Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

BJÖRN - SUZY euro-lounge στο κρεβάτι…

Γράφοντας για τον Claudio Baglioni στην προηγούμενη ανάρτηση θυμήθηκα το 45άρι των Björn - Suzy και κυρίως το τραγούδι τους –να το πούμε έτσι– I love you, που ακουγόταν πολύ στην Ελλάδα, στα πάρτυ και τα μπαρ της Μεταπολίτευσης. Το “I love you” είναι ένα από εκείνα τα κομμάτια που δημιούργησαν δεδομένο στη χώρα μας – περισσότερο από πολλές άλλες χώρες. Τέτοια tracks, που ν’ ακούστηκαν πολύ στην Ελλάδα και λιγότερο οπουδήποτε αλλού, καταγράφονται ήδη από την δεκαετία του ’60, πράγμα που σημαίνει πως κάθε τόπος είχε και έχει τα δικά του κανάλια διοχέτευσης «επιτυχιών», πέραν εκείνων των… τρανών και αυταπόδεικτων. Ας σκεφτούμε π.χ. την επιτυχία του Rocky Roberts στα ελληνικά sixties (που είχε «σβήσει» τους πάντες, από τον James Brown μέχρι τον Wilson Pickett, καλύπτοντας αγέρωχα το soul περιεχόμενο), των Ανατολικογερμανών City στα late 70s-early 80s, ή των Εγγλέζων James τα πιο πρόσφατα χρόνια. (Δεν λέω πως αυτά τα ονόματα δεν είχαν επιτυχία και σε άλλες χώρες, λέω απλώς πως η επιτυχία τους στην Ελλάδα υπήρξε πέραν των μετρήσιμων μεγεθών).
Ο άνθρωπος που φέρνει (τυπώνει εννοώ) τους Björn και Suzy στη χώρα μας (και με κόντρα-ήλιο φωτογραφία στο εξώφυλλο) ήταν ο Κώστας Γιαννίκος… κατά πρώτον στο δικό του label Seven Arts. Πρόκειται για το singleI love you/ She” [Seven Arts 45/7A-IN-108] από το 1975, το οποίο ξανατυπώνει την επόμενη χρονιά σε ετικέτα Ελληνική Εταιρία Επικοινωνιών [45/3E-IN-801], για να το «χώσει» στη συνέχεια και σε κάποια LP-συλλογές, όπως το “I Love You, 16 Disco Hits 1975-1976 [Seagull 33/3E-IN-602, 1976] ή το «Ξένες Επιτυχίες 78/ Ειδική Επιλογή για να Προσφερθή σε Όσους Αγαπάτε» [Seagull 33/3E-IN-614, 1977]… Όλο το δεύτερο μισό των seventies, και μέχρι να «σκάσει» ο πανικός της disco, το “I love you” ακουγόταν παντού... και όχι μόνο στις κρεβατοκάμαρες. 
Το τραγούδι ήταν στηριγμένο σε μια… euro-lounge μελωδία κάποιου André Assaya πάνω στην οποίαν είχαν απλωθεί αισθησιακοί αγγλικοί στίχοι (Dolphi) τραγουδισμένοι και σε… χαμηλές, εννοώ ψιθυριστές, συχνότητες (με γαλλική πάντως προφορά), και με το όλον «πακέτο» να παραπέμπει στο “Je t'aime… moi non plus” του Serge Gainsbourg, προσαρμοσμένο όμως στα… κυριλάτα seventies. Στο ίδιο κλίμα, αλλά κατώτερο, το flip-sideShe” ήταν σύνθεση του Ιταλού Memo Remigi με ανάλογους στίχους (Dolphi) και με μελωδική γραμμή σε κάποια μέτρα του ρεφρέν που παραπέμπει ελαφρώς στην τραγουδάρα “Amore” του Riccardo Cocciante.
Ρίχνοντας μια ματιά στο discogs διαπίστωσα πως οι Björn και Suzy δεν καταγράφονται με κάτι άλλο (με τα συγκεκριμένα ονόματα), όμως ως Nicole & Hugo (Nicole Van Palm & Hugo Verbraeken) κάνουν μεγάλη καριέρα στο Βέλγιο (ήταν ζευγάρι και στη ζωή) από τις αρχές των seventies μέχρι τις μέρες μας (συμμετοχή στην Eurovision κ.λπ.). Πιθανώς δηλαδή, αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα διαβάζουμε στο discogs, το… Björn - Suzy να ήταν ένα project της στιγμής, που έλαμψε όσο έλαμψε δίχως ουδεμία συνέχεια.
Και όμως το “I love you” που κυκλοφόρησε στο… ΓαλλοΒέλγιο το 1974 σε ετικέτα Decca [86.007] δεν ήταν πρώτη εκτέλεση. Το τραγούδι είχε αρχικώς γαλλικούς στίχους και είχε αποδοθεί από κάποια Kathy την προηγούμενη χρονιά (1973) στο 45άρι “Je t'aime/ La moto” [Epic EPC 1656] αν και η Kathy μπορεί και να μην ήταν όποια κι όποια. Διάβασα στο δίκτυο (σε σχόλιο στο YouTube) πως ως Katty Line είχε κάνει καριέρα στα sixties, με επιτυχία σε Γαλλία και Ιταλία, όταν και τραγούδησε δίπλα στον Adriano Celentano. (Υπάρχει και λήμμα στην ιταλική Wikipedia, για όποιον ενδιαφέρεται για περισσότερα). Δεν ξέρω αν αυτή η πληροφορία είναι «σωστή» (αφού ακόμη και αυτός που την αναφέρει, βασικά, διερωτάται για την αλήθεια της), παρότι οι δύο ξανθιές (η Kathy και η Katty Line) μοιάζουν όσο να ’ναι…

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

o CLAUDIO BAGLIONI και η ελληνική διάστασή του

Μπορεί το όνομα του Claudio Baglioni να μην απέκτησε ποτέ στην Ελλάδα τη φήμη του Lucio Dalla, του Lucio Battisti, ή και του Angelo Branduardi ακόμη-ακόμη, όμως το έργο του δεν είναι, σώνει και καλά, υποδεέστερο των υπολοίπων. Ίσα-ίσα… Παρότι λοιπόν οι μπαλάντες του Baglioni δεν είχαν συχνά το έντονο πολιτικό χρώμα άλλων τροβαδούρων της εποχής του, ή τουλάχιστον δεν το είχαν από ένα σημείο και μετά (στην δεκαετία του ’70 βασικά αναφέρομαι), ποτέ δεν απώλεσαν το ενδιαφέρον ενός κοινού που ήξερε να εκτιμά την τέχνη της μελωδίας, την ωραία ενορχηστρωτική δουλειά και κυρίως το μοναδικό falsetto της φωνής του, της δικής του φωνής – εκείνο που θα ζήλευαν όλοι οι ερωτικοί τραγουδιστές της υφηλίου, που δεν θα ήθελαν να μοιάσουν οπωσδήποτε στον Julio Iglesias ή τον Γιάννη Πάριο.
Οι σταθμοί στην καριέρα του Claudio Baglioni είναι πάρα πολλοί και μια καλή εικόνα τους δίνει η συλλογή “Tutti Qui” (τριπλό CD), που κυκλοφόρησε από την ιταλική SONYBMG Music Entertainment το 2005. Εκεί υπάρχει, ας πούμε, το πρώτο πανσπάνιο τραγούδι που ηχογράφησε ο Baglioni το 1967 –ένα test pressing για την RCA στο οποίο ακούγεται το “Annabel Lee” (επηρεασμένο φυσικά από το γνωστό ποίημα του Edgar Allan Poe)–, για να καταλήξουμε σιγά-σιγά στα πιο πρόσφατα χρόνια τού “Tutto in un abbraccio” και του “Tienimi con te”. Ενδιαμέσως καταγράφονται στιγμές απ’ όλα τα μεγάλα άλμπουμ του, όπως φερ’ ειπείν το progressive-concept Questo Piccolo Grande Amore” [RCA, 1972], κλεισμένο σ’ εκείνο το μοναδικό κόμικ τετραπλό εξώφυλλο, το “Sabato Pomeriggio” [RCA, 1975] με την ενορχήστρωση του Luis Enriquez Bacalov, το “E Tu Come Stai” του 1978 που σηματοδότησε την αρχή της συνεργασίας του με την CBS ή ακόμη και το “Oltre” του 1990 με τις συμμετοχές των Manu Katché, Paco De Lucia, Youssou N'Dour, Tony Levin κ.ά., όταν ο Baglioni ήταν πλέον ένας «παγκόσμιος» καλλιτέχνης.
Από την μεγάλη δισκογραφία του ιταλού τραγουδοποιού (ο Baglioni είναι γεννημένος στη Ρώμη το 1951) για ’μας τους Έλληνες έχει ιδιαίτερη σημασία το άλμπουμ τουe tu…” [RCA TPL1-1067] από το καλοκαίρι του ’74. Πρόκειται εξάλλου για ένα από τα ωραιότερά του και όχι μόνο γιατί την ενορχήστρωση είχε επιμεληθεί σε αυτό ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Το “e tu…”, με το θαυμάσιο (κόντρα στον ήλιο) εξώφυλλο, περιλαμβάνει εξαιρετικά τραγούδια όπως το φερώνυμο “E tu…”, το “Chissà se mi pensi” ή το “A modo mio” στο κλασικό «ερωτικό» κλίμα της εποχής (ένα περισσότερο σοφιστικέ “I love you στο τραγούδι των Björn and Suzy αναφέρομαι που είχε τυπώσει σε παρεμφερές κόντρα-ήλιο εξώφυλλο και ο Γιαννίκος στην Seven Arts της εποχής), που πάντα θα φέρνει ένα ζευγάρι σε... απόσταση αναπνοής. Στον δίσκο συμμετείχαν σπουδαίοι σολίστες (όπως ο πιανίστας Toto Torquati), με τον Baglioni να παίζει κιθάρες και κρουστά και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου να χειρίζεται ένα κάρο όργανα (ντραμς, πιάνο, κρουστά, hammond, σύνθια, φλάουτο, βιμπράφωνο κ.λπ.). Στην ηχογράφηση του “e tu…” συμμετείχε και χορωδία, την οποίαν αποτελούσαν πολλοί και διάφοροι. Ανάμεσά τους ο Jean-Pierre Savelli (που είχε τραγουδήσει Γιάννη Σπανό στα late sixties), o Βασίλης Κωνσταντινίδης (των Idols), o Patrick Hernandez (του “Born to be alive”) και ο Αλέκος Καρακαντάς (Juniors, Γιώργος Ρωμανός, Axis κ.λπ.). Να τα λέμε και αυτά...

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

WADADA LEO SMITH σουίτα για τις μεγάλες λίμνες

Μπορεί ο Wadada Leo Smith να εμφανίζεται μεθαύριο Σάββατο στην Αθήνα, παρουσιάζοντας το projectTen Freedom Summers” για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερη ανάρτηση (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/wadada-leo-smith.html), όμως έχει και πιο καινούριο έργο που δισκογραφήθηκε προσφάτως.
Είναι αλήθεια πως ο ιστορικός τρομπετίστας του AACM βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση τα τελευταία χρόνια κυκλοφορώντας το ένα άλμπουμ μετά το άλλο με τα… πολλαπλά CD του, ας πούμε, να βρίσκονται στην ημερησία διάταξη. Το “Ten Freedom Summers” [Cuneiform, 2012] ήταν τετραπλό, το περυσινό “Occupy the World” στην φινλανδική TUM ήταν διπλό, με το τωρινό (επίσης διπλό) The Great Lakes Suitesστην ίδια φινλανδική εταιρεία να κλείνει, έως ώρας, τον... πολλαπλό κύκλο (το σημειώνω τούτο, γιατί υπάρχουν και τα απλά CD).
Όπως μαρτυρά και ο τίτλος στην περίπτωσή μας έχουμε να κάνουμε μ’ ένα έργο που έλκει την έμπνευσή του από την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών (μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά) και πιο συγκεκριμένα από τις πέντε μεγάλες λίμνες Superior, Huron, Michigan, Erie και Ontario καθώς και από μία έκτη, αρκετά μικρότερη, που βρίσκεται κάπου εκεί ανάμεσα, την St. Clair. Το έργο φέρει εις πέρας ένα σταθερό, όσο και ισχυρό κουαρτέτο αποτελούμενο εκ των Wadada Leo Smith τρομπέτα, Henry Threadgill άλτο σαξόφωνο, φλάουτα, John Lindberg κοντραμπάσο και Jack DeJohnette ντραμς. Τόσο ο πρώτος τη τάξει, όσο και οι υπόλοιποι τρεις προδιαγράφουν μία Α… πριν γίνει ΑΑΑ ποιότητα.
Όπως γράφει και ο ίδιος ο Smith: «Η έμπνευσή μου για να προχωρήσω στη σύνθεση της μουσικής στο “The Great Lakes Suites” είναι επικεντρωμένη γύρω από την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών που βρίσκονται στο ανώτερο τμήμα του βορείου ημισφαιρίου, και επίσης το γεγονός πως χρειάστηκε πολύς χρόνος για να πάρουν μορφή, ως ένα μεγάλο σώμα νερού. Οι συνθέσεις μου αντανακλούν, εκ πρώτης, την ιδέα της ομαλότητας των επιφανειών των λιμνών. Μιαν ομαλότητα που δεν σημαίνει ωστόσο στάση ή αδράνεια. Εκείνο που θέλω να εκφράσω μέσω των συνθέσεών μου είναι οι ταυτόχρονες έννοιες της ομαλότητας από την μια μεριά και της αστάθειας από την άλλη, τα θεμελιώδη εν ολίγοις χαρακτηριστικά των Μεγάλων Λιμνών. Συγκρατημένες δηλαδή, αλλά ταυτόχρονα και εκρηκτικές. Επίσης, επιδίωξα να σκέφτομαι κάθε σύνθεση ως μια σουίτα ή ένα σύνολο από πολλά επιμέρους θέματα».
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι έξι συνθέσεις, μοιρασμένες ανά τρεις στα δύο CD. Στο πρώτο ανήκουν οι “Lake Michigan” (21:54), “Lake Ontario” (9:12) και “Lake Superior” (10:40), ενώ στο δεύτερο οι “Lake Huron” (17:23), “Lake Erie” (17:32) και “Lake St. Clair” (13:40). Και στις έξι συνθέσεις υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά, που αφορούν στον τρόπο ανάπτυξης και διαρρύθμισής τους, στην λογική των αυτοσχεδιασμών, που είναι πάντα κοντά στα θέματα, στον τρόπο λειτουργίας του rhythm section με τον DeJohnette να ακολουθεί συχνά πολυρυθμικές πρακτικές (“Lake Superior”) και με τον Lindberg να χρησιμοποιεί το κοντραμπάσο του άλλοτε ως ρυθμικό, και άλλοτε ως λυρικό στοιχείο (παίξιμο με δοξάρι). Οι δύο πνευστοί σολίστες, ο Smith και ο Threadgill, ανταλλάσσουν μεταξύ τους «ιδέες» και «απόψεις», ακολουθώντας ο ένας τον άλλον στην ανάπτυξη των soli, άλλοτε υποσκάπτοντας με συνεχή breaks (πρώτο και δεύτερο όργανο) και άλλοτε παίζοντας σε unisono. Το συνολικό αποτέλεσμα (με διάρκεια περί την μιάμιση ώρα) ακούγεται και προσλαμβάνεται με την χαρακτηριστικότερη των ανέσεων, επειδή οι μουσικές του Wadada Leo Smith διατηρούν πάντα ένα απρόσμενο στοιχείο. Με tempi που παίρνουν συνεχώς νέα μορφή, με διάπυρες εξάρσεις και με αφοπλιστικές νηνεμίες που εναλλάσσονται σε τακτή βάση, με παράξενες προσωπικές διαδρομές απ’ όλα τα όργανα (μία του DeJohnette καταγράφεται καθώς χτυπά, με απίθανο τρόπο, τις μπαγκέτες του στο παράπλευρο σώμα τού ντραμ στο “Lake Michigan”) και κυρίως με την βεβαιότητα πως ό,τι ακούγεται στο “The Great Lakes Suites” συνδέεται, άμεσα, με μία (τουλάχιστον) μεγάλη και ιστορική σχολή της jazz (τον AACM εννοώ) ολοκληρώνω την ακρόαση ενός άλμπουμ, που έρχεται να πλασαριστεί με άνεση μεταξύ των σχετικών «καλυτέρων» της χρονιάς.
Επαφή: www.tumrecords.com

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

ANTI... μουσικά ΑΝΤΙδοτα...

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 οι Κουμπότρυπες Α.Ε., οι Clown, οι Χωρίς Περιδέραιο, οι ANTI (και κάποιοι ακόμη, όπως οι Alive She Died ας πούμε) αντιπροσώπευαν έναν ήχο, στην Ελλάδα, που θα μπορούσε (θα μπορούσε λέω) να ονομαστεί χοντρικώς synth-punk. Synth οπωσδήποτε και punk ενίοτε, ο εν λόγω ήχος κατακρατούσε την ταχύτητα/τραχύτητα του κλασικού punk, έχοντας τα πλήκτρα σε ρόλο πρώτο (εννοώ «πάνω» από τις κιθάρες, όταν και άμα εκείνες υπήρχαν). Και αν για τα τρία πρώτα ονόματα, το synth-punk ήταν ένας αισθητικός τόπος στον οποίον, κάποια στιγμή, πάτησαν πόδι, για τους ΑΝΤΙ… ήταν η ίδια τους ύπαρξη. Με δύο keyboards (Κώστας Αγγελίδης, Κώστας Παναγόπουλος) κι ένα μπάσο (Δημήτρης Δίπλας) το συγκρότημα επιχείρησε να παίξει ολοκληρωμένη μουσική, δίχως να της λείπει τίποτα (χρησιμοποιώντας στη θέση των ντραμς ενίοτε ένα rhythm box, ή άλλοτε το drum section τού ενός πληκτροφόρου). Το κατόρθωσαν, μετατρέποντας την τυπική επάρκεια σε θέση, έχοντας στα ατού τους τη θέληση, την νεανική ορμή και, βασικά, την έμπνευσή τους. Να «δέσουν» δηλαδή δύο keyboards (χωρίς κλασικό ντραμ-σετ και κιθάρες το ξαναλέω), παίζοντας συχνά με τις συμβολές των μελωδιών, φτιάχνοντας ωραία αρμονικά τοπία. Έτσι, ο πολυποίκιλος και πληθωρικός ρόλος των πλήκτρων (άλλοτε σε ρόλο… rhythm και lead κιθάρας) μπορεί να «αδυνάτιζε» την κλασική punk εικόνα-στάση (εκείνη με τις κιθάρες «μπροστά» να κόβουν και να ράβουν), από την άλλην όμως έφερνε έναν καινούριο «αέρα» στην εγχώρια σκηνή, κάπως πιο… εκλεπτυσμένο και σίγουρα πιο… eighties. Βοήθησε δηλαδή το synth-punk και στην απενοχοποίηση, σταδιακώς, της synth-pop στα σχετικά κυκλώματα, δίνοντας σε ορισμένους να καταλάβουν γιατί δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν σώνει και καλά, αισθητικώς, οι Clash από τους Depeche Mode (βλέπε Rock in Athens ’85 π.χ.).
Τώρα, το άλμπουμ «Μουσικά ΑΝΤΙδοτα…» που τυπώνεται από την ειρκτή και την Wipe Out! σε 500 κόπιες (αφίσα, 8σέλιδο booklet και αυτοκόλλητο στο φάκελο, ο οποίος είναι τοποθετημένος σε μαύρη πλαστική σακούλα σκουπιδιών) και που μας δίνει την αφορμή γι’ αυτά τα λίγα λόγια, είναι ό,τι καλύτερο, ωραιότερο, αποδοτικότερο και συναρπαστικότερο μπορεί να βρει κανείς (τώρα και πάντα) κάτω από το όνομα ΑΝΤΙ…, ένα δυνατό LP γεμάτο από την πιο «φτασμένη» μουσική αυτού του ξεχωριστού γκρουπ. Χωρίς να υποτιμώ την ιστορική κασέτα τους, που κάποια στιγμή (2011-12) έγινε και βινύλιο, λέω ευθαρσώς –έχοντας ακούσει πολλές φορές, πάνω από δέκα, τα «Μουσικά ΑΝΤΙδοτα…»– πως στην περίπτωσή μας έχουμε να κάνουμε με μιαν έκδοση (και βεβαίως μ’ ένα γκρουπ), που θ’ αποκτήσει σύντομα… ιστορικές διαστάσεις. Και το λέω τούτο λόγω, βασικά, της δεύτερης πλευράς της και των γενικώς «άγνωστων» tracks «Το γέλιο», «Αντί…», «Τρελλοστρατηγός», «Πανδαιμόνιο β» και «Τρυφερός βλαστός» (στην πλευρά περιλαμβάνεται επίσης και η «Νεκρή πλειοψηφία» από το 7ιντσο EP “fragmenta…”, που είχαν τυπώσει η Wipe Out! με το fanzine Στις Σκιές του Β-23, το 1990). Τα κομμάτια αυτά φανερώνουν τον δρόμο που θα μπορούσε να είχε πάρει το συγκρότημα αν έμενε περισσότερο χρόνο μαζί, εμβαθύνοντας και ψάχνοντας τις συνθέσεις του όπως το instrumental «Αντί…» π.χ. (ένα από τα ωραιότερα synth-pop κομμάτια που ηχογραφήθηκαν ποτέ στην Ελλάδα – και που θα μεταμόρφωνε τους Human League, πάραυτα, σε… σαλεπιτζήδες), ή το «Γέλιο [… της επιθετικότητας]» με τις φοβερές synth «γέφυρες» και με λόγια σαν και τούτα… «Όποιος ξεγνοιασιά δεν έχει νιώσει/ ποτέ του δεν θα ξεφαντώσει…/ Κι αυτός που μια από τα ίδια θέλει/ τρώει το τίποτα μαζί με πρέπει…» (το τραγούδι μπορεί να το ακούμε τα τελευταία πέντε χρόνια από το YouTube, αλλά στο βινύλιο είναι άλλο πράγμα). Εμπνευσμένος είναι οπωσδήποτε και ο «Τρελλοστρατηγός» (το «Τρελλοκόριτσο» των Charms, δηλαδή το “Simon says” των 1910 Fruitgum Company), αφιερωμένος στον μακαρίτη υπουργό Δημόσιας Τάξης του ΠΑΣΟΚ Αντώνη Δροσογιάννη («Μαζί σου όλοι οι μπάτσοι θέλουν να βρεθούν/ και τον κόσμο να τρομοκρατούν…» και λοιπά και λοιπά), ενώ τόσο το «Πανδαιμόνιο β» (μια άλλη εκδοχή του «Πανδαιμόνιου» της πρώτης πλευράς), όσο και ο «Τρυφερός βλαστός» (κυρίως αυτός) δείχνουν την ικανότητα των ΑΝΤΙ… να φτιάχνουν, με τα απολύτως στοιχειώδη μέσα, περίτεχνα electro περιβάλλοντα.
Και αν όλα τούτα ακούγονται στην B Side, στην πρώτη πλευρά είναι τοποθετημένα τα πέντε tracks του split LP των ΑΝΤΙ…/ Κοινωνικά Απόβλητα, που είχε κυκλοφορήσει κατά πρώτον από την Wipe Out! το 1990. Ήτοι τα… «Εκπαιδευτικός παροξυσμός», «Αχάριστα παιδιά», «Πανδαιμόνιο», «Απρόσωπο κους-κους» και «Αυταρχική παρόρμηση». Ήταν η πρώτη φορά κατά την οποίαν το συγκρότημα καταγραφόταν «μαζικά» στο βινύλιο… ένα γεγονός που το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο, παρουσιάζοντας μια σειρά τραγουδιών απολύτως χαρακτηριστικά της εποχής του. Η οργανική απλούστευση συντελεί, όπως προείπα, στη δύναμη και την ορμητικότητα των σκοπών, με τα λόγια να ακολουθούν τις κλασικές punky συνταγές και με τις ερμηνείες να βγαίνουν, πάντα, πάνω και από τους ήχους, αφού οι στίχοι –κάπως άγαρμποι είναι αλήθεια, αλλά εδώ δεν μετράνε οι φιλολογικές καλλιέπειες– επί της ουσίας δεν τραγουδιούνται, αλλά… πολυβολούνται. Σε κάθε περίπτωση τα… συνθετικά ντεμαράζ («Απρόσωπο κους-κους», «Αυταρχική παρόρμηση») εξακολουθούν να είναι το μεγάλο πλεονέκτημα των ΑΝΤΙ… κι εκείνα, κατά βάθος, που μετέφεραν τον τρόπο τους στο μέλλον (ως γνωστόν το συγκρότημα επανασυνδέθηκε το 2013).

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΑΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ απρόοπτο

Μεγάλος στιχουργός ο Άκος Δασκαλόπουλος (1937-1998). Μέγας. Δεν κομίζω τίποτα καινούριο – το... καινούριο θα το κομίσω σε λίγο. Απλώς συγκινούμαι βαθύτατα, ακόμη και σήμερα, όταν ακούω κάποια από τα τραγούδια του. Μερικά μου έρχονται αυτομάτως στο μυαλό… και είναι αριστουργήματα. Φάρμακα παντοτινά, για κάθε χρήση. Βασικά συνθέσεις του Σταύρου Κουγιουμτζή με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα, του Γιάννη Καλατζή ή του Κώστα Σμοκοβίτη («Χάντρα στο κομπολόι σου», «Ήσουν ωραία», «Το σακκάκι μου κι’ αν στάζει», «Κάποιον άλλον φίλησες», «Δίχως την καρδούλα σου», «Το καλοκαίρι το μορτάκι»…). Τι να λέμε τώρα; Μια πλημμυρίδα αισθημάτων (και συναισθημάτων), μπροστά στην οποία δεν πιάνουν φράγκο όλα τα tumblr και όλα τα instagram του σύμπαντος.
Τον Άκο Δασκαλόπουλο δεν πρέπει να τον ξεχνά, προσέτι, και η… ελληνορόκ κοινότητα, αφού δύο ποιήματά του («Ο βασιληάς της καρδιάς», «Καραγκιόζη μου χαρτονάκι μου») μελοποίησε ο Γιώργος Ρωμανός στο μνημειώδες «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» [Zodiac, 1970], ενώ δεν υπάρχει λόγος να μας διαφύγουν, ανάμεσα στα εκατοντάδες, το άψογο σέικ του Μίμη Πλέσσα «Κορίτσι στάσου να σου πω» (βασίστηκε σε στίχους του), όπως κι ένα κάπως παράξενο κομμάτι των Αγάπανθος από το LP «Επιστροφή… στις Ρίζες» [Δισκογραφικός Συνεταιρισμός Καλλιτεχνών, 1984], στο οποίον ακούμε τον Θοδωρή Τρύφωνα να τραγουδά τους εξής αποκαλυπτικούς στίχους τού Δασκαλόπουλου… «Τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα/ κανένας πια δεν τα φοβάται!/ Όλοι φοβούνται εσένανε αστέ/ όμως, να το θυμάσαι:/ την ώρα που κοιμάσαι/ θα ’ρθει ο κατακλυσμός». Ενδιαφέρον, παρότι δεν είμαστε ακόμη ούτε στις ψιχάλες...
Πηγή: wikigreek-music
Ο Δασκαλόπουλος δεν ήταν ένας απλός λαϊκός στιχουργός (όχι πως και αυτό θα ήταν λίγο). Τα ενδιαφέροντά του ήταν πολυποίκιλα, κάτι που το αποδεικνύουν τα τέσσερα ποιητικά βιβλία που πρόλαβε να εκδώσει –Το Σχήμα της Απουσίας [Δίφρος, Αθήνα 1962], Το Φύλλωμα [Απρόοπτο, Αθήνα 1970], Ερημονήσι [Απρόοπτο, Αθήνα 1976], Διασκεδαστικός Υλισμός [Γκοβόστης, Αθήνα 1991]–, τα θεατρικά έργα του, όπως και μερικές ακόμη καταστάσεις που τονίζονται στο… akosdaskalopoulos.blogspot.gr, ένα blog που τρέχει κάποιος fan του. Από ένα βιογραφικό που παρατίθεται εκεί μαθαίνουμε ανάμεσα σε άλλα πως ο Άκος Δασκαλόπουλος... «(…) Από μικρός διάβαζε πολλή ποίηση, λογοτεχνία, φιλοσοφία, δοκίμια κ.ά.» και πως… «Ένας από τους πρώτους ανθρώπους των γραμμάτων αλλά και της φιλοσοφίας που γνώρισε ήταν ο στοχαστής Ζήσης Οικονόμου (1911-2005), μέσω του οποίου ήλθε σε επαφή με τις ανατολικές θρησκείες. Η δεύτερη προσωπικότητα που τον επηρέασε ήταν ο υπερρεαλιστής ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975). Στην διάρκεια των συχνών συνευρέσεών τους του διάβαζε επί ώρες αποσπάσματα του τολμηρού ανέκδοτου κειμένου του ‘Ο Μέγας Ανατολικός’ ή τον φωτογράφιζε. Τέλος ο Νίκος Καρούζος (1926-1990) ήταν εκτός από στενός φίλος της νεότητας του Άκου Δασκαλόπουλου και σημαντικός παράγοντας στην διαμόρφωση της σκέψης του. Είχαν πολλές συζητήσεις πάνω σε θέματα μεταφυσικής που ενδιέφεραν και τους δύο, αλλά και παθιασμένες παρτίδες τάβλι».
Το έχω ξαναγράψει, αλλά θα το πω κι εδώ. Ο Άκος Δασκαλόπουλος, πολύ νωρίς, ήδη από το 1965, παραλλήλως με την πορεία του στην στιχουργική, μεταφράζει beat ποιητές – βασικά κάποιους από εκείνους που έσκασαν μύτη στη χώρα μας. Απ’ όσα σχετικά έχουν πέσει στην αντίληψή μου ξεχωρίζω την εξαιρετική μετάφρασή του στο ποίημα του Harold Norse Classic frieze in a garage (Κλασική ζωοφόρος σ’ ένα γκαράζ), η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό/βιβλίο Καινούρια Εποχή (Δέκατος Τόμος, Αθήνα Άνοιξη-Καλοκαίρι 1965), που εξέδιδαν οι εκδόσεις Δίφρος του Γιάννη Γουδέλη. Ακόμη, στον ίδιο τόμο ανθολογείται ένα δικό του διήγημα και ακόμη οι μεταφράσεις-αποδόσεις του σε ποιήματα και κείμενα των Frederick Schleutermann, William Barker και Marko Fondse (άπαντες της beat παροικίας της Ύδρας – ας την πούμε έτσι).
Προς το τέλος του 1970 ο Άκος Δασκαλόπουλος ετοιμάζει και εκδίδει τελικώς ένα περιοδικό, που τιτλοφορήθηκε Απρόοπτο (στο εξώφυλλο έργο του Man Ray) Το περιοδικό ήταν τρίμηνο, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν τυπώθηκε δεύτερο τεύχος (ώστε να αιτιολογηθεί τουλάχιστον η… τριμηνία). Το μοναδικό τεύχος που γνωρίζω είναι το υπ’ αριθμόν 1 φυσικά, που κυκλοφόρησε τον χειμώνα του 1970-1971. Το Απρόοπτο, όπως διαβάζω στις μπροστινές σελίδες… εκδίδει και διευθύνει ο Κ.Ε. Δασκαλόπουλος. Με αυτή την υπογραφή ο Άκος Δασκαλόπουλος κυκλοφόρησε και δύο ποιητικές συλλογές, Το Φύλλωμα και το Ερημονήσι που αναφέρθηκαν παραπάνω, πράγμα που σημαίνει πως τα ονόματα Άκος Δασκαλόπουλος και Κ.Ε. Δασκαλόπουλος ταυτίζονται (το λέω για ’κείνους που μπορεί να αμφέβαλλαν προς στιγμήν αν ο… Κ.Ε. του περιοδικού ήταν ο… Άκος των στίχων). Εξάλλου στο σχετικό δικό του βιογραφικό που υπάρχει στο τέλος του εντύπου διαβάζουμε: «Γεννήθηκε το ’37 στην Αθήνα. Τα βιβλία του: ‘Το Σχήμα της Απουσίας’ 1962 και ‘Το Φύλλωμα’ 1970. Έχει δώσει σειρά διαλέξεων για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Ζήση Οικονόμου, τον Νίκο Καρούζο, τον Ρεμπώ κ.ά. Είναι γνωστός από τα λαϊκά τραγούδια του, έχει συνεργαστεί με τους συνθέτες Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Μαρκόπουλο, Μίμη Πλέσσα, Σταύρο Κουγιουμτζή, Νότη Μαυρουδή, Γιώργο Κοντογιώργο κ.ά.».
Το περιοδικό ανοίγει μ’ ένα κείμενο του Ζήση Οικονόμου, μίας πολύ ιδιαίτερης αλλά κάπως περιθωριακής πνευματικής προσωπικότητας της γενιάς του ’30 (ποιητής, δοκιμιογράφος κ.λπ.), με μυστικιστικές και αντιδυτικές εν γένει αντιλήψεις (πνευματικός πατέρας του Άκου Δασκαλόπουλου), για να ακολουθήσουν ποιήματα του Τάσου Δενέγρη, του Γιάννη Γκούμα, του Νίκου Καρούζου κ.ά. Η έκπληξη όμως σ’ εκείνο το πρώτο (και μάλλον μοναδικό) τεύχος του Απρόοπτου ήταν η δημοσίευση των στίχων του «Μπάλλου» του Διονύση Σαββόπουλου, λίγους μήνες πριν την κυκλοφορία του φερώνυμου άλμπουμ (στα τέλη Μαρτίου 1971). Οι στίχοι είναι αποτυπωμένοι με εξαιρετική ακρίβεια, όπως ακριβώς ακούστηκαν στον δίσκο δηλαδή (πιθανώς ο Σαββόπουλος να τους προσέφερε γραμμένους), εκτός από ένα σημείο! Βάζω θαυμαστικό επειδή μιλάμε γα τον «Μπάλλο», όχι για ό,τι κι ό,τι…
Έτσι λοιπόν μετά το… «(…) Έρχεται καταπάνω μου/ Και με τυλίγει/ Φέρνω το δάχτυλο στα χείλη:/ Σςςςς, Σςςςς!» διαβάζουμε το ακατάληπτο σε πρώτη φάση… «Τωςς θάνα στύγκουμ μπρα/ Βρώος βίτος κουμ στυγκά-» με την υποσημείωση «χορωδία από μακρυά». Αυτό το δίστιχο, που «ακούγεται» και μετά το… «(…) Ραντίζει με αίμα/ Τις πέτρινες κερκίδες/ Κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει», δεν έχει αποτυπωθεί στο βινύλιο, αφού έχει αντικατασταθεί από μερικά πνευστά μέτρα, στα οποία κυριαρχεί το τρομπόνι του Σπύρου Καζιάνη (φυσικά, μπορεί να τραγουδηθεί άνετα πάνω στα συγκεκριμένα μέτρα). Τι μπορεί να συνέβη (στην ηχογράφηση) δεν ξέρω. Μόνον υποθέσεις μπορεί να γίνουν…
Κατ’ αρχάς οι λέξεις δεν φαίνονται και τόσο τυχαίες. Πιθανώς, δε, να αφορούν σε κάποια γλώσσα ή διάλεκτο… βαλκανο-ουγγρικής προέλευσης. Μην ξεχνάμε και το «ντιλεντέμ λεντιλέμ», με το θέμα των πνευστών και την διασκευή της βαλκανικής λαϊκής μελωδίας (όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο του «Μπάλλου»). Σε κάθε περίπτωση δεν είμαι σίγουρος για τίποτα, και αν κάποιος μπορεί να βγάλει κάποιαν άκρη εδώ είμαστε…
Να κλείσω μ’ ένα πολιτικό ποίημα του W.H. Auden, το Epitaph on a Tyrant από το 1939 (παραμονές πολέμου – το επιλέγω και λόγω της αυριανής), έτσι όπως μεταφράστηκε από τον Άκο Δασκαλόπουλο στο μοναδικό(;) τεύχος του Απρόοπτου 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ Σ’ ΕΝΑΝ ΤΥΡΑΝΝΟ 
ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ κάποιας μορφής ήταν αυτό που κυνηγούσε
Κι η ποίηση που εφεύρε ήταν ευκολονόητη
Κάτεχε την ανθρώπινη μωρία σαν τη ράχη του χεριού του
Και πολύ τον ενδιέφεραν οι στρατοί κι οι στόλοι
Όταν γελούσε σεβάσμιοι γερουσιαστές ξεσπούσανε στα γέλια
Και όταν έκλαιγε μικρά παιδιά πεθαίνανε στους δρόμους

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

EL COMBO XINGÚ latin-funk από την Χιλή

Πριν καμμιά δεκαπενταριά χρόνια ένας φίλος, συλλέκτης του λατιονοαμερικανικού rock μού είχε προτείνει μερικά άλμπουμ, από ’κείνες τις «άγνωστες» χώρες, πρώτον για ακρόαση και δεύτερον για οτιδήποτε… αγοραστικόν ήθελε προκύψει. (Αναφέρομαι στην προ eBay εποχή, όταν οι τιμές ήταν ακόμη συγκρατημένες και το latin-funk υπολειπόταν κατά πολύ, ως αξία, του garage, του progressive και της… ψυχεδέλειας, που τότε έδιναν κι έπαιρναν). Ο φίλος, fan του sixties ήχου, είχε κρατήσει για τον εαυτό του (προφανώς από ένα ευρύτερο πακέτο) ό,τι σχετικό του άρεσε, αφήνοντας για εμάς τους υπoλοίπους ορισμένα complex progressive και κάποια latin-funk σε… Santana στυλ – όπως έλεγε και ο Δημήτρης Παπαγιάννης στην… Κόμησσα της Κέρκυρας, καθώς ετοιμαζόταν να διασκευάσει (στην ταινία) το «Πετινάρι». Θυμάμαι και τώρα τα άλμπουμ που είχα αγοράσει τελικώς από ’κείνο το πακέτο: ήταν το πρώτο των Invisible (1974), το πρώτο των Reloj (1975), το “Los Delirios del Mariscal” των Crucis (και τα τρία από την Αργεντινή), τους early 80s Βραζιλιάνους Alma da Terra (που μου έφερναν στο νου, κάπως, τους 2002 του Ηλία Ασβεστόπουλου) και τους Χιλιανούς Combo Xingú, οι οποίοι ήταν οι πιο «φυσικοί» απ’ όλους – ένα εξαιρετικό γκρουπ (και άλμπουμ) φτιαγμένο για διασκέδαση, που σ’ έφερνε αμέσως στο κέφι. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν και οι πιο… καταδικασμένοι. Με τιμή μόνο δύο χιλιάρικα (δραχμές), μπήκαν αμέσως στο ράφι, για να βγουν έκτοτε δεκάδες φορές. Αντιθέτως τους Invisible, για τους οποίους θα πρέπει να είχα δώσει τα τριπλά λεφτά, δεν θυμάμαι να τους ξανάκουσα… Το 2004 το LP “Xingú” επανεκδόθηκε σε βινύλιο από κάποιαν Payback Recordings, αλλά και σε πειρατικό κανα-δυο χρόνια αργότερα (όπως και σε CD), ενώ και ο Philippe Lehman των εταιρειών Desco, Soul Fire κ.ά. το είχε κατατάξει κάποτε στην δεκάδα των πιο σημαντικών άλμπουμ του είδους. Ok… Γενικώς, πρόκειται για ένα πολύ ευχάριστο LP που πάντα θα απασχολεί τα… φλόρια.
Το άλμπουμ, που είχε κυκλοφορήσει σε ετικέτα IRT [ILS-125] το 1972, ανοίγει με το “Baja a las chiquillas”, που δεν ήταν άλλο από το “Bring down the birds” του Herbie Hancock από το soundtrack του “Blow-Up”. Ιδανική εισαγωγή που προδιαγράφει όλη την πορεία του δίσκου. Up-tempo jazz-funk, με ωραίο σόλο στο φλάουτο, swirling όργανο, καταλυτικό brass και άπιαστο rhythm section. Η συνέχεια όμως δεν είναι ανάλογη. Το “Puente sobre agues turbulentas” είναι μία συμπαθητική διασκευή του “Bridge over troubled water” των Simon & Garfunkel και τίποτα παραπάνω. Το “Tanga boo gonk” (των Nite-Liters) όμως, που ακολουθεί, είναι κολοσσός. Μόνο και μόνο γι’ αυτό το κομμάτι το άλμπουμ άξιζε τα δυο χιλιάρικα. Ασύλληπτη διασκευή με άπιαστο παίξιμο (το hammond και η κιθάρα σε… κρίση) και με τα πνευστά να σηκώνουν όλο το βάρος του κομματιού. Ολίγον… άσχετη αλλά ενδιαφέρουσα η διασκευή του “No permitas que me interpreten mal” (“Dont let me be misunderstood”) πάλι με τα πνευστά σε πρώτο πλάνο και τη σχετική δραματική ερμηνεία. “Moby Dick” σημαίνει Led Zeppelin φυσικά. Οι Combo Xingú κλείνουν, έτσι, δίχως πρόβλημα την πλευρά.
Παρένθεση... για την σύνθεση του γκρουπ, έτσι όπως εκείνη καταγράφεται στο discogs. Έχουμε και λέμε λοιπόν... Sergio Arellano πιάνο, όργανο, διεύθυνση, Raúl κρουστά, Nelson Gamboa μπάσο, Patricio Lobos κιθάρες, Manuel Muñoz τρομπέτα, Esteban Moya τενόρο, Fernando Fiori φωνή, Luis Ortiz ντραμς. 
Lado dos… και το πρώτο original του χιλιανού γκρουπ στο πλατώ. “Black power” (Arellano-Ortiz) και hippy brass αισθητική, κοντά στο ύφος των παλιών-καλών Stoneground. Το “Hot pants” του James Brown αποδίδεται όπως πρέπει, παρότι ο «νονός» δεν αντιγράφεται. Στο original “493 West” (Arellano) η progressive εισαγωγή ξεγελά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την δεύτερη πολύ δυνατή στιγμή του δίσκου, ένα εντυπωσιακό latin-funk, που κυλάει με την αίσθηση του jam και που γίνεται καλύτερο όσο «απλώνεται» στο χρόνο. Το “Luces brillantes” (το “Bright lights, big city” του Jimmy Reed) είναι στοιχειωμένο από τον Eric Burdon, ενώ το έσχατο “Everybodys everything” των Santana προβάλλει ένα οργιαστικό ύφος, με τον χιλιανό κιθαρίστα (Patricio Lobos) να κάνει τα δικά του κόλπα και το όλον στυλ να παραπέμπει σε Blood, Sweat & Tears και Cold Blood. Ωραία πράματα…