Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ – BRIAN ENO

Πρωτοδιάβασα για το “The Devil’s Men” (1976) του Κώστα Καραγιάννη (1932-1993) στο περιοδικό Cine7, μάλλον στο τεύχος 11 (Απρίλιος του 1988). Το Cine7 το αγόραζα κάθε μήνα κι είχα όλα τα τεύχη του έως ενός σημείου, αλλά όταν προχώρησα σ’ ένα πρώτο ξεκαθάρισμα (εκεί γύρω στο ’95) πέταξα αρκετά. Απ’ αυτά που κράτησα, και τα οποία εξακολουθώ να τα έχω στοιβαγμένα σ’ ένα dexion, στο τεύχος 12 (Μάιος 88) κάποιος αναγνώστης στην Αρένα –στις σελίδες επιστολών του περιοδικού– απαντά σε μιαν ερώτηση που είχε τεθεί (μάλλον από τον Βάσο Γεώργα) στο τεύχος 11, στη στήλη Ques Que Tan Dem, και η οποία αφορούσε στον συνθέτη του soundtrack τού “The Devil’s Men”, τον Brian Eno! Διαβάζοντας το κομμάτι –εκείνη την εποχή, αλλά το ίδιο θα έλεγα και τώρα– δεν το πίστευα. Πώς ήταν δυνατόν ο Eno να είχε γράψει μουσική και δη avant-ηλεκτρονική, όπως θα διαπίστωνα αργότερα, σε μιαν ας πούμε ελληνική ταινία, σκηνοθετημένη από τον Κώστα Καραγιάννη; Απ’ ό,τι φάνηκε ήταν.Έψαξα για την ταινία και την είδα εκείνη την εποχή στο βίντεο (χωρίς υπότιτλους) και την ξαναείδα το 2005, όταν αγόρασα το σχετικό DVD της βρετανικής εταιρείας DD Home Entertainment, που ειδικευόταν στο σχετικό horror φιλμ (Frankenstein and the Monster from Hell, Island of Terror, Night of the Big Heat, The Creeping Flesh και τα ρέστα). Η έκδοση ήταν πολύ περιποιημένη. Με ωραία εικόνα και ήχο, extras (π.χ. μια συνέντευξη με τον Christopher Lee –δεν έπαιζε στην ταινία– που θυμόταν τη συνεργασία του με τον πρωταγωνιστή τού “The Devil’s Men” τον Peter Cushing) και ακόμη 24σελιδο πολύχρωμο booklet με στοιχεία και φωτογραφίες.
Την παραγωγή της ταινίας είχε αναλάβει η ανεξάρτητη εταιρεία Poseidon Films, η οποία είχε ιδρυθεί στο Λονδίνο από τον Ελληνοκύπριο Φρίξο Κωνσταντίνου (Frixos Constantine) και τον Κώστα Καραγιάννη (Costas Carayiannis ή και… Dacosta Carayan). Ο Κωνσταντίνου είχε επιχειρήσει να φέρει χρήμα στην Ελλάδα με σκοπό να παράξει ανάλογες ταινίες και επί χούντας, αλλά οι συνταγματάρχες δεν ενδιαφέρονταν για… διαόλους και τριβόλους. Έτσι, μετά την πτώση της δικτατορίας, οι παραγωγοί φαίνεται πως βρήκαν ανταπόκριση από την κυβέρνηση Καραμανλή και εκμεταλλευόμενοι το φυσικό τοπίο, την όρεξη για δουλειά των δοκιμασμένων ελλήνων τεχνικών που ήταν αραχτοί και φυσικά τα φθηνά μεροκάματα, άρχισαν να βάζουν εμπρός τα σχέδιά τους. Μπήκε στη φάση και ο μέγας βρετανός σκηνοθέτης του «Ηδονοβλεψία» Michael Powell και το πράγμα άρχισε να κινείται.
Μία από τις πρώτες ταινίες, που σκόπευε να γυρίσει η Poseidon Films ήταν το “The Tempest” (σε σενάριο… William Shakespeare και διαμόρφωση για το σινεμά από τους Κωνσταντίνου και Καραγιάννη). Μάλιστα, τα γυρίσματα θα ξεκινούσαν από τη Ρόδο την 5/3/1975, αλλά τα πράγματα πήγαν εντελώς στραβά και η ταινία έμεινε στα χαρτιά. Εκείνη την εποχή πάντως (1976) ο Powell θα ανακατευτεί, ως σχολιαστής, σε μιαν άλλη ελληνική ταινία τής Poseidon, ένα ντοκυμαντέρ υπό τον τίτλο “Knossos: The Lost Capital of Atlantis” (σκην. Bianka Dadswell), που καταπιανόταν με την ιστορία του Μινωϊκού Πολιτισμού. Αργότερα (1978) ο Powell θα καταφέρει, τελικώς, να γυρίσει ένα φιλμ για την Poseidon (ήταν και το τελευταίο του), που είχε τίτλο “Return to the Edge of the World”· ένα ντοκυμαντέρ κατά βάση, που αφορούσε στο παλαιότερό του, από το 1937, “The Edge of the World”, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.
Επηρεασμένοι προφανώς από το… μινωϊκό κλίμα της “Knossos…”, οι Κωνσταντίνου και Καραγιάννης βάζουν μπροστά την 13/10/1975 μια ταινία με υπόθεση, πρωταγωνιστής της οποίας θα ήταν ο… Μινώταυρος. Τα γυρίσματα θα τελείωναν μέσα σε επτά εβδομάδες και το χρήμα θα έπεφτε εξ ημισείας από την Getty Picture Corporation (της γνωστής οικογενείας των πετρελαιάδων-μεγαλοσυλλεκτών έργων Τέχνης – Κρήτη, Μινωϊκός πολιτισμός και τα λοιπά… θα τα έχωσαν κανονικά) και την Poseidon Film. Με γυρίσματα στα σπήλαιο Διρού, στον Ακροκόρινθο και στο Ναό της Αρτέμιδος στην Βραυρώνα το “The Devil’s Men” είναι η ιστορία ενός παπά (Donald Pleasence), ενός ιδιωτικού ντεντέκτιβ (Κώστας Καραγιώργης) και μιας κοπέλας (η τραγουδίστρια Karol Keyes, από το… northern soul γκρουπ Karol Keyes & The Big Sound, που αργότερα έγινε η ηθοποιός Luan Peters – ως Luan Peters συμμετείχε στα mid-70s στο γκρουπ 5000 Volts, αντικαθιστώντας κάποιες φορές την Tina Charles), η οποία ψάχνει τους φίλους της που χάθηκαν στα ερείπια ενός αρχαίου ναού, κοντά σ’ ένα… καταραμένο χωριό. Εκεί, κάνει κουμάντο ο Βαρώνος Corofax (Peter Cushing), ένας παγανιστής που έχει βρει τον τρόπο να… ταΐζει άγουρη σάρκα τον Μινώταυρο. Ας μην πω περισσότερα, επειδή η ταινία υπάρχει στο YouTube και μπορείτε να τη δείτε όποιαν ώρα θέλετε. (Ο Καραγιάννης με τις μουστάκες, ο Cushing και ο Pleasence κοιτούν απορημένοι, η Peters και ο… λοχαγός Ψάχος είναι στραμένοι προς τον σκηνοθέτη. Τον Brian Eno δεν τον βλέπω πουθενά…)
Στην ταινία πρωταγωνιστούν κι άλλοι έλληνες ηθοποιοί. Ο αστυνόμος Fernando Bislani, που δεν ήταν άλλος από τον πρόωρα χαμένο Δημήτρη Μπισλάνη, η Άννα Ματζουράνη (κι αυτή έχει φύγει από τη ζωή), ο Νίκος Βερλέκης, ο Ανέστης Βλάχος (υποδύεται έναν μπακάλη απ’ ό,τι θυμάμαι – την ταινία δεν έχω χρόνο να την ξαναδώ τώρα), η Έφη Κοσμά, η τραγουδίστρια Τζελσομίνα (που ήταν Ιταλίδα, νομίζω, από την παρέα του Tony Pinelli, αλλά έκανε καριέρα στην Ελλάδα), ο Bob Behling και η Jane Lyle (το… κολασμένο ζευγάρι από το “Island of Death” του Νίκου Μαστοράκη) και ακόμη η καρατερίστα Jessica Dublin, που εμφανιζόταν και στα «Ψυχή και Σάρκα», «Το Αγκίστρι», «Το Κορίτσι Βόμβα», “Island of Death” κ.ά. Επίσης, στο τεχνικό της τμήμα συναντάμε τον Πέτρο Καπουράλη στα ντεκόρ και τον Άρη Σταύρου στη φωτογραφία.Η αλήθεια, σε κάθε περίπτωση, είναι πως ο Καραγιάννης έχει κάνει αρκετά καλή δουλειά. Στήνει ωραίες σκηνές, κινηματογραφεί με γνώση τις τελετές στους εσωτερικούς χώρους, ενώ και στις εξωτερικές λήψεις, βοηθούμενος από το άψογα φωτισμένο φυσικό ντεκόρ, τού Ακροκόρινθου ας πούμε ή του σπηλαίου στον Διρό, κατορθώνει να εμφυσήσει σε κάποια πλάνα του μιαν ιδέα απόκοσμης ποίησης (στο ύφος ορισμένων παραγωγών της Hammer). Και φυσικά, επειδή είχε στη διάθεσή του κάποιο σενάριο που κυλούσε (Arthur Rowe) παρέδωσε μια ταινία που δεν είναι «Ταγκό 2001», ούτε «Πονηρό Θηλυκό… Κατεργάρα Γυναίκα!».
Το “The Devil’s Men”, που προβλήθηκε κομμένο και στην Αμερική, με τον πιο… οικογενειακό τίτλο “Land of Minotaur”, μένει στην ιστορία και για έναν ακόμη λόγο· για τη μουσική του, που ήταν συντεθιμένη από τον Brian Eno. Το ερώτημα είναι πώς έμπλεξε με τον Καραγιάννη ο Brian Eno, και επ’ αυτού δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πληροφορία – αν και, σαν όνειρο, νομίζω πως κάτι είχα διαβάσει παλαιά. Στα σχόλια της ανάρτησης για το “Island of Death” του Μαστοράκη http://is.gd/zi26iC ένας αναγνώστης, ο Senor Pocopico, είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όσον αφορά το ‘Devil's Men’, άλλο απερίγραπτο balkanploitation, o Καραγιάννης είχε πεί σε μια συνέντευξη που είχα διαβάσει αιώνες πριν (πάνω κάτω ό,τι θυμάμαι): ‘Είχε έρθει και ένας Άγγλος που έκανε διακοπές κάθε χρόνο στη Σαντορίνη και μου πρότεινε να γράψει τη μουσική. Εγώ τότε δεν ήξερα ποιος είναι, τον έβλεπα εκεί τα καλοκαίρια, μια καραφλή αδερφή ήταν...’ (αυτό το θυμάμαι verbatim!)». Όπως κι αν έχει, το 1976, ο Brian Eno ετοιμάζει τα σχετικά soundtracks για το “Sebastian” του Derek Jarman και για το “The Devil’s Men” του Κώστα Καραγιάννη. Για το δεύτερο μάς επιφυλάσσει την αγχωτική, ηλεκτρονική εισαγωγή (στους τίτλους) και διάφορες electro-σφήνες σε επί μέρους σκηνές, εν μέρει σχολιαστικές, αλλά βασικά υποβοηθητικές στον τρόμο. Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ η μουσική δεν έχει ιδιαιτέρως μεγάλη διάρκεια, αλλά σε κάποιες σκηνές… είναι σαν να πρωταγωνιστεί.
Στα credits αναφέρεται κάτι περί… original title song by Karl Jenkins, αλλά εγώ δεν θυμάμαι στην ταινία κανένα τραγούδι του ηλεκτροπιανίστα και reedman των Nucleus και των Soft Machine. Υπάρχουν κάποια φωνητικά στους «διαβολανθρώπους», που μπορεί να είναι όντως του Paul Williams (από Zoot Money’s Big Roll Band, Aynsley Dunbar Retaliation, Juicy Lucy, Tempest κ.λπ.) το όνομα του οποίου αναφέρεται στα credits, αλλά τραγούδι δε θυμάμαι. Πάντως, απ’ ό,τι διαβάζω στους τίτλους αρχής, στο soundtrack πρέπει να ανακατεύτηκε κι η μουσική βιβλιοθήκη De Wolfe, με την οποία συνεργαζόταν εκείνη την εποχή (1976) ο Karl Jenkins. Στο label μάλιστα είχε βγει και το LP “Rubber Riff” [Music De Wolfe DWS/LP 3331] που περιείχε 14 συνθέσεις του με… modern rock music featuring keyboards and guitar. Το LP αυτό 18 χρόνια αργότερα, το 1994, το επανεξέδωσε σε CD η Voiceprint κάτω από το όνομα των Soft Machine.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

RISTO – TV-RESISTORI

Οι Φινλανδοί Risto έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα τέσσερα άλμπουμ. Το Risto [Fonal FR-34, 2004], το Aurinko aurinko plaa plaa plaa [Fonal FR-47, 2006], το Live! [Fonal FR-58, 2008] και το Sahkohairioon [Fonal FR-63, 2009]. Στην παρούσα συλλογή, που έχει τίτλο “176-671 (Ensimmaiset askeleet)” [Fonal, 2010] ανθολογούνται τέσσερα κομμάτια από το πρώτο τους άλμπουμ, τέσσερα από το δεύτερο, κανένα από το τρίτο (το live), τέσσερα από το τέταρτο, ενώ υπάρχουν και δύο ανέκδοτα (το πρώτο και το τελευταίο της παρούσης). Για το τρίτο και το τέταρτο άλμπουμ τους έχω γράψει παλαιότερα στο blog. Οπότε, ας πω δυο λόγια, εδώ, για τα δύο πρώτα, υπενθυμίζοντας τα του πιο πρόσφατου CD τους (“Sahkohairioon”), προκειμένου να καταγραφεί μία κάπως γενικότερη άποψη.
Οι Risto είναι μπάντα… φινλανδική. Εννοώ πως τραγουδούν στη γλώσσα τους, ενώ τους διακρίνει κι αυτή η weird όπως και κομματάκι ερεβώδης αντίληψη, όσον αφορά στους ήχους, στα λόγια, στις εικόνες. Το “Risto”, κρίνοντας από τα κομμάτια που εδώ παρουσιάζονται, είναι το πιο poppy, το πιο psych και το πιο ανέφελο άλμπουμ τους, ένα απόσταγμα της δημιουργικής αφέλειας των Φινλανδών, μέσα από την οποίαν (αφέλεια) ξεπηδούν οι παγωμένες μελωδίες του “Nina, olen palasina” και του “Unessa mies, valveilla nainen” (αμφότερα πανέμορφα).
Στο δεύτερο “Aurinko aurinko plaa plaa plaa”, η κατάσταση βαραίνει περισσότερο. Τα τραγούδια είναι πιο σκοτεινά, κάπως τελετουργικά, μεγαλώνουν σε διάρκεια, ενώ δεν απολείπουν και οι punky αναφορές, που θα γίνονταν ακόμη περισσότερο σαφείς στο (επόμενο) live άλμπουμ.
Στο τέταρτο, το “Sahkohairioon”, είναι θεμιτό να υποστηρίξει κάποιος πως από τη μία μεριά o βρετανικός παράγων – A Certain Ratio, The Pop Group, Gang of Four, Human League, Deep Freeze Mice, για να μη μιλήσω για τους Beatles! – και, οπωσδήποτε, τα τοπικά γκρουπ Suonihiuksisto, Matosalaatti, Banjo Band “Bullet” και Deep Turtle έχουν επιδράσει με αποφασιστικό τρόπο στο μέταλλο των Risto, το οποίον, εδώ, ξεκαθαρίζει απολύτως. Με ανανεωμένη line-up –Minna Kortepuro μπάσο, Tuomas Eriksson κιθάρες, Alina Toivanen ντραμς, Risto Yliharsila τραγούδι, Laura Laurila βιολί, Mirja Mattinen τσέλο– οι Φινλανδοί τονώνουν το στοιχειώδες όσον αφορά στα ρυθμικά, μελωδικά και αρμονικά τους συστατικά, μετερχόμενοι παλαιολιθικά εφέ, οικοδομώντας, εναλλάξ, art και core περιβάλλοντα. Θα έλεγα δε ότι καθώς εξελίσσεται το άλμπουμ, πλησιάζοντας προς το τέλος του, το ενδιαφέρον ανεβαίνει· με το έσχατο κομμάτι “Putoan kaivossa”(ακούγεται κι εδώ) ν’ αποτελεί, ίσως (ίσως λέω), την πρόταση των Risto για ένα σύγχρονο, lo-fi πάντα, φινλανδικό τραγούδι, με μαγιά τη folk πρωτογενή ύλη. (Πάντως, τα δύο καινούρια tracks, το “Seuraavan sukupolven psykopaatti” που είναι εντελώς minimal, τύπου british 80s και το “Lyo”, που είναι περισσότερο εντεχνο-λυρικό, χωρίς να μπορείς να το πεις folky, δεν επιβεβαιώνουν την εν λόγω στροφή).#
Ακόμη ένα ερασιτεχνικώς φτιαγμένο άλμπουμ από τη Fonal. Κι όταν λέω ερασιτεχνικό εννοώ πως το όλον κλίμα, η συνολική ατμόσφαιρα, η περιεκτική αίσθηση που σου αφήνει αυτό το 40λεπτο LP/CD είναι εκείνη της παρέας, του «κάνουμε κάτι για το κέφι μας», χρησιμοποιώντας τις απλούστερες των συνταγών, τα πιο απαραίτητα από τα όργανα, τις πιο homemade τεχνικές παραγωγής και ηχογράφησης.
Τραγουδώντας λοιπόν στην φινλανδική, όπως η πλειονότητα των ονομάτων της Fonal (ή μήπως όλα-όλοι;), και προσανατολισμένοι προς μία sixties τραγουδοποιητική αφήγηση, οι TV-Resistori παρουσιάζουν στο φερώνυμο CD/LP τους [Fonal, 2011] μία σειρά (δέκα) ασμάτων, τα οποία διακρίνονται για τις… ενδιαφέρουσες μελωδίες τους, την αρμονική τους επεξεργασία (για τους στίχους δεν μπορώ να πω κάτι περισσότερο), τη δημιουργική προσκόλλησή τους στο folk, την country (το bluegrass!), την pop των sixties, έτσι όμως όπως θα μπορούσε να τα αποδώσει μία… eighties μπάντα. Το αποτέλεσμα, μετά απ’ όλα όσα προείπα, είναι εκείνο που αναμένει ο καθείς. Όμορφα, απλά τραγούδια, με κάποια, οπωσδήποτε, να ξεχωρίζουν. Κορυφαίο όλων το 4λεπτο “Minne ratsuni laukkaa”, που θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και Deep Freeze Mice. Αντιλαμβάνεστε νομίζω.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

track list

1. Τη συγκέντρωση της Κυριακής τη διέλυσε η Αστυνομία, αφού κανείς δεν μπορεί να παραμείνει σε μια διαδήλωση όταν αδυνατεί ν’ ανασάνει.
2. Όσοι επιθυμούν να δημιουργούν επεισόδια δεν αντιμετωπίζονται με δακρυγόνα, καθότι αυτοί (οι ταραξίες) είναι προστατευμένοι (με μάσκες κ.λπ.). Μπορεί να αντιμετωπιστούν με άλλους τρόπους (με αντλίες νερού, με… σκατοβόλα). Βεβαίως ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης είναι η πρόληψη, αλλά με το ποσοστό ανεργίας στη νεολαία να ξεπερνά το 50%, η όποια διάθεση για πρόληψη (που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει) είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
3. Άρα τα δακρυγόνα επί της ουσίας ρίπτονται εναντίον των ανυποψίαστων και όσων επιθυμούν απλώς να διαδηλώσουν.
4. Τα τηλεοπτικά κανάλια, για άλλη μια φορά, επετέλεσαν το… ρόλο τους. Δεν μετέδωσαν τίποτα από τη συγκέντρωση –η οποία συγκέντρωση δεν ξεκίνησε όταν άρχισαν τα επεισόδια, αλλά πολύ νωρίτερα– επιλέγοντας, ως συνήθως, την εικόνα της καταστροφής και την μπουρδολογία. Αν έχεις πέντε δράμια μυαλό σού γυρίζουν, απλώς, τα έντερα.
5. Ο κόσμος (ο πολύς κόσμος), παρ’ όλη την ασκούμενη τρομοκρατία, είναι διατεθειμένος να βγει και να ξαναβγεί από τα σπίτια του υποστηρίζοντας τα προφανή. Εξάλλου, έχουν απομείνει ελάχιστα για να χαθούν.
6. Αξίζει μία υπόκλιση (αν και δεν την έχουν ανάγκη) στους Γλέζο-Θεοδωράκη, οι οποίοι σ’ αυτή την ηλικία εξακολουθούν να μη λογαριάζουν τη ζωή τους. Έχουν περάσει, ως γνωστόν, πολύ χειρότερα.
7. Η φραστική βία (περί επικείμενης χρεοκοπίας, αν δεν…) συναγωνιζόταν την πρακτική και εφαρμόσιμη. Η «άλλη άποψη» λοιδορείται και εξοβελίζεται, από κάθε συζήτηση στο υψηλό κλιμάκιο. Κανένα σχέδιο δεν υπάρχει στον ορίζοντα, για το πώς θα μπορούσε να πορευτεί η χώρα, αν το πράγμα οδηγηθεί στο απροχώρητο.
8. Εντός του Κοινοβουλίου η κωμωδία υπήρξε απερίγραπτη. Το… αντι-μνημονιακό Πα.Σο.Κ. βρήκε την ευκαιρία (με ξένα κόλλυβα) να το παίξει επανάσταση και η αντι-μνημονιακή Ν.Δ. (εδώ γελάμε) απεκάλυψε τις πραγματικές της προθέσεις, έστω και λαβωμένη κατά το 1/4. Αμφότεροι, είναι έτοιμοι να διαλυθούν στο πρώτο θρόισμα.
9. Η ελληνική πολιτική ζωή έχει γίνει μπαλάκι στα χέρια κάποιου Σόιμπλε, που έχει το θράσος να μας υποδεικνύει ακόμη και το πότε (και το αν) θα πρέπει να γίνουν εκλογές. Προφανώς δε φταίει ο Γερμανός, αλλά τα… ντόπια κρέατα που κάθονται και χάβουν ό,τι λέει· ορισμένοι, μπορεί και να συμφωνούν μαζί του, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας παραξενεύει – έτσι συμβαίνει από… 70ετίας. Στάση προσοχής στ’ αφεντικά με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, και παλικαρισμοί, και δακρυγόνα, και ξύλο, και εις το πυρ το εξώτερον κάθε ηθικό δικαίωμα εκείνων που υποτίθεται ότι υπηρετούν.
10. Κάποιος Γάλλος… σοσιαλιστής, και αυριανός πρωθυπουργός (ως φαίνεται), χύνει, σήμερα, δάκρυα για την Ελλάδα. Αύριο; Μην τον είδατε, μην το απαντήσατε.
11. Έχουμε μείνει χωρίς ουσιαστικά στηρίγματα. Η Ευρώπη δεν μας θέλει. Παίξαμε άθλια και χάσαμε ακόμη και παραδοσιακούς φίλους. Η εσωστρέφεια δεν είναι καλό πράγμα, αλλά έχω την αίσθηση πως πρέπει να δούμε λίγο τη γειτονιά μας. Πρέπει να τελειώνουμε, με κάποιον τρόπο, με τα Σκόπια. Να δούμε τι μπορεί να γίνει με την Τουρκία. Να διευθετηθούν οι διαφορές. Να πάρουμε κάτι, χωρίς να δώσουμε τα πάντα.
12. Ας κάνουμε και πέντε πράγματα για την «έρημη χώρα», είτε χρεοκοπήσουμε, είτε όχι. Δεν θα πω τι. Τα ξέρουμε όλοι.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

STRESS ξέχασες κιόλας τη ζωή σου

Μερικά γνωστά, ή περίπου γνωστά πράγματα. Οι Stress υπήρξαν ένα από τα πρωταρχικά ελληνικά punk συγκροτήματα, αφού σχηματίστηκαν, στην Αθήνα, το 1980· είναι τόσο παλαιοί δηλαδή όσο σχεδόν και οι Παρθενογένεσις (που είχαν ανοίξει το χορό), αλλά όχι παλαιότεροι από τους Vavoura Band, που ηχογράφησαν το πρώτο punk τραγούδι στην Ελλάδα, το “Vana G. Vanna” (1980). Ακόμη, ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν (μαζί με τον αγγλικό) και τον ελληνικό στίχο στα τραγούδια τους (κυρίως αυτόν δηλαδή), εγκαινιάζοντας κατά μίαν έννοια την ελληνόφωνη εκδοχή του εντόπιου punk, άρα και την αμεσότητά του.
Είχα παρακολουθήσει τους Stress –όπως και διάφορα άλλα ομοειδή σχήματα της εποχής– σε live στην Πάτρα και την Αθήνα, ενώ είχα αγοράσει στην ώρα τους τόσο τη συλλογή Διατάραξη Κοινής Ησυχίας [Enigma, 1984] στην οποία συμμετείχαν με δυο τραγούδια (πλέον δεν την έχω), όσο και το LP τους Ο Ήχος της Ανασφάλειας [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 1985], το οποίον και διατηρώ ακόμη στη δισκοθήκη ως μνημείο της νεότητός μου, μιας και το είχα αγοράσει... εν καμίνω. (Τον Ήχο της Ανασφάλειας ΙΙ που είχε βγει από την Wipe Οut! δεν τον απέκτησα ποτέ, καθότι τα μουσικά μου γούστα, το ’92, ήταν πια διαφορετικά). Έτσι λοιπόν, και με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία δύο 45αριών των Stress από την B-Otherside, είπα να ξανακούσω μετά από 25 χρόνια (πάνω-κάτω) εκείνο το παλαιό LP, προκειμένου να ξαναμπώ στο πνεύμα, ανακαλώντας ταυτοχρόνως ό,τι ήταν δυνατόν από την εποχή. Φυσικά, από εδώ, τώρα, δεν πρόκειται να παρελάσουν αναμνήσεις (δεν μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο)· απλώς, οι αναμνήσεις θα συνδεθούν με το σήμερα, προκειμένου να βγει κάποιο συμπέρασμα.Οι Stress (αφού γι’ αυτούς μιλάμε τώρα), ήταν ένα απολύτως αυθόρμητο συγκρότημα. Τούτο σημαίνει πως ενώ είχαν τη δυνατότητα, ως γκρουπ, να φτιάξουν «ωραιότερα» τραγούδια (αν την έψαχναν παραπάνω δηλαδή, καθότι ως μουσικοί δεν ήταν αμελητέοι), εκείνοι προτίμησαν να μη νερώσουν την πρώτη-πρώτη έμπνευση, καταγράφοντας –ως ένα γνήσιο και απέριττο punk γκρουπ που ήταν–, το αρχικό και αμόλυντο αίσθημα. Τους θυμάμαι στα live πόσο ταγμένοι και αποφασισμένοι πάταγαν επί σκηνής, και παρότι δεν καταλάβαινες γρι απ’ ό,τι έλεγαν (έφταιγαν οι χώροι, ο κακός ήχος, ο τρόπος που στρίμωχναν τις ελληνικές λέξεις ανάμεσα στα μέτρα – πολλές εκ των οποίων ήταν φαγωμένες ή παρατονισμένες, προκειμένου να μπορέσει, με κάποιον τρόπο, να ειπωθούν) εντούτοις σου άφηναν ακεραία την αίσθηση της αγνότητας και της αυθεντικότητας, που οφείλει να έχει κάθε punk συγκρότημα, πριν μετατραπεί σε εμπόρευμα. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο –κι επειδή οι Stress ήταν με την καλή έννοια χύμα, δίχως να νοιάζονται για πολλά-πολλά–, πέτυχαν να επηρεάσουν, βαθειά, όμορες ομάδες (ας πούμε τους Panx Romana). Κι αν οι αναμνήσεις παραμένουν σχετικώς θολές, με την ουσία τους καταγεγραμμένη πάντως στο προσωπικό συνειδητό, υπάρχει ο Ήχος της Ανασφάλειας, το LP, που επιβεβαιώνει πολλά από τα λεχθέντα.
Αρχικώς, κάτι που δε νομίζω να παρατηρείται σε κανέναν άλλο δίσκο ελληνικού συγκροτήματος. Ένα άλμπουμ με τρεις(!) track lists (άλλη στο εξώφυλλο, άλλη στα labels και άλλη ακούς) και με μεταφρασμένο το όνομα του γκρουπ στην ετικέτα –Άγχος αντί Stress. Τι φανερώνει αυτό; Μα την εντελώς ερασιτεχνική αντίληψη με την οποία δρούσε το συγκρότημα. Όλα δημιουργούνταν πάνω στο βράσιμο, με το τώρα να διαφοροποιείται από το χθες… κι από το αύριο. Έπειτα, ήταν τα τραγούδια – στο γνωστό, ρομαντικό κατά βάθος, καταγγελτικό στιχουργικό στυλ, που έδιναν στίγμα από το πρώτο μέτρο (Αθήνα, Άγχος, 1984… παρά κάτι, Στρατιώτης, Περιθωριακός, Υποκριτές, Άβουλο ον). Εκεί, στο άλμπουμ, η λογοκριμένη Γενοκτονία (ακουγόταν μόνον η αρχή και το τέλος της, με όλο το υπόλοιπο τραγούδι κενό), το instro Ινδιάνικο, κι ένα τραγούδι που μέτρησε στην εποχή του, η Λέρος.
Προσωπικώς και κάπου εκεί, λίγο μετά τα μέσα του ’80 δηλαδή, σταμάτησα να έχω πολλά-πολλά με τη «ζωντανή» σκηνή, που αγρίευε ακόμη περισσότερο απ’ όσο άντεχα, παρότι στην πορεία αγόρασα τα πρώτα LP των Panx Romana και Γενιά του Χάους (κατά τη γνώμη μου πρόκειται για τα δύο καλύτερα του greek punk), κάτι των Γκούλαγκ και των Αντί, ένα των Αντίδραση και ίσως μερικά ακόμη· περισσότερο για ακαδημαϊκούς λόγους.
Κι ενώ τα λέμε αυτά, ας πούμε και λίγα λόγια για τα 7ιντσα “Athens Burning” (τίτλος που αφορά, υποθέτω, στο 1980 και στα θύματα της τότε αστυνομικής βίας, τον Κουμή και την Κανελλοπούλου) που έδωσαν αφορμή γι’ αυτή τη μικρή αναδίφηση.
Ρίχνοντας λοιπόν στο πικάπ την Side A, από το “Athens Burning I” [B-Otherside, 500 αντίτυπα] και ακούγοντας το φερώνυμο αγγλόφωνο (rec. 1-2/1983) και το “Devil driver” (rec. 12/1982) επιβεβαιώνω εκείνο που έγραψα στην αρχή, πως οι Stress ήταν ένα δυνατό γκρουπ, που θα μπορούσε να διαπρέψει με άνεση και σε πιο… έντεχνα χωράφια. Με τις κιθάρες να λαλάνε, και το rhythm section να σκίζεται, τα δύο κομμάτια (και ιδίως το “Devil driver”, που μου θυμίζει πιο αυθάδεις Reporters) είναι ωραία δείγματα new-wave/punk, που θα μπορούσε κάλλιστα να είχαν βρει στέγη στην Creep Records. Στη Side B υπάρχουν τρία ελληνόφωνα κομμάτια (rec.1-2/1983), τα γνωστά από το LP «Χαφιές» και «Περιθωριακός» (που εδώ μου αρέσουν περισσότερο – ιδίως ο «Περιθωριακός» με την κιθαριστική φρασεολογία του Λούη Κοντούλη να υπερβαίνει τα πλαίσια του χώρου) και το «Ξέχασες κιόλας τη ζωή σου» (στη θεματική του «Άγχους»).
Το “Athens Burning II” [B-Otherside, 500 αντίτυπα] ξεκινά με δύο κομμάτια που τ’ ακούμε και στο άλμπουμ (γραμμένα στο διάστημα 1-2/1983), τον «Στρατιώτη» και το «Ινδιάνικο». Για το δεύτερο έχω τη γνώμη πως είναι ένα δυνατό instro, και πως αν έβγαινε τότε σε 45άρι, με πρώτη πλευρά το “Devil driver”, τώρα θα μιλούσαμε για κάτι άλλο (με αυταπόδεικτο ιστορικό βάρος). Το «Φόβος» που ανοίγει τη B Side (rec.3-4/1985) προέρχεται, και αυτό, από την εποχή του μεγάλου δίσκου και όπως το ακούω εδώ είναι πάλι προτιμότερο. Το έσχατο «Σκέψου πριν είναι αργά» (rec.1-2/1983) είναι ένα ακόμη πυρωμένο track, πάνω στο οποίο απλώνεται το τετράστιχο «Μην κοιτάς που σου γελούν/ αύριο πάλι θα σε πατούν/ πιέσεις, υποσχέσεις/ ψεύτικες διαπραγματεύσεις».
«Αθήνα, Ελλάδα, και Stress...», όπως ακούγεται να λέει από ραδιοφωνική εκπομπή της εποχής (την Χωρίς Περιστροφές;) και ο Αργύρης Ζήλος…

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

NICHOLAS URIE – CHARLES BUKOWSKI

Τρία σαξόφωνα (σοπράνο, άλτο, τενόρο), μπάσο κλαρίνο, τρεις τρομπέτες, δύο τρομπόνια, πιάνο, μπάσο, ντραμς και ακόμη φωνή περιλαμβάνει η μπάντα του Nicholas Urie, ενός νέου μουσικού (μόλις 26 ετών), ενός αυθεντικού ταλέντου (διευθυντής ορχήστρας) του σύγχρονου jazz circuit. Το “My Garden” [Red Piano, 2011], που ακολουθεί το “Excerpts from An Online Dating Service” [Red Piano, 2009], είναι ένα concept άλμπουμ βασισμένο (γιατί αυτό είναι το concept) στην ποίηση του Charles Bukowski (1920-1994).Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Urie, στο κείμενο που υπάρχει τυπωμένο στο άλμπουμ του, ο Bukowski υπήρξε ήρωας ενός συγκεκριμένου τρόπου σκέψης, ζωής και δράσης στη νότια Καλιφόρνια και πως ως νοτιοκαλιφορνέζος και ο ίδιος ήταν βαθύτατα επηρεασμένος, στην εφηβεία του, από την ποίησή του. Βεβαίως, μεγαλώνοντας, όπως ο ίδιος πάντα υποστηρίζει, θ’ ανακαλύψει και άλλα στοιχεία στα ποιήματα, τις νουβέλες και τις μικροϊστορίες του Bukowski, στοιχεία που θα τον εξαναγκάσουν κατά μίαν έννοια να συντάξει το εν λόγω άλμπουμ. Έτσι, λοιπόν, και παρότι ο Charles Bukowski δεν είναι ένας τζαζ ποιητής –όπως μπορεί να είναι άλλοι συνάδελφοί του, του beat κυκλώματος φερ’ ειπείν–, έχει κάποια στοιχεία στη γραφή του, που μπορεί να συνδυαστούν με μιαν jazz αφήγηση. Κυρίως το κοφτερό λακωνίζειν, όσον αφορά στη φόρμα, που μπορεί με μιαν ευκολία να προσαρμοστεί στο ηχητικό δρώμενο, και βεβαίως τα γνωστά θέματα τα σχετικά με το γυναικείο φύλο, τα ποτά, και την (κυνική) κοινωνική κριτική, που μπορεί εκ πρώτης να μην ταυτίζονται με τον τζαζ τρόπο ζωής, διατηρούν όμως μια (σοβαρή) τομή μ’ εκείνον. Κατά τα λοιπά, η Christine Correa (συνεργάτις και του Ran Blake, ανάμεσα σε άλλα) φαίνεται πως είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο στην απόπειρα ν’ αποδοθούν οι στίχοι του Bukowski, υπό την έννοιαν ότι οι τραγουδο-απαγγελίες της διαμορφώνονται όχι μόνο σε σχέση με τα λόγια, αλλά και σε σχέση με τον ηχητικό δεδομένο· άκου ας πούμε το “For crying out loud” με τις παραμορφωμένες συλλαβές, τις τραβηγμένες καταλήξεις, τα απότομα κοψίματα κ.λπ. Υπάρχουν λοιπόν οι επιμέρους half-sung, half-spoken τεχνικές, υπάρχει όμως και το μεσαιο-μπαντικό background (όταν είναι background και δεν είναι μπροστά), τα αφηγηματικά στοιχεία (ιδίως από το κοντραμπάσο του John Hebert) που παρέχουν ακόμη περισσότερο δύναμη στο λόγο, φυσικά ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός, οπωσδήποτε οι contemporary διδαχές και βεβαίως τα σχολιαστικά παιξίματα των πνευστών και του πιάνου (Frank Carlberg), που δίδουν (άπαντα) στο “My Garden” τη σιγουριά του ολοκληρωμένου.
Επαφή: www.redpianorecords.com

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

PAUL CARDAN καπιταλισμός και βαρβαρότητα

Ήμουν έξω από τη Μεγάλη Βρετανία πεντέμισι-έξι παρά, όταν έσκασαν οι πρώτες κρότου-λάμψης και οι σωροί των δακρυγόνων, που έκαναν την παρουσία μας στη διαδήλωση αδύνατη. Αφού στην οπισθοχώρηση τη γλιτώσαμε και δεν ποδοπατηθήκαμε από το πλήθος που απομακρυνόταν όπως-όπως από το Σύνταγμα, ανέβηκα τη Βουκουρεστίου και την Κανάρη, και στην Πλατεία Κολωνακίου άραξα σ’ ένα μάρμαρο· κι επειδή είχε ακόμη φως (μεγάλωσαν οι μέρες) άρχισα να ξαναξεφυλλίζω ένα βιβλίο (που το είχα μαζί μου), ειδικό για την περίσταση…
Πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πονήματα που έχω διαβάσει σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο καπιταλισμός (μέσα από τις ενδογενείς αντιφάσεις του) και τον τρόπο με τον οποίον ελίσσεται στο ιστορικό προτσές (ας χρησιμοποιήσω αυτή την παλαιά ξύλινη λέξη) ενσωματώνοντας στην πορεία τις λαϊκές αντιστάσεις, χαλαρώνοντας, όταν το κρίνει, τα λουριά των εκμεταλλευομένων, ίνα περισωθεί η διατήρησή του. Αναφέρομαι στο «Το Επαναστατικό Κίνημα στο Σύγχρονο Καπιταλισμό» [εκδ. Πράξη, Αθήνα 1972, σε μετάφραση του Κερκυραίου Άγι Στίνα – για το ποιος είναι ο Στίνας ψάξτε το], μία μελέτη του Paul Cardan –ένα από τα ψευδώνυμα του Κορνήλιου Καστοριάδη, που το χρησιμοποιούσε βασικά πριν αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα– η οποία είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό Socialism ou Barbarie, στα τεύχη 31, 32 και 33 στο διάστημα 2/1961-2/1962. Γράφει μεταξύ άλλων ο Καστοριάδης:
«Το σύνολο των μέσων που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός υπακούει πάντα στην ίδια προσταγή: τη διατήρηση της κυριαρχίας του, την επέκταση του ελέγχου του στην κοινωνία γενικά, στο προλεταριάτο ιδιαίτερα. Οποιαδήποτε κι αν είναι στην αρχή η επίδραση άλλων παραγόντων –όπως η πάλη ανάμεσα στους ίδιους τους καπιταλιστές ή μια τεχνική εξέλιξη, που δεν έχει ακόμα υποταγεί στο κεφάλαιο– η σπουδαιότητά τους ελαττώνεται προοδευτικά, σε άμεση αναλογία με την προλεταριοποίηση της κοινωνίας και την επέκταση της πάλης των τάξεων. Στις προηγούμενες κοινωνίες, σφαίρες της ζωής διαφορετικές από την παραγωγή, την οικονομία και την πολιτική, υπονοούσαν απλώς τη σχέση τους με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Σήμερα, αυτές οι σφαίρες βρίσκονται μέσα στη σύγκρουση και ρητά έχουν ολοκληρωθεί μέσα στο δίχτυ της οργάνωσης, σ’ αυτό που η κυρίαρχη τάξη τείνει να περικλείσει ολόκληρη την κοινωνία. Όλοι οι τομείς της ανθρώπινης ζωής πρέπει να υποταγούν στον έλεγχο των διευθυνόντων. Όλες οι πηγές και τα μέσα χρησιμοποιούνται από τον καπιταλισμό, ενώ και η επιστημονική γνώση είναι επιστρατευμένη στην υπηρεσία του: η ψυχολογία και η ψυχανάλυση, η βιομηχανική κοινωνιολογία και η πολιτική οικονομία, η ηλεκτρονική και τα μαθηματικά καταθέτουν τη συνεισφορά τους για να εξασφαλίσουν την επιβίωση του συστήματος, να φράξουν τις ρωγμές του, να του επιτρέψουν να διεισδύσει στο εσωτερικό της εκμεταλλευόμενης τάξης, να κατανοήσουν τις αιτιολογίες και τις συμπεριφορές και να τις χρησιμοποιήσουν προς όφελος της ‘παραγωγής’, της ‘κοινωνικής σταθερότητας’ και της πώλησης άχρηστων αντικειμένων.
Γι’ αυτό η σύγχρονη κοινωνία, είτε ζει κάτω από ένα καθεστώς ‘δημοκρατικό’ ή ‘δικτατορικό’ είναι στην πραγματικότητα πάντα ολοκληρωτική. Γιατί η κυριαρχία των εκμεταλλευτών πρέπει, για να διατηρηθεί, να κατακλύσει όλους τους τομείς της δραστηριότητας και να προσπαθήσει να τους υποτάξει. Το ότι ο ολοκληρωτισμός δεν παίρνει τις ακραίες μορφές που είχε περιβληθεί κάτω από τον Χίτλερ ή τον Στάλιν, το ότι δεν χρησιμοποιεί ως προτιμώμενο μέσο την τρομοκρατία, αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα, κατά βάθος, το ζήτημα. Παραδοσιακά, η τρομοκρατία είναι ένα από τα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιεί η εξουσία για να συντρίψει τη δραστηριότητα κάθε αντιπολίτευσης. Αλλά αυτή δεν είναι πάντα εφαρμόσιμη, ούτε πάντα η πιο προσοδοφόρος. Η ‘ειρηνική’ χειραγώγηση των μαζών, η βαθμιαία αφομοίωση των οργανωμένων αντιπολιτεύσεων, μπορεί να είναι περισσότερο αποτελεσματικές».
Εχθές και σήμερα γίναμε μάρτυρες και των δύο μέσων, και των… επιστημονικών και των παραδοσιακών, για να μην έχουμε να λέμε…

ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ για της αυγής το νέο φως

Η ιδέα μπορεί να μην είναι πρωτότυπη, αλλά πάντα λειτουργεί όταν το επιβάλει το αποτέλεσμα. Τραγούδια για τους μήνες είχε ερμηνεύσει ο Παντελής Θαλασσινός στο «Καλαντάρι» [ΜΒΙ] το 2006 σε στίχους του Ηλία Κατσούλη, τραγούδια για τους μήνες αποδίδει και ο Ορφέας Περίδης στο «Ονειροπόλων Μόχθοι» [7, 2011]. Όπως σημειώνει ο ίδιος: «Ο κύκλος τραγουδιών για τους δώδεκα μήνες γεννήθηκε όταν έπεσε στα χέρι μου το εξαιρετικό αφιέρωμα των ‘Επτά ημερών’ της ‘Καθημερινής’ στους δώδεκα μήνες του χρόνου, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2000 σε δώδεκα μηνιαία τεύχη. Άρχισα να γράφω ένα τραγούδι κάθε μήνα, αρχίζοντάς τα Μάιο του 2005 μέχρι το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου που σταμάτησα. Έκτοτε, χρειάστηκα πέντε χρόνια γράφοντας και σκίζοντας προκειμένου να ολοκληρώσω τα δώδεκα τραγούδια».
Ας επαναλάβω, με την αφορμή, μερικά πράγματα γνωστά. Ο Περίδης είναι εξαιρετικός (ακουστικός) κιθαριστής, άψογος τραγουδιστής με προσωπικό ηχόχρωμα, δυνατός στιχουργός και μελωδός με το κάτι παραπάνω. Τα ταλέντα του αυτά υπάρχουν άπλετα και στο παρόν δισκάκι. Βοηθούμενος τα μάλα από τις ενορχηστρώσεις του Γιώτη Κιουρτσόγλου, ο Περίδης δημιουργεί ένα απολύτως ενδιαφέρον folk-rock άλμπουμ, το οποίον προσδιορίζεται από τους επεξεργασμένους στίχους, με τις θαυμάσιες ρίμες και τον πλούτο των εικόνων, και φυσικά από την επιλεγείσα φόρμα της μπαλάντας (folk, rock, ή folk-rock), της οποίας (φόρμας) ο εν λόγω τραγουδοποιός είναι ένας αναγνωρισμένος μάστορας (με το… καλοκαίρι να αναδεικνύεται ως «η» εποχή του χρόνου).
Από τους ωραιότερους ελληνικούς (και ελληνόφωνους) δίσκους του τελευταίου καιρού.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Σάββατο του ασώτου…

“Far Out begin their classic re-issue series with a much sought after brazilian rarity” γράφουν στο οπισθόφυλλο του CD “Latino Fantastico” (2010) των Rubens Bassini y Los Latinos, οι άνθρωποι της Far Out, φέρνοντας στην επικαιρότητα, σχεδόν μισόν αιώνα μετά την πρώτη κυκλοφορία του (1963), ένα από τα πιο άγνωστα βραζιλιάνικα ρυθμικά LP της εποχής.
Ο Rubens Bassini δεν ήταν τυχαία περίπτωση περκασιονίστα (bongos, congas), παρότι ο πολύς κόσμος θα σημείωσε τ’ όνομά του από τη συμμετοχή του στο “Deodato 2” [CTI, 1973] του Eumir Deodato, όπως και σε άλλα fusion αμερικανικά έργα. Στα βραζιλιάνικα sixties, όμως, ο Bassini, ήταν ένας από τους κρουστούς εκείνους που έφτιαξαν ήχο για σημαντικούς καλλιτέχνες και θρυλικά άλμπουμ, όπως π.χ. το “Dance Moderno” [Philips, 1961] του Sergio Mendes, το “Embalo” [RGE, 1964] του Tenorio Jr., το φερώνυμο των Ipanemas [CBS, 1964], το “Muito Na Onda” [Copacabana, 1967] των Conjunto 3-D και άλλα διάφορα, ενώ είχε και μία μικρή, προσωπική, καριέρα.
Το πρώτο(;) LP του ήταν το “Rubens Bassini e Os 11 Magnificos: Ritmo Fantastico” στην ετικέτα Pawal, το οποίον άλλοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το 1961, άλλοι από το ’62 και άλλοι (όπως η Far Out) από το 1964. Από το 1963, πάντως, φαίνεται να προέρχεται το “Latino Fantastico” [Nilser], που εδώ μας απασχολεί, άλμπουμ σχεδόν για σόλο κρουστά (κάπου ακούγεται ένα φλάουτο, αλλού ένα μπάσο) και που είχε πρωτοβγεί ως ένα περιορισμένης κυκλοφορίας long play.
Διάβασα στο δίκτυο (σε μια καταχώρηση στο popsike.com) ότι μερικά latin κρουστά, όπως π.χ. οι maracas, δεν είχαν συνδεθεί εξ αρχής με το κίνημα της bossa και πως ο Bassini ήταν ο πρώτος που το επιχείρησε εκείνη την περίοδο. Η ουσία είναι πως ο Bassini έφερε έναν κουβανικόν αέρα στη βραζιλιάνικη μουσική, παρουσιάζοντας cha-cha-cha, mambo, guaguanco, bembe, χειριζόμενος maracas, guiro, tumbadoras, timbales, quinto, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στη δημιουργία ενός exotica κλίματος, που μπορεί μεν να θυμίζει κάτι (λίγο) από τα αμερικανικά 50s, αλλά που, σε κάθε περίπτωση, βρήκε την πλήρη εκφραστική του δύναμη στο πρώτο εκείνο ανεπανάληπτο LP των Ipanemas. Tracks όπως για παράδειγμα το κλασικό “Tabu” ή “Taboo” της Margarita Lecuona (δεν το ξέχασαν οι Les Baxter, Arthur Lyman και δεκάδες άλλοι) καταγράφουν μία ιδιότυπη τελετουργική ατμόσφαιρα, την οποίαν εκτοξεύουν όχι μόνο τα κρουστά και το μπάσο, αλλά κυρίως τα φωνητικά.#
Το ενδιαφέρον των μουσικόφιλων για τους ήχους που ακούγονταν στην Κολομβία, στα χρόνια του ’60 και του ’70, είναι δεδομένο· αν κρίνω, δηλαδή, από την ανταπόκριση που βρίσκουν οι σχετικές εκδόσεις (με τη μία να διαδέχεται την άλλη). Η βρετανική Soundway έχοντας ήδη δώσει το άλμπουμ “Colombia!, The Golden Age of Discos Fuentes - The Powerhouse of Colombian Music 1960-76”, αλλά και επιμέρους εγγραφές σε LP/CD/singles, όπως το “Aqui Los Bravos, The Best of Michi Sarmiento y su Combo Bravo 1967-77” ή εκείνο το απίθανο “Comencemos” των Phirpo Y Sus Caribes από την Medellin, συνεχίζει να εκπλήσσει με σωρεία εγγραφών από την λατινο-αμερικανική χώρα. Εδώ, το CD/2LP “Cartagena!, Curro Fuentes & The Big Band Cumbia and Descarga Sound of Colombia 1962-72” (2011), που αποτελεί κατ’ ουσίαν μία επίτομη καταγραφή των έργων και των ημερών του Jose Maria “Curro” Fuentes, του νεότερου γιου της οικογενείας που καθόρισε, με τις παραγωγές τής Discos Fuentes, τη σύγχρονη μουσική της Κολομβίας.
Με δική του σφραγίδα, την Discos Curro, αλλά από κάποια στιγμή και μετά σε συνεργασία με την τοπική Philips, ο Curro Fuentes ξεκινά να ηχογραφεί τη μία μπάντα μετά την άλλη, καταγράφοντας συν τοις άλλοις και την εξέλιξη του τοπικού latin ήχου. Έτσι, από τις πιο παραδοσιακές εγγραφές των cumbias, porros και mapales των sixties, περνάμε στο σεισμικό ανακάτεμά τους με την ηλεκτρική salsa, τα βαρβάτα μπάσα και τα ιλιγγιώδη κρουστά των seventies, στη δημιουργία δηλαδή ενός ήχου (και) σημερινού, τον οποίον αναπαράγει ο Quantic π.χ. και διάφοροι άλλοι. Αν και δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις κομμάτια σ’ ένα άλμπουμ που κυλάει με αξιοθαύμαστη πυκνότητα, θα κόλλαγα, προσωπικώς, στη δυάδα των “Puerto Rico zumbando” και “Silencio” από τους Clodomiro Montes y El Super Combo Curro και τους (Los) Seven del Swing αντιστοίχως, η οποία (δυάδα), έτσι όπως τοποθετείται από τους compilers Roberto Gyemant, Quantic και Miles Cleret εκεί προς το μέσον της συλλογής, αποτελεί τον καλύτερο συνδετικό κρίκο με τα πριν και τα μετά. (Για το CD ο λόγος, καθότι το 2LP έχει άλλο track list).
Βγήκαν τα ρομπότ να μας φοβερίσουν. Βραχυκύκλωσέ τα να τελειώνουμε…

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

KARANTAMBA από την teranga beat

Το τρίτο 2LP της Ternaga Beat θα είναι οσονούπω, ή είναι ήδη, γεγονός. Μετά το “Diamonoye Tiopite/ L’ Epoque de l’ Evolution” [TBLP 013, 2010] των Idrissa Diop & Cheikh Tidiane Tall και το “Halleli N’Dakarou” [TBLP 014, 2011] των Guelewar, το ελληνοσενεγαλέζικο label που τρέχει ο Αδαμάντιος Καφετζής έχει έτοιμο το “Ndigal” [TBLP 015, 2012] των Karantamba, του τελευταίου συγκροτήματος που οδήγησε ο Bai Janha (από τους Guelewar και τους Ifang Bondi) και που έως ώρας παρέμενε αδισκογράφητο.Πρόκειται για ένα σχεδόν 80λεπτο afro-soul έπος με εξαιρετικά παιξίματα και κομμάτια που σφίζουν από… εκτελεστική δύναμη (rock drive, κρουστός ορυμαγδός, σύνθια που σολάρουν σε ψυχεδελικές κατευθύνσεις, πνευστός εμπλουτισμός, φωνητικά από άλλο πλανήτη). Το φερώνυμο “Ndigal”, το 12λεπτο “Gamo jigimar”, το εισαγωγικό “Sama yai”, το 10λεπτο “Satay muso” είναι κομμάτια που τ’ ακούς και τα ξανακούς, απολαμβάνοντας τον τρόπο αυτού του αγνώστου συγκροτήματος.
Θα επανέλθω, όταν πιάσω και το βινύλιο στα χέρια μου…
Να και το βιντεάκι που ανέβασε ο nickivour

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

JAZZ & ΤΖΑΖ 227

Στα περίπτερα από σήμερα το 227 τεύχος του Jazz & Tζαζ. Την ύλη την κρίνω ενδιαφέρουσα, όπως πάντα εξάλλου.Ξεκινάμε με μία πολύ ιδιαίτερη συνέντευξη του top ιταλού τρομπετίστα Enrico Rava στον Αντώνη Ν. Φράγκο και ακολουθούν… Ένα κείμενο του Δημήτρη Κατσουρίνη για το κορυφαίο σύγχρονο βρετανικό funk γκρουπ, τους New Mastersounds και μία αναφορά του Βαγγέλη Αραγιάννη στη φινλανδική εταιρεία TUM Records, στην οποία βρίσκουν καταφύγιο παλαιά (Otto Donner, Juhani Aaltonen) και νέα ονόματα της (φινλανδικής) σκηνής. Με τον Γιάννη Μουγγολιά μοιράζομαι ένα κείμενο που επικεντρώνεται στις περιπτώσεις των πολωνών μουσικών Leszek Mozdzer και Adam Pieronczyk, οι οποίοι σκύβουν, σήμερα, στο ιστορικό έργο του Krzysztof Komeda, παρουσιάζοντας επίσης μια σειρά δίσκων της ελληνικής jazz σκηνής (Γιάννης Κασέτας/Γιώργος Σπανός, The Wonder-Fall Quartet κ.ά.) και της πρόσφατης παραγωγής. Ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος μεγεθύνει σε δύο τωρινά ιδιαίτερα άλμπουμ του Νίκου Μαμαγκάκη, ενώ ο Γιάννης Μουγγολιάς ξανά γράφει για τον Robert Wyatt και τα άλμπουμ του “Royal Drury Lane” και “Radio Experiment Rome”. Η θεματολογία κλείνει με την αναφορά του Γιώργου Χαρωνίτη στον Brad Mehldau (στο εξώφυλλο), επ’ αφορμής της επικείμενης εμφάνισής του στην Αθήνα.
Από κει και πέρα… δισκοκριτικές, blues boom!, επανεκδόσεις, δισκορυχείον (μ’ ένα φινλανδικό άλμπουμ του 1970, με ελληνικό ενδιαφέρον), τζαζ & λογοτεχνία, πράξεις λόγιας μουσικής, all that art – και ακόμη ένα πλούσιο jazz eye, με κείμενα για το “Mano’s” του Δημήτρη Καλαντζή και τον τρόπο που… τζαζοβλέπει (ο Καλαντζής) συνθέσεις του Χατζιδάκι, την κυπριακή Λουβάνα Δίσκοι, τους Misuse, τον Χάρη Παπαδόπουλο (τα τέσσερα τραγούδια του σε ποίηση Κωνσταντίνου Καβάφη, που κυκλοφορούν στις 45 στροφές!), τον Πάνο Σαββόπουλο (με αφορμή τον τρίτο του δίσκο «Δια ταύτα…»), τον ελληνογάλλο πιανίστα της jazz Georges Arvanitas…Στο CD “The Roots of Latin Jazz” κομμάτια των Gerry Mulligan-Chet Baker, Machito’s & His Orchestra, Chico O’Farrill, Dizzy Gillespie & His Orchestra και Herbie Mann από τη δεκαετία 1949-1959.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

WESTCHESTER JAZZ ORCHESTRA

Η κομητεία Westchester βρίσκεται στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, βορείως της New York City. Δεν γνωρίζω για το τι ακριβώς φημίζεται, σίγουρα όμως φημίζεται στους jazz κύκλους για την 17μελή της ορχήστρα (μέσα και ο σημερινός conductor Mike Holober), η οποία εδώ και μια 8ετία συνεισφέρει στη σχετική τριβή των αμερικανόπαιδων. Κατόρθωσε, μάλιστα, με το ντεμπούτο κιόλας CD της, το “All In” [WJO, 2007], να γίνει ευρέως αναγνωρίσιμη φθάνοντας έως το νούμερο 4 του JazzWeek chart, καταλαμβάνοντας και την 50η θέση στο JazzWeek’s Top (με τα 100 καλύτερα jazz CD, το έτος 2008). Στο ρεπερτόριό της καταγράφονται συνθέσεις των Miles Davis, John Coltrane, Bill Evans, Chick Corea, A.C. Jobim, Wayne Shorter, George Gershwin, Horace Silver, Joe Henderson, John Scofield, Michael Brecker και άλλων τινών γιγάντων, πράγμα το οποίο φανερώνει όσο να ’ναι και τον προσανατολισμό της, προοιωνίζοντας, αν θέλετε, κι ένα CD, όπως αυτό που τώρα μας απασχολεί.
Η Westchester Jazz Orchestra λοιπόν, ή WJO χάριν συντομίας, καταπιάνεται μ’ ένα κλασικό έργο των sixties, όπως είναι το “Maiden Voyage” [Blue Note, 1965] του Herbie Hancock, επιχειρώντας να το δει μέσα από τη δική της ματιά –αναφέρομαι στο άλμπουμ “Maiden Voyage Suite” [WJO, 2011]– που συνίσταται, γενικώς, στην μεταμόρφωση των σόλι, σε κάποια επιπρόσθετα αυτοσχεδιαστικά μέρη, όπως και στην ανάδειξη της modal-ιτέ του. Αν και υπάρχει μία γέφυρα στο άλμπουμ, όπως μία εισαγωγή κι ένα κλείσιμο (ο πρόλογος στην αρχή, το ιντερλούδιο στο ενδιάμεσο... πρώτης και δεύτερης πλευράς, ο επίλογος) το original track list επαναλαμβάνεται κι εδώ, με κάπως διαφορετικές διάρκειες – με τα “Maiden voyage”, “Eye of the hurricane” και “Survival of the fittest” να διαρκούν ενάμιση έως δυόμιση λεπτά περισσότερο από τα πρωτότυπα και τα “Little one” και “Dolphin dance”να είναι περίπου της αυτής διαρκείας.Έτσι λοιπόν στο “Maiden voyage” o σοπρανίστας David Brandom και ο φλουγκελχορνίστας Marvin Stamm παίρνουν πάνω τους το κύριο βάρος των soli, στο “The eye of the hurricane” το τενόρο του Jason Rigby, αλλά και το πιάνο του Ted Rosenthal κατακρατούν μέρος των παλαιών vibes, στο “Little one” (με την δυναμική ενορχήστρωση του αλτίστα Jay Brandford) το σόλο του μπασίστα Harvie S είναι η διαφυγή, στο “Survival of the fittest” (εδώ, χωρίζεται σε δύο μέρη) η τρομπέτα του Jim Rotondi υποκαθιστά με διαύγεια εκείνη του Freddie Hubbard (με το drive να αυξάνεται κατά βούληση), ενώ στο έσχατο “Dolphin dance” το σφρίγος της ορχήστρας σπρώχνει το κομμάτι (την ξάστερη μελωδία βασικά) προς την αποθέωση. Τι άλλο να πει κανείς, όταν είναι φανερό πως ό,τι ακούγεται εδώ είναι μετά πλήρους γνώσης;
Επαφή: www.westjazzorch.org

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

γκρέμιστα όλα πια…

Έγραψα και τις προάλλες για την πενία του Τύπου (εφημερίδες και περιοδικά) όσον αφορά στην περί τη μουσική θεματολογία. Αναφέρθηκα σε δύο σαλόνια της Lifo (έναν για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου κι ένα για τον Τάσο Φαληρέα) που εν πάση περιπτώσει έδιναν αφορμή για κάποια συζήτηση και θα μεγεθύνω τώρα σε μια σελίδα της Athens Voice (τεύχος 377, 2-8/2/2012) –την υπογράφει ο Μάκης Μηλάτος κι έχει τίτλο «Η Μουσική θα Νικήσει»[sic]– που θέτει κι αυτή ορισμένα ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με την ελληνική ανεξάρτητη, όπως την αποκαλούμε, σκηνή. Τα συμπεράσματα του συντάκτη δεν είναι απλώς πρωτόλεια, αλλά –κάποιες φορές– εμφανίζονται και ως ανιστόρητα, φανερώνοντας, στην καλύτερη των περιπτώσεων μιαν απόπειρα φουσκώματος ενός κάτι που συμβαίνει (και που πάντα συνέβαινε) και στη χειρότερη άγνοια βασικών κανόνων και πληροφοριών, που σχετίζονται με την εγχώρια μοντέρνα άποψη και κίνηση.

Ο Μηλάτος ξεκινά, γράφοντας πως «τα σύνορα άνοιξαν, ελληνικά γκρουπ ταξιδεύουν στο εξωτερικό για συναυλίες, για δίσκους: oι Keep Shelly In Athens είναι ήδη στην Αμερική για την πρώτη τους περιοδεία, oι The Callas μόλις γύρισαν από περιοδεία στην Αγγλία όπου διανέμεται κανονικά και ο τελευταίος τους δίσκος, οι Acid Baby Jesus διακτινίστηκαν στη διεθνή σκηνή πριν καν γίνουν γνωστοί στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και οι Bazooka. Και δεν είναι οι μόνοι…».
Αρχικώς, εκείνο που μ’ ενοχλεί στη συγκεκριμένη παράγραφο είναι πως εμφανίζεται η όποια καριέρα στο εξωτερικό ως στοιχείο ευρύτερης καταξίωσης. Κατά τη γνώμη μου –όπως έχω ξαναγράψει, νομίζω– αυτή η αντίληψη εμφανίζει στοιχεία υποταγής (στον… ξένο παράγοντα) και εθελοδουλείας. Περιμένουμε τα καλά λόγια απ’ έξω, τη στιγμή που θα έπρεπε να επιδιώκουμε τα καλά λόγια από μέσα (κι εκεί να τελειώνει η ιστορία). Ως Έλληνας, βεβαίως, δεν μπορεί παρά να χαρώ, όταν ένα εγχώριο συγκρότημα θα προχωρήσει στο εξωτερικό· άλλο αυτό, και άλλο να προτάσσουμε την εις την ξένην καταξίωση. Αφήνω δε το γεγονός πως έτσι όπως το εμφανίζει ο Μηλάτος («τα σύνορα άνοιξαν») είναι σαν να μας λέει πως οι Callas ήταν οι πρώτοι που εμφανίστηκαν στο εξωτερικό και πως οι Keep Shelly in Athens έκαναν, ξέρω ’γω, την επιτυχία των Big Alice με το “I miss you”. Θέλω να πω πως ελληνικά συγκροτήματα εμφανίζονται και περιοδεύουν στο εξωτερικό ήδη από τη δεκαετία του ’60. (Κάποτε αγόρασα ένα 45άρι των Stylistes από σουηδό dealer, επειδή το συγκρότημα εμφανιζόταν στη Σκανδιναυία στα μέσα των sixties και τα δισκάκια του, με κάποιο τρόπο, είχαν εμφανιστεί στη βόρεια αγορά). Να μη μιλήσω για ελληνικά συγκροτήματα τύπου Aphrodite’s Child και Axis (που έπαιζαν δίπλα στους Pink Floyd ή στα ίδια φεστιβάλ με τους Magma και τους Gong), ούτε καν για τους Socrates που εμφανίστηκαν στο Paradiso (του Άμστερνταμ), τυπώνοντας δίσκους τους και στην Αμερική (έστω και στην Peters International, που την είχε Έλληνας). Είναι δεκάδες τα παραδείγματα. Τα γκρουπ της σημερινής ελληνικής σκηνής δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από εκείνο που έπραξαν στην πορεία οι Last Drive, οι Sound Explosion, οι Raining Pleasure, οι Rotting Christ και διάφοροι άλλοι.

«Ομιλούμε ελληνικά (αντί για αγγλικά) κι ας είναι πιο δύσκολα: ο The Boy και ο Λόλεκ ήδη. Μόλις κατέφθασε και ο Χρήστος Λαϊνάς. Ετοιμάζονται κι άλλοι…» γράφει ο Μηλάτος.
Μιλάμε την ελληνική επειδή μας την έμαθε η μάνα μας, σκεφτόμαστε περαιτέρω στη γλώσσα αυτή, και συνεπώς είναι η… πιο εύκολη. Έτσι όπως τίθεται το ζήτημα είναι σαν να πρόκειται για κάποια «πρόοδο». Σαν να καταβάλουμε προσπάθεια να μιλήσουμε και να τραγουδήσουμε στη μητρική μας. Αφήνω το γεγονός ότι υποτιμούμε και τις άλλες γλώσσες. Ότι τάχα είναι εύκολες ή, εν πάση περιπτώσει, ότι μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε στην αγγλική, αλλά όταν στιχουργούμε στην ελληνική οφείλουμε να είμαστε πιο… προσεκτικοί.

«Η μουσική παράδοση αναδομείται και εκσυγχρονίζεται. Ρεμπέτικα, δημοτικά και άλλοι παραδοσιακοί ήχοι δέχονται επίθεση από παραμορφωμένες κιθάρες, από samples και laptops, από όρθια μπάσα, από αναλογικά σινθεσάιζερ: Τρίο Τεκκέ, Μπάμπης Παπαδόπουλος, Swing Shoes, May Roosevelt, Γιάννης Κυριακίδης/Andy Moore, Imam Baildi δεν αφήνουν τίποτα όρθιο».
Η παράδοση αναδομείται και εκσυγχρονίζεται από την εποχή των Forminx, των Orbiters, των Appolonians, των Sounds, του Σαββόπουλου, της Κωχ, του Γκαϊφύλλια και τόσων άλλων. Τίποτα όρθιο δεν άφηναν οι Gazuama Sincharchas, όχι οι Swing Shoes (που μου αρέσουν ιδιαιτέρως).

«Η νέα μουσική μπήκε θριαμβευτικά σε κινηματογραφικές ταινίες και θέατρα. Oι drog_A_tek βραβεύτηκαν για τη «Χώρα προέλευσης», η Μόνικα συνεργάστηκε με την Άντζελα Μπρούσκου για την παράσταση «Μαμά - Η ζωή είναι αγρίως απίθανη», ο Απόλλων Ρέτσος διένυσε την απόσταση schoolwave-μουσική για το θέατρο σε μερικούς μήνες. Οι Baby Guru μόλις μπήκαν στο χορό με τη θεατρική διασκευή της Αμάντας Μιχαλοπούλου, όπως και ο G-Pal».
Η νέα μουσική μπαίνει σε κινηματογραφικές ταινίες, ως γνωστόν, από τα sixties (οι Forminx γράφουν soundtracks ήδη από το 1962-63). Αλλά και στα θέατρα θα έμπαινε, αν ήταν χαμηλότερη η ηλικία των θιάσων τότε (όπως και όσο είναι σήμερα).

«Οι μικροί χώροι γίνονται το νέο Άγιο Δισκοπότηρο της εγχώριας σοουμπίζνες (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοια). Μικρά και κόζι στέκια, γεμίζουν εύκολα (έστω το Σάββατο), φιλικά στο χρήστη, απαλλαγμένα από την αγωνία να κυνηγάνε τα ΚΑΠΗ και την επαρχία για να έρθουν με τα πούλμαν».
Βεβαίως, κι οι μικροί χώροι δεν είναι προνόμιο της νέας σκηνής, βεβαίως και πρέπει ν’ αφήσουμε κατά μέρος τα ΚΑΠΗ και τη μεταφερόμενη «επαρχία». Και τα δύο δεν είχαν ποτέ ουδεμία σχέση με τη μοντέρνα κίνηση.

«Το swing είναι το νέο tango. Αφού εξαντλήσαμε το θέμα του πάθους και –έστω και για λίγο– γίναμε όλοι Αργεντίνοι, τώρα περνάμε στη «σουινγκάτη» ανεμελιά. Στην εποχή που ζούμε, ακόμη και η μουσική υπόκρουση θυμίζει μέρες πριν τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο».
Το tango απασχόλησε ελαχίστως την εγχώρια ανεξάρτητη σκηνή –μην ανακατεύουμε άσχετα ζητήματα– και το swing αφορά μόνο σε μια μικρή σύγχρονη μερίδα. Δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των νέων συγκροτημάτων.

«Η επαρχία αντεπιτίθεται: Οι 2L8 απ’ τις Σέρρες, ο Ευριπίδης απ’ την Ισπανία, ο Kid Flicks από την Πρέβεζα, o Urban Shadow από τη Γαλλία, οι Κόρε Ύδρο από την Κέρκυρα, οι Small Βlues Trap από τη Μαλεσίνα, από τη Σύρο ο Μίκης Παντελούς, οι Electric Litany από την Αγγλία. Και μάλιστα τα περισσότερα συγκροτήματα και μουσικοί της νέας γενιάς ταξιδεύουν στην επαρχία για συναυλίες, κάτι που πριν από μερικά χρόνια θα ήταν απλώς αδύνατο».
Εδώ η υπόθεση ξεφεύγει τελείως, αφού η Ισπανία, η Γαλλία και η Αγγλία (πάνω στη βιασύνη) προβάλλονται ως ελληνικές επαρχίες! Ξέρετε τι μου θυμίζει αυτό; Το αλήστου μνήμης «Σαράφης στο Παρίσι, στο Montparnasse και τώρα… Σαράφης στα Τρίκαλα». Τη θυμάστε τη διαφήμιση; Το δε άλλο, πως πριν από μερικά χρόνια «ήταν απλώς αδύνατο» συγκροτήματα της νέας γενιάς να παίξουν στην επαρχία, που το βάζετε; Και πώς έπαιξαν στην Πάτρα στα sixties, οι Adam’s Boys, οι Sounds, οι Charms και οι Olympians και πώς είδα εγώ στα 80s στην ίδια πόλη τους Ex Humans, τους Stress, τους Φάντης Μπαστούνι και οι Άσσοι, τους Last Drive, τους Scoria, τους Purple Overdose, τους Villa 21, τους No Man’s Land και μερικές δεκάδες ακόμη;

«Τα cd δεν πουλάνε ούτε για δείγμα, αλλά τα βινύλια ξεπουλάνε και μέσα στη γενική σύγχυση αναβιώνει και η κασέτα. Τα αγοράζουν μετά μανίας πιτσιρικάδες που δεν έχουν ούτε πικάπ ούτε κασετόφωνο, όμως όλοι ξέρουμε πως τα γκάτζετ και τα φετίχ είναι ισχυρά ναρκωτικά».
Δεν ξέρω «αν τα cd δεν πουλάνε ούτε για δείγμα». Εγώ ξέρω πως CD βγαίνουν ακόμη με τη σέσουλα· και προσωπικώς αγοράζω, όταν τα βρίσκω φθηνά. Ξέρω πιτσιρικάδες που ακούνε μουσική, αλλά δεν ασχολούνται με βινύλια, όπως και κάποιους που αγοράζουν βινύλια, έχοντας και φθηνο-πικάπ για να τ’ ακούνε. Πάντως, δεν ξέρω κανέναν πιτσιρικά που ν’ αγοράζει δίσκους, για να τους κρεμάει στον τοίχο και να προσεύχεται. Απεναντίας, ξέρω έναν 50βάλε που αγοράζει μόνο καινούριους και κυρίως σφραγισμένους δίσκους, τους οποίους ποτέ δεν ξεσφραγίζει!

«Τα περίπτερα είναι τα νέα δισκοπωλεία. Εκεί ανασταίνονται καριέρες, εκεί γίνονται οι χρυσοί δίσκοι, εκεί υπάρχει ειδικό τμήμα ‘θρυλικών άλμπουμ’ με 2 μόνο ευρώ».
Σωστό, έστω και μέσα στην υπερβολή του. Κατ’ εμέ, δια νόμου, τα περίπτερα πρέπει να πουλάνε μόνο τσιγάρα, περιοδικά κι εφημερίδες (άντε και κανα τσιμπίδι)· και όχι να παρουσιάζουν αυτό το παραφουσκωμένο χάλι. Ξεφεύγω όμως και δε θέλω.

«Τέρμα οι ‘ξενέρωτες’ συλλογές, οι κυριλέ και οι lounge ήχοι. Τώρα ακόμη και το compact disc club πουλάει ελληνικό και ξένο ροκ με 4 άτοκες δόσεις, ακόμη και το (νέο) Rock’n’Roll που άνοιξε στην Πλατεία, επέστρεψε μουσικά εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει».
Μια χαρά είναι «οι κυριλέ και lounge ήχοι», όταν εκείνος που ανθολογεί δεν είναι τσάτσος, κατέχει το άθλημα και ξέρει να… προβοκάρει. Καλοί και άγιοι οι Deep Purple, οι Scorpions, οι Led Zeppelin και οι Red Hot Chili Peppers, αλλά εγώ μπορεί και να λιποθυμήσω από ηδονή και ευχαρίστηση αν ακούσω σε μαγαζί Paul Mauriat (το “Jesahel”), Franck Pourcel (το “You only live twice”), Ted Heath (το “Spinning wheel”), Manuel Gas (το “Asi hablo Zarathustra”), Lord Sitar (το “Black is black”)…

«Ο μόνος (ευτυχώς) απ’ την παλιά γενιά που φαίνεται να εμπνέει τους νεότερους είναι ο Μάνος Χατζιδάκις. Μετά τον Κωνσταντίνο Βήτα και τους Raining Pleasure ήρθε και σε τζαζ εκδοχή από τον Δημήτρη Καλαντζή».
Είναι δυστύχημα για τους νεότερους να εμπνέονται μόνο από τον Χατζιδάκι. Όχι γιατί υποτιμώ τον Χατζιδάκι, αλλά γιατί δίπλα σ’ εκείνον (πιο κάτω, πιο πάνω, πιο ψηλά, πιο χαμηλά – δεν έχει σημασία) θα έβαζα τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Μούτση, τον Χάλαρη, τον Μαρκόπουλο, τον Πλέσσα, τον Σπανό, ακόμη και τον σεμνό και σπουδαίο μελωδό Λίνο Κόκοτο (για να μείνω στα του έντεχνου). Ας λήξει, επιτέλους, αυτό το παραμύθι με του νέους και με τον Χατζιδάκι· έχει καταντήσει γελοίο. Και ν’ ανοίξουν τ’ αυτιά τους οι νέοι –αν θέλουν να προχωρήσουν– και να κάτσουν ν’ ακούσουν και Αττίκ και Γούναρη και Μουζάκη, αλλά και τον Μέγα Μάρκο, τον προπολεμικό Τσιτσάνη, Καλδάρα και Άκη Πάνου, ακόμη και τον Κοινούση και τον Φίλιππο Νικολάου. Ν’ ακούσουν τα πάντα, δίχως παρωπίδες και δίχως συμβουλές από τους… πολύξερους. Να καλλιεργήσουν το δικό τους γούστο, αδιαφορώντας για το hip και για τις μόδες.

Μάγκες μου μην παραμυθιάζεστε. Γράψτε κανονικά και με το νόμο τους… επαΐοντες εκεί που ξέρετε (αν τοποθετείτε κι εμένα ανάμεσα σ’ αυτούς, τότε γράψτε κι εμένα) και ακολουθείστε το δικό σας δρόμο. Αμυνθείτε απέναντι στις μπούρδες που σας βομβαρδίζουν και χτίστε το δικό σας (μουσικό) κόσμο· κι άμα τον βαρεθείτε και αυτόν, σπρώξτε τον στον γκρεμό και φτιάξτε έναν άλλο.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

θέατρο…

Πολύ μου άρεσε αυτό που είπε ο Τσίπρας για τον Καρατζαφέρη, πως έχει δηλαδή ρόλο «κονφερανσιέ» όσον αφορά στις δηλώσεις του στους δημοσιογράφους, γύρω από τις συζητήσεις με τους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες και την επάρατο τριπλέτα. Κάτι έχει ψυλλιαστεί ο επικεφαλής του Συ.Ριζ.Α…
Του χαρίζω λοιπόν μια φωτογραφία του Καρατζαφέρη επί το έργον από τα τέλη των sixties, όταν ο τελευταίος, ως νεαρός… κονφερανσιέ, παρουσίαζε στο κοινό την ιταλίδα τραγουδίστρια Rita Pavone.
Η φωτογραφία προέρχεται από το ελληνικό άλμπουμ της Rita Pavone “Ci Vuole Poco… Vol.2” [RCA Victor KLG 20018]. Eυχαριστώ για την (σε ανύποπτο χρόνο) προσφορά τον Πάνο, του Υπόγειου Record Shop στην Καπλανών.

ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ Ι.Χ. (παρ’ τους να φύγουνε…)

Υπάρχει ένας λόγος, για τον οποίο γίνεται αυτή η ανάρτηση. Το «Αυτοκίνητο Ι.Χ.», είτε στην τραγουδιστική, είτε στην ορχηστρική του version περιέχει τα ωραιότερα και βαρύτερα κιθαριστικά σόλι, που άκουσα ποτέ σε κομμάτι του ’60. Βασικά αναφέρομαι και στις δύο πλευρές του 45αριού «Το αυτοκίνητο Ι.Χ. (instro)/ Το αυτοκίνητο Ι.Χ. (τραγούδι)» [Columbia SCMG 5007] από το 1966(!), το οποίον υπογράφει συνθετικώς ο Βαγγέλης Πιτσιλαδής. Εντάξει, πολλοί, κάποιοι, μπορεί να διαφωνήσουν. Ωραία κιθαροσόλι υπάρχουν και σε άλλα ελληνικά sixties track – κι επειδή έχω κάνει αυτή την ερώτηση σε διαφόρους φίλους, έχω πάρει κατά καιρούς και διαφορετικές απαντήσεις. Άλλος μου λέει για το σόλο του Γιάννης Σπάθα στο “All the world is mine” (1966) των Persons, άλλος για του Αλέκου Γλύκα (αυτός πρέπει να είναι) στο “Try try try” (1966) των Stormies, άλλος για του Στέλιου Καρύδα στο «Πάντα κοντά μου» (1968) των Cinquetti (του Jackie Lomax δηλαδή)… Τέλος πάντων. Εγώ, επί του προκειμένου, προκρίνω το… βάρος της πενιάς, την ορμητικότητα και την ευφράδεια. Τέτοιος ήχος ηλεκτρικής με distortion είναι αδιανόητος για ελληνική ηχογράφηση του ’66… και δεν μου πάει το μυαλό (μου πάει δηλαδή) για το ποιος μπορεί να είναι ο παίκτης. Είναι δε εκνευριστικό το γεγονός της αναφοράς στο label του ονόματος του σαξοφωνίστα μόνον (ο σημαίνων Ρήγας Σαριτζιώτης) και όχι και του κιθαριστή. Επειδή όμως πρόκειται για κομμάτι συνθέτη και όχι γκρουπ, όπερ σημαίνει πως οι παίκτες ήταν από εκείνους των sessions, εγώ θα πω ένα όνομα (που χρησιμοποιούσε πεντάλια εκείνη την εποχή) με τον κίνδυνο να έχω πέσει έξω. Τίτος Καλλίρης και δεν το συνεχίζω.Δύο ακόμη tips. Το τραγούδι, στη β πλευρά, είναι σε στίχους του Γιώργου Παπαστεφάνου, ενώ αποδίδει κάποιος Σταύρος Αθανασιάδης. Προσωπικώς, έχω τη γνώμη, για να μην πω ότι είμαι σίγουρος –από τη φωνή που ακούω– πως ο τραγουδιστής είναι ο ίδιος ο Βαγγέλης Πιτσιλαδής (έχω το χρώμα της φωνής του στο μυαλό μου από μεταγενέστερους δίσκους του). Αφήνω δε το γεγονός πως το όνομα «Σταύρος Αθανασιάδης» είναι εντελώς… μια κι έξω. (Διαψεύστε με).
Πριν μερικές μέρες ο Manwolf Louie μού μίλησε για κάποιαν εκτέλεση του «αυτοκίνητου Ι.Χ.» που υπάρχει στο YouTube, με διαφορετικούς στίχους και με ερμηνεία από τον Δάκη. Όντως. Το τραγούδι έχει τίτλο «Μαλώνουν τα παιδιά για την καρδιά σου» και βεβαίως ως φωνητικό δεν συγκρίνεται με την εκτέλεση του… Αθανασιάδη (είναι πολύ καλύτερο). Δυστυχώς ο barabakos1 που το ανέβασε δε δίνει κανένα στοιχείο (στιχουργός, εταιρεία, κωδικός), πέραν της χρονιάς (1970).
Ακούμε και τα τρία… αυτοκίνητα, όπως τα ανέβασαν οι nick270760, modzm391 και barabakos1…Υ.Γ. Ο Σωτήρης από την Ημαθία προσφέρει στο δισκορυχείον – τον ευχαριστώ – το label του single «Μαλλώνουν τα παιδιά για την καρδιά σου/ Αντίο Μαριάννα» [Minos 5185, 1970]. Και τα δύο τραγούδια είναι σε μουσική και στίχους του Βαγγέλη Πιτσιλαδή και τα ερμηνεύει ο Δάκης (το πρώτο είναι το «Αυτοκίνητο Ι.Χ.»).

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

BERTOLT BRECHT ένα ποίημα

… το μεταφέρω από το βιβλίο Μπέρτολτ Μπρεχτ «Πολιτικά Κείμενα» [πρώτη εκτύπωση από τις εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, Οκτώβριος 1971, μτφ. Βασίλης Βεργωτής].
ΑΚΟΥΜΕ: ΔΕ ΘΕΛΕΙΣ ΠΙΑ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Α
Ακούμε: δε θέλεις πια να δουλέψεις μαζί μας.
Γονάτισες: δε μπορείς άλλο να τρέχεις.
Κουράστηκες: δε μπορείς πια να μαθαίνεις καινούργια.
Ξόφλησες: Κανείς δε μπορεί να σου ζητήσει να κάνεις πια τίποτα.

Μάθε λοιπόν: εμείς το ζητάμε.

Σαν κουραστείς κι αποκοιμηθείς
κανείς δε θα σε ξυπνήσει πια να πει: σήκω το φαΐ είναι έτοιμο.
Γιατί να υπάρχει έτοιμο φαΐ;
Σαν δεν μπορείς άλλο να τρέχεις,
θα μείνεις ξαπλωμένος.
Κανείς δε θα σε ψάξει για να πει: έγινε επανάσταση,
τα εργοστάσια σε περιμένουν.
Γιατί να ’χει γίνει επανάσταση;
Όταν πεθάνεις θα σε θάψουν,
είτε φταις που πέθανες, είτε όχι.

Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες.
δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι
σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

Β
Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,
δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

Δεν είν’ έτσι.
Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο
δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει
θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του,
οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΗΡΕΑΣ

Δεν βρίσκω να διαβάσω, πια, ουσιαστικά κείμενα για τη μουσική σε περιοδικά κι εφημερίδες και στενοχωριέμαι γι’ αυτό. Η καθημερινή μουσικογραφία εξαντλείται στο ποιος εμφανίζεται εδώ, ποιος εμφανίζεται εκεί, στις «κριτικές» των 30 λέξεων, στις επαναδιατυπώσεις των δελτίων Τύπου, σε συνεντεύξεις που δεν κομίζουν τίποτα καινούριο, στην κατάληψη του διατιθέμενου χώρου (που είναι έτσι κι αλλιώς περιορισμένος) από τεράστιες φωτογραφίες. Φάτε μάτια ψάρια… Υπάρχει ένα hip, θεμιτό ως ένα βαθμό, που έχει να κάνει σχέση με τα καινούρια (νεανικά) ονόματα, αλλά κι από ’κει δεν βγαίνει κάτι. Καλύτερα ν’ ακούς τα CD, παρά να καταπονείσαι από τα διάφορα-αδιάφορα λέγε-λέγε. Κι ενώ έτσι έχει, γενικώς, η κατάσταση χαίρομαι (διπλά), όταν… διαψεύδομαι. Στην χθεσινή Lifo (τεύχος 280, 2/2/2012) δύο σαλόνια (δύο δισέλιδα δηλαδή), αφιερωμένα στη μουσική, δίνουν αφορμές για κάποιες σκέψεις. Αρχικώς, η συνέντευξη του Θανάση Παπακωνσταντίνου στον Φώτη Βαλλάτο...

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι από τους καλλιτέχνες που εκτιμώ. Έχω γράψει καλά λόγια για όλους τους δίσκους του από τα «Λάφυρα» και μετά (όπως έχουν γράψει κι οι περισσότεροι), ενώ διαβάζω, άμα τις πετύχω, και τις συνεντεύξεις του, επειδή μιλάει (απαντάει) πάντα απλά, δίχως περισπούδαστο ύφος. Στον Θανάση Παπακωνσταντίνου μου αρέσει που εμφανίζεται μονίμως ως έξω από τα πράγματα (και είναι φρονώ). Αποφαίνεται σαν να του λείπουν οι πληροφορίες (και του λείπουν), πράγμα που τον μετατρέπει αυτομάτως σ’ έναν τύπο σοφού· και τούτο γιατί συμπεραίνει με βάση την έμπρακτη γνώση, τη φαντασία και το συναίσθημα (αν και όχι πάντα με ακρίβεια, για τα δικά μου μέτρα). Μπορεί ν’ ακούς ορισμένες φορές αναμενόμενα πράγματα, σκέψεις ή πληροφορίες προφανείς, αλλά ξέρεις πως όσα λέει είναι αυθεντικά. Ανεπιτήδευτα. Δεν τα διάβασε στο Αθηνόραμα, στην Athens Voice και τη Lifo, μεταφέροντάς τα τσάτρα-πάτρα… σπάζοντας τηλέφωνα. Προτιμώ λοιπόν να διαφωνώ με τον ανεπιτήδευτο, παρά να συμφωνώ με τον επιτηδευμένο.
Ας πούμε, ο Παπακωνσταντίνου δεν… ντρέπεται να πει πως νοσταλγεί και μάλιστα «πάρα πολύ» – κι ας έχουν φθάσει κάποιοι «προχωρημένοι» να θεωρούν τη νοσταλγία κάτι σαν αμάρτημα. Άνθρωποι στην επαρχία φαίνεται πως νοσταλγούν περισσότερο από εμάς του άστεως. Για να νοσταλγήσεις χρειάζεται κενός χρόνος, κανονικές συνθήκες (πίεσης-θερμοκρασίας), φυσικό τοπίο... Κυρίως χρειάζεται μία ηθελημένη μοναξιά (στο άστυ το παλεύεις, αλλά είναι δύσκολο να το καταφέρεις), μα και μια δύναμη να τοποθετείσαι έξω από το χρόνο, απορρίπτοντας ο,τιδήποτε περιττό που προστέθηκε στη διαδρομή… κι έτσι, σχεδόν γυμνός, ν’ ανοίγεις το θησαυροφυλάκιο της μνήμης. Και τι ανακάλυψε ο Παπακωνσταντίνου εκεί, στο δικό του μπαούλο; Τον Δεληκάρη, τον Σιδέρη, τη Βίκυ Λέανδρος, τους Olympians και τον Τόλη Βοσκόπουλο. Δε νοιώθει, όμως, υπερήφανος για τα μουσικά ακούσματα, των παιδικών ή εφηβικών του χρόνων. Όπως ο ίδιος λέει: «…τελικά, ό,τι ακούσματα και αν έχει κανείς από μικρός, όταν κάποια στιγμή στη ζωή του συναντήσει την πραγματική τέχνη, αν τη συναντήσει κι έχει την ευαισθησία και τις αισθήσεις να το αντιληφθεί, τότε δεν πρόκειται να το ξεχάσει. Έχει ένα μέτρο σύγκρισης για να ξεφύγει από τα σκουπίδια».
Νομίζω πως στο συγκεκριμένο θέμα ο Παπακωνσταντίνου αποφαίνεται ως επαρχιώτης (δεν την χρησιμοποιώ υποτιμητικώς τη λέξη, αλλά με το κοινωνικό της εκτόπισμα). Στην επαρχία –και το λέω τούτο επειδή έχω ζήσει στην επαρχία– πολλοί άνθρωποι σκέφτονται εντός κάποιων ορίων, με σαφείς συντεταγμένες. Δεν είναι τόσο ευέλικτοι, είναι συντηρητικοί και πολωμένοι (ανεξαρτήτως του τι ψηφίζουν, προφανώς), επειδή οι ρόλοι τους είναι πολύ συγκεκριμένοι στα ποικίλα δούναι και λαβείν και οι καταστάσεις που βιώνουν συνήθως μεσ’ τα πλαίσια (ο εκτός πλαισίων είναι δακτυλοδεικτούμενος). Στη μεγάλη πόλη, και στη μεγαλύτερη ακόμη περισσότερο, οι καταστάσεις είναι μπερδεμένες. Αυτό σε κάνει περισσότερο διαλλακτικό, σε οδηγεί να ψάχνεις τις τομές των πραγμάτων, αν θέλεις να πας πιο κάτω. Μπαίνοντας σε μία τέτοια διαδικασία σκέψης και δράσης, αρχίζεις να βάζεις… κρασί στο νερό σου (εγώ έτσι το βλέπω και όχι ανάποδα), αντιλαμβανόμενος καλύτερα τη ροή των πραγμάτων – το χθες, το σήμερα ή το αύριο. Ο χρόνος κυλάει με αδυσώπητο τρόπο και δεν έχεις κανένα περιθώριο για απώλειες. Μισό τραγούδι του Βοσκόπουλου, τρία/τέταρτα της Βίκυς, ένα των Olympians μπορείς να το εκτιμήσεις, να το αναγνωρίσεις και, γιατί όχι, να σου καλυτερεύσει τη ζωή. Καθότι, αν ακούσεις το καλύτερο τραγούδι του Άκη Πάνου, που όλως τυχαίως έχει ερμηνεύσει-απογειώσει ο Βοσκόπουλος, είναι σαν να περπατάς στις όχθες του Πηνειού, ακούγοντας τ’ αηδόνια. «Δε μου κάνει αίσθηση καμμία, αν θα φύγεις τούτη τη στιγμή…»

Η περίπτωση του Τάσου Φαληρέα (1940 ή ’41-2000) είναι αυτή για την οποία συζητώ. Του ανθρώπου που μπόρεσε (εντός του βασικά) να ενώσει τα ασύνδετα. Να εξαγωνίσει τα μουσικά του γούστα (ή περίπου γούστα) να καθίσει στο κέντρο βάρους τους και να τα χαζεύει. Rolling Stones, Bob Dylan, Διονύσης Σαββόπουλος, Raffaella Carrà, Τσιτσάνης, Άκης Πάνου… Υπάρχει στην τρέχουσα Lifo ένα δισέλιδο, γραμμένο από τον Σταύρο Διοσκουρίδη (λένε τη γνώμη τους και άλλοι), με αφορμή το βιβλίο «Χαριστική Βολή» [εκδ. Ιστός], που ανθολογεί κείμενα του Φαληρέα από διάφορα έντυπα (δεν το έχω διαβάσει). Ο Διοσκουρίδης δεν τα λέει και τόσο καλά και επ’ αυτών θα φιλολογήσω.
Το άρθρο επιγράφεται «όψεις ενός ρομαντικού της δισκογραφίας». Ρομαντικός κάποιος, που έπεισε τον Sol Rabinowitz (αφεντικό της ελληνικής CBS) να φέρει δύο φορές την Raffaella Carrà στην Ελλάδα το 1976-77 (μέχρι και με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα την είχε βάλει να παίξει στο παλαιό «Εκείνες κι Εγώ») και να ξεσκιστεί στο τάλιρο; Έλα Παναγία μου. Ο Φαληρέας ήταν πάνω απ’ όλα έμπορος. Καλός έμπορος. Και τίποτα μειωτικό δεν υπάρχει σ’ αυτό. Ας αφήσουμε κατά μέρος τους… ρομαντισμούς και άλλα τέτοια χαζοχαρούμενα. Αλλά και ο υπότιτλος του άρθρου «μπάζει». «Η ανθολογία των κειμένων του Τάσου Φαληρέα φέρνει πάλι στο φως το έργο και το πνεύμα του ανθρώπου που καθόρισε κι επηρέασε ολόκληρες γενιές μουσικών και μουσικόφιλων». Εγώ νομίζω πως ο Φαληρέας επηρέασε περισσότερο κάποιους από τους μουσικούς με τους οποίους συγχρωτιζόταν (όχι γενιές μουσικών) και ελαχίστως τις… γενιές των μουσικόφιλων. Οι μουσικόφιλοι επηρεάζονταν (χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο, επειδή δεν ξέρω, σήμερα, από ποιους επηρεάζονται οι έλληνες μουσικόφιλοι) στην πλειονότητά τους από πιο... ταπεινούς γραφιάδες. Εξάλλου, εξ όσων γνωρίζω, ο Φαληρέας δεν ασχολήθηκε με την εφηρμοσμένη δισκοκριτική, που είχε τα πρωτεία συνήθως (η δισκοκριτική), στη διαμόρφωση των ακουσμάτων, ούτε θυμάμαι να είχε στα seventies και τα eighties ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές (νομίζω πως ενόσω δούλευε σε εταιρείες αρνείτο να εμφανίζεται και ως μιντιακός μεσάζων). Ο Φαληρέας μπορεί να επηρέασε τον Σαββόπουλο (αν και ο ίδιος το είχε αρνηθεί) και τον Πορτοκάλογλου, ενδεχομένως και κάποια δημοσιογραφική ιντελιγκέντσια (ξέρω ’γω τον Χρήστο Βακαλόπουλο ή τον Κώστα Γιαννουλόπουλο), αλλά με τίποτα δεν είχε την επίδραση στις μάζες των μουσικόφιλων που είχε φερ’ ειπείν ο Αργύρης Ζήλος. Μη λέμε πράγματα που δεν ισχύουν.
Περαιτέρω, εκείνο που λέει ο Διοσκουρίδης πως ο Φαληρέας υπήρξε «ο ορισμός του πνεύματος της γενιάς των Ελλήνων beat» είναι υπερβολή, για να μην πω πως είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ο «ορισμός του πνεύματος της γενιάς των Ελλήνων beat» μπορεί να ήταν ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης ας πούμε, και όχι ο άνθρωπος που… πέταγε γιαούρτια όλη μέρα σε διάφορες φάτσες που δεν του άρεσαν (κατά τα δικά του λόγια). Ο τεντυμποϊσμός δεν έχει καμμία σχέση με το beat. Μόνο στην Ελλάδα ανακατεύονται όλα με όλα και στο τέλος δε μένει τίποτα όρθιο.
Πιο κάτω ο Διοσκουρίδης γράφει κάτι περί της «χαμένης γενιάς» του Φαληρέα, αναφερόμενος στη «γενιά που πάνω που ετοιμαζόταν να βγει, την τσάκισε η χούντα». Θα το ξαναπώ. Ασχοληθείτε με τις «κριτικές» και μη γράφετε για πράγματα που δεν κατέχετε. Προσέξτε τι είχε πει ο ίδιος ο Τάσος Φαληρέας σε μια συνέντευξή του στον Ήχο (τεύχος 243, 6/1993), τα bold γράμματα δικά μου: «Φυσικά είχα πάει στη συναυλία των Στόουνς (σ.σ. 17/4/1967) στον Παναθηναϊκό. Είχαμε πάει με τον Πουλικάκο. Εγώ φορούσα μια γούνα και αυτός διάφορα περίεργα πράγματα, και έτσι όπως βγήκαμε από τη συναυλία και είμαστε και λίγο μαστούρηδες, άρχισαν να μας ξεφωνίζουν. Εμείς κουβαλάγαμε πέτρες στις τσέπες μας γι’ αυτές τις περιπτώσεις και τις πετάγαμε σ’ αυτούς και αυτοί μας απαντούσαν. Είχαμε πάει και στην υποδοχή, στο αεροδρόμιο, όπου πλακωθήκαμε με την αστυνομία κ.λπ. Όταν έγινε η χούντα εμείς συνεχίσαμε με τον ίδιο ρυθμό, μόνο που τα πέντε άτομα που είμασταν η παρέα, είχαμε γίνει πεντακόσιοι». Κατά τα λεγόμενα του Φαληρέα λοιπόν η χούντα όχι μόνο δεν τσάκισε τη γενιά του, αλλά και την πολλαπλασίασε! Αυτή είναι η ουσία, όλα τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα.
Ο Φαληρέας δεν ήταν κάποιος χαζός, που νόμιζε ότι πήγαινε κόντρα στη χούντα επειδή κάπνιζε μαύρο, διάβαζε Ginsberg (αν διάβαζε) και άκουγε ροκ. Ήξερε να κάνει σωστές διακρίσεις και αντιλαμβανόταν ποιοι ήταν εκείνοι που έκαναν πραγματική αντίσταση, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τους της ζωή. Όταν έγινε η «περίφημη σύλληψη» και φυλακίστηκε (με τον Πουλικάκο, τον Πολύτιμο και τον Μπαράκο) είδε τι συνέβαινε «μέσα». Όπως γράφει στην ίδια συνέντευξη στον Ήχο: «Καθίσαμε 27 μέρες στην Ασφάλεια και πεντέμιση μήνες στου Αβέρωφ. Εκεί είδαμε και τα βασανιστήρια και την Αριστερά.(…) Με την πολιτική δεν είχαμε καμμία σχέση. Όμως λυπόμασταν που τους βλέπαμε να τους δέρνουν. Και τους ποινικούς δέρνανε, αλλά εμείς υποτίθεται ότι είμαστε χαμένα κορμιά…». Τώρα, τι σχέση έχουν τα «χαμένα» κορμιά» του Φαληρέα, με τη «χαμένη γενιά» του Διοσκουρίδη νομίζω πως το αντιληφθήκατε. Απηυδισμένος από την άκρατη πολιτικοποίηση της Μεταπολίτευσης και την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα όσον αφορούσε στην αντιστασιακή δράση επί επταετίας, ο Φαληρέας είχε τη ζούρλα να γράψει ένα κείμενο με τον απίθανο προβακατόρικο τίτλο «Πότε θα κάνει ξαστεριά. Καλύτερα ποτέ»… νοσταλγώντας κι αυτός τις εποχές που έτρωγε ξύλο στα κρατητήρια, σαν να ήταν αντιστασιακός, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Κύρκο. (Το β μέρος του «Πότε θα κάνει ξαστεριά. Καλύτερα ποτέ» δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του ’88, στο προοίμιο του περιοδικού Δισκογραφία).
Πιο κάτω ο Διοσκουρίδης πετάει άλλη μία κοτρώνα ότι το δισκάδικο Pop 11 τάχα… «που διατηρούσε στην οδό Σκουφά o Φαληρέας θύμιζε όλα αυτές τις παράξενες ‘τρύπες’ με τα περίεργα όντα που έχουμε δει σε ταινίες όπως το High Fidelity». Το Pop Eleven εκείνης της (πρώτης) εποχής δεν είχε, και δεν θα μπορούσε να έχει, καμμία σχέση με τα δισκάδικα της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Εννοώ πως η ψυχοδυναμική των ανθρώπων που ψώνιζαν σ’ αυτό το μαγαζί, το ’72 ας πούμε, απείχε παρασάγγας από τις γενιές των συλλεκταράδων, που δαπανούσαν απίστευτα ποσά για ν’ αποκτήσουν έναν original δίσκο των 13th Floor Elevators και αργότερα των Music Emporium. Τι σχέση έχουν τα «όντα» του ’72 με τα «όντα» του ’92; Οι μεν αγόραζαν δίσκους για τη μαγεία της ακρόασης, βασικά αδαείς και απληροφόρητοι, ενώ οι άλλοι είχαν μπει ήδη στο trip του συλλέκτη και στη λόξα του φετιχιστή, έχοντας κάνει την πληροφορία κορδόνι (μη μου πείτε για τις εξαιρέσεις).
Τέλος πάντων, υπάρχουν και άλλα που θα μπορούσα να θίξω στο άρθρο αλλά για την ώρα κουράστηκα…

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

για τον ROCKY SHAHAN

Πριν από λίγες ημέρες έσβησα κατά λάθος την ανάρτηση (μαζί με τα σχόλια) για τον Rocky Shahan, που είχαν ανεβεί στο blog τον Οκτώβριο του 2010. Μεταφέρω, τώρα, και πάλι το κείμενο αισθητώς διαφοροποιημένο, προσθέτοντας κάποια ακόμη στοιχεία σχετικά και με την ελληνική παρουσία του πακιστανού τραγουδιστή. Επίσης, προσθέτω και όλα τα σχόλια ως «ένα».Ήταν λοιπόν ένας αναγνώστης, ο Yorgos, που είχε γράψει στο cbox δυο λόγια για τον πακιστανό τραγουδοποιό Rocky Shahan. Μου είχε θυμίσει δηλαδή έναν αγαπημένο καλλιτέχνη (όσο αγαπημένος μπορεί να είναι κάποιος μέσω δύο τραγουδιών), ο οποίος, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθεί να παραμένει (τουλάχιστον για εμένα) ένα πρόσωπο προς αναζήτηση.Ο Rocky Shahan είχε εμφανιστεί στην Αθήνα, στην 5η Ολυμπιάδα Τραγουδιού στο Παναθηναϊκό Στάδιο το καλοκαίρι του ’72 (7-9 Ιουλίου) και όπως είχε γράψει ο Yorgos είχε αποθεωθεί, τραγουδώντας ένα κομμάτι στο στυλ του Richie Havens (το κομμάτι είχε τίτλο “Hey you are my sunshine” και ήταν σε μουσική και στίχους δικά του). Μάλιστα, η κριτική επιτροπή δεν είχε αγνοήσει το κοινόν αίσθημα απονέμοντας στον Πακιστανό το βραβείο του δημοφιλέστερου τραγουδιστού και το βραβείο καλύτερης ερμηνείας της διοργάνωσης.
Για τον Rocky Shahan, που παραμένει πάντα ένα ανοικτό βιβλίο, έχω κατορθώσει να βρω ελάχιστα στοιχεία μέσα στα χρόνια. Ξέρω πλέον, με μια βαθύτερη ανασκαφή, πως είχε γεννηθεί στην Ινδία το 1944 και πως βρέθηκε πολύ μικρός στην Ευρώπη (στην Αγγλία) επειδή η μητέρα του ήταν χορεύτρια. Δεκατεσσάρων ετών μπήκε σ’ ένα οικοτροφείο του Essex, όπου και τελείωσε το Γυμνάσιο, για να βρεθεί (μετά το Γυμνάσιο), να σπουδάζει αεροναυπηγική στο Λονδίνο, έχοντας πάντα ως χόμπυ του την κιθάρα. Εκείνη την εποχή, μάλιστα, πρέπει ν’ αλλάζει και τ’ όνομά του (το επώνυμό του ήταν Chaudhari) υιοθετώντας το ονοματεπώνυμο του αμερικανού ηθοποιού Rocky Shahan (1919–1981) ή Robert Ray Shahan, πρωταγωνιστή στην αμερικανική western TV-σειρά “Rawhide” (1959-1965) με τον Clint Eastwood· η οποία σειρά, το 1962, ήταν μέσα στην 20άδα των top rated, sixties TV-shows στην Αγγλία. Εκεί προς τα τέλη του 1962 με αρχές του ’63 ο Rocky Shahan θα μπει στους Konrads ως μπασίστας (στο ίδιο συγκρότημα εμφανιζόταν ο άγνωστος τότε… David Bowie, παίζοντας τενόρο σαξόφωνο και τραγουδώντας), γυρίζοντας την Αγγλία με τους Rolling Stones, τον Dave Berry και τους Hollies. Προς τα τέλη της δεκαετίας, ο Rocky Shahan θα κάνει παραγωγή στο πολύ καλό psych άλμπουμ των Βρετανών Andwellas Dream “Love and Poetry” [CBS, 1969], ενώ κάποια στιγμή θα βρεθεί στην Κοπενχάγκη, εκεί όπου θα συναντήσει τη μούσα του, κάποιο κορίτσι με το όνομα Vibeke, χάριν του οποίου (κοριτσιού) θα γράψει το ένα από τα δύο τραγούδια, με το οποίο περνά στην ηχογραφημένη ιστορία.
Πρωτάκουσα το “Vibeke”, σ’ ένα φιλικό σπίτι στις αρχές της δεκαετίας του ’90, από έναν παλιό ελληνικό δίσκο (LP) της Philips –μάλλον κάποιον της σειράς “Hit Parade”– εντοπίζοντάς το (το τραγούδι), καμιά 15αριά χρόνια πριν, σ’ ένα γαλλικό 45άρι, το: “Vibeke/ Cherry tree” [Philips 355 365 PF]. (Τελικώς, είχα ακούσει το τραγούδι από το ελληνικό 45άρι, αλλά αυτό δεν έχει και τόσο σημασία). Χρονολογία δε θα βάλω προς το παρόν, επειδή στο δίσκο δεν αναφέρεται και θα πρέπει να το ψάξω κάπως παραπάνω. Πάντως, αναφερόμαστε στο 1970 ή 1971 (μάλλον στο 1970). Flip-side στο γαλλικό single ήταν το “Cherry tree”, ένα επίσης ωραίο τραγούδι με στοιχεία flamenco, που είχε ακουστεί ιδιαιτέρως στην Ελλάδα – και με τον Rocky Shahan να μου θυμίζει τόπους-τόπους τον Roger Chapman. Τo “Cherry tree” το έχει τραγουδήσει στη γλώσσα μας ως “Olilali” με ελληνικούς στίχους της μακαρίτισσας Σώτιας Τσώτου και ο Γιώργος Μελέκης (από τους Charms κ.λπ.) στο φερώνυμο LP του στη Zodiac [ZLP 88110] το 1993. 22-23 χρόνια μετά φαίνεται πως το τραγούδι το θυμόταν ακόμη ο Μελέκης, αλλά η version του, που είναι κοντά στο ύφος των Ζιγκ-Ζαγκ και του Στέλιου Ρόκκου, δεν μου αφήνει κάτι ιδιαίτερο. Τι άλλο;
Πολύ αργότερα έμαθα από ψάξιμο στο internet πως ο Rocky Shahan είχε συμμετάσχει στο VI Festival Internacional da Canção Popular, του Rio de Janeiro, το 1971, παίρνοντας δεύτερο βραβείο με το “Love is on my mind”. Κάποια ακόμη στοιχεία για τον τραγουδοποιό είχε αλιεύσει και ο Yorgos. Αρχικώς από το pdf της εφημερίδας Μακεδονία της 11/7/197 http://is.gd/zTp91K εκείνο που φαίνεται είναι πως, τον Rocky Shahan, τον αναφέρουν ταυτοχρόνως και ως «Ρόκυ Σαν» (Rocky Shan) και ως «Ρόκυ Σαχάν» (Rocky Shahan). Που σημαίνει, δηλαδή, πως είτε ως Rocky Shan τον συναντήσουμε, είτε ως Rocky Shahan, πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
Και κάτι ακόμη. Ο τύπος που γράφει στο Irish Rock Discography φαίνεται να τα λέει καλά για τους Pregnant Insomnia και το 45άρι τους “Wallpaper/ You intrigue me” [Direction 58-3132, 1967]. Δεν προκύπτει δηλαδή από πουθενά πως ήταν Ιρλανδοί. Ας βαστήξουμε, όμως, και την πληροφορία πως οι Pregnant Insomnia είχαν τρία μέλη που είχαν περάσει από τους Konrads (Neville Wills, Tony Edwards, Rocky Shan) και πως μπασίστας τους ήταν ο Rocky Shan ή Shahan.
Αυτά… και ο φάκελος παραμένει ανοιχτός. Για την ώρα ακούμε τον Πακιστανό στην “Vibeke”, ένα σπουδαίο τραγούδι…

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

GUY WARREN OF GHANA African Soundz

Η ιστορία του γκανέζου ντράμερ και percussion player Guy Warren (1923-2008) είναι τρανή και δεν καλύπτεται από τα λίγα λόγια που θα γράψω με αφορμή το βρετανικό LP του “The African Soundz of” από το 1972 – που βγήκε στο Νησί βεβαίως από την EMI/ Regal Zonophone [SLRZ 1031], αλλά και σε ετικέτα Fiesta [FLPS 1646] στην Αμερική. Εν συντομία πάντως…
Ο Guy Warren απέκτησε φήμη πρώτα στην πατρίδα του (την Γκάνα) μέσα από τη συνεργασία του με τον E.T. Mensah, τον άρχοντα του γκανέζικου highlife, στην μπάντα του οποίου, τους ακρογωνιαίους Tempos, μπαίνει το 1947. Προς τα μέσα της δεκαετίας του ’50 (πιθανώς το 1954), όπως διαβάζω στο www.ghanaweb.com, μεταβαίνει αρχικώς στη Βρετανία και εν συνεχεία στις ΗΠΑ, όπου προλαβαίνει να γνωρίσει τον Charlie Parker (πέθανε τον Μάρτιο του ’55), αλλά και τους Thelonious Monk, Billie Holiday, Billy Strayhorn, Max Roach κ.ά., μπαίνοντας παραλλήλως στις ηχογραφήσεις (π.χ. το “Guy Warren with Red Saunders Orchestra under the direction of Gene Esposito: Africa Speaks, America Answers” στην Decca το 1957 ή το “The Guy Warren Sounds: Themes for African Drums” στην RCA το 1958…).
Όντας στη Βρετανία, στο μεγαλύτερο μέρος των sixties και τις αρχές των seventies, o Guy Warren θα αποκτήσει τις πρέπουσες επαφές εντός του τοπικού jazz-circuit γράφοντας ένα πρώτο προσωπικό LP στην Columbia το 1963 (“Emergent Drums”), ένα δεύτερο επίσης στην Columbia το 1969 (“Afro-Jazz”), στο οποίο συνεργάστηκε με την αφρόκρεμα των british jazzmen της περιόδου (Amancio D’Silva, Don Rendell, Ian Carr, Michael Garrick, Trevor Tomkins, Dave Green), θα προτείνει μία σειρά κρουστών ηχογραφήσεων στο library label KPM (τα “Native Africa Volume 1 & 2”) επίσης το ’69, φθάνοντας έτσι μέχρι το “The African Soundz of” του ’72, λίγο πριν ολοκληρώσει την παρουσία του στο Νησί με τη συμμετοχή του στο “Stratavarious” [Polydor, 1972] του Ginger Baker…To άλμπουμ –μια παραγωγή του Denis Preston, ίσως της πιο σημαντικής πίσω φιγούρας της british jazz (το όνομά του αναφέρθηκε πριν λίγες μέρες και στην ανάρτηση για τον Shawn Phillips)– ξεκινά με το “African dance No. 1”, μία σύνθεση βασισμένη, ρυθμικώς, σε παραδοσιακό θέμα των Tuareg, με τον κιθαρίστα Les Philips να παραθέτει τους πρώτους αρπισμούς, τον Amancio D’Silva να παίζει μπάσο και τον Dick Heckstall-Smith (από τους Alexis Korner’s Blues Incorporated, The Graham Bond Organization, Colosseum κ.ά.) να παρεμβαίνει με αντιστικτικό τρόπο, προβάλλοντας μελωδικά soli στο σαξόφωνο. Στο “African dance No. 2” ο Warren προβάρει ήχους από τον Νίγηρα, τη βοηθεία talking drums, φλάουτου και, εν συνεχεία, στρατοσφαιρκών soli στο τενόρο και το σοπράνο από τον Heckstall-Smith, τοποθετημένων πάνω στο γειωμένο rhythm-section (συμβάλλει και η κιθάρα του D’Silva). Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “African sunset”. Οι Heckstall-Smith και D’Silva παίρνουν πάνω τους το κομμάτι (δεν ακούγονται καθόλου ντραμς-κρουστά)· μία εισαγωγή κατά έναν τρόπο στο “African dance No. 3”, που αποτελεί τη συνέχεια του “No. 2” μιας και η ρυθμική του βάση παραμένει ίδια. Το έσχατο “African dance No. 4” στηρίζεται σε μία οργιαστική μπασογραμμή του Amancio D’Silva, επί της οποίας ο Warren γεμίζει περιγράφοντας, με τον Heckstall-Smith ν’ αλλάζει διαρκώς ταχύτητες, περνώντας από την “Rhapsody in blue” και καταλήγοντας ν’ αναπαράγει τις… σειρήνες του περιπολικού. Burn baby! Burn!

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

CRYSTAL THOUGHTS οι εν Ελλάδι… κοσμικοί

Οι Crystal Thoughts είναι ελληνικό συγκρότημα. Σχηματίστηκαν το 1999, αρχικώς ως ντούο, για να εξελιχθούν προς ένα παράξενο κουαρτέτο αποτελούμενο από μία τραγουδίστρια (Λίλιαν Τσατσαρώνη), δύο αφηγητές (Mike Lawson, Janka Helmeciova) και τον Σπύρο Ρουχωτά, που χειρίζεται μπάσο, ντραμς, κιθάρες, πλήκτρα, κρουστά, φλάουτο, όμποε, bassoon, σιτάρ κ.λπ. Ο Ρουχωτάς υπήρξε μέλος των Δαίδαλος, που είχαν ηχογραφήσει ένα 45άρι το 1996, κι επίσης (μαζί με τη Λίλιαν Τσατσαρώνη) βασικοί συντελεστές του γκρουπ Τα Παιχνίδια του Ήλιου, που άφησε κι αυτό ένα LP το 2007. Υπάρχει μία προϊστορία λοιπόν που μετατρέπεται τώρα σε παρόν, επ’ αφορμής του “Toxic Phenomena in Kosmic Fields” [Missing Vinyl, 2011].
Με λίγα λόγια θα έλεγα πως οι Crystal Thoughts είναι ένα συγκρότημα με… ξεχασμένον ήχο. Με ψυχεδελικές, folk και progressive αναφορές –κοντά στο ύφος των σχημάτων της γερμανικής Pilz (Flute & Voice, Popol Vuh, Hölderlin, Emtidi…)– εμφανίζουν μία πλήρη κατανόηση της ουσίας του πράγματος, διαμορφώνοντας ένα cosmic περιβάλλον από αγνά, πρωτογενή υλικά, επιτυγχάνοντας το ποθούμενο χάσιμο· βασικά με το μεγαλοπρεπές “Kosmic journey” (καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης πλευράς). Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μέσα στην απλότητα και την αφηγηματικότητά του track, που ρέει σαν νεράκι, εκτοξευόντάς σε στο αχανές, με το σύντομο στο χρόνο “Psilocybe effect”, που κλείνει την πλευρά, να είναι ακόμη περισσότερο βυθισμένο στον Λυσεργικό Ωκεανό.
Στην B Side καταγράφονται τρία κομμάτια. Το “Crystal thoughts” ανοίγει με ακουστικούς κιθαρο-αρπισμούς, πρωτόλεια εφφέ, τη φωνή του Mike Lawson να τραγουδά πάνω σε μία απελπισμένη μελωδία (“Back to the purple skies, seemed like forever/ Velvet streams takes me, I’m lost into heaven”), την πνευστή γραμμή να δίνει ξέχωρη ομορφιά στο κομμάτι και με τα σύνθια να είναι όσο vintage απαιτείται. Το “Tear of an elephant” είναι με μία ή περισσότερες λέξεις μαγικό. Το φλάουτο, τα βαθιά πλήκτρα, η γυναικεία φωνή που ακολουθεί (“we were before time took my dream, became shadow across the ground/ and now I’m standing in the dark, we were before machines stole our life”), καθώς και το απέριττο cosmic κλείσιμο συμβάλλουν άπαντα προς ένα τέλειο track. Το έσχατο “Carovna pistalka” είναι ένα σλοβάκικο παραμύθι, που ολοκληρώνεται εντός δυόμισι λεπτών. Αφήγηση, φλάουτο, κιθάρες, vibes… μία μετατόπιση του ονείρου, στο φάσμα του πραγματικού.
Αν υπάρχει κάτι που να εντυπωσιάζει –όντως δηλαδή– στην περίπτωση του “Toxic Phenomena in Kosmic Fields”, τούτο είναι φυσικότητα εκείνων που ακούγονται. Τίποτα δήθεν, τίποτα βεβιασμένο, κανένα τράβηγμα. Ένα λίγο, που γίνεται πολύ από το άγγιγμα του magic carpenter…
Επαφή: http://is.gd/bFIKEM

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

ALOG γραμμή συναρμολόγησης

Κραταιά περίπτωση πειραματικού γκρουπ (θα επεξηγήσω στην πορεία σε τι συνίσταται ο πειραματισμός τους), οι Alog σχηματίστηκαν στο Tromsø της Νορβηγίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90 από τους Espen Sommer Eide και Dag-Are Haugan. Δώδεκα-δεκατρία χρόνια μετά έχουν στην κατοχή τους έξι άλμπουμ –τα πέντε στην Rune Grammofon– με το τελευταίο τους, το “Unemployed” [Rune Grammofon RCD2116, 2011], να φαντάζει ως το πλέον προχωρημένο· τουλάχιστον στο επίπεδο της φόρμας.
Παίζοντας και ταξιδεύοντας στην πατρίδα τους (αλλά και εκτός Νορβηγίας) οι Alog ήρθαν σε επαφή με διάφορους μουσικούς, κάποιοι εκ των οποίων προσκλήθηκαν να λάβουν μέρος στις ηχογραφήσεις του CD τους. Πρώτος ο Sigbjørn Apeland που παίζει fender rhodes, harmonium, κρουστά και ukulele σε τέσσερα tracks, κατόπιν οι βιολιστές Ole-Henrik Moe και Kari Rønnekleiv (οι Sheriffs of Nothingness δηλαδή) που εμφανίζονται σε τρία κομμάτια, η τραγουδίστρια-βοκαλίστα Jenny Hval, καθώς και ο ολλανδός αβαντ-γκαρντίστας Jaap Blonk (έχει σταθεί δίπλα στους John Tchicai, Tristan Honsiger, Mats Gustafsson κ.ά.). Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους είναι ένα, από τη φύση του, παράξενο άκουσμα, που μας πάει πίσω στο χρόνο, στις μέρες του Terry Riley και του Tony Conrad (“Last day at the assembly line”), ενσωματώνοντας στη διαδρομή τη… βιοποικιλότητα του ηχο-περιβαλλοντικού κόσμου. Σε κομμάτια όπως το “Baklandet” η επίδραση συγκροτημάτων όπως οι Third Ear Band είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, ενώ αλλού (“Bømlo brenn om natta”) ο συνδυασμός παράξενων ήχων (που προέρχονται, κατά πάσα πιθανότητα, από ιδιοκατασκευασμένα όργανα), έτοιμων ρυθμών και εξώκοσμων φωνητικών (Jaap Blonk) οδηγούν το “Unemployed” στα ακρότατά του.
Κάθε track από τα 14 του CD αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο ηχητικής παραδοξότητας, γεγονός που φανερώνει το ψάξιμο που έχει προηγηθεί από τους Alog –διάβασα πως έχουν συλλέξει ήχους από τα πιο πιθανά και απίθανα μέρη, ξεσκονίζοντας συλλογές δίσκων 78 στροφών, σαμπλάροντας εγγραφές από εκκλησίες, ενσωματώνοντας δικές τους εγγραφές ως street musicians από τις… πόλεις των Εθνών κ.ο.κ.–, αλλά και της μαεστρίας τους στη διευθέτηση και την τακτοποίηση της ηχητικής πληθώρας. Εξαιρετικό άλμπουμ· αλλά και το άλλο. Το “Unemployed”, που ως CD διαρκεί περί τα 76 λεπτά, κυκλοφορεί και ως τετραπλό LP(!), με 77 extra λεπτά μουσικής, που δεν ακούγονται πουθενά αλλού. Πάρε και κατάλαβε...
Ακούστε το “Bømlo brenn om natta”, αλλά φθάστε το μέχρι το τέρμα…

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ party

Το απόγευμα στο Athens A Go Go συνάντησα τον mr.z (του blog naked sides) και στο λέγε-λέγε, ανάμεσα σε άλλα, θυμηθήκαμε και το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη. Γι’ αυτό το κομμάτι είχα κάνει μιαν ανάρτηση λίγο μετά το ξεκίνημα τού on line δισκορυχείου, όταν στο blog έμπαιναν και διάβαζαν λίγα άτομα. Με αφορμή λοιπόν την κουβέντα κι επειδή η παλαιά ανάρτηση δεν έχει επισκεψιμότητα (ποιος και γιατί να πατήσει δισκορυχείον, party και Νίκος Μαμαγκάκης;) την επαναφέρω στο προσκήνιο με κάποια επιπλέον στοιχεία και φωτογραφίες.
Ας ξαναπώ λοιπόν πως το “Party” το έμαθε και το άκουσε ο κόσμος από την παλαιά βρετανική συλλογή “The Thriller Memorandum, volume 2” [r.p.m, 1996], ένα CD με εξαιρετικά groovy κομμάτια των Ken Woodman, Tony Hatch, Jacques Denjean, Ingfried Hoffmann, Mark Wirtz, Basil Kirchin και άλλων, συντεθιμένα τα περισσότερα για επισκιασμένα thrillers (αστυνομικά, δικαστικά, πολεμικά κ.ά.) της περιόδου 1962-72, ανοίγοντας κατά κάποιον τρόπο το δρόμο για τις δεκάδες ανάλογες συλλογές που θα επακολουθούσαν. (Δεν λέω πως η “thriller memorandum” ήταν η πρώτη του είδους, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν από εκείνες που άνοιξαν το χορό). Το κομμάτι του Νίκου Μαμαγκάκη (τέταρτο στο track list από τα είκοσι τέσσερα) τιμά οπωσδήποτε και τον ίδιο και την… groovy/lounge χώρα.
Την “Thriller Memorandum” την αγόρασα κάποια στιγμή στις αρχές των 00s, όταν την εισήγαγε η Hitch-Hyke, κι ας είχα ήδη μερικά από τα κομμάτια της στις original φόρμες· πρώτο όλων φυσικά το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη… Το 45άρι “The theme from the ‘Private Right’/ Party” [UK. Fontana TF 894, 1967] το είχα αγοράσει περί τα μέσα της δεκαετίας του ’90 από έναν βρετανικό κατάλογο, τον Movie Boulevard που είχε ως έδρα του το Leeds. Ο κατάλογος ειδικευόταν σε βιντεοκασέτες και σε δίσκους (LP και 45άρια) και γενικώς είχε καλές τιμές. Για παράδειγμα μπορούσες να βρεις (στις 45 στροφές) την “Aphrodite” του Γιώργου Κοτσώνη με 3,5 λίρες (τότε 1350 δραχμές), τις ιαπωνικές εκδόσεις των “Vous interessez vous a la chose” του Γιάννη Σπανού, “Girls in the sun” του Σταύρου Ξαρχάκου και “Blue” του Μάνου Χατζιδάκι με 10.50 λίρες (4100 δραχμές) και άλλα διάφορα.To “The theme from the ‘Private Right’” ήταν ένα χασάπικο (με μπουζούκι) στο στυλ των αναλόγων του Θεοδωράκη και του Ξαρχάκου, αλλά το “Party” στην πίσω πλευρά ήταν ένα moody οργανικό με σαντούρι, harpsichord και ωραία γεμίσματα στην ηλεκτρική κιθάρα, που έδειχνε, συν τοις άλλοις, τη γνωστή άνεση του έλληνα συνθέτη να κινείται σε... μοντέρνους δρόμους, παραλλήλως με τους λαϊκούς ή τους avant. Και τα δύο tracks (ηχογραφημένα από τον Γιάννη Σμυρναίο) προέρχονταν από το soundtrack μιας βρετανο-κυπριακής παραγωγής υπό τον τίτλο “The Private Right”, σκηνοθετημένη από κάποιον Michael Papas. Πρωταγωνιστούσαν δε σ’ αυτήν κύπριοι και βρετανοί ηθοποιοί (Δημήτρης Ανδρέας, Γιώργος Κάφκαρης, Χρήστος Δημητρίου, Charlotte Selwyn, John Brogan, Joanna Farber, Λάκης Σιδεράς, Τάκης Θεοφάνους...). Πριν κάμποσα χρόνια είχα βρει μάλιστα κι ένα διαφημιστικό 8πτυχο, με ωραίες φωτογραφίες από το φιλμ –κάποιες τις βλέπετε– και άλλες πληροφορίες. Μεταφέρω κάτι...Το στόρι κεντράρει στον Μίνωα Ηλία ελληνοκύπριο αγωνιστή της ΕΟΚΑ, ο οποίος προδίδεται από έναν συμπατριώτη του, τον Τάσσο Φάντη, που συνεργάζεται με τους Εγγλέζους. Ακολουθεί μάχη. Ο Ηλίας πιάνεται και βασανίζεται από τον Φάντη, που παίρνει εντολές από τους άγγλους αξιωματικούς. Η ανεξαρτησία έρχεται στο νησί. Ο Φάντης το σκάει στο Λονδίνο, για να αποφύγει την κυπριακή δικαιοσύνη, αλλά ο Ηλίας τον ακολουθεί, ψάχνοντάς τον στην τοπική κοινότητα, στα café, τα clubs και τα ρεστοράν του Λονδίνου. Κάποια στιγμή τον εντοπίζει σ’ ένα party... Tα υπόλοιπα επί της οθόνης, που θα ’λεγε κι ο... Μπακογιαννόπουλος. Η ταινία (που είναι παραγωγής 1966 και όχι 1968 όπως γράφει ο imdb.com) προκάλεσε ντόρο στην εποχή της (στη Μεγάλη Βρετανία)· κυρίως, γιατί θεωρήθηκε απαράδεκτο βρετανικά κεφάλαια να επενδύονται σε φιλμ, που έδειχνε εντόπιους στρατιωτικούς να διατάζουν βασανιστήρια. (Σιγά, τους χαλάσαμε τη διαγωγή…). Παρά ταύτα η ταινία θα προβληθεί στο τότε London Film Festival, κάνοντας όμως... χαμηλή πτήση.
Το “Party” το είχε ανεβάσει παλαιότερα ο mr.z και μπορείτε να το ακούσετε από εδώ... http://www.divshare.com/download/10200851-26c