Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

το νέο άλμπουμ τής LESLIE PINTCHIK

Έχοντας πολλά χρόνια στην πλάτη της, ή μάλλον στα χέρια της, ως ζωντανή performer στα τζαζ κλαμπ του Village, η πιανίστα και συνθέτιδα Leslie Pintchik διαθέτει, στην πολυετή καριέρα της, μόλις πέντε προσωπικά άλμπουμ. Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει πριν καιρό για δύο απ’ αυτά –για το “We’re Here to Listen” [Pintch Hard, 2010] και το “In the Nature of Things” [Pintch Hard, 2013]–, ενώ τώρα το ίδιο θα πράξουμε και για το πιο τελευταίο, το πέμπτο της, που έχει τίτλο True North [Pintch Hard, 2016].
Η Pintchik είναι βασικά συνθέτιδα. Και πιανίστα βεβαίως, αλλά πρωτίστως συνθέτιδα. Εννοούμε πως η συνθετική ταυτότητά της είναι εκείνη που υπερισχύει οτιδήποτε άλλου. Ως τέτοια, ως συνθέτιδα δηλαδή, έχει πλήρη γνώση της… τζαζ αποστολής της, δημιουργώντας κομμάτια που σχετίζονται με την ιστορία και την παράδοση, αφήνοντας όμως πάντα το δικό της ίχνος, τη δική της υπογραφή. Έτσι και στο “True North” η Pintchik, που έχει την συμπαράσταση των Steve Wilson άλτο, σοπράνο, Ron Horton τρομπέτα, φλούγκελχορν, Scott Hardy μπάσο, Michael Sarin ντραμς και Satoshi Takeishi κρουστά, παραδίδει ένα σετ έξι δικών της tracks, παρεμβάλλοντας ανάμεσα και τέσσερα στάνταρντ (αν υπολογίσουμε ως τζαζ στάνταρντ πια και το “Imagine” του John Lennon), δημιουργώντας εν πολλοίς το προσωπικό της τζαζ πλαίσιο. Σε τι συνίσταται αυτό; Στην κατανόηση, διευθέτηση και προσαρμογή στο τώρα παλαιών πιανιστικών εμπειριών (Bill Evans, Ahmad Jamal), στην ενσωμάτωση στοιχείων παράλληλων παραδόσεων (βραζιλιάνικη μουσική, rhythm nblues, pop…) και βεβαίως στη συνολική άποψη για την ενορχήστρωση του τελικού «προϊόντος», το οποίο χρωστά πολλά και στις πνευστές απόψεις του Scott Hardy.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό – για τα μέτρα ενός τζαζ άλμπουμ, που στοχεύει στην ήρεμη σκέψη, στο χορό και την απόλαυση (όλα μαζί σ’ ένα CD). Υπάρχουν θαυμάσιες στιγμές στο “True North”, όπως η σύνθεση “Crooked as a dogs hind leg” για παράδειγμα, που είναι ένα up-tempo r&b, με ωραίες αλλαγές στα πνευστά, ή το εισαγωγικό “Lets get lucky” που έχει έναν βραζιλιάνικο αέρα, συνδυάζοντας και bluesy πατήματα. Το ίδιο (περίπου) και με το “Tumbleweed” με την αφρο-βραζιαλιάνικη ρυθμολογία του, ή με το “Just sayin’”, ένα δυνατό κομμάτι χωρίς πνευστά και με κάπως νευρική ρυθμική γραμμή. Τέλος, από τις versions, που είναι βούτυρο στο ψωμί για το γκρουπ της Leslie Pintchik, μένω στο “Imagine”, που βγάζει όλη τη μελωδική ομορφιά του. Μια πραγματικά θαυμάσια διασκευή.

BLUES REVIVAL 4: SCRAPPER BLACKWELL (1903-1962)

Διαβάζοντας μέσα στα χρόνια κομμάτια κι αποσπάσματα του ταραγμένου βίου του Francis Hillman Blackwell, του επονομαζόμενου “Scrapper”, ένοιωθα σαν να ξανάβλεπα, να μην πω καρέ-καρέ, την ταινία του Rainer Werner FassbinderQuerelle” (ε.τ. Καυγατζής). Δεν ήταν μόνο το παρωνύμιο “Scrapper”, που παρέπεμπε ευθέως στο διάσημο τελευταίο φιλμ του γερμανού σκηνοθέτη, ήταν η ίδια η ιλιγγιώδης ζωή του αμερικανού μουσικού, που ανοιγότανε μπροστά μου όπως εκείνες οι φιάλες με το οινόπνευμα στα χαλκοπράσινα μπαρ της Βρέστης.
Ο Scrapper Blackwell γεννήθηκε στη Syracuse της South Carolina την 21/2/1903 και όπως γράφει ο Paul Oliver στην «Ιστορία του Blues» [Απόπειρα, Αθήνα 1995]… «o Scrapper, που είχε και αίμα Ινδιάνου Τσερόκι στις φλέβες του, ανήκε σε οικογένεια με παράδοση στη μουσική.(…). Όταν ήταν παιδί έφτιαξε μόνος του την πρώτη του κιθάρα, με το μπράτσο από ένα μαντολίνο και μ’ ένα κουτί από πούρα. Έμαθε να παίζει τα (παλαιά) κλασικά τραγούδια και όταν τα blues άρχισαν να διαδίδονται στην Ινδιανάπολη (όπου είχε βρεθεί από τριών ετών) δεν άργησε να μπει στο κλίμα. Στα είκοσί του είχε ήδη μία επικερδή επιχείρηση παράνομης παρασκευής αλκοόλ, ενώ περίπου τότε μπαίνει σιγά-σιγά στις ηχογραφήσεις».
Η ζωή και η καριέρα του Scrapper θ’ αλλάξουν όμως όταν περί τα μέσα της δεκαετίας του ’20 θα γνωρίσει τον πιανίστα Leroy Carr. Τους ένωναν πολλά τους δύο μουσικούς, κι ανάμεσα σε άλλα το ασυγκράτητο πάθος τους για το αλκοόλ. Αν ο Scrapper την είχε γλιτώσει για την ώρα, ο Leroy είχε μπει ήδη ένα χρόνο φυλακή για παράνομη διακίνηση ουίσκι. Δυστυχώς, όμως, για ’κείνον η ζωή δεν θα του δείξει το καθαρό της πρόσωπο. Οι μεγάλες ποσότητες νοθευμένων ποτών που συνήθως κατανάλωνε τον διέλυσαν, κι έτσι προς τα τέλη Απριλίου του 1935 θα πεθάνει (ήταν 30 ετών) ύστερα από οξύτατη κρίση νεφρίτιδας, που ακολούθησε έναν καυγά του με τον Scrapper. Οι Carr και Blackwell, όμως, είχαν προλάβει να ηχογραφήσουν μαζί μερικά από τα καλύτερα blues που ακούστηκαν ποτέ, τραγουδώντας λόγια με αληθινή στιχουργική δύναμη, αγγίζοντας συγχρόνως το τέλειο στις μουσικές και τις ενοργανώσεις τους. Ανάμεσα σ’ αυτά τα ιστορικά τραγούδια τους περιλαμβάνονταν και τα “How long, how long blues”, “Blues before sunrise”, “Mean mistreater mama”, “Prison bound blues”, ενώ δεν υπολείπονταν σε αξία τα λιγότερο γνωστά “Lets make up and be friends again”, “I know Ill be blue”, “Gone mother blues” κ.ά.
Ο Scrapper δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το σοκ του θανάτου του καλύτερού του φίλου. Πέρασε στην αφάνεια και για 23 ολόκληρα χρόνια κανείς δεν έμαθε τίποτα γι’ αυτόν. Το 1958, όμως, ένας επαγγελματίας φωτογράφος και ιθύνων νους του Indianapolis Jazz Club, ο Dunkan Schiedt, τον ανακαλύπτει κάπου στην Ινδιανάπολη και τον πείθει να ξαναμπεί στις ηχογραφήσεις, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα μετά την τελευταία επίσκεψή του σε στούντιο. Έτσι, τον Ιούνιο του 1958 θα γράψει έξι κομμάτια (εμφανίστηκαν σ’ ένα LP της βρετανικής Flyright και σ’ ένα EP της επίσης βρετανικής Collector) και σε τρεις δόσεις (τον Σεπτέμβριο του ’59, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του ’60) άλλα έντεκα, ανάμεσά τους τα “How long blues” και “Blues before sunrise”, που θ’ αποτελέσουν το υλικό ενός άλμπουμ που βγήκε για λογαριασμό της βρετανικής 77 Records.
Τα επόμενα δύο χρόνια ο Scrapper Blackwell θα κάνει αρκετές εμφανίσεις, δίνοντας πάντα δυναμικά παιξίματα στην κιθάρα, ενώ θα γράψει τον Ιούλιο του ’61 ένα ακόμη LP (“Mr. Scrappers Blues”), που θα κυκλοφορήσει από την Bluesville στην Αμερική και την Xtra στη Βρετανία τo 1962.
Ο «Καυγατζής», όμως, φαίνεται πως δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Το ζην επικινδύνως κυλούσε στο αίμα του από τότε που γεννήθηκε. Πρωταγωνιστής στην ίδια του την τέχνη θα βρεθεί άγρια δολοφονημένος κάπου στην Ινδιανάπολη τον Οκτώβριο του ’62 .
Βασική δισκογραφία
1. Blues Before Sunrise – UK. 77 Records LA 12-4 – 1960 (ως Francis Scrapper Blackwell) 
2. Mr. Scrapper’s Blues – USA. Bluesville BV 1047 – 1962 
3. My Heart Struck Sorrow – USA. Bluesville BV 1074 – 1963 (ως The Blues of Brooks Berry and Scrapper Blackwell) 
4. Longtime Blues – 7ιντσο EP, UK. Collector JEN 7 – 1967 
5. Indianapolis Jump – UK. Flyright LP 523 – 1977 (συλλογή)

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ επιστημονική φαντασία, ελληνικό ροκ, κινηματογράφος κ.ά.

Πέθανε χθες ο Άγγελος Μαστοράκης. Ήταν 67 ετών. Όλοι τον γνωρίσαμε ως έναν από τους φανατικούς υποστηρικτές τής επιστημονικής φαντασίας στην Ελλάδα, ήδη από τα seventies – αν και ο Μαστοράκης δεν ήταν μόνο αυτό, αφού η παρουσία του ήταν στενά δεμένη και με το ελληνικό ροκ.
Να πούμε λοιπόν πως ο Μαστοράκης, που είχε γεννηθεί στη Νίκαια, το 1949, ήταν βασικός συνεργάτης (ηχολήπτης) του Διονύση Σαββόπουλου στη δεκαετία του ’70 (στη δισκογραφία το όνομά του αναφέρεται μόνο στους «Αχαρνής»), ενώ βρέθηκε πίσω από τους Socrates, τα Μπουρμπούλια, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και βεβαίως τον Εξαδάκτυλο και τον Δημήτρη Πουλικάκο (παίζει φυσαρμόνικα και κάνει φωνητικά στο «Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτσος», ενώ ήταν ηχολήπτης και στο «Crazy Love στου Ζωγράφου»). Ήταν επίσης υπεύθυνος ήχου στο κλαμπ Ρόδον (στην αρχή της λειτουργίας του), ενώ είχε κάνει remixing και παραγωγή στο καλύτερο LP του Ross Daly, το “Ross Daly” [Private Pressing, 1986].

Ο Άγγελος Μαστοράκης ως… φάντασμα του λήσταρχου Νταβέλη από την ταινία του Νίκου Αλευρά «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι… κι ο τραυματισμένος καλλιτέχνης αναστενάζει…» (1977). Αριστερά στη φωτογραφία είναι ο σκηνοθέτης.
Τον Άγγελο Μαστοράκη τον βλέπουμε σε διάφορες ταινίες των seventies, άλλοτε σαν hippie, άλλοτε σαν μουσικό κ.λπ. Για παράδειγμα εμφανίζεται ως μέλος παρέας «χίπιδων» στην ταινία του Βαγγέλη Σερντάρη «Χωρίς Συνείδηση» (1972), τον βλέπουμε σαν κλαρινίστα στο κλιπ τού «Σκόνη, πέτρες, λάσπη» (Πουλικάκος κ.ά.) από την ταινία «Αλδεβαράν» (1975) του Ανδρέα Θωμόπουλου, ενώ παίρνει μέρος και στην ταινία του Νίκου Αλευρά «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι… κι ο τραυματισμένος καλλιτέχνης αναστενάζει…» (1977), υποδυόμενος το… φάντασμα του λήσταρχου Νταβέλη! Επίσης, ποζάρει στο μέσα μέρος του εξωφύλλου του άλμπουμ «Η Μαρίζα Κωχ και δυο ζυγιές παιχνίδια» [MINOS, 1974] ως μέλος του συγκροτήματος.

Η συνέχεια εδώ…

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

BRIAN ENO – ΓΙΑΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ

Στην παρουσία του κινήματος DiEM 2025 του Γιάνη Βαρουφάκη στο Βερολίνο παρευρέθη και ο Brian Eno! Αυτό μου έκανε εντύπωση εκ πρώτης – αν και όχι και τόσο στην πορεία, αφού αμφότεροι είναι φίλοι/γνωστοί του μεγαλοεπενδυτή George Soros. Δεν θέλω να υπονοήσω κάτι, απλώς να εννοήσω. Είναι όμως και μεταξύ τους φίλοι (ο Eno με τον Βαρουφάκη), αφού, όπως διαβάζουμε στον Guardian, έχουν παρακολουθήσει μαζί ακόμη και συναυλία των U2.
Την 28/11/2015 Eno και Βαρουφάκης είχαν καταγραφεί σε συζήτησή τους στη βρετανική εφημερίδα. Λένε διάφορα, αλλά εγώ θα μεταφράσω μόνον εκείνα που σχετίζονται με τη μουσική…

Κάποια στιγμή ο Eno παίζει στον Βαρουφάκη ένα απόσπασμα πέντε λεπτών από μια καινούρια σύνθεσή του και ακολουθεί ο εξής διάλογος:

Γ.Β. Είναι πολύ καλό. Ελπίζω να χρησιμοποιηθεί σε ταινία. 
B.E. Υποψιάζομαι ότι θα είναι κάτι συνηθισμένο για ταινία. Πρόκειται για δύο μεγάλα κομμάτια, περί τα 25 λεπτά το καθένα. 
Γ.Β. Progressive rock! Όπως και στη δεκαετία του ’70. 
B.E. Δεν θα ταιριάζει σε LP, αυτό είναι το μόνο πρόβλημα. Από τη μια μεριά έχεις το περισσότερο μπάσο που μπορείς, και από την άλλη το λιγότερο που μπορείς να βγάλεις στο βινύλιο. Έχουμε να σκεφτούμε σε σχέση με το βινύλιο στις μέρες μας, γιατί όλοι αγοράζουν δίσκους ξανά. 
Γ.Β. Δεν είναι ωραίο αυτό; Δεν ξέρω γιατί μ’ αρέσει, αλλά αγοράζω βινύλια. Ο γιος μας, ο οποίος ποτέ του δεν είχε ακούσει βινύλιο, ανακάλυψε την παλιά δισκοθήκη μου και τώρα ακούει μόνο LP. Λέει ότι ο ήχος είναι πιο χρωματικός. Υποψιάζομαι ότι του αρέσει όλη η διαδικασία-εμπειρία περισσότερο. Να βγάλει τον δίσκο από τον φάκελο, να τον καθαρίσει, να διαβάσει τις σημειώσεις στο εξώφυλλο. Θα ’λεγα πως δεν ενδιαφέρεται και τόσο για τις ελληνικές μουσικές και πως περισσότερο τον τράβηξαν τα εξώφυλλα των άλμπουμ των Led Zeppelin. Επίσης ήταν εντυπωσιασμένος από το cover του “Ummagumma” των Pink Floyd.
B.E. Τα εξώφυλλα των δίσκων ήταν πολύ πιο ενδιαφέροντα (από εκείνα των CD). Κι εμένα μου αρέσουν οι σημειώσεις στα εξώφυλλα. Πάω να βάλω τον βραστήρα…
Brian Eno - Γιάνης Βαρουφάκης (φωτογραφία: David Levene για τον Guardian)
Γ.Β. Πώς οι προοδευτικές ιδέες σου συγχωνεύτηκαν με τον κτητικό ατομικισμό, που φάνηκε πως βρισκόταν στο επίκεντρο της νοοτροπίας της ροκ σκηνής των seventies; 
B.E. Λοιπόν κοίτα. Όταν ήμουν νέος έβλεπα τον εαυτό μου σαν αναρχικό. Σταδιακά όμως αυτή η θέση μετακινήθηκε σε κάτι που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε… τον λιγότερο δυνατό κρατισμό. Ήμουν γοητευμένος από ένα μουσικό κομμάτι του Cornelius Cardew (σ.σ. ο οποίος όμως ήταν κομμουνιστής!). Ήταν ένα κομμάτι που ο καθένας θα μπορούσε να το σκεφτεί και να το κάνει. Δεν χρειαζόταν να είσαι επαγγελματίας μουσικός. Στην πραγματικότητα αυτό, συνήθως, γίνεται από μερικούς ανθρώπους σ’ ένα δωμάτιο. Είναι απλά φωνές, και πάντα ακούγεται λίγο-πολύ το ίδιο. Σκέφτηκα… πώς είναι δυνατόν κάτι να έχει μορφή και να είναι αναγνωρίσιμο με τόσο λίγους περιορισμούς;
Στην πραγματικότητα αυτό εξακολουθεί να με απασχολεί και σήμερα. Ήταν το αντίθετο από εκείνο που οι περισσότεροι έπρατταν στη δεκαετία του ’70, επειδή εκείνη ήταν η πρώτη εποχή του πομπώδους – ξαφνικά 16κάναλα και 24κάναλα ήταν διαθέσιμα, οπότε θα μπορούσες να έχεις ένα σωρό διαφορετικά παιξίματα. Τα πάντα διατηρούνταν έτσι, μέσα στην υπερβολή τους και γι’ αυτό πάντα σκεφτόμουν… τι είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε; Αν και οι Roxy Music ήταν μια εξαμελής μπάντα, αρκετά μεγάλη δηλαδή, ήμασταν διαρκώς ανήσυχοι, ώστε να μην γίνουμε πομπώδεις, να μην γεμίσουμε με την παρουσία μας κάθε σύνθεση των άλμπουμ μας. 
Γ.Β. Η ροκ-όπερα; 
B.E. Ναι, η ροκ-όπερα, η οποία είναι αναμφισβήτητα ό,τι έχω μόλις κάνει! 
Γ.Β. Ναι, ακούγεται πολύ σαν μια επική ροκ-όπερα με βυζαντινά στοιχεία. 
Β.Ε. Χμμ… βλέπω πως μπορείς ν’ αλλάξεις κατεύθυνση ακόμη και τώρα στην καριέρα σου! (σ.σ. υπονοεί πως θα μπορούσε να γίνει μουσικοκριτικός). Ένα από τα πράγματα που έκαναν ενδιαφέροντες τους Roxy Music ήταν ότι κανείς δεν συμφωνούσε πραγματικά με κανέναν άλλον. Δεν ήμασταν μια ομάδα φίλων, που είχαμε όλοι το ίδιο background. Ήμασταν ένα γκρουπ που απολάμβανε το γεγονός της διαφορετικότητας – είχαμε διαφορετικές δεξιότητες και ενδιαφέροντα. Εγώ ήρθα, ας πούμε, από ένα διαφορετικό μουσικό υπόβαθρο σε σχέση μ’ εκείνο του Bryan Ferry. Ο Bryan είχε βγει από την soul. Εγώ βγήκα από την πειραματική μουσική. Δεν θυμάμαι να είχαμε ποτέ μια ενιαία πολιτική άποψη-κουβέντα για τα πράγματα. Τούτο συνέβαινε επειδή γνωρίζαμε πως σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν καταστροφικό για ’μας.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

ΚΟΡΑΛΙΑ ΘΕΟΤΟΚΑ η απόλυτη σχέση με τον Γιώργο Θεοτοκά, ένας απρόσμενος θάνατος, κι ένα φτερούγισμα στο κενό που σημαδεύει την Αθήνα του ’76

Την αμαρτία μου θα την πω. Γνώρισα το ποιητικό έργο της Κοραλίας Θεοτοκά, πριν 20 χρόνια περίπου, με αφορμή ένα τραγούδι. Ένα σπάνιο κυριολεκτικά και μεταφορικά τραγούδι, που είχε συνθέσει ο νεαρός Νίκος Κυπουργός το 1970 – τόσο παλιά. Ήταν «Η ρόδινη κυρά» που ακουγόταν στο άλμπουμ «Νίκος Κυπουργός 2» [Rod Strofes], έναν δίσκο με μπαλάντες βασισμένες σε ποιήματα των Γιώργου Σεφέρη, Μίλτου Σαχτούρη, Ματθαίου Μουντέ, Νικηφόρου Βρεττάκου, Νίκου Καρύδη και Κοραλίας Θεοτοκά.
Το εν λόγω τραγούδι ήταν η αρχή λοιπόν, καθώς με ώθησε να ψάξω το ποιητικό έργο της Θεοτοκά, μιας ποιήτριας μάλλον ξεχασμένης εκείνη την εποχή – κυρίως, γιατί, όπως διαπίστωσα στην πορεία, η ίδια δεν εντασσόταν σε κάποια συγκεκριμένη σχολή, ώστε να την πάρει το κύμα και να την φέρει προς τα χρόνια μας. Δεν ανήκε ας πούμε στη «γενιά του ’70», ούτε σε κάποια άλλη προγενέστερη. Η ποίησή της, παρότι είχε αναφορές, ελληνικές ή όχι, φάνταζε «μόνη της», μέσα από ’κείνον τον αστείρευτο λυρισμό και την θαρραλέα εξομολογητική της διάθεση.
Παρότι στην πορεία έψαξα και βρήκα τα τρία από τα τέσσερα ποιητικά βιβλία της, το βασικό βοήθημα για ό,τι διαβαστεί στη συνέχεια είναι ο τόμος 330 σελίδων ΚΟΡΑΛΙΑ ΘΕΟΤΟΚΑ τα κείμενά της, τα κείμενα για το έργο της [Βιβλιοπωλείο της “Εστίας”, Αθήνα 1977], που συντάχθηκε με την συμβολή τής αδελφής της Τζούλιας Ανδρειάδου-Σταμπουλοπούλου, και των ποιητών Νίκου Καρούζου και Θανάση Θ. Νιάρχου. Ένα πολύτιμο βιβλίο, που δυστυχώς δεν κυκλοφορεί εδώ και χρόνια.
Γεννημένη στο Νέο Φάληρο το 1935, η Κοραλία Ανδρειάδη, όπως ήταν το πατρικό της επώνυμο, μεγαλώνει μέσα στην Κατοχή, τελειώνει το Γυμνάσιο το 1953, μπαίνει στην Πάντειο, ενώ βοηθά συγχρόνως και τον πατέρα της στην οικογενειακή επιχείρηση – την εισαγωγή και προώθηση ινδικών ταινιών στους κινηματογράφους της εποχής.
Γιώργος Θεοτοκάς - Κοραλία Θεοτοκά
Το 1959 μάλιστα θα ταξιδέψει η ίδια στην Ινδία –θα ξαναπήγαινε το 1961, προσκαλεσμένη του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Νέου Δελχί–, ενώ τον ίδιο χρόνο θα γνωριστεί, τυχαίως, με τον Γιώργο Θεοτοκά, μεγάλη λογοτεχνική μορφή και από τους ταγούς της «γενιάς του ’30» στο δικηγορικό γραφείο του. Όπως έγραφε και η ίδια, αργότερα, για ’κείνη την γνωριμία…

Η συνέχεια εδώ…

PRODACT ένα ελληνικό γκρουπ με ψυχή

Ελάχιστα στοιχεία μπόρεσα να ψαρέψω από το δίκτυο (bandcamp) για τους Prodact. Πρόκειται για μία μπάντα που σχηματίστηκε το 2012 στη Θεσσαλονίκη από τους Rev και Gabriel. Η μουσική τους –γράφουν οι ίδιοι– συνδυάζει διαφορετικά στυλ, όπως punk, disco και garage, ενώ τα στιχάκια τους έχουν να κάνουν με προσωπικά και κοινωνικά ζητήματα, που προκύπτουν από την καθημερινή ζωή. Πέρυσι οι Prodact ηχογράφησαν και τύπωσαν σε ανεξάρτητη παραγωγή (διανομή από την B-otherSide) ένα 45άρι υπό τον τίτλο “Date with a Saint” [eye5records, 2015] με δυο τραγούδια τους, τα οποία ακούμε τώρα.
Το πρώτο έχει για τίτλο τον τίτλο του single και, βασικά, δεν έχει καμμία σχέση με την disco. Άλλο το funk, άλλο το disco-funk και άλλο η disco. Εδώ μιλάμε για funk-rock, που βγαίνει προς τα έξω με μια συγκρατημένη… punky αυθάδεια. Η απλότητα και η καθαρότητα των μηνυμάτων, όπως και το ανάλογο παίξιμο δημιουργούν θετική εντύπωση – είναι η προσπάθεια θέλω να πω ενός σχήματος, που δεν υποκρίνεται κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είναι. Το τραγούδι τους παίζει με τις ταχύτητες, έχει δύναμη, και στίχο καθημερινό που περιστρέφεται γύρω από μιαν ερωτική γνωριμία. Γενικώς; Καλό.
Το flip-side είναι όμως ακόμη καλύτερο – και προσωπικώς πολύ γουστάρω τα singles που έχουν τις δεύτερες πλευρές καλύτερες από τις πρώτες. Το “Product είναι πολύ καλό τραγούδι, για να μην πω άριστο και φοβερό, το οποίο δείχνει πως η μπάντα έχει τα φόντα για κάτι συνολικότερο (ένα LP δηλαδή). Δυναμικό και δυνατό παίξιμο, τέμπο γρήγορo, πιο αποφασιστικά φωνητικά κι ένας ήχος… underground (όπως θα τον λέγαμε στα νιάτα μας). Εμένα το ύφος των Prodact, σ’ αυτό τουλάχιστον το track μου θύμισε κάτι από Edgar Broughton Band ανακατεμένο με «ζαππισμούς» (όσο και αν αυτό ακούγεται τρελό) και φυσικά μιλάμε για μια καθαρή ροκιά, που δεν μπερδεύεται με τίποτ’ άλλο. Το τραγούδι μιλά για το «προϊόν», το συγκεκριμένο προϊόν και τον τρόπο που το αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι-μουσικοί που το έφτιαξαν, αλλά κι εκείνοι που θα το καταναλώσουν. “Good production and remix of the track/ ‘cause in it I exist/ listed music packed in serial numbers/ feels like (I’ll tell you what it feels like)/ feels like a fuckin’ fist”
Ακούστε τούς Prodact. Είναι πολύ πρώτοι…
Επαφή: www.b-otherside.gr

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΤΟΥ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ (1972-1975) τρία πρωταθλήματα, δύο νταμπλ, διακρίσεις στην Ευρώπη και ρεκόρ που αντέχουν ακόμη!

Πειραιάς και Ολυμπιακός, Ολυμπιακός και Πειραιάς, είναι έννοιες συνυφασμένες. Ποδοσφαιρική ομάδα με τεράστια απήχηση όχι μόνο στο Λιμάνι αλλά σε όλη τη χώρα όπως και έξω απ’ αυτήν, ο Ολυμπιακός, η ολυμπιακή διαδρομή αν θέλετε, έχει πολλούς σταθμούς ορισμένοι από τους οποίους θα χαρακτηρίζονταν «θρυλικοί».
Φυσικά, για να αποκαλέσουμε κάτι «θρυλικό» θα πρέπει να έχει μεσολαβήσει ένα επαρκές διάστημα από τη… γέννησή του. Θα πρέπει το κατόρθωμα να έχει επωαστεί μέσα στην Ιστορία, να έχει αποδείξει την αντοχή του στο χρόνο.
Τον τελευταίο μισό αιώνα δύο είναι οι θρυλικές φάσεις του Ολυμπιακού. Η ομάδα του ούγγρου προπονητή Μάρτον Μπούκοβι το 1965-67 (η χούντα φαίνεται πως είχε παίξει ρόλο στην απομάκρυνσή του, που συνέβη… νύχτα κατά τον Διονύση Χαριτόπουλο) και η ομάδα του προέδρου Νίκου Γουλανδρή (1913-1983), που διέπρεψε στις ποδοσφαιρικές σεζόν ανάμεσα στα χρόνια 1972 και 1975.
Ένα από τα πιο ανομολόγητα «εγκλήματα» της δικτατορίας ίσως να ήταν η επαίσχυντη παρεμβατική πολιτική της στο χώρο του ποδοσφαίρου – με τρομερές συνέπειες, που φθάνουν μέχρι και σήμερα. Ο τότε ισχυρός άντρας του αθλητισμού, ο ΓΓ Κωνσταντίνος Ασλανίδης, έλυνε κι έδενε καθώς μοίραζε πρωταθλήματα και κύπελλα, διόριζε διοικήσεις, «δάνειζε» χρήμα κατά το δοκούν, επέτρεπε ή δεν επέτρεπε μετεγγραφές… εκμεταλλευόμενος εν ολίγοις, και προς όφελος του καθεστώτος, οτιδήποτε θα μπορούσε να «τραβήξει» από το ποδόσφαιρο. Η προβολή ήταν το λιγότερο…
Δισκάκι της Sonora από το 1974 με τραγούδια των Σπύρου Παπαβασιλείου-Τάσου Οικονόμου, που αποδίδει ο Πασχάλης Μωραϊτίνης. Η σύνθεση του Ολυμπιακού. Όρθιοι από αριστερά: Γκλέζος (RIP), Κελεσίδης, Σιώκος, Γκαϊτατζής, Αγγελής, Συνετόπουλος (RIP). Καθιστοί: Δεληκάρης, Βιέρα, Σταυρόπουλος(;), Τριαντάφυλλος, Κρητικόπουλος (RIP)
Το 1971 πρόεδρος του Ολυμπιακού ήταν ο απόστρατος στρατηγός Δημήτρης Βαρδάνης (διορισμένος, φυσικά, από τον Ασλανίδη), με τον εφοπλιστή Νίκο Γουλανδρή να εκτελεί χρέη γενικού αρχηγού.
Ο Γουλανδρής ήδη έχει μεσολαβήσει για να έρθουν στον Ολυμπιακό από το καλοκαίρι, και για τη σεζόν 1971-72, οι ελληνογάλλοι άσσοι Υβ Τριαντάφυλλος και Ρομαίν Αργυρούδης, και προς το τέλος του ’71 αναλαμβάνει την προεδρία τού συλλόγου, μέσα από μιαν εκλογική διαδικασία που περιλάμβανε και εγγραφές νέων μελών.
Αν λέγαμε πως ο Ολυμπιακός, σ’ ένα διοικητικό επίπεδο, «άνοιξε» και εκδημοκρατίστηκε κάτω από τη μύτη του καθεστώτος θα λέγαμε πολύ μεγάλη κουβέντα, παρότι, και σε κάθε περίπτωση, στην προεδρία ήταν πια ο αείμνηστος Γουλανδρής.

Η συνέχεια εδώ…

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

BLUES REVIVAL 3: JOHN HENRY BARBEE (1905-1964)

Από τους μουσικούς που ξεχώρισαν στο American Folk & Blues Festival (AFBF) του 1964, ο John Henry Barbee από την Henning του Tennessee πρωτομπήκε στη δισκογραφία το 1938 ηχογραφώντας τέσσερα τραγούδια για την Vocalion (τα δύο εκδόθηκαν τότε σε 78άρι, τ’ άλλα δύο πολλά χρόνια αργότερα), καιρό πριν τον επαναφέρει στο προσκήνιο ο Willie Dixon.
Έτσι, μέσα σε κανα χρόνο ο άγνωστος αυτός κιθαρίστας και τραγουδιστής των blues θα καταγραφεί σε τέσσερα sessions (Σικάγο 1963, Σικάγο 26/3/1964, Κοπεγχάγη 8/10/1964, Αμβούργο 9/10/1964). Στο πρώτο απ’ αυτά θα γράψει επτά tracks, δύο εκ των οποίων θα δουν το φως της δισκογραφίας το 1979 σ’ ένα LP της Flyright, ενώ στο δεύτερο (session) θα συνεργαστεί με τους Willie Dixon, Homesick James και Washboard Sam, ηχογραφώντας τραγούδια για την Spivey Records, της Victoria Spivey, πριν αφήσει την πατρίδα του για την Ευρώπη και το AFBF.
Η πιο ολοκληρωμένη δουλειά τού John Henry Barbee αφορά στις στούντιο και live εγγραφές του στην Κοπεγχάγη, μέσα από τις οποίες μάς αποκαλύπτεται ένας εξαιρετικός ερμηνευτής, ο οποίος, αν τα πράγματα πήγαιναν διαφορετικά, θα μπορούσε να διαπρέψει στα sixties.
Λίγο μετά την εμφάνισή του στο AFBF, στο Αμβούργο, εκεί όπου θα ερμηνεύσει το “Cotton pickinblues”, ο Barbee θα επιστρέψει στην Αμερική και με τα λεφτά που είχε φέρει από την Ευρώπη θ’ αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Όμως ο δυστυχής θα «πατήσει» κάποιον (ακόμη πιο δυστυχή), στη Νέα Υόρκη, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στη φυλακή όπου και θα πεθάνει από καρδιακή προσβολή (ή από καρκίνο κατά τον Paul Oliver και τις σημειώσεις στο LP της Storyville) την 3/11/1964, λίγες ημέρες πριν οδηγηθεί στο δικαστήριο.
Βασική δισκογραφία
1. Portraits in Blues, Vol.9 – DK. Storyville SLP 171 – 1964

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

το “God Is a Motherfucker” του NIGHT KNIGHT και το “Half Kiss Half Pain” των CALLAS

Η Inner Ear δεν το βάζει κάτω. Και με τις πιο πρόσφατες παραγωγές της, κλεισμένες πάντα σε ωραίες συσκευασίες βινυλίων, επιχειρεί να περιγράψει όψεις του σύγχρονου εγχώριου ροκ, παρέχοντας χώρο σε δυνατά ονόματα. Οι δύο νέες κυκλοφορίες της το αποδεικνύουν...
NIGHT KNIGHT: God Is a Motherfucker [Inner Ear INN118L, 2016]
Διπλό ελληνικό LP με 11 tracks. Ένα το κρατούμενο… σε σχέση και με το πώς αναπτύσσεται η σύγχρονη ελληνική δισκογραφία (αγγλόφωνη ή ελληνόφωνη, δεν έχει σημασία). Ξεκινάμε δηλαδή από ’κει, λίγο πριν πάμε στα πιο μέσα – στα τραγούδια του Night Knight εννοούμε, που δεν είναι άλλος από τον ντράμερ Σεραφείμ Γιαννακόπουλο.
Ποιος είναι αυτός; Εντάξει, το ονοματεπώνυμο μπορεί να μην λέει ακόμη πολλά, αλλά αν πούμε πως πρόκειται για τον Syke από τους Planet of Zeus τότε σίγουρα ορισμένοι θα πάρουν γραμμή.
Και τι εστί Planet of Zeus, για όσους ακόμη δεν έχει τύχει να τους προσέξουν; Το εξής (και με αφορμή το άλμπουμ τους “Macho Libre”, που είχε τυπωθεί το 2011): Σκληρό rock, με στοιχεία southern, μετάλλου, αλλά και με μιαν… αλήτικη αύρα να περιπλέκει το σύστημα, όχι και πολύ διαφορετική από τη γνωστή των Motorhead ή τη λιγότερο γνωστή των Dumpys Rusty Nuts. Αυτά είναι τα βασικά, πριν από τα «στονεράδικα» δηλαδή και όλα τα υπόλοιπα…(...)
THE CALLAS: Half Kiss Half Pain [Inner Ear ΙΝΝ117L, 2016]
Ακούγοντας το “Half Kiss Half Pain”, τελευταίο LP των Callas στην πατρινή εταιρεία, αισθάνθηκα να με ανεβάζει στα ύψη ένα… ροκ κύμα. Δεν είμαι σίγουρος πώς πρέπει να το πω αλλιώς αυτό, ή να το τεκμηριώσω. Θα το επιχειρήσω όμως...
Ένοιωσα, ας πούμε, να περνούν από μπροστά μου διακεκριμένα στιγμιότυπα πέντε ροκ δεκαετιών – και όχι απλώς να περνούν, αλλά και κάθε φορά να πακτώνονται γερά εντός μου. Να μην γράψουμε τώρα για Velvet Underground και γενικότερα για underground, να μην αναφερθούμε στις αρχέτυπες τραγουδοποιίες του Lou Reed ή του Syd Barrett, να μη μιλήσουμε για τους άλλους τόνους του Leonard Cohen, ή τους ακόμη πιο άλλους των Neu!, για… post τέλος πάντων, ξανά-μανά αναβιώσεις και τα ρέστα.
Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να πούμε είναι πως έχουμε μπροστά μας ένα εξαίρετο συγκρότημα, που με το “Half Kiss Half Pain” κατακτά ακόμη μία αισθητική κορφή – αν υποθέσουμε πως μιαν άλλη ήταν εκείνη του Am I Vertical?” [Inner Ear, 2013].
Και όντως δηλαδή – καθότι το πιο πρόσφατο LP είναι πυκνότερο και πιο γεμάτο από το προηγούμενο, κάτι που οφείλεται όχι μόνο στην παραγωγή του Jim Sclavunos (ο ίδιος ήταν πίσω και από το “Am I Vertical?”), αλλά και στο ακόμη πιο σφιχτό δέσιμο της line-up, με τις Χρυσάνθη Τσουκαλά κιθάρες, φωνητικά και Μαριλένα Πετρίδου ντραμς να πλαισιώνουν ιδανικά τους Ιωνάδες, τον Άρη (φωνή, κιθάρες) και τον Λάκη (μπάσο).(...) 

Εδώ η συνέχεια…