Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

EHUD ASHERIE επαναφορά ενός μαύρου musical του 1921

Πολύ παλαιό musical, πρωτοανεβασμένο στο Broadway το 1921, είναι το Shuffle Along, γραμμένο από τον πιανίστα Eubie Blake και τον στιχουργό Noble Sissle. Διαβάζω, μάλιστα, στις liner notes του εξωφύλλου τού άλμπουμ που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, πως το σώου περιόδευσε για τρία χρόνια, και πως ήταν το πρώτο μαύρο musical, που παίχτηκε σε λευκά θέατρα, σε όλο το μήκος και το πλάτος της Αμερικής, βγάζοντας και επιτυχίες (“Im just wild about Harry”, “Love will find away”). Τώρα, αυτό το πιανιστικό, κατά βάση και επί της ουσίας, έργο αναλαμβάνει να φέρει ξανά στο φως ένας σύγχρονος πιανίστας, ο εβραϊκής καταγωγής Ehud Asherie.
Μάστερ του swing και του stride πιάνου, ο Asherie γεννήθηκε στο Ισραήλ το 1979, έζησε αρκετά χρόνια στην Ιταλία, ενώ, εδώ και καιρό, είναι κάτοικος Νέας Υόρκης. Είναι επηρεασμένος, διαβάζω, από τον Thelonious Monk (αν και αυτό δεν διακρίνεται και τόσο εδώ θα έλεγα… αν και…), έχοντας παίξει, στην ήδη πλούσια καριέρα του, με πολλούς και διαφόρους (Roy Ayers, Eric Alexander, Clark Terry, Scott Hamilton…).
Στην παρούσα εκδοχή τού Shuffle Along [Blue Heron, 2016] ο Asherie έχει πάντως έναν σοβαρό σκόπελο να υπερπηδήσει… και αναφέρομαι στην απουσία της φωνής. Είναι το λεπτό σημείο τού δικού του “Shuffle Along” κι είναι εκείνο, εν τέλει, που εκμεταλλεύεται ο ισραηλινός πιανίστας προκείμενου να πάει παρακάτω. Αναπληρώνει, θέλω να πω, τη φωνή μ’ ένα πολύ ιδιαίτερο, εύηχο και μεστό παίξιμο, που άρχεται βεβαίως από το ragtime, φέροντας στην πορεία, και κατά τόπους, μιαν αίσθηση bop – κι εδώ, ίσως, ανιχνεύονται κάποια διδάγματα από τον Monk σχετικά με τις πιο μοντέρνες αρμονίες και τα ρυθμικά ριφ.
Γλαφυρός και λυρικός, στιβαρός και δυναμικός, αναλόγως με τα θέματα και την σεναριακή πορεία τού “Shuffle Along”, ο Ehud Asherie προτείνει ένα άλμπουμ, που, ενώ έχει μια τόσο παλαιά και ξεπερασμένη (υποτίθεται) βάση είναι ταυτοχρόνως σημερινό και κυρίως απολαυστικό. Όπως πάντα συμβαίνει, όταν παλαιές μουσικές έρχονται στο τώρα από καλλιτέχνες με συνείδηση και απλό όραμα.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

RATATET jazz+ από την Bay Area

Σεξτέτο είναι οι Ratatet αποτελούμενοι εκ των Paul Hanson μπασούν, τενόρο, John Gove τρομπόνι, Dillon Vado βιμπράφωνο, Greg Sankovich όργανο, πιάνο, Jeff Denson διάφορα μπάσα, φωνητικά και Alan Hull ντραμς (ο Hull είναι και ο leader του συγκροτήματος). Δίπλα σ’ αυτούς τους μουσικούς, σε ορισμένα tracks, ακούμε τρεις ακόμη παίκτες (guests δηλαδή), τον πολύ γνωστό μας από τους Oregon κορνίστα και ομποΐστα Paul McCandless, τον τσελίστα Joseph Hebert και τον κιμπορντίστα Jonathan Alford.
Αυτό που παρουσιάζουν οι Ratatet στο Arctic [Ridgeway Records, 2016] δεν είναι jazz με τη στενή έννοια. Οπωσδήποτε υπάρχουν ισχυρές jazz αναφορές, όμως δεν είναι οι μόνες. Εξίσου ορατοί, δηλαδή ακουστοί, είναι και οι κλασικοί υπαινιγμοί, οι κάπως rock ή και οι funk, μαζί με τους λατινοαμερικάνικους. Βεβαίως οι Oregon αποτελούν μιαν αναφορά –και όχι μόνον εξαιτίας της παρουσίας του McCandless– όμως επιρροές υπάρχουν και από προσωπικότητες πέραν της μουσικής, όπως τον εικαστικό Jean-Michel Basquiat (1960-1988) και τον επίσης εικαστικό και φωτογράφο Cy Twombly (1928-2011). Τούτο το λένε καθαρά οι Ratatet… δεν το λέω εγώ (εννοείται).
Οι συνθέσεις (όλες πρωτότυπες) έχουν κάτι από το contemporary κλίμα της Δυτικής Ακτής (στην Bay Area εξάλλου δραστηριοποιείται το σχήμα), με τα soli των πνευστών και τα γενικότερα παιξίματα ν’ ακούγονται συχνά πρωτότυπα και ουσιαστικά (όπως εκείνο του Hanson στο μπασούν στο “The marriage of Arnolfini” ή του μπασίστα Denson στο φερώνυμο “Arctic”). Γενικώς, ανιχνεύεται ποικιλία υφών και τεχνοτροπιών από σύνθεση σε σύνθεση, με αποτέλεσμα το συνολικό άκουσμα να δημιουργεί ωραία διάθεση στον ακροατή, για να μην μιλήσω για ευφορία. Είναι οι επαγγελματίες μουσικοί, θέλω να πω, που αν και άγνωστοι κατά το μάλλον ή ήττον, ξέρουν να παίζουν τις μουσικές που γουστάρουν στα δάχτυλά τους (στην περίπτωσή μας και κυριολεκτικώς). Ο Hull, ας πούμε, έχει σπουδάσει στο Berklee έχοντας βρεθεί στη σκηνή με διαφόρους… από τους καναδούς διασκεδαστές Cirque du Soleil μέχρι τον θρύλο Lee Konitz. Έτσι, η ανάγκη δημιουργίας μιας ευχάριστης μουσικής από τη μια μεριά, όπως και η βαθειά γνώση τού μουσικού αντικειμένου από την άλλη είναι ό,τι συντελεί σε τούτο το άψογο τελικό αποτέλεσμα.
Επαφή: www.ratatet.com

Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

τι να μας πουν οι... διάφοροι όταν υπάρχει ο αιώνιος ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ;

ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ Η ΑΥΡΙΑΝΗ!

BLUES REVIVAL 17: DRIFTIN’ SLIM ή MODEL T. SLIM (1919-1977)

Δεν δισκογράφησε πριν τον Δεύτερο Πόλεμο ο Driftin’ Slim ή Model T Slim (πραγματικό όνομα Elmon Mickle), όμως μαθήτευσε δίπλα στον Sonny Boy “John Lee” Williamson, όταν ο τελευταίος ηχογραφούσε για την Bluebird στα τέλη του ’30. Αν και παρουσίασε για πρώτη φορά τραγούδια του για την Modern το 1951, μόνο μετά την έκρηξη του blues revival άρχισε να απασχολεί ευρύτερα με το δικό του one man band σώου, με αποτέλεσμα να γράψει τότε αρκετές πλευρές για πολλά μικρά labels (Elko, E.M., JGEMS, Magnum κ.ά.). Έγραψε και για την βρετανική Blue Horizon δύο tracks το 1966, αλλά εκείνο το LP (ένα από τα ελάχιστα δικά του), που έδειξε ποιος στ’ αλήθεια ήταν ο DriftinSlim ήταν το “Somebody Hoo-Dood The Hoo-Doo Man”, που τυπώθηκε για την Milestone περί το 1967.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Somebody Hoo-Doo’d The Hoo-Doo Man – Milestone MSP 93004 – 1967; 
2. Somebody Done Voodoo - The Hoodoo Man – UK. Flyright FLY 559 – 1980 (ως Model T. Slim) 
(ηχογραφήσεις από 1966-67;)

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

oι GÉTATCHÈW MÈKURYA, TONY CONRAD, PAPA WEMBA, LONNIE MACK, GIB GUILBEAU και BILLY PAUL στον… άλλο κόσμο

Ο θάνατος του Prince (21/4) ήταν το αρνητικό καλλιτεχνικό γεγονός του μήνα που τελειώνει. Εξ ίσου σημαντική απώλεια υπήρξε κι εκείνη του Merle Haggard (6/4), ενός τεράστιου μουσικού της country, αν και ιδεολογικώς αμφιλεγόμενου κάποιες φορές, που έγινε «θρύλος» εν ζωή. (Δεν χρειάζεται να πούμε πως όταν μιλάμε για country στην επαρχιακή Αμερική και στο νότο της χώρας είναι σαν να λέμε για το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα). Επίσης η απώλεια του Gato Barbieri, στην αρχή του Απρίλη (2/4), είχε κι αυτή το παγκόσμιο βάρος της λόγω Last Tango in Paris.
Πέραν αυτών των μεγάλων (μουσικών) απωλειών υπήρξαν κι άλλες σημαντικές, που πέρασαν κάπως απαρατήρητες ή και εντελώς απαρατήρητες. Να μερικές απ’ αυτές…
GÉTATCHÈW MÈKURYA (1935-4/4/2016)
Μορφή της αιθιοπικής τζαζ (ναι, υπάρχει και τέτοια) που απέκτησε παγκόσμια φήμη μόλις στις αρχές των 00s, ο Gétatchèw Mèkurya είναι μια κατηγορία μόνος του. Υιοθετώντας την παράδοση τής shellèla, ενός τύπου τραγουδιού που έμοιαζε με λογομαχία, ο Mèkurya έφτιαξε από πολύ νωρίς τον προσωπικό ήχο του, αυτοσχεδιάζοντας στο τενόρο σαξόφωνο σ’ ένα… οργίλο στυλ, με τόλμη και φαντασία. Το άκουσμα είναι κάποιες φορές μοναδικό, ορισμένες φορές μπορεί να υπαχθεί στην κατηγορία free, ενώ κάποιες άλλες μπορεί να θυμίσει ακόμη και ταξίμια κλαριντζήδων. Είχε όμως και άλλα κομμάτια στη φαρέτρα του ο Gétatchèw Mèkurya (πέραν των πιο… free), όπως χορευτικά ή και «ψυχεδελικά» στο γνωστό éthiopiques ύφος των συλλογών τής Buda Musique. Από ένα τέτοιο CD εξάλλου, το “Negus of Ethiopian Sax” του 2003 (το υπ’ αριθμόν 14 εκείνης της περίφημης γαλλικής σειράς), ο αιθίοπας σαξοφωνίστας θ’ αποκτήσει μεγάλη φήμη, που θα τον φέρει στα… γεράματά του στην Ευρώπη να συνεργάζεται με τους αναρχοπάνκηδες και άλλα τινά Ολλανδούς The Ex! Και από ’κει θα προκύψουν δίσκοι, όπως το “Moa Anbessa” (2006) ή το “Y'Anbessaw Tezeta” (2012) – το λέω, γιατί οι λίγες πρωτότυπες εγγραφές του στην αιθιοπική Philips από τα early seventies κοστίζουν μια (μικρή) περιουσία. Ok, υπάρχουν και οι επανεκδόσεις…
TONY CONRAD (1940-9/4/2016)
Από τους καλλιτέχνες που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη μουσική και φιλμική avant του ’60, ο Tony Conrad (γνωστός και στους ροκάδες από τις συνεργασίες του με τους Γερμανούς Faust) άφησε πίσω του έργο πολύ και σημαντικό. Αρκεί να σκεφτούμε μόνο (όσον αφορά στη μουσική) πως ο Conrad υπήρξε μέλος ενός θρυλικού γκρουπ των early sixties, μέσα από το οποίο ξεπήδησαν ουσιαστικά οι Velvet Underground, των Theatre of Eternal Music / The Dream Syndicate, μέλη των οποίων, πέραν του ιδίου, ήταν και οι John Cale, Angus MacLise, La Monte Young και Marian Zazeela. Το τι έπραξαν όλοι αυτοί, σε τι φιλοσοφικές (διαλογιστικές) διαστάσεις κινήθηκαν, καθώς έψαχναν τον «τέλειο τόνο», τι μουσική σκάρωσαν, πώς έμπλεξαν τα drones, με τον μινιμαλισμό και το πείραμα είναι πολύ μεγάλη ιστορία, που έχει εν πάση περιπτώσει καταγραφεί, και που είναι κάπως δύσκολο αυτή τη στιγμή να αναλυθεί.

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

πέθανε ο ΟΣΚΑΡ ΑΛΒΑΡΕΖ

Τον ΠΑΣ Γιάννινα τον συμπαθούσα, τον Παναθηναϊκό ποτέ, όμως τον Αλβαρέζ όπου τον έβλεπα να παίζει, είτε με τον «Άγιαξ της Ηπείρου», είτε με τους Πράσινους, τον χαιρόμουνα. Παικταράς, που δύσκολα μαρκαριζόταν, με ωραία ξεπετάγματα και με φοβερό σουτ, ο Αλβαρέζ είχε χώσει γκολάρες (134 τον αριθμό!) είτε με τον ΠΑΣ (1972-76), είτε με τον Παναθηναϊκό (1976-80), οδηγώντας τις ομάδες του σε εντυπωσιακές νίκες.
Τον Αλβαρέζ τον είχε φέρει στην Ελλάδα ο Γκομέζ ντε Φαρία στις αρχές του ’70, όταν ξεκίνησε να κτίζει τον ΠΑΣ στηριγμένος στους ελληνοποιημένους «άσσους» από την Λάτιν Αμέρικα. Ο Όσκαρ Αλβαρέζ, μαζί με τους Κοντογιωργάκη, Γκλασμάνη, Παστερνάκη, Μοντέζ και τον τερματοφύλακα Λίσα συμπλήρωσαν μιαν εξαιρετική ομάδα που στέφτηκε πρωταθλήτρια στη Β Εθνική αρχικώς (περίοδος 1973-74), ενώ δύο χρόνια αργότερα (περίοδος 1975-76), έφθασε μέχρι και την 5η θέση τής Α Εθνικής κατακτώντας τον άτυπο τίτλο τής πρώτης επαρχιακής ομάδας. Αργότερα ήρθε ο ΠΑΟ για τον Αλβαρέζ, για λίγο στη συνέχεια ο Ατρόμητος Αθηνών και τέρμα…
Δισκάκι της Astron με "γιαννιώτικα" τραγούδια του Ανδρέα Βάσιου από τα μέσα του '70. Στο εξώφυλλο ο μεγάλος ΠΑΣ. Οι καθιστοί (από αριστερά): Κοντογιωργάκης, Μοντέζ, ΑΛΒΑΡΕΖ, Παστερνάκης, Λίσα.
Τον θάνατο του Όσκαρ Αλβαρέζ τον ανακοίνωσαν όλα τα sites στην Ελλάδα…
Κάποια (Τα Νέα, Πρώτο Θέμα, LiFO.gr, Sport 24) ανέφεραν το όνομά του όπως το ήξερε ο κόσμος στα seventies, και όπως έμεινε στις συνειδήσεις των φιλάθλων – ως Όσκαρ Αλβαρέζ. Το σωστό δηλαδή. Τα περισσότερα, όμως, το άλλαξαν, τάχα προς το αληθινότερο, θέλοντας να παραστήσουν τους... ξενόγλωσσους κοσμοπολίτες. Σφαλιάρες θέλουνε… Σταχυολογώ… 

«Έφυγε» από τη ζωή ο Όσκαρ Μαρσελίνο Αλβάρες (ethnos.gr) 
«Έσβησε» ο Όσκαρ Αλβάρες! (gazzetta.gr) 
«Έφυγε ο Όσκαρ Άλβαρες» (contra.gr)
«ΘΡΗΝΟΣ! Πέθανε ο Όσκαρ Μαρσελίνιο Αλβάρεζ» (star.gr)
«Εφυγε από τη ζωή ο Οσκαρ Αλβάρεζ – Πρώην άσος τους ΠΑΣ Γιάννινα και του ΠΑΟ» (iefimerida.gr) 
«Ποδόσφαιρο: «Έφυγε» ο μεγάλος Όσκαρ Άλβαρες» (naftemporiki.gr) 
«Συλλυπητήρια ανακοίνωση για τον Αλβαρές» (novasports.gr)

Άκου… Μαρσελίνο Αλβάρες!! Ου να μου χαθείτε... με τις φτωχομπινεδιές σας. Εμένα, ας πούμε, αν μου έλεγε κάποιος πως πέθανε ο... Όσκαρ Μαρσελίνο Αλβάρες το μυαλό μου δεν θα πήγαινε ποτέ στον Όσκαρ Αλβαρέζ. Αλλά αυτά παθαίνουν όσοι αφήνουν… αμούστακους να γράφουν για τέτοια θέματα.

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ο HERBERT MARCUSE για την «νέα κοινωνία» στην βαυαρική τηλεόραση την 5/1/1971

Ο Ηριδανός ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον περιοδικό, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά επί χούντας από τις φερώνυμες εκδόσεις του Αλέκου Παπακώστα – πρώτο τεύχος, από τον Νοέμβρη-Δεκέμβρη του 1972. Σ’ εκείνο το πρώτο τεύχος υπάρχει και το κείμενο «Χ. Μαρκούζε – Κ. Πόππερ/ Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;». Διαβάζουμε στον πρόλογο:
«Ο σταθμός τηλεοράσεως της Βαυαρίας παρουσίασε στις 5/1/1971, σε ειδική εκπομπή του, και σ’ ένα ιδιόμορφο διάλογο, δύο από τους πιο συζητημένους διανοητές της εποχής μας: τον Χέρμπερτ Μαρκούζε και τον Καρλ Πόππερ. Συνομιλητής και με τους δύο ήταν ο συντάκτης του σταθμού. Το θέμα όμως ήταν κοινό: Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση; - ποιος είναι ο δρόμος για τη λύση των σημερινών θεμελιακών προβλημάτων της κοινωνίας, αν αναγνωρίζεται πως υπάρχουν τέτοια;
Οι δύο διανοητές ανήκουν στους αντίποδες της σύγχρονης σκέψης. Οι προσεγγίσεις στο πρόβλημα προκαλούν –στο σύνολό τους ή σε καίρια σημεία τους– ισχυρές αντιδράσεις στις συνειδήσεις. Η αναζήτηση όμως της αλήθειας, μόνο μέσα από οξείες συγκρούσεις στο χώρο των ιδεών και από μια προσεκτική επαλήθευση στο πεδίο της πρακτικής, μπορεί να προαχθή. Ο Ηριδανός αφήνει ανοιχτό το θέμα της συζήτησης, για να επανέλθη και με άλλες συμβολές».

Η συζήτηση έχει βεβαίως πολύ ενδιαφέρον, αλλά, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι αδύνατον να την αντιγράψω ολόκληρη. Σε κάποιο σημείο πάντως λέγονται τα εξής (οι εμφάσεις δικές μου):

Δημοσιογράφος
Και ποιο δρόμο βλέπετε εσείς προς την κοινωνία αυτή (σ.σ. τη «νέα κοινωνία»);
Χέρμπερτ Μαρκούζε
Ο δρόμος προς την κοινωνία αυτή είναι φυσικά κάτι που μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί μόνο μέσα στην πάλη για την ίδια αυτή κοινωνία. Κάτι που θα πρέπει να ειπωθεί μιας εξαρχής: ο δρόμος αυτός θα είναι για τις διάφορες χώρες ένας δρόμος πολύ διαφορετικός, ανάλογος με το βαθμό της ανάπτυξης αυτών των χωρών, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, την ανάπτυξη της συνειδητότητας, των πολιτικών παραδόσεων κλπ. Θα επιθυμούσα ωστόσο να περιοριστώ στις κρίσεις μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια και γνωρίζω τόσο καλά αυτή τη χώρα, και να τονίσω εντονότατα μιας εξαρχής ότι η κατάσταση λόγου χάρη στη Γαλλία και την Ιταλία είναι μια κατάσταση πολύ διαφορετική. Υπάρχει φυσικά και το ζήτημα της αλλαγής, το ζήτημα του υποκειμένου της αλλαγής, το ζήτημα: ποιος αποτελεί το επαναστατικό υποκείμενο; Το ερώτημα μου φαίνεται ανόητο, αφού το επαναστατικό υποκείμενο μπορεί να αναπτυχθεί μονάχα μέσα στη διαδικασία της ίδιας της αλλαγής. Δεν είναι κάτι που υπάρχει και που θα μπορούσε απλώς να συναντήσει κανένας οπουδήποτε. Το επαναστατικό υποκείμενο γεννιέται μέσα στην πράξη, με την ανάπτυξη της συνειδητότητας, την ανάπτυξη της δράσης.
Δημοσιογράφος
Θα μπορούσε το υποκείμενο να είναι σήμερα η εργατική τάξη;
Χέρμπερτ Μαρκούζε
Με κατηγόρησαν πως έχω δήθεν ισχυρισθεί ότι η εργατική τάξη δεν αποτελεί πια επαναστατικό υποκείμενο. Αυτό είναι φυσικά μια διαστρεύλωση όλων όσων έχω πει. Αυτό που είπα είναι πως η εργατική τάξη στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελεί σήμερα υποκείμενο της επανάστασης. Δεν πρόκειται για μια αξιολογική κρίση, αλλά για μιαν αναγνώριση ενός πραγματικού γεγονότος. Και πάλι όμως η κατάσταση είναι διαφορετική στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου υπάρχει μια ισχυρή πολιτική παράδοση της εργατικής τάξης, όπου το βιοτικό επίπεδο δεν έχει φτάσει ακόμα στο ύψος των Ηνωμένων Πολιτειών, και όπου για το λόγο αυτό το ριζοσπαστικό δυναμικό της εργατικής τάξης είναι πολύ πιο ισχυρό απ’ ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δημοσιογράφος
Έχετε τονίσει με μεγάλη έμφαση το ρόλο των φοιτητών. Ποιος είναι ο ρόλος που παίζουν στην αλλαγή της κοινωνίας;
Χέρμπερτ Μαρκούζε
Ποτέ δεν ισχυρίστηκα ότι το φοιτητικό κίνημα μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει το εργατικό κίνημα σαν πιθανό υποκείμενο της επαναστατικής πάλης. Αυτό που είπα είναι πως το φοιτητικό κίνημα λειτουργεί σήμερα σαν καταλύτης, σαν «προπονητής» του επαναστατικού κινήματος και παίζει στη σημερινή πραγματικότητα έναν εξαιρετικά αποφασιστικό ρόλο.(…)  

Αυτά προς γνώσιν…
Αρχικώς το κείμενο το προόριζα για σχόλιο σε προηγούμενη ανάρτηση (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2016/04/hippies-1969.html), αλλά επειδή «τράβαγε» είπα να του δώσω άλλη διάσταση…

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

το “- Indeed -” του KOSTA A.-MONK

Στον Κωστή Αναγνωστόπουλο ή Kosta A.-Monk είχαμε αναφερθεί τον προηγούμενο Οκτώβριο, όταν γράψαμε για το δισκάκι των Distortion Tamers στις Athens Mood Records/ Anazitisi Records. Βασικός συνθέτης, στιχουργός, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Distortion Tamers, ο Αναγνωστόπουλος, με θητεία πριν 20 και βάλε χρόνια στους Eels (έχει περάσει, φυσικά, και από άλλα συγκροτήματα), έχει τώρα ένα προσωπικό CD σε κυκλοφορία που έχει τίτλο “- Indeed -”, και που είναι τυπωμένο από την Anazitisi Mood Records. Το άλμπουμ αυτό είναι ένα από τα ωραιότερα ροκάδικα, φτιαγμένο από Έλληνες, που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό και στη συνέχεια τού κειμένου θα προσπαθήσω να εξηγήσω το γιατί…
Οι επί της ουσίας ροκ αναφορές του Kosta A.-Monk φθάνουν μέχρι τα eighties, μέχρι τα χρόνια του «ροκ της ερήμου», την αναβίωσης του ψυχεδελικού και garage ήχου των sixties, και αυτό είναι ένα μεγάλο ατού για τον ήχο του δίσκου. Ούτε οι αηδίες του grunge, ούτε άλλα ψευτοπανκοειδή ή στονεράδικα συμπράγκαλα… Rock και folk-rock γερό, απλό και κατανοητό, όπως εκείνο που έφτιαξαν οι «πατέρες» του ’60, ο Dylan, οι Byrds, οι Crazy Horse με τον Neil Young (ή και χωρίς αυτόν), ο Johnny Cash και βεβαίως ο Tom Waits, o Warren Zevon, ο Chuck E. Weiss, ακόμη και ο Leonard Cohen, ακόμη και ο Nick Cave (από κάποιο σημείο και μετά). Σ’ αυτό το είδος του rock επενδύει ο Αναγνωστόπουλος, και πάνω σ’ αυτές τις ράγες βαδίζει απαρέγκλιτα, αφού και τα οκτώ κομμάτια του “- Indeed -” αποτίνουν φόρο τιμής σε όλους αυτούς τους ήρωες – στις «σκοτεινές» ή λιγότερο «σκοτεινές» ιστορίες τους.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Sorrow tango”, ένα κάπως διφορούμενο στιχουργικώς τραγούδι, που είναι αυτό που περιγράφει ο τίτλος του. Εύκολο στο στόμα, και γι’ αυτό ωραίο (είναι η μελωδία δηλαδή, που το κάνει ωραίο), το “Sorrow tango” μοιάζει ιδανικό για εισαγωγή (και είναι). Το “Pine trees and the sea” είναι blues, με τον τρόπο ενός Tom Waits ας πούμε, περιγράφοντας με λέξεις αδρές (και) τη σημασία τής μουσικής στην προσωπική ζωή. Στο “Memories” ο Kosta A.-Monk γίνεται ακόμη πιο προσωπικός και πειστικός, γυρνώντας πίσω στο χρόνο, έχοντας πάντα όμως «για μπροστά» μια θανατηφόρα ροκιά (ο ίδιος παίζει το ωραίο σόλο της κιθάρας στο κλείσιμο). Το “Away for so long” είναι ένα ακόμη blues, με το “Argentina” να κινείται στο χώρο της ροκ μπαλάντας, «ντυλανικής» ή άλλης. Το ίδιο, δε, θα έλεγα και για το “On my way home”, που βγάζει ατόφια americana, κι ας εξελίσσεται, ως περιπέτεια, στην Ευρώπη. Το προτελευταίο κομμάτι του “- Indeed -” είναι το “Crossroad”. Κι αυτό πολύ προσωπικό τραγούδι, που λέει κάποια πράγματα για τη φιλία, υπονοώντας ακόμη περισσότερα για άλλα θέματα (υπαρξιακά, να τα πούμε έτσι). Το κλείσιμο με το «21ο πάτωμα» είναι μια moody ροκιά αυτογνωσίας, που διαβάζεται (οι στίχοι της) στα κουπλέ και τραγουδιέται στο ρεφρέν, με την τρομπέτα να δίνει στο κομμάτι ένα ξεχωριστό ηχόχρωμα.
Γενικώς το “- Indeed -” είναι πολύ προσεγμένο και όσον αφορά στην ενοργάνωσή του, αφού πέραν μιας βασικής τετράδας (Kosta A.-Monk κιθάρες, φωνή, Άση Κονδυλίδου πιάνο, πλήκτρα, Σταμάτης Χουλιάρας ή Χουλιαράς μπάσο, Πλάτων Μουσαίος ντραμς) βολτάρουν ακόμη, σε διάφορα tracks, οι Manuel De Villiers, Αλέξης Καλοφωλιάς, Χρήστος Μιχαλάτος, Χριστόφορος Τριανταφυλλόπουλος, Παναγιώτης Νταβέλος, Στάθης Καλυβιώτης και Γιώργος Παυλής – με τους περισσότερους, αν όχι όλους, με παρουσίες σε πολλά και διαφορετικά συγκροτήματα (The Last Drive, Thee Holy Strangers, No Mans Land, Purple Overdose, Πυξ-Λαξ, Tsopana Rave, Ανυπόφοροι, Greekadelia…).

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΦΑΡΑΚΟΣ είχε πει κάτι για τους hippies το 1969

Γνωστή, αν και κάπως ξεχασμένη, σήμερα, μορφή της Αριστεράς στην Ελλάδα, ο Γρηγόρης Φαράκος (1923-2007) δεν διετέλεσε απλώς ΓΓ του ΚΚΕ την κρίσιμη περίοδο 1989-1991, αλλά είχε, για πολλά χρόνια, και τη φήμη του «σκληρού σταλινικού». Στέλεχος του κόμματος για περισσότερο από μισόν αιώνα, ο Φαράκος, που ήταν από τους πρωτεργάτες του εγχειρήματος του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου το 1989, άφησε τους πάντες σύξυλους λίγο καιρό αργότερα, όταν μετά το ’91 παρέμεινε στον Συνασπισμό, μη ακολουθώντας το ΚΚΕ στην αποχώρησή του από το ενωτικό σχήμα. Οι άνθρωποι αλλάζουν απόψεις μέσα στα χρόνια… δεν είναι ούτε πρωτοφανές, ούτε παράξενο. Και καλώς πράττουν δηλαδή.
Αυτό το λέω και για έναν ακόμη λόγο. Για να εξάρω τη σημασία που έχουν, κάθε φορά, σ’ έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, κάποιες δηλώσεις. Παίζει ρόλο, εννοώ, τι μπορεί να λέει κάποιος για τους hippies το 1969 – και τούτο οφείλουμε να το διακρίνουμε από το τι μπορεί να έλεγε δέκα χρόνια αργότερα φερ’ ειπείν (και δεν αναφέρομαι στον Φαράκο αναγκαστικώς), όταν οι πρώην hippies (πολλοί απ’ αυτούς τέλος πάντων), στρίβοντας 180 μοίρες, συνέπρατταν με τα μπούνια στη συντηρητική αναδίπλωση των eighties στην Αμερική.

κόκκινο γαρούφαλο σε… τζιν μπουφάν...
Περαιτέρω, ο Φαράκος ήταν –και αυτό είναι γνωστό– από τα στελέχη του κόμματος, που είχαν ασχοληθεί από νωρίς με τα ζητήματα της νεολαίας. Και όταν λέω «από νωρίς» δεν εννοώ από το 1977 και τις… κανονιστικές διατάξεις της συμπεριφοράς των στελεχών της ΚΝΕ («Για την αγωνιστική ταξική πατριωτική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας» κ.λπ.), αλλά από πιο παλιά, όταν ήταν κρατούμενος επί χούντας στις Φυλακές Αβέρωφ, το 1969, γράφοντας τις «σημειώσεις της φυλακής».
Αυτές οι σημειώσεις, που επείχαν ρόλο διαλέξεων στο κάτεργο, κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε βιβλίο το 1977, υπό τον τίτλο Η Νεολαία και το Εργατικό Κίνημα, από τις κομματικές εκδόσεις Οδηγητής. Το καλόν είναι πως το κείμενο του βιβλίου είναι το original του ’69 και όχι ένα οποιοδήποτε… ξανακοιταγμένο. Μπορεί να υπάρχουν βεβαίως διάφοροι αχρείαστοι «αστερίσκοι», που επικαιροποιούν εκείνα που γράφονταν τότε, όμως αυτό δεν μπορεί σώνει και καλά να μας ενοχλεί από τη στιγμή κατά την οποίαν δεν αλλοιώνονται οι πρωτότυπες σημειώσεις. Λέει λοιπόν κάπου στην αρχή του βιβλίου ο Γρηγόρης Φαράκος:
«(…) Η ελληνική νεολαία, τον καιρό της Εθνικής Αντίστασης, εντάχτηκε μαχητικά, κατά τον πιο μαζικό στην ιστορία της τρόπο, στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον. Στις εκατοντάδες χιλιάδες μέλη της ΕΠΟΝ, στις πόλεις και τα χωριά της πατρίδας μας, στις δεκάδες χιλιάδες ανταρτοεπονίτες του ΕΛΑΣ, η νεολαία εκείνης της γενιάς έδειξε τον καλύτερο εαυτό της. Και οι παραδόσεις αυτές δεν έσβησαν ούτε στην κατοπινή 25ετία. Η συμμετοχή της νεολαίας στους κατοπινούς λαϊκούς αγώνες και, τελευταία, στη δημοκρατική αντίσταση ήταν μεγαλειώδης, προξενώντας τον τρόμο της αντίδρασης και των υπηρεσιών της ασφάλειας (προσπάθειες για τη διάλυση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, εκθέσεις της ασφάλειας για τους Λαμπράκηδες). 
Αυτή η δυνατότητα για την αποφασιστική προσέλκυση της νεολαίας με το μέρος της προόδου έχει σήμερα διευρυνθεί. Στην ουσία, και οι κάθε λογής αναρχικές ή έξαλλες κινήσεις (δεν εξαιρώ ακόμη και τη μορφή «Χίππυ» κλπ.), είτε οι μαζικής μορφής εκδηλώσεις άγχους και απογοήτευσης, αποτελούν μορφή αηδίας και διαμαρτυρίας της νεολαίας προς τη συντήρηση και την καθυστέρηση.(…)».
Βεβαίως, παρακάτω, ο Φαράκος τονίζει πως πολλές απ’ αυτές τις «κινήσεις» δεν οδηγούν στα ποθητά αποτελέσματα, επειδή οι «αντιδραστικές δυνάμεις» γνωρίζουν τον τρόπο να τις ενσωματώνουν (σ.σ. στην ουσία είναι το ίδιο μ’ εκείνο που έλεγε ο φουκαράς James Simon Kunen στο βιβλίο του Φράουλες και Αίμα, ότι… «μόλις βρης ένα τρόπο ζωής, μόλις βρης κάτι που να σ’ αρέσει, στο παίρνουνε και το πουλάνε και το αγοράζουν, και ούτε που ξέρουν την αξία του, και το κάνουν στο τέλος να μην έχη αξία»), για να καταλήξει (ο Φαράκος) πως… «αυτή η καθολίκευση της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας (σ.σ. μην ξεχνάτε πως όλα αυτά λέγονται το 1969) αποτελεί οπωσδήποτε διεύρυνση της αντικειμενικής βάσης για το κέρδισμα της νεολαίας με το μέρος της πραγματικής προόδου».
Θέλω να πω, παραθέτοντας αυτό το απόσπασμα, πως σε πρώτο χρόνο (γιατί αυτό έχει σημασία), ακόμη και οι πιο ταγμένοι κομματικοί, οι «σταλινικοί» της ορθόδοξης κομμουνιστικής αριστεράς, προσπαθούσαν να κατανοήσουν τι σήμαινε η «εξέγερση» της νεολαίας στο δεύτερο μισό του ’60, δίχως να απορρίπτουν συλλήβδην τις απανταχού νεανικές δράσεις ή αντιδράσεις (hippies κ.λπ.), μιλώντας για «μορφές αηδίας και διαμαρτυρίας» και για «διεύρυνση της αντικειμενικής βάσης».
Αυτά ας τα έχουν κατά νου κάτι αναρχοσαπίλες και κάτι νεοφιλελέδικα μαζώματα.

GARRISON FEWELL _ GIANNI MIMMO

Ο Garrison Fewell, σημαντικός αμερικανός τζαζ κιθαρίστας και αυτοσχεδιαστής, πέθανε πέρυσι το καλοκαίρι στα 62 χρόνια του. Γιατί σημαντικός; Γιατί έχει ηχογραφήσει εξαιρετικές δουλειές, συχνά δίπλα σε άλλα μεγάλα ονόματα (Laszlo Gardony, John Tchicai, Cecil McBee, Billy Hart, Steve Swell κ.ά.). Μπορεί να μην είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να αναφερθούμε σε προηγούμενα άλμπουμ του στο δισκορυχείον, όμως η παρουσία του (δισκογραφική και όχι μόνο) ήταν τόση και τέτοια στην πατρίδα του, όπως και στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα κάθε καινούρια πρότασή του να αποτελεί «γεγονός» για το χώρο της improv-jazz. Το τελευταίο session τού Fewell δεν υπολείπεται σε νόημα και αξία. Αποκαλείται Flawless Dust, είναι ηχογραφημένο στη Novara της Ιταλίας την 31/10/2014, κυκλοφορεί από την μιλανέζικη Long Song και υπογράφεται από κοινού με τον Gianni Mimmo στο σοπράνο σαξόφωνο.
Και τα εννέα tracks που καταγράφονται εδώ είναι αυτοσχεδιαστικά. Οι δύο μουσικοί γνωρίζονται καλά, έχουν συζητήσει διεξοδικώς πριν από την συνάντησή τους (τούτο πληροφορούμαστε από τις σημειώσεις τού εξωφύλλου) και αυτές οι συζητήσεις τούς οδηγούν στην εκτός ορίων συνομιλία τού “Flawless Dust”… που τα έχει όλα. Εννοώ πως εδώ ακούγονται tracks με τα δύο βασικά όργανα (κιθάρα, σοπράνο) να συνυπάρχουν... απ’ όλες τις διαφορετικές θέσεις. Υπάρχουν tracks στα οποία πρωταγωνιστεί ο Mimmo, με τις κιθάρες τού Fewell να δημιουργούν ένα παράξενο background (που άλλοτε ακούγεται σαν ηλεκτρονικό και άλλοτε σαν ηλεκτροστατικό), άλλα στα οποία η κιθάρα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, παράγοντας ποικίλα ηχοχρώματα, με τη χρήση ήπιων τεχνικών (χωρίς πετάλια εννοώ ή άλλες παρεμβάσεις) και άλλα στα οποία τα δύο όργανα συνυπάρχουν αποδομώντας κυρίαρχες αφηγηματικές αντιλήψεις.
Σε γενικές γραμμές το “Flawless Dust” είναι ένα περιπετειώδες improv CD, μάλλον ήπιων αν και υποβολιμαίων τόνων, που έχει τον τρόπο να σε «κρατάει».