Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

DILEMMA persona graffiti

Το Persona Graffiti [Ankh Productions, 2017] είναι το πέμπτο στούντιο άλμπουμ των Dilemma, του ντουέτου των Σωτήρη Τράγκα φωνή, σαξόφωνα (τενόρο, σοπράνο), πλήκτρα κ.λπ. και Πόπης Νταλαχάνη κιθάρες, πιάνο, εφφέ, πλήκτρα κ.λπ. Οι δύο μουσικοί, διαθέτουν και «βοήθειες» σε φωνή και φωνητικά (Ιωάννα-Βασιλική Κοράκη, Μαρίλυ Κιτσιώνα, Έλενα Φορνάρο, Μαρία Καμπάνη), πιάνο (Μάριος Στρόφαλης), μπάσο (Παναγιώτης Μπουραζάνης) και ντραμς (Θάνος Χατζηαναγνώστου) και όλοι μαζί, βασικοί και «βοήθειες», δημιουργούν ένα CD που κινείται οπωσδήποτε στην αισθητική γραμμή που έχει φτιαχτεί (από τους Dilemma) όλα αυτά τα χρόνια – αν και με ακόμη πιο δυναμικά τραγουδιστικά στοιχεία στην περίπτωσή μας.
Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που επενδύουν στη φωνή οι Dilemma, είναι όμως η πρώτη φορά που οδεύουν προς μιαν απλοποίηση της συνολικότερης εικόνας τους, προσφέροντάς λιτά, αβίαστα και στιβαρά τραγούδια. Αυτός είναι ο στόχος δηλαδή. Και χοντρικώς επιτυγχάνεται.
Ίσως να είναι λοιπόν η διάθεση του γκρουπ να εμφανιστεί, στο “Persona Graffiti”, πιο κοντά στην pop, ίσως να είναι η μετατόπισή του προς πιο φωτεινές περιοχές, από τις οποίες δεν λείπουν και οι (στιχουργικοί) προβληματισμοί σ’ ένα πολιτικοκοινωνικό επίπεδο, σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο και κατά τόπους πολύ υψηλού επιπέδου. Υπάρχουν τραγούδια των Dilemma, εννοώ, που φέρνουν στη μνήμη μου άξιες βρετανικές μπάντες από τα eighties, όπως τους Its Immaterial ενίοτε ή τους China Crisis άλλοτε –και αναφέρομαι σε τραγούδια σαν τα “Living in a cage” (ίσως το κορυφαίο του άλμπουμ), “Rise and fall” και “Time”– δίχως, πάντως, κανένα από τα υπόλοιπα να πέφτει κάτω από μιαν «άλφα» γραμμή. Περαιτέρω βρίσκω πολύ επιτυχημένη τη χρήση των γυναικείων φωνητικών –κάτι καθόλου αυτονόητο, για ελληνικό γκρουπ–, ενώ δημιουργικές είναι και όλες οι επιμέρους ενοργανικές παρεμβάσεις, τοποθετημένες πάντα στα «σωστά» σημεία.
Εν ολίγοις; Ένα ακόμη δυνατό άλμπουμ, από ένα γκρουπ που χαράζει εδώ και χρόνια τη δική του αθόρυβη πορεία.

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

H ACT MUSIC + VISION ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΟΡΓΑΣΜΟ: Joachim Kühn, Scott Dubois, Diego Pinera, Andreas Schaerer, Iiro Rantala / Ulf Wakenius και Stefano Bollani… σε πρώτη φάση

JOACHIM KÜHN NEW TRIO: Love & Peace [9861-2 ACT, 2018]
Ο Joachim Kühn δεν είναι ένας όποιος κι όποιος τζαζ πιανίστας. Είναι μια σημαίνουσα μορφή της ευρωπαϊκής (γερμανικής) τζαζ ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν μαζί με τον κλαρινίστα αδελφό του Rolf Kühn αρχίζουν να περιδιαβαίνουν (μέσα από διάφορους σχηματισμούς) τις εκτάσεις της free jazz (και μιας τομής της με το rock), φτιάχνοντας καταπληκτικούς και σήμερα ιστορικούς, πια, δίσκους. Φυσικά, η καριέρα του Joachim Kühn υπήρξε τεράστια, και οπωσδήποτε πολυδιάστατη, πράγμα που σημαίνει πως πολύ δύσκολα μπορείς να βρεις έναν γενικό, αισθητικό χαρακτηρισμό, που να την διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη. Κεφάλαια μόνον, που, παραταγμένα το ένα μετά το άλλο, μπορούν να οδηγήσουν τον ακροατή σε μιαν αρχή. Όπως «κεφάλαιο», ένα νέο τέλος πάντων «κεφάλαιο», είναι και το… Joachim Kühn New Trio που τώρα κάνει το δεύτερο μόλις βήμα του. Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, πως είχε προηγηθεί το “Beauty & Truth” το 2016, ενώ τώρα έχουμε τη συνέχειά του με το “Love & Peace”.
Πάντα σε συνεργασία με τους Chris Jennings μπάσο και Eric Schaefer ντραμς, που έχουν τα μισά χρόνια του (να το πούμε αυτό), ο Joachim Kühn δεν φέρνει μόνο παλαιότερες συνθέσεις ξανά στην επικαιρότητα –όπως την “Night plans” του Ornette Coleman, από τη συνεργασία του με τον θρύλο Αμερικανό στο “Colors: Live from Leipzig” [Harmolodic, 1997], το “The crystal ship” των Doors ή το “Le vieux chateau” του Μουσόργκσκι (από το περίφημο «Εικόνες από μια Έκθεση»)–, αλλά βασικά εκείνο που φέρνει είναι μιαν επιμονή στην καλή μελωδία… απ’ όπου κι αν προέρχεται. Γράφοντας, συμμετέχοντας και εναρμονίζοντας παλαιότερες δικές του ή και όχι μελωδίες (όπως είδαμε), ο Kühn κάνει ένα άλμπουμ που οπωσδήποτε εμπεριέχει το “love” (άρα και την… ηχητική ομορφιά) και ενδεχομένως και το “peace”… αν υποτεθεί πως το πρώτο αποτελεί προϋπόθεση για το δεύτερο.
SCOTT DUBOIS: Autumn Wind [9856-2 ACT, 2017]
Κιθαρίστας είναι ο Scott Dubois, περίεργος κιθαρίστας όμως και όχι από τους πιο… τζαζ συνηθισμένους. Κάτι που μπορείς να το διαπιστώσεις και από τις προηγούμενες δουλειές του φυσικά, αλλά ακόμη περισσότερο από τούτην εδώ, το “Autumn Wind”, που σαν άλμπουμ δεν είναι και από τα πλέον… σύννομα  στον κατάλογο της ACT. Ποιο είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά στο παρόν 2LP/CD; Μα οι συνθέσεις του Dubois, που είναι όλες δικές του, μυστήριες, ιδιαίτερες και πάντως άκρως ενδιαφέρουσες.
Ο Dubois είναι επηρεασμένος από τη μουσική του 20ου αιώνα. Και μάλιστα από πολλά και διαφορετικά παρακλάδια της. Ο ίδιος μιλάει για δωδεκαφθογγισμό, αλεατορισμό, μινιμαλισμό κ.λπ., δίχως βεβαίως να ξεχνά την μοντέρνα τζαζ σύνθεση και τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Αναφορές σε όλες αυτές τις τεχνικές-αισθητικές και τα μουσικά κινήματα διακρίνονται βεβαίως στις συνθέσεις του, που παρότι είναι ιδιόμορφες δεν χάνουν ποτέ την αίσθηση τού μέτρου. Κάτι που φαίνεται ακόμη και από τις καταγραμμένες διάρκειες, οι οποίες σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούν τα επτά ή τα οκτώ λεπτά, καθώς τα περισσότερα από τα δεκατρία tracks διαρκούν τρία, τέσσερα ή πέντε. Οι κιθαρισμοί έχουν βεβαίως τον πρώτο ρόλο εδώ, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του βασικού κουαρτέτου και ιδίως ο τενορίστας-μπασοκλαρινετίστας Gebhard Ulmann (οι Thomas Morgan και Kresten Osgood είναι στο μπάσο-ντραμς) έχουν πολύ σημαντικό μερίδιο στα δρώμενα. Δίπλα, τώρα, σ’ αυτή τη βασική τετράδα προστίθεται ένα κουαρτέτο εγχόρδων (δύο βιολιά, βιόλα τσέλο) και ακόμη μια τετράδα φιλοξενουμένων μουσικών (σε φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο και μπασούν).
Το άκουσμα είναι σε κάθε περίπτωση… άνετο. Παρότι το “Autumn Wind” διαρκεί περί τα 70 λεπτά, πουθενά δεν παρατηρείται «κοιλιά». Οι συνθέσεις είναι πάντα διαυγείς, επεξεργασμένες, με τρομερή δουλειά τόσο στο πρώτο επίπεδο, όσο και στο background. (Άκου π.χ. το “Early November bird formations” με την εισαγωγή των εγχόρδων, τα δυναμικά breaks της κιθάρας, που συν τω χρόνω υποχωρεί σ’ ένα πίσω πλάνο, αφήνοντας μπροστά το τενόρο του Ullmann, που ακούγεται σ’ ένα εκστατικό δημιουργικό σόλο).
Πολύ καλό τζαζ άλμπουμ, που, αφού κινείται (και) πέραν της jazz, δείχνει χαρακτήρα.
DIEGO PINERA: Despertando [9854-2 ACT, 2018]
Ο ουρουγουανός ντράμερ και περκασιονίστας (ζει στη Γερμανία) Diego Pinera δεν είναι καινούριο όνομα στο χώρο της latin-jazz, ούτε ηχογραφεί τώρα για πρώτη φορά. Είναι όμως η πρώτη φορά κατά την οποίαν ένα δικό του άλμπουμ τυπώνεται από μιαν εταιρεία του διαμετρήματος της ACT – κάτι, που μπορεί να σημαίνει πολλά για τον καλό μουσικό. Πόσω μάλλον, όταν η εμφάνισή του στη γερμανική ετικέτα γίνεται μέσω του “Despertando”, ενός πολύ ευχάριστου, σχεδόν… λαϊκού, latin-jazz άλμπουμ, που στοχεύει οπωσδήποτε στην απόλαυση και βεβαίως στα πλατύτερα των ακροατηρίων.
Ο Pinera συνοδεύεται εδώ από τους Tino Derado πιάνο, ακορντεόν, Omar Rodriguez Calvo μπάσο, Daniel Manrique-Smith φλάουτα, Julian Wasserfuhr τρομπέτα, φλούγκελχορν και όλοι μαζί, είτε στις αναπαραγωγές είτε στα πρωτότυπα, δείχνουν και πόσο μουσικάρες είναι και πόσο έχουν εντρυφήσει στην ιστορία τού στυλ (μέσα από τις versions σε συνθέσεις των Ellington / Tizol, Sonny Rollins, Gato Barbieri, Ernesto Lecuona, Emiliano Salvador…). Το άκουσμα –το είπαμε– είναι απολαυστικό. Το κουιντέτο του Diego Pinera είναι πάντα «εκεί» όχι μόνο με το να αναπλάθει την ιστορία, αλλά και με τα δικά του tracks, όπως το εισαγωγικό “Osvaldo por Nueve” ή το έσχατο “Once pasos”, συνθέσεις που σε κερδίζουν με την απλότητα της αφήγησής τους και με τις διακεκαυμένες διασταυρώσεις των παιξιμάτων. Τέλειοι!
ANDREAS SCHAERER: A Novel of Anomaly [9853-2 ACT, 2018]
Για τον φοβερό ελβετό τραγουδιστή και βοκαλίστα έχουμε γράψει τουλάχιστον τρεις φορές στο δισκορυχείον. Την τελευταία, μάλιστα, τον Απρίλη του 2017, όταν αναφερθήκαμε στο άλμπουμ του “The Big Wig” (επίσης στην ACT). Τώρα, λιγότερο από ένα χρόνο μετά, ο Schaerer έχει ένα ακόμη έξοχο CD στην ACT – ένα από τα ωραιότερα με τραγούδι, που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Είναι απίστευτος ο Schaerer, είναι μοναδικός ο τρόπος που ενδύεται διάφορες φωνητικές / τραγουδιστικές περσόνες, και μάλιστα σε διαφορετικές γλώσσες, δημιουργώντας μοναδικά «τοπία». Βεβαίως και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν (κάποιοι συνθέτουν κιόλας), δηλαδή οι Luciano Biondini ακορντεόν, Kalle Kalima κιθάρα και Lucas Niggli ντραμς (όλοι τους άσσοι και με γερό παρελθόν) δεν μένουν πίσω, αλλά ο Schaerer όπως και να το κάνουμε είναι εκείνος που πρωταγωνιστεί στο “A Novel of Anomaly”. Τραγούδια λοιπόν, που υπογραμμίζουν τις διαφορετικές καταγωγές των μελών του γκρουπ (Ιταλία, Φινλανδία… με τον Schaerer να τραγουδά ακόμη και σε μια διάλεκτο τού γερμανικού κομματιού, του καντονίου στο οποίο μεγάλωσε!) και που έχουν τον τρόπο να σε παρασύρουν άλλοτε με τον συγκρατημένο λυρισμό τους, και άλλοτε με την πηγαία εξωστρέφειά τους.
Ένα άλμπουμ, που λειτουργεί ως ύμνος για τη φωνή, είναι το “A Novel of Anomaly”, με μουσικές αναφορές πέραν των ορίων, που μπορεί να συμβολίζουν τα υπόλοιπα τρία όργανα. Αριστούργημα το “Stagione” και εκπληκτικά τα “Planet Zumo”, “Fiore salino”, “Getalateria” (άπιαστη ροκιά), “Signor Giudice” και “Flood”, δίχως να υπολείπεται κανένα από τα υπόλοιπα tracks.
IIRO RANTALA & ULF WAKENIUS: Good Stuff [9851-2 ACT, 2017]
Δύο μουσικοί, ο Φινλανδός Iiro Rantala και ο Σουηδός Ulf Wakenius, και δύο όργανα, το πιάνο και η ακουστική κιθάρα, εδώ, σε δρόμους… ας τους πούμε παράλληλους. Περί τίνος πρόκειται; Μα το είπαμε… Συνθέσεις, πρωτότυπες και διασκευασμένες, για αυτά τα δύο τόσο διαφορετικά όργανα, που άλλοτε συμπλέουν και άλλοτε εναλλάσσουν ρόλους, ρυθμικούς και μελωδικούς, επιχειρώντας να συνομιλήσουν δίχως χάσματα τονικά, ακουστικά κ.λπ. Δύσκολο εγχείρημα, με τα ζόρια να εντοπίζονται στη δυναμική των δύο οργάνων (ένταση), στα ανόμοια ηχοχρώματά τους, στη μικρή διάρκεια του ήχου της κιθάρας (σε σχέση με το πιάνο) κ.λπ., αλλά επειδή ο Rantala και ο Wakenius είναι μεγάλοι μουσικοί (κι επειδή στην παραγωγή είναι ο ίδιος ο Siggi Loch) οι σκόπελοι αποφεύγονται με τρόπο.
Το ρεπερτόριο φυσικά είναι κλασικό. Και κλασικό-κλασικό (Bizet, Puccini) και jazz (Coltrane) και pop (Louis Armstrong, Stevie Wonder), συν τις συνθέσεις των Wakenius και Rantala, που δημιουργούν τις κατάλληλες γέφυρες ώστε οι δύο μουσικοί να περνούν από το ένα στο άλλο δίχως πρόβλημα.
Υπάρχει, τέλος, και μια γεωγραφική διάσταση στο project, καθώς οι πρωτότυπες συνθέσεις τιτλοφορούνται με ονομασίες τού τύπου… “Vienna”, “Helsinki”, “Palma”, “Seoul”, “Berlin” και “Rome”, υποδηλώνοντας κατά μίαν έννοια και την ηχητική διάστασή τους.
Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, οπωσδήποτε, ολοκληρωμένη από δύο παικταράδες, που δεν χρειάζονται συστάσεις.
STEFANO BOLLANI TRIO: Mediterraneo [9849-2 ACT, 2017]
Πρέπει να ήταν 2008, στο Θέατρο Βράχων, όταν είχα δει live τον ιταλό πιανίστα Stefano Bollani. Τώρα να πω πως εκείνη η παράσταση ήταν εκπληκτική –μία από τις 3-4 ωραιότερες τζαζ, που έχει τύχει ποτέ να παρακολουθήσω– θα πω κάτι κοινότοπο, όπως κοινότοπα θ’ ακουστούν όσα υπερθετικά και να παραθέσεις για τον Bollani. Μεγάλος μουσικός, με πάντα φρέσκιες ιδέες, που, ευτυχώς, συχνά γίνονται και δίσκοι – αυτό να πούμε. Όπως το παρόν “Mediterraneo” για παράδειγμα, που αποτελεί κατά βάση την ηχογράφηση του 17ου κονσέρτου Jazz at Berlin Philharmonic και που φέρνει σ’ επαφή το τρίο του Bollani (ο ίδιος στο πιάνο φυσικά, ο Jesper Bodilsen μπάσο, ο Morten Lund ντραμς), με τον ακορντεονίστα Vincent Peirani και βεβαίως με τα έγχορδα και με τα πνευστά της ορχήστρας (την οποία διευθύνει ο Geir Lysne).
Το κόνσεπτ εδώ έχει να κάνει με την ιταλική μουσική. Με μεγάλα κεφάλαια της ιταλικής μουσικής, τα οποία ο Bollani μαεστρικά ενώνει, πλάθοντας μιαν απολαυστική ηχητική ιστορία για όλους. Συνθέσεις των Monteverdi, Rota (“Amarcord”), Morricone (“Chi Mai”, «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»…), Puccini, Rossini καθώς και το απίθανο “Azzuro” του Paolo Conte, που έγινε πασίγνωστο από τον Adriano Celentano, εναλλάσσονται στο σετ τού Bollani και βεβαίως στο CD, δημιουργώντας ανεπανάληπτα ευφρόσυνα ρίγη.
Ας σημειώσουμε, λοιπόν, πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλές… νοσταλγικές διασκευές, ούτε με κάποιαν ανούσια συρραφή προορισμένη για φτηνή κατανάλωση. Απεναντίας, πρόκειται για ένα, και κατ’ αρχάς, υπεράνω κριτικής σετ, το οποίο (ξανα)απογειώνει ο Bollani, με τις ευφάνταστες διασκευές του, από τις οποίες δεν απουσιάζουν ούτε το χτίσιμο νέων μελωδιών, ούτε το χιούμορ, ούτε ο αυτοσχεδιασμός, ούτε η πρωτοπορία, ούτε η λαϊκότητα. Όπως πρέπει να συμβαίνει, και συμβαίνει, με τις παραστάσεις των πραγματικά μεγάλων καλλιτεχνών. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

JAMES HALL ένα τζαζ άλμπουμ με πολύ ωραίο setting

Το δεύτερο άλμπουμ τού τρομπονίστα James Hall, ως leader, λέγεται “Lattice”, είναι ηχογραφημένο τον Σεπτέμβριο του 2016 στο Brooklyn και κυκλοφόρησε από την Outside in Music πριν από λίγες μέρες. Ο λόγος, λοιπόν, για ένα όμορφο και μάλλον... ευκολοδιάβαστο άλμπουμ, που περιέχει θαυμάσια και περίτεχνη jazz music – οδηγημένη όχι μόνον από το τρομπόνι τού Hall, αλλά και από τα φλάουτα της Jamie Baum, το πιάνο και το rhodes της Deanna Witkowski, το μπάσο του Tom DiCarlo και τα ντραμς του Allan Mednard. Οι συνθέσεις, οκτώ στον αριθμό, ανήκουν στον Hall – πλην των “Black narcissus” (Joe Henderson) και “Kind folk” (Kenny Wheeler).
Η μπάντα παίζει με αληθινή μαεστρία και αυτό φαίνεται περισσότερο, νομίζω, στα αργά κομμάτια, όπως στη φερώνυμη ρομάντζα “Lattice” π.χ., εκεί όπου οι… άνετοι χρόνοι δίνουν την ευκαιρία στα διάφορα μέλη να δείξουν όχι μόνο το ταλέντο τους, ως σολίστες, μα κυρίως την ικανότητά τους να συνυπάρχουν κάτω από απαιτητικές συνθήκες. Γιατί απαιτητικές; Μα γιατί είναι τέτοια η δομή τής συγκριμένης σύνθεσης, που προϋποθέτει ξεχωριστές κινήσεις. Εδώ, λοιπόν, εντυπωσιάζει το fender rhodes της Witkowski, που με το… φυσικό delay του «γεμίζει» τη σύνθεση με ωραία ηλεκτρικά vibes – είτε αυτά ακούγονται «μπροστά», είτε αποτελούν το «χαλί», πάνω στο οποίο θα πατήσουν το τρομπόνι και τα φλάουτα. Στην αντίθετη μεριά ρολάρει το γρήγορο “Brittle stitch”, που διαθέτει και το άλτο σαξόφωνο της guest Sharel Cassity (έχει παίξει με Herbie Hancock και Wynton Marsalis και θεωρείται ανερχόμενη), μαζί με θαυμάσιους συνδυασμούς απ’ όλα τα υπόλοιπα πνευστά. Καταπληκτική σύνθεση και η “Gaillardia”, που εμφανίζει δυνατό light μοτίβο, μαζί με ενδιαφέροντα soli από το τρομπόνι, το πιάνο και το φλάουτο. Αλλά και η διασκευή στο “Black narcissus” είναι πολύ πρώτη, με άπαντα τα πνευστά να στέκονται επί ίσοις όροις δίπλα στο, για μιαν ακόμη φορά, άπαιχτο fender rhodes.
Έξοχο setting (και άλμπουμ), που δένει μοναδικά όλα τα tracks, από μιαν ομάδα μουσικών που μπορεί να πάει ακόμη πιο ψηλά.

VANTOMME (DELVILLE / LEVIN / LENSSENS) progressive από άλλο πλανήτη

Vantomme είναι το επώνυμο του βέλγου κιμπορντίστα Dominique Vantomme και με αυτό ακριβώς το επώνυμο αναγνωρίζεται μια φοβερή τετράδα, ένα περιστασιακό γκρουπ, που το αποτελούν προσέτι ο κιθαρίστας Michel Delville (από Wrong Object, douBt, Machine Mass), ο μεγάλος Tony Levin (σε μπάσο και chapman stick) και ακόμη ο ντράμερ Maxime Lenssens. Οι τέσσερις αυτοί μουσικοί βρέθηκαν τον Οκτώβριο του 2016 σ’ ένα στούντιο της Αμβέρσας (στη συνοικία Hoboken) κι εκεί, μέσα σ’ ένα κλίμα βαριάς… προγκρεσιβιάς, έδωσαν νόημα σε μια σειρά συνθέσεων του Vantomme, που μετατράπηκαν αυθωρεί σε άλμπουμ. Vegir[MoonJune, 2018] ο τίτλος του… και στην πράξη ένα καταπληκτικό, ζωντανό progressive, από Quiet Sun και πέρα.
Canterbury να το αποκαλέσουμε; Γιατί όχι; Έχει πολλά τοιούτα αισθητικά στοιχεία. Κυρίως της δεύτερης εποχής, μετά το 1972-73 δηλαδή, τύπου Matching Mole ας πούμε, μα και Hatfields, αλλά βασικά Quiet Sun (εκείνη η δισκάρα, από το 1975, που έφτιαξαν οι Dave Jarrett, Manzanera, Eno και οι υπόλοιποι), με μιαν όμως επισήμανση. Πως οι συνθέσεις στο “Vegir”, οι συνθέσεις του Vantomme, είναι ισάξιες με όλες τις παλαιές, σε ιδέες, παικτικό περφεξιονισμό και τελικώς σε ευχαρίστηση και απόλαυση. Γιατί, αυτό είναι το βασικό – καθότι υπάρχουν πάμπολλα Canterbury sounding projects, αλλά λίγα που να μπορεί να συναγωνιστούν τους Vantomme σ’ ένα τόσο υψηλό επίπεδο.
Εκπληκτικά complex tracks έχουμε εδώ, φισκαρισμένα στις σολιστικές ακολουθίες, διαλυμένα μέσα σε έξοχα avant, jazz και progressive περιβάλλοντα. Φυσικά, τα πλήκτρα του Vantomme (fender rhodes, πιάνο, mini moog, mellotron) κάνουν τρομερή δουλειά, γεμίζοντας τον ήχο της τετράδας συνεχώς και αδιαλείπτως, όμως και οι κιθάρες του Delville δεν μένουν πίσω (με πολλά και διαφορετικά ηχοχρώματα, επινοήσεις, εφφέ κ.λπ.), ούτε βεβαίως το ρυθμικό τμήμα, με τον Levin να κάνει φοβερά πράγματα με το… βομβαρδιστικό μπάσο του, αλλά και με το chapman stick, και με τον όχι και τόσο γνωστό Lenssens να αποδεικνύεται εντυπωσιακός και ουσιαστικός συνάμα.
Περιττό να πω πως στο “Vegir” δεν υπάρχει ούτε μισό ηχογραφημένο λεπτό χωρίς αληθινό ενδιαφέρον και πως συνθέσεις σαν τις “Sizzurp”, “The self licking ice-cream cone” και “Equal minds” τις τοποθετείς αμέσως στην πρώτη γραμμή του progressive rock, πέραν από εποχές ή στυλ.
Κορυφαίο άλμπουμ!
Επαφή: www.moonjune.com
 

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

“JIMMIE” HENDRIX με αφορμή ένα όνομα που δεν υπάρχει προέκυψε μια ανάρτηση και μια ωραία συζήτηση στο facebook

Άμα ακούς κάποιον π.χ. τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο να λέει το όνομα του Hendrix κι εσύ αντί για Jimi τον γράφεις Jimmie σημαίνει πως είσαι άσχετη/άσχετος και παίρνεις στο λαιμό σου και τον… ξένον άνθρωπο. Θα μου πεις, τώρα, πως υπάρχουν και τύποι (Έλληνες) που τυπώνουν και βιβλία για το ροκ και που τον αναφέρουν ως... Jimmy, οπότε μικρό το κακό.
Οι προχειράτζες που γράφουν σε μεγάλα σάιτ και που θέλουν να έχουν λόγο για τα πάντα είναι πλέον καθεστώς.
(από το popaganda είναι το screenshot)
Kwstas Agas: Κι επιπλέον ο Hendrix παρόλο που τραγουδούσε ο ίδιος δεν ήταν «αμιγώς τραγουδιστής». Ήταν πρωτίστως και κυρίως μουσικός, από τους καλύτερους που πέρασαν από τον κόσμο...
Φώντας Τρούσας: Ε ναι. Δεν θα τον πεις πρωτίστως τραγουδιστή. 

Nikos Sarantakos: Γιατί όχι Τζίμι Χέντριξ και Τζόαν Μπαέζ; ή μιλούσαν αγγλικά;
Φώντας Τρούσας: Εγώ σ’ ένα κείμενο θα τον έγραφα στ’ αγγλικά. Σε μια συνέντευξη όμως, έναν προφορικό λόγο που τον μετατρέπεις σε γραπτό, θα τον έγραφα στα ελληνικά (Τζίμι Χέντριξ), όπως το ΦΑΝΤΑΖΙΟ το ’70. Δεν μου κάθεται καλά στο μάτι σε συνεντεύξεις να βλέπω αγγλικά. Σ' ένα άρθρο, σ' ένα δοκίμιο δεν έχω πρόβλημα.
George Nikolopoulos: Τότε και… Che Guevara!
Φώντας Τρούσας: Δεν υπάρχει ουδεμία σκέψη γι’ αυτά τα θέματα... γράφουν όπως να’ναι. Δεν βγάζεις άκρη. Πάντως στη μεταφορά στα ελληνικά χρειάζεται προσοχή και σκέψη. Αν γράψεις π.χ. Τζον Μάγιαλ είναι λάθος (παρότι όλοι θα καταλάβουν σε ποιον αναφέρεσαι), αν γράψεις όμως το σωστό, που είναι Τζον Μέιολ, ελάχιστοι θα αντιληφθούν για ποιον λες. Μερικά πράγματα έχουν παγιωθεί λάθος, αλλά είναι επίσης λάθος –για μένα– να αλλάξεις ένα λάθος, που δουλεύει σωστά για δεκαετίες. Εγώ, δηλαδή, θα έγραφα «Μάγιαλ». Το λέω, γιατί κάποτε είχα δει το «Μέιολ» και ψαχνόμουν. Γενικώς τα ονόματα, είτε ελληνικά είτε όχι, θέλουν προσοχή και σκέψη στη γραφή τους. Το λέω, γιατί έχουμε διαβάσει ακόμη και για «Κώστα Καβάφη», για «Κωνσταντίνο Καρυωτάκη» κ.λπ.
George Nikolopoulos: Ένα παγιωμένο λάθος είναι αδύνατο να διορθωθεί. Π.χ η όπερα (το σωστό θα ήταν τα όπερα, τα έργα δηλαδή).
Φώντας Τρούσας: Και σωστά (ένα παγιωμένο λάθος, που δεν ενοχλεί, να μην διορθώνεται). Και γι’ αυτό θα πρέπει να λέμε «τα παλτά», τα «βιολιά» κ.λπ. Αλλά όχι και «τα στυλά», γιατί αυτό είναι κακόηχο.
Vassilis Konstandopoulos: Λόγω επαγγέλματος, η φάση με τα ονόματα μας έχει ταλαιπωρήσει κάμποσο. Στα ονοματεπώνυμα τείνουμε προς την ελληνική βερσιόν, προσπαθώντας να διατηρήσουμε την εκφορά (Νικ Κέιβ, Μικ Τζάγκερ, Βιμ Βέντερς, Τζίμι Χέντριξ, Τζον Κολτρέιν, Ρίτσαρντ Νίξον, Άλμπερτ Αϊνστάιν κ.λπ.). Τα γκρουπ τα αναγράφουμε στην πρωτότυπη εκδοχή ανεξαρτήτως γλώσσας (π.χ. το να γράψεις τους Einstuerzende Neubauten "Aϊνστίρτσεντε Νοϊμπάουτεν", μάλλον θα μπερδέψει τον αναγνώστη) κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τέλος, θεωρούμε κάπως αστείο ονοματεπώνυμα αλφαβήτων διαφορετικών από το αγγλικό να αναγράφονται με την αγγλική τους εκδοχή (π.χ. Alexander Sokurov, Andrjei Wajda, Stellan Skaargard κ.ο.κ.).
Φώντας Τρούσας: Για τα κυριλλικά πάντως, κι επειδή το κοντινότερο αλφάβητο είναι το ελληνικό, καλό είναι να τα γράφουμε στα ελληνικά, αλλά να ξέρουμε λιγάκι και την προφορά. Πράγμα όχι εύκολο. Πάντως σε πολλά γιαπωνέζικα εξώφυλλα δίσκων π.χ. υπάρχει και η αγγλική γραφή, οπότε γιατί όχι και αγγλικά (τα γιαπωνέζικα); Πάντως, άμα δεν ξέρεις την προφορά καλύτερα οι λατινικές γραφές παντού. Αλλά και να την ξέρεις την προφορά... είπαμε (με το παράδειγμα του Mayall) πως ενίοτε προκύπτει θέμα. Τελικά, ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει και κρίνεται ξεχωριστά.
George Nikolopoulos: Άρα θα γράφετε π.χ. ο Νικ Κέιβ των Birthday Party! Περίεργο, όμως νομίζω ότι θα συμφωνήσω τελικά...
Vassilis Konstandopoulos: Για το κυριλλικό, φυσικά. Καλό είναι να την ψάχνουμε λιγάκι, τώρα με τα ιντερνέτ είναι πιο εύκολο. Με τα γιαπωνέζικα, κινέζικα κλπ. δεν καταλαβαίνω γιατί όχι Ναγκίσα Όσιμα και Ακίρα Κουροσάουα και Κιμ Κι Ντουκ κ.λπ. Φυσικά υπάρχουν θέματα, τύπου Mayall, Brugges και του βασανιστή των αθλητικών Kuyt, αλλά δε νομίζω ότι είναι πρωτεύοντα. Όποιος θέλει να μάθει, ψάχνει και βρίσκει εντός 10λέπτου.
Φώντας Τρούσας: Πάντως εμένα δεν μ’ αρέσει να γράφω ούτε «Χέντριξ», ούτε «Κλάπτον», ούτε τίποτα απ’ αυτά. Τα γράφω πάντα αγγλικά και στα κείμενα που ανεβάζω στο δισκορυχείον και σε όσα παραδίδω αλλού (αν και κάποιες φορές μου «διορθώνουν» τα leads – μέσα στο κείμενο δεν τα αλλάζουν).
Με τα μη λατινικά εξαρτάται. Αν υπάρχει στο δίσκο (με κυριλλικά ή γιαπωνέζικα γράμματα κ.λπ.) και λατινική γραφή χρησιμοποιώ τη λατινική. Αλλιώς... μαντεύω. Έχω δίσκο π.χ. που είναι όλα τα κείμενα στα κυριλλικά-ουκρανικά (ούτε καν στα ρώσικα) ε... κι εκεί έβαλα πιο πολύ φαντασία, παρά γνώση, για να γράψω τα ονόματα.
Εξάλλου το να γράψεις τον μεγαλύτερο τραγουδιστή της Καταλονίας «Γίουις Γιάχ» ή κάπως έτσι δεν κερδίζεις απολύτως τίποτα. Ενώ αν γράψεις “Lluis Llach” βοηθάς τον άλλον να κάνει copy-paste και να τον ψάξει. Ν ακούσει τραγούδια του κ.λπ.
Vassilis Konstandopoulos: Τα κυριλλικά είναι πιο εύκολα από ό,τι φανταζόμαστε. Ναι, κι εμείς, φορές, τα πάμε όλα στο λατινικό, αλλά νομίζω ότι σε κείμενο, δεν είναι παράταιρη η γραφή των ονομάτων στα ελληνικά.
Θυμάμαι τώρα φάσεις και γελάω μόνος μου, βίπερ δεκαετίας του ’70, νομίζω ήταν το «Γκρούπι» (που είχε κυκλοφορήσει ως «Γκρουπιέ») ανέφερε το «Αεροπλάνο Τζέφερσον», τον «Μπομπ Ντυλάν» και πάει λέγοντας. Έχεις ένα πόντο, εδώ βοηθάει η παρένθεση με το αυθεντικό πάντως.
George Nikolopoulos: Με την ελληνική γραφή μπορεί να αισθάνεσαι λίγο πιο κοντά και οικεία με τον επονομαζόμενο. Μου ’ρχεται στο μυαλό ο… Καρτέσιος, που το προτιμώ από το ψυχρό Descartes.
Φώντας Τρούσας: Καλά, ναι αυτά τα παλιά τα ξέρω. Είχε γίνει ντόρος όταν είχα θυμίσει σε κάποιους πως στην αρχή τον Dylan στην Ελλάδα τον έγραφαν.... Ντάϋλαν.
Vassilis Konstandopoulos: Όπως Νάυλον. Τεσπα, εμείς της μπάλας που έχουμε ζήσει Μανόλο, τα έχουμε δει όλα.
Φώντας Τρούσας: Το «Αεροπλάνο Τζέφερσον» το έχω δει κι εγώ και πρέπει να ήταν σε βιβλίο του Μαρκούζε (αν θυμάμαι καλά). Ο άνθρωπος (ο μεταφραστής) ήξερε να μεταφράζει φιλοσοφία από τ’ αγγλικά, αλλά από μουσική... σκράπας.
Vassilis Konstandopoulos: Εγώ το είχα δει σε αυτό που σου ανέφερα. Αλλά, τότε, ήταν αλλιώς.
Φώντας Τρούσας: Πάντως το να γράφεις Shakespeare είναι μαλακία. Αλλά το να γράφεις Jagger δεν είναι.
Vassilis Konstandopoulos: Οk, δεκτό, αλλά καλό είναι να υπάρχει μια ενιαία αντίληψη, το βρίσκω λίγο κουλό από τη μια Jagger και από την άλλη Σαίξπηρ στο ίδιο κείμενο.
Φώντας Τρούσας: Δεν υπάρχει λόγος να συνυπάρχουν αυτοί οι δύο. (γέλια)
George Nikolopoulos: Αν είσαι αρχαιόπληκτος, τον Σαίξπηρ τον λες… Λογχοκραδαστή.
Φώντας Τρούσας: Αυτό μου θυμίζει λίγο Αστερίξ; Ή όχι;
George Nikolopoulos: Νομίζω κάποιος άλλος το έχει διαπράξει και μου έμεινε, όχι από Αστερίξ. Θα μπορούσε σίγουρα…
(από την επανέκδοση του "Γκρουπιέ" του 1974)
Φώντας Τρούσας: Το σκάναρα τώρα. Μνημείο...
Vassilis Konstandopoulos: Φώντα, μιλάω για το ΒΙΠΕΡ, την ταινία την ψάχνω μανιωδώς (αν και μάλλον είναι σοφτ κορ της φωτιάς).
Φώντας Τρούσας: To βίπερ σκάναρα (Άγκυρα).
Vassilis Konstandopoulos: Δε θυμάμαι τέτοιο εξώφυλλο, τεσπα, θα ψάξω τις κούτες γμτ. Μιλάω για ΒΙΠΕΡ οριτζινάλ, όχι Αγκύρας πάντως, αν και ρετάρω με τα χρόνια.
Η πρώτη έκδοση του 1971
Φώντας Τρούσας: Άγκυρα 1971, είναι το ορίτζιναλ. Απλά είχε κάπως διαφορετικό εξώφυλλο (στήσιμο). Εγώ εδώ σκάναρα μόνο τίτλο και τον οριζοντίωσα από την έκδοση του ’74 (μάλλον).
Vassilis Konstandopoulos: Oκ, να ψάξω, πάνε 40 χρόνια γμτ.
Φώντας Τρούσας: Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του ’71, αποσύρθηκε τον Μάρτη του ’72 (έγινε δίκη, αλλά αθωώθηκε ο Παπαδημητρίου της Άγκυρας) και το ξανακυκλοφόρησε το 1974. Μετά τη δίκη, και την αθώωση, λογικά ξαναμοιράστηκαν και τα αντίτυπα, που είχαν αποσυρθεί… λέω εγώ τώρα… ή έγινε κι άλλη έκδοση στο ενδιάμεσο.
Αυτό είναι το ορίτζιναλ, αλλά υπάρχει κι άλλη έκδοση. Η φωτό της κοπέλας είναι παντού η ίδια.
Vassilis Konstandopoulos: Οk, αυτό ήτανε, τώρα θυμήθηκα

Thodoris Rammos: Ήταν και πολιτικοποιημένος ο Jimmie;
Φώντας Τρούσας: Ήταν. Είχε γράψει αντιπολεμικά και ειρηνιστικά τραγούδια. “Machine gun”, “Izabella”, “1983... (A Merman I Should Turn to Be), “House burning down” και άλλα.

Ntinos Sarandopulos: μήτσος
Φώντας Τρούσας: Και όμως έχει γραφτεί κι αυτό… (γέλια)

Γιώργος Χαρωνίτης: Τζίμη!!!
Φώντας Τρούσας: «Τζίμυ» τον γράφανε στους Μοντέρνους Ρυθμούς το 68. Και «Τζίμι» στο ΦΑΝΤΑΖΙΟ το 70..
Γιώργος Χαρωνίτης: I know!

Στέφανος Παναγιωτάκης: Ο πιό ωραίος ήταν ο Ευγένιος Σπαθάρης τότε το 1966 ή 67 νομίζω στο εργάκι του «Ο Καραγκιόζης και οι Μπητλς» είχε ονοματίσει τα παλληκάρια ως εξής... Ο Τζώνης της Ελένης, ο Ρίκος ο Σταρένιος, ο Γιώργης ο Χαρίσης κι ο Παυλάκος ο Χαρτόνης!!

ΒΑΡΕΑ & ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ επαρχιακά μπλουζ νόστου & ερώτων

Το συγκρότημα Βαρέα & Ανθυγιεινά, από την Καβάλα, το γνωρίσαμε το 2015, όταν το τραγούδι τους «Μετριότητα» συμπεριλήφθηκε στο τελευταίο 7ιντσο των «Γεροντοπεισμάτων» του Δημήτρη Καρρά. Λίγο πιο μετά, πάντα μέσα στο ’15, γράψαμε και για το πρώτο φερώνυμο CD τού σχήματος, που είχε τυπωθεί από την B-otherSide. Τώρα, έχουμε και ακούμε το δεύτερο άλμπουμ των Βαρέων & Ανθυγιεινών, που έχει τίτλο «Επαρχιακά μπλουζ νόστου & ερώτων» [Κάπα Εκδοτική], παραγωγής 2017. Το άλμπουμ περιλαμβάνει έξι τραγούδια και δύο ορχηστρικά, που ανήκουν (μουσικές-στίχοι) στους Βασίλη και Δημήτρη Ευφροσυνίδη (με την εξαίρεση μιας μελοποίησης ποιήματος του Μανώλη Αναγνωστάκη).
Τα τραγούδια των Βαρέων & Ανθυγιεινών δεν έχουν όλα ένα ύφος. Ούτε από μουσικής, ούτε από στιχουργικής, ούτε από ενορχηστρωτικής πλευράς. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κακό –ίσως είναι–, ξέρω πάντως πως δυσχεραίνεται η οικοδόμηση ενός άλμπουμ με γερά στοιχεία σύνδεσης και συνάφειας. Επίσης προς αυτή την κατεύθυνση, της ενότητας, δεν βοηθούν ούτε οι φωνές του Θανάση Γκαϊφύλλια και του Αργύρη Μπακιρτζή, που αποδίδουν δύο από τα έξι τραγούδια του CD. Όσον αφορά στον Μπακιρτζή (που λέει ένα τραγούδι για τον Τζούλιο Καΐμη), με το τόσο ιδιότυπο φωνητικό ηχόχρωμα, η γνώμη μου είναι πως δεν κολλάει πουθενά αλλού να τραγουδάει πέραν των Χειμερινών Κολυμβητών, ενώ και ο Γκαϊφύλλιας, που έχει βεβαίως ακόμη πολύ καλή φωνή, δεν ταιριάζει και τόσο στο «Κάθε πρωί». Θέλω να πω τούτο – και το λέω ευθαρσώς. Όταν για τα τραγούδια, που αποφασίζεται να τα πει άντρας, υπάρχει ο πολύ καλός Βασίλης Ευφροσυνίδης (για τα «γυναικεία» υπάρχει η επίσης πολύ καλή Μαρία Ευλαβή) προς τι ο λόγος να αναζητούνται έτερες φωνές; Εντάξει, οι «συμμετοχές» θεωρητικώς αβαντάρουν ένα άλμπουμ βοηθώντας σε πωλήσεις (τούτο παλαιότερα, γιατί τώρα οι πωλήσεις είναι ελάχιστες), σε αναγνωρισιμότητα, ακόμη και σε air-plays (αφού οι ραδιοπαραγωγοί είναι πιο πιθανόν να επιλέξουν ένα τραγούδι με φημισμένο ερμηνευτή), ενώ αποτελούν κι έναν τρόπο αναγνώρισης των λιγότερο γνωστών δημιουργών (που έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν «συμμετοχές» για τους δίσκους τους). Ωραία όλα αυτά, αλλά με την ουσία τι γίνεται; Αυτό θα είναι, πάντα, το ζήτημα.
Λοιπόν εδώ… για να μην γενικολογούμε. Όλα τα τραγούδια των Βαρέων & Ανθυγιεινών έχουν ενδιαφέρον – είναι αυτό που λέμε «καλά τραγούδια» ή και πολύ καλά κάποια εξ αυτών («Τα άφταστα», «Εμείς» σε ποίηση Αναγνωστάκη). Έχουν επίσης μελετημένες ενορχηστρώσεις, αν και «διαφορετικές» από τραγούδι σε τραγούδι. Άλλα κομμάτια είναι πιο κοντά στο παλιό ύφος (παραδοσιακά, με σμυρνέικες, λαϊκές κ.λπ. αναφορές), άλλα είναι μπαλάντες (όχι λαϊκές), κάποια έχουν πιο πολλά folk στοιχεία της αλλοδαπής (το οργανικό «Ένας μποέμ πλανήτης» π.χ.) και λοιπά. Από ’κει και πέρα είναι η ενότητα ύφους, για την οποία τα είπαμε, και η οποία αναζητείτε.
Αν, τώρα, ορισμένοι αναγνώστες-ακροατές δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν ακριβώς την «ενότητα» (που θα πρέπει, πάντα, να χαρακτηρίζει ένα άλμπουμ) να ξέρουν πως εδώ στα «Επαρχιακά μπλουζ νόστου & ερώτων» θα βρουν μόνο καλά τραγούδια.
Επαφή: www.kapaekdotiki.gr

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΠΟΥΛΟΥΧΤΣΗΣ αντηχήσεις

Τον Βαγγέλη Μπουλουχτσή οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε μέσω των Chapter 24 και του πολύ καλού δίσκου τους “Tin Invaders”, που είχε κυκλοφορήσει από το Δικαίωμα Διάβασης το 1988. Ο Μπουλουχτσής, που έπαιζε μπάσο, κιθάρες κι έκανε φωνητικά σ’ εκείνο το δίσκο, που εμφανιζόταν ταυτοχρόνως και με το side-project Hobbit, ηχογραφώντας στα 00s και δύο CD με τους Όμμα (στην Ankh), έχει τώρα μια κασέτα στη γύρα, στην ετικέτα του Στυλιανού Τζιρίτα A Man out of A Man. Ο τίτλος τής κασέτας είναι «Αντηχήσεις» (2017) και περιλαμβάνει ζωντανές εγγραφές του Μπουλουχτσή, που συνέβησαν μεταξύ Απριλίου 2005 και Μαρτίου 2010, στην Ήπειρο. Όπως διαβάζουμε στην κασέτα… «το σύνολο των συνθέσεων έχει εκτελεστεί από τον Βαγγέλη Μπουλουχτσή σε πραγματικούς χρόνους, με άταστο μπάσο, φωνή, σφυρίχτρες πουλιών, sleigh bells (σ.σ. βγάζουν τον ήχο της αγιαστούρας), ιδιόφωνα και με τη δημιουργία ενός πλέγματος αντηχήσεων και βρόγχων, παραγόμενων ηλεκτρονικά με delay και echo».
Οπωσδήποτε ο χαρακτηρισμός «περιβαλλοντικές» ταιριάζει γάντι στις μουσικές του Μπουλουχτσή, ασχέτως αν αυτές μπορεί να εμφανίζουν επιδράσεις ακόμη και από την ηπειρωτική ή και από την βυζαντινή μουσική παράδοση (εννοείται πως υπάρχουν επιδράσεις και από το πειραματικό ροκ, από διάφορες ιστορικές φάσεις τού improv κ.λπ.). Και τούτο γιατί, στις «Αντηχήσεις», το πλαίσιο έχει σημασία, μέσα στο οποίο αφήνονται ο ήχος και ο λόγος (κείμενα τού επίσης ηπειρώτη λογοτέχνη Γιώργου Μ. Οικονόμου κυρίως) και όχι τα όποια επιμέρους συστατικά.
Ο Μπουλουχτσής, με τα απολύτως απαραίτητα μέσα λοιπόν, κατορθώνει να οριοθετήσει ένα περιβάλλον που να «στέκεται» μόνο του από αισθητικής πλευράς, δίχως την ανάγκη ή την… υποχρέωση να καταφεύγει στην εικονοκλασία και τις όποιες άλλες ηχητικές ακρότητες, που παρουσιάζονται συχνά στα avant-ηλεκτρονικά… one man show.

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

Δεν πρέπει να αδιαφορούμε για τις προτιμήσεις του λαού. Εντάξει, με άλλες μπορεί να συμφωνούμε και με άλλες όχι, όμως το να τις αντιμετωπίζουμε αφ’ υψηλού και υποτιμητικά, τοποθετώντας τον εαυτό μας κάπου «έξω» από τους πολλούς, και κάπου «παραπάνω», δεν βοηθάει τα πράγματα. Απεναντίας, εκείνο που βοηθάει είναι το να προσπαθείς να εξηγήσεις τι βρίσκουν οι πολλοί, που δεν το βρίσκεις εσύ ενδεχομένως στα τραγούδια του Παντελίδη, αυτού του πηγαίου ταλέντου που άφησε ορφανό το λαϊκό τραγούδι πριν από δυο χρόνια.
Ο Παντελίδης είχε δικό του τρόπο να γράφει στίχους, αδιαφορώντας για τους γραμματικούς κανόνες. Έβαζε ας πούμε δυο ρήματα μαζί, «τρώγοντας» συνδέσμους, προθέσεις κτλ., κάθε δίστιχό του είχε αυτοδύναμο νόημα, δίχως να συνδέεται αναγκαστικά με το προηγούμενο ή το επόμενό του, κι εν πάση περιπτώσει μιλούσε τα ελληνικά που μιλούσαν και μιλάνε οι άνθρωποι της γενιάς του, με τη σιγουριά και την πεποίθηση πως, πρώτα απ’ όλα, γινόταν κατανοητός από τους συνομηλίκους του. Κι αυτό έχει σημασία.
Αλλά και μελωδίες ωραίες έγραφε ο Παντελίδης, ενώ είχε άποψη για το πώς θα ακούγονταν τα τραγούδια του, με λιγότερο ή καθόλου μπουζούκι, και με το βιολί, το κλαρίνο, τα πνευστά και τις κιθάρες, να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερα μέτρα στις ενοργανώσεις του.
Ο πρόωρος χαμός αυτού του ανθρώπου –και είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό που θα πω– στέρησε το λαϊκό τραγούδι από το μεγαλύτερο ταλέντο του εδώ και δεκαετίες (δύο τουλάχιστον). Ο άνθρωπος, που έκανε τραγούδι τον ίδιο το θάνατό του, δεν μπορεί παρά να έβλεπε πολύ μπροστά… Και υπό αυτή την έννοια όσοι αγαπάμε το λαϊκό νοιώθουμε χαμένοι διπλά και τρίδιπλα.
 

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΩΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ η 9η avant / πειραματική / ηλεκτρονική συλλογή

Να υπενθυμίσουμε πως ο Πρώτος Όροφος είναι μια καλλιτεχνική ομάδα από τη Θεσσαλονίκη, που διοργανώνει συναυλίες με ονόματα από τον χώρο της avant και πειραματικής ηλεκτρονικής. Η ομάδα ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008 οργανώνοντας τα πρώτα live στον χώρο ενός γραφείου επί της οδού Ολυμπίου Διαμαντή (στη Θεσσαλονίκη). Σε ανάμνηση αυτών των γεγονότων ο Πρώτος Όροφος κυκλοφορεί, κάθε χρόνο, ένα CD-συλλογή με τους μουσικούς που εμφανίστηκαν στις εκδηλώσεις του την προηγούμενη χρονιά. Έως σήμερα έχουν τυπωθεί οκτώ τέτοιες συλλογές, για τις περισσότερες από τις οποίες έχουμε γράψει είτε εδώ στο δισκορυχείον είτε στο lifo.gr (γκουκλάρει όποιος θέλει τα σχετικά και βρίσκει). Τώρα, θα πούμε λίγα λόγια για το νούμερο «9», το πιο πρόσφατο CD του Πρώτου Ορόφου, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Δεκέμβριο σε 200 αντίτυπα. Περιλαμβάνει, δε, ηχογραφήσεις που συνέβησαν στον Πρώτο Όροφο από τον Δεκέμβριο του 2016, έως τον Μάιο του 2017.
Το άλμπουμ ξεκινά με το “Human geometry” των/του Mytrip από τη Βουλγαρία. Το κομμάτι έχει ambient χαρακτηριστικά (που θα το έφερναν κοντά ακόμη και στο kraut), drone στο βάθος και μια προοδευτική αύξηση της έντασής του πριν το κάπως βιαστικό κλείσιμο (εννοώ πως αυτού του τύπου τα tracks, μπορεί να τραβάνε μέχρι το άπειρο).
Το “Bitter mouth” του Kostadis (Ελλάδα) κολλάει σαν συνέχεια του προηγουμένου, αν και σαν άκουσμα είναι πιο ελεύθερο και περιπετειώδες. Drone και εδώ, αλλά και πολλά breaks διαφόρων τύπων, πάνω σ’ έναν κύριο, αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενο καμβά.
Το «Χωρίς τίτλο» των Ξέρα έχει διάρκεια μόλις 1:12 και είναι ένα noisy hard core, που τελειώνει πριν καν αρχίσει.
Ακολουθεί το «Με σορτς ή χωρίς, έλα» των Τσόκολς, που είναι ένα κολάζ ήχων μουσικών ή μη στην αρχή, σε σειρά με μιαν αφήγηση σχετική με το «Κουρδιστό πορτοκάλι» (δεν τα λέει και άσχημα!) και σε σειρά μ’ ένα ηλεκτρονικό ρέκβιεμ, να το πούμε, με στοιχεία ηλεκτροστατικά από τη μέση και μετά.
Το 6λεπτο “Retorno” των Hexorcismos & May Roosevelt είναι ένα υποβλητικό electronic-drone track, με αργό και κάπως ιεροτελεστικό τέμπο, στο οποίο παρεισφρέουν αντιστικτικά techno γεμίσματα, «φωνές» και άλλα τινά εφφέ.
Στο “How soon” του Totsouko (Έλληνας είναι) υπάρχει μια trip-hop συνταγή, που διαμορφώνεται καταλλήλως, ορίζοντας ένα κάπως… μπλέιντ-ρανικό περιβάλλον.
Όπως διαβάζω στο discogs οι Millions of Dead Tourists είναι μιαcollaboration between Iason (PS Stamps Back, 1000+1 Tilt), Sotiris (Ksera) & Yiannis (Ksera). 2 basses, negativism, analog synths, spreading of despair, electronics. 3 people, lots of buttons. Στο “Tardigrade” οι Millions of Dead Tourists δίνουν ένα φουτουριστικό 5λεπτο σάουντρακ, με σκοτεινά nineties (κυρίως) ηλεκτρονικά χαρακτηριστικά.
Dead Gum είναι ο Παναγιώτης Σπούλος, που έχει κυκλοφορήσει κάμποσα CD-R στη Phase! από το 2009. Το “Velvet goldyours” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα tracks του CD, ένα βαρύ και απροσπέλαστο κομμάτι, που θα μπορούσε να θυμίζει σάουντρακ του Bobby Beausoleil για ταινία του Kenneth Anger.
Το “Let the moon” των F.F.M.A.D. (από πού προέρχονται δεν γνωρίζω) είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του CD, αφού αγγίζει τα εννέα λεπτά. Βασικά έχουμε να κάνουμε μ’ ένα synth-rock, που, παρότι τραβάει σε μάκρος, δε χάνει πουθενά το ενδιαφέρον του. Πολύ καλό.
Προτελευταίο κομμάτι τής συλλογής το 7λεπτο “G.O.D. (Gods of Death)” των Skållhal (είναι ο Adam_is). Εδώ προάγεται ένα noisy, ερμητικά κλειστό ηχητικώς και με αυξανόμενη ένταση περιβάλλον, που «πέφτει» κάπως μόνο λίγο πριν το τέλος. Τυπικό, θα το χαρακτήριζα, για το είδος του.
Το CD θα ολοκληρωθεί με το επίσης 7λεπτο “Asonia” των Epavlis Pavlakis & Νικόλα Μαλεβίτση, που αναπτύσσεται με λογικές κολάζ και concrète, κινούμενο σε μια κλασική seventies φόρμα.
Πολύ υλικό, που δείχνει συνάμα και τις ποικίλες διαστάσεις της σημερινής πειραματικής-ηλεκτρονικής (ελληνικής) σκηνής.
Επαφή: www.protosorofos.gr