Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΖΑΓΡΕΑΣ πλήρης olymporock καταγραφή

Πολλοί γνωρίζουν τον Τηλέμαχο Ζαγρέα από τις εμφανίσεις του δίπλα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου (Πλαταμώνας, Αθήνα, Βερολίνο κ.ά., υπάρχουν τα σχετικά βίντεο στο YouTube ), ενώ άλλοι –δεν ξέρω αν είναι λιγότεροι ή περισσότεροι–, θα τον γνωρίζουν από την προσωπική πορεία του, τα βιβλία, τους δίσκους και τις συναυλίες του.
Όπως κι αν έχει, απ’ όποια διαδρομή και να συναντήσει κανείς τον Τηλέμαχο Ζαγρέα αποκλείεται να μη συγκρατήσει στη μνήμη του τον τρόπο και τη στάση του σκηνή και, κυρίως, εκείνα τα «περίεργα» που λέει κι ερμηνεύει (είτε στο πάλκο, είτε στους δίσκους). Από τον «Αννίβα», τον «Ο’ Σάλιβαν» και τον «Μπαρμπαλιάμτσο», μέχρι την «Τρανταφλιά», την «Αγία Πατρικία» και την «Τσουκνίδα»... ένα είναι σίγουρο. Ο τρόπος που φορμάρει τα τραγούδια του ο… διονυσιακός τραγουδοποιός είναι μοναδικός.
Τηλέμαχος Ζαγρέας - Θανάσης Παπακωνσταντίνου πρόσφατα στο Βερολίνο (φωτογραφία: Lena Vlastara)
Λαϊκός καλλιτέχνης και φιλόσοφος με αρχαιοελληνική αφετηρία, ο Τηλέμαχος Ζαγρέας, γεννημένος στον Παλιό Πλαταμώνα, στις πλαγιές του Ολύμπου, έχει έναν τρόπο να σου μεταφέρει αυθεντικές στιγμές της ζωής είτε συζητάς μαζί του, είτε τον ακούς να τραγουδάει με την Μπάντα των Σατύρων στο δικό του… olymporock ιδίωμα.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57946

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ION μαύρη συχνότητα

ION αποκαλείται το προσωπικό project του Γιάννη Παπαϊωάννου (ex-Rehearsed Dreams, RawMechanimal…), που αναπτύσσεται ανελλιπώς θα έλεγα την τελευταία 20ετία (πολλές οι κυκλοφορίες σε CD, CD-R, MC, 12ιντσα, MP3…). Το πιο πρόσφατο επεισόδιο έχει τίτλο «Μαύρη Συχνότητα», είναι άυλο (για την ώρα;), έχοντας διάρκεια long play. Αποτελείται, εννοώ, από 13 θέματα, ικανά να περιγράψουν και να ολοκληρώσουν, ή να εκτονώσουν αν θέλετε μια κατάσταση.
Η «Μαύρη Συχνότητα» είναι ένα, χοντρικώς, ambient άλμπουμ, αν και αυτό δεν λέει πολλά – ο χαρακτηρισμός εννοώ, ο οποίος πρέπει να πλαισιωθεί και από άλλα τινά στηρίγματα, όπως και να επεξηγηθεί, όσο τούτο είναι εφικτό, στην πορεία.
Έχουμε λοιπόν ένα άλμπουμ «ηλεκτρονικό», οικοδομημένο με βάση τα synthesizers (χειρίζεται ο ίδιος ο Παπαϊωάννου) και μπολιασμένο από samples, επιτόπιες ηχογραφήσεις, κιθάρες (σε τέσσερα κομμάτια) και θερεμίνη (σε δύο). Η συμβολή αυτών των ήχων πάνω στη «μία» βάση, είναι ό,τι τροφοδοτεί με έξτρα «καύσιμα» το «ταξίδι». Γιατί έχει προορισμό η «Μαύρη Συχνότητα», ανεξαρτήτως της διαδρομής που θα ακολουθήσει ο καθείς. Υπάρχει, δηλαδή, η κλασική κοσμική έκσταση, έτσι όπως τη γνωρίσαμε από το kraut των early 70s (“Campfires”, “Spinalonga”, “Black noise”, “Unreal”), υπάρχει όμως και η πιο συντονισμένη «συστημική» διάσταση του τέλους της δεκαετίας και των αρχών της επομένης, έτσι όπως εκείνη αναπτύχθηκε μέσα από τις εγγραφές της εταιρείας Sky ας πούμε (Asmus Tietchens, Tyndall, Roedelius, Moebius κ.λπ.).
Ο Παπαϊωάννου έχει κατά νου όλη την εξέλιξη της cosmic ambience… και πορεύεται αναλόγως. Εξισορροπεί, δε, το προσωπικό του «είναι» μέσα από «φωτεινές» και «σκοτεινές» πορείες, με γνώμονα ένα concept που να ρέει, δίχως να παγιδεύεται από σκοπιμότητες. Έτσι, εκεί που μπορεί να εμφανίζεται απόμακρος και εσωστρεφής, αμέσως μετά (ή λίγο πιο πριν) μπορεί να προτείνει ένα πιο… φυσικό ακρόαμα. Τα samples και οι field recordings βοηθούν, θέλω να πω, στην επεξήγηση ενός περιβάλλοντος, που να είναι κατανοητό από τον «μέσο» ακροατή ηλεκτρονικής μουσικής, για να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον παλαιό και δοκιμασμένο όρο –από ’κείνον που μπορεί να έχει ακούσει «εμπορικούς» Tangerine Dream για παράδειγμα ή Neuronium–, ενώ, την επόμενη στιγμή, και όσο κυλάει το άλμπουμ (εννοώ στη… δεύτερη πλευρά του – από το έκτο “Andel” και πέρα, και κυρίως από το όγδοο “Campfires” και πέρα) να φαντάζει ως αναγκαία η πιο abstract και υποβλητική μετατόπισή του. Και αυτό συμβαίνει.
Ένα ταξίδι μοιρασμένο, θα έλεγα, σε ίσους χρόνους είναι η «Μαύρη Συχνότητα», που ενώ ξεκινά μ’ ένα κάποιο πρόγραμμα «φεύγει», τελείως, στην πορεία.
Συμμετέχουν οι: Γιάννης Παπαϊωάννου (ΙΟΝ) synths, samplers, tapes, field recordings, Τάσος Νικογιάννης ηλεκτρική κιθάρα στο “Fjord”, Ηλίας Κατελάνος ηλεκτρική κιθάρα στο “Ectachrome”, May Roosevelt θερεμίνη στα “Andel” και “Bay of rainbows”, Κώστας Ματιάτος ηλεκτρικές κιθάρες στο “Campfires” και Σπύρος Φάρος ηλεκτρικές κιθάρες στο “Spinalonga”. 

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ το ηλεκτρονικό soundtrack στις «Σατανικές Ερωμένες»

Είναι πολλά τα κρυφά φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου. Αν κοιτάξει κανείς τους καταλόγους με τους τίτλους των ταινιών μεγάλων μήκους (άσε των μικρών και μεσαίων, γιατί εκεί γίνεται χαμός…) σίγουρα θα εντοπίσει έργα ενός κάποιου βεληνεκούς, που θα ήθελε να τους ρίξει μια ματιά – αν όχι να τα δει ολόκληρα και όπως πρέπει. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως, σε διάφορες περιπτώσεις, ορισμένα απ’ αυτά (τα «άγνωστα» έργα) θα μπορούσε ν’ αποδειχθούν απείρως πιο ενδιαφέροντα από τη μυριοστή προβολή τού «Καλώς ήλθε το δολλάριο» (που το βλέπω, πια, μόνο για τον σπαραξικάρδιο entertainer Ζαν Βασίλη…), ή του «Κάτι να καίει» (που δεν το βλέπω με τίποτα)…
O Μηνάς Χρηστίδης και ο Φαίδων Γεωργίτσης στον "Αποστάτη" ή "Σατανικές Ερωμένες"
Την 28/9/1973 προβάλλεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης η ταινία του Φαίδωνα Γεωργίτση «Ο Αποστάτης». Επρόκειτο για ένα «εμπορικό» φιλμ, που δεν συνδεόταν με το κλίμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως εκείνο άρχιζε σιγά-σιγά να διαμορφώνεται στις αρχές του ’70, και που θα μπορούσε να αναζητηθεί (στη συγκεκριμένη διοργάνωση) στον «Ιωάννη το Βίαιο» (Τώνια Μαρκετάκη), στο «Λάβετε θέσεις» (Θόδωρος Μαραγκός) ή στο «Κρανίου Τόπος» (Κώστας Αριστόπουλος).  
Ο Γεωργίτσης είχε επιχειρήσει να γυρίσει ένα καλλιτεχνικώς φιλόδοξο φιλμ κινούμενος στο πλαίσιο μιας ευπρόσωπης παραγωγής… και επηρεασμένος κατά τι από την «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας»(!) του Λουίς Μπουνιουέλ, που προβαλλόταν αρχές του ’73 στην Ελλάδα. Στο net διάβασα και κάτι για το «Θεώρημα», όμως αυτό δεν φαίνεται πιθανό επειδή η ταινία του Παζολίνι θα παιζόταν στη χώρα μας επί Μεταπολίτευσης. Εξάλλου, το concept τού… ερωτικού καταλύτη δεν είναι εύρημα παζολινικό – ασχέτως αν η παζολινική εκδοχή του είναι άπιαστη.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/u46465/57893

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

DEVIN GRAY «σύγχρονη» jazz

Μας έχει απασχολήσει ξανά ο ντράμερ και συνθέτης Devin Gray στο δισκορυχείον, όταν πριν τρία χρόνια περίπου έγραφα για το προηγούμενο CD του “Dirigo Rataplan” [Skirl, 2012], σημειώνοντας πως οι συνθέσεις του νεαρού μουσικού (τότε 28 ετών, σήμερα 31)… ανασκαλεύουν διαδρομές όχι μόνο της σύγχρονης jazz, αλλά και της σύγχρονης μουσικής γενικότερα. Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του, που έχει τίτλο “RelativE ResonancE” και κυκλοφορεί κι αυτό από την Skirl, ο Gray κάνει πιο σαφείς τις «σύγχρονες» αναφορές του, μιλώντας ο ίδιος πια όχι μόνο για τον Ornette Coleman, αλλά και για τους Alban Berg και Iannis Xenakis.
Έτσι, επί του προκειμένου, έχουμε ένα jazz άλμπουμ (συμβάλλουν, πέραν του Gray, οι Chris Speed τενόρο, κλαρινέτο, Kris Davis πιάνο και Chris Tordini κοντραμπάσο), που μπορεί να εκκινεί από τους αρμολοδισμούς του Coleman, καταλήγει όμως να ανταποκρίνεται περισσότερο στις «σύγχρονες» περιπλανήσεις. Μπορεί, δηλαδή, tracks όπως το εισαγωγικό “In the cut” ή το περίπου 7λεπτο “City nothing city” να τζαζολογούν μ’ έναν έξοχο τρόπο (ιδίως στην περίπτωση του δεύτερου, όταν πάνω σ’ ένα ευμετάβλητο ρυθμικό τμήμα, οι Speed και Davis απλώνουν εμπνευσμένα soli), όμως σε άλλα κομμάτια οι διαδρομές είναι περισσότερο «επιφυλακτικές», με την jazz να παρακολουθεί από… κοντινή απόσταση, καθώς οι τέσσερις μουσικοί «χάνονται» μέσα σ’ έναν improv κυκεώνα, ενίοτε μαθηματικώς μελετημένο (“Undo the Redo”).
Σε κάθε περίπτωση οι συνθέσεις του Gray δεν διαθέτουν μόνο τη δεξιοτεχνία και το… υπεράνω κριτικής παίξιμο των συμμετεχόντων, αλλά και όλα εκείνα τα ενδιάμεσα χαρακτηριστικά, που μπορεί να τις καταστήσουν ενδιαφέρουσες για το μέσο «τζαζ αυτί». Οι μελωδίες είναι άψογα διαμορφωμένες, με το αρμονικό επιστέγασμα να είναι επίσης σαφές και υπαρκτό, παρέχοντας στα tracks μια γλαφυρή όψη, καθώς η ρυθμική ενέργεια που εκλύεται από κομμάτια όπως το “Jungle design” π.χ. μπορεί να παρασύρει σε καλώς ελεγχόμενες, αν και πολυμεταβλητές καταστάσεις.
Γενικώς, εκείνο που αντιλαμβάνομαι από την ακρόαση του άλμπουμ τού Devin Gray είναι πως έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πολύ μελετημένο σημερινό μουσικό, που διαμοιράζει στις συνθέσεις του  ισορροπημένα στοιχεία jazz και avant, δίνοντάς τους μια δυναμική και επεξεργασμένη, όψη.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

SONIK 100 τεύχη

Το περιοδικό Sonik συμπλήρωσε 100 τεύχη, όπως και μια εκδοτική δεκαετία (2004-2014) και το γιορτάζει αναλόγως. M ένα τεύχος (αυτό του Μαΐου) γεμάτο με εκατοντάδες (αλλά και μία πενηντάδα) με τα «καλύτερα» της… ηλικίας του. Έχουμε και λέμε λοιπόν…
Πρώτον. «2004-2014/ Τα 50 Πρόσωπα της Sonik Δεκαετίας (35 διεθνή + 15 εγχώρια ονόματα, που ξεχώρισαν στα χρόνια της δράσης του περιοδικού)». Εδώ συμμετέχω κι εγώ γράφοντας 200 λέξεις για ένα από τα 15 ελληνικά πρόσωπα που χαρακτήρισαν την ελληνική Sonik δεκαετία, και που δεν είναι άλλο από τον Socos.
Δεύτερον. «Τα 100 Διεθνή Άλμπουμ της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Τρίτον. «Τα 100 Ελληνικά Άλμπουμ της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Τέταρτον. «Τα 100 Διεθνή Τραγούδια της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Πέμπτον. «Τα 100 Ελληνικά Τραγούδια της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Οι λίστες, όπως πάντα, έχουν ενδιαφέρον – και για τις επιλογές αυτές καθαυτές, και επειδή δρουν χρηστικώς συνοψίζοντας μια μουσική εποχή, που είχε (και αυτή) τη σημασία της. Έχω όμως μιαν ένσταση…
Οι ελληνικές εκατοντάδες είναι... too much. Αν οι εκατοντάδες έχουν το νόημά τους για τα «ξένα» άλμπουμ και τραγούδια (που είναι άπειρα), για τα ελληνικά έπρεπε οι επιλογές να είναι πολύ λιγότερες –ας πούμε 20– προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα το «καλό» από το «λιγότερο καλό», όπως και το «άριστο» από το... «αδιάφορο».
Εδώ θα πράξω το εξής. Επειδή δεν έχω πρόχειρες σημειώσεις (όπερ σημαίνει πως κάποια σημαντικά άλμπουμ, που μπορεί να μην υπάρχουν στη Sonik λίστα, ίσως μου διαφεύγουν) θα επιλέξω 10 ελληνικά CD/LP ως «τα καλύτερα της Sonik δεκαετίας» από εκείνα που έχουν ήδη επιλέξει οι συντάκτες του περιοδικού, τοποθετώντας τελευταίο κι ένα δικό μου, που δεν υπάρχει στην εκατοντάδα, και το οποίο είναι ίσως για μένα το σημαντικότερο της περιόδου. Να σημειώσω, τέλος, πως ο μπροστινός αριθμός δηλώνει τη θέση του άλμπουμ στη λίστα του Sonik. Πάμε λοιπόν… 


  2. Gravitysays_i: The Figures of Enormous Gray and the Patterns of Fraud (2011)
14. Monika: Avatar (2008) 
16. Μπάμπης Παπαδόπουλος: Μέσα στον πόνο ειν’ η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος (2014) 
20. Fantastikoi Hxoi: Κυρίαρχοι του Σύμπαντος (2008) 
28. Mechanimal: Mechanimal (2012) 
35. Χάρης Λαμπράκης Quartet: Θέα (2010) 
42. The Boy: Ηλιοθεραπεία (2011) 
78. Κόρε.Ύδρο.: Απλές Ασκήσεις στον Υπαρξισμό (2013) 
88. Παύλος Παυλίδης: Αφού λοιπόν ξεχάστηκα… (2004)
  . Socos & The Live Project Band: Αντάρτικο Πόλεων (2011) 

Εύχομαι... και στα 200.
 

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ISABELLE DUTHOIT, FRANZ HAUTZINGER, MATIJA SCHELLANDER, PETR VRBA για το “Esox Lucius”

Avant τετράδα, σε μια πολύ ερμητική τσέχικη εγγραφή. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Μα για το πιο πρόσφατο LP/CD της γερμανικής Corvo Records από το Βερολίνο, μιας εταιρείας που δηλώνει πίστη και αφοσίωση στην ακραία ηχητική περιπέτεια, προσφέροντας απρόσμενα άλμπουμ. Στο έσχατο Esox Luciusκαταγράφονται οι «συνομιλίες» μιας ομάδας αυτοσχεδιαστών (Isabelle Duthoit κλαρινέτο, φωνή, Franz Hautzinger τρομπέτα με τέσσερις βαλβίδες, Matija Schellander modular συνθεσάιζερ, Petr Vrba τρομπέτα, παλλόμενα μεγάφωνα), που έλαβαν χώρα το 2012 στο Studio A του τσέχικου ραδιοφώνου, στην Πράγα. Τα κομμάτια είναι πέντε, με το μικρότερο να διαρκεί 4:37 και με το μεγαλύτερο 12:21.
Στο εναρκτήριο “Drop shot” παρακολουθούμε μια σειρά συμβαλλομένων θορύβων, ποικίλων ηχοσταθμών, ικανοί να δημιουργούν στη διαδρομή αλλόκοτες καταστάσεις. Οπωσδήποτε υπάρχει αυτοσχεδιασμός, αλλά προφανώς υπάρχει και κάποιο σχέδιο. Ίσως όχι τόσο καλά… επεξεργασμένο, αλλά σε κάθε περίπτωση φανερό – και τούτο παρά το γεγονός πως μόνο προς το τέλος τα φυσήματα, στα πνευστά, αρχίζει να αποκτούν μία πιο… κατανοητή χροιά. Στο “Sonnenblum” το περιβάλλον είναι σχεδόν… ηλεκτροστατικό. Τα ηλεκτρονικά έχουν πρώτο ρόλο, αλλά υπάρχουν και noises σεμνά «αφημένοι» πάνω στους ηλεκτρονικούς καμβάδες. Πιο κοντά στο free form (ας πούμε της παλιάς γερμανικής σχολής) κινείται το φερώνυμο “Esox lucius”, που έχει αργή ανάπτυξη. Κι εδώ υπάρχουν ηλεκτρονικά, συντονισμένα, όμως, μέσα στο πνεύμα της γενικότερης «ελεύθερης» αφήγησης. Το 12λεπτο “Check radio” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα tracks του CD (πρώτο, στη δεύτερη πλευρά του LP). Υπάρχει, εδώ, η αποτύπωση μιας ραδιοφωνικής περιπλάνησης (στα βραχέα ας πούμε), αλλά υπάρχει και πολλή φαντασία στο γενικότερο πλάνο, αλλά και στον τρόπο παραγωγής των ήχων – με τα σώματα των οργάνων, τις βαλβίδες και τις τάπες, να παίζουν έναν όλο και πιο σημαντικό ρόλο. Υποβλητικότατο θέμα, στην κόψη θα έλεγα drone/ noise/ free και avant. Το άλμπουμ θα κλείσει σε παραπλήσιο μοτίβο με το σχεδόν 5λεπτο “Precise party”. Το κομμάτι μοιάζει σαν συνέχεια του προηγούμενου, μεταπίπτοντας με το χρόνο προς την ηλεκτρονική αφαίρεση.
«Δύσκολες» και μη γραμμικές καταστάσεις, γενικώς, που θα έχουν πάντα το ενδιαφέρον τους.
Επαφή: www.corvorecords.de

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ με αφορμή «Το Ξίγκι της Μύγας»

Ο Γιάννης Λειβαδάς (γενν. το 1969) είναι μία σημαντική σύγχρονη ποιητική και μεταφραστική προσωπικότητα, κάτι το οποίο μαρτυρά, περίτρανα, το έργο του στα συγκεκριμένα πεδία (την ποίηση και τη μετάφραση εννοώ). Περαιτέρω, και ως επέκταση των προηγουμένων, ο Λειβαδάς ασχολείται και με το δοκίμιο που περιστρέφεται γύρω από την beat generation, την beat poetry, την ιστορία της τζαζ και άλλα σχετικά. Αν και ο ίδιος δεν προβάλλεται ως πρόσωπο με ανούσια πάρε-δώσε, έχει βρει τον τρόπο να επικοινωνεί τακτικά με το αναγνωστικό κοινό, που έχει τα ίδια ενδιαφέροντα μ’ εκείνον, όχι μόνο μέσω των ήδη πολλών βιβλίων του, αλλά και με την ανάλογη αρθρογραφία σε επιλεγμένα περιοδικά κι εφημερίδες.
Ο Λειβαδάς τυπώνει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς –θα πρέπει να το σημειώσουμε αυτό– είτε μέσω ελληνικών εκδοτικών οίκων, είτε οίκων του εξωτερικού (ΗΠΑ, Ινδία, Γαλλία, Σερβία…), όπως είναι οι περιώνυμες εκδόσεις Cold Turkey Press του Ολλανδού Gerard Bellaart και, γενικώς, διάγει ένα βίο, που ταυτίζεται με την ποιητική/λογοτεχνική περιπέτεια στην οποία έχει μπει… κι έχει «χαθεί». Τα ποιητικά βιβλία του είναι ήδη πάνω από είκοσι, ενώ διπλάσιες στον αριθμό είναι πια και οι μεταφράσεις του.
Δεν είναι ένας τυπικός θιασώτης της beat ποίησης (ή όποιας άλλης) ο Γιάννης Λειβαδάς. Έχω την αίσθηση πως μέσω του τρόπου ζωής του (η βάση του, εσχάτως, είναι το Παρίσι) επιχειρεί ν’ ανασυνθέσει ψηφιδωτά από τη διαδρομή των ανθρώπων με το έργο των οποίων καταπιάνεται, κάτι που τον βοηθά, φρονώ, στη βαθύτερη κατανόηση των ποιητικών νοημάτων τους. Αυτή η «από τα μέσα» ενασχόληση προσθέτει στο μεταφραστικό έργο του (αλλά και στο προσωπικό του) την έννοια του καθαρού και απρόσκοπτου βιώματος. Ο Λειβαδάς δεν γράφει ωσεί παρών. Είναι παρών.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/book/57797

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΑΝΤΙΛΑΣ - 4 αγγλόφωνα τραγούδια

Ο τραγουδοποιός Μιχάλης Τσαντίλας έχει νέο CD. Πριν, όμως, γράψω γι’ αυτό ας θυμηθούμε κάτι που είχα αναφέρει για το προηγούμενό του, που είχε κυκλοφορήσει το 2012 στο Μετρονόμο: «Αυτό το κάπως παράξενο που διαπίστωσα στο “Σκιά στο Μυαλό” είναι πως ο αγγλικός στίχος ταιριάζει καλύτερα στα τραγούδια του Τσαντίλα και το λέω τούτο ακούγοντας τα δύο αγγλόφωνα κομμάτια του “Forgive me” και “Take me away”. Συνάδει και η φωνή του μ’ αυτόν (τον αγγλικό στίχο), που μοιάζει με παιδική και ανεβαίνει κάπως ψηλά. Δεν ξέρω αν πρέπει ο Τσαντίλας να εγκαταλείψει τα ελληνικά λόγια ασχολούμενος με τ’ αγγλικά –τούτο θα το αποφασίσει ο ίδιος– εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει να γίνει κάπως περισσότερο… αγενής». Νομίζω πως γύρω απ’ αυτά τα λόγια και πάλι θα περιστραφώ, ακούγοντας το πιο πρόσφατο CD τού Τσαντίλα, που έχει τίτλο What You See is Just a Lie[Ανεξάρτητη Έκδοση] και περιλαμβάνει τέσσερα αγγλόφωνα τραγούδια του.
Η βασική μου ένσταση για την τραγουδοποιία του Τσαντίλα εξακολουθεί να παραμένει η ίδια – και μετά το άκουσμα των καινούριων τραγουδιών του. Θέλω να πω πως τα τέσσερα νέα κομμάτια του δεν προσθέτουν κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικότερο σ’ εκείνο που ήδη υπήρχε. Η «ατολμία», ας την πω έτσι, στο λόγο, εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ συνδυάζεται αυτή τη φορά και με μια στουντιακή επεξεργασία, που εμένα, προσωπικώς, με αφήνει ακάλυπτο. Εννοώ πως ο ήχος που έχει επιλεγεί δεν αναδεικνύει το καλύτερο «χαρτί» του Τσαντίλα, που είναι οι μελωδίες. Το στούντιο χρησιμοποιείται με προβλέψιμο τρόπο, με αποτέλεσμα το τελικό editing, παρ’ όλα τα pop «κόλπα» που επιχειρούνται, να αποδεικνύεται λίγο.
Η δική μου γνώμη είναι πως ο Τσαντίλας, είτε γράφει στην αγγλική, είτε στην ελληνική, θα πρέπει να βαθύνει στο λόγο του. Εκεί βρίσκεται το κουμπί τής υπόθεσης. Όταν ο λόγος αποκτήσει τις διαστάσεις που πρέπει, θα αναδειχθούν σιγά-σιγά και οι ήχοι. Θα βρεθεί, δηλαδή, η καταλληλότερη επένδυση, προκειμένου να πατήσουν πάνω σ’ αυτήν τα λόγια. Τώρα, όλα μου φαίνονται κάπως συμπτωματικά. Κάπως σαν… δοκιμαστικά. Ο Τσαντίλας ψάχνεται για να το πω καθαρά, αυτή είναι η εντύπωσή μου, και μάλιστα ψάχνεται δημοσίως, εισπράττοντας και το ανάλογο κόστος – κάτι που, υπό συνθήκες, μπορεί να αποβεί σε καλό. Να τον ακούσουμε, εννοώ, στην επόμενη δουλειά του λιγότερο μετέωρο και πολύ περισσότερο αποφασιστικό.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

ο C.W. STONEKING αύριο στην Αθήνα

Έμαθα τον C.W. Stoneking από το “Jungle Blues”, που είχε κυκλοφορήσει σε CD το 2008 κι είχε διανεμηθεί στην Ελλάδα από την πάλαι ποτέ Hitch-Hyke (νομίζω). Εξαιρετικό άλμπουμ, που θα μπορούσε άνετα να ενταχθεί στο κλίμα της νέας παραδοσιακότητας – εκείνη που αναμόχλευαν, από τους κάπως παλιότερους, ο Roy Book Binder, ή ο πρόωρα χαμένος και τόσο αγαπητός στη χώρα μας Bob Brozman (1954-2013). Στον τελευταίο πρέπει να χρωστά πολλά ο C.W. Stoneking…
Με στίχους που διακρίνονταν άλλοτε για την περιπετειώδη αφρικανικότητά τους και άλλοτε για την καραϊβική μεταφυσική τους, με φωνή συχνά «καπνισμένη» –όχι όπως εκείνη του Tom Waits, αλλά κάπως κοντά σ’ εκείνη του Dave Van Ronk και τούτο όταν, τέλος πάντων, δεν αναπαριστούσε τον μυθικό Jimmie Rodgers–, και βεβαίως με συνθέσεις σχεδόν αποκλειστικά δικές του από τις οποίες δεν απέλειπε το μελωδικό χάρισμα, ο C.W. Stoneking είχε δημιουργήσει ένα άλμπουμ, που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με ελάχιστα άλλα στην εποχή του.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57744
 

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

GILDED BRUTE ή JOHNNY FALX

Πριν μερικές μέρες (5/5) κάποιος Johnny Falx έστειλε ένα link στο cbox και μου ζήτησε να πω μια γνώμη για ένα άλμπουμ του, που είχε ανεβεί στο soundcloud. Του είπα πως «θ’ ακούσω» και θα γράψω. Και για ’κείνον... και για όποιον άλλον μας διαβάσει.
Οι Gilded Brute λοιπόν, γιατί περί αυτών πρόκειται και που, μάλλον, είναι ο… πολλαπλασιασμένος Johnny Falx με άλλο όνομα, ανήκουν στο χώρο του σκληρού ροκ – το άλμπουμ τους εννοώ, το Byzantium Hounds, είναι σκληρό, δίχως, πάντως, να (του) καταλογίζονται ηχητικές ακρότητες. Τι θέλω να πω… Ο ήχος μπορεί να είναι σημερινός, κάπως DIY και κομματάκι ακατέργαστος, αλλά η βάση του είναι πακτωμένη στα early seventies heavy συγκροτήματα ή σε κάτι αμερικανικά του δεύτερου μισού της ίδιας δεκαετίας, που προέβαιναν συνήθως σε private pressings (άκου Stud, Totty, Highway και τα τοιαύτα). Αν κάτι φέρνει τον ήχο των Gilded Brute πιο μπροστά είναι τα φωνητικά, που ακούγονται κάπως περισσότερο ποπ για τέτοια τύπου μουσικές, και όχι αναγκαστικά η σκληρότητά του (που δεν έχει να κάνει με τα οριακά «μεταλλικά» παρακλάδια των eighties και των nineties). Αυτό το… δισυπόστατο είναι που κάνει τους Gilded Brute ενδιαφέροντες. Το γεγονός, δηλαδή, πως τα τραγούδια τους ακούγονται πλήρη και γεμάτα, δίχως να χρωστούν αναγκαστικά στο ένα ή το άλλο. Ναι μεν η «βάση» είναι αυτή που είναι, αλλά από ’κει κάτω τα θέματα αναπτύσσονται και ολοκληρώνονται με «προσωπική» δουλειά, δίχως (οι Gilded Brute) να… φοβούνται τις συγκρίσεις. Θέλω να πω πως και συνθετικώς τα κομμάτια «λένε»... 
Ο Johnny Falx ξέρει όχι μόνο να πετάει riffs από ’δω κι από ’κει, δημιουργώντας κάτι το μεταλλικώς… ακατάστατο, αλλά και να χαράζει απλές/γερές, μελωδικές γραμμές, πάνω στις οποίες προσέρχονται οι κιθάρες, για να ολοκληρώσουν το παιγνίδι (άκου π.χ. το “Lightning in a pill”).
Εντάξει, κάποιοι μπορεί να βρουν ομοιότητες με πιο καινούρια συγκροτήματα (απ’ αυτά που θα έχει ακούσει σίγουρα και ο άνθρωπος) τύπου My Bloody Valentine να πούμε, αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εκεί. Εξάλλου και οι My Bloody Valentine σε κάποιους άλλους πατάγανε – και δεν εννοώ τους Stud και τους Totty φυσικά, αλλά πιθανώς τους συμπατριώτες και συντοπίτες τους U2 (αν όχι και τους ακόμη παλαιότερους Skid Row). Η ουσία είναι πως κομμάτια σαν το “Thus spoke the Coward” ή το “Flames in the sky” μπορεί να αφορούν οποιονδήποτε καλοπροαίρετο ροκά, ενώ ορισμένα άλλα, σαν το “Diehard soul” φερ’ ειπείν, μπορούν να προσελκύσουν ακροατές και από το πιο απαιτητικό, αλλά με… γνώθι σαυτόν «μέταλλο».