Behling”, αφού ο τύπος αυτός που εμφανίζεται στο θρίλερ Cujo (1983), δεν έχει ουδεμία σχέση με τον… Έλληνα Bob Behling (είδα την ταινία και το λέω). Τον διαψεύδει, περαιτέρω, και ο Νίκος Μαστοράκης, αφού στα extras του DVD του Island of Death [VIPCO, 2003], που γυρίστηκε στην Μύκονο το 1975, τον ακούμε να λέει πως… ο Bob Behling ήταν ένας παράξενος, ταραγμένος άνθρωπος, και πως μερικά χρόνια αργότερα (μετά το 1975 δηλαδή) είχε βάλει, ο ίδιος, τέρμα στη ζωή του (έτσι είχε ακούσει ο Μαστοράκης) τοποθετώντας στο στόμα του ένα σωλήνα παροχής προπανίου! Όποιος δεν έχει δει το Island of Death, το ξέρω, μένει με ανοικτό το στόμα…
Ο Behling εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ελληνική ταινία το 1970, κρατώντας ένα ρόλο σε μια παραγωγή της Ora Films σε σκηνοθεσία Ομήρου Ευστρατιάδη. Η ταινία είχε τίτλο Όσο Υπάρχει Αγάπη… και ήταν γυρισμένη κι εκείνη στην Μύκονο με βασικούς πρωταγωνιστές τον Θόδωρο Ρουμπάνη και την Γκιζέλα Ντάλι. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Behling παίζει στην ταινία Γυμνοί στο Χιόνι του Γιώργου Ζερβουλάκου, για να κάνει το πιο μεγάλο μπαμ την επόμενη χρονιά (1975) με τα… μυθικά Παιδιά του ΔιαβόλουIsland of Death) του Νίκου Μαστοράκη. Γι’ αυτήν την εντελώς αλλόκοτη ταινία έχω γράψει παλαιότερα στο blog (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2010/06/island-of-death-nico-mastorakis-film.html) και δεν υπάρχει λόγος, εδώ, να πω περισσότερα.
Οι δύο τελευταίες ταινίες του Bob Behling με ελληνικό ενδιαφέρον είναι το The Devil’s Men (1976) του Κώστα Καραγιάννη (μουσική Brian Eno) για το οποίον επίσης έχω γράψει στο δισκορυχείον (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/02/brian-eno.html) και βεβαίως Το Αγκίστρι (1976) του Ερρίκου Ανδρέου, εκεί όπου ο Behling (ως Νίκος Βιτάλης και βεβαίως ως εραστής της Ηρούς Μαρά, δηλαδή της Barbara Bouchet) δίνει… ερωτικά, χορευτικά και άλλα ρέστα.
Δυστυχώς δεν έχω κάτι πρόχειρο από την πορεία του Bob Behling στην Ελλάδα, ως μοντέλο, για να σας δείξω –πρέπει να ψάξω περισσότερο, αφού τον θυμάμαι π.χ. να διαφημίζει τσιγάρα στην τηλεόραση και σε περιοδικά– παρ’ εκτός του εξωφύλλου τού τουριστικού δίσκου που βλέπεται πιο πάνω. “Holidays in Greek No 5” [Pan-Vox Χ 33 SPV 16172, 1976] και ο Bob Behling στην Κέρκυρα, ανάμεσα σε δυο κυρίες, με το σακ βουαγιάζ της Ολυμπιακής κάτω από την καρέκλα και το Ποντικονήσι στο βάθος…
Όσον αφορά, τώρα, στο ζεϊμπέκικο του τίτλου; Να τος λοιπόν ο πρωταγωνιστής μας, σε μια πολύ ωραία σκηνή από Το Αγκίστρι, να τα δίνει όλα προς χάριν της Barbara Bouchet. Το τραγούδι είναι το «Χάρε σαν έρθης» σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου και στίχους Γιώργου Κανελλόπουλου με την φωνή του Μανώλη Μητσιά, από το LP «Διαδρομή» [ΕΜΙ/ Columbia SCXG 111, 1973]… και δεν νομίζω να έχετε δει Αμερικανό να χορεύει ωραιότερο ζεϊμπέκικο από τον… Έλληνα εκείνων των χρόνων Bob Behling

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

ΝΟΣΤΟΣ ένα ελληνικό folk γκρουπ

Ο Νόστος είναι ένα συγκρότημα… έντεχνης ελληνικής μουσικής (με διεθνείς όρους θα το χαρακτήριζα… greek progressive folk) που διαθέτει και τραγουδίστρια. Μέλη του είναι οι καλοί μουσικοί Γιάννης Γιακουμάκης κλασική κιθάρα, Βαγγέλης Κοντόπουλος κοντραμπάσο, Δημήτρης Παναγούλιας κρουστά, καθώς και η Ματίνα Μάστορα στις φωνές. Απ’ αυτούς ο Γιάννης Γιακουμάκης έχει μακρά συνεργασία με τον ροδίτη τραγουδοποιό Τάκη Βούη, ο Βαγγέλης Κοντόπουλος (γεννημένος στο Krnov της πρώην Τσεχοσλοβακίας, και νυν Τσεχίας, από πολιτικούς πρόσφυγες γονείς) στα mid-80s έπαιζε μπάσο στους ΑλεΡεΤουρ (μαζί με τον Γιώργο Ανδρέου και τον Στάθη Παχίδη), που είχαν ηχογραφήσει το ενδιαφέρον LP «Σαν Ελληνική Ταινία» [Portokali Rekords, 1984] συμμετέχοντας αργότερα σε δίσκους άλλων έχοντας και προσωπική δισκογραφία, ο Δημήτρης Παναγούλιας είναι μέλος των Λωξάντρα, ενώ η Ματίνα Μάστορα μάλλον είναι και αυτή Ροδίτισσα. Όπως διαβάζω σε μια συνέντευξη του Κοντόπουλου στο e-radio.gr: «Συναντηθήκαμε πρώτα με τον Γιάννη Γιακουμάκη, σε μια ηχογράφηση ενός δίσκου του Τάκη Βούη στη Ρόδο, αμέσως ταιριάξαμε σαν φίλοι και σαν μουσικοί. Μετά συναντήσαμε τη Ματίνα Μάστορα σε κάποιες συναυλίες του Τάκη, φτιάξαμε το τρίο Nostos και ξεκινήσαμε να παίζουμε. Στο τέλος προσθέσαμε τον Δημήτρη Παναγούλια, πάλι σε συναυλίες του Τάκη, οπότε ολοκληρώθηκαν οι Nostos και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι ο Τάκης Βούης είναι ο νονός μας!».
Το άλμπουμ των Νόστος [Κόκκινο Δέντρο, 2014] περιλαμβάνει έντεκα τραγούδια, εκ των οποίων μόνο ένα είναι αληθινά πρωτότυπο (το «Ερωτικό» σε μουσική Γιακουμάκη και στίχους Βίκυς Θεολόγη). Τα υπόλοιπα δέκα είναι διασκευές γνωστών γενικώς κομματιών, αλλά εντελώς διαφορετικής… λογικής. Θέλω να πω πως ακόμη κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη (όπως η «Συννεφιασμένη Κυριακή») είναι διαφορετικό από ένα τραγούδι του Βαμβακάρη («Τα ματόκλαδά σου λάμπουν»), πόσω μάλλον το παραδοσιακό «Δυοσμαράκι» από το “Bitter way” (των Χατζιδάκι/ Corrigan/ New York Rock and Roll Ensemble). Ενώ λοιπόν το ορχηστρικό μέρος των τραγουδιών και των σκοπών είναι εξαιρετικώς ενδιαφέρον, με την κλασική κιθάρα του Γιακουμάκη να δίνει «άλλη» μορφή στα κομμάτια και με το rhythm section να βοηθά στην παγιοποίηση αυτού ακριβώς του «άλλου» (οι εναρμονίσεις δηλαδή είναι απολύτως ουσιαστικές, κάνοντας τα πασίγνωστα θέματα ν’ ακούγονται με ένα «προσωπικό» τρόπο, δίχως να αλλοιώνεται η εσωτερική δομή τους), το τραγουδιστικό μέρος δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση. Τα περισσότερα από τα tracks ακούγονται κάπως (φωνητικώς) ισοπεδωμένα, δίχως να προβάλλονται, δηλαδή, εκείνες οι διαφορές που είναι συνδεμένες με το βαθύτερο, κάθε φορά, νόημά τους. Ακούω για παράδειγμα την εισαγωγή στην «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή στο «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι» και νοιώθω να με «χτυπάει» κάτι από… John Renbourn. Όταν όμως μπαίνει η φωνή προσγειώνομαι σε κάτι προφανές και ελληνικό, δίχως καμμία… εκτόξευση. Νομίζω πως η καλύτερη στιγμή της Ματίνας Μάστορα είναι όταν τραγουδά (στην αγγλική) το “Bitter way”. Όλα, ενοργάνωση, ερμηνεία μοιάζουν ταιριαστά με το τραγούδι και την βαθύτερη υφή του. Δύο τινά, ως συμπέρασμα. Πρώτον, οι Νόστος θα έπιαναν το «άριστα» αν ήταν ένα instrumental σχήμα ή, δεύτερον, αν ήταν αποφασισμένοι να δώσουν προτεραιότητα σ’ ένα αγγλοαμερικανικό folk ρεπερτόριο. Υπάρχουν δεκάδες τραγούδια, για να μην πω εκατοντάδες, ωραιότερα ακόμη και από το “Bitter way”, που θα μπορούσε να τα διαχειριστεί ένα ελληνικό γκρουπ, όπως οι Νόστος, κάνοντας την διαφορά· καθώς με τα... «καίγομαι και σιγολιώνω» οι διαφορές δεν είναι εφικτές.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΣΙΡΙΓΚΟΥΛΗΣ ο λογοκλόπος

(…) Οι λαμαρίνες και τα όργανα ακριβείας φροντίζουν να μας μεταφέρουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ενσωματωμένους, κομματιασμένους και κινητούς σε αποστάσεις που μας κρατάνε σε απόσταση από την πραγματικότητα, με την ψευδαίσθηση ότι κάνουμε μόνιμες διακοπές χειμώνα-καλοκαίρι, ότι είμαστε στην Αττική σε περιοχή πευκόφυτη, αμφιθεατρική, με θέα πανοραμική, με εγκαταστάσεις air-condition, με θέρμανση, με ψύξη, με σκέψη ότι χάσαμε τον ήλιο. Με τον προβληματισμό ότι η σύγχρονη τεχνολογία πραγματοποιεί άλματα ατυχημάτων στην Ελλάδα και ότι η Επιστήμη τάχτηκε με το μέρος μας για την ανακάλυψη αλοιφής που να αποστειρώνει, και επουλώνει, κάθε τραύμα, να εξολοθρεύει όλα τα μικρόβια και μικροοργανισμούς με τους οποίους ερχόμαστε σ’ επαφή κατά την διάρκεια της εξαντλητικής εργασίας μας. Με εγκαταστάσεις air-condition, με θέρμανση, με ψύξη, με σκέψη ότι η γνώση είναι επιστήμη και ότι οι αλλαγές στην κοινωνία οφείλονται στην ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις, και στις παραγωγικές δυνάμεις, τον Καραγκιόζη που στο όνειρό του βάζει τυρί σε μια πιατέλα μακαρόνια, το ραδιόφωνο του γείτονα να κραυγάζη για μεγάλες εμπορικές συμφωνίες –τόσα κατά κεφαλήν δολλάρια– η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και ξανά προς την δόξα τραβά. Ξύπνα Καραγκιόζη, ξύπνα. Ξύπνησα ρε και δεν πρόλαβα ούτε τα μακαρόνια μου να φάω. Τόσα κατά κεφαλήν δολλάρια… Η Ελλάδα… πεθαίνει.(…)
Κατασπαράζουν πτώμα χιλιάδων ετών. Χιλιάδων… και ακόμη σάρκα. Αυτό το ξέρουμε, όπως ξέρουμε ότι εκεί στην Περσέπολη Δαρείου και Παρυσάτιδος γίνονται μούλοι δύο. Ευημερία να δηλώνη ο Βασιλιάς και ο Λαός ψωμί, κρεμμύδια και ότι δεν πληρώνει στο χασάπη κόκκαλα. Αύριο είναι Κυριακή εκεί στην Περσέπολη. Και εμείς εδώ κοιτάζουμε τον ήλιο. Φαρμάκι το φεγγάρι. Βουνά περιστέρια χωρίς φτερά. Οι καλλιτέχνες μάθανε να μισούν τον άνθρωπο. Να βλέπουν μόνο φόρμες και χρώματα. Τον εαυτό τους. Και στης ζωής το πέρασμα γεμίσανε φυγής σφραγίδες. Μεσάνυχτα, μεσημέρι. Μεσάνυχτα. Η ανάσα έχει πάντα την ίδια αγωνία. Μεσημέρι. Ο ήλιος ίδρωσε στο πρόσωπό της. Κοινωνία – χρόνος – εκμετάλλευσι. Σάββατο βράδυ. Η καταναλωτική κοινωνία άνοιξε τον δρόμο και περάσαμε με υπερβολική ταχύτητα το χαλασμένο φανάρι. Σε λίγα δευτερόλεπτα σίδερα, αίματα, κραυγές και κόκκαλα έγιναν ένα. Κυριακή ξημερώματα. Μουλιασμένοι. Μουλιασμένος και εγώ από τον ιδρώτα της προσμονής μέσα στα χέρια μου κρατούσα σφιχτά δύο κόκκινες παπαρούνες. Πατέρα, ακούστηκε φωνή. Πατέρα. Σκυλόβρισε τον θάνατο όσο μπορείς πιο δυνατά, θε να τρομάξη. Γίνε σκληρός στον άδικο και πάρτου εσύ κεφάλι. Τις παπαρούνες που κρατάς σφιχτά, τις μάζεψα στ’ αγκάθια, και στην Πόλη αυτή με τα πολλά εργοστάσια και τα ετοιμόρροπα σπίτια, με τα πολλά παιδιά και τους μουχλιασμένους από υγρασία τοίχους βρίσκεις φιγούρες μ’ άρματα, παλιές του Καραγκιόζη. Για μερικούς είναι πάντα μια απειλή. Αιώνες η αριστοκρατία έχει κλεμμένο το φεγγάρι. Αιώνες σιωπή, σιωπή, οργή αιώνες. Και σε κείνο το βάζο το ξεχασμένο με τα ξερά λουλούδια ο χρόνος ηττήθηκε. Την ημέρα βλέπεις τα χρώματά τους, το βράδυ δεν κλείνεις μάτι μπας και χάσης την μυρωδιά τους. Διαρκώς σκέφτεσαι την αναζήτηση της πνοής μας ανάμεσα σε μια σειρά πικρά χαμόγελα, αθάνατα λουλούδια.
(…) Χτες ο Άγγλος προπονητής μίλησε σκληρά στους ποδοσφαιριστές. Μεταξύ των άλλων τόνισε: Χάσατε πολλές ευκαιρίες. Άλλα σας λέω εγώ και άλλα κάνετε. Φαίνεται ότι χάνω τον καιρό μου κοντά σας, δήλωσε ο δηλωμένος πρώην βασανιστής της Κύπρου. Ο πυρετός στον Σαρωνικό συνεχίζεται και σήμερα: 1200 κότερα και άλλα σκάφη αναψυχής έχουν αρχίσει προετοιμασία στις μαρίνες του Σαρωνικού. Από το Πασαλιμάνι και τη Ζέα μέχρι τη Γλυφάδα και την Βουλιαγμένη. Γυμνή σε μια Ρολλς Ρόυς. Ένα ερωτικό ποίημα με ξέφρενο σεξ. Όλη η Αθήνα μιλάει για το πουλί που πετάει κι όλος ο κόσμος θέλει να δει και να ξαναδεί. Τετάρτη πρωί η εκτέλεση. Άφωνοι, έκπληκτοι, δίχως ανάσα θα περιμένετε να μάθετε το φοβερό, το ανείπωτο μυστικό που έκρυβε η Λευκή Αθήνα. Μόνη έξοδος ο θάνατος.(…)
Σκυλίσια ζωή, ό,τι πιο παράξενο, ό,τι πιο συγκλονιστικό έχει να παρουσιάσει η υφήλιος σε σκληρότητα και πρωτοφανή ρεαλισμό που ξεπερνά και την πιο ασύλληπτη φαντασία. Υπό γωνία 5 μοιρών ο Χάρης έχει περάσει με βολέ την μπάλα στα δίκτυα. Το πρώτο γκολ είναι γεγονός. Του επετέθη η κουνιάδα με βιτριόλι γιατί εγκατέλειψε την σύζυγο. Αυτοκίνητο Αθηναίων έπεσε στη θάλασσα. Πνίγηκαν τα δύο παιδιά τους. Πέντε οικοδόμοι σκοτώθηκαν από μπάζα. Στην Ελευσίνα τα νεογέννητα παρουσιάζουν σοβαρές ασθένειες από την μολυσμένη ατμόσφαιρα. Το ραδιόφωνο του γείτονα κραυγάζει, για μεγάλες εμπορικές συμφωνίες. Τόσα κατά κεφαλήν δολλάρια και ο παπάς της ενορίας ψάχνει να βρη άνθρωπο να τον πληρώσει να κατέβει στον Άδη για να του πει πώς είναι. Φοβάται μη πεθάνει. Επαναλαμβάνω σημαίνει δεν έχω να πω τίποτα, η ένεση που μου έκαναν περιέχει μια φυσική ουσία που προκαλεί ευεργετική ζεστασιά στο δέρμα και επιταχύνει την αιμάτωση των ιστών. Έτσι τα κατάλοιπα της ανταλλαγής της ύλης που προκαλούσαν τον πόνο εξαφανίζονται και ανακουφίζεσθε.
Με την αγορά μιας κουζίνας.
Με την αγορά ενός ψυγείου.
Με την αγορά μιας τηλεοράσεως.
Με την αγορά ενός ραδιοφώνου.
Με την αγορά μιας μπουκάλας χωρίς περιεχόμενο.
Με την αγορά αγοράζετε την αγορά σας.
Ο κλασσικός ποιητής έκλασε τις πικροδάφνες και ντύθηκε άστρο. Στο στήθος του καρφίτσωσε μια φέτα φεγγάρι. Την Ελπίδα. Κατεδίκασε τρεις φορές σε θάνατο τον στρατοδίκη για τον θάνατο της νιότης που έγινε αιτία. Βγήκε στους δρόμους και έγραψε επάνω στις πονεμένες αφίσσες που μάδαγαν την ψυχή τους ΚΑΤΩ Η ΕΞΟΥΣΙΑ. Ο ήλιος είναι στους δρόμους. Οι γειτονιές γέμισαν από υλικά του μέλλοντος. Ψυχές, ζωές ξεψειριάστε την γνώσι, ξύνοντάς την στο τουφέκι. Εσείς, εμείς ξυπόλητοι, των σκοτωμένων αδέλφια. Έσυρε τις παιδικές αναμνήσεις που τον έφεραν να τρέχη πίσω από τα Γερμανικά φορτηγά, να βλέπη τα στιβαγμένα πικρά χαμόγελα. Τα πεζοδρόμια δεξιά, αριστερά γεμάτα αναστεναγμούς και δάκρυα. Κάθε γρίλια και μια κατάρα για τον κατακτητή και ο δρόμος προς την Καισαριανή γεμάτος κόκκινα γαρύφαλλα.(…)
Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Λεωνίδα Τσιριγκούλη Ο Λογοκλόπος [Gazette, Αθήνα 1975]. Και εν συνεχεία ένα βιογραφικό του (κάπως συντομευμένο και κάπως συμπληρωμένο, σε δεύτερο χρόνο, από εμένα), το οποίον εντόπισα στο δίκτυο, στο site των Οικολόγων Πράσινων (ecogreens.gr). 
Ο ζωγράφος Λεωνίδας Τσιριγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937. Σπούδασε στην Ecole Des Beaux Arts στο Παρίσι. Ποικίλες ατομικές εκθέσεις σε Αθήνα (στις γκαλερί Κεραία, Μέδουσα, 3…), Παρίσι (La Cour DIngres), Θεσσαλονίκη (Πανσέληνος), Πειραιά (Γκαλερί του Νότου) και αλλού. Το 1975 εικονογραφεί «Τα Ξυλοπόδαρα» του Άρη Αλεξάνδρου. Το 1980 δημοσίευσε στο περιοδικό Συλλέκτης κείμενα για τους ζωγράφους Γιώργο Μπουζιάνη και Θανάση Τσίγκο. Το 1980 κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια στο Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο, στο έργο του Μανώλη Κορρέ Το Διπλανό Κρεβάτι σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Το 1982 εκδίδει το βιβλίο Ο Λογοπλόκος (σ.σ. όχι Ο Λογοκλόπος, που είναι έκδοση του ’75 και που μας απασχόλησε εδώ). Το 1984 κάνει τα σκηνικά στο θεατρικό έργο της Μαριέτας Ριάλδη Η Αναδόμηση της Μαρίτσας της Γκαβής, στο θέατρο Όρβο. Το 1986 εκδίδει το βιβλίο Αναφορά στον Γ. Μπουζιάνη. Τα πιο πρόσφατα χρόνια ο Λεωνίδας Τσιριγκούλης είναι περισσότερο γνωστός από τις θεατρικές σκηνοθεσίες του (Ισμήνη του Γιάννη Ρίτσου στο Μουσείο Πολιτικών Εξόριστων Αη Στράτη, Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή στο Θέατρο Ελυζέ κ.ά.). 

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

THE SOURS ένα folk duo

Έχοντας τραγουδίστρια «μπροστά», την Sarah Schrift που παίζει και κιθάρα σε κάποια tracks, οι Νεοϋορκέζοι Sours είναι βασικά ντούο (η Sara και ο κιθαρίστας Sasha Markovic – γνωστός απ’ τους Yagull, δες κι εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/02/progressive-fusion.html), ασχέτως αν πλαισιώνονται σε μια-δυο στιγμές και από την πιανίστα Kana Kamitsubo. Κιθάρα-φωνή λοιπόν, κι έχοντας στο ρεπερτόριό τους υλικό αποκλειστικώς πρωτότυπο, οι Sours παρουσιάζουν ένα ηπίων τόνων άλμπουμ, με τραγούδια που θέλουν να στηρίζονται στα μελωδικά προτερήματα και την διάφανη αφηγηματικότητά τους, ασχέτως αν δεν είναι πάντα κατορθωτό αυτό. Εννοώ πως στις περιπτώσεις των folk ντούο εκείνο που μετράει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο είναι η τραγουδοποιητική… ακεραιότητα, το υψηλό επίπεδο του υλικού τους δηλαδή και όχι τόσο ο… περιβάλλων χώρος.
Έτσι, και παρότι οι αναφορές ενός σημερινού folk σχήματος μπορεί να είναι άπειρες ή προφανείς (ή και τα δυο μαζί), στην πράξη θα κρίνεσαι πάντα από το πώς αφομοιώνεις την υπάρχουσα παράδοση, από το πώς εμπνεόμενος από ’κείνη θα μπορείς να κατασταλάζεις σε κάτι προσωπικό. Ακούγονται, βεβαίως, στο The Sours[zozemusic/ MoonJune, 2013] κομμάτια που κάνουν μια διαφορά, τραγούδια που δείχνουν πως υπάρχει και παιδεία, και ταλέντο, και όρεξη για δουλειά (πίσω από τις συνθέσεις των Schrift και Markovic), όπως για παράδειγμα το πολύ καλό “R for regret” (εμφανίζει ένα αντηχητικό βάθος, που του δίνει ξεχωριστή χροιά), το “Seawitch”, που φέρνει στο νου κάτι από την ακουστική προσέγγιση του Davy Graham (των sixties) ή η τύπου Joni Mitchell μπαλάντα “Angie”. Γενικώς, το “The Sours” είναι ένα ευχάριστο άλμπουμ, που θα ήθελε όμως κάτι περισσότερο (σε επίπεδο συνθέσεων), προκειμένου να έδινε ένα ακόμη πιο ισχυρό στίγμα.
Επαφή: www.thesoursmusic.com

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

όταν σε αντιγράφουν… λέγοντας παλαβάτα

Χθες βράδυ, ψάχνοντας κάτι στο δίκτυο, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο για τον Bob Dylan που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα της 20/6/2014 κι είχε τίτλο… Μπομπ Ντίλαν: Οι ελληνικές στιγμές, η πρώτη επαφή και οι απαγορεύσεις. Αρθρογράφος κάποιος… Νικόλας Ζώης. Ο Ζώης, αφού διάβασε το κείμενό μου Bob Dylan: Η Ελληνική Διάσταση που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 390 της LiFO, την 12/6/2014 (http://www.lifo.gr/mag/features/4344) κατενθουσιάστηκε ως φαίνεται και είπε... δεν κάνω τώρα κι εγώ ένα δικό μου. Είπε να γράψει, δηλαδή, ο άνθρωπος ένα κείμενο για τη διασπορά του Bob Dylan στην Ελλάδα («ελληνικές στιγμές» το βάφτισε) αναπαράγοντας όσα είχα αναφέρει εγώ, προσθέτοντας και κάτι δικά του περί… απαγορεύσεων (για να εντυπωσιάσει τους… ιθαγενείς) που, ως κουβέντες, είναι εντελώς για κλάματα. Πώς δούλεψε; Με τον εξής απλό τρόπο. Πήρε τα πρόσωπα και τα στοιχεία που ανέφερα στο κείμενο της LiFO, και πάνω σ’ εκείνα μοντάρισε κάτι «δικό» του. «Δανείστηκε» λοιπόν τα εξής (με σειρά εμφανίσεως)… Van Morrison/Bob Dylan στου Φιλοπάππου, Πουλικάκος/ Σαββόπουλος / All along the watchtower, Ευγενία Συριώτη/ βιβλίο του ’73, Μπομπ Ντάιλαν (έμαθε και για τον… Ντάιλαν ο άνθρωπος), τα ελληνικά 45άρια, «Φορτηγό»/ “Highway 61 Revisited”, «Οι πίσω μου σελίδες», “Desire”, Γιάννης Τζώρτζης «Ένα Όχημα», Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης… κι έπιασε δουλειά.
Ποια στοιχεία, απ’ όσα ανέφερε ο ίδιος, δεν υπήρχαν στο δικό μου κείμενο; Βασικά (βασικά λέω) το θέμα Λευτέρης Πούλιος/ Bob Dylan. Γράφει ο Ζώης: «άλλοι ‘ντιλανόφρονες’ ήταν ο Λευτέρης Πούλιος, με σχετικό ποίημά του, ο ομότεχνός του Πέτρος Μοροζίνης, με την καμπάνια του να δοθεί Νομπέλ στον τραγουδοποιό…». Όταν αναδημοσίευσα, εμπλουτισμένο, το κείμενο της LiFO στο δισκορυχείον, την 23/6/2014 (μετά το κείμενο του Ζώη στα Νέα) έγραψα αναλυτικώς για το «δίδυμο» Λευτέρης Πούλιος/ Bob Dylan, αναφέροντας τα δύο σχετικά ποιήματα (και όχι ένα), δείχνοντας, βεβαίως, και το εξώφυλλο τού δυσεύρετου βιβλίου τού έλληνα ποιητή στην ανάρτηση http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/06/bob-dylan.html. Δεν πέταξα δυο λέξεις στον αέρα. Κάποιος τού σφύριξε του Ζώη (πιθανώς ο Μπαμπασάκης) το περί Dylan/Πούλιου, ή κάπου το πήρε το μάτι του, και το αράδιασε. Φυσικά, ο ίδιος, από αδιαφορία δεν τσέκαρε τίποτα, προκειμένου να δώσει κάποια επιπλέον πληροφορία. Να υπενθυμίσω, μόνον, πως για το συγκεκριμένο ζήτημα είχε γίνει λόγος και στο δισκορυχείον, από τον Κώστα Αρβανίτη, στα σχόλια μιας παλαιότερης ανάρτησης για τον Πούλιο (24/10/2012). Αλλά σιγά μην έψαχνε εκεί ο Ζώης για να πάρει στοιχεία… Ψέκασε, σκούπισε, τελείωσε…
Για να δώσει «ζωντάνια» στο κείμενό του ο Ζώης, είπε να μιλήσει και με 2-3 ανθρώπους… καθότι ο ίδιος δεν μπορούσε να πάρει μόνος του, επάνω του, την ευθύνη εκείνων που θα έγραφε. Αυτή η… μαϊντανοποίηση, την οποίαν συνηθίζουν οι συντάκτες των εφημερίδων, δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Μπορεί στην τηλεόραση αυτό να πιάνει (να μιλάνε διάφοροι από λίγο, από μνήμης, για ένα θέμα), αλλά στο χαρτί είναι βλακώδες. Το οπτικό μοντάζ (τηλεοπτικό/ κινηματογραφικό) δεν έχει καμμία σχέση με το… επί χάρτου. Εκτίθενται και άνθρωποι δηλαδή, για τους οποίους δεν θα υπήρχε λόγος να συμβεί (καθότι τα γραπτά μένουν), επειδή ο Ζώης θυμήθηκε να γράψει ένα κείμενο στα Νέα για την Ελλάδα και τον Bob Dylan, έχοντας διαβάσει λίγο πριν το δικό μου στη LiFO.
Ο Γιάννης Πετρίδης είναι το ένα πρόσωπο. Και τις μας λέει ο Πετρίδης; «Και στη δικτατορία (σ.σ. εν σχέσει με τον Dylan) τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα». Σοβαρά; Τι λέτε ρε παιδιά; Κυνήγαγε ο… Πατακός τον Dylan ε; Ρε δεν είσαστε καθόλου καλά! Τι αηδίες είναι αυτές; Άιντε λοιπόν να ξαναγράψω πως επί δικτατορίας κυκλοφόρησαν τα περισσότερα 45άρια του Dylan, τυπώθηκαν πάμπολλα LP του, έγραφαν τα περιοδικά (δεν ξέρω τι έκανε ο Πετρίδης…) και μοίραζαν αφίσες του (Μουσική Γενιά), τυπώθηκαν… ένα σίγουρα… μπορεί και δύο βιβλία του (το «σίγουρο» της Συριώτη, το «μπορεί» του Φαληρέα) και πως σε όλα τα στέκια της νεολαίας ακούγονταν τραγούδια του από τους M.G.C., τον Σαββόπουλο, την Συριώτη, τους Διόσκουρους, τους Λήδα-Σπύρος κι ένα σωρό άλλους… και μετά απ’ όλα τούτα έρχονται, τώρα, κάποιοι να μας πουν πως τα πράγματα (για τον Dylan) ήταν «πολύ χειρότερα» επί δικτατορίας; («Πολύ χειρότερα» από πότε δηλαδή; Από... Αποστασίας;). «Χεσμένο» τον είχε τον Dylan η δικτατορία… αν δεν το έχετε ήδη καταλάβει. Μα τι ωραία και αντικειμενική πληροφόρηση προσφέρουν ορισμένοι στους αναγνώστες τους ρε παιδί μου!
Η Ευγενία Συριώτη είναι ένα δεύτερο πρόσωπο. Ο Ζώης αναπαράγει στην πορεία ορισμένα από ’κείνα που του λέει η κ. Συριώτη: «Όταν γύρισε στην Ελλάδα (η Συριώτη), της ήταν, λέει, αδύνατον να μην τραγουδάει το “Blowin’ in the Wind” στις συναυλίες της και οι άνθρωποι της δικτατορίας δεν καταλάβαιναν τους πολιτικούς στίχους του». Αυτό το βρίσκω εν μέρει σωστό… ότι οι χουντικοί, δηλαδή, δεν ενδιαφέρονταν (αυτή είναι η σωστή λέξη) για τα αγγλόφωνα τραγούδια. Δεν μπορώ να ξέρω, βεβαίως, τι καταλάβαιναν και αν καταλάβαιναν, αλλά πάντως δεν ενδιαφέρονταν. Παρακάτω, όμως, το πράγμα… μπερδεύεται. Γράφει ο Ζώης (αναπαράγοντας, πάντα, όσα του λέει η κ. Συριώτη): «Μία φορά μόνο, το ’67 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, ενώ η πρώτη βραδιά εξελίχθηκε κανονικά, αφού πιθανώς κάποιος σφύριξε στην Ασφάλεια τι συνέβαινε, η δεύτερη απαγορεύτηκε». Πρώτον, κατ’ αρχάς για ποιο… ’67 συζητάμε; Για πριν ή μετά το πραξικόπημα; (Γιατί έχει σημασία και αυτό). Μένει αδιευκρίνιστο. Δεύτερον. Τι τραγούδια έλεγε η Ευγενία Συριώτη στην Ελληνοαμερικανική Ένωση; Μόνο Dylan; Δεν το γνωρίζουμε. Λέει, πάντως, η ίδια: «Σε αυτές τις περιπτώσεις ο σύζυγός μου, δημοσιογράφος David Burke, τηλεφωνούσε και ρωτούσε γιατί με κρατούσαν. “Τραγουδάει απαγορευμένα” έλεγαν εκείνοι. “Ώστε απαγορεύεται ο Ντίλαν στην Ελλάδα;”, έλεγε αυτός. “Θα το μεταδώσω απόψε”».
Βασίλης Τενίδης - Ευγενία Συριώτη
Να «κράτησαν», τώρα, την Ευγενία Συριώτη επειδή έλεγε Dylan το αποκλείω. Μπας κι είχε πει τίποτα του Θεοδωράκη (αν ήταν επί χούντας) κι έπεσε σύρμα; Γιατί, αλλιώς, δεν εξηγείται. Και δεν εξηγείται γιατί το 1969 ανακοινωνόταν δια του Τύπου (φυσικά!) πως η Ευγενία Συριώτη θα τραγουδούσε Dylan σε συναυλία! Ανακοίνωση στην Μακεδονία της 13/5/1969: «Την Πέμπτην 8:30 μ.μ. εις την αίθουσα του βρετανικού συμβουλίου, Βασιλέως Κωνσταντίνου 13, θα δοθή ρεσιτάλ τραγουδιού της Ευγενίας Συριώτη την οποίαν θα συνοδεύση με κλασσικήν κιθάραν ο Βασ. Τενίδης. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τραγούδια απ’ όλον τον κόσμο και ανά δύο των Μπητλς και του Μπομπ Ντάυλαν. Δελτία ελευθέρας εισόδου από το βρετανικόν συμβούλιον κατά τας ώρας 8:30 π.μ.-1:30 μ.μ.». Είναι ποτέ δυνατόν να μοιραζόταν τέτοιο Δελτίο Τύπου στις εφημερίδες, αν ο Dylan ήταν απαγορευμένος; Μην λέμε πράγματα που δεν ισχύουν και ακούγονται εντελώς γελοία. Εξάλλου, πώς είναι δυνατόν κάποιος να είναι… απαγορευμένος και ταυτοχρόνως τα ελληνικά εργοστάσια να τυπώνουν συνεχώς τούς δίσκους του; Για μαλάκες τους περνάτε τους εταιρειάρχες; Θα τύπωναν δίσκους ενός καλλιτέχνη που θα ήταν «απαγορευμένος» στην Ελλάδα; Και που θα πουλούσαν τα βινύλιά του; Στην Τσεχοσλοβακία; Εκείνοι είχαν τα δικά τους… Η δε Ευγενία Συριώτη πάντως, ας το πούμε κι αυτό, τα είχε πάντα καλά με τον αμερικανικό παράγοντα (δεν το λέω ως μομφή, αλλά ως πληροφορία) όπως διαβάζουμε σε άλλη ανακοίνωση της Μακεδονίας (14/5/1969)… «Αθήναι, 13. Φιλανθρωπική μουσική βραδιά υπέρ της αμερικανικής εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα θα δοθή την Δευτέραν εις το ξενοδοχείον Χίλτον. Η βραδιά η οποία τελεί υπό την προστασίαν του εν Αθήναις Αμερικανού επιτετραμμένου και της κ. Ράσελ Μακλέλαντ θα περιλαμβάνει πρόγραμμα με συμμετοχήν της διακεκριμένης Αθηναίας καλλιτέχνιδος Ευγενίας Συριώτη και του μουσικού της συγκροτήματος. Η Ευγενία Συριώτη θα παρουσιάσει μπαλάντες, ως και λαϊκά και σύγχρονα τραγούδια»… ενώ εμφανιζόταν, βεβαίως, και στην τηλεόραση επί χούντας (τηλεοπτικό πρόγραμμα της 24/12/1970, ημέρα Πέμπτη, παραμονή Χριστουγέννων, κανάλι Ε.Ι.Ρ.: 23:40 ΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ Χριστουγεννιάτικα Τραγούδια από διάφορες χώρες ερμηνεύει η Ευγενία Συριώτη – προσωπικώς δεν θα φανταζόμουν, και το λέω εντελώς σοβαρά, καλύτερο τηλεοπτικό ρεβεγιόν Χριστουγέννων από αυτό!).
Νικόλα Ζώη ακόμη και αν μνημόνευες το όνομά μου στο άρθρο σου –μην νομίζεις– πάλι θα σου την έπεφτα άμα έγραφες κοτσάνες…

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

ο NAT BIRCHALL «ζωντανός» στη Λάρισα

Βλέποντας τον τίτλο του διπλού βινυλίου Live in Larissa/ Divine harmony in Duende Jazz Bar [Sound Soul and Spirit, 2014], και κρατώντας το συγχρόνως, κάτι παθαίνω – κι ας γνώριζα πως επρόκειτο να εκδοθεί από καιρό (ανάρτηση της 28/1/2014). Live στη Λάρισα! Μάλιστα! Και τι live! Εξαιρετικό, υψηλής αισθητικής και τεχνικής ποιότητας, από ένα γκρουπ, το κουιντέτο του βρετανού σαξοφωνίστα Nat Birchall, σ’ ένα κλαμπ (ή μπαρ) του… κάμπου, που έγραψε τη δική του μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία στα τζαζ πράγματα του τόπου, το Duende του Κώστα Βουλτσίδη. Αξίζουν λοιπόν συγχαρητήρια σε όλους, μουσικούς, παραγωγούς και τεχνικό προσωπικό (Δημήτρης Καρπούζας, Μανώλης Ψαρρής, Νίκος Παπαθανασίου) γι’ αυτό το κατόρθωμα, που τυγχάνει να είναι (και) μία από τις πιο ουσιαστικές τζαζ εκδόσεις που έφθασαν στ’ αυτιά μου τον τελευταίο καιρό. Μετά τον Λαρισαίο Κώστα Κουκουτάρα λοιπόν, μία δεύτερη στη σειρά ανάρτηση που σχετίζεται με την θεσσαλική πόλη… και πάμε να δούμε τις λεπτομέρειες…
Για τον Nat Birchall μπορείτε να πληροφορηθείτε από παντού στο δίκτυο, αλλά εδώ μεταφέρω λίγα λόγια από ’κείνα που δημοσιεύτηκαν στο δισκορυχείον τον προηγούμενο Γενάρη… «Παρότι γεννημένος το 1957 –άρα... μιας κάποιας ηλικίας– ο βρετανός σαξοφωνίστας Nat Birchall δεν ήταν ευρύτερα γνωστός, μέχρι πριν λίγο καιρό. Στα πράγματα από τα mid-80s, ο Birchall φαίνεται να δισκογραφεί για πρώτη φορά μόλις το 1999 (το άλμπουμ “The Sixth Sence”), κάνοντας αισθητή την παρουσία του αρχικώς στο βρετανικό κύκλωμα δέκα χρόνια αργότερα (2009), όταν το “Akhenaten” τον έφερε για τα καλά στο προσκήνιο ενός τρόπου… spiritual jazz με ρίζες στα ιστορικά άλμπουμ του John Coltrane και του Pharoah Sanders των sixties. Το “World Without Form” [Sound Soul and Spirit, 2012] είναι το πιο πρόσφατο CD τού Nat Birchall κι αυτό που ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο την προηγούμενη εντύπωση».
Με υλικό στηριγμένο κατά τα… τέσσερα έβδομά του στο “World Without Form” (“Divine harmony”, “Return to Ithaca”, “World without form”, “The black ark”), κατά το 1/7 στο LPSacred Dimension” του 2011 (“Sacred dimension”) και κατά τα 2/7 στις versions (“John Coltrane” των Bill Lee & Clifton Lee, “Journey in Satchidananda” της Alice Coltrane), ο Nat Birchall προσφέρει ένα διπλό βινύλιο (γραμμένο, βεβαίως, στη Λάρισα, στο Duende Jazz Bar, το διήμερο 11-12 Μαΐου 2013), που έρχεται να υπογραμμίσει τη διακεκριμένη θέση του (τού κουιντέτου του, τής μουσικής του) στο χώρο της spiritual jazz. Αν και δεν είμαι σίγουρος ποιος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον συγκεκριμένο όρο, για να περιγράψει ή να πουσάρει (γιατί «παίζει» κι αυτό) τις μουσικές του John Coltrane, του Pharoah Sanders, της Alice Coltrane, πλείστων όσων LP της Strata-East κ.λπ., εντούτοις όλοι αντιλαμβανόμαστε πως η «πνευματική τζαζ» είναι η τζαζ της… ενατένισης (εξακολουθώ να είμαι ασαφής), ένα τζαζ οδοιπορικό free και world στοιχείων (κυρίως της afro πτέρυγας) συχνά ψυχεδελικής κατεύθυνσης-αφήγησης, που μπορεί να είχε (δηλαδή είχε) πολιτικοφυλετικό περιεχόμενο στα sixties και τα early seventies, και που σήμερα εξακολουθεί να συγκινεί νέους και λιγότερο νέους μουσικούς οπουδήποτε στον κόσμο (νομίζω πως τώρα κάπως «έπιασα» το νόημα). Ο Birchall είναι, λοιπόν, ένας από τους Ευρωπαίους που διακονούν τη φόρμα και το ήθος της spiritual jazz στις μέρες μας, κάτι το οποίον διαπιστώνεται αμέσως (και) από το παρόν live στη Λάρισα. Με τον ίδιον σε τενόρο, σοπράνο και κρουστά, τον Adam Fairhall στο πιάνο, τον Corey Mwamba σε βιμπράφωνο και κρουστά, τον Nick Blacka στο μπάσο και τον Paul Hession στα ντραμς και φυσικά με όλην αυτή την ομάδα «τοποθετημένη» στη σκηνή ενός κλαμπ/μπαρ όπως το Duende (δεν πρόλαβα να πάω, έχω όμως περιγραφές και εικόνες από το YouTube και αλλού), το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να ήταν κάτι λιγότερο από αυτό που ακούμε. Ένα set, πηγαίας και «τριπάτης» jazz, με παιξίματα και ατμόσφαιρα βγαλμένη κατ’ ευθείαν από την κλασική εποχή του είδους.
Για τα tracks του “World Without Form” έχω γράψει και παλαιότερα… έχω γράψει δηλαδή για τα αργά και νωχελικά tempi τους που σε παρασύρουν προς το «άγνωστο», για τα εσωτερικής έντασης παιξίματα, για τους «χαμένους» σαξοφωνισμούς που ακούγονται κάπως σαν προσευχές μέσα στο psych-haunted περιβάλλον… Όλα τούτα ισχύουν στο πολλαπλάσιο στις εκδοχές τους στο “Live in Larissa”, όχι μόνον γιατί οι διάρκειες είναι μεγαλύτερες αλλά και γιατί το συγκρότημα παίζει με απαράμιλλη προσήλωση (τα βίντεο στο YouTube μαρτυρούν γι’ αυτό), ταγμένο λες σε κάποια «υπηρεσία». Ειδικώς το “Return to Ithaca” είναι από μόνο του ένα έπος. Ο μελωδικές εκρήξεις του Birchall στο σοπράνο, τα tribal προπετάσματα του Corey Mwamba στα vibes, τα πιανιστικά γεμίσματα του Fairhall, το rhythm section των Blacka/Hession, άπαντα λειτουργούν στην εντέλεια. Φοβερό track, «οδηγός» για κάποιον που θέλει να αντιληφθεί τι εστί σύγχρονη “spiritual jazz”.
Μα και στις δύο διασκευές τo κουιντέτο του Nat Birchall Quintet δεν φαίνεται να χαμπαριάζει. Το “John Coltrane” των Bill Lee (πατέρας του Spike Lee) & Clifton Lee, από το 2LP των Clifford Jordan QuartetGlass Bead Game” [Strata-East, 1974] είναι βούτυρο στο ψωμί για τους Βρετανούς. Όχι μόνο γιατί μετατρέπουν μία σχεδόν 7λεπτη «προσευχή» σε 17λεπτη… δίχως να το αντιλαμβάνεσαι (είναι η πρώτη από τις τέσσερις πλευρές του 2LP), αλλά κυρίως γιατί βασισμένοι (και αυτοί) σε μια… ακρογωνιαία μπασογραμμή (ο ίδιος ο Bill Lee έπαιζε στο πρωτότυπο) δίνουν την αληθινή δική τους άποψη για την «προσευχή», με τον Birchall να αριστεύει στο τενόρο και με τους υπολοίπους να ακολουθούν κατά πόδας. Ακόμη και στο πασίγνωστο “Journey in Satchidananda” της Alice Coltrane από το φερώνυμο LP της στην Impulse!, ο Birchall έχει τον τρόπο να αναδείξει ένα κλασικό indo/jazz/ psych track από το 1971 (από το οποίον δεν απέλειπε το «πνεύμα»), προσθέτοντας νέες ενορχηστρωτικές (και σολιστικές) διαστάσεις (η μισή και πλέον Side C). Το tempo μπορεί να παραμένει υπνωτικό, όμως ο Birchall, στην διπλάσια διάρκεια αποδεικνύεται μεγάλος μάστορας. Το “World without form”, που κλείνει την πλευρά αθροίζει το «πνεύμα» στην «ελευθερία», με το αποτέλεσμα να είναι γενικώς… απερίγραπτο. Το “Black ark”, ένα από τα ωραιότερα track του “World Without FormCD είναι και εδώ το ίδιο ή και περισσότερο απολαυστικό (καταλαμβάνει την μισή Side D), με τους πέντε μουσικούς σε ομαδικό ή κατά μόνας ρόλο να επιδεικνύουν χαρακτήρα. Κομμάτι που δομείται σε κλασικό Α-Β-Α, έχει ένα εντυπωσιακό «Β» μέρος με επιμέρους soli και rhythm section για σεμινάριο. Το έσχατο “Sacred dimension” μοιάζει ιδανικό για κλείσιμο, αφού συνυπάρχουν σ’ αυτό οι βασικές διαστάσεις του Nat Birchall Quintet. Ένα μελωδικό «πρόγραμμα» από την μια μεριά και μια ελευθερία κινήσεων από την άλλη.
Προσπαθώ να θυμηθώ αν υπάρχει σημαντικότερο «ξένο» live ηχογραφημένο στην Ελλάδα από το “Live in Larissa” του Nat Birchall… Και δεν εννοώ τα bootlegs
Επαφή: www.natbirchall.com

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΚΟΥΤΑΡΑΣ είναι ο χρόνος πια μηδέν

Λέγοντας σ’ ένα φίλο, πριν κανα μήνα, πως ετοιμάζεται ανέκδοτο άλμπουμ με τραγούδια του Κώστα Κουκουτάρα σχολίασε… μεταξύ σοβαρού και αστείου: «ε όχι, αυτό πάει πολύ»… Δεν ξέρω αν πηγαίνει «πολύ» ή «λίγο»… η ουσία είναι πάντως πως το άλμπουμ βγήκε/κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και φοβούμαι πως σε λίγες… ώρες/μέρες θα είναι… deleted at the source. Είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε όχι, ο Κώστας Κουκουτάρας έχει και αυτός τους φανατικούς του, που μπορεί να είναι εκατό, που μπορεί να είναι περισσότεροι και οι οποίοι αυτοστιγμεί σπεύδουν να εξαφανίσουν τις ηχογραφήσεις του.
Γνωστός, πλέον, στους ελληνοροκάδες ακροατές (σ’ αυτούς βασικά), ο Λαρισαίος Κώστας Κουκουτάρας κυκλοφόρησε ένα LP κι ένα 45άρι σε ετικέτα Belphon το 1974 (για τον ορισμό του cult πρόκειται), για να αναλάβει έκτοτε τη σκυτάλη η Anazitisi Records, η οποία δίνει το 2005 μια edit του «Τέλους» (κομμάτι από το LP τού ’74) στο δικό της LP-συλλογή “Swirling Echoes/ Obscure greek bands from the 70’s”, επανεκδίδοντας το 2006 το άλμπουμ τής Belphon «από που και που…» σε 100 αριθμημένα αντίτυπα, προτείνοντας εσχάτως κι ένα δεύτερο (ανέκδοτο!) LP του θεσσαλού τραγουδοποιού υπό τον τίτλο «Ο Μάγος…» (επίσης σε 100 αριθμημένα αντίτυπα και σε 180άρι βινύλιο). Όπως διαβάζουμε… «Ο Μάγος…» περιέχει ανέκδοτο υλικό του Κώστα Κουκουτάρα από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, το οποίον προήλθε από δύο μέτριας κατάστασης ταινίες. Έτσι, και εξαιτίας της πρωτότυπης «φτωχής» ηχητικής απόδοσης, θα γίνουν κάποιες τωρινές εγγραφές κιθάρας-φωνής, οι οποίες τοποθετημένες «πάνω» στις παλαιές αποκαθιστούν κατά κάποιον τρόπο τις αρχικές εκτελέσεις, δίχως όμως να αλλάζουν το «αίσθημά» τους (σημαντική, επί τούτου, η συνεισφορά τού Βασίλη Μηνά). Εν πάση περιπτώσει αυτά δεν έχουν και τόσο σημασία (έχουν δηλαδή, αλλά όχι και τόσο). Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, νομίζω, μια γνώμη για ό,τι φθάνει τελικώς στ’ αυτιά μας…
Ακούγοντας, λοιπόν, την πρώτη πλευρά του LP μού δημιουργείται η εντύπωση πως ο Κουκουτάρας θέλησε να κάνει ένα δικό του… «Φορτηγό». Το ότι ήταν επηρεασμένος βασικά από τον Διονύση Σαββόπουλο (αλλά και από τον Κώστα Χατζή) το είχα γράψει και παλαιότερα (όταν είχα κάνει κριτική στο «από που και που…»), εδώ όμως, νομίζω, πως η επίδραση του Σαββόπουλου είναι ακόμη πιο τρανή. Όπως ο Σαββόπουλος ανοίγει το δικό του LP με τους τετραμερείς «Πλανόδιους» («Οι μάγοι», «Η Ζωζώ», «Η μαϊμού», «Το μπουλούκι») έτσι κι ο Κουκουτάρας (δεν ξέρω αν βλασφημώ… συγχωρείστε με αν…) ξεκινά με τον τετραμερή «Μάγο» («Η αυλαία», «Το ξύπνημα του κανίβαλου», «Τ’ ακριβά της νιότης μας νοήματα», «Πριν τη συντέλεια»)… Βεβαίως, οι ομοιότητες σταματούν εδώ, καθώς όταν ο Κουκουτάρας αραδιάζει στίχους στο χαρτί δεν υπάρχει κανένας άλλος που να στέκεται δίπλα του… Κι είναι τούτο ένα πρώτο ζήτημα, το οποίον οφείλουμε να θίξουμε…
Ο Κουκουτάρας τραγουδά στην γλώσσα μας, τα δε λόγια του, γενικώς, ακούγονται σε real time, καθώς κυλάει το LP (άλλοτε καθαρά και άλλοτε λιγότερο καθαρά)... Εδώ όμως εντοπίζεται κι ένα πρώτο «πρόβλημα»· ίσως το μοναδικό σοβαρό «πρόβλημα» των τραγουδιών του (ή ορισμένων εξ αυτών, για να είμαι ακριβής). Δεν μπορείς να καταλάβεις τι εννοεί ο ποιητής... Δεν μπορείς να αντιληφθείς μια νοηματική συνέχεια στα λόγια του. Ακούς… ακούς… ακούς… αλλά δεν «πιάνεις» ούτε τις «άκρες», ούτε το «κέντρο»... Δείγμα… «Δίκανα σκίζουν τα κλαριά/ φτάνουν γουρούνια στη πλαγιά/ κάποιος μασάει ένα πετσί/ πατάτες, μύγες και παιδιά/ μια κορδέλα βυσσινιά». Ε, άμα φθάνουν στ’ αυτιά σου συνεχώς τέτοια πράγματα… «Βλέπω τους βράχους να θρηνούν/ να σφάζονται να φεύγουν/ τρέχει ο ιδρώτας στην πλαγιά/ τείχη φουρνέλα στη σειρά»… τα παίζεις. Σταματάς να σκέφτεσαι τα λόγια –καθότι με τον πηγαίο… σουρεαλισμό δύσκολα παλεύεις– κι ακούς μόνον ό,τι εκπέμπουν τα ηχεία. Προσέξτε τώρα, όμως… Αν σταματήσεις να επεξεργάζεσαι τα λόγια (τι θέλει να πει ο στιχουργός δηλαδή) τα τραγούδια αυτά, της πρώτης πλευράς, τα δέχεσαι με άνεση. Μουσικώς, εννοώ, στέκουν μια χαρά. Θα έλεγα δε πως είναι ωραιότερα και από τα τραγούδια του κανονικού LP του (προσωπικώς, δεν το συζητώ!)· για παράδειγμα το «Τ’ ακριβά της νιότης μας νοήματα», που είναι το… σαββοπουλικότερο όλων και στο οποίο ακούς τον Κουκουτάρα να τραγουδά… «Μα ’κει π’ ανέτειλε η μέρα/ κι ο ήλιος βγήκε χαρωπός/ τρώει ο κόσμος τα καρβέλια/ δόξα να ’χει ο Θεός»… Εμ «δόξα τω Θεώ» λέω κι εγώ, γιατί υπάρχει κι ένα τετράστιχο, σ’ αυτήν την πρώτη πλευρά, που να μπορώ να το… εμπεδώσω σε χρόνο πρώτο. Εντάξει, υπάρχουν κι άλλα (τετράστιχα), όμως αυτό που θα πω το λέω και το εννοώ. Αν δεν είχα τυπωμένα τα στιχάκια στο ένθετο, να τα διαβάζω και να τα ξαναδιαβάζω, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω με τίποτα. Ο ακουστικός ήχος λοιπόν, για να επανέλθω στα της μουσικής, «πάει» στα τραγούδια τού Κουκουτάρα και παρότι ενίοτε γίνεται και λίγο κανταδόρικος (τύπου «παλιά γειτονιά/ στο δρομάκι το στενό σου/ η κάθε γωνιά/ για μια αγάπη μιλεί…» αυτό είναι του Σακελλάριου…) εγώ… γουστάρω ν’ ακούω… «Και στ’ απείρου την άκρη/ ερινύες διαβόλου μ’ εμποδίζουν να φτάσω/ με λουλούδια του ήλιου ένα πέπλο να φτιάξω» (αυτό είναι δικό του). Πάμε, όμως, και στην Side B
Εδώ έχουμε έξι τραγούδια τα οποία είναι ενοργανωμένα για να παιχθούν από τους Aziteisions, το συγκρότημα που συνόδευε τότε, στα mid seventies, τον Κώστα Κουκουτάρα, δηλαδή τους Δημήτρη Παπαευαγγέλου μπάσο, Κώστα Παραβάνο δωδεκάχορδη κιθάρα, Παντελή Κλεισάρη ρυθμική κιθάρα και Ανδρέα Φούλια ντραμς – ασχέτως αν, προσωπικώς, δεν είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος ποιος παίζει τι στον «Μάγο...». Ο ήχος είναι folk-rock και τα κομμάτια «μετράνε»… δηλαδή τα περισσότερα «μετράνε». Ο Κουκουτάρας αποδεικνύει, σ’ εμένα τουλάχιστον, πως ξέρει να γράφει τραγούδια (εννοώ ωραία τραγούδια με αρχή-μέση-τέλος, που να μπορώ να τα σφυρίξω), πράγμα που σημαίνει πως την τέχνη της τραγουδοποιίας την κατέχει (δεν είναι τυχαίος!). Τα πρώτα δύο tracks της δεύτερης πλευράς είναι πολύ καλά («Συνάντηση στ’ άπειρο», «Είναι ο χρόνος πια μηδέν») κινούμενα σ’ ένα στυλ à la… Ottmar Liebert! Πρόκειται για δύο… εξώκοσμα άσματα, από ’κείνα που συνηθίζονταν στο ελληνικό ροκ της εποχής («αστρόνειρα», «αρειανοί» και τα τοιαύτα). Να μην πω, τώρα, πως αν άκουγα το δεύτερο σ’ ένα καλοκαιρινό μπαρ, μετά το “Barcelona nights”, θα έφευγα σε… άλλους κόσμους μακρινούς… Εδώ, ακόμη και τα στιχάκια (για τον πυρηνικό χειμώνα) καίνε… «Και σαν αρχίσει το παιγνίδι/ η Γη μας γίνεται σκουπίδι/ ένα μπαλάκι χημικό/ ίσως και λίγο πλαστικό»… καθότι όταν γίνεσαι απλός είσαι ταυτοχρόνως και ουσιώδης. Αλλά και τα υπόλοιπα τραγούδια έχουν κάτι μινοράκια που σε στέλνουν, παρότι τα στιχάκια… ανακατεύονται και πάλι («Κορίτσι τ’ Απρίλη»). Θα το πω… το προφανές. Κάποιες φορές τον συμπαθέστατο Θετταλό τον ενδιαφέρει μόνον η ρίμα, και όχι η κατάλληλη λέξη που θα «κλείσει» τη ρίμα. Το «λουλούδι», δηλαδή, δεν μπορεί να ταιριάξει με το «αγγούρι», ούτε με το «πλιγούρι» (παράδειγμα φέρνω, δεν λέω πως τα ταιριάζει ο Λαρισαίος). Αντιθέτως, άμα το λέει η ψυχούλα σου (και η ψυχούλα του ανθρώπου, όταν… πιεστεί το λέει) μπορείς να κολλήσεις άμα λάχει τα «κρίνα» με την «ανατριχίλα»… «Ένα πρωί φθινόπωρο/ καρδιές, λουλούδια, κρίνα/ κόκκινα χείλη προσμονή/ γίναν ανατριχίλα»… Ωραιότατο!
Και καθώς τα γράφω όλα τούτα (ακούγοντας Κουκουτάρα και όχι Πουλικάκο…) αραγμένος σε μια ταβέρνα στη Βελίκα πίνοντας τα τσίπουρα, βλέπω απ’ το Αιγαίο τα διαστημόπλοια να φθάνουν…

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

EPIRUS QUARTET υπερατλαντικά

Δεν πρόκειται για ελληνικό συγκρότημα, αλλά για ελληνική κυκλοφορία. Οι Epirus Quartet προέρχονται από το Austin του Texas και αποτελούνται από τους Νικόλα Μπούκλα τενόρο, φλάουτο (ex-Roxy Roca), NateCountBasinger όργανο (ex-Diplomats of Solid Sound), Brad Houser μπάσο (ex-Edie Brickel & New Bohemians) και Michael Ingber ντραμς, για να επεκταθούν προς σεξτέτο τη βοηθεία των Adrian Quesada ηλεκτρικές κιθάρες σε δύο tracks (ex-Brownout, Grupo Fantasma…) και Ryan Allen βαρύτονο σαξόφωνο. Δεν ξέρω τι μπορεί να λένε όλα αυτά τα… “ex” στους αναγνώστες του blog, αν και είναι σίγουρο πως όσοι ασχολούνται κάπως βαθύτερα με την σύγχρονη soul/ funk/ jazz/ groove/ afrobeat σκηνή δεν θα περιμένουν να πληροφορηθούν από ’μένα για τους Diplomats of Solid Sound ή τους Brownout (κριτικές για άλμπουμ των οποίων υπάρχουν και στο δισκορυχείον). Έχουμε λοιπόν ένα τέτοιο τεξανέζικο συγκρότημα από την μια μεριά, και από την άλλη μία νεοσυσταθείσα εταιρεία από την Θεσσαλονίκη, την Fair Weather Friends, η οποία διαλέγει για το ντεμπούτο της στην αγορά το συγκεκριμένο σχήμα, τους Epirus Quartet. Όλα καλά! Και καλύτερα δεν γινόταν, αφού το συγκρότημα «πετάει» και η παραγωγή (300 αντίτυπα), ταρακουνάει το μικροσύμπαν μας με το 180άρι βινύλιο και τα βαρέων βαρών μπάσα.
Με τα ελληνικά δημοτικά στοιχεία σπαρμένα στις μουσικές τους –που δεν θα μπορούσε να λείπουν όχι λόγω ονόματος, αλλά γιατί τα κομμάτια είναι συνθέσεις των συμπατριωτών μας Νικόλα Μπούκλα και Χαράλαμπου Τυρόπουλου– όπως στο εισαγωγικό “Never right” ας πούμε ή στο “Spirit of” (εδώ πιο κοντά σ’ ένα περισσότερο… Mode-Plagal-πνεύμα) και βεβαίως με την funky «γκρουβιά» να φαντάζει γενικώς ατελείωτη, το Transatlantic δεν μπορεί να είναι κάτι λιγότερο από ένα εξαιρετικό LP, ικανό να παίξει στα ίσια στο κύκλωμα του neo-funk (και μάλιστα με προοπτικές κορυφής). Και το λέω τούτο, παρότι οι Epirus Quartet εμφανίζουν ισχυρότερες jazz καταβολές από τα περισσότερα από τα… “ex” γκρουπ τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω. Τούτο, δε, το διαπιστώνει ο καθείς σε κομμάτια όπως το “Sane” –με τα σαξόφωνα (βαρύτονο, τενόρο) να σκορπούν σολιστικό πανικό και με το rhythm section να είναι όσο heavy απαιτείται φτιάχνοντας μιαν αποκαλυπτική ρυθμική τριπλέτα με το hammond του Basinger– και φυσικά στην μπαλάντα “Goodbye my friends” που (και αυτή) καταδεικνύει στο έπακρο την… soul-jazz παιδεία των τεσσάρων. Αλλού πάλι οι afro αναφορές βγάζουν μάτι (και τρυπάνε αυτί), με tracks όπως το “Soundwaves” να κόβει και να ράβει τις καλύτερες afrobeat επιρροές από Fela και όλη την υπόλοιπη παρέα (Tunde Williams, Pax Nicholas κ.λπ.), φέρνοντας τους Epirus Quartet δίπλα στους Liberators, τους Qualitons, τους Ariya Astrobeat Arkestra και σε όλο αυτό το σύστημα του contemporary afrobeat, ενώ με το έσχατο “Epirusclave” το άψογο αυτό… ελληνο/αμερικανικό συγκρότημα γράφει μια περίληψη όλων των υπολοίπων, προσφέροντας ένα ακόμη groovy jazz-funk με το τενόρο του Νικόλα Μπούκλα να πρωταγωνιστεί. Ηχογραφημένο στο Austin, πέρυσι τον Γενάρη σε παραγωγή των Quesada και Μπούκλα, το “Transatlantic”μας συστήνει ένα συγκρότημα έτοιμο για ακόμη μεγαλύτερα πράγματα. Μένει να τα δούμε… Πριν απ’ αυτά όμως έχουμε κι ακούμε…

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ Κυριακή απόγευμα

Ο κόσμος-όλοι μας γνωρίζουμε τον Γιάννη Νεγρεπόντη (1930-1991) βασικά μέσα από τους στίχους του που έγιναν τραγούδια. Αν, μάλιστα, αναφερόμαστε σε «κύκλους» τραγουδιών, τότε δεν γίνεται να λησμονήσουμε τα «Μικροαστικά» του (1973) και τα «Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας» (1975) σε μουσικές Λουκιανού Κηλαηδόνη και βεβαίως «Τα Νέγρικα» σε μουσικές Μάνου Λοΐζου, που είχαν μελοποιηθεί ήδη από το 1966, αλλά δισκογραφήθηκαν το 1975. Ο Νεγρεπόντης, που έγραψε πολλά βιβλία, ποιητικά και πεζά, ανήκε στην μεγάλη οικογένεια της Αριστεράς κι είχε εξορισθεί επί δικτατορίας (1967-1970) στη Γυάρο και τη Λέρο. Τα περισσότερα από τα ποιήματά του διακρίνονταν για την άμεση σχέση τους με την καθημερινότητα (κάποια μοιάζουν με ποιητικά χρονογραφήματα), βεβαίως για την ανθρωπιά τους, συχνά σε συνδυασμό μ’ ένα έξυπνο, ειρωνικό και περιπαιχτικό ύφος, που τα μετέτρεπε σε… δηλητηριώδη. Πολέμιος των κοινωνικών συμβάσεων, όπως και της μικροαστικής αντίληψης και ηθικής, ο Γιάννης Νεγρεπόντης έδειξε από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του που είχε τίτλο Πρόσωπα και Χώρος [Λογοτεχνικός Όμιλος Φοιτητών, Αθήνα 1958], το είδος του (ποιητικού) λόγου, που θα τον ενδιέφερε να αναπτύξει στην πορεία. Ένας λόγος μεστός νοημάτων, που θα περιστρεφόταν σχεδόν σε μόνιμη βάση γύρω από τα… πρόσωπα και τον τρόπο που (τα πρόσωπα) κινούνταν στο χώρο. Αντιγράφω πέντε ποιήματα από ’κείνο το πρώτο βιβλίο του… 
Υπάρχουν δικαιολογητικά 
Οι πολλές συναλλαγές
μ’ αυτά όλα τ’ αδηφάγα όντα
που είναι οι προϊστάμενοι
και οι υφιστάμενοι
οι εισπράκτορες, η οικογενειακή ζωή
οι πωλητές κι’ οι αγοραστές
κάποτε μόνη μια γραβάτα
ή ένας λεκές στο πουκάμισο
το ψηλό σκαμνί του μπαρ
ή μόνο το εισιτήριο του λεωφορείου
στριμμένο επίμονα σ’ ένα μικρό ρολό
αυθαίρετης σχέσης επιφανειακά
τον αποστέρησαν απ’ την τραγικότητα
της προσμονής κάποιου «νυν απολύεις…».

Δεν είναι λοιπόν τόσο όσο νομίζουμ’ εύκολο
να μιλάμε για όλους και για όλα. 

Ζιζάνια και χρηστοί 
Όλοι σταθήκαμε με σεβασμό
μπροστά στον αριθμό των στεφάνων
όταν τον ψέλναν στη Μητρόπολη.
«Στον αλησμόνητο πατέρα μας τα τέκνα»
«Στον Πρόεδρό μας οι συνάδελφοι»
«Στο σύμβουλο του Σωματείου μας
οι εργατοπατέρες (οι διωρισμένοι)»
«Στον προστάτη μας οι χήρες και τα ορφανά»
«Στον επίτιμο Πρόεδρο του Συλλόγου:
Πληγέντες απ’ την αναπροσαρμογή!»
Και μερικά μεγαλοσχήμων.

Φανταστείτε από πόσες μεριές έτρωγε
είπαν μερικοί
όμως οι πολλοί μέτραγαν τα στεφάνια
οι αφελείς!.. 

Ναι; 
Σκεφτήκατε ποτέ, κύριε, σεις ακριβώς,
σε σας μιλάω τον συγκεκριμένο, μόνιμο
υπάλληλο μιας υπηρεσίας, σκεφτήκατε
ποτέ πόσο κοστίζει η αυτοπεποίθησή σας;

(ακριβώς… κάθε μήνα ένα μηνιαίο μισθό).

Και βρίσκετε πως αξίζει, κύριε… 

Δε μπόρεσε – δεν πειράζει… Καλύτερα… 
Στο κάτω-κάτω τι είχε
έξω από ένα ταλέντο –κι’ αυτό συζητήσιμο–
κι’ όμως πίστευε για τον εαυτό του
πως ήταν κάτι το σπουδαίο
κάτι το… ούτε ο ίδιος μπορούσε να προσδιορίσει.
Ώσπου ευρέθη κάποιος μαρξιστής αληθινός
όχι απ’ αυτούς τους αμαθείς κοινωνιολόγους
που μαρξισμόν, αρριβισμόν και γλύψιμον
συγχέουν, και του εμίλησε για Ντοστογιέφσκυ
Μπαλζάκ, Σταντάλ, Φλωμπέρ και άλλους
τα πλείστα «αντιδραστικούς».

Το ίδιο βράδι έπαθεν αποπληξία.
Δεν μπόρεσε να τον χωνέψει τέτοιο μαρξισμό
τόσο μακρυά απ’ τον δικόν του!.. 

Ανεργία 
Τη στιγμή που βάζεις το κλειδί
στην κλειδαρότρυπα
γυρίζοντας τη νύχτα μόνος σπίτι σου
για το βραδινό ύπνο
όλα της μέρας τα ψέματα
και τα προσχήματα διαλύονται.

Η νύχτα με το σχήμα κρεββατιού
σεντονιών που είναι εύπλαστα
στα πιο απίθανα γεωμετρικά σχέδια
της ψυχολογίας ενεδρεύει
και το πολύ κακό
που αν και γνωρίζεις το άνισο τού αγώνα
το ύπουλο
ανοίγεις την πόρτα σου κάθε φορά
σαν να ’ναι μια άλλη βραδιά
γυμνός από κάθε χειρονομία, υπόσχεση
κι’ από κάθε ψευδαίσθηση γυμνός
από κάθε τι που λέμε ανθρώπινο.

Και το ζήτημα να μην είναι
αν θ’ αντέξεις ή κι’ ως πότε
αλλά να πρέπει ν’ αντέξεις.

(Η «Ανεργία» δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό Κούρος, τεύχος 2, Φλεβάρης-Μάρτης 1960)