Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

πείραμα εις διπλούν

Το distance and decay είναι το δεύτερο άλμπουμ του ρωσοεβραίου πειραματιστή Grisha Shakhnes ο οποίος είναι γεννημένος στην Μόσχα αλλά ζει στο Τελ-Αβίβ, όπως διάβασα στο discogs. Τυπωμένο σε CD για την organized music from Thessaloniki του Κωστή Κηλύμη το εν λόγω άλμπουμ αποτελείται από τέσσερα πειραματικά-εικοκοκλαστικά tracks μεγάλης, γενικώς, διάρκειας. Το πρώτο έχει τίτλο “so close to home” και διαρκεί περί τα 26 λεπτά, δεύτερο είναι το “air” που πλησιάζει τα 20, τρίτο είναι το “concrete” που αγγίζει τα 22 και τέταρτο το “slow life” που κι αυτό διαρκεί κάτι λιγότερο από 9 λεπτά. Το πρώτο που σκέφθηκα να κάνω, πριν προχωρήσω σε μία ολοκληρωμένη ακρόαση τού “distance and decay”, ήταν να δω/διαπιστώσω αν οι τίτλοι ήταν κάπως… προγραμματικοί (τουλάχιστον οι τρεις από τους τέσσερις). Είπα ν ακούσω λοιπόν τόπους-τόπους τα tracks, όμως συμπέρασμα δεν έβγαλα. Μπορεί και να είναι πάντως… Μπορεί, δηλαδή, το “air” να σχετίζεται με… όσα φέρνει ο άνεμος, μπορεί το “concrete” να είναι όντως… concrete (αυτό είναι, μάλλον, το πιο σίγουρο απ’ όλα), ενώ και το “slow life” πιθανώς να… απεικονίζει κάποια αργή βιολογική μεταβολή. Μία προσεκτικότερη ακρόαση, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα προαναφερθέντα…
Το μακροσκελέστατο όλων “so close to home” ξεκινά από το «μηδέν» για να δώσει ώθηση σταδιακώς σ’ ένα σύστημα θορύβων, με διαρκή περιοδικά γεμίσματα, που μπορεί να αφορούν σε οιμωγές σαξοφώνων, σφυρίγματα, ποικίλους καθημερινούς ήχους, field recordings δηλαδή που μετατρέπονται σε concrete μέσα στην γενικότερη ηχητική ιδιοκατασκευή, υπόγειες ρυθμικές ακολουθίες που επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα κάπως αληθοφανές background, κλασικά ηλεκτρακουστικά bleeps (βόμβοι, «σκισίματα», «τριξίματα» κ.λπ.), φωνητικά σπαράγματα, θορύβους μηχανοστασίου υψηλού volume και άλλα συναφή, που δημιουργούν οπωσδήποτε ένα ερμητικό όπως και… ερημικό περιβάλλον. Στο “air” η γενικότερη αντίληψη δεν αλλάζει. Αυτό που κυριαρχεί μπορεί να είναι το… σφύριγμα ενός αποσυμπιεσμένου αερίου, μανιπουλαρισμένο καταλλήλως ώστε να δίνει την αίσθηση ενός βιομηχανικού ίσο. Οι διάφοροι μικροθόρυβοι που παρεμβαίνουν τονίζουν αυτό ακριβώς το συνεχές, που διαρκεί περί τα επτά λεπτά. Από ’κει και κάτω η βασική συχνότητα αλλάζει. Υπάρχει, πάντα, ο «πίσω» θόρυβος, αλλά «μπροστά» ακούς… μουσικές (μουσικές που έρχονται από μακριά) και που ανακατεύονται στη διαδρομή με electro παρηχήσεις, ανεπαίσθητα ή λιγότερο ανεπαίσθητα «κομπρεσέρια» κ.λπ. Γενικώς, θα έλεγα πως ο «αέρας» γίνεται αντιληπτός... Το “concrete” διαμορφώνεται μέσα από επιτόπιες μεμονωμένες εγγραφές, οι οποίες επεξεργασμένες από τον Shakhnes σου δίνουν την αίσθηση του συνεχούς. Εδώ, θα μπορούσε ν’ ακούμε ηχογραφημένους θορύβους από σμήνη πουλιών, πιθανώς βροχή, όπως και διαφόρους άλλους φυσικούς ή μη ήχους σ’ ένα διαρκές όσο και εκκωφαντικό κρεσέντο. Στο τελευταίο track, το “slow life”, τα πάντα εξελίσσονται σ’ ένα ισοσταθμισμένο περιβάλλον, με σταδιακή, αλλά χαμηλή αύξηση του volume και… άηχο κλείσιμο (ό,τι ακούγεται θα μπορούσε να αφορά μόνο στον θόρυβο από μια ταινία εγγραφής). Ένας παλμογράφος, περαιτέρω, θα μας βοηθούσε να αντιληφθούμε αν, εδώ, πρόκειται για την απεικόνιση της ζωής (και του τέλους) κάποιου εμβίου όντος καθώς η ζωή προχωρεί… σε αργή κίνηση…
Διακόσια CD για τους πιστούς…
Τριών ιντσών CD-R «χτυπημένο» σε 100 κόπιες (σε ωραία triple-folded μικροσυσκευασία), το Sightseerτου βρετανού πειραματιστή Seth Cooke αποτελείται από εννέα tracks ελάχιστης (έξι δευτερόλεπτα) μικρής και μέσης διάρκειας (ανάμεσα ένα 7λεπτο κι ένα 5λεπτο κομμάτι). Υπάρχουν διάφορα «στιγμιότυπα» πίσω από τις ηχητικές προτάσεις του Cooke, ένα στίγμα των οποίων δίνει ο ίδιος μέσω του track list. “Cape coast seashell bowed on minster-on-sea shore” π.χκαι τι ακούμε; Παφλασμούς κυμάτων, οι οποίοι… διαρρηγνύονται από την βουή ενός κοχυλιού. Αλήθεια; (Δηλαδή μία field recording). Ψέμα; (Δηλαδή μία electro-κατασκευή). Μήπως ένας συνδυασμός και των δύο; Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. “Window shopping”. Ο τίτλος δεν φαίνεται και πολύ χρήσιμος. Είσαι επιβάτης σε μετρό και ηχογραφείς τον ήχο των βαγονιών στις ράγες, κοιτάζοντας από το παράθυρο; Πιθανώς. Τούτο, στο ένα μισό της διάρκειας, καθότι στην πορεία συμβαίνουν και άλλα… θριλερικά. “Santa Barbara Christian Field Recording Association” (είναι το 7λεπτο track). Εδώ, πραγματικά, δεν ξέρεις τι να υποθέσεις. Βιομηχανικοί θόρυβοι, απότομες παύσεις, βόμβοι, γεννήτριες συχνοτήτων, αυξομειώσεις στο volume, γενικώς ουδεμία σχέση με την… Αγία Βαρβάρα. “Fake tan” (το 5λεπτο). Η αρχή εκκωφαντική. Στα 10 δευτερόλεπτα η ένταση σχεδόν εκμηδενίζεται, ένας ήχος σαν σφύριγμα έρχεται από μακριά, σχεδόν σταθερής έντασης (δηλαδή ανεπαισθήτως αυξανόμενης), ο οποίος (ήχος) διατρέχει όλο τον χρόνο που του παρέχεται. Στην πορεία, δε, παραλληλίζεται με συστάδα θορύβων, αυξάνοντας τον «όγκο» του. “Hotel for November”. Τι να πω για τούτο; Δεν ξέρω ποιος θα ήθελε να επισκεφθεί το Stanley Hotel (του Kubrick, όχι το κανονικό) ή το μοτέλ του Norman Bates… (Για το άκουσμα, πάντως, δεν υπάρχει πρόβλημα).

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

μικρά και μεγαλύτερα τζαζ σχήματα

Λίγα λόγια για δύο αμερικανικά τζαζ άλμπουμ, από ’κείνα που άκουσα και ξεχώρισα το τελευταίο διάστημα…
JIM STRANAHAN LITTLE BIG BAND: Migration to Higher Ground [Tapestry, 2014]
Η μικρή μεγάλη μπάντα του σαξοφωνίστα Jim Stranahan είναι… δύο ειδών. Στα πέντε από τα εννέα κομμάτια του CDMigration to Higher Ground” εμφανίζεται ως 11μελής/12μελής, ενώ στα υπόλοιπα τέσσερα ως 6μελής. Και αυτό έχει, θα μπορούσα να πω, μιαν αιτιολογία, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές studio sessions (η πρώτη live). Έτσι, κατά βάση, μία μεσαία και μια μικρή ορχήστρα (με κάποια κοινά μέλη αμφότερες) καλούνται να αποδώσουν τις συνθέσεις του Stranahan (εκτός από τα originals υπάρχουν και μερικά covers), οι οποίες κινούνται σε πολλά και διαφορετικά στυλ (με τα «μπιγκμπαντικά» κομμάτια χονδρικώς να προηγούνται και με τα «μικρο-μπιγκμπαντικά» να έπονται).
Ξεκινώντας από το “Mambo facil” εκείνο που αντιλαμβάνεσαι αμέσως είναι ο… χορευτικός προσανατολισμός της ορχήστρας, η οποία, επί του προκειμένου, σ’ ένα swinging latin track, αποδεικνύεται… η καταλληλότερη. Με το πνευστό τμήμα επτά μουσικών να κρατάει όλο το μελωδικό βάρος τής σύνθεσης και βεβαίως τα soli και τους αυτοσχεδιασμούς, και με το τμήμα… πιάνο, κιθάρα, μπάσο, ντραμς να στηρίζει άψογα την ρυθμική πλατφόρμα, το “Mambo facil” δεν μπορεί παρά να είναι μία ιδανική εισαγωγή. Στο επόμενο “Bayou bounce” τα ρυθμικά (funky) και μελωδικά στοιχεία από τις μουσικές της Νέας Ορλεάνης είναι κάτι παραπάνω από εμφανή, ιδίως με τον ρόλο που επιφυλάσσεται στο sousaphone (όργανο που κρατάει τον ρόλο της τούμπας και το οποίον έχει εδώ σημαίνουσα ρυθμική συμβολή). Αλλά και στο “Paul and Dave” ο Jim Stranahan δείχνει πόσο τον απασχολεί, ως bandleader, μια «κλασική» συνέχεια, καθώς σκύβει πάνω από το έργο των Paul Desmond και Dave Brubeck, συνθέτοντας στηριγμένος στα διδάγματά τους. Έξοχο το φερώνυμο afro-cubanMigration to higher ground”, αναδεικνύεται σε κομμάτι-στυλοβάτης του CD, αφού ενώνει βασικά τα δύο σχήματα. Έτσι, το “Blues and a half” γραμμένο για σεξτέτο εμφανίζει «Monk-ικές» μελωδικές ακολουθίες, με το “In your own sweet way” του Dave Brubeck να είναι όχι απλώς το τελευταίο «μπιγκμπαντικό» track του άλμπουμ, αλλά κι εκείνο που προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα «πνευστά» soli. Τα επόμενα τρία tracks αφορούν στο σεξτέτο και είναι τα “St. Thomas” του Sonny Rollins, “Straight from the source” (πρωτότυπη σύνθεση) και “Donna Lee” του Charlie Parker. Ο Jim Stranahan έχοντας τον γιο του Colin Stranahan στα ντραμς, τον Glen Zaleski στο πιάνο και τον Rick Rosato στο μπάσο (ένα ήδη αναγνωρισμένο πιάνο-τρίο, με δική του δισκογραφία), συν το πνευστό τμήμα φυσικά (ο ίδιος σε σοπράνο, άλτο και τενόρο, o Brad Goode σε τρομπέτα και ο Wade Sander σε τρομπόνι), δείχνει τις ιδιαίτερες ικανότητές του όχι μόνο στη διασκευή των κλασικών (η απόδοση του “Donna Lee” είναι άψογη, με το ρυθμικό τμήμα να κάνει ωραία δουλειά), αλλά και στον τρόπο διαχείρισης του tempo και του groove στο δικό του “Straight from the source”.
Γενικώς το “Migration to Higher Ground” είναι ένα μεστό και ευχάριστο άλμπουμ, προϊόν μιας ομάδας μουσικών που έχουν αναδείξει την (μελετημένη) απλότητα σε «μέσον» για την επιτυχία.
Επαφή: www.caprirecords.com
ELLEN ROWE QUINTET: Courage Music [PKO, 2014]
Το τι σημαίνει «σύγχρονη jazz» βασικά για τους αμερικανούς μουσικούς των πανεπιστημίων (ή και για τους μουσικούς-πανεπιστημιακούς) είναι γνωστό παλαιόθεν – ή τουλάχιστον εδώ και κάποιο καιρό. Επί της ουσίας συζητούμε για μιαν «έντεχνη» ανάγνωση της τζαζ, για μιαν απόπειρα να προσαρμοστούν «κλασικά» διδάγματα στα μελωδικά και ρυθμικά πρότυπα της μεγάλης μαύρης μουσικής, με το τελικό αποτέλεσμα να περικλείει ισχυρές συναισθηματικές εντάσεις πάντα μέσα σ’ ένα κλίμα… ολοκληρωτικού λυρισμού. Αν αυτό είναι ένα γενικό πλάνο, αν πρόκειται για τον κανόνα δηλαδή, τότε οι μουσικές της Ellen Rowe δεν ξεφεύγουν –και καλώς!– από αυτόν ακριβώς τον κανόνα.
Πιανίστα με σοβαρές σπουδές, καθηγήτρια στο University of Michigans School of Music (είναι επικεφαλής του University of Michigan Jazz Ensemble) και ακόμη δεινή αλπινίστρια (στο βιογραφικό της διάβασα πως ανέβηκε εσχάτως στην Aconcagua την υψηλότερη κορυφή των Άνδεων – δεν είναι άσχετο), η Ellen Rowe και στο νεότερο “Courage Music” καταθέτει όλα εκείνα που κάνουν τόσο την ίδια όσο και την μουσική της διακριτά από μακριά. Όπως είχα γράψει πριν καιρό για το παλαιότερο άλμπουμ της “Wishing Well” [PKO, 2010]: «η λυρική ομορφιά των συνθέσεων της πιανίστα Ellen Rowe, όπως και η φαινομενική πολυπλοκότητά τους (κρυμμένη, και αυτή, κάτω από τα ‘ουράνια’ μελωδικά πέπλα), σε καμμία περίπτωση δεν αδυνατίζουν την πεποίθηση, πως, τελικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα καθαρό και συνάμα ‘εσωτερικό’ jazz άλμπουμ, από ’κείνα που πάντα θα ευδοκιμούν στην αμερικανική ενδοχώρα».
Το ίδιο, δε, θα ισχυριζόμουν και για το “Courage Music”, ένα άψογα δομημένο άλμπουμ δέκα συνθέσεων, με τις οκτώ από αυτές να ανήκουν στην ίδια την Rowe, μία στην συνεργάτιδά της Ingrid Jensen και μία να αφορά στην εκδοχή του κουιντέτου της στο “All of you” του Cole Porter. Κουιντέτο, ναι, αυτό είναι το βασικό σχήμα στο “Courage Music”, μία ομάδα δηλαδή αποτελούμενη εκ των Ellen Rowe πιάνο, Andrew Bishop τενόρο, κλαρινέτο, Ingrid Jensen τρομπέτα, φλούγκελχορν, Kurt Krahnke μπάσο και Pete Siers ντραμς, και η οποία αρέσκεται να μετατοπίζεται πότε από το νέο-bop προς την… τζαζ δωματίου και πότε από ένα σχήμα που πατάει στην παράδοση προς ένα άλλο που να την ξεπερνά. Τούτο, το τελευταίο, το υποστηρίζω εν σχέσει με τις συνθέσεις της “If time stood still” (ένα μελωδικότατο track, θλιμμένης γραμμής, που καθηλώνει και λόγω του κλαρινέτου του Andrew Bishop) και “Golindrinas de los Horcones” (σχετίζεται με το σκαρφάλωμα τής Rowe στις Άνδεις και περιγράφει συγκεκριμένες συναισθηματικές εντάσεις – ανεξαρτήτως, πρόκειται για μια διμερή σουίτα με την Ingrid Jensen να προσφέρει συναρπαστικά παιξίματα). Ένα άλλο track ή μάλλον… δύο έχουν τίτλο “… and miles to go”. Τα tracks αυτά (το part 1 έχει διάρκεια 1:36, ενώ το part 2 6:24) αποδίδονται από το University of Michigan Chamber Jazz Ensemble, μέλος του οποίου είναι κι ένας μουσικός ονόματι Alekos Syropoulos που παίζει άλτο σαξόφωνο – ένας νεαρός ελληνικής καταγωγής με δυνατό βιογραφικό, όπως διάβασα και στο southpasadenamusic.com. Στηριγμένα στο άλτο του Syropoulos και στο τενόρο κάποιου Yuma Uesaka τα “… and miles ago” είναι ενορχηστρωμένα για κάπως μεγαλύτερο σχήμα, γεγονός που δείχνει την ευελιξία της Rowe και την άνεσή της συγχρόνως να κινείται προς κάθε κατεύθυνση του τζαζ επιστητού. Η μπαλάντα “Gentle spirit” που κλείνει το CD έχει από την μια μεριά το τρομπόνι ενός guest (Paul Ferguson) να πρωταγωνιστεί, και από την άλλη την σεμνή πιανιστική παρουσία της συνθέτιδας, που θέτει, ως συνήθως, και τις βάσεις για έναν οργανωμένο αυτοσχεδιασμό.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΚΑΝΑΔΑΣ psych music στα τέλη των 60s

Στον Καναδά, στο δεύτερο μισό του ’60, το ψυχεδελικό rock ήταν μια πραγματικότητα τόσο σ’ ένα overground circuit (με συγκροτήματα να καταγράφουν επιτυχίες, βάζοντας τραγούδια τους στο… εθνικό top όπως οι Paupers και βεβαίως σε… τοπικότερα tops, όπως οι Collectors στο Τορόντο), όσο και στο ανεξάρτητο ή περίπου ανεξάρτητο κύκλωμα (με τις δεκάδες μπάντες να ηχογραφούν, συνήθως, σε μικρές εταιρείες). Τα συγκροτήματα που ακούγονται πιο κάτω είναι όλα από τον Καναδά, εκτός από τους Steppenwolf που ήταν… σχεδόν Καναδοί (σχηματίστηκαν στο L.A. το 1967), αφού αποτελούνταν από τρεις Καναδούς και δύο Αμερικανούς… 
1. THE COLLECTORS – Early morning 
από το LP “Grass & Wild Strawberries” [New Syndrome WS 1774, 1969] 
2. BENT WIND – Sacred cows 
από το LP “Sussex” [Trend T-1015, 1969]  
3. THE JARVIS STREET REVUE – Magic Man
από το LP “Mr. Oil Man” [Columbia ES 90020, 1970]
4. THE BRITISH NORTH-AMERICAN ACT – Don’t run away 
από το LP “In the Beginning…” [Now RSS-6700, 1969]  
5. A PASSING FANCY – Your trip 
από το LP “A Passing Fancy” [Boo BST 6801, 1968]  
6. THE PAUPERS – It’s your mind 
από το LP “Magic People” [Verve Forecast FTS-3026, 1967]  
7. STEPPENWOLF – A girl I knew 
από το LP “Steppenwolf” [Dunhill/abc DS 50029, 1968]  
8. 49th PARALLEL – Magician 
από το LP “49th Parallel” [Maverick MAS 7001, 1969]  
9. IT’S ALL MEAT – Crying into the deep lake 
από το LP “It’s All Meat” [Columbia ELS-374, 1970]  
10. MASHMAKHAN Letter from Zambia 
από το LP “Mashmakhan” [Columbia ELS-365, 1970]

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

LEONARD BERNSTEIN τι είναι η τζαζ

«Στη σειρά των μορφωτικών προγραμμάτων του από την τηλεόραση ο Λέοναρντ Μπερνστάιν μίλησε για πολλά μουσικά θέματα: για την “Πέμπτη Συμφωνία” του Μπετόβεν, για την τζαζ, τον Μότσαρτ, τη διεύθυνση ορχήστρας, την αμερικανική μουσική κωμωδία, την μοντέρνα μουσική, την όπερα, τον Μπαχ και άλλα. Τα θέματα αυτά φανερώνουν και την ποικιλία των ενδιαφερόντων του Μπερνστάιν που μεγάλωσε ακούγοντας τζαζ και κλασική μουσική, όπερες και λειτουργίες, τραγούδια και συμφωνίες. Σε μια από τις τελευταίες αυτές παρουσιάσεις, στο κυριακάτικο πρόγραμμα Omnibus της CBS, ο Μπερνστάιν ανέλαβε να ξεκαθαρίσει στο κοινό της τηλεόρασης ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΤΖΑΖ. Ή, όπως λέει ο ίδιος, “να εξετάσουμε τα μουσικά σπλάχνα της τζαζ για να βρούμε μια και καλή τι την κάνει τόσο διαφορετική από τις άλλες μορφές μουσικής”. Ο δίσκος αρχίζει με τον πιο χαρακτηριστικό ήχο όλων των περιόδων της τζαζ το Take theATrain, παιγμένο από την ορχήστρα του Ντιούκ Έλλιγκτον. Ακολουθούν μικρά δείγματα από την ποικιλία των ήχων και των μορφών της τζαζ: μπλουζ, ντίξιλαντ, τσάρλεστον, σουίγκ, μπούγκι, μπίμποπ, κούουλ και μάμπο. Η Μπέσι Σμιθ τραγουδάει το Empty Bed Blues, ηχογραφημένο το 1928 με τον Τσάρλι Γκρην τρομπόνι και τον Πόρτερ Γκραίηγκερ στο πιάνο. Με βάση αυτό το μπλουζ, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν εξηγεί τα χαρακτηριστικά της μελωδίας της τζαζ, την μπλου κλίμακα, τις μπλου νότες, τα τέταρτα τόνου, παίζοντας ταυτόχρονα πολλά παραδείγματα στο πιάνο ή τραγουδώντας.
Μετά προχωράει στο ρυθμό, τη συγκοπή, τα ηχοχρώματα των οργάνων και της φωνής με ειδικά παραδείγματα, φτιαγμένα από τον ίδιο και τους μουσικούς που συγκέντρωσε για το δίσκο – τον Μπακ Κλαίητον τρομπέτα, Λώρενς Μπράουν τρομπόνι, Μπάστερ Μπαίηλυ κλαρίνο, Κόλμαν Χώκινς τενόρο σαξόφωνο, Φρεντ Γκρην κιθάρα, Έντι Τζόουνς μπάσο, Γκας Τζόνσον ντραμς και με τον ίδιο στο πιάνο.
Συνεχίζει με την ανάλυση της φόρμας και της αρμονίας της τζαζ μιλώντας για τα δωδεκάμετρα μπλουζ, τον αυτοσχεδιασμό, τις παραλλαγές της κλασσικής μουσικής και χρησιμοποιώντας παραδείγματα βασισμένα στη μελωδία Sweet Sue. Το τραγούδι αυτό παίζεται από τρεις ορχήστρες σε τελείως διαφορετικό στυλ, δηλαδή σε ντίξιλαντ, σουίγκ και κούουλ από τον Μπιξ Μπάιντερμπέκε, τον Μπένυ Γκούντμαν και τον Μάιλς Ντέιβις αντίστοιχα.
Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν καταλήγει στο ότι τα όρια ανάμεσα στη λεγόμενη “σοβαρή μουσική” και στην τζαζ γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, ότι η τζαζ είναι μια μουσική που ανανεώνεται αδιάκοπα και τέλος ότι “είναι μια φρέσκια και ζωντανή τέχνη του παρόντος με γερό παρελθόν και συναρπαστικό μέλλον”». 
Σάκης Παπαδημητρίου
(από το οπισθόφυλλο του δίσκου)
Έμαθα την ύπαρξη αυτού του LP [CBS 82387, 1977] όταν έπεσε στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του Jazz & Τζαζ (όχι τον Απρίλιο του ’93 – πρέπει να ήταν προς το τέλος εκείνης της χρονιάς). Ήταν ένα κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου για τον Leonard Bernstein (1918-1990) εκεί όπου, ανάμεσα σε άλλα, αναφερόταν και το originalWhat is Jazz” [Columbia CL 919] που είχε κυκλοφορήσει προς το 1956-57 στην Αμερική με τον ίδιον τον Bernstein, φυσικά, να επεξηγεί τα «τι» και τα «πώς» της jazz. Έγραφε χαρακτηριστικώς ο Παπαδημητρίου: «Ο δίσκος έχει εξαντληθεί εδώ και πολλά χρόνια, αλλά κασέτα πάντα μπορεί να βρεθεί». Έτσι… εξαντλημένο έχω βρει το άλμπουμ κάμποσες φορές έως τώρα στο Μοναστηράκι και το οποίον αγοράζω πάντα, όταν το εντοπίζω σε αστείες τιμές. Όχι δηλαδή πως δεν αξίζει κάτι παραπάνω (και εννοώ ως άκουσμα, όχι συλλεκτικώς), αλλά, να, όσο λιγότερα δίνεις για κάτι που σ’ ενδιαφέρει τόσο πιο πολύ το ευχαριστιέσαι.
Ο Παπαδημητρίου σε… spoken word (και στηριγμένος προφανώς σε όσα λέει ο Bernstein) εξηγεί τα διάφορα της jazz, σ’ ένα δίσκο βινυλίου που είχε ως παραγωγό τον Στέλιο Ελληνιάδη (πιθανώς, πίσω, να βρισκόταν και ο Τάσος Φαληρέας), ως επιμελητή του cover τον Μίλτο Καρατζά και που σηματοδοτούσε (και αυτός) την εποχή της… τρίτης άνθησης της jazz στην Ελλάδα (με το Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα, το περιοδικό ΤΖΑΖ, τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τις εκδόσεις του Σάκη Παπαδημητρίου κ.λπ.). Όλα αυτά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70.
Κάτι ακόμη. Υπάρχει κι ένα γερμανικό 2LP με τον… ίδιο τίτλο, το “Was Ist Jazz?” [MPS 88.032-2, 1977] που έχει επιμεληθεί ο Joachim-Ernst Berendt (1922-2000) – ο πιο διάσημος promoter της jazz στην παλαιά Δυτική Γερμανία (αργότερα και στη Γερμανία). Αυτό το διπλό LP είναι ακόμη πιο προσωπικό και... αναλυτικότερο από το αμερικανικό και το ελληνικό, με τον Berendt στο ρόλο του Bernstein (ή του Παπαδημητρίου) να επεξηγεί και να προτείνει διάφορα (ακόμη και Sun Ra, ακόμη και Globe Unity Orchestra, ακόμη και Fred McDowell…). Αλλά γι’ αυτό το 2LP και γενικότερα για τον Joachim-Ernst Berendt (προχειρομεταφρασμένο βιβλίο του οποίου κυκλοφορεί και στη γλώσσα μας) θα γράψω άλλη φορά…

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ πληθωρικοί κιθαρισμοί

Κιθαρίστας (κλασικός και ηλεκτρικός) είναι ο Χρήστος Ανεστόπουλος και το καλαίσθητο CD του, ανεξάρτητης παραγωγής, υπό τον τίτλο wish you could stay…” έχει την κιθάρα του για πρωταγωνιστή. Όχι, δεν πρόκειται για ένα solo-guitar άλμπουμ, αλλά για κάτι ευρύτερο. Είναι, εξάλλου, ουκ ολίγοι οι μουσικοί που συμμετέχουν στην ηχογράφηση (David Lynch τενόρο, Βασίλης Στεφανόπουλος κοντραμπάσο, Παναγιώτης Κωστόπουλος ντραμς, Γιάννης Παναγιωτόπουλος λύρα, ούτι, Γιώργος Δαραβέλης σαξόφωνα, Γιώργος Ντούρης βιολί, Αλέξανδρος Ρουβάς τρομπόνι, Αλέξης Μαχαίρας μπάσο, Μάκης Φεγγούλης ντραμς, Χάρης Πεγιάζης κοντραμπάσο, Κώστας Σπυράτος κρουστά, Χρήστος Ανεστόπουλος ακουστική, δωδεκάχορδη, ηλεκτρική κιθάρα), όπως είναι πολλά και διαφορετικά και τα προφίλ των συνθέσεων του Ανεστόπουλου που παρατάσσονται στο “wish you could stay…”.
Αν και, προσωπικώς, έχω τη γνώμη πως η υπόθεση τής ethnic-jazz έχει ολοκληρώσει πια την… αισθητική αποστολή της και τίποτα καινούριο δεν είναι εύκολο πια ν’ ακούσεις από ’κει που να μπορεί να σε εκπλήξει, εντούτοις υπάρχουν μερικά σημεία στο “wish you could stay…”, που επιχειρούν (και το κατορθώνουν) να κάνουν την διαφορά (το συντομότατο εισαγωγικό “intro” για πολίτικη λύρα, ούτι και μπεντίρ π.χ. ή το έσχατο “perfect no perfect”) – και το λέω τούτο έχοντας κατά νου πως τα ωραιότερα και πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του CD προέρχονται από άλλους χώρους. Είναι εξαιρετικό ας πούμε το “Tholo”, με το τενόρο του David Lynch να φέρνει στο νου τoν… space Gato Barbieri των early seventies και τον Ανεστόπουλο να σολάρει εν συνεχεία έχοντας κατά νου… λέω εγώ… τον Carlos Santana (ή κάτι ανάλογο τέλος πάντων), και ακόμη το “Red roses” (ένα progressive blues, που θα το «κόλλαγα» ευχαρίστως στο “Tholo”), ή ακόμη και τα δύο “Once upon a time” που κινούνται σ’ ένα πιο… Mode Plagal style. Περαιτέρω, άλλα tracks ηχούν κάπως… πιο contemporary (“Staffys song”), και άλλα κάπως… πιο πειραματικά, όπως το “wish you could stay… (intro)” φερ’ ειπείν.
Αυτό που θέλω να πω είναι πως ο Πατρινός Χρήστος Ανεστόπουλος έκανε ένα CD με όσα αγαπάει – με όσα διαφορετικά στυλ αγαπάει εννοώ. Τούτο ναι μεν μπορεί να προδίδει πολλά και διαφορετικά ενδιαφέροντα, αλλά δεν λειτουργεί, πάντα, προς τη «σωστή» κατεύθυνση – προς την κατεύθυνση της αισθητικής συγκρότησης ενός άλμπουμ με ενιαίο χαρακτήρα εννοώ, για να μην παρεξηγηθώ. Έχω τη γνώμη δηλαδή πως μια πιο επικεντρωμένη δουλειά θα φανέρωνε ακόμη περισσότερο το ταλέντο του Ανεστόπουλου, μιας και ορισμένα από τα θέματα που ακούγονται εδώ είναι, πράγματι,  για… πολλά αστέρια.
Επαφή: chrisane@otenet.gr

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

CARGO ένα καναδικό γκρουπ του ’60

Διαβάζω μεταξύ άλλων στο site της Trend, «θρυλικό» label των sixties το οποίον υφίσταται ακόμη: «Η Trend Records & Concerts είναι μια καναδική δισκογραφική εταιρεία, που ασχολείται και με την παραγωγή συναυλιών. Ιδρύθηκε το 1965 στο Τορόντο από τον DJ και παραγωγό Merv Buchanan(…) και μερικές από τις ιστορικές κυκλοφορίες της είναι το άλμπουμ “Sussex” των ψυχεδελοροκάδων Bent Wind από το Τορόντο, αλλά και δύο LP των πρωτο/εναλλακτικών jazz specialists Cargo, οι οποίοι οδηγούνταν από τον θεατρικό συγγραφέα Norm Foster». Ακολουθεί η τελευταία κυκλοφορία της εταιρείας, το CD Shes Got you” της τραγουδίστριας (country κ.ά.) Amberley Beatty
Δεν πρέπει να είναι πολλά τα LP που κυκλοφόρησαν σε ετικέτα Trend στα sixties. ToSussex” των Bent Wind ήταν το ένα, το φερώνυμο του Michael-Jon ήταν ένα δεύτερο και το Front Side Back Side των Cargo ήταν ένα τρίτο… Υπήρχαν βεβαίως και κάμποσα 45άρια με εγγραφές των Roy Kenner and The Associates (o Roy Kenner ήταν τραγουδιστής των Mandala το 1968 και πιο μετά, το 1972, των James Gang), Terry & The Pyrates, The Sedum Shadows, The Uncertain, The Ultimate Image, Friday Afternoon, Pop Machine και βεβαίως των Bent Wind και των Cargo – όλα αυτά, δε, από το 1965 έως το 1969... Πριν δυο χρόνια η Anazitisi Records είχε δώσει, σε μια ωραία επανέκδοση, το LPSussex” των Bent Wind, ενώ τώρα ένα δεύτερο άλμπουμ της Trend (έκδοση 400 αντιτύπων), το “Front Side Back Side” των Cargo, έρχεται να πλουτίσει τον κατάλογο τής ελληνικής εταιρείας
Οι Cargo είχαν ξεκινήσει ως Prophets στα μέσα του ’60 στο Τορόντο, αλλά όταν οι Paupers (που υπήρχαν και αυτοί από το ’65) άρχιζαν να σκάνε, εκεί γύρω στο ’67, με τις τραγουδάρες τους “Its your mind” και “Think I care”, η σκηνή δεν μπορούσε παρά να πάρει μια διαφορετική τροπή. Το ψυχεδελικό περιβάλλον αναπτυσσόταν τάχιστα, οι πειραματισμοί με διαφορετικές μουσικές φόρμες (κυρίως την jazz, βεβαίως το folk, και γιατί όχι την κλασική, παλαιότερη ή πιο σύγχρονη) άρχιζαν να κατακλύζουν τα νεότερα τραγούδια, με τα συγκροτήματα να συναγωνίζονται σε ποικίλες «παραδοξότητες». Το 1969 οι Cargo, ως τετραμελείς βασικά (Bruce Oxley lead κιθάρες, Mike Proudfoot κιθάρες, πιάνο, Garth Vagan μπάσο, Norm Foster ντραμς), αλλά και με κάποιες «βοήθειες» σε ορισμένα κομμάτια (στο άλμπουμ τους ακούγεται επίσης bassoon, φλάουτο, ηλεκτρικό πιάνο, φωνές κ.λπ.) είναι έτοιμοι για το μεγάλο άλμα –το άλμα που σηματοδοτεί η ηχογράφηση ενός μεγάλου δίσκου–, έχοντας στα μπαγκάζια τους ωραία δικά τους τραγούδια και «αυτοσχεδιασμούς». Θες επηρεασμένοι από τους Paupers (οι οποίοι είχαν βαρέσει ήδη διάλυση), θες από το γενικότερο κλίμα, έχουν μάθει να συνδυάζουν το «διαφορετικό» παράγοντας πάντα ενδιαφέροντα ακούσματα...
Το εισαγωγικό “Black window” είναι μία ωραία ηλεκτρική μπαλάντα, που κερδίζει πολύ από την «γραμμή» του bassoon (G. Creighton). Το δε slow tempo δίνει την ευκαιρία στον τραγουδιστή να είναι όσο δραματικός απαιτούν οι στίχοι. Το instroTalk with us” είναι το πρώτο… μεγάλο κομμάτι του LP (μεγάλο σε διάρκεια, αφού ξεπερνά τα επτάμισι λεπτά, αλλά και σε αξία). Πρόκειται για ένα psych track, με εμφανείς jazz αναφορές, ιδίως από την bass line του Vagan, και με τη συνολική ατμόσφαιρα να παραπέμπει στους Paupers των τραγουδιών που προανέφερα (εδώ, ο ρόλος του κιθαρίστα Oxley είναι κάτι παραπάνω από αποφασιστικός). Ψυχεδελικό rock λοιπόν, με ωραίες τζαζ αναφορές, στα καλύτερά του. Το “Child of the playroom” είναι ένα ευαίσθητο τραγούδι για την παιδική ηλικία, που ξεκινάει με κάποιες «ανάποδες» εγγραφές τη συνοδεία φλάουτου, δημιουργώντας, αρχικώς, την απαιτούμενη «μαγική» ατμόσφαιρα. Όμως, με τη φωνή του τραγουδιστή «μπροστά» και με τα διπλά φωνητικά να «κοντράρουν» κάπως άγαρμπα το ηχητικό background η αρχική γεύση εγκαταλείπεται προς χάριν του… στοναρίσματος. Η πλευρά κλείνει με το “I found a way”, που είναι bonus track («κομμένο» κατά πρώτον για single). Πρόκειται για ένα τραγούδι του Foster… προσωπικής συναισθηματικής επανεκκίνησης, με δυνατές κιθάρες και «ευαίσθητα» φωνητικά.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “Dubious”, ένα επίσης τζαζ/ελαφρώς r&b τραγούδι, που διαθέτει scat singing και ηλεκτρικό πιάνο, για να ακολουθήσει το “Alisa”, ένα από τα πιο ψυχεδελικά και ωραιότερα τραγούδια του LP – με τους Cargo να καταθέτουν ευρηματικές ενοργανώσεις (θυμήθηκα τους σπουδαίους συμπατριώτες τους Collectors), με ωραία χρήση φλάουτου, βαρύτονου σαξοφώνου, bongos και clave. Το μπάσο «κρατάει» με εντυπωσιακό τρόπο όλο το κομμάτι – ένα κομμάτι, που θα άξιζε να διαρκεί περισσότερο… Το ίδιο συναρπαστικό είναι όμως και το “Habits and jails” (ένα τραγούδι για την αποξένωση… τότε και τώρα), που αναπτύσσεται σε γρήγορο tempo (εν αντιθέσει με το “Alisa”), έχοντας μετρημένα φωνητικά και αποκαλυπτικά κιθαριστικά breaks. Τα δύο τελευταία tracks της πλευράς και του άλμπουμ έχουν έναν… παρεΐστικο (κάπως freak-out) χαρακτήρα, όχι μόνον γιατί ακούγονται φωνές, παλαμάκια κ.λπ., αλλά και γιατί σηματοδοτούν, βασικά, το τέλος μιας παρέας. Θυμάστε εκείνον τον ελληνικό στίχο του Μπουρμπούλη «αύριο σκορπίζουμε σαν πουλιά στην κοσμοπλημμύρα» και τα λοιπά, και τα λοιπά… ε, κάπως έτσι.
Οι Cargo θα κάνουν άλλο ένα LP την επόμενη χρονιά (1970), το “Simple Things” σε ετικέτα Ringside, πριν σκορπίσουν και αυτοί προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Anazitisi Records κατέβαλε προσπάθεια να αναδείξει τον ήχο του γκρουπ (θυμόσαστε την… Trend των Bent Wind) παρότι τα original masters δεν εντοπίστηκαν στο αρχείο του Merv Buchanan. Οι καθαρές αυθεντικές κόπιες που χρησιμοποιήθηκαν έκαναν, πράγματι, καλή δουλειά και το νέο master που ακολούθησε, όπως και η κοπή φυσικά σε 180άρι βινύλιο, βοήθησαν τα μέγιστα στην αποκατάσταση του ήχου ενός «ανεξάρτητου» άλμπουμ 45 χρόνια παλαιού, που έχει την σημασία του.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

το ζεϊμπέκικο του BOB BEHLING

Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τον Bob Behling – αν θυμούνται κάτι αμέσως δηλαδή, ακούγοντας αυτό το όνομα. Κι εγώ δεν ξέρω πολλά πράγματα γύρω από την περίπτωσή του, όμως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα από τα πρόσωπα που έχουν στοιχειώσει (κάπως έτσι…) τα δικά μου ελληνικά seventies. Μπορεί να έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε, παρά ταύτα εξακολουθώ να έχω στη μνήμη μου την μορφή του, όπως αυτή αποτυπωνόταν σε διαφημίσεις βασικά (στην τηλεόραση ή τα περιοδικά), μια «μορφή» που καταγράφηκε και στον εγχώριο κινηματογράφο της εποχής, σε ταινίες ερωτικές και θρίλερ. Ναι, ηθοποιός και συνάμα μοντέλο, ή το ανάποδο, μοντέλο και συνάμα ηθοποιός, ήταν ο Bob Behling, ένας Αμερικανός που βρέθηκε τουρίστας προφανώς ή πιθανώς στην Ελλάδα των αρχών του ’70, αφήνοντας ισχυρό αλλά κάπως «μαύρο» στίγμα.
Δυστυχώς, γύρω από τον Behling δεν υπάρχουν πολλά σοβαρά διαθέσιμα στοιχεία, ενώ έχω την γνώμη πως δεν πρέπει να δώσουμε καθόλου βάση στον imdb.com, ο οποίος μπερδεύει, όπως φαίνεται, τον Bob Behling με κάποιον… Robert Behling. (Έτσι λέω εγώ... και δεν το λέω έτσι). Στoν imdb διαβάζουμε λοιπόν πως αυτός ο… Robert Behling γεννήθηκε κάπου στο Οχάιο το 1941 και πως πέθανε στην ίδια Πολιτεία το 2011. Τον imdb διαψεύδουν, κατ’ αρχάς, οι ίδιες οι ταινίες που καταχωρίζονται κάτω από το όνομα “Robert Behling”, αφού ο τύπος αυτός που εμφανίζεται στο θρίλερ Cujo (1983), δεν έχει ουδεμία σχέση με τον… Έλληνα Bob Behling (είδα την ταινία και το λέω). Τον διαψεύδει, περαιτέρω, και ο Νίκος Μαστοράκης, αφού στα extras του DVD Island of Death [VIPCO, 2003], που γυρίστηκε στην Μύκονο το 1975, τον ακούμε να λέει πως… ο Bob Behling ήταν ένας παράξενος, ταραγμένος άνθρωπος, και πως μερικά χρόνια αργότερα (μετά το 1975 δηλαδή) είχε βάλει, ο ίδιος, τέρμα στη ζωή του (έτσι είχε ακούσει ο Μαστοράκης) τοποθετώντας στο στόμα του ένα σωλήνα παροχής προπανίου! Όποιος δεν έχει δει το Island of Death, το ξέρω, μένει με ανοικτό το στόμα…
Ο Behling εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ελληνική ταινία το 1970, κρατώντας ένα ρόλο σε μια παραγωγή της Ora Films σε σκηνοθεσία Ομήρου Ευστρατιάδη. Η ταινία είχε τίτλο Όσο Υπάρχει Αγάπη… και ήταν γυρισμένη κι εκείνη στην Μύκονο με βασικούς πρωταγωνιστές τον Θόδωρο Ρουμπάνη και την Γκιζέλα Ντάλι. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Behling παίζει στην ταινία Γυμνοί στο Χιόνι του Γιώργου Ζερβουλάκου, για να κάνει το πιο μεγάλο μπαμ την επόμενη χρονιά (1975) με τα… μυθικά πια Παιδιά του ΔιαβόλουIsland of Death) του Νίκου Μαστοράκη. Γι’ αυτήν την εντελώς αλλόκοτη ταινία έχω γράψει παλαιότερα στο blog (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2010/06/island-of-death-nico-mastorakis-film.html) και δεν υπάρχει λόγος, εδώ, να πω περισσότερα.
Οι δύο τελευταίες ταινίες του Bob Behling με ελληνικό ενδιαφέρον είναι το The Devil’s Men (1976) του Κώστα Καραγιάννη (μουσική Brian Eno) για το οποίον επίσης έχω γράψει στο δισκορυχείον (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/02/brian-eno.html) και βεβαίως Το Αγκίστρι (1976) του Ερρίκου Ανδρέου, εκεί όπου ο Behling (ως Νίκος Βιτάλης και βεβαίως ως εραστής της Ηρούς Μαρά, δηλαδή της Barbara Bouchet) δίνει… ερωτικά, χορευτικά και άλλα ρέστα.
Δυστυχώς δεν έχω κάτι πρόχειρο από την πορεία του Bob Behling στην Ελλάδα, ως μοντέλο, για να σας δείξω –πρέπει να ψάξω περισσότερο, αφού τον θυμάμαι π.χ. να διαφημίζει τσιγάρα στην τηλεόραση και σε περιοδικά– παρ’ εκτός του εξωφύλλου τού τουριστικού δίσκου που βλέπεται πιο πάνω. “Holidays in Greek No 5” [Pan-Vox Χ 33 SPV 16172, 1976] και ο Bob Behling στην Κέρκυρα, ανάμεσα σε δυο κυρίες, με το σακ βουαγιάζ της Ολυμπιακής κάτω από την καρέκλα και το Ποντικονήσι στο βάθος…
Όσον αφορά, τώρα, στο ζεϊμπέκικο του τίτλου; Να τος λοιπόν ο πρωταγωνιστής μας, σε μια πολύ ωραία σκηνή από Το Αγκίστρι, να τα δίνει όλα προς χάριν της Barbara Bouchet. Το τραγούδι είναι το «Χάρε σαν έρθης» σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου και στίχους Γιώργου Κανελλόπουλου με την φωνή του Μανώλη Μητσιά από το LP «Διαδρομή» [ΕΜΙ/ Columbia SCXG 111, 1973]… και δεν νομίζω να έχετε δει Αμερικανό να χορεύει ωραιότερο ζεϊμπέκικο από τον… Έλληνα εκείνων των χρόνων Bob Behling

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

ΝΟΣΤΟΣ ένα ελληνικό folk γκρουπ

Ο Νόστος είναι ένα συγκρότημα… έντεχνης ελληνικής μουσικής (με διεθνείς όρους θα το χαρακτήριζα… greek progressive folk) που διαθέτει και τραγουδίστρια. Μέλη του είναι οι καλοί μουσικοί Γιάννης Γιακουμάκης κλασική κιθάρα, Βαγγέλης Κοντόπουλος κοντραμπάσο, Δημήτρης Παναγούλιας κρουστά, καθώς και η Ματίνα Μάστορα στις φωνές. Απ’ αυτούς ο Γιάννης Γιακουμάκης έχει μακρά συνεργασία με τον ροδίτη τραγουδοποιό Τάκη Βούη, ο Βαγγέλης Κοντόπουλος (γεννημένος στο Krnov της πρώην Τσεχοσλοβακίας, και νυν Τσεχίας, από πολιτικούς πρόσφυγες γονείς) στα mid-80s έπαιζε μπάσο στους ΑλεΡεΤουρ (μαζί με τον Γιώργο Ανδρέου και τον Στάθη Παχίδη), που είχαν ηχογραφήσει το ενδιαφέρον LP «Σαν Ελληνική Ταινία» [Portokali Rekords, 1984] συμμετέχοντας αργότερα σε δίσκους άλλων έχοντας και προσωπική δισκογραφία, ο Δημήτρης Παναγούλιας είναι μέλος των Λωξάντρα, ενώ η Ματίνα Μάστορα μάλλον είναι και αυτή Ροδίτισσα. Όπως διαβάζω σε μια συνέντευξη του Κοντόπουλου στο e-radio.gr: «Συναντηθήκαμε πρώτα με τον Γιάννη Γιακουμάκη, σε μια ηχογράφηση ενός δίσκου του Τάκη Βούη στη Ρόδο, αμέσως ταιριάξαμε σαν φίλοι και σαν μουσικοί. Μετά συναντήσαμε τη Ματίνα Μάστορα σε κάποιες συναυλίες του Τάκη, φτιάξαμε το τρίο Nostos και ξεκινήσαμε να παίζουμε. Στο τέλος προσθέσαμε τον Δημήτρη Παναγούλια, πάλι σε συναυλίες του Τάκη, οπότε ολοκληρώθηκαν οι Nostos και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι ο Τάκης Βούης είναι ο νονός μας!».
Το άλμπουμ των Νόστος [Κόκκινο Δέντρο, 2014] περιλαμβάνει έντεκα τραγούδια, εκ των οποίων μόνο ένα είναι αληθινά πρωτότυπο (το «Ερωτικό» σε μουσική Γιακουμάκη και στίχους Βίκυς Θεολόγη). Τα υπόλοιπα δέκα είναι διασκευές γνωστών γενικώς κομματιών, αλλά εντελώς διαφορετικής… λογικής. Θέλω να πω πως ακόμη κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη (όπως η «Συννεφιασμένη Κυριακή») είναι διαφορετικό από ένα τραγούδι του Βαμβακάρη («Τα ματόκλαδά σου λάμπουν»), πόσω μάλλον το παραδοσιακό «Δυοσμαράκι» από το “Bitter way” (των Χατζιδάκι/ Corrigan/ New York Rock and Roll Ensemble). Ενώ λοιπόν το ορχηστρικό μέρος των τραγουδιών και των σκοπών είναι εξαιρετικώς ενδιαφέρον, με την κλασική κιθάρα του Γιακουμάκη να δίνει «άλλη» μορφή στα κομμάτια και με το rhythm section να βοηθά στην παγιοποίηση αυτού ακριβώς του «άλλου» (οι εναρμονίσεις δηλαδή είναι απολύτως ουσιαστικές, κάνοντας τα πασίγνωστα θέματα ν’ ακούγονται με ένα «προσωπικό» τρόπο, δίχως να αλλοιώνεται η εσωτερική δομή τους), το τραγουδιστικό μέρος δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση. Τα περισσότερα από τα tracks ακούγονται κάπως (φωνητικώς) ισοπεδωμένα, δίχως να προβάλλονται, δηλαδή, εκείνες οι διαφορές που είναι συνδεμένες με το βαθύτερο, κάθε φορά, νόημά τους. Ακούω για παράδειγμα την εισαγωγή στην «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή στο «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι» και νοιώθω να με «χτυπάει» κάτι από… John Renbourn. Όταν όμως μπαίνει η φωνή προσγειώνομαι σε κάτι προφανές και ελληνικό, δίχως καμμία… εκτόξευση. Νομίζω πως η καλύτερη στιγμή της Ματίνας Μάστορα είναι όταν τραγουδά (στην αγγλική) το “Bitter way”. Όλα, ενοργάνωση, ερμηνεία μοιάζουν ταιριαστά με το τραγούδι και την βαθύτερη υφή του. Δύο τινά, ως συμπέρασμα. Πρώτον, οι Νόστος θα έπιαναν το «άριστα» αν ήταν ένα instrumental σχήμα ή, δεύτερον, αν ήταν αποφασισμένοι να δώσουν προτεραιότητα σ’ ένα αγγλοαμερικανικό folk ρεπερτόριο. Υπάρχουν δεκάδες τραγούδια, για να μην πω εκατοντάδες, ωραιότερα ακόμη και από το “Bitter way”, που θα μπορούσε να τα διαχειριστεί ένα ελληνικό γκρουπ, όπως οι Νόστος, κάνοντας την διαφορά· καθώς με τα... «καίγομαι και σιγολιώνω» οι διαφορές δεν είναι εφικτές.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΣΙΡΙΓΚΟΥΛΗΣ ο λογοκλόπος

(…) Οι λαμαρίνες και τα όργανα ακριβείας φροντίζουν να μας μεταφέρουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ενσωματωμένους, κομματιασμένους και κινητούς σε αποστάσεις που μας κρατάνε σε απόσταση από την πραγματικότητα, με την ψευδαίσθηση ότι κάνουμε μόνιμες διακοπές χειμώνα-καλοκαίρι, ότι είμαστε στην Αττική σε περιοχή πευκόφυτη, αμφιθεατρική, με θέα πανοραμική, με εγκαταστάσεις air-condition, με θέρμανση, με ψύξη, με σκέψη ότι χάσαμε τον ήλιο. Με τον προβληματισμό ότι η σύγχρονη τεχνολογία πραγματοποιεί άλματα ατυχημάτων στην Ελλάδα και ότι η Επιστήμη τάχτηκε με το μέρος μας για την ανακάλυψη αλοιφής που να αποστειρώνει, και επουλώνει, κάθε τραύμα, να εξολοθρεύει όλα τα μικρόβια και μικροοργανισμούς με τους οποίους ερχόμαστε σ’ επαφή κατά την διάρκεια της εξαντλητικής εργασίας μας. Με εγκαταστάσεις air-condition, με θέρμανση, με ψύξη, με σκέψη ότι η γνώση είναι επιστήμη και ότι οι αλλαγές στην κοινωνία οφείλονται στην ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις, και στις παραγωγικές δυνάμεις, τον Καραγκιόζη που στο όνειρό του βάζει τυρί σε μια πιατέλα μακαρόνια, το ραδιόφωνο του γείτονα να κραυγάζη για μεγάλες εμπορικές συμφωνίες –τόσα κατά κεφαλήν δολλάρια– η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και ξανά προς την δόξα τραβά. Ξύπνα Καραγκιόζη, ξύπνα. Ξύπνησα ρε και δεν πρόλαβα ούτε τα μακαρόνια μου να φάω. Τόσα κατά κεφαλήν δολλάρια… Η Ελλάδα… πεθαίνει.(…)
Κατασπαράζουν πτώμα χιλιάδων ετών. Χιλιάδων… και ακόμη σάρκα. Αυτό το ξέρουμε, όπως ξέρουμε ότι εκεί στην Περσέπολη Δαρείου και Παρυσάτιδος γίνονται μούλοι δύο. Ευημερία να δηλώνη ο Βασιλιάς και ο Λαός ψωμί, κρεμμύδια και ότι δεν πληρώνει στο χασάπη κόκκαλα. Αύριο είναι Κυριακή εκεί στην Περσέπολη. Και εμείς εδώ κοιτάζουμε τον ήλιο. Φαρμάκι το φεγγάρι. Βουνά περιστέρια χωρίς φτερά. Οι καλλιτέχνες μάθανε να μισούν τον άνθρωπο. Να βλέπουν μόνο φόρμες και χρώματα. Τον εαυτό τους. Και στης ζωής το πέρασμα γεμίσανε φυγής σφραγίδες. Μεσάνυχτα, μεσημέρι. Μεσάνυχτα. Η ανάσα έχει πάντα την ίδια αγωνία. Μεσημέρι. Ο ήλιος ίδρωσε στο πρόσωπό της. Κοινωνία – χρόνος – εκμετάλλευσι. Σάββατο βράδυ. Η καταναλωτική κοινωνία άνοιξε τον δρόμο και περάσαμε με υπερβολική ταχύτητα το χαλασμένο φανάρι. Σε λίγα δευτερόλεπτα σίδερα, αίματα, κραυγές και κόκκαλα έγιναν ένα. Κυριακή ξημερώματα. Μουλιασμένοι. Μουλιασμένος και εγώ από τον ιδρώτα της προσμονής μέσα στα χέρια μου κρατούσα σφιχτά δύο κόκκινες παπαρούνες. Πατέρα, ακούστηκε φωνή. Πατέρα. Σκυλόβρισε τον θάνατο όσο μπορείς πιο δυνατά, θε να τρομάξη. Γίνε σκληρός στον άδικο και πάρτου εσύ κεφάλι. Τις παπαρούνες που κρατάς σφιχτά, τις μάζεψα στ’ αγκάθια, και στην Πόλη αυτή με τα πολλά εργοστάσια και τα ετοιμόρροπα σπίτια, με τα πολλά παιδιά και τους μουχλιασμένους από υγρασία τοίχους βρίσκεις φιγούρες μ’ άρματα, παλιές του Καραγκιόζη. Για μερικούς είναι πάντα μια απειλή. Αιώνες η αριστοκρατία έχει κλεμμένο το φεγγάρι. Αιώνες σιωπή, σιωπή, οργή αιώνες. Και σε κείνο το βάζο το ξεχασμένο με τα ξερά λουλούδια ο χρόνος ηττήθηκε. Την ημέρα βλέπεις τα χρώματά τους, το βράδυ δεν κλείνεις μάτι μπας και χάσης την μυρωδιά τους. Διαρκώς σκέφτεσαι την αναζήτηση της πνοής μας ανάμεσα σε μια σειρά πικρά χαμόγελα, αθάνατα λουλούδια.
(…) Χτες ο Άγγλος προπονητής μίλησε σκληρά στους ποδοσφαιριστές. Μεταξύ των άλλων τόνισε: Χάσατε πολλές ευκαιρίες. Άλλα σας λέω εγώ και άλλα κάνετε. Φαίνεται ότι χάνω τον καιρό μου κοντά σας, δήλωσε ο δηλωμένος πρώην βασανιστής της Κύπρου. Ο πυρετός στον Σαρωνικό συνεχίζεται και σήμερα: 1200 κότερα και άλλα σκάφη αναψυχής έχουν αρχίσει προετοιμασία στις μαρίνες του Σαρωνικού. Από το Πασαλιμάνι και τη Ζέα μέχρι τη Γλυφάδα και την Βουλιαγμένη. Γυμνή σε μια Ρολλς Ρόυς. Ένα ερωτικό ποίημα με ξέφρενο σεξ. Όλη η Αθήνα μιλάει για το πουλί που πετάει κι όλος ο κόσμος θέλει να δει και να ξαναδεί. Τετάρτη πρωί η εκτέλεση. Άφωνοι, έκπληκτοι, δίχως ανάσα θα περιμένετε να μάθετε το φοβερό, το ανείπωτο μυστικό που έκρυβε η Λευκή Αθήνα. Μόνη έξοδος ο θάνατος.(…)
Σκυλίσια ζωή, ό,τι πιο παράξενο, ό,τι πιο συγκλονιστικό έχει να παρουσιάσει η υφήλιος σε σκληρότητα και πρωτοφανή ρεαλισμό που ξεπερνά και την πιο ασύλληπτη φαντασία. Υπό γωνία 5 μοιρών ο Χάρης έχει περάσει με βολέ την μπάλα στα δίκτυα. Το πρώτο γκολ είναι γεγονός. Του επετέθη η κουνιάδα με βιτριόλι γιατί εγκατέλειψε την σύζυγο. Αυτοκίνητο Αθηναίων έπεσε στη θάλασσα. Πνίγηκαν τα δύο παιδιά τους. Πέντε οικοδόμοι σκοτώθηκαν από μπάζα. Στην Ελευσίνα τα νεογέννητα παρουσιάζουν σοβαρές ασθένειες από την μολυσμένη ατμόσφαιρα. Το ραδιόφωνο του γείτονα κραυγάζει, για μεγάλες εμπορικές συμφωνίες. Τόσα κατά κεφαλήν δολλάρια και ο παπάς της ενορίας ψάχνει να βρη άνθρωπο να τον πληρώσει να κατέβει στον Άδη για να του πει πώς είναι. Φοβάται μη πεθάνει. Επαναλαμβάνω σημαίνει δεν έχω να πω τίποτα, η ένεση που μου έκαναν περιέχει μια φυσική ουσία που προκαλεί ευεργετική ζεστασιά στο δέρμα και επιταχύνει την αιμάτωση των ιστών. Έτσι τα κατάλοιπα της ανταλλαγής της ύλης που προκαλούσαν τον πόνο εξαφανίζονται και ανακουφίζεσθε.
Με την αγορά μιας κουζίνας.
Με την αγορά ενός ψυγείου.
Με την αγορά μιας τηλεοράσεως.
Με την αγορά ενός ραδιοφώνου.
Με την αγορά μιας μπουκάλας χωρίς περιεχόμενο.
Με την αγορά αγοράζετε την αγορά σας.
Ο κλασσικός ποιητής έκλασε τις πικροδάφνες και ντύθηκε άστρο. Στο στήθος του καρφίτσωσε μια φέτα φεγγάρι. Την Ελπίδα. Κατεδίκασε τρεις φορές σε θάνατο τον στρατοδίκη για τον θάνατο της νιότης που έγινε αιτία. Βγήκε στους δρόμους και έγραψε επάνω στις πονεμένες αφίσσες που μάδαγαν την ψυχή τους ΚΑΤΩ Η ΕΞΟΥΣΙΑ. Ο ήλιος είναι στους δρόμους. Οι γειτονιές γέμισαν από υλικά του μέλλοντος. Ψυχές, ζωές ξεψειριάστε την γνώσι, ξύνοντάς την στο τουφέκι. Εσείς, εμείς ξυπόλητοι, των σκοτωμένων αδέλφια. Έσυρε τις παιδικές αναμνήσεις που τον έφεραν να τρέχη πίσω από τα Γερμανικά φορτηγά, να βλέπη τα στιβαγμένα πικρά χαμόγελα. Τα πεζοδρόμια δεξιά, αριστερά γεμάτα αναστεναγμούς και δάκρυα. Κάθε γρίλια και μια κατάρα για τον κατακτητή και ο δρόμος προς την Καισαριανή γεμάτος κόκκινα γαρύφαλλα.(…)
Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Λεωνίδα Τσιριγκούλη Ο Λογοκλόπος [Gazette, Αθήνα 1975]. Και εν συνεχεία ένα βιογραφικό του (κάπως συντομευμένο και κάπως συμπληρωμένο, σε δεύτερο χρόνο, από εμένα), το οποίον εντόπισα στο δίκτυο, στο site των Οικολόγων Πράσινων (ecogreens.gr). 
Ο ζωγράφος Λεωνίδας Τσιριγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937. Σπούδασε στην Ecole Des Beaux Arts στο Παρίσι. Ποικίλες ατομικές εκθέσεις σε Αθήνα (στις γκαλερί Κεραία, Μέδουσα, 3…), Παρίσι (La Cour DIngres), Θεσσαλονίκη (Πανσέληνος), Πειραιά (Γκαλερί του Νότου) και αλλού. Το 1975 εικονογραφεί «Τα Ξυλοπόδαρα» του Άρη Αλεξάνδρου. Το 1980 δημοσίευσε στο περιοδικό Συλλέκτης κείμενα για τους ζωγράφους Γιώργο Μπουζιάνη και Θανάση Τσίγκο. Το 1980 κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια στο Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο, στο έργο του Μανώλη Κορρέ Το Διπλανό Κρεβάτι σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Το 1982 εκδίδει το βιβλίο Ο Λογοπλόκος (σ.σ. όχι Ο Λογοκλόπος, που είναι έκδοση του ’75 και που μας απασχόλησε εδώ). Το 1984 κάνει τα σκηνικά στο θεατρικό έργο της Μαριέτας Ριάλδη Η Αναδόμηση της Μαρίτσας της Γκαβής, στο θέατρο Όρβο. Το 1986 εκδίδει το βιβλίο Αναφορά στον Γ. Μπουζιάνη. Τα πιο πρόσφατα χρόνια ο Λεωνίδας Τσιριγκούλης είναι περισσότερο γνωστός από τις θεατρικές σκηνοθεσίες του (Ισμήνη του Γιάννη Ρίτσου στο Μουσείο Πολιτικών Εξόριστων Αη Στράτη, Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή στο Θέατρο Ελυζέ κ.ά.).