Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ σε τραγούδια της Κέρκυρας

Τα 3/5 της τελευταίας line-up των Κόρε.Ύδρο. (Π.Ε. Δημητριάδης φωνή, κιθάρες κ.λπ., Μάριο Πλασκασοβίτης πιάνο, κιθάρες κ.λπ., Ντέλος Πέτρου μπάσο, ντραμς, Farfisa κ.λπ.,) μαζί με τους Νίκο Ραράκο κιθάρες και Χριστίνα Παπαλίτσα τσέλο αποτελούν σήμερα ένα καινούργιο γκρουπ που ακούει στο όνομα Τα Παιδιά της Παλαιότητας. Τώρα, αν αυτοί οι… νέοι Κερκυραίοι αποτελούν ή όχι μια μετεξέλιξη των παλαιοτέρων δεν έχει και τόσο σημασία – υπό την έννοια πως εκείνο που έχει νόημα να διακριβωθεί είναι αν τα «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» [Inner Ear, 2014] κομίζουν κάτι καινούριο, κάτι «άλλο» στο σύγχρονο ελληνικό ροκ, ή γύρω από το ροκ, τραγούδι. Εγώ θα πω πως «ναι, κομίζουν κάτι άλλο» και αυτό θα επιχειρήσω να εξηγήσω/αναπτύξω στο κείμενο που ακολουθεί. Στο ψητό λοιπόν…
Ακούμε δεκάδες ελληνικά συγκροτήματα, τα τελευταία χρόνια (να μείνω μόνο στα τελευταία) από την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, την Κρήτη, τα νησιά, τον κάμπο, τα όρη και τα βουνά της πατρίδας και «όλα» ακούγονται (όταν τραγουδούν στην αγγλική) σαν να προέρχονται από το Λονδίνο, το Καράκας ή τη Μόσχα… (δίχως να έχουν, σώνει και καλά, ρόλο «φτωχού συγγενούς»… κάθε άλλο μάλιστα). Αν, τώρα, τυγχάνει να τραγουδούν και στην ελληνική, και πάλι δεν γίνεται να καταλάβεις αν προέρχονται από την Δράμα, τη Σπάρτη ή την Καβάλα… Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι συμβαίνει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εξωτερική ομοιομορφία; (Γιατί εσωτερική ανομοιομορφία υπάρχει, κι ας είναι υποταγμένη). Τι απέγινε η… ιδιοσυστασία του μικρού τόπου, της κωμόπολης, της μικρής ή της μεγαλύτερης πόλης; Τι σημαίνει πλέον τοπική ιστορία, τοπικά ήθη κι έθιμα, τοπική εορτή και λατρεία; Όλοι… από την Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα και από την Γιοκοχάμα μέχρι την… Κωλοπετινίτσα θα πρέπει να ασχολούμαστε με το iphone 6 και τις Android Apps; Κι αν πρέπει ν’ ασχολούμαστε εν τοιαύτη περιπτώσει μπορεί να γίνουν όλα τούτα «σκέψεις», «έργα», «λόγια» ή «τραγούδια»; Από πού θ’ αντλήσει ο νέος έλληνας τραγουδοποιός –γιατί αυτός μας ενδιαφέρει εδώ– αν δεν αντλήσει απ’ ό,τι του εμπιστεύθηκαν εκείνοι που τον μεγάλωσαν, απ’ όσα ο ίδιος αντιλαμβάνεται (ή πρέπει να αντιλαμβάνεται) ως ζωτικά στοιχεία μιας ύπαρξης που δεν είναι απλώς «σημερινή», αλλά κρατάει από τα βάθη των αιώνων; Τι σημαίνει ζω «στο σήμερα», όταν αγνοώ την… μικροϊστορία του τόπου μου, όταν δεν αντιλαμβάνομαι εκείνο που ραγίζει τις καρδιές των γειτόνων μου, καθώς ανακινείται η μνήμη;

Παλαιά, πριν εκατό χρόνια ας πούμε, είχαμε το ηπειρώτικο δημοτικό, που δεν μπορούσε κανείς να το μπερδέψει με το ρουμελιώτικο ή το μωραΐτικο. Στην πορεία αυτή η βεβαιότητα, δεν μετατράπηκε απλώς σε αίσθηση… εξαφανίσθηκε εντελώς. Όλα έγιναν «ένα». Ομογενοποιήθηκαν μέσα από τον καταναλωτική λαίλαπα, το μανιπουλάρισμα και την προπαγάνδα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που καταδίκασε το μερικό προς όφελος του γενικού, ισοπεδώνοντας ιστορίες και αξίες. Λοιπόν, για να το πω με απλά λόγια. Τα Παιδιά της Παλαιότητας έκαναν έναν δίσκο, που από την αρχή έως το τέλος του… μυρίζει Κέρκυρα. Την… Θεία Κέρκυρα. Όχι την Κέρκυρα του Κάβου ή του Rothschild, αλλά την Κέρκυρα της πίστης, του Αγίου, της θρησκείας (και της θρησκοληψίας), των θαυμάτων και των ταμάτων, των άδολων ανθρώπων, των ταραγμένων καντουνιών, των… θεσπέσιων κηδειών, της μαγείας και της λατρείας. Είναι μια Κέρκυρα που υπάρχει (και σήμερα) και για την οποίαν τραγουδούν Τα Παιδιά της Παλαιότητας, προτείνοντας έναν δίσκο που ΔΕΝ θα μπορούσε να δημιουργηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό για ’μένα είναι το σημαντικότερο όλων – και είναι αυτό το οποίον προηγείται οποιασδήποτε επιμέρους κρίσης ή ανάλυσης. Έτσι, και για να μην υπάρξει παρεξήγηση, το συγκρότημα φροντίζει, από την αρχή, από το εξώφυλλο κιόλας, να διασαφηνίσει το concept του, μέσω μιας φωτογραφίας από την αυγουστιάτικη λιτανεία του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος, με τις σειρές των πιστών να περιμένουν καθιστοί στα πλακάκια της πλατείας, για να περάσει από πάνω τους… το θαύμα. Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τι ακριβώς πιστεύουμε (και αν πιστεύουμε) εμείς ή ο καλλιτέχνης, αλλά τι ακριβώς πιστεύουν οι άλλοι· καθώς οι άλλοι είναι ο κόσμος, δεν είμαστε εμείς…

Ο Π.Ε Δημητριάδης είναι ένας αποφασισμένος παρατηρητής εκείνων που συμβαίνουν, βαθιά, στις ανυπόκριτες ψυχές του λαού. Αυτές επιδιώκει να εντοπίσει και να αναδείξει. Συγκινείται από την πίστη προς το θείο, αντιλαμβάνεται και κατανοεί την ανάγκη της λατρείας και της προσευχής, αντιμετωπίζει με κατανόηση την εκκλησιαστική άγραφη παράδοση, σεβόμενος την «άλλη άποψη», την αίρεση ή την πνευματική αντιστροφή, επειδή κι εκείνες αποτελούν μια το ίδιο βαθιά πίστη προς το ίδιο (ή το αντίθετο). Ενσωματώνει, επίσης, στην στιχουργική τέχνη του τον φόβο του πιστού προς τον Σατανά, κατανοώντας, υποθέτω, την αναγκαιότητα των αγιασμών π.χ., ή των εξορκισμών. Αποδέχεται, δηλαδή, μια θρησκευτική ή θρησκοληπτική διαδικασία, όχι επειδή αναγκαστικώς ο ίδιος πιστεύει σ’ αυτήν, αλλά επειδή τούτες ακριβώς οι διαδικασίες προσφέρουν ένα άνωθεν ή χθόνιο, κατά περίπτωση, αποτύπωμα σε μια κοινωνία, που δεν αφήνει τη συνείδησή της (και όχι οπωσδήποτε το σώμα της) να ενσωματωθεί.. Έτσι, αν στο τελευταίο άλμπουμ των Κόρε. Ύδρο. εικονιζόταν στο εξώφυλλο ο Σατανάς υπό τον Σταυρό (εικόνα από το ταβάνι του Αγίου στην Κέρκυρα), σε τούτο, το πρώτο των Παιδιών της Παλαιότητας, η ξεθωριασμένη φωτογραφία της λιτανείας είναι μιαν υπενθύμιση της Καρτερίας, της Ευχής και της Ελπίδας. Πως τα πράγματα, ακόμη και αν δεν αλλάξουν (όσο θα θέλαμε) δεν πρόκειται ποτέ να μείνουν ίδια («Μαραμένα λουλουδάκια/ πέφτουν από το ταβάνι/ στο όνειρό μου τα μαζεύω/ μα δε φτάνουν για στεφάνι»).

Το «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» είναι οπωσδήποτε (και) ένα άλμπουμ που αγκαλιάζει τη Μνήμη. Την κερκυραϊκή μνήμη, έτσι όπως εκείνη συνεχίζει να επικαθορίζει τον βίο των ανθρώπων (κάποιων ανθρώπων τέλος πάντων). Ακόμη και οι «Μνήμες ’85» (της αλήστου πασοκοκρατίας) εγώ θα πω πως δεν ασκούν επί της ουσίας κριτική (ο λόγος του Δημητριάδη δεν μου μοιάζει για πολιτικός, ακόμη και όταν αναφέρεται στην… ακαδημία των ρουσφετιών), εμμένοντας στην ερωτική άλω της προσωπικότητας του Ανδρέα και στον τρόπο που… εκείνος μετέφερε το θαύμα. Αυτό είναι και το μοναδικό, γενικό, συμπέρασμα (που εμπεριέχει όλα τ’ άλλα) μετά τις απανωτές ακροάσεις των… τραγουδιών από τις κατακόμβες. Ποιο;
Μα η μεταφορά του Θαύματος στην καθημερινή ζωή, και πώς εκείνο μπορεί να διασφαλίσει μιαν εσωτερική ισορροπία κάνοντας ευτυχισμένους, έν τινι μέτρω, τους ανθρώπους.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

KEN THOMSON AND SLOW/FAST

Αν υπάρχει κι έχει νόημα ο όρος progressive-jazz στην εποχή μας, τότε η jazz του μπασοκλαρινετίστα και αλτοσαξοφωνίστα Ken Thomson είναι τέτοια. Είναι progressive δηλαδή – και όχι αναγκαστικώς με την βρετανική έννοια των seventies (περνάει κι από ’κει), αλλά μέσα από μιαν ευρύτερη αναδιάταξη και προσαρμογή εις σώμα ένα jazz, rock και σύγχρονων κλασικών στοιχείων. Το αποτέλεσμα είναι ένα CD, το Settle [NCM East], έξι συνθέσεων (όλες του Thomson) η κάθε μία εκ των οποίων ανοίγει κι ένα διαφορετικό «παράθυρο» σ’ αυτό το ευρύτατο ηχητικό πλαίσιο, που απασχολεί από καιρό. Jazz, rock και κλασική… Πόσα και πόσα δεν έχουν ειπωθεί/ηχογραφηθεί τα τελευταία 45 χρόνια μέσα και γύρω απ’ αυτό το «κεφάλαιο»… Και όμως… τέλος δεν υπάρχει. Και δεν μπορεί να υπάρξει, όταν συνθέτες και εκτελεστές με γνώσεις και φαντασία, παίρνουν τη σκυτάλη στα χέρια τους και προχωρούν σε δρόμους «άλλους»… Φυσικά σ’ αυτή την διαδρομή, στην συγκεκριμένη διαδρομή εννοώ, δεν είναι μόνος του ο Ken Thomson. Έχει δίπλα του άξιους συμπαραστάτες όπως τον τρομπετίστα Russ Johnson, τον κιθαρίστα Nir Felder, τον μπασίστα Adam Armstrong και τον ντράμερ Fred Kennedy, οι οποίοι, ως Slow/Fast (το όνομα της μπάντας), έχουν διακριτούς ρόλους στην δόμηση του “Settle”.
Εκείνο που πρέπει να πω από την αρχή είναι πως εδώ, στην περίπτωση του “Settle”, κυριαρχούν οι... συνθέσεις. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι ποσοστό αυτοσχεδιασμού χωρά στο έργο του Thomson, εκείνο όμως που γνωρίζω και ακούω είναι μια μουσική που ενώ είναι εύληπτη στο αυτί, είναι ταυτοχρόνως και «αλλιώτικη» στην διαμόρφωσή της, καθότι όλα φαίνονται «υπολογισμένα». Ηλεκτρική jazz δωματίου θα μπορούσε να είναι ένας καλός προσδιορισμός εκείνου που ακούμε, με τις τρεις λέξεις («ηλεκτρική», “jazz”, «δωματίου») να έχουν τη δική τους συμμετοχή-παρουσία στην τελική ισοζυγία. Υπάρχει λοιπόν, από την μια μεριά, η ηλεκτρική κιθάρα του Felder (από τους ανερχόμενους κιθαρίστες της σκηνής που έχει παίξει με όλη την σύγχρονη «αφρόκρεμα»), ο οποίος, είτε με το ρυθμικό παίξιμό του είτε με το lead, ενσωματώνει στις «ευγενείς» συνθέσεις του Thomson μία rock διάσταση. Όταν μάλιστα τα tempi ανεβαίνουν, τότε, και σε συνδυασμό με το ρυθμικό τμήμα, το αποτέλεσμα ξεφεύγει – εννοώ πως παρέχεται η αφορμή και στα υπόλοιπα lead όργανα (τα πνευστά) να συνδράμουν προς την κατεύθυνση μιας μουσικής απολύτως συναρπαστικής, που να μπορεί να τεντώνει τις αισθήσεις (το εισαγωγικό, 10λεπτο και φερώνυμο “Settle” είναι ένα καλό δείγμα). Σε άλλες πάλι συνθέσεις, ο Thomson εμφανίζεται να κινείται περισσότερο προς την «δωματίου» μεριά, με το μπάσο κλαρίνο να παίζει «κυκλικά» μελωδικά soli, πριν αναλάβει και πάλι η κιθάρα για να… αποπροσανατολίσει το άκουσμα. Το παίξιμο του Felder έχει, εδώ, ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ενώ βρίσκεται σχεδόν παντού, δεν κυριαρχεί. Με riffs, με ξαφνικούς αρπισμούς, με «κοντές» φράσεις, ώρες-ώρες και με κάποια Fripp-οειδή συμπεριφορά, η κιθάρα δεν παύει να είναι το όργανο που υποσκάπτει τόσο την jazz, όσο και την «δωματίου» μεριά. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που πρέπει να είναι… όπως, επί παραδείγματι, στο “Bend towards light” με το… brechtian punk των Slow/Fast να χτυπάει κόκκινο, ή στο “Spring” ας πούμε, με το ανορθόδοξο παίξιμο στο μπάσο να πυροδοτεί την γενικότερη… ανοιξιάτικη έκρηξη. 
Απαιτητικές μουσικές οπωσδήποτε, χωρίς να είναι επί τούτου «δύσκολες».
Επαφή: www.ktonline.net

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

REVERSED NATURE ελληνικό κοσμικό μάτι

Η δέκατη κυκλοφορία της ελληνικής Cosmic Eye είναι ελληνική. Μετά από εννέα… κοσμικά βινύλια από τα πέρατα της γης (Περού), έως και τη γειτονιά μας (Κροατία), ήρθε και η ώρα για μιαν ελληνική μπάντα, που αποτελεί ταυτοχρόνως και πρόταση του label όσον αφορά στο εγχώριο… διαστημικώς «χαμένο». Αν και έχουν μερικά χρόνια στο πάλκο, οι Reversed Nature (αυτό είναι το όνομά τους) είναι βασικά καινούριοι στο χώρο, αποτελούμενοι εκ των Λευτέρη Βουτσά ντραμς, Tony Cimino μπάσο, Μιχάλη Ανδρεσάκη κιθάρες και Δήμητρα Τζημούρτου φωνή. Τετράδα λοιπόν, άνευ πλήκτρων, αλλά με τη φωνή σε πρώτο ρόλο. Τέσσερα, περαιτέρω, είναι και τα κομμάτια που μας παρουσιάζει το συγκρότημα σε τούτο το παρθενικό LP του –τιτλοφορήθηκεInto the Limboκαι «κόπηκε» σε 300 αντίτυπα–, κομμάτια που εμφανίζουν και τις διαφορετικές cosmic προσεγγίσεις του, ενταγμένες όλες σ’ ένα «ενιαίο» πλάνο.
Υπάρχουν, δηλαδή, ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής των Reversed Nature, που δίνουν και μια ταυτότητα στο εγχείρημα. Το πρώτο είναι η αίσθηση του jam, που αφήνουν οι συνθέσεις τους. Κομμάτια χωρίς… αρχή και τέλος εννοώ, αλλά με ισχυρή, ισχυρότατη… μέση. Έπειτα είναι τα φωνητικά τής Τζημούρτου, τα οποία, ενίοτε, δεν είναι από εκείνα που θα περιμέναμε από ένα κλασικό cosmic σχήμα. Απεναντίας, τούτα έρχονται από «πολύ μετά», ή «απλώς μετά», κατακρατώντας στοιχεία από τα late 70s-early 80s (είναι κάπως «ξερά» και απoστασιοποιημένα, επιχειρώντας να συνδέσουν μια κάπως punky αίσθηση με την μεγαλύτερη φόρμα). Το πρώτο track του άλμπουμ, που έχει για τίτλο του τον τίτλο του LP, είναι χαρακτηριστικό αυτoύ που υποστηρίζω. Πάνω σ’ ένα βαρέων-βαρών rhythm section και με την κιθάρα να δημιουργεί μέσω των παρατεταμένων riffs ένα ακόμη πιο «υποχθόνιο» πλαίσιο, έρχεται η φωνή για να επιτείνει την αίσθηση του εξώκοσμου. Στη συνέχεια, όμως, και στην… έξοδο του Limbo, το περιβάλλον που οικοδομείται είναι ακόμη πιο τελετουργικό, με το slow-tempo να προσδίδει επιπλέον βαρύτητα και με τη φωνή, τούτη τη φορά, να ακούγεται πιο «ικετευτική» και πιο «απόκοσμη». Αν η είσοδος προσέκρουε πάνω σε μια περίπου… progressive punk άποψη, η έξοδος είναι περισσότερο αισθησιακή, με το συγκρότημα, εν τέλει, να αποδίδει εξ ίσου καλά καθ’ όλη την διάρκεια του «ταξιδιού».
Στο ίδιο μοτίβο θα συνεχίσουν οι Reserved Nature και στην δεύτερη πλευρά του άλμπουμ τους, με το μεγαλόπνοο “Mother Mary and the Chicken-Snakes” να κάνει ακόμη πιο σαφή την προσπάθειά τους να κινηθούν στο μεταίχμιο του progressive με το krautrock, και με τους κιθαριστικούς όγκους να συναγωνίζονται σε σφοδρότητα την ρυθμική ακολουθία. Κάποιοι, μάλιστα, μπορεί να μιλήσουν και για ένα είδος… stoner, αν και είναι καλύτερο, νομίζω, να συνεννοούμαστε με πιο… κλασικούς όρους. Και σ’ αυτό το track, πάντως, η φωνή συμβάλλει προς τη θετική κατεύθυνση είτε με το πιο καθαρό τραγούδι, είτε με τα φωνητικά «γεμίσματα», την ώρα κατά την οποίαν η tribal prog «αλλαγή» προς το τέλος δίνει extra πόντους στο κομμάτι – που, ως μεγάλης διάρκειας, έχει ανάγκη την «περιπέτεια». Το έσχατο “Understudio jamming session” δεν παρεκκλίνει από τη «γενικότερη θέση». Ίσα-ίσα υπογραμμίζει την αίσθηση, δηλαδή την βεβαιότητα, του jamming, που τροφοδοτεί με ακατέργαστη ύλη τούτο το αθηναϊκό συγκρότημα.
Επαφή: www.musicbazz.com

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

PHIL HAYNES/ NO FAST FOOD

Ο ντράμερ Phil Haynes δεν είναι χθεσινός. Βρίσκεται 30 χρόνια στη σκηνή και δισκογραφεί από το 1986, καθώς υπήρξε μέλος του Paul Smoker Trio (με τον Paul Smoker στην τρομπέτα και τον Ron Rohovit στο μπάσο). Μάλιστα στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, που είχε τίτλο “QB”, συμμετείχε και ο Anthony Braxton στο άλτο σαξόφωνο. Με το σχήμα αυτό ο Haynes θα πάει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ από το 1991 και μετά θα συνεχίσει τόσο με εμφανίσεις σε projects τρίτων, όσο και με τα προσωπικά του γκρουπ, με τα οποία θα γράψει μέχρι σήμερα περισσότερα από δέκα άλμπουμ. Το τελευταίο του έχει τίτλο In Concert [CornerStoreJazz, 2014] είναι διπλό και ζωντανό (ηχογραφημένο το 2012 στο Rochester της Νέας Υόρκης και στο Milheim της Pennsylvania) και περιλαμβάνει στην line-up (εκτός από τον ίδιο τον Haynes που παίζει ντραμς), τον σαξοφωνίστα (τενόρο, σοπράνο) και φλαουτίστα David Liebman και τον μπασίστα Drew Gress. Ο Liebman –για τον οποίον, ορισμένες φορές, έχεις την αίσθηση πως τον συναντάς παντού– είναι βεβαίως ο… Liebman, ένας μουσικός που ξεκινά από τις μπάντες του Miles Davis, του Elvin Jones και του John McLaughlin νωρίς στα seventies για να καταλήξει σε κάθε χώρο του improv-jazz επιστητού, ενώ και ο Gress έχει και αυτός την ιστορία του, καλώς καταγραμμένη δίπλα στους Fred Hersch, John Abercrombie, Don Byron, John Surman και πολλούς άλλους.
Στο “In Concert” οι τρεις μουσικοί, υπό το όνομα No Fast Food, προσφέρουν ένα ξεχωριστό set, το οποίον αντιλαμβανόμαστε ως τέτοιο όχι μόνο εξ αιτίας των τριών οργάνων (οι ίδιοι φαίνεται πως είναι επηρεασμένοι από τo New Elvin Jones Trio, με Elvin Jones, Joe Farrell και Jimmy Garrison), αλλά κυρίως της διάθεσής του να επεκταθούν προς πάσα αισθητική κατεύθυνση, χρησιμοποιώντας όλη την εμπειρία τους στον «συμφωνημένο», αλλά και στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Έτσι, υπάρχουν tracks που καλύπτουν όλες τις… ταχύτητες, από τους φουριόζους και «πανικόβλητους» διαξιφισμούς, μέχρι τα μεσαία tempi και τις μπαλάντες, ενώ και τα τρία όργανα, που ακούγονται και μαζί και μόνα, προσφέρουν ξεχωριστές στιγμές ομαδικής και σολιστικής δράσης, με τον Liebman να παρουσιάζει, ως συνήθως, απίστευτα πράγματα (όπως στο σχεδόν 8λεπτο “The code” που… αναπλάθει με ευρηματικότητα τα timbre του τενόρου). Βεβαίως και οι άλλοι δύο μουσικοί, το rhythm section δηλαδή, έχει ένα ρόλο εντελώς δημιουργικό προσφέροντας ακόμη και καινοφανή ηχοχρώματα, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν. Για παράδειγμα στο “Zen lieb”, το… native φλάουτο του Liebman διαχέεται πάνω από ένα… new age υπόστρωμα, ανακαλώντας στη μνήμη μου τις εγγραφές του R. Carlos Nakai – ένα έξοχο, ένα εντυπωσιακό κομμάτι. Σε γενικές γραμμές θα χαρακτήριζα το πρώτο CD περισσότερο improv και πιο κοντά στα αναμενόμενα ακουστικά πρότυπα, και το δεύτερο περισσότερο… περιπετειώδες, με ιδιαίτερη προσέγγιση στον μελωδικό τομέα (από το τενόρο βασικά, αλλά και το φλάουτο του Liebman) και με το rhythm section να κεντρίζει διαρκώς το ενδιαφέρον με τους συνεχείς ρούλους του Haynes και το πλήρες παίξιμο του Gress στο κοντραμπάσο.
Αν έβαζα βαθμολογία, το δεύτερο CD δεν θα μπορούσε να πέσει κάτω από το «άριστα»…
Επαφή: www.philhaynes.com

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

Οι παλαιότεροι, που ήταν μαθητές (ή μπορεί και φοιτητές) στα μέσα της δεκαετίας του ’70, πιθανώς να θυμούνται ακόμη ένα κόκκινο βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει στις αρχές του 1975 από τις εκδόσεις Βέργος, υπό τον τίτλο Το Κόκκινο Βιβλιαράκι των Μαθητών. Το βιβλίο αυτό γραμμένο από τους δανούς εκπαιδευτικούς Bo Dan Andersen, Søren Hansen και Jesper Jensen το 1969 (κατά την Wikipedia μόνον οι Hansen και Jensen το έγραψαν…) γνώρισε τεράστια «διανομή» στα χρόνια του ’70, προκαλώντας «θύελλα» και αντιδράσεις. Ο φιλελεύθερος τρόπος με τον οποίον ήταν γραμμένο το βιβλίο, που καταπιανόταν με ό,τι θα μπορούσε να αφορά σ’ έναν έφηβο-μαθητή (βασικά), είχε ενοχλήσει πλείστες όσες κοινωνίες, με αποτέλεσμα Το Κόκκινο Βιβλιαράκι των Μαθητών να κακοπέσει (παρά τον θόρυβο που δημιουργούσε), αφού η κυκλοφορία του φαίνεται πως απαγορεύτηκε ή εμποδίστηκε σε μια σειρά από χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία, Μεγάλη Βρετανία…). Στο Den Lille Røde Bog For Skoleelever όπως ήταν ο πρωτότυπος τίτλος του (ή The Little Red Book For Students στην αγγλική μετάφρασή του) μπορούσε κάποιος νέος να πληροφορηθεί όχι μόνον τα της σχολικής ζωής (με ποιον τρόπο μαθαίνουμε, πώς διδάσκουν οι καθηγητές, τι φοβούνται οι ίδιοι ή οι μαθητές, τον ρόλο της τιμωρίας, το νόημα των βαθμών και των διακρίσεων κι ένα σωρό άλλα), όσο κυρίως τα της εξωσχολικής (που σχεδόν πάντα είναι πιο ενδιαφέρουσα…). Υπήρχαν, έτσι, κείμενα για τον «ελεύθερο χρόνο», τις σεξουαλικές σχέσεις, τον αυνανισμό, την πορνογραφία, την ομοφυλοφιλία, την έκτρωση, τα ναρκωτικά, το αλκοόλ και άλλα διάφορα, τα οποία, φαντάζομαι, πως θα διεκδικούσαν το αμέριστο ενδιαφέρον και των (απληροφόρητων) ελλήνων μαθητών της εποχής (στη στρωτή μετάφραση και... προσαρμογή της Ελένης Βαρίκα). Προσωπικώς, είχα διαβάσει Το Κόκκινο Βιβλιαράκι των Μαθητών δέκα χρόνια μετά την πρώτη ελληνική κυκλοφορία του και θυμάμαι πως, και τότε, το είχα βρει πολύ ενδιαφέρον (είχα μάθει πράγματα δηλαδή). Και το σημειώνω τούτο, επειδή και τώρα ακόμη με εκπλήσσει με τον τρόπο που έθιγε ζητήματα «ταμπού», αδιανόητα δηλαδή για τις μαθητικές κοινότητες της εποχής. Δεν ξέρω τι επίσημες αντιδράσεις και αν… είχε προκαλέσει αυτό το πόνημα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (αν και το πιθανότερο είναι να παρασύρθηκε από τα… βιβλία για μεγάλους), κρίνω, όμως, ως θετικό το γεγονός πως εκδόθηκε κανονικά, πως διαβάστηκε και επανεκδόθηκε στην πορεία, και πως ακόμη και σήμερα (κάποιοι, λίγοι, παλαιότεροι) φαίνεται να το θυμούνται (όπως διαπίστωσα και από μια-δυο περιπτώσεις στο διαδίκτυο). Λίγα αποσπάσματα, επειδή πριν λίγο ξεκίνησε και η σχολική χρονιά… 
Οι σεξουαλικές σχέσεις 
Τα αγόρια και τα κορίτσια έχουν σχέσεις για διάφορους λόγους:
– γιατί συμπαθιούνται μεταξύ τους και τους αρέσει να ’ρχονται σε επαφή και με το σώμα
– γιατί, και τα αγόρια και τα κορίτσια αισθάνονται, μετά από ένα ορισμένο χρόνο, την ανάγκη μιας πραγματικής σεξουαλικής ικανοποίησης
– γιατί έχουν ανάγκη από στοργή και τρυφερότητα και νομίζουν ότι θα τα βρουν στις σχέχεις
– γιατί στην παρέα τους υπάρχουν συμμαθητές τους που διαρκώς περηφανεύονται για τις κατακτήσεις τους.
Όποιοι και να ’ναι οι λόγοι για τους οποίους τ’ αγόρια και τα κορίτσια έχουν σχέσεις, εκείνο που πρέπει να ξέρουν είναι ότι αυτό έχει επιπτώσεις και για τους δυο.
Μπορεί κανείς να κοιμηθεί με μια κοπέλα ή αντίστοιχα μ’ ένα αγόρι, όντας πολύ ερωτευμένος, αλλά αυτό δεν γίνεται πάντα. Μπορεί κανείς να ’ναι ερωτευμένος με μια κοπέλα χωρίς να κοιμηθεί μ’ αυτήν. Για να μην έχουν δυσάρεστα και απρόοπτα αποτελέσματα οι σεξουαλικές σχέσεις, πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με τιμιότητα και ευθύτητα: πρέπει να έχουν τον ίδιο σκοπό και να ψάχνουν να βρουν τα ίδια πράγματα.
– Αν ζητάς λίγη τρυφερότητα και αγάπη δε θα τα βρεις σε κάποιον που ζητά μόνο και μόνο σεξουαλική ικανοποίηση.
– Αν κάποιος αναγκαστεί για οποιοδήποτε λόγο να έχει σεξουαλικές σχέσεις, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα απογοητευτεί.
– Όταν αυτό που επιδιώκεις είναι να αισθανθείς ικανοποίηση, δεν πρόκειται ποτέ να το πετύχεις με το να υποχρεώσεις –με οποιοδήποτε τρόπο– το αγόρι ή την κοπέλα να κοιμηθεί μαζί σου.
Θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα σου λένε ότι τα αισθήματα είναι πολύ επικίνδυνα κι οι σεξουαλικές σχέσεις ακόμα περισσότερο. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, στα λένε αυτά γιατί, τις περισσότερες φορές, φοβούνται οι ίδιοι τα αισθήματα και τις σχέσεις. Σχεδόν ποτέ δεν τόλμησαν ν’ αγαπήσουν πραγματικά. Εσείς πρέπει να ’χετε το κουράγιο να αποκτάτε μόνοι σας τις εμπειρίες. Μόνο έτσι θα μπορέσετε να μάθετε και, γιατί όχι, να μας διδάξετε και μας. 

Η ομοφυλοφιλία 
Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Αυτό ισχύει και όσον αφορά τον σεξουαλικό τομέα. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν διαιρέσει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: Σ’ αυτούς που επιθυμούν σεξουαλικά ανθρώπους του άλλου φύλου. Σ’ αυτούς που επιθυμούν ανθρώπους του ίδιου φύλου.
Υπολογίζεται ότι 5% των ανδρών, δηλαδή ένας στους 20, είναι ομοφυλόφιλοι. Στις γυναίκες το ποσοστό είναι πιο μικρό. (σ.σ. το κείμενο, υπενθυμίζω, είναι γραμμένο το 1969)
Η αγάπη των ομοφυλόφιλων και τα αισθήματά τους μπορεί να ’ναι το ίδιο ειλικρινά με τα αισθήματα των άλλων.
Πολλοί απ’ αυτούς έχουν πολλά προβλήματα και φασαρίες λόγω της ομοφυλοφιλίας τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η χριστιανική κουλτούρα και ηθική θεωρεί τους ομοφυλόφιλους ανθρώπους άρρωστους, μη φυσιολογικούς ή και εγκληματίες. Υπάρχουν κοινωνίες με διαφορετικούς ηθικούς νόμους και διαφορετική κουλτούρα, που θεωρούν ότι η ομοφυλοφιλία είναι το ίδιο φυσιολογική όσο και η ετεροφιλία. Άλλωστε σε ορισμένες χώρες υπάρχουν οργανώσεις που αγωνίζονται για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων.

Και λίγη ψυχεδέλεια… 

LSD και μεσκαλίνη 
Οι επιπτώσεις του LSD και της μεσκαλίνης διαφέρουν φοβερά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν συστηματικά LSD επί μήνες ολόκληρους χωρίς να έχουν πάθει τίποτα.
Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις ανθρώπων που, με την πρώτη φορά που το δοκίμασαν, έπαθαν αγιάτρευτες αρρώστιες, που σκότωσαν ή αυτοκτόνησαν. Το LSD είναι ένα υγρό χωρίς χρώμα και γεύση που υπάρχει και με τη μορφή χαπιού. Η μεσκαλίνη είναι μια ουσία που εξάγεται από ένα μικρό κάκτο που υπάρχει σε αφθονία στο Μεξικό.
Το LSD και τη μεσκαλίνη τα παίρνει κανείς από το στόμα (σ.σ. το ότι ο Αλέξης Ακριθάκης ζωγράφιζε το 1967… σύριγγα με LSD δεν πρέπει να αφήνει κανέναν ασυγκίνητο…) και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να ελέγξει κανείς αν πήρε αρκετή δόση και όχι υπερβολική.
Οι δόσεις τις οποίες πουλάνε παράνομα, είναι πάντα υπερβολικά δυνατές. Ο πιο σίγουρος τρόπος, για κάποιον που θέλει σώνει και καλά να δοκιμάσει μεσκαλίνη, είναι να πιπιλήσει ένα κομμάτι απ’ αυτόν τον κάκτο που περιέχει τη μεσκαλίνη. Σ’ αυτή την περίπτωση η επίδραση έρχεται προοδευτικά και μπορεί να σταματήσει πριν είναι πια πολύ αργά.
Μια μέση δόση από LSD αρχίζει να επιδρά σ’ αυτόν που την παίρνει ύστερα από μισή ώρα. Η επήρεια διαρκεί γύρω στις 8-9 ώρες και συνήθως συνοδεύεται από δεκάξη ώρες αϋπνία. Η επίδραση της μεσκαλίνης αρχίζει ύστερα από 2-3 ώρες και διαρκεί περίπου δώδεκα ώρες. Αν η δόση είναι πολύ δυνατή, η επίδραση έρχεται γρηγορότερα και διαρκεί περισσότερο.
Το LSD και η μεσκαλίνη προκαλούν, πολλές φορές, ισχυρές κρίσεις αγωνίας και απρόβλεπτες αντιδράσεις. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο, αν κάποιος δοκιμάσει τέτοια ναρκωτικά, να βρίσκονται μαζί του άνθρωποι που να τον παρακολουθούν συνέχεια και στην ανάγκη να του δώσουν αντίδοτα.
Υπάρχουν άνθρωποι που διηγούνται, προφορικά ή γραπτά, ότι έκαναν υπέροχα «ταξίδια» με το LSD και τη μεσκαλίνη. Πιθανόν να λένε αλήθεια. Αλλ’ αυτό δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση, ότι θα συμβεί και στους άλλους που παίρνουν LSD. Όταν ακούτε για αγόρια και κορίτσια που βρέθηκαν στο ψυχιατρείο επειδή πήραν LSD ή μεσκαλίνη, είναι κι αυτό αλήθεια, αφού αυτά τα παιδιά βρίσκονται στο ψυχιατρείο.
Βιολογικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι το LSD και η μεσκαλίνη μπορούν να καταστρέψουν τα χρωματοσώματα, δηλαδή τα στοιχεία κληρονομικότητας που μεταδίδουμε στα παιδιά μας.
Αποφεύγετε σαν τον διάβολο το λιβάνι, το LSD, τη μεσκαλίνη κι όλα τα παρόμοια ναρκωτικά.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ / ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Τις τελευταίες ημέρες, ψάχνοντας σε μια κούτα με κινηματογραφικά προγράμματα, θυμήθηκα τον μακαρίτη Βασίλη Ραφαηλίδη. Έτσι, είπα να χαζέψω μερικές τηλεοπτικές εμφανίσεις του από την δεκαετία του ’90 που έχουν ανεβεί στο YouTube (χαμός γίνεται!), αφού τα βιβλία του (όσα μ’ ενδιαφέρουν εν πάση περιπτώσει) τα έχω διαβάσει και ξαναδιαβάσει από χρόνια. Είχα γνωρίσει και προσωπικώς τον Βασίλη Ραφαηλίδη (στην ατζέντα μου υπάρχει ακόμη το τηλέφωνό του και η διεύθυνση του σπιτιού του, κάπου στην Ιπποκράτους), ενώ είχαμε συνεργαστεί κιόλας και κατά μίαν έννοια, τον Απρίλιο του 1997, στο Jazz & Τζαζ. Τον είχα πάρει τηλέφωνο και του είχα ζητήσει να αναδημοσιεύσουμε στο περιοδικό ένα κείμενό του από τον Φεβρουάριο του 1974 για τον γερμανό σκηνοθέτη Georg Wilhelm Pabst (υπήρχε λόγος), το οποίον (κείμενο) είχα εντοπίσει σ’ ένα ωραίο 30σέλιδο πρόγραμμα-αφιέρωμα του Ινστιτούτου Goethe. «Κανένα πρόβλημα» μου είχε πει ή κάτι ανάλογο, παρότι δεν το θυμόταν (το κείμενο), ζητώντας μου μόνο το τεύχος του περιοδικού, όταν εκείνο θα κυκλοφορούσε…
Ένα από τα διάφορα βίντεο που είδα (μερικά τα πήγαινα στο γρήγορο…) αφορούσε στο πρώτο μέρος μιας εκπομπής του MEGA υπό τον τίτλο Εκπομπή, την οποίαν παρουσίαζε ο Νάσος Αθανασίου. Ήταν Ιούνιος 1998, βάσει των στοιχείων του «χρήστη», και σ’ εκείνο το επεισόδιο εκτός από τον Βασίλη Ραφαηλίδη ήταν καλεσμένη και η Μαλβίνα Κάραλη. Θέμα; Η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα. Κάποια στιγμή ο Αθανασίου, λίγο μετά την αρχή, αναφέρεται σε κάποιο παλαιό περιοδικό (που δεν το κατονομάζει) στο οποίο… υπήρχε μια συζήτηση ανάμεσα στον Ραφαηλίδη και τον Αγγελόπουλο σχετική με τον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Αθανασίου μιλάει για το πρώτο ή το δεύτερο τεύχος εκείνου του περιοδικού, το οποίον, κατά τον Ραφαηλίδη ήταν πλέον… συλλεκτικό αντικείμενο, που πουλιόταν τότε (το 1998) 500 χιλιάδες δραχμές!!
Μόλις άκουσα το συγκεκριμένο νούμερο, παραλίγο να κάτσει μια ρόγα (σταφύλι) στο λαιμό μου! Η αλήθεια είναι πως ο Ραφαηλίδης, εκείνη την περίοδο, όντας περιζήτητος «πέταγε» ό,τι ήθελε στα κανάλια (τα οποία τον πολιορκούσαν για μιαν εμφάνισή του) και θα ’πρεπε κάποιος να είχε πολύ μεγάλη υπομονή… ώστε να πάρει την κρησάρα κατακρατώντας από τον πληθωρικό λόγο, ενός πράγματι σοφού ανθρώπου, εκείνο που άξιζε. Και δεν αναφέρομαι σ’ ένα λανθασμένο από μνήμης ντοκουμεντάρισμα ή σε μια μπαρούφα, αλλά στα πιο σοβαρά ζητήματα.
Το '69 10 δραχμές, τώρα μέχρι 10
Τέλος πάντων. Το περιοδικό, βεβαίως, ήταν ο Σύγχρονος Κινηματογράφος, και μάλιστα το τρίτο τεύχος του (από τον Νοέμβριο του ’69) και όχι το πρώτο ή το δεύτερο. Το πιο πιθανόν είναι, δηλαδή, ο Ραφαηλίδης να είχε πει off the record του Αθανασίου πως γνωριζόταν με τον Αγγελόπουλο από την εποχή του περιοδικού (και νωρίτερα) και πως στα πρώτα τεύχη του είχαν κάνει μια συζήτηση για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου και όλα τα σχετικά… Έτσι, κατά την διάρκεια της εκπομπής, είναι λογικό να υποθέσεις πως ο δημοσιογράφος εμφάνισε για δικά του –μέσω μιας προσυνεννοημένης ερώτησης– όσα του είχε πει (πριν το «γύρισμα») τσάτρα-πάτρα ο Ραφαηλίδης. Τούτο δεν συνηθίζεται (ερώτηση κάνω), όταν δημοσιογράφος και συνεντευξιαζόμενος τα λένε πριν βγουν «στον αέρα» προβάροντας διάφορες ερωτήσεις; «Α πολύ ενδιαφέρον αυτό που είπες… Αυτό θα σε ρωτήσω, μόλις ξεκινήσουμε…»…
Δεν θα έγραφα τίποτα απ’ όλα τούτα –ούτε για την γνωριμία μου με τον μακαρίτη Ραφαηλίδη, ούτε, εννοείται, είχα την οποιαδήποτε καΐλα να κάνω κριτική σε μια τηλεοπτική εκπομπή του 1998– αν δεν έψαχνα να βρω το συγκεκριμένο τεύχος του Σύγχρονου Κινηματογράφου (ναι αυτό των… 500 χιλιάδων) να το ξεφυλλίσω, να προσέξω… και να σκανάρω για εσάς μια ωραία φωτογραφία από μια σπανιότατη ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, την οποία δεν έχει δει «κανείς». Η ταινία, που ήταν η δεύτερη του σκηνοθέτη, είχε τίτλο Άνευ Όρων, ήταν μεσαίου μήκους και είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1968 (σε πολλά sites –και στον imdb.com– αναφέρεται ως ταινία του 1964, αλλά είναι λάθος).
Η συμπαραγωγός, σεναρίστα και πρωταγωνίστρια της ταινίας Έλλη Λοΐζου...
Ο Γιάννης Σολδάτος γράφει στην Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου [Αιγόκερως, Αθήνα 1982] αναφερόμενος στο Φεστιβάλ του ’68: «Ο Νίκος Νικολαΐδης παρουσιάζει τη δεύτερη μικρού μήκους ταινία του, το “Άνευ Όρων”. Πρόκειται για μια άνευ όρων παράδοση στον κόσμο της ρεκλάμας. Η δημόσια προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε». Επίσης, στην Μακεδονία της 20/9/1968 διαβάζουμε πως... «Την 10.30 μ.μ. προεβλήθη η ελληνική ταινία μικρού μήκους “Άνευ Όρων”. Παραγωγή: Νίκος Νικολαΐδης, Έλλη Λοΐζου. Σκηνοθεσία: Νίκος Νικολαΐδης. Σενάριο: Έλλη Λοΐζου. Φωτογραφία: Χρήστος Μάγκος. Πρωταγωνιστεί η Έλλη Λοΐζου. Το εικοσιτετράωρο ενός κοριτσιού που κινείται μέσα στην επικαιρότητα»..., ενώ από το site του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πληροφορούμαστε για το εξής ευτράπελο... «Ανάμεσα στις γραφικότητες του 9ου Φεστιβάλ ήταν ο καβγάς του Τζαίημς Πάρις με την Έλλη Λοΐζου, πρωταγωνίστρια του “Άνευ Όρων”, που με την τολμηρή μίνι φούστα της, περιφερόταν σαν γνήσια στάρλετ στους παρασκηνιακούς χώρους του Φεστιβάλ. Σε μια στιγμή έντονων αντεγκλήσεων η Λοΐζου δηλώνει ότι θα κάνει δημόσιο στρηπ-τηζ για διαμαρτυρία και ο Τζαίημς Πάρις αδράχνει την ευκαιρία να θεσμοθετήσει έπαθλο 20.000 δρχ. σε όποια στάρλετ ξεντυθεί την ώρα της απονομής των βραβείων!». Τέλος, από το blog Λευκός Θόρυβος (5/9/2011) έχουμε και τα λόγια του ιδίου του Νικολαΐδη, τα οποία πρέπει να ειπώθηκαν μάλλον σε κάποιον… φίλο μου από την Πάτρα το 1990: «Το ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ για την ακρίβεια είναι μια ταινία μεσαίου μήκους γύρω στα 40-45 λεπτά. Ήταν ένα ψάξιμο και δεν την θεωρώ ολοκληρωμένη ταινία. Ψάξιμο κυρίως πάνω στην αφήγηση, γιατί εκείνο που με απασχολούσε ήταν πώς θα μπορέσεις να αφηγηθείς μια ιστορία με βάση ένα κακό σενάριο.(…)».
Εγώ πάντως θα ήθελα κάποια στιγμή να δω αυτή την ταινία του Νίκου Νικολαΐδη που απαγορεύτηκε (όπως λέει ο Σολδάτος)…

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

για τις τιμές των ελληνικών δίσκων

Με αφορμή δύο δίσκους του Μίμη Πλέσσα που ανέβηκαν στο eBay τον τελευταίο καιρό, δημιουργήθηκε θέμα που αφορούσε τόσο στην τιμή πώλησής τους, όσο και στην καλλιτεχνική αξία τους. Αν και το θέμα της «καλλιτεχνικής αξίας» είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε με κάποια αντικειμενικότητα επειδή ο καθένας μας μπορεί να επικαλεστεί το προσωπικό του γούστο (γούστο επικαλούνται, βεβαίως και όσοι δεν διαθέτουν...), θάβοντας ή εκθειάζοντας έναν δίσκο, το θέμα της «τιμής πώλησης» θα μπορούσε να ήταν κάπως αντικειμενικότερα προσδιορισμένο, αν υπάκουε στον κλασικό κανόνα της αγοράς, που είναι γνωστός ως «προσφορά και ζήτηση».
Βάσει αυτού του κανόνα το βρετανικό περιοδικό Record Collector, όπως και το Goldmime στην Αμερική, επιχείρησαν να «αντικειμενικοποιήσουν» τις τιμές των δίσκων (78άρια, LP και singles) της αγγλοαμερικανικής παραγωγής προσφέροντας πολυσέλιδα βιβλία με τιμές και προσανατολίζοντας κατά το μάλλον ή ήττον τους αναγνώστες τους. Έτσι, ένας δίσκος των Beatles ή του Elvis που τον αναζητούν σε όλο τον κόσμο και είναι σπάνιος, μπορεί να έχει τιμή 1000, 2000 ή 3000$, αλλά ένας δίσκος τον οποίον τύπωσε ο… Μπακαφούκας στην Αθήνα κι είναι σπάνιος, αλλά δεν ενδιαφέρεται «κανείς» γι’ αυτόν, δεν μπορεί να έχει την ίδια τιμή. Τοποθετώ το «κανείς» σε εισαγωγικά, επειδή δεν μπορεί μια τιμή να διαμορφώνεται με τη ζήτηση που προκαλείται από έναν ή δύο υποψήφιους αγοραστές. Στην Ελλάδα, όμως, συμβαίνει ακριβώς αυτό. Σπάνιοι δίσκοι (αφήνω το μη σπάνιοι προς ώρας) σκάνε μύτη στο eBay, ή το discogs με εξωφρενικές τιμές εκκίνησης ή απλησίαστες reserve prices. Πόσοι ψάχνουν αυτούς τους δίσκους σήμερα; Εξαρτάται, αλλά γενικώς ελάχιστοι. Κατ’ αρχάς μηδαμινοί ξένοι –που ανακάλυψαν κάποια στιγμή τη μούφα με την «ελληνική ψυχεδέλεια», έχοντας κλάψει ήδη τα λεφτά τους– και βεβαίως μετρημένοι Έλληνες. Πόσοι, δηλαδή, μπορεί να ενδιαφέρονται για τα «Έρανα» π.χ. του Νίκου Τάτση; Και πόσοι θα ενδιαφέρονταν αν δεν τους χαρακτήριζε ο Αυστριακός Hans Pokora σ’ ένα από τα βιβλία του με “value 6” (που σημαίνει 1000 ευρώ και άνω); Πρακτικώς, κανένας (εννοώ δυο-τρεις…). Αφήνω, τώρα, το γεγονός πως ακόμη και κάτω απ’ αυτό το σκηνικό ο συγκεκριμένος δίσκος δεν πουλήθηκε ποτέ πάνω από 600 ευρώ. Όχι πως είναι λίγο, αλλά είναι στη μισή τιμή από εκείνη του βιβλίου του Pokora. Καμμιά φορά ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργεί (ευτυχώς) και εις βάρος των promoters ή των εμπόρων.
Ο Μίμης Πλέσσας είναι ένας πασίγνωστος και πολυαγαπημένος έλληνας συνθέτης, έχοντας στην δισκογραφία του και σπάνιους δίσκους. Πόσοι ενδιαφέρονται γι’ αυτούς τους σπάνιους δίσκους του; Σίγουρα δεν είναι τόσοι όσοι ακούν το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», το «Πρώτη φορά» ή το «Άνοιξε πέτρα»… Πάλι πέφτουμε δηλαδή στην κατηγορία των (Ελλήνων) συλλεκτών, οι οποίοι στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι… κάπως περισσότεροι. Εννοώ πως για σπάνιους δίσκους του Πλέσσα μπορεί να ενδιαφέρεται και ο συλλέκτης δίσκων ελληνικής τζαζ, κι εκείνος που μαζεύει ελληνικό ροκ, κι εκείνος που γουστάρει το λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι, γενικά δηλαδή ο συλλέκτης ελληνικών δίσκων. Πόσοι είναι αυτοί οι άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα; Δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά. Πρέπει όμως να είναι μερικές εκατοντάδες (λίγες). Πόσοι απ’ αυτούς μπορούν ή θέλουν να πληρώνουν «ιλιγγιώδη» ποσά για δίσκους; Μετρημένοι στα δάκτυλα. Έτσι, επί της ουσίας, ακόμη κι ένας σπάνιος δίσκος του Πλέσσα δεν μπορεί να αφορά πολύ περισσότερους, απ’ όσους αφορά ένας σπάνιος δίσκος του Πάνου Σαββόπουλου ή του Περικλή Χαρβά (καλλιτέχνες που τους γνωρίζουν ελάχιστοι εν σχέσει με τον Πλέσσα). Αν σκεφθούμε λοιπόν πως οι σπάνιοι δίσκοι των Beatles, του Elvis, του Dylan κ.ά. πιάνουν μερικές χιλιάδες δολάρια επειδή τους ψάχνουν χιλιάδες συλλέκτες απ’ όλον τον κόσμο, δεν είναι δυνατόν ένας σπάνιος δίσκος του Πλέσσα που αφορά στο 5% να πούμε (και πάαρα πολύ λέω) των συλλεκτών ανά τον κόσμο να πουλιέται 2, 3 ή και 4 χιλιάδες δολάρια. Και μην κρίνει κανείς από το γεγονός πως ο ακριβότερος folk δίσκος (popsike.com) που πουλήθηκε στο eBay ανήκει σε κάποιους Touchtone από το 1972 (έπιασε πέρυσι 5000 ευρώ), ενώ ο ακριβότερος δίσκος του Dylan (πάντα κατά το popsike) υπήρξε ένα test pressing του “Blood on the Tracks” που ξεπέρασε για λίγο τα 5800 ευρώ. Για αμερικανικούς και αγγλικούς δίσκους ενδιαφέρεται όλος ο κόσμος (όσοι συλλέκτες, το τονίζω «συλλέκτες», ακούν Dylan δηλαδή, μπορεί ν’ ακούν και Touchtone), για τους ελληνικούς δίσκους, όμως, ενδιαφέρονται πια μόνον οι Έλληνες (αφού οι ξένοι τα μάζεψαν, καθώς πιάστηκαν πολλές φορές κορόιδα αγοράζοντας, για χρόνια, φύκια για μεταξωτές κορδέλες). Π.χ. τους «ψυχεδελικούς προγκρεσιβάδες» Bicycle και δεν συμμαζεύεται…
Επίσης και τούτο. Οι τιμές που δίνουν οι κατάλογοι του Record Collector ή του Goldmine αφορούν αυστηρώς σε δίσκους ΜΙΝΤ (καινούριους, άπαικτους, ή παιγμένους 2-3 φορές). Γράφει επί τούτου το Goldmine (τα bold γράμματα δεν είναι δικά μου): “Prices listed are for mint condition records! That means new, unplayed, not off-center, no writing on labels, near perfect to perfect condition. A record can be played and still be mint (call it near mint). When you see an album for sale for $40 (as listed in this book) that means it is new! Don’t pay $40 if it isn’t. If it’s in nice condition but shows wear from playing (still plays clean) it’s in very good condition, which is 35-50% of the mint value. If there are some marks on the vinyl or markings on the cover, its value drops to about 25% of the mint price. If the record is beat (noisy when playing) and/or the cover is damaged, it’s only worth 5-10% of the mint price! Read this paragraph every day and learn that condition is everything when determining the value. Don’t pay too much for junk. But don’t feel guilty if you have just paid too much for a mint condition classic!”.
η φωτογραφία είναι από το δίκτυο
Ρίχνοντας μια ματιά στο λήμμα “Plessas” στο popsike βλέπει κανείς πως πέρυσι (21/5/2013) πουλήθηκε μία VG+ κόπια (κατά τον πωλητή) τού “Greece Goes Modern” που είχε start price 2500 δολάρια («έκλεισε» τελικώς στα 3161$ ή 2298 ευρώ). Με βάση το Goldmine και το Record Collector δηλαδή, όταν κάποιος αξιολογεί μία VG+ κόπια στα 2500 δολάρια, τότε η ΜΙΝΤ κόπια πρέπει να πουληθεί στα 5000 δολάρια. Αυτή είναι η αναλογία. Ε, λοιπόν, εγώ λέω ξεκάθαρα πως δεν είναι δυνατόν ένας σπάνιος ΜΙΝΤ δίσκος του Πλέσσα (το “Greece Goes Modern” ή το «Παληές Μελωδίες σε Χορευτικό Ρυθμό») να αξίζει 5000 δολάρια. Δεν μπορεί 2-3 άνθρωποι (και εννοώ αγοραστές) να κανονίζουν με τέτοιο τρόπο τις τιμές, πόσω μάλλον όταν και ορισμένοι πωλητές έχουν εξωφρενικές start prices, για δίσκους που τους ψάχνουν ελάχιστοι (ή κανένας). Έτσι λοιπόν, όπως έχω γράψει πολλές φορές στο δισκορυχείον… στην Ελλάδα οι τιμές δεν διαμορφώνονται από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά μόνον από εκείνον της… προσφοράς. Άρα, αν εξαιρέσεις τους πραγματικά σπάνιους δίσκους που τους ψάχνουν πολλοί κι είναι ακριβοί (καθότι υπάρχουν και σπάνιοι δίσκοι που δεν τους ψάχνει «κανένας» το ξαναλέω), για τις υψηλές τιμές των υπολοίπων δεν φταίνε αυτοί που τους πουλάνε, αλλά κυρίως εκείνοι που τους αγοράζουν.
Δεν μπορεί δηλαδή ένα LP του Πλέσσα στους Αδελφούς Φαληρέα, το «… και Κάπως Αλλιώς» από το 1986 να το ξεκινά κάποιος με τιμή μεγαλύτερη από τα 15-20 δολάρια. Ούτε βεβαίως να καθορίζεται η τιμή του από το γεγονός πως βρέθηκε ένας και πλήρωσε, για να το αποκτήσει, 150 ευρώ. Μιλάμε για έναν δίσκο που τον έχω δει δεκάδες φορές στο παρελθόν, αφού ένα LP του Πλέσσα δεν μπορεί να «κόπηκε» σε 300 αντίτυπα το 1986, ενώ και τώρα αν κάποιος ψάξει λίγο μπορεί να τον εντοπίσει – πριν ακόμη τον μαζέψουν τα «κοράκια», εμφανίζοντάς τον στο δίκτυο μια φορά ανά τρίμηνο.
Μιλώντας για τον Πλέσσα και τους «άλλους» δίσκους του της δεκαετίας του ’80, αν εξαιρέσεις τα τζαζ-τζαζ άλμπουμ του που είναι καλά κι αξίζει κάποιος να τ’ ακούσει («40 χρόνια Jazz Νο 1» και «Νο 2», «Το Κουαρτέτο του Μίμη Πλέσσα» κ.λπ.) εκείνος ο δίσκος που για μένα έχει αξία (και δεν εννοώ συλλεκτική) είναι το LP «Για το Θέατρο 1» [United, 1985], επειδή περιλαμβάνει αποσπάσματα από το “Jesus Christ Super Star” (στην ελληνική εκδοχή των Πλέσσα-Μαλαβέτα). Τα υπόλοιπα LP (με διασκευές) σε κάτι μικρές εταιρείες τύπου Ρυθμός, Atheneaum κ.λπ. (μερικά τα έχω αλλά δεν τα θυμάμαι, που σημαίνει πως δεν μου άφησαν κάποια ξεχωριστή εντύπωση όταν τ’ άκουσα) δεν μπορεί να συγκριθούν με τις ανάλογες δουλειές του από το ’60. Ένας τυπικός «σύνθι» ήχος του ’80 δεν έχει ουδεμία αισθητική σχέση (την προσωπική μου άποψη λέω) με τα κιθαριστικά fuzz του Καλλίρη, ή τον ήχο της philicorda… Είναι τέτοιο και το «…και Κάπως Αλλιώς»; Ας μας πληροφορήσουν, λοιπόν, όσοι το έχουν ακούσει…

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

GRAND FATILLA ένα παγκόσμιο ανακάτεμα

Δεν ξέρω τι μπορεί να υπονοεί ο τίτλος του άλμπουμ –πιθανώς τα πάντα!– εκείνο που ξέρω είναι πως το Global Shuffle [GrandFatillaRecords, 2014] των Grand Fatilla είναι ένα τυπικό (και πολύ ενδιαφέρον) ethnic CD, που μοιάζει να βγαίνει κατ’ ευθείαν από την… παλαιά καλή εποχή (εννοώ την δεκαετία του ’90, την δεκαετία του ethnic ξεσαλώματος και των «μουσικών του κόσμου» – είναι πρόσφατα τα γεγονότα, τα ζήσαμε και τα θυμόμαστε). Επειδή όμως η μουσική και κυρίως οι μουσικοί δεν… χορεύουν πάντα κατά πώς βαράει το ντέφι, δεν είναι δηλαδή μόνιμα έρμαια των εμπόρων-παραγωγών και των λογής-λογής… γκλομπαλιστών, έχουν τον τρόπο να αποδεικνύουν και να προβάλλουν τις «αγάπες» τους, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου – σήμερα ας πούμε, στην Βοστώνη και την Νέα Υόρκη του 2014. Έτσι, δύο Ιταλοί (Roberto Cassan ακορντεόν, Fabio Pirozzolo κρουστά, φωνή), ένας Καναδός με κελτική καταγωγή (Matt Glover ηλεκτρικό μαντολίνο) κι ένας Αμερικανός (Mike Rivard κοντραπάσο και sintir – το sintir είναι τρίχορδο, μαροκινό, μπάσο λαούτο) συνασπίζονται κάτω από το όνομα Grand Fatilla, προκειμένου να παρουσιάσουν ένα ρεπερτόριο (πρωτότυπο και παραδοσιακό), που ηχητικώς δεν ακούγεται οικείο μόνον στους Ιταλούς, τους Σκοπιανούς ή τους Βούλγαρους, αλλά και σ’ εμάς τους Έλληνες. Οι χόρες π.χ. από το Sandanski της Βουλγαρίας (εκεί λίγο πιο πάνω από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα), ή και το “Cigansko oro”, μοιάζει να βγαίνουν κατ’ ευθείαν από αυθεντικά μακεδονίτικα πανηγύρια (Φλώρινα, Πέλλα και τέτοια, αντιλαμβάνεστε τι λέω). Αφήνω δηλαδή το γεγονός πως το ηλεκτρικό μαντολίνο του Glover ηχεί ενίοτε παραπλήσια προς το κλασικό ηλεκτρικό μπουζούκι – οπότε, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το… τσιφτετέλι πάει σύννεφο.
Έτσι λοιπόν, από την μια μεριά, μπορεί το “Global Shuffle” να αποκτά ένα χρώμα μέσω των παραδοσιακών σκοπών, που δεν είναι μόνον ασύμμετροι βουλγαρικοί αλλά και ιταλικοί (“Alla carpinese”, “Southern Italian medley”), ή να φανερώνει τα αισθητικά όριά του μέσα από τις versions στα “Bebe” και “Little church” του Hermeto Pascoal ή στο “Fracanapa” του Astor Piazzolla, θα είναι όμως πάντα οι πρωτότυπες συνθέσεις που θα αποδεικνύουν πως στο γκρουπ γίνεται σοβαρή δουλειά από μουσικούς που δεν είναι χθεσινοί (όποιος ρίξει μια ματιά στην δισκογραφία του Mike Rivard π.χ. θα πάθει πλάκα, αφού έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από 100 άλμπουμ από το 1986 και μετά) και που γνωρίζουν τον τρόπο να αποδώσουν τους ήχους του κόσμου (της γειτονιάς μας, της βορείου Αφρικής, αλλά και του ευρύτερου οριενταλισμού) με έμπνευση και πάθος. Προς τούτο μαρτυρούν το “Five of swords” με τον Rivard να παίζει παπάδες στο sintir, αλλά και οι τρεις συνθέσεις του Cassan, το “Domenie” (Κυριακή δηλαδή στην διάλεκτο του Friuli) με το ακορντεόν να πρωταγωνιστεί σε μια σύνθεση… πανηγυρικού χαρακτήρα, το ήπιο… ακουστικό, όσο και μελωδικότατο “Milonga para Lucia” που χρωστά στην αργεντίνικη milonga, αποτίνοντας συγχρόνως φόρο τιμής στoAlle prese con una verde milonga” του Paolo Conte και βεβαίως το “Corrente” ένα βαλς, που συνταιριάζει ποικίλα τέτοια στοιχεία (γαλλικά, ιταλικά ή και νοτιοαμερικανικά), κατακρατώντας κάτι από την πλεονάζουσα, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, νοσταλγία (υπάρχει μέτρο εννοώ και αυτό… μετράει).
Το σίγουρο είναι ένα. Οι Grand Fatilla είναι ένα γκρουπ που μπορεί να κάνει την διαφορά, επειδή έχει «ανοικτό», αλλά κατασταλαγμένο ρεπερτόριο, διαθέτοντας, συγχρόνως, μια τετράδα μουσικών ικανή για πολλά πράγματα. Θα τα δούμε και στο μέλλον θέλω να λέω…

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

τα… απαγορευμένα (μίνι και μακριά μαλλιά)

Βρε βρε τι ανακαλύπτει κανείς στα έγκατα του You Tube... Εκεί που δεν πάει χέρι ανθρώπου… Τραγουδάριον λαϊκοδημοτικόν υπό τον τίτλο «Μίνι μόδα», αποδιδόμενο από κάποιον Σπύρο Παπουτσή και τυπωμένο σε ετικέτα ΑYRA. Πότε; Προφανώς όταν το μίνι έδινε κι έπαιρνε στο ντύσιμο των γυναικών στα τέλη του ’60, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και τα περιοδικά και πάνω απ’ όλα στις λαϊκές γειτονιές, στους δρόμους, στα κομμωτήρια και τις μπυραρίες της εποχής. «Μίνι μόδα μη μας φύγεις και σε χάσουμε/ μείνε ακόμα, μείνε κι άλλο να σε χορτάσουμε» άδει ο Παπουτσής, εκφράζοντας την… κοινή απαίτηση και το μέσο γούστο.
Το επόμενο τραγουδάκι είναι κι αυτό της ίδιας... ιστορικής περιόδου, και εν αντιθέσει με το «Μίνι μόδα» είναι λαϊκοπόπ, απενοχοποιώντας, τώρα, το μακρύ μαλλί. Έχει τίτλο «Κι’ αν σε φωνάζουνε μακρυμάλλη», τραγουδά η Βίλλυ Κοσμάτου (συνοδεύει ο Απόστολος Καββαδίας) και τυπώθηκε σ’ ένα 45άρι της Pan-Vox [PAN 6415] το 1972. Στην εκπομπή της ΝΕΡΙΤ για την Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ είχαμε ακούσει τον Δημήτρη Πολύτιμο να λέει πως όταν τον ρωτούσαν (όχι φυσικά το 1956, αλλά το... 1970)… «γιατί έχετε μακριά μαλλιά;», εκείνος απαντούσε… «μα κι ο Χριστός είχε μακριά μαλλιά». Εκτός όμως από την… Θρησκεία και η… Πατρίς θα μπορούσε να δώσει μακρυμάλλικα πρότυπα, καθότι όπως τραγουδά και η Κοσμάτου… «Κι αν σε φωνάζουν μακρυμάλλη, δεν σε αλλάζω μ’ άλλη καρδιά/ και τα παιδιά του ’21 είχαν κι αυτά μαλλιά»
Εν τω μεταξύ γέμισε με λόγια-τρίχες κι η Θεσσαλονίκη. Τέσσερις χιλιάδες ματατζήδες ας βάλουν ένα χεράκι να καθαρίσει η πόλη…
 

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

HARRY SMITH μία προσωπικότητα του underground

Πριν μερικά χρόνια (2010) μου είχε ζητηθεί από το περιοδικό Sonik να συμμετάσχω στην έκδοση «100 rock icons», γράφοντας λίγα λόγια (150-200 λέξεις) για ένα πρόσωπο της δικής μου επιλογής, που να είχε παίξει όμως ένα σημαντικό ρόλο στην πορεία της rock μουσικής. Είχα σκεφθεί, αυτομάτως σχεδόν, να αναφερθώ σε κάποιον που να μην είναι μουσικός, θέλοντας να συνδέσω το rock και με άλλες καταστάσεις, με την λογοτεχνία ας πούμε, την ποίηση, το σινεμά κ.λπ. Το πρώτο πρόσωπο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Allen Ginsberg… Επειδή όμως σκέφθηκα πως κάποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει για ’κείνον (τελικά δεν έγραψε κανείς), είπα να συντάξω λίγες λέξεις για τον Harry Smith (1923-1991), έναν επίσης σημαντικό δημιουργό που επηρέασε με το έργο του όχι μόνο το rock, αλλά και ποικίλες άλλες τέχνες.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/51136