Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ηχογραφήσεις 1984-1987

Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια έκδοση κόσμημα. Και τούτο το λέμε όχι για να υπερθεματίσουμε έναντι του εικαστικού μέρους, αλλά για να διακρίνουμε πάνω απ’ όλα την ουσία. «Τα Πρώτα Λόγια» [Hxoi Kato Apo To Spiti/ More Mars/ Noise-below, 2017] είναι βασικά ένα βιβλίο κάπως τετράγωνου σχήματος και εξήντα τεσσάρων άψογα τυπωμένων σελίδων, στα εξώφυλλα του οποίου (μπρος-πίσω) είναι τοποθετημένα τα δύο CD του σχήματος Οπτική Μουσική (που είχε για έδρα τον Βόλο). Το περιεχόμενό τους; Εντυπωσιακό. Ο Κωστής Δρυγιανάκης (που βρίσκεται πίσω από κάθε τι, που αφορά στην Οπτική Μουσική) καταγράφει με πάθος τις ιστορικές μέρες της μπάντας (1984-1987), δίνοντας συνεχείς λεπτομέρειες για κάθε στιγμή εκείνης της διαδρομής, σκύβοντας με σεβασμό σε πρόσωπα (συνεργάτες του) και καταστάσεις. Αυτό το κείμενο, που διαβάζεται, εννοείται και σαν ημερολόγιο, είναι, θα έλεγα, εξ ίσου σημαντικό με τις εγγραφές του σχήματος – με το «νέο», σε κάθε περίπτωση, που κόμιζαν εκείνη την περίοδο οι συγκεκριμένες δραστηριότητες στη δική μας πραγματικότητα.
Σε τι συνίστατο το «νέο»; Στον εκδημοκρατισμό της μουσικής πράξης. Στο γεγονός πως μουσικοί, μη μουσικοί ή λιγότερο μουσικοί (με την ακαδημαϊκή έννοια) θα μπορούσε να συμμετάσχουν επί ίσοις όροις στην ηχητική διαδικασία, παράγοντας μετρήσιμα αποτελέσματα. 
Το ζήτημα το είχε περιγράψει σαφώς ο David Toop στο βιβλίο του «Ωκεανός του Ήχου/ Αιθέριες συνομιλίες, περιβαλλοντικοί ήχοι & φανταστικοί κόσμοι» [οξ υ, Αθήνα 1998] μιλώντας για τις περιπτώσεις των AMM, MEV (Musica Elettronica Viva), αλλά και γενικότερα:
«Για τους αμερικανούς μαύρους αυτοσχεδιαστές(…) και περίπου την ίδια εποχή για τους Ευρωπαίους και λευκούς Αμερικανούς αντίστοιχούς τους, όπως οι AMM, οι Musica Elettronica Viva(…) η μερική απομάκρυνση από τα κύρια μουσικά όργανα των συναυλιών jazz και κλασικής μουσικής ήταν μια πράξη πολιτική όσο και μουσική. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και στη χωρίς ψευδαισθήσεις δεκαετία του ’70 μικρά μουσικά όργανα και μη-όργανα (ραδιόφωνα τσέπης, μικρόφωνα επαφής που ενίσχυαν ανεπαίσθητους ήχους που προέρχονταν από τραπέζια, γενειάδες, τρίφτες τυριού κ.λπ.), γίνονταν σύμβολα της προσπάθειας να εκδημοκρατιστεί η μουσική, να επιτραπεί η πρόσβαση σε ανειδίκευτους μουσικούς (συμπεριλαμβανομένων και παιδιών) να παραχθεί ήχος από τα όργανα, αντί αυτά να υποτάσσονται σε συστήματα, να επιτραπεί να συμβούν στη μουσική τυχαία γεγονότα και να δημιουργηθεί μια αίσθηση συλλογικά οργανωμένης κοινότητας, ως προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης από τον ψυχρό επαγγελματισμό, ειδικότερα από το star-system, το οποίο επηρέασε τους καλλιτέχνες τόσο της jazz όσο και της κλασικής μουσικής».
Στο ίδιο μήκος κύματος ο έλληνας συνθέτης της πρωτοπορίας Γιάννης Χρήστου σημείωνε:
«Μουσικοί και μη μουσικοί, ηθοποιοί και μη ηθοποιοί, χορευτές και άνθρωποι απλοί. Ένας οποιοσδήποτε απ’ αυτούς ή και όλοι τους μπορούν να εκτελέσουν κάποια χειρονομία, να περάσουν σε κάποια δράση, να κινηθούν είτε σχηματίζοντας μια μορφή, όπως σε κάποιο χορό, είτε έξω από τη μορφή, όπως σε μια κατάσταση της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίξουν όργανα μουσικά και μη – απλά αντικείμενα που τα χτυπούν μ’ ένα είδος μπαγκέτας ή το ένα με το άλλο ή και τα χρησιμοποιούν διαφορετικά για να βγάλουν τον ήχο τους, ή ακόμη περίπλοκες ηλεκτρονικές συσκευές που επεξεργάζονται ήχους ζωντανούς ή play-back, παράγοντας εφέ υπολογισμένα από πριν ή τυχαία: ήχους που είναι μουσικοί ή concrete ή αναπαράγουν τους συνηθισμένους ήχους της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίζουν μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας όπου ανήκουν (πράξη) λ.χ. ένας βιολιστής που παίζει βιολί ή έξω από τα πλαίσια της κατηγορίας αυτής (μετάπραξη) λ.χ.  ένας βιολιστής που ουρλιάζει».
[από το βιβλίο της Anna-Martine Lucciano «Γιάννης Χρήστου» Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα 1987]
Πάνω σ’ αυτές τις βάσεις στηρίζονται ο Κωστής Δρυγιανάκης και οι φίλοι του (Γιάννης Αργυρόπουλος, Τάκης Αγριγιάννης, Αλέξης Καραβέργος, Κώστας Παντόπουλος, Κώστας Κωστόπουλος, Νίκος Ξηράκης, Κώστας Ανέστης, Ελένη Βαρουξή, Χρήστος Καλτής, Θανάσης Χονδρός), προκειμένου να δημιουργήσουν το… ρεπερτόριο της Οπτικής Μουσικής, χρησιμοποιώντας ιδιότροπα όργανα ή μη όργανα (ελεφαντάκια, γραφείο, κρεβάτι, γείωση, παιδικά πνευστά, συρτάρι, μπουκάλια, σπίρτα, μπαλόνι, σταχτοδοχείο…), μαζί με συμβατικά βεβαίως (πιάνο, κιθάρα, συνθεσάιζερ, μπάσο, φλογέρα…). Το αποτέλεσμα, έτσι όπως καταγράφεται στα δύο CD, είναι εκείνο που αναμένει ο καθείς.
Μια μουσική ρέουσα, απρογραμμάτιστη στις λεπτομέρειές της, πολλάκις και στην ουσία της, ζωντανή, πάλλουσα, γεμάτη με απροσδόκητα και εκπλήξεις και, συγκριτικά, πολύ καλά ηχογραφημένη – αν αναλογιστούμε τις συνθήκες και τις προδιαγραφές των χώρων της εποχής. Μουσική, που δεν θα την χαρακτήριζα δύσκολη για το μέσο και κάπως υποψιασμένο αυτί, που γειτνιάζει άλλοτε με τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, άλλοτε με τον πιο οργανωμένο, άλλοτε με τη σύνθεση και άλλοτε μ’ έναν συνδυασμό όλων αυτών στα μακριά σχετικά στο χρόνο tracks (στο πρώτο CD κυμαίνονται χοντρικά από τα πέντε έως δέκα λεπτά). Όποιος έχει υπόψη του τον «Τόμο 1» της Οπτικής Μουσικής είναι σίγουρο πως θα ενθουσιαστεί με την ποιότητα και την προσφορά των κομματιών, ενώ θα εκπλαγεί και από την αισθητική αρτιότητα συνθέσεων όπως η έσχατη (από το πρώτο CD) «Πόνος μνησιπήμων», με το σύνθι του Κωστή Δρυγιανάκη και το μπάσο του Κώστα Παντόπουλου να αναπλάθουν γενναία cosmic περιβάλλοντα.
Και καθώς προχωράμε στο χρόνο, μπαίνοντας στο δεύτερο CD, που περιλαμβάνει εγγραφές τής διετίας 1986-87, της τελευταίας eighties-εποχής της Οπτικής Μουσικής, αλλάζει προς το πιο… χειροπιαστό και ολοκληρωμένο και η λειτουργία-παραγωγή του γκρουπ – με τα ακόμη πιο απαιτητικά tracks να διαδέχονται το ένα το άλλο («Καταμετρήσεις χάους», «Ένα γράμμα που δεν έφυγε ποτέ», «Ο άγνωστος πεδιομάχης», «Ο κόκκινος κύκλος» κ.λπ.).
Αυτή η φάση, που είναι διαφορετική από εκείνη της πρώτης εποχής, έρχεται να καταγραφεί με τον πιο απαιτητικό και ουσιωδώς διεισδυτικό τρόπο, παρά τις όποιες μικρές τεχνικές ατέλειες (το ξαναλέω, για να μην το ξεχνάμε, πως πρόκειται για ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις, επιμελημένες φυσικά, που έγιναν σε πρόβες και αίθουσες, καταγραμμένες κυρίως σε κασέτες), δείχνοντας πως η Οπτική Μουσική ήταν ένα δημιουργικό σχήμα εν εξελίξει (πάντα με κινητήριο παράγοντα τον Κωστή Δρυγιανάκη), που διέκοψε τη δραστηριότητά του την πιο κρίσιμη, για ’κείνο, στιγμή.
Ειδική (και καλώς!) και βεβαίως εξαιρετικής σημασίας έκδοση, που περικλείει κάτι σημαντικό από την ιστορία του δικού μας (πειραματικού) χώρου.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

WHERESWILDER το δεύτερο LP τους, που πατάει σε δύο βάρκες

Τυπική ροκ μπάντα από την Αθήνα –και μην το πάρετε σώνει και καλά ως μειωτικό το «τυπική»–, οι Whereswilder έχουν καινούριο LP, τρία χρόνια μετά το “Yearling”, το οποίο είναι ηχογραφημένο για την Inner Ear. Το γκρουπ αποτελούν οι Γιάννης Ράλλης φωνή, κιθάρες, πιάνο, πλήκτρα, μαντολίνο, Βασίλης Νισόπουλος φωνή, μπάσο, πλήκτρα, Αλέκος Βουλγαράκης κιθάρες, μαντολίνο, πιάνο και Μανώλης Γιαννίκιος ντραμς, κρουστά, ενώ από κοντά βρίσκονται και τέσσερις επιπλέον μουσικοί σε πλήκτρα, τσέλο και φωνητικά σε διάφορα tracks.
Ακούγοντας το Hotshot [Inner Ear, 2017] νοιώθω κάπως… Μάλλον ευχάριστα, αν και θα ήθελα να νοιώθω ακόμη πιο ευχάριστα… Θέλω να πω πως οι Whereswilder παίζουν ένα ροκ, χωρίς μία εκ των προτέρων προωθητική δύναμη. Πρέπει ν’ αποδείξουν δηλαδή πως  αξίζουν, ασκούμενοι σ’ ένα στυλ που δεν διατρέχεται από κάποιο hip, και που δεν έχει σώνει και καλά την έξωθεν καλή μαρτυρία, όπως το… garage, η ψυχεδέλεια, ή το progressive (και οι κλώνοι τους). Και ποιο είναι αυτό το rock; Ένα rock αρκούντως αμερικανικό, με μπροστά τις κιθάρες, στηριγμένο στο δυνατό ρυθμικό τμήμα και στα γερά φωνητικά. Όχι, τα φωνητικά δεν είναι πάντα γερά, αλλά τέλος πάντων… Ούτε και το ροκ εξάλλου είναι πάντοτε αμερικανικό, αφού ενίοτε ανιχνεύονται και κάποια βρετανικά glam-rock στοιχεία τύπου T. Rex (ακόμη και η φωνή φέρνει στη μνήμη μου Marc Bolan) σε τραγούδια όπως το “Keep me rollin’”. Βεβαίως κι εκεί υπάρχει μιαν επέκταση στις πενιές οπότε το όλον πράγμα μάλλον, επί το αμερικανικότερον, ισορροπεί.
Υπάρχουν πάντως και άλλου τύπου κομμάτια στο “Hotshot”, όπως το “This feeling” για παράδειγμα και το “What you need” που είναι από τα καλύτερα του LP και που δείχνουν τις αληθινές δυνατότητες των Whereswilder.
Εγώ θα πρότεινα στο γκρουπ να βαρύνει τα φωνητικά του και να δώσει κι άλλο χώρο στην κιθάρα (μέσα, πάντα, σ’ αυτό το τρίλεπτο/τετράλεπτο πλαίσιο), αφαιρώντας ίσως και τα πιο ποπ στοιχεία. Βεβαίως, τότε, θα είναι ένα άλλο γκρουπ… Αλλά, να μη νομιστεί πως δεν απαιτούνται κι άλλα, και άλλου τύπου, βήματα για μια ολοκληρωτική μετακύλιση των Whereswilder προς το glam.
Δεν ξέρω… εκείνοι θ’ αποφασίσουν. Αλλά, ας αποφασίσουν.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 15

24/4/2017
Δηλαδή αν οι Γάλλοι ψήφισαν έτσι όπως ψήφισαν, καρπαζώνοντας τη δεξιά και στέλνοντας στον αγύριστο τους σοσιαληστές, σκέψου τι θα γινόταν αν είχαν περάσει και από 3 μνημόνια!! Κυριακή κοντή γιορτή… 

24/4/2017
Αυτή τη στιγμή (00:43) το γαλλικό ΥΠ.ΕΣ. δίνει Μακρόν 23.3%, Λεπέν 22.21%, Φιγιόν 19.5%, Μελανσόν 18.96% (από Guardian τα στοιχεία). Το αποτέλεσμα είναι καλό για την αριστερά (αν και όχι αυτό που θα επιθυμούσαμε). Περαιτέρω τα προβλήματα θα βαρύνουν μετά την εκλογή Μακρόν ως προέδρου (στο Β Γύρο), δίνοντας στη Λεπέν κι άλλους πόντους στην πορεία. Έτσι, και απ’ αυτή την άποψη (της μελλοντικής ενίσχυσης της Λεπέν δηλαδή) η εκλογή Μακρόν είναι ό,τι χειρότερο.

23/4/2017
Άιντε να δούμε τι θα γίνει και στη Γαλλία. Μπας και δώσει κι αρχίσει σιγά-σιγά να ξηλώνεται το πουλόβερ…

23/4/2017
Ρε Nεοδημοκράτες για τα τόσα μαζικά εγκλήματα που γίνανε στη γειτονιά μας τα τελευταία χρόνια δε ζητήσατε κουβέντα στη Bουλή, ζητήσατε όμως τώρα για τη Βενεζουέλα, που είναι στου διαόλου τη μάνα. Σας πήρε ο πόνος… Ου να μου χαθείτε… γαδούρια.

22/4/2017
Αυτό το κομμάτι δεν πρέπει να κυκλοφόρησε στα late sixties, αλλά… χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι. Φοβερό τραγούδι από τους Τεξανούς Nomads, που το μάθαμε από τη συλλογή “Three O'Clock Merrian Webster Time” (1982) της Cicadelic. Στα έιτις το είπαν και οι Γερμανοί Broken Jug…  

21/4/2017
Πέθανε ο Στάθης Ψάλτης, που έφτυνε τoν τρόπο που λειτουργούσε η τηλεόραση.
(το shot από την ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη "Διαμάντια στο γυμνό κορμί της" του 1972) 

21/1/2017
Έλληνες φιλελέδες επιχειρούν εδώ και κάποια χρόνια να μηδενίσουν την αμερικάνικη συμβολή στη στήριξη και διατήρηση της χούντας του Παπαδόπουλου... Δεν τους βγαίνει...
[Newsweek / January 19, 1970] 

19/1/2017 
Τον ελληνικό δίσκο του ιταλού τραγουδισταρά Guidone (LP παρακαλώ) μου τον πρότεινε κάποτε ο Άρης στην Κυψέλη να τον αγοράσω με 60 χιλιάρικα (τέλη 90s). Φυσικά, είχα βάλει τα γέλια… Το άλμπουμ το αγόρασα τελικά σε CD όταν βγήκε, το 2007 (στην Ιταλία). Ο Guidone ήταν πολύ μάγκας και είχε γ@μήσει, όπως λένε, ως σαπόρτ των Stones, στη Λεωφόρο. Στο LP υπάρχει και κομμάτι του με τον τίτλο “Parakalo Glyphada” (φράση που θα την έλεγε στον ταξιτζή του, για να τον πάει στ’ Αστέρια, το ’65), άλλα διάφορα originals, όπως και μερικές διασκευές (σαν το “Fuori dal mondo”).
(Η φωτό είναι από το μέσα μέρος του triple-folded digipak) 

19/1/2017 
Σ’ αυτό το βιβλίο των εκδόσεων Ωρόρα, που κυκλοφόρησε προς τα μέσα των έιτις (δεν αναφέρεται χρονολογία), υπάρχει το πιο τρομακτικό, ίσως, διήγημα που έχω διαβάσει ποτέ.
Είναι η «Η Πάνω Κουκέτα» (The Upper Berth) του F. Marion Crawford.
[Αγοράστε το αυτό το βιβλίο, όπου το βρείτε] 

17/4/2017 
Κάναμε και μερικές σωστές ανταλλαγές μεσ’ στις γιορτές. Αποκτήσαμε π.χ. το LP “Zeleste 1973-1979” (δεν καταγράφεται στο discogs), με ηχογραφήσεις progressive (rock, latin, folk, fusion κ.λπ.) ισπανικών ονομάτων της ετικέτας Zeleste. Orquestra Mirasol, Blay Tritono, Musica Urbana, Secta Sonica, Sisa, Companyia Electrica Dharma, Orquestra Plateria και τέτοια.
Φοβερά πράγματα είναι αυτά, για όσους γνωρίζουν μέσες-άκρες την ισπανική σκηνή στα σέβεντις… 

8/4/2017 
ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΤΥΛ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΓΩ ΤΟ ΘΕΩΡΩ ΕΜΕΤΙΚΟ
>>Αλλά, δεν είχε τύχη καθόλου, όταν, βρέθηκε στο Παρίσι. όπου μετά από σύντομη επιτυχία με τους Axis, κατέληξε μπουζουξής σε σκυλάδικο, και χρήστης αλλά και έμπορος ηρωίνης.<< 

6/4/2017
ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΤΥΛ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΓΩ ΤΟ ΘΕΩΡΩ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ
>>Πέθανε στον… άσο ο σπουδαίος κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς. Άφραγκος, μόνος και αβοήθητος άφησε την τελευταία πνοή χθες ο θρυλικός κιθαρίστας των Juniors, We Five και Axis, Αλέκος Καρακαντάς.<<

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΣΤΑΘΗΣ Ο ΒΡΩΜΟΣΤΟΜΟΣ

Ήταν αναμενόμενο. Το διαδικτυακό δάκρυ που χύθηκε για τον πρόωρα χαμένο Στάθη Ψάλτη ήταν/είναι πολύ. Και ήταν και ειλικρινές, και συγκινητικό, και απ’ όλα.
Ο Ψάλτης είχε περάσει εδώ και χρόνια στο λαό σαν ένα καλό παιδί, σαν ένας ηθοποιός που ασχολιόταν μόνο με τη δουλειά του, όντας μακριά απ’ οτιδήποτε που θα μπορούσε να πλήξει την ηθική του υπόσταση. Την ακεραιότητά του. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο.
Η δημόσια εικόνα του τα τελευταία κάμποσα χρόνια υπήρξε άμεμπτη (όπως ήταν πάντα δηλαδή), με τις λίγες τηλεοπτικές παρουσίες του ή τις επίσης ελάχιστες συνεντεύξεις του να πλέκουν, ακόμη πιο πυκνά, το ύφος ενός ανθρώπου που στέκεται αγέρωχος, επειδή μπροστά του υψώνονται μόνον αυστηρές αξίες.
Μιλάω λίγο, ξέρω και προσέχω τι λέω, είμαι μέσα στους πολλούς, πάσχω μαζί τους, αλλά ταυτοχρόνως διατηρώ και τον προσωπικό μου χώρο. Δεν εκτίθεμαι, βασικά στην τιβί και τις φυλλάδες, για ψύλλου πήδημα, δε δίνω τροφή για σχόλια και κουτσομπολιά.
Ο Ψάλτης, θέλω να πω, είχε πλήρη αίσθηση του λεκτικού μέτρου στην αληθινή ζωή – παρότι τούτο το σμπαράλιαζε στις παραστάσεις και τις ταινίες του.
Πολλοί από εμάς που μεγαλώναμε στα έιτις, που ξεκινούσαμε τέλος πάντων να ανακαλύπτουμε ανάμεσα σε άλλα και το σινεμά (τόσο το ελληνικό, όσο και γενικότερα) σνομπάραμε αγρίως τις κωμωδίες του Στάθη Ψάλτη – και αυτό θα πρέπει να το ομολογήσουμε.
Ο Ψάλτης αντιπροσώπευε κάτι που θέλαμε ν’ αποφύγουμε, κάτι που δεν μας ενδιέφερε – κινηματογραφικά πάντα. Βασικά το σινεμά, που αναλωνόταν στην ευκολία. Στο ανύπαρκτο ή υποτυπώδες σενάριο, στους φτηνούς διαλόγους, στην πεζότητα της αφήγησης. Όλα έμοιαζαν –και ήταν– εντελώς προκάτ, τις περισσότερες φορές με μιαν αθεράπευτη ροπή προς την προχειρότητα και την ευτέλεια. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κινούμενος ο Ψάλτης μπόρεσε, πάντως, να κάνει μια μικρή (ή και λιγότερο μικρή) επανάσταση.

Η συνέχεια εδώ…

TORBEN WALDORFF holiday on fire

Για τον δανό κιθαρίστα Torben Waldorff έχω γράψει κι άλλες φορές – και στο Jazz & Τζαζ παλαιά, και στο δισκορυχείον πιο μετά. Με έδρα την Αμερική και ως μέλος της ευρύτερης οικογένειας της artistShare, ο Waldorff δίνει προσωπικά CD από καιρού εις καιρόν, τα οποία συνδυάζουν ποικίλες τζαζ τεχνοτροπίες. Και ευρωπαϊκές και αμερικάνικες. Διαθέτουν δηλαδή και groovy ή bop ή blues στοιχεία, όπως και contermporary, νεορομαντικά ή και ελαφρώς αβαντγκαρντίστικα. Τον βοηθούν σ’ αυτό και οι πολύ καλοί σολίστες, φυσικά, με τους οποίους, συχνά, συνεργάζεται.
Για παράδειγμα στο έσχατο “Holiday on Fire” [Linedown/ artistShare, 2017] συναντάμε στην ομάδα του τη σπουδαία τρομπετίστρια Ingrid Jensen, την πιανίστρια Maggi Olin και ακόμη τους Drew Gress στο μπάσο και Jonathan Blake στα ντραμς. Όλοι και όλες μονάδες με καταγραμμένο έργο, υπηρετούν με σθένος και πάθος τις συνθέσεις τού Waldorff, που ανοίγουν πανιά προς πάσα κατεύθυνση. 
Από τα κομμάτια, τώρα, δύσκολα θα ξεχωρίσεις κάποιο, καθότι όλα κινούνται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Θα διαλέξω παρά ταύτα το 7λεπτο “Combust” εξαιτίας των αλλαγών και της απολαυστικής ενορχήστρωσης, με τα soli των δύο παικτριών (η Olin στο rhodes διαπρέπει) να ακούγονται φανταχτερά και ουσιώδη, και ακόμη το 10λεπτο “Ironic tonic”, ένα θαυμάσιο fusion κομμάτι με τον Waldorff να κατευθύνει με άνεση και τόλμη την ορχήστρα του, η οποία προσπερνάει με άνεση τα… μετρικά εμπόδια, που προβάλλει ο συνθέτης.
Βασικά, θα έλεγα, καταλήγοντας, πως η σύνθεση και κυρίως η ενορχήστρωση είναι το μεγάλο ατού τού Torben Waldorff, μιας ξεχωριστής προσωπικότητας της σύγχρονης τζαζ (όπως μάς φανερώνεται και σ’ αυτό το άλμπουμ).
Επαφή: www.waldorff.com

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Οι σχέσεις του ροκ και του ελληνικού ροκ με το στρατό στην Ελλάδα λίγο πριν και αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

Το ροκ, και το ελληνικό ροκ, στην Ελλάδα των late sixties αποτελούσε, συχνά, ηθελημένα ή άθελά του, μοχλό της αντίδρασης. Οι συνταγματάρχες, εννοώ, και όχι μόνον αυτοί το χρησιμοποιούσαν ως ένα, κατ’ αρχάς, δυτικό προϊόν, ικανό να στρέψει τις (αισθητικές) αναζητήσεις τής νεολαίας σε ακίνδυνα και εντελώς ελεγχόμενα (από ’κείνους) περιβάλλοντα.
Το να άκουγες ή να έπαιζες ροκ στην Ελλάδα των late sixties ισοδυναμούσε πολλάκις με την εικόνα του καλού και ευγενικού παιδιού. Εκείνου που, τέλος πάντων, δεν ασχολιόταν με την πολιτική (κάτι, που, με άλλα λόγια, σήμαινε μια σιωπηρή, έστω, αποκήρυξη του κομμουνισμού), που δεν αλήτευε, που δεν έπαιρνε ναρκωτικά, εκείνου, εν πάση περιπτώσει, που έκανε το κέφι του ψυχαγωγώντας τον κόσμο (από απλούς νεολαίους και δημοσίους υπαλλήλους, μέχρι την «υψηλή κοινωνία»), δίνοντας το παρόν ακόμη και σε στρατιωτικές γιορτές!
Εν ολίγοις, το ροκ είχε απόλυτη πρόσβαση στον κρατικό/χουντικό μηχανισμό, με τα συγκροτήματα και τους καλλιτέχνες να εκμεταλλεύονται και την παραμικρή ευκαιρία για λίγη παραπάνω δημοσιότητα.
Ορισμένοι έχουν την εντύπωση πως μετά τη συναυλία των Rolling Stones στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, την 17/4/1967 (τέσσερις μέρες πριν το πραξικόπημα δηλαδή), το ροκ κυνηγήθηκε από το επερχόμενο χουντικό καθεστώς, πως αποκλείστηκε, τέλος πάντων, από τα μέσα και τον Τύπο. Αυτό είναι παντελώς αναληθές, καθώς, και κατ’ αρχάς, σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα τυπώνονταν, στην Ελλάδα, ροκ δίσκοι και δισκάκια. Φυσικά, και όπως όλοι γνωρίζουμε, το εντελώς αντίθετο συνέβη. Η σχετική βιομηχανία άνθησε!

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Όλο το καλό rock που ακουγόταν στην Ελλάδα λίγο πριν και λίγο μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

Ορισμένοι βορβόλακες νομίζουν πως η χούντα από τα πρώτα πράγματα που έκανε, μόλις κατέλαβε την εξουσία, ήταν να κυνηγήσει το ροκ (και όσους το άκουγαν – εδώ γελάμε!). Μάλιστα, ως απόδειξη του γεγονότος, αναφέρεται από ορισμένους άμυαλους το γεγονός πως στο περίφημο, πια, ογδοηκοστό τεύχος των Μοντέρνων Ρυθμών (της 10ης Μαΐου 1967) έγιναν «μαστίχα» τα της συναυλίας των Rolling Stones, που είχε συμβεί λίγες ημέρες νωρίτερα – με τους συντάκτες (Νίκος Μαστοράκης, Αλέκος Συργιάννης, Θεόδωρος Σαραντής) να αναφέρονται στα ελληνικά συγκροτήματα (και στον Ιταλό Guidone), που έπαιξαν ως support, και όχι στους Rolling Stones.
Όπως σημείωσα και πριν λίγες μέρες (17/4/2017) στο LiFO.gr τούτο συνέβη για τον εξής απλό λόγο… «Το περιοδικό, με το καλημέρα τής αμερικανόδουλης “εθνικής κυβερνήσεως”, δεν ήθελε να δείξει πως ένα κομμάτι της νεολαίας, υπό τους ήχους ενός δυτικού νεανικού συγκροτήματος, αυθαδίαζε κι έτσι όλο το ρεπορτάζ των Μοντέρνων Ρυθμών, που θ’ αφορούσε στους Stones από το live της Λεωφόρου, παραλήφθηκε – με τη σύμφωνη γνώμη προφανώς τού εγνωσμένης αντικομμουνιστικής ιδεολογίας και δράσης (ήδη από τα χρόνια του '40) εκδότη τους Θανάση Τσόγκα».
Το πρόβλημα δηλαδή δεν ήταν το ροκ γενικώς, αλλά ειδικώς η μια κάποια… διασάλευση της τάξεως. Αυτό φαίνεται και από τη γενικότερη αρθρογραφία του συγκεκριμένου τεύχους των Μ.Ρ. (του #80 εννοώ), όπου μεταγλωττίζονται τραγούδια των Troggs, Dave Clark Five, Byrds, «κριτικάρονται» 45άρια των Ricky Shayne και Simon Dupree and the Big Sound (μεταξύ άλλων), παρουσιάζονται ειδήσεις από τον κόσμο του ροκ (Manfred Mann, Alan Price Set, Who), με τον Γιάννη Πετρίδη στη στήλη του «Μουσική Επιθεώρηση από τη Θεσσαλία» να προμοτάρει κανονικά την επικείμενη συναυλία των Animals, δίνοντας μάλιστα και τηλεφωνικό αριθμό για τη σχετική επικοινωνία! Δηλαδή για το τεύχος της 10ης Μαΐου το live των Animals ήταν ακόμη εν ισχύι και αν δεν έγινε, τελικώς, τούτο δεν οφειλόταν στο ότι συνέβησαν κάποια επεισόδια στη συναυλία των Rolling Stones (και άρα το... απαγόρευσε η χούντα), αλλά γιατί η εταιρεία M PLUS M Enterprises (Μαστοράκης και Μανιατόπουλος), που έφερε τους Rolling Stones, είχε εν τω μεταξύ φαλιρίσει.
Εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι να ρίξουμε μια ματιά στα TOP-50 των τευχών #79 (19 Απριλίου 1967) και #80 (10 Μαΐου 1967), προκειμένου να διαπιστώσουμε την… ροκ λαίλαπα, που σάρωνε τότε τη χώρα.
Έτσι στο πρώτο TOP-50 βλέπουμε στην πρώτη δεκαπεντάδα τραγούδια των Hollies, Monkees, Spencer Davis Group, Donovan, Troggs, Beach Boys, Kinks, για να ακολουθήσουν στις αμέσως επόμενες θέσεις κομμάτια των Question Mark and the Mysterians, Beatles, Rolling Stones, Blues Magoos, Who, The Mamas and the Papas, Left Banke, Alan Bown Set, Turtles κ.λπ., χωρίς να απουσιάζουν, εννοείται και τα ελληνικά ονόματα (Charms, Olympians, Idols, Sounds, Κώστας Καρύδας, Strangers).
Τα ίδια και στο TOP-50 της 10ης Μαΐου 1967 με το “Gimme some lovin’” των Spencer Davis Group να βρίσκεται στην πρώτη θέση, ακολουθούμενο από το “Ruby Tuesday” των… αληταράδων Rolling Stones (όχι… ο Πατακός δεν ζήτησε από τον Τσόγκα και τον Μαστοράκη να… μπαλαμουτιάσουν το TOP-50 – δυστυχώς για τους ανεγκέφαλους…). Στις υπόλοιπες θέσεις και πάλι, βεβαίως, Hollies, Beatles, Monkees, Kinks, Donovan, Troggs, Blues Magoos, Who, Left Banke, Question Mark and the Mysterians, Rokes, Buckinghams κ.λπ., κ.λπ. Χαμός
Νούμερο 1 στην Ελλάδα την 10η Μαΐου 1967
Το ροκ, ως ένα προϊόν των δυτικών καπιταλιστικών κέντρων (Αμερική, Αγγλία κ.λπ.) είχε διαθέσιμες από τη χούντα όλες τις εξ αρχής προϋποθέσεις (κι ένα εργοστάσιο, εκείνο της Κολούμπια, που έκοβε νυχθημερόν δίσκους και δισκάκια) ώστε να ριζώσει και να βλαστήσει στη χώρα.

ΤΡΙΑ ΔΥΝΑΤΑ CD ΤΗΣ ACT MUSIC + VISION

NGUYEN LE & NGO HONG QUANG: Ha Noi Duo [ACT 9828-2, 2017]
Για τον βιετναμέζο κιθαρίστα Nguyên Lê δεν χρειάζεται να πούμε πολλά – όχι, φυσικά, επειδή έχουμε ξαναγράψει γι’ αυτόν στο δισκορυχείον, αλλά επειδή πρόκειται για έναν παγκοσμίου κλάσης δημιουργικό μουσικό για τον οποίον οι συστάσεις περιττεύουν. 
Στο παρόν “Hà Nôi Duo” ο Nguyên Lê συνεργάζεται με τον παραδοσιακό (ας τον πούμε έτσι) συμπατριώτη του οργανοπαίκτη Ngô Hông Quang (ο οποίος τραγουδά, παίζοντας τοπικό βιολί, μονόχορδο, λαούτο και jews harp), προτείνοντας μια σειρά συνθέσεων… world jazz, που εντυπωσιάζουν. Μεταφράζουμε, κάπως αναγκαστικά, «δυτικά» (ως world jazz) εκείνο που ακούμε στο Hà Nôi Duo”, παρότι η ουσία, εδώ, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δεν πρόκειται περί “world”, αφού έχουμε μια μουσική βιετναμέζικη στη ρυθμική, αρμονική και μελωδική βάση της, αλλά ούτε και για “jazz”, καθότι δεν διακρίνονται ούτε ως αίσθηση, θα έλεγα, οι σχετικές τεχνικές ή εντυπώσεις. Αφήνουμε κατά μέρος, δε, το γεγονός πως ουκ ολίγες φορές pop και rock στοιχεία (στοιχεία όμως) ξεπετάγονται, από ’δω κι από ’κει, στα διάφορα tracks. Οπότε; Οπότε… δεν ξέρω. Το άκουσμα στο Hà Nôi Duo” είναι μάλλον ακατάτακτο με βάση το δυτικό αυτί και, ίσως, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο να εντοπίζεται η σημαντικότητά του.
Έχοντας ως αρχή μια σειρά παραδοσιακών συνθέσεων στο πρόγραμμά τους (τέσσερις στον αριθμό) και άλλες έξι (ανά τρεις ανήκουσες στους Lê και Hông Quang) το βιετναμέζικο ντούο εντυπωσιάζει με την πρωτοτυπία των συλλήψεων και τη δυναμική των εγγραφών του. Χοντρικά, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα εκστατικό, κοσμικό άκουσμα, ανατριχιαστικό και «χαμένο» στις εξάρσεις του, που σε αφήνει άναυδο. Εντυπωσιακές οι κιθαριστικές ακολουθίες τού Lê και εντελώς εξώκοσμη η ηχητική παρουσία του Hông Quang, ο οποίος μπορεί να συνδυάζει, ταυτοχρόνως, τοπικά και υπερεθνικά (αφρικανικά ή άλλα) στοιχεία στα παιξίματά του. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά κομματιών που έχουν τον τρόπο να σε καθηλώνουν μέσα από μια φαινομενική απλότητα, πίσω από την οποίαν, όμως, έχουν στοιχηθεί χρόνια άσκησης και μελέτης.
Η παρουσία στο Hà Nôi Duo” των διαφόρων guests (Paolo Fresu, Mieko Miyazaki, Prabhu Edouard, Stéphane Edouard και Alex Tran) έρχεται, απλώς, να υπογραμμίσει τα συνολικά υψηλά σημαίνοντα αυτού του εξαιρετικού άλμπουμ.
VIKTORIA TOLSTOY: Meet Me at the Movies [ACT 9827-2, 2017]
Πολλές φορές αρκεί ένα concept προκειμένου να δημιουργηθεί ένα άλμπουμ. Αν το concept διαθέτει κάτι το απρόβλεπτο τότε ξεκινάμε από μιαν άλφα βάση. Όταν, όμως, το concept μοιάζει ή είναι προφανές τότε δημιουργείται χάντικαπ – τότε θα πρέπει ο διαχειριστής τού concept να καταβάλει κι άλλη προσπάθεια, ώστε να ξεπεράσει το προφανές, αναδεικνύοντας το «κάτι ακόμη». Αυτά σκέφτομαι ακούγοντας το “Meet Me at the Movies” της Viktoria Tolstoy, μιας τραγουδίστριας που μας είχε εντυπωσιάσει πριν κάποια χρόνια στο Γκάζι σε μιαν εμφάνισή της, και την οποίαν (τραγουδίστρια) η δισκογραφία ουκ ολίγες φορές την έχει αδικήσει. Εννοώ πως οι καθ’ όλα άψογες παραγωγές της δεν παρέχουν πάντα χώρο, ώστε να επεκταθεί όλη η γκάμα της φωνής της. Πάντως, και επί του προκειμένου, τα πράγματα είναι γενικώς «εντάξει». Το “Meet me at the Movies” της Viktoria Tolstoy είναι οπωσδήποτε ένα καλό άλμπουμ.
Τραγούδια από τον κινηματογράφο, λοιπόν, έχουμε εδώ, τα οποία η Tolstoy τα υποστηρίζει τη βοηθεία μιας ομάδας παικτών, που έχουν τον τρόπο να πάνε την ηχογράφηση… πιο πέρα. Krister Jonsson κιθάρες, Mattias Svensson ηλεκτρικό, ακουστικό μπάσο, Rasmus Kihlberg ντραμς, Iiro Rantala πιάνο και Nils Landgren τρομπόνι είναι το team, το οποίον και αποδεικνύεται κάτι παραπάνω από επαρκές σ’ αυτά τα στάνταρντ από το “Bagdad Café”, την “Casablanca”, το “Fame”, το “Bram Stokers Dracula”, το “City of Angels”, το “Dancer in the Dark”, τους «Μοντέρνους Καιρούς» (του Charlie Chaplin).
Η Tolstoy γνωρίζει τον τρόπο να ελίσσεται σωστά από τραγούδι σε τραγούδι, χρησιμοποιώντας άλλοτε πιο «εσωτερικές» ερμηνείες και άλλοτε «απλώνοντας» τη φωνή της πάνω από τζαζ ή και ροκ (ενίοτε) μέτρα. Υπάρχουν κομμάτια που ξεχωρίζουν με την πρώτη ακρόαση από το “Meet me at the movies”, όπως το “New world” της Björk από το Χορεύοντας στο Σκοτάδι του Lars von Trier και άλλα που απαιτούν επαναληπτικές ακροάσεις, προκειμένου να αποσαφηνιστεί η δουλειά που έχει γίνει στα πολλαπλά επίπεδα (εναρμονίσεις, ενορχηστρώσεις, ερμηνεία, παιξίματα). Στο “Out here on my own” αναφέρομαι από το “Fame”, που είναι ένα… πανέμορφα μεταμορφωμένο τραγούδι.
ANDREAS SCHAERER: The Big Wig [ACT 9824-2, 2017]
Ο Andreas Schaerer είναι ένας μεγάλος σύγχρονος ελβετός τραγουδιστής-βοκαλίστας και αυτό το έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Τη μια φορά ήταν για το άλμπουμ “At the Age of Six I wanted to be a Cock” [JazzWerkstatt/ Unit, 2013], που υπογραφόταν από το τρίο του (Andreas Schaerer, Martin Eberle, Peter Rom), τη δεύτερη φορά ήταν για το συναρπαστικό “The fundamental rhythm of unpolished brains” [enja/ yellowbird, 2013] των Andreas Schaerer Hildegard Lernt Fliegen, την τρίτη φορά ήταν για το DVDLive in Goettingen” [enja/ yellowbird, 2014] (πάλι των Hildegard Lernt Fliegen)… Τώρα, συναντάμε ξανά τον Schaerer με τους Hildegard Lernt Fliegen και με την Ορχήστρα τής Lucerne Festival Academy σ’ ένα CD/DVD ηχογραφημένο και κινηματογραφημένο ζωντανά στο Lucerne Festival, τον Σεπτέμβριο του 2015. Η έκδοση αφορά στο έργο “The Big Wig” (ολάκερο αποτελεί σύνθεση του Schaerer), που αποτελείται από έξι μέρη, και το οποίο έχει, όσο να ’ναι, την ιστορία του.
Να πούμε κατ’ αρχάς πως το Hildegard Lernt Fliegen (το βασικό όχημα του Schaerer) είναι ένα σεξτέτο αποτελούμενο από τον ίδιο στη φωνή και ακόμη τους Andreas Tschopp τρομπόνι, Matthias Wenger άλτο, σοπράνο, φλάουτο, Benedikt Reising βαρύτονο, μπάσο κλαρίνο, Marco Müller μπάσο και Christoph Steiner ντραμς, μαρίμπα. Αυτό το σεξτέτο συνεργάζεται με μιαν ορχήστρα «κλασική», προκειμένου να διευθετηθούν οι ιδέες του Schaerer για μια μουσική… σοβαρή, που να μην πνίγεται, όμως, μέσα σε μια σοβαροφάνεια.
Οι αναφορές του Ελβετού είναι πολλές και ποικίλες. Η βάση του είναι η λεγόμενη «σύγχρονη κλασική» (ονόματα δηλαδή όπως οι Debussy, Στραβίνσκι, Bartók, Ligeti, Boulez) και ακόμη ο Frank Zappa, από τον οποίον έχει δανειστεί ένα κάποιο χιούμορ και ακόμη την ικανότητα ανάμειξης των ειδών – της «σύγχρονης κλασικής» με τις αναφορές στην γερμανόφωνη έντεχνη λαϊκή μουσική και βεβαίως στην jazz και τον φωνητικό, κυρίως, αυτοσχεδιασμό. Το αποτέλεσμα, η σύμμειξη όλων αυτών είναι το “The Big Wig”, ένα έργο μεγαλόπνοο στην εξέλιξή του, χωρίς, όμως, μεγαλοπρεπή στοιχεία. Εννοώ πως, στη διαδρομή του, σού δίνει την βεβαιότητα ενός «σοβαρού» δημιουργήματος από τη μια μεριά, δίχως την αίσθηση του βαρέως και του ασήκωτου από την άλλη. Οι συνθέσεις, τα μέρη, είναι… ευκολοδιάβαστα και προσπελάσιμα, γενικώς, από το μέσο αυτί, με τα φωνητικά του Schaerer να κλέβουν βεβαίως την παράσταση.
Όχι δύσκολο άκουσμα, που απαιτεί όμως ένα μίνιμουμ προσοχής και αφοσίωσης.

Η ACT Music + Vision εισάγεται στη χώρα μας από την AN Music