Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΚΑΪΦΥΛΛΙΑΣ για το βινύλιο τού “Stavento”

Για τον Θανάση Γκαϊφύλλια δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Είναι γνωστή φρονώ η ιστορία του στο χώρο τού ελληνικού ροκ, φολκ-ροκ, νέου κύματος, μπαλάντας κ.λπ. Ένας τραγουδοποιός, με πολύ ιδιαίτερη φωνή, με καταγεγραμμένο ήθος, με σχεδόν 50 χρόνια στη φάση, με σημαντικούς δίσκους στην κατοχή του… όντας, πάντα, στις επάλξεις. Το κοινωνικό τραγούδι ήταν το διαχρονικό ατού τού Θανάση Γκαϊφύλλια και αυτό ακριβώς το είδος τραγουδιού είναι εκείνο, που, δυνητικά, θα τον κρατάει πάντα στην επικαιρότητα. Είναι το είδος τραγουδιού, κοντολογίς, που προβάλλεται κατά κόρον και στο Stavento[B-otherSide/ Lost Archives, 2017], το πέμπτο προσωπικό άλμπουμ του, που τυπώθηκε σε CD το 1998 και που τώρα επανεκδίδεται σε 200 αντίτυπα βινυλίου, με τρία bonus tracks, από την B-otherSide Records (σε συνεργασία με τους Δίσκους Κύτταρο).
Το “Stavento” ανοίγει με το φερώνυμο… θαλασσινό, υπαρξιακό, δραματικό track σε στίχους Θανάση Αβραμίδη, που τραγουδάει ο ίδιος ο Γκαϊφύλλιας. Ωραίο κομμάτι, με «καββαδικούς» στίχους, που θεωρείται (και είναι), από τα διαχρονικά πολύ καλά τού θρακιώτη τραγουδοποιού. Το «Αντιστέκομαι» σε στίχους Νίκου Σαλαβάτη (απόδοση Θ. Γκαϊφύλλιας, Μ. Πασχαλίδης, μουσική ομάδα της κοινότητας Στροφή) είναι επηρεασμένο (στα λόγια) από το πασίγνωστο «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού (θα το ακούσουμε σε δύο εκδοχές στην Πλευρά Β), με το «Χώμα ελληνικό» (λόγια Γιάννης Καλαμίτσης, τραγούδι Θ. Γκαϊφύλλιας, παιδική χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου) να καταγράφεται στα καθαρά πολιτικά τραγούδια της εποχής (τέλη 90s), έχοντας, όμως, αντιαμερικανικό seventies άρωμα (και το αντι-νατοϊκό τής εποχής ενδεχομένως…). Το «Μη με ακούτε» σε στίχους Μιχάλη Γκανά είναι ένα κάπως σκωπτικό blues (αποδίδουν, πέραν του Γκαϊφύλλια, και οι Γρηγόρης Γκερτσάκης-Νίκος Σουσαμίδης), ενώ η «Κομοτηνή που ακολουθεί είναι για μένα ένα από τα 3-4 ωραιότερα τραγούδια που έχει γράψει ποτέ ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας. Με δένουν πολλά μ’ αυτό το κομμάτι, γιατί το άκουσα και το αγάπησα όταν ακούστηκε για πρώτη φορά σε δίσκο, στο LP «Σαν Ελληνική Ταινία» των ΑλέΡεΤούρ, το 1984 (τότε, οι ΑλέΡεΤούρ είχαν γράψει και τη μουσική πάνω στους στίχους του Γκαΐφύλλια). Την επόμενη χρονιά την «Κομοτηνή» την μελοποίησε και την τραγούδησε και ο ίδιος ο Γκαϊφύλλιας στο «Φύλλο Πορείας», με το τραγούδι να γίνεται ακόμη πιο γνωστό στον κόσμο, ενώ τώρα, στο “Stavento” το ακούμε από τον Μίλτο Πασχαλίδη (είναι ωραία και αυτή η διασκευή έχοντας κι ένα σχήμα από βιολί-ακορντεόν, που πολύ της πάει). Η πλευρά θα κλείσει με τη μελοποίηση του ποιήματος του Κώστα Καρυωτάκη «Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο». Για τους στίχους δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα εκτός από το ότι ο Καρυωτάκης, όταν έγραφε αυτό το ποίημα, βρισκόταν δεκαετίες μπροστά από την εποχή του. Ενδιαφέρουσα κι εδώ, και jazzy, η μελοποίηση.
Η Πλευρά Β ανοίγει με τις «Ιστορίες» σε στίχους Ν. Αρμπιλιά –ένα σκληρό τραγούδι που περιστρέφεται γύρω από τις συντηρητικές κοινωνικές μεταλλάξεις τής κάθε εποχής–, για να συνεχίσει με μια πρώτη (ροκ) μελοποίηση του «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού, τραγουδισμένη από το Χρήστο Θηβαίο (χωρίς το στόμφο των μετέπειτα ερμηνειών του). Τελευταίο κομμάτι του (παλιού) “Stavento” το τραγούδι «Θέλω να φύγω πια από δω» και πάλι σε στίχους Κώστα Καρυωτάκη – μια ενδιαφέρουσα μελοποίηση, που καταφέρνει να αναδείξει το θέμα των λόγων τού ποιητή. Τα τρία bonus tracks που ακολουθούν έρχονται να συμπληρώσουν την έκδοση της B-otherSide. O «Διομήδης» (τραγούδι γνωστό από το 2005 και το premium CD τού βραχύβιου περιοδικού Octava) είναι μια παραβολή (με πολιτικοκοινωνικά υπονοούμενα), που έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Θανάση Γκαϊφύλλια από τα 00s και μετά.
Τα υπόλοιπα δύο tracks, το «Ο κόσμος μας» με την Λία Τζιαμπάζη και ξανά το «Αντισταθείτε» (του Κατσαρού) με τον ίδιο τον Γκαϊφύλλια, είχαν ακουστεί για πρώτη φορά στο CD «Επί Πτυχίω», που είχε κυκλοφορήσει από τους Δίσκους Κύτταρο το 1996. Σωστές επιλογές για ένα συνολικό κλείσιμο.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

δύο CD της CAPRI Records

KEITH OXMAN: East of the Village [CAPRI 74145-2, 2017]
Τενορίστας είναι ο Keith Oxman και το “East of the Village” είναι το ένατο άλμπουμ του – ένα άλμπουμ απολαυστικό, που χοντρικά θα το κατατάσσαμε στο hard bop, αν και κάτι τέτοιο δεν είναι εντελώς σωστό. Τέλος πάντων, εδώ έχουμε το τενόρο του Oxman, το άπιαστο χάμοντ του Jeff Jenkins και τέλος τα ντραμς του Todd Reid, σ’ ένα σετ, το οποίο, βασικά, αποτελείται από διασκευές. Από στάνταρντ δηλαδή, τα οποία οι τρεις μουσικοί τα… ανακατασκευάζουν από τη ρίζα τους.
Συνθέσεις λοιπόν των Jule Styne, Hank Mobley, Jimmy Van Heusen, Leonard Bernstein, George Gershwin κ.ά., οι οποίες κόβονται και ξαναράβονται για τα μέτρα ενός organ trio, που θέλει και μπορεί να γκρουβάρει ασύστολα. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι εντυπωσιακό! Και δεν αναφέρομαι μόνο στις versions, μα και στα λίγα originals, που κατακρατούν όλο εκείνο το «άρωμα» των early sixties.
Είτε στα γρήγορα και μανιασμένα tracks (όπως στο εισαγωγικό “Bye bye baby” του Styne ή στο “Breeze” του James Hanley), είτε στις μπαλάντες (στο “Lucky to be me” του Bernstein π.χ.), είτε στα πιο κλασικά blues (στο φοβερό “East of the village” του Mobley φερ’ ειπείν) και οι τρεις μουσικοί είναι απίθανοι! Τα τραχιά soli του Oxman στο τενόρο, η ανατριχιαστική φευγάτη γκρούβα του Jenkins και βεβαίως τα κρατήματα και τα γεμίσματα του Reid είναι, όλα, έτσι δεμένα και παρουσιασμένα, ώστε στο τέλος εκείνο που μένει δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια… βαριά ζαλάδα. Αλλά ωραία ζαλάδα!
THE MARK MASTERS ENSEMBLE: Blue Skylight [CAPRI 74143-2, 2017]
Θυμάμαι τους Mark Masters Ensemble (του bandleader και ενορχηστρωτή Mark Masters) από ένα παλαιότερο δισκάκι τους, το “Everything You Did” (επίσης στην CAPRI), στο οποίο διασκεύαζαν εξαιρετικά Steely Dan. Το «εξαιρετικά», δε, το έχουν ακόμη και όταν διασκευάζουν-αναπλάθουν, με το δικό τους μοναδικό τρόπο, Charles Mingus και Gerry Mulligan – κάτι, μάλλον περισσότερο δύσκολο… Κι είναι περίεργη αυτή η επιλογή, καθότι οι δύο τζαζ-ογκόλιθοι δεν συνδέονταν μεταξύ τους (αισθητικώς). Εννοώ πως άλλη ήταν η γεμάτη ορμή, δύναμη και πάθος μουσική του Mingus και άλλο πράγμα η cool μαεστρία του Mulligan. Παρά ταύτα, παρά αυτές τις όχι φαινομενικά μεγάλες διαφορές, οι Mark Masters Ensemble (τέσσερις σαξοφωνίστες, συν πιάνο-μπάσο-ντραμς, συν κάτι έξτρα βοήθειες σε μερικά tracks από τρομπέτα και τρομπόνι) ξέρουν να φέρνουν σε μια… τάξη το συνολικό αποτέλεσμα, εναλλάσσοντας τα κομμάτια του ενός και του άλλου, μεταφέροντάς μας από το… ζεστό, στο κρύο κ.ο.κ. Ο τρομπετίστας Tim Hagans, που έχει γράψει τις liner notes στο CD, ενώ τονίζει τις βασικές διαφορές των συνθέσεων των Mingus και Mulligan γράφει και για κάτι κοινό – τον τρόπο, βασικά, που αυτοσχεδίαζαν δίνοντας αξία στην κάθε νότα (όσο κοινότοπο και ν’ ακούγεται κάτι τέτοιο, έχει το νόημά του). Επίσης, ο Hagans γράφει για κάποια κοινή εμφάνισή τους στο φεστιβάλ του Montreux του 1975, όταν η μπάντα στην οποία συμμετείχαν αμφότεροι διασκεύασε το “Take theAtrain”. Ναι! Το βίντεο υπάρχει στο YouTube και μπορεί ο καθείς ν’ απολαύσει τη στιγμή, τα λίγα λεπτά, όταν αυτοί οι δύο μάστερ συνυπάρχουν, καθώς αφήνονται μόνοι τους… στον κόσμο τους. Μεγάλη στιγμή! Όπως μεγάλες στιγμές παρουσιάζει και το “Blue SkylightCD, ξεφεύγοντας θα έλεγα (και ως επιλογές ακόμη-ακόμη) από το αναμενόμενο. Στα highlights τα “Monk, Bunk and Vice Versa” και “So long Eric (Dolphy)” του Mingus, όπως και τα λιγότερα γνωστά του Mulligan “Out back of the barn” και “Wallflower”.
Επαφή: www.caprirecords.com

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ με μια βαλίτσα όνειρα

Είδα από το discogs πως ο ακορντεονίστας Θάνος Σταυρίδης, που τώρα (δηλαδή πέρυσι) εμφανίζεται με τον πρώτο προσωπικό δίσκο του, έχει μιαν ιστορία στο χώρο, καθώς έχει συμμετάσχει σε άλμπουμ των Παντελή Στόικου, Παναγιώτη Καλαντζόπουλου, Film Noir (Θανάσης Σοφράς κ.ά.), ενώ, φαντάζομαι πως δεν θα είναι λίγες και οι παρουσίες του στις μουσικές σκηνές. Μάλιστα, για όλα αυτά τα άλμπουμ έχω γράψει κριτικές, παλαιότερα, στο Jazz & Τζαζ, χωρίς, όμως, να θυμάμαι το ονοματεπώνυμο τού καλού μουσικού, το οποίον, και σε κάθε περίπτωση, από τώρα και στο εξής δεν πρόκειται να το ξεχάσω. Αφορμή βεβαίως για να γράψουμε αυτά τα λόγια μάς δίνει το CD του «Με μια βαλίτσα όνειρα» [Kyklos Records, 2106], ένα ορχηστρικό άλμπουμ δώδεκα θεμάτων, που κατακρατούν στοιχεία από πολλές και διαφορετικές μουσικές παραδόσεις. Τον ήχο των Βαλκανίων, το δημοτικό και λαϊκό τραγούδι, το rock, το funk, την jazz-fusion ή την world jazz αν θέλετε και επίσης, αν θέλετε, κάθε άλλη μουσική ή τραγούδι που θα μπορούσε να στηρίζεται στο ακορντεόν (τα γαλλικά musette, τα τάνγκο κ.λπ.). Όλα αυτά, και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη, ανακατεύονται με γνώση στο «Με μια βαλίτσα όνειρα», δημιουργώντας μιαν απολαυστική ηχητική ταπετσαρία – απ’ αυτές που σπανίως, πλέον, απολαμβάνεις. Το λέω, γιατί τέτοιου τύπου άλμπουμ που τα ζούσαμε στα nineties, την εποχή τής ethnic παραζάλης (και αναφέρομαι στις «κορυφές» βεβαίως), τώρα, πλέον, δύσκολα τα συναντάς. Πέρασε κι η μόδα εν τω μεταξύ, και μέχρι να έρθει η ανάλογη επόμενη ο χώρος θα καλύπτεται μόνον από ’κείνους που πραγματικά ξέρουν και γουστάρουν. Ο Θάνος Σταυρίδης είναι ένας απ’ αυτούς.
Αν και ο Σταυρίδης, που χειρίζεται ακορντεόν (το ξαναλέω) και ακόμη fender rhodes, ενώ κάνει και προγραμματισμό, είναι υπεύθυνος για το σύνολο, σχεδόν, των μουσικών τού CD του εντούτοις, στην πράξη, δεν είναι μόνος του στον… μαγικό αυτό δρόμο, καθώς έχει δίπλα του άσσους οργανοπαίκτες για συμπαραστάτες όπως τον μπασίστα Γιώτη Κιουρτσόγλου, τον τρομπετίστα Παντελή Στόικο, τον πιανίστα Γιώργο Τζούκα, τον κιθαρίστα Γρηγόρη Ντάνη, τον βούλγαρο master του καβάλ Theodosii Spassov, τον περκασιονίστα Βαγγέλη Καρίπη, τον λαουτιέρη Δημήτρη Μυστακίδη και άλλους πολλούς. Όλοι αυτοί δεν μπορεί παρά να είναι υπεύθυνοι για τον ηχητικό πλούτο τού άλμπουμ, δουλεύοντας με όρεξη και πάθος (ακούγεται αυτό!) και δίνοντας πνοή στο όραμα τού συνθέτη Σταυρίδη, ο οποίος δεν μπορεί παρά να είναι –έτσι όπως τον απολαμβάνω στο «Με μια βαλίτσα όνειρα»– ένα ταλέντο εν εξελίξει.
Βρείτε τον τρόπο ν’ ακούσετε, χαλαροί και καθαροί απ’ όλα όμως, τα tracks Memory lane”, “Blue 9”, “Inema” και “Tango per me” (ανάμεσα στα υπόλοιπα και εξ ίσου σπουδαία), για να αντιληφθείτε με τι ακριβώς έχουμε, εδώ, να κάνουμε…

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

JIM YANDA TRIO τρία CD

Τρία CD κυκλοφόρησε εσχάτως ο κιθαρίστας Jim Yanda στην εταιρεία Cornerstore Jazz. Το διπλό άλμπουμ Home Road, που γράφτηκε στα Tedesco Studios το 2014 και το… απλό Regional Cookin’”, που, αν και περιλαμβάνει εγγραφές του 1987, είναι κοπή του 2013 και διανέμεται τώρα (ελπίζω να μην σας μπέρδεψα).
Έχει την ιστορία του οπωσδήποτε ο Yanda, που είναι κάπως παράλληλη μ’ εκείνη του ντράμερ του στο συγκεκριμένο τρίο, του Phil Haynes – ενός μουσικού, που «μεγάλωσε» παικτικά στα eighties στην μπάντα του τρομπετίστα Paul Smoker. Κατά τον Yanda ο Smoker ήταν εκείνος που τον μύησε στα μυστικά της όλης jazz (από hollers και rags, μέχρι Armstrong και Bird και από ’κει μέχρι World Saxophone Quartet και Art Ensemble of Chicago), βρίσκοντας τα πατήματά του από τότε ήδη (εγγραφές με τον Damon Short και δίπλα στον Smoker, αργότερα με τον Phil Haynes κ.ά.). Μέσα κι έξω από τη σκηνή, και με «κενές» περιόδους στη δισκογραφία, ο Yanda προβαίνει στο τωρινό comeback με την πεποίθηση πως ήρθε για να μείνει. Θα το επιτύχει; Ποιος ξέρει…
Το “Home Road” είναι διπλό όπως είπαμε και περιλαμβάνει έντεκα συνθέσεις – δέκα του Yanda και μία version στο “My ship” του Kurt Weill, που ανοίγει το άλμπουμ. Ποιοι παίζουν; Ο Jim Yanda κιθάρες, ο αναγνωρισμένος Drew Gress μπάσο και ο Phil Haynes ντραμς. Το στυλ, χοντρικά θα έλεγα, πως είναι εκλεπτυσμένο, αλλά με μέτρο. Ο Yanda είναι δεξιοτέχνης και γνωρίζει πολύ καλά τη φρασεολογία του blues, που είναι η βάση των συνθέσεών του, ξεφεύγοντας όμως, τακτικά, προς πιο «προχωρημένες» πρακτικές. Φυσικά, ενυπάρχει και το groovy στοιχείο σε κομμάτια όπως το “Country mother” φερ’ ειπείν, με τους δύο ρυθμικούς στυλοβάτες να κάνουν φοβερό παιγνίδι αμβλύνοντας αισθητικές αποστάσεις. Σημαντική στιγμή από το πρώτο δισκάκι το «κλείσιμο» με το 9λεπτο “Ghosthood”, που χάνεται (στο ξεκίνημά του) μέσα σ’ έναν κυκεώνα απλών, αλλά λειτουργικών εφφέ (απ’ όλα τα όργανα), με πολύ «πρώτα» κιθαριστικά παιξίματα στην πορεία.
Το δεύτερο CD, πάντα από το “Home Road”, δεν διαφέρει από το πρώτο. Στο αρχικό track έχουμε ένα έξοχο σόλο μπάσο από τον Gress, το οποίο δίνει τη σκυτάλη σ’ ένα ανάλογο από τον Haynes, καθώς η αρχική και η τελική παρέμβαση τού Yanda πάει το «πράγμα» πιο πέρα. Μνεία από εδώ στο αργό φερώνυμο track, που κινείται σ’ ένα contemporary κλίμα, με πολύ ωραίους ρυθμικούς χρωματισμούς από το μπάσο-ντραμς και βεβαίως στο “Off the stairs”, μιαν έξοχη σύνθεση την οποίαν απολαμβάνουν και οι τρεις μουσικοί.
Ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη πριν 30 χρόνια (23/5/1987) το “Regional Cookin’” αφορά στην πρώτη καταγραμμένη συνεργασία των Yanda, Gress και Haynes. Εδώ τα vibes είναι πιο δυναμικά, γενικώς, με τις συνομιλίες να χαρακτηρίζονται από ένταση και πάθος. Το παίξιμο δηλαδή έχει τα vibes του ροκ –αν κρίνουμε από την εισαγωγή, το “Nus theme”– με τζαζίστικο όμως καταιγισμό ακόρντων. Καταπληκτική «μπλουζιά» το “Boutibas dream” και πολύ ιδιαίτερη (για κιθάρα-μπάσο-ντραμς) η διασκευή του “Round midnight”, με την κλασική μελωδία ν’ ακούγεται περισσότερο ελεύθερη, δίχως ποτέ να χάνει τον ειρμό της.
Δεν ξέρω, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα δύο αυτά άλμπουμ, το 2CD και το CD, πιθανώς να κατέληγα (με μεγάλη δυσκολία) στο δεύτερο. Εξαιρετικό!
Επαφή: www.jimyanda.com

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

CHUCK BERRY (1926-2017)

Γεννημένος το 1926 στο St. Louis του Missouri, o Chuck Berry ήταν, βασικά, ένας bluesman, που για καλή του τύχη γνώριζε τον Muddy Waters, ο οποίος και θα τον συστήσει στους αδελφούς Chess, που τότε έτρεχαν την περίφημη Chess Records. Η Chess είχε πολλούς μαύρους στο ρόστερ της, διακονούσε τα blues, και φυσικά δεν άργησε να δώσει ώθηση στο νέο αστέρι της τυπώνοντάς του το πρώτο δισκάκι. Αυτό ήταν το περίφημο “Maybellene” (ηχογράφηση Μάιος ’55), με πίσω πλευρά το “Wee wee hours”, που έμελε να σπάσει τα κοντέρ, αφού μέχρι το τέλος του ’55 είχε πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα! Η αρχή είχε γίνει. Ο Chuck Berry ήταν ο νέος μεγάλος τραγουδοποιός του ροκ εντ ρολ.
Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1959 ο Chuck Berry δίνει τη μια επιτυχία πίσω από την άλλη διαμορφώνοντας το νέο στυλ, τόσο συνθετικά, όσο και στιχουργικά. Παρότι είχε περάσει τα 30, ο Berry έγραφε φοβερούς νεανικούς στίχους, που κανονικά θα έπρεπε να τους γράφουν οι 18χρονοι – γιατί με τα δικά του λόγια εκείνους κατόρθωνε να εκφράζει. Τραγούδια ερωτικά και κοινωνικά, που έπιαναν το σφυγμό της νεολαίας, στήνοντας, στην ουσία εκείνον τον πρώτο ροκ εντ ρολ μύθο. Τα γρήγορα αμάξια, οι σεξουαλικές σχέσεις, η κόντρα με τα διάφορα κατεστημένα, η διασκέδαση, η εξέγερση, η ανυπακοή – όλα όσα ήθελε ν’ ακούσει ο νεαρός Αμερικάνος ήταν εκεί, στα τραγούδια του Chuck Berry
Να μερικά απ’ αυτά (στην παρένθεση το πότε ηχογραφήθηκαν):
You cant catch me” (Δεκέμβρης ’55), “Roll over Beethoven” (Φλεβάρης ’56), “Too much monkey business” (Φλεβάρης ’56), “Rock and roll music” (Δεκέμβρης ’56), “School day (Ring! Ring! Goes the bell)” (Γενάρης ’57), “Sweet little sixteen” (Δεκέμβρης ’57), “Reelin’ and rockin’” (Δεκέμβρης ’57), “Johnny B. Goode” (Δεκέμβρης ’57), “Around and around” (1958), “Beautiful Delilah” (Απρίλης ’58), “Little queenie” (Οκτώβρης ’58), “Let it rock” (Iούλης ’59)…

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

ΕΜΒΟΕΣ νέο τεύχος

Πολύ τα ευχαριστιέμαι τα φάνζιν του Νικόλα Μαλεβίτση. Για διαφόρους λόγους. Πρώτον, γιατί έχουν ωραία αισθητική, και μάλιστα, αν μιλάμε για τις ΕΜΒΟΕΣ, δίχως το ένα τεύχος να μοιάζει με το άλλο! Δεύτερον, γιατί έχουν ενδιαφέρουσα ύλη, κινούμενη, χοντρικά, στο χώρο του πειραματισμού/ αυτοσχεδιασμού και της πρωτοπορίας και τρίτον για τον πιο σπουδαίο, ίσως, λόγο – που είναι και κάπως γενικότερος. Επιμένουν, ως φάνζιν που είναι, στην αξία και τη δύναμη του τυπώματος. Έτσι, όταν όλα αυτά μαζί συμπίπτουν –να πιάνεις, δηλαδή, στα χέρια σου ένα άψογο και ιδιαίτερο τεύχος με ενδιαφέρον υλικό γι’ αυτού τού τύπου τις μουσικές– η απόλαυση που παίρνεις είναι η μεγίστη. Για εμάς τους… περιοδικάκηδες λέμε πρώτα-πρώτα, που μπορεί να διαβάζουμε ταυτόχρονα ένα έντυπο τού Χρηστάκη τού ’70, μαζί μ’ ένα σημερινό και να τα γουστάρουμε ταυτοχρόνως.
Στις καινούριες ΕΜΒΟΕΣ, που μάλλον είναι οι τέταρτες (και να μην είναι δεν πειράζει), τις οποίες ο Μαλεβίτσης τις γράφει μόνος του ή σχεδόν μόνος του, διαβάζουμε διάφορα ωραία. Να, ας πούμε, το κείμενο για την οπτική ποίηση τής Λίτσας Σπαθή (παλαιότερα αυτού τού είδους την ποίηση τη λέγαμε «συγκεκριμένη», κι είχαν ασχοληθεί και διάφοροι Έλληνες ήδη από τα sixties-seventies) ή ακόμη το σχετικό άρθρο για τον ιάπωνα βιολιστή/ πειραματιστή/ αυτοσχεδιαστή Hideaki Shimada (Agencement κ.λπ.).
Το συγκεκριμένο τεύχος, που κλίνει προς το improv, εμφανίζει κι άλλα πρόσωπα με γνωστό και καταξιωμένο έργο στο χώρο, όπως τους Voice Crack των Andy Guhl και Norbert Möslang (οι Guhl και Möslang είχαν βγάλει ένα δυνατό improv/ electronic/ exprerimental LP στην FMP το 1978 και άλλα πολλά), τους θρυλικούς Paul Lytton και Paul Lovens, που μαζί και χώρια διαπρέπουν στην improv σκηνή από τα late sixties-early seventies με άπειρους σχηματισμούς (να υπενθυμίσουμε πως και οι δύο έχουν παίξει –όχι μαζί– σε άλμπουμ του Φλώρου Φλωρίδη, έχοντας εμφανιστεί ζωντανά και στην Ελλάδα), τον σημαντικό τρομπετίστα του free-improv Nate Wooley (έχουμε δει και το άλμπουμ του “Third” σε συνεργασία με τον κιθαρίστα Chris Forsyth στην ελληνική REKEM το 2014) και άλλα διάφορα... όλα επιμελημένα και εμπεριστατωμένα σε μιαν άψογη αισθητικώς έκδοση.
Μπράβο στον Νικόλα Μαλεβίτση λοιπόν, που το παλεύει μόνος του με τόσο ωραία αποτελέσματα. 

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 10

18/3/2017
Προχθές πέθανε ο 82χρονος James Cotton, ένας από τους μεγαλύτερους αρμονικίστες του blues. Έχω κάμποσα άλμπουμ του (LP+CD) από διάφορες εποχές του και είναι όλα ανεπανάληπτα. Κάποια sixties φοβερά τα είχα αγοράσει, θυμάμαι, από το παλιό δισκάδικο του Πετρουλάκη, στη Μαντζάρου. Να σαν κι αυτό...
   

17/3/2017 
>>Δεν πληρώνει κανείς - Τα 1,6 δισ. ευρώ έφτασαν τα νέα χρέη των φορολογούμενων σε ένα μήνα!<<
Ακούς και κάτι ευχάριστο σ' αυτή τη ζωή... 

17/3/2017 
100 ΧΡΟΝΙA
Τον Νικολάι Μπουχάριν μπορεί να τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι, αλλά πρόλαβε να γράψει αυτό το κλασικό βιβλίο. Ελληνική έκδοση στον Αλφειό, από το 1965.
«Όσοι παραπονιούνται για την τρομοκρατία των μπολσεβίκων, ξεχνάνε πως η αστική τάξη, όταν πρόκειται να διατηρήσει τα χρηματοκιβώτιά της, δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα.(…)
Στο εσωτερικό της χώρας οι Γερμανοί αστοί και σοσιαλδημοκράτες φτάσανε στον ανώτατο βαθμό αντιδραστικής μανίας, στην αιματηρή καταστολή της εργατικής κομμουνιστικής εξέγερσης. Στην άγρια δολοφονία του Καρλ Λήμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, στην εξόντωση των σπαρτακιστών εργατών. Η λευκή τρομοκρατία, ατομική και κατά μάζες, είναι η σημαία κάτω από την οποία βαδίζει η αστική τάξη.(…)»
. 

16/3/2017 
Ευτυχώς που δεν είμαστε σε προεκλογική περίοδο, γιατί μ’ αυτά τα μαλακισμένα φάκελα που σκάνε (με ψευτοαποστολείς Κικίλιες και Αδώνιδες), μόνο ο Μητσοτάκης θα κέρδιζε…
Τώρα οι ΝΔούδες απλώς γαυγίζουν, χωρίς πρακτικό όφελος.

16/3/2017 
Αν βγάλεις τα ποστ για τα γενέθλια, τις κηδείες, τα μνημόσυνα και τα «σαν σήμερα», το fb θα ήταν το μισό. Για να μην πω το ένα τρίτο.

16/3/2017 
Με αφορμή και τις εκλογές στην Ολλανδία
 Η Ευρωζώνη δείχνει «ισχυρή», γιατί έχουν μπει στο παιγνίδι οι ακροδεξιοί και οι φασίστες (τα δεκανίκια του συστήματος, όπως τα λένε και είναι), που λειτουργούν, δυστυχώς, εκτονωτικά για πολύ κόσμο, εμποδίζοντας την ανάπτυξη σύγχρονων, αριστερών, αντικαπιταλιστικών, διεκδικητικών κομμάτων - καθώς τα όποια υπάρχοντα αντικαπιταλιστικά κόμματα κοιμούνται από χρόνια τον ύπνο του δικαίου.
Αριστερά δεν είναι να συμφωνείς π.χ. με κεντρικές επιλογές του Σόρος. Γιατί αυτό συμβαίνει επί της ουσίας.

16/3/2017 
ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ – ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ
To Συμπόσιον (Κέντρον Ευγενών), Πλάκα, Απρίλης 1963
«Δοκιμαστικοί Σωλήνες ήτοι ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς»
(Εκεί, ανάμεσα σε πολλά και διάφορα, διαβάστηκαν για πρώτη φορά αποσπάσματα από το On the Road του Τζακ Κέρουακ και από το Naked Lunch του Ουίλιαμ Μπάροουζ, σε μεταφράσεις Πάνου Κουτρουμπούση).

15/3/2017 
>>Το πλοίο Aris 13 ιδιοκτησίας Armi Shipping με έδρα τον ΠΑΝΑΜΑ και σημαία ΚΟΜΟΡΕΣ, το διαχειρίζεται η Aurora Ship Management με έδρα τα ΗΝΩΜΕΝΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΕΜΙΡΑΤΑ. Διαχειριστής της συγκεκριμένης εταιρείας εμφανίζεται το ΓΑΛΛΙΚΟ υπουργείο Mεταφορών, όμως ιδιοκτήτης της εμφανίζεται η Flair Shipping Trading FZE, γενικός διευθυντής της οποίας είναι ο ΕΛΛΗΝΑΣ Αργύρης Καραγιάννης<<
Αυτό το μπουρδέλο ονομάζεται σύγχρονος εφοπλισμός. Άιντε μετά να φορολογήσεις…

14/3/2017 
Διάβασα πως ανακοινώθηκε χθες το πρόγραμμα των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Να μια ευκαιρία, για να αξιολογηθούν οι καθηγητές του Δημοσίου. Ας ξεκινήσουμε από 'κείνους. (Το έχουμε ξαναπεί, εδώ, αυτό; Αν «ναι» δεν πειράζει. Να το ξαναπούμε).
Να δώσουν Πανελλαδικές λοιπόν μαζί με τους μαθητές τους, για να δούμε αν μπορούν να λύσουν τα θέματα των Μαθηματικών, της Φυσικής κ.ο.κ. Μετά βλέπουμε και για τους υπόλοιπους ΔΥ…

13/2/2017 
Ο Peter Tevis ήταν ένας αμερικανός φολκ τραγουδιστής, που βρέθηκε στην Ιταλία των σίξτις και συνεργάστηκε στενά με τον Ennio Morricone (στα western και αλλού). Το άλμπουμ τους “Un Pugno Di… West” είχε κυκλοφορήσει τότε (μέσα '60) και σε ελληνική εκτύπωση!

12/3/2017 
Δεν ξέρω τι σκατά έπεσαν πάνω στο εξώφυλλο (νερά, καφέδες, ούζα…) και τι χημική αντίδραση έγινε, αλλά πάντως πρόκειται για εξαιρετικό βιβλίο (κυκλοφόρησε το Μάρτη του 1974), που ευτυχώς διαβάζεται (το συγκεκριμένο αντίτυπο εννοώ).
Λέει κάπου ο μεγάλος τραγουδιστής Κώστας Ρούκουνας:
«(…) Μέσα στο ’31 χάλασε η καρδιά μας στην Κολούμπια. Ούτε και που θυμάμαι και το γιατί. Ψιλοπράματα. Το λοιπόν πήγα στο σκυλάκι (σ.σ. την His Master’s Voice) και έβαλα τέσσερα τραγουδάκια. Αυτήν την είχε ο Μήτσος Κισσόπουλος, όπου διευθυντή είχε τον Νίκανδρο Μηλιόπουλο – τότες εκεί δούλευε και ο Ορφανίδης.
 Ο Νίκανδρος που γένηκε διευθυντής στην Κολούμπια –ο Κισσόπουλος πούλησε αργότερα την εταιρεία στους Λαμπροπουλαίους– ήτονε σπουδαίος άνθρωπος, κιμπάρης. Με τούτον άμα και ήσουνα καλός δεν είχες να φοβηθής κανέναν. Έπιανε το αφεντικό και του ’λεγε: 
– Αυτό το παιδί να το προσέξουμε. Είναι καλός. Κείνο το τραγούδι είναι καλό, να το βάλουμε.
 Τα αφεντικά τον ακούγανε γιατί τον εμπιστευόντουσαν μια και ξέρανε ότι δεν οικονόμαγε ούτε φράγκο, Θεός σχωρέσ’ τον. Πέθανε φτωχός.
Ήτουσαν, βλέπεις, και κάτι άλλοι που τις κάνανε τις λαδιές τους.
 Και θυμάμαι που ο Κισσόπουλος, όταν πήγαμε στο στούντιο, μου ’πε:
 – Κάτσε ρε Κωστάκη ν’ ακούσω τη φωνή σου. Κι ακούμπησε το αφτί του στην πλάτη μου, λες και ήτανε γιατρός, γιατί λέει ήθελε να δη μπας και η φωνή μου είχε παράσιτα.
Ύστερα βέβαια που βγήκανε οι δίσκοι τόσο που τους αρέσανε μέχρι που κλαίγανε από τη χαρά τους.
Μια φορά, όπως και να ’γινε, εμένα μ’ αφουγκράστηκε.
Έτσι πήγαινε το πράμα μέχρι το τέλος του ’31, πάνω-κάτω, σαν έγινε το μεγάλο κακό στου Πίκινου.(…)».

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΣTELLA το δεύτερο άλμπουμ της

Το δεύτερο LP της Σtella δεν θα έλεγα πως δημιουργεί την έκπληξη τού πρώτου της – δίχως αυτό να σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε, στην περίπτωσή μας, με κάτι τυπικό ή αδιάφορο. Όχι. Η Σtella ξέρει να γράφει «σωστά» ποπ τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος, ξέρει ότι πρέπει να δουλεύει με τους ίδιους πάνω-κάτω ανθρώπους (ο παραγωγός Nteibint, ο μπασίστας Βελισσάριος Πρασσάς…), ώστε να έχει μια ταυτότητα ο ήχος της, ξέρει να διαχειρίζεται τα electro-pop vibes του ’80 καλύτερα από πολλούς του σιναφιού… οπότε; Οπότε, θα επιζητούσε κάποιος (ας πούμε εγώ) κάτι πιο προσωπικό, που θα πήγαινε την τραγουδοποιία της ένα βήμα παραπέρα. Ίσως, βέβαια, το Works For You [Inner Ear, 2016] να είναι ένα άλμπουμ μετάβασης σε κάτι επόμενο ή, αν θέλετε, ένας ανεξόφλητος λογαριασμός (μιαν ολοκλήρωση, εννοώ, του ποπ οράματος του “Σtella”)… θα δούμε. Για την ώρα έχουμε μπροστά μας το “Works for You” και γι’ αυτό πρέπει να πούμε κάποια λόγια…
H Σtella δεν γράφει μόνο μουσική, στίχους και τραγουδά, καθώς χειρίζεται ακόμη κιθάρες, σύνθια και πιάνο. Βεβαίως στα σύνθια την βοηθούν και άλλοι, όμως από την αρχή ένα κομμάτι του ήχου της είναι δικό της. Το λέω, γιατί δεν θέλω να φανεί πως μειώνω την εκτελεστική παρουσία της, όταν θα πρέπει να αναφερθώ στις πολύ πρώτες μπασογραμμές τού Πρασσά. Και είναι αυτές ακριβώς οι μπασογραμμές εν πάση περιπτώσει (που κρατάνε από την soul των sixties, έως και το electro των eighties), πάνω στις οποίες πατάνε τα ωραιότερα κομμάτια τού βινυλίου (180άρι φυσικά, σε λευκό χρώμα). Μιλάμε λοιπόν για το “Nest”, που είναι ένα ώριμο intellectual χορευτικό track και το οποίο, υπό συνθήκας, θα μπορούσε να αναστατώσει τις disco πίστες (όπου αυτές υπάρχουν και όπου υπάρχει κάτι σχετικό ή ανάλογο – γιατί με τα ραδιοφωνικά airplays δεν βγαίνει τίποτα…) και ακόμη για το “Watch me dive” (που διατηρεί αυτό το «υποχθόνιο» vibe, που μπορεί να σε ταρακουνήσει… πιο εσωτερικά εδώ). Δυνατό κομμάτι είναι επίσης το “Walk like I taught you”, που κλείνει την πρώτη πλευρά, και που «φεύγει» με τα extra σύνθια του Ορέστη Μπενέκα, και βεβαίως με το… μπάσο-ντραμς-κιθάρα.
Στην δεύτερη πλευρά έχουμε το εισαγωγικό κομμάτι “Works for you”, που δίνει ένα αρχικό ξεπέταγμα (πολύ ωραία, εδώ, τα φωνητικά), για να ακολουθήσει ένα ακόμη όμορφο track, το “Way to go”, που διακρίνεται τόσο για τη ρυθμική δομή και μελωδία του, όσο και για τα ευφάνταστα πλήκτρα και την cool ερμηνεία (τής Σtella).
Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το “Works for You” είναι ένα άλμπουμ, στο οποίο θ’ ακούσεις μερικά πολύ καλά ποπ τραγούδια. Κι αυτό δεν είναι αμελητέο.
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

SATOKO FUJII ένα piano-solo 2CD από μια προσωπικότητα της σύγχρονης improv-jazz

Τα άλμπουμ της πιανίστριας Satoko Fujii παρουσιάζονται συχνά από το δισκορυχείον. Βασικά οι ορχήστρες της, που είναι κάμποσες, αλλά και τα μικρότερα σχήματά της (Gato Libre, New Trio, Ma-Do, Tobira κ.λπ.). Σπανίως –αν όχι ποτέ– γράφουμε για τα σόλο άλμπουμ της Fujii, μιας και αυτά είναι σπάνια ή εν πάση περιπτώσει σπανιότερα. Διάβασα πως από τα 79 CD που έχει ηχογραφήσει η Fujii έως τώρα (τα είχα για περισσότερα αναλογιζόμενος τις πολλαπλές «συμμετοχές» της) μόλις τέσσερα είναι τα piano-solo – με το τέταρτο να είναι το παρόν Invisible Hand [JAP. Cortez Sound, 2017].
Ζωντανά, λοιπόν, ηχογραφημένο στο κλαμπ Cortez, στο Mito της Ιαπωνίας, το άλμπουμ αυτό διαθέτει όλα τα αισθητικά χαρακτηριστικά της μουσικής της Fujii – χαρακτηριστικά που ξεκινούν από τη συσκευασία του 2CD με αυτό το έξτρα περίπου-obi και τα ιδιαίτερα εσώφυλλα, φθάνοντας μέχρι τους αυτοσχεδιασμούς και τις συνθέσεις (ή τον συνδυασμό τους).
Στο πρώτο CD, όπως διαβάζουμε, η μουσική είναι εντελώς αυτοσχεδιαστική. Μην νομιστεί όμως πως έχουμε τίποτα ακραίες και δύστροπες καταστάσεις συνεχώς και αδιαλείπτως. Η Fujii προτείνει, αρχικά, με το στρέιτ παίξιμό της ένα κάπως «τζαρετικό» ακρόαμα (“Thoughts”), το οποίο στην πορεία εξελίσσεται με άλλους πιο… ακανόνιστους ρυθμούς. Συμβάλλει, βεβαίως, το παίξιμο στο πιάνο «από μέσα» (“Invisible”), αλλά βεβαίως και η αντικατάσταση του όποιου «τζαρετικού» κλίματος, από ένα εν δυνάμει Cecil Taylor-ικό. Υπάρχει κι ένας καινοφανής συνδυασμός τους, βεβαίως, στο μεγαλύτερο σε διάρκεια και πιο εντυπωσιακό κομμάτι τού πρώτου CD, κι αυτό είναι το 15λεπτο “Floating”, που μπορεί να κερδίσει αμέσως τις εντυπώσεις.
Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι, όμως, τα πράγματα στο δεύτερο CD, που περιλαμβάνει περισσότερες συνθέσεις (έτσι φαίνεται) παρά καθαρούς αυτοσχεδιασμούς. Εδώ κυριαρχεί το 11λεπτο “Spring storm”, ένα φοβερό πιάνο-σόλο με έξοχες μελωδικές στρώσεις, συχνές αλλαγές τέμπο, ιλιγγιώδη clusters και ανεβοκατεβάσματα των πλήκτρων, που δημιουργεί στο άκουσμά του μια ψυχική πληρότητα.
Η Satoko Fujii είναι μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες τής σύγχρονης τζαζ. Τούτο, δε, το αποδεικνύει με κάθε ομαδική δουλειά της, όπως και με το παρόν σπάνιας δύναμης και ομορφιάς σόλο διπλό CD της.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

OCEAN MIND σύγχρονο ελληνικό hard-progressive

Ελληνικό συγκρότημα είναι οι Ocean Mind, που υπάρχει τουλάχιστον από το 2009 – μιας και τότε κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ τους “Alone We Walk Together We Fly” σε δική τους ανεξάρτητη παραγωγή. Στο discogs καταγράφεται ένα ακόμη CD τους, το “2 Ready 2 Live” (2012), το οποίον έφθασε να μοιραστεί μέχρι και στην Ιαπωνία και από ’κει και πέρα… τίποτα. Τώρα, με το διπλό CD Underwater [The Leaders Records], που είναι παραγωγή του ’15, αλλά εσχάτως έφθασε στον κόσμο, οι Ocean Mind επιχειρούν το πιο μεγάλο βήμα. Να καθιερωθούν ως ένα από τα πιο ουσιαστικά hard-progressive σχήματα του καιρού μας, μέσα κι έξω από τη χώρα. Μετά βλέπουμε…
Οι Ocean Mind είναι τρεις βασικά –ο τραγουδιστής και κιμπορντίστας Zach Dulos, ο κιθαρίστας και λοιπά πολλά Peter Pierrakeas και ο ντράμερ Lefty Papagiannakis – με το “Underwater” να περιλαμβάνει πολλά μικρής διάρκειας και άλλα μεγαλύτερα στο χρόνο tracks. Βασικά τα δύο CD έχουν μια λογική. Στο πρώτο ακούγονται επτά tracks, με το όγδοο “Chained” να αποτελείται από εννέα μέρη (Part I-Part IX), ενώ στο δεύτερο καταγράφονται τα επόμενα επτά, με το όγδοο “Bowshot” να αποτελείται από δέκα μέρη (Part I-Part X). Κάτι θέλουν να πουν οι Ocean Mind… Ας τους ακούσουμε…
Το “Underwater”, παρότι είναι πλημμυρισμένο στις early seventies hard-progressive αναφορές (στα σκληρά γκρουπ της Vertigo π.χ., τους Black Sabbath, τους Uriah Heep και τα συναφή), στην πράξη είναι πολύ σημερινό – μερικοί μπορεί να το πουν ακόμη και stoner δηλαδή, αλλά αυτό δεν είναι δικό μας θέμα. Το βασικό είναι πως η μπάντα παίζει γερά, με σωστές αναπτύξεις και συνομιλίες ανάμεσα στην κιθάρα και το χάμοντ, με τον ευρύτερο ήχο να «γεμίζει» μέσα από την πληθώρα των «παράλληλων» οργάνων (πλήθος πλήκτρων, διαφόρων ειδών κιθάρες και oscillators) και βεβαίως των φωνητικών. Αν και ο κιθαρίστας σε τέτοια τύπου συγκροτήματα είναι, συνήθως, ένα βήμα πιο μπροστά, στην περίπτωση των Ocean Mind ο οργανίστας έχει ισότιμο και ορισμένες φορές και-κάτι-παραπάνω ρόλο.
Στο πρώτο CD υπάρχουν έξοχα tracks όπως το “Break loose in the summer” και το “You aint shinning” (που φαντάζει πιο λαμπερό μέσα από τις ακουστικές κιθάρες), ενώ δεν θα την έλεγες αδιάφορη και τη μοναδική διασκευή τού “Underwater”, εκείνη στο “The house of the rising sun”. Φυσικά, το “Chained” (με τα εννέα μέρη του) είναι πολύ καλό, φέρνοντας στο νου μου (ως ήχος) τα ιταλικά progressive συγκροτήματα των nineties (τους Men of Lake, τους Il Castello Di Atlante και τους Romantic Warriors).
Ακόμη ωραιότερο ηχεί, φρονώ, το δεύτερο CD, δείχνοντας πως οι Ocean Mind έχουν, όντως, πράγματα να πουν και… μάχονται, ώστε να τα χωρέσουν όλα στα (δύο) δισκάκια τους. Τι ν’ αφήσεις απ’ έξω από ’δω και, κυρίως, γιατί; Δίλεπτα και τρίλεπτα tracks που γ@μ@νε, όπως το “Luz control” και το “Stripped”, καθώς και άλλα αναλόγου διάρκειας που κινούνται σε πιο χαμηλούς τόνους και αρέσουν το ίδιο, όπως το “Erased” (μερικά ακούγονται και στα παλαιότερα άλμπουμ τους). Κι από ’κει και κάτω, μετά το έβδομο track, όταν αναπτύσσεται το 10μερές “Bowshot”, η κατάσταση είναι και πάλι… εκτός ελέγχου, με τους Ocean Mind να συναγωνίζονται σε εφευρετικότητα (με τις συνεχείς αλλαγές, τα διαπεραστικά κιμπορντικά σχήματα και τα συνεχή κιθαριστικά riffs) την αφρόκρεμα του σύγχρονου progressive.
Πάμε γερά… και εδώ!