«Τα ΧΟΡΙΚΑ είναι βγαλμένα από μία χορευτική παράσταση της Ζουζούς Νικολούδη, που κάνει με την ομάδα της, για δεύτερη χρονιά το 1968, περιοδεία σε χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Τα ΧΟΡΙΚΑ είναι είτε κομμάτια από χορικά αρχαίων τραγωδιών, είτε δραματική μορφοποίηση, με μουσική και κίνηση, πανάρχαιων μύθων. Οι ΒΑΚΧΕΣ του Ευριπίδη, σε τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα, φέρνουν όλην την ορμή, την πίστη και την λατρεία, όλον τον έρωτα ορμητικόν ή λυρικόν, όλην την εκρηκτική δύναμη που έκλεινε μέσα της η νέα θρησκεία: η Διονυσιακή. Ο θεός Διόνυσος και πίσω του οι Βάκχες έρχονται από την Φρυγία και υπερπηδώντας κάθε εμπόδιο που βάζει στο δρόμο τους η παληά κοινωνία, γεμίζουν όλον τον θόλο του ελληνικού ουρανού, πλημμυρίζουν την Ελλάδα με τους ηφαιστειακούς ρυθμούς της Βακχείας. Ο ΠΑΝ, η προσωποποίηση της ζωικής δύναμης και της αγριάδας που καραδοκεί πίσω από την φαινομενική ηρεμία της φύσης. Το αρσενικό στοιχειό του ελληνικού, χαριτωμένου δάσους. Οι νεράιδες σκορπάνε ΠΑΝικόβλητες μπροστά στον ΠΑΝΑ βιαστή, το δυνατό σπέρμα της φύσης που οσμίζεται με την μουσούδα ψηλά και σέρνει μαζί του όλην την ανατριχίλα που σκορπάει η ιλιγγιώδης ακινησία. Από τις ΧΟΗΦΟΡΕΣ του ΑΙΣΧΥΛΟΥ ένα χορικό: Η Ηλέκτρα έρχεται στο μνήμα του πατέρα της Αγαμέμνονα να προσφέρει χοές. Συνοδεύεται απ’ τις πιστές της σκλάβες. Η πατρίδα της η Μυκήνα κατέχεται από το φιλόδοξο, φίλαυτο, αυταρχικό και ασυγκράτητο χέρι της Κλυταιμνήστρας, το ίδιο χέρι που λίγο πριν σκότωσε με δόλο στα λουτρά του σπιτιού του τον Αγαμέμνονα, είναι και όρκος πίστης που κλείνει μέσα της, πόλεμο, όχι μοιρολατρεία: ‘…σε πόλεμο, και στη δεξιά στεριόδετα μαχαίρια κυβερνώντας…’. Οι ΜΟΡΦΕΣ καταπιάνονται με την ΗΛΕΚΤΡΑ, την ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ, τον ΑΙΓΙΣΤΟ και τον ΟΡΕΣΤΗ. ΙΧΝΕΥΤΕΣ. Ένα χορικό από το σατυρικό δράμα του ΣΟΦΟΚΛΗ. Ο Σειληνός με τα παιδιά του, τους Σατύρους (σπουδαίος μπαμπάς και σπουδαία παιδιά), αποφασίζουν να ψάξουν να βρουν τα κλεμμένα γελάδια του θεού Απόλλωνα για να πάρουν το χρηματικό βραβείο που εκείνος τους τάζει. ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ, οι υπερήφανες τύψεις, οι αδάμαστες, αλύγιστες θεές της δικαιοσύνης, κυνηγούν τον μητροκτόνο Ορέστη. Πλάσματα του κάτω κόσμου, γεννήματα της Γης και της Νύχτας, φέρνουν τον κοινωνικό καθαρμό κάθε φορά που κάτι πάει να τον ταράξει». Είναι το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο τού άλμπουμ «Χορικά» [Philips 843607, 1968] του Νικηφόρου Ρώτα (1929-2004), ενός διακεκριμένου συνθέτη, μουσικοπαιδαγωγού, συγγραφέα, αγωνιστή της Αριστεράς, η προσφορά του οποίου στην εγχώρια μουσική πρωτοπορία (ας περιοριστούμε σ’ αυτό) είναι ανεκτίμητη (κυριολεκτικώς). Στα «Χορικά», που είναι κατά πάσα πιθανότητα η πρώτη του δισκογραφική κατάθεση, ο Ρώτας συνεργάζεται με τη χορογράφο Ζουζού Νικολούδη (1917-2004) και την ομάδα της Λόγος-Μουσική-Κίνηση, η ιδιομορφία της οποίας (ομάδας) αφορούσε στο γεγονός πως οι χορευτές τραγουδούσαν ταυτοχρόνως με την χορευτική τους κίνηση, κατ’ αναλογίαν με ό,τι συνέβαινε στο αρχαίο δράμα (ή την κωμωδία). Ο Ρώτας συνθέτει μία μουσική πλημμυρισμένη από στοιχεία της παράδοσης, της κλασικής, του έντεχνου τραγουδιού και της πρωτοπορίας προσφέροντας ένα ακρόαμα σπάνιας ομορφιάς και δύναμης. Συμμετέχουν τραγουδώντας: η χορευτική ομάδα της Ζουζούς Νικολούδη, με κορυφαίες τις Δ. Ζαχαριάδου και Μαρία Κιοσσέ, η Γιώτα Παπουλίδου σόλο τραγούδι και ακόμη ο Νίκος Βασταρδής (που πέθανε χθες στα 88 του) ως Σειληνός. Στην μπάντα συνοδείας οι: Νίκος Γκίνος κλαρινέτο, Παντελής Δεσποτίδης βιολί, Ανδρέας Ροδουσάκης κοντραμπάσο, Αναστάσιος Διακογιώργης σαντούρι, μαρίμπα, Νίκος Λαβράνος βιμπράφωνο, κρουστά, Τίτος Καλλίρης κιθάρα, Χαράλαμπος Μαλλίδης κιθάρα και Φανή Λάμπρου φλογέρα.
«Σήμερα ξανασυναντηθήκαμε με τον ίδιο μας τον εαυτό». Δεν το είπε ο Λόμπσαν Ράμπα…
«Το ΠΑΣΟΚ δεν έχασε την ψυχή του». …τη βρήκε το μέντιουμ-ψυχοερευνήτρια κ. ΜηΛένα.
«Είναι εφικτός ο στόχος μας για νίκη στις εκλογές, για πρωτιά». … την Κυριακή του Τυφλού.
«Έχω και προσωπικά, πλήρη συνείδηση των λαθών». Μην το βάζεις κάτω. Όλοι κάνουμε λάθη, δεν τρέχει τίποτα…
«Ξέρω τι σημαίνει να μην υπάρχει δουλειά στο μαγαζί. Τι σημαίνει να μειώνεται η σύνταξη». Κι εγώ ξέρω. Όσοι δεν έχουμε ούτε μαγαζί, ούτε σύνταξη πάντα ξέρουμε περισσότερα...
«Υπάρχει και πάλι ελπίδα(…) προοπτική αναπλήρωσης των απωλειών και αποκατάστασης των αδικιών». Το «Λεφτά υπάρχουν» είναι το νέο «Μολών λαβέ».
«Μέσα στην ίδια τη γη μας». Όσο πιο βαθειά, τόσο πιο καλά.
«Να σεβαστούμε το εθνικό μας καθήκον για αλήθεια». Άνοιξε την καρδιά σου τέκνο μου στον πνευματικό σου.
«Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη». ...στου Όθωνα τα χρόνια.
«Επανιδρύθηκε όμως σήμερα μια σχέση εμπιστοσύνης». Να και τα σωστά ελληνικά!
«Αρχίσαμε!». …και μην ξεχάσετε τον της Γλωσσολογίας για τον καθιερωμένο αγιασμό.
Ηχογραφημένο στη Βοστώνη τον Ιούνιο που πέρασε, το “Breaking News” [Big and Phat Jazz Productions] είναι το τρίτο άλμπουμ τού New World Jazz Composers Octet (NWJCO), μιας ομάδας που σχηματίστηκε το 2000 από τον Daniel Ian Smith, έχοντας (ως ομάδα) ένα βασικό χαρακτηριστικό· όχι μοναδικό, αλλά εν πάση περιπτώσει βασικό. Οι μουσικοί που αποτελούν το NWJCO, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του εξάλλου, είναι εκτός από οργανοπαίκτες και συνθέτες. Τούτο τους παρέχει τη δυνατότητα για μία εφ’ όλης της ύλης περιπλάνηση στο έργο μεγεθών της jazz, το οποίον (έργο) αφού το μετασχηματίσουν σε πρόταση προσωπική, αποφασίζουν οι ίδιοι να το εκτελέσουν προτείνοντάς το στο κοινό τους. Το αποτέλεσμα είναι οπωσδήποτε θελκτικό. Η μπάντα, δηλαδή οι Felipe Salles τενόρο, φλάουτο, Ken Cervenka τρομπέτα, φλούγκελχορν, Walter Platt τρομπέτα, φλούγκελχορν, Tim Ray πιάνο, Keala Kaumeheiwa ακουστικό μπάσο, Mark Walker ντραμς, Ernesto Diaz κρουστά και βεβαίως ο Daniel Ian Smith σε σαξόφωνα και φλάουτο, παίζει πραγματικά με θέρμη και με πάθος, όπως αποδεικνύεται ακόμη και από ένα πρώτο άκουσμα, δίνοντας ρέστα σε tracks όπως το εισαγωγικό, και πλημμυρισμένο στο swinging, up-tempo “Poco Picasso”, το κλασικής bop αντίληψης “Breaking news” (το διανθισμένο με στοιχεία… hard), το “Warp 7, now!” με τις αεράτες πνευστές γραμμές και τα διακεκαυμένα πνευστά και πιανιστικά soli που δίνουν και παίρνουν, το μοναδικό μέσα στο σώμα του άλμπουμ “Song sung long” με την απαγγελία του φερώνυμου ποιήματος του Paul Haines, έτσι όπως το αποδίδει η μικρή Catherine Hazel Smith (κόρη του Daniel Ian Smith). Αλλά και στις (πιο αργές) μπαλάντες τύπου “Wishful thinking” ή “Children’s waltz” το NWJCO δείχνει την ικανότητά του να διαπερνά ποικίλα περιβάλλοντα (jazz και κλασικά), άνευ οιουδήποτε προβλήματος. Η (τριμερής) «Τριλογία», που κλείνει το “Breaking News”, με κάθε ένα από τα μέρη της να είναι αφιερωμένο και σ’ έναν αγαπημένο συνθέτη του γκρουπ (Thad Jones, Billy Strayhorn, Bill Holman) είναι ασυζητητί το κερασάκι. Απανωτές αλλαγές ρυθμών, αλλεπάλληλα σόλι, αφηγηματικές στιγμές ιδιαίτερης έμπνευσης, καταπληκτικό modal κλείσιμο. Για οκτέτο πρόκειται, αλλά η αίσθηση που λαμβάνεις δείχνει ν’ αφορά σε… διπλάσιο σχήμα! Επαφή:www.bigandphatjazz.com Αν και ολλανδική ετικέτα η Challenge (έχει ως έδρα της την πόλη Amersfoort, κάπου κοντά στην Ουτρέχτη), οι εκδοτικές της δραστηριότητες είναι όσο παγκόσμιες γίνεται. Οι New York Standards Quartet (NYSQ) είναι Νεοϋορκέζοι, όπως μαρτυρά ο τίτλος τους, γράφουν στο Tokyo, και αποτελούνται εκ των David Berkman πιάνο, Tim Αrmacost σαξόφωνα, άλτο φλάουτο, Gene Jackson ντραμς και Yosuke Inoue κοντραμπάσο. Το δε άλμπουμ τους “Unstandard” (2011), που παρέχει αφορμή για ό,τι ακολουθεί, χαιρετίζεται ως πολλά υποσχόμενο (αν και δεν είναι το παρθενικό τους) και τούτο γιατί οι NYSQ κατορθώνουν (όχι το ακατόρθωτο) να επιβάλλουν ένα δικό τους τρόπο αφήγησης στα κλασικά των κλασικών, που δείχνει ψάξιμο και μεράκι. Έτσι, λοιπόν, έχοντας στη φαρέτρα τους κομμάτια όπως τα “How high the moon”, “All the things you are”, “Stablemates”, “But beautiful”, “Interplay” οι τέσσερις NYSQ (που είναι και συνθέτες – το άλμπουμ τους περιέχει τρία δικά τους θέματα) επικεντρώνονται θα λέγαμε στα στάνταρντ του παρελθόντος, διαμορφώνοντάς τα κατά το δοκούν. Τι σημαίνει αυτό; Μεταλλάσσουν τις αρμονίες, ανοίγουν τις μελωδίες, επανερχόμενοι στα αναγνωρίσιμα μοτίβο μέσα από τις δικές του διαδρομές, προτείνοντας εν τέλει ένα άλμπουμ σύγχρονης jazz, ναι μεν με τις εκφραστικές του δυσκολίες, αλλά και άνευ εκπτώσεων όσον αφορά στις προσδοκίες του ακροατή. Επαφή:www.challenge.nl
Εντελώς παράξενο, αυτόνομο και αυτοδύναμο ελληνικό άλμπουμ, το “Brain Soup” [GroovyGarden, 2011] του Sonny Touch θα μπορούσε να είναι ένα… “Gris-Gris” του σήμερα. Εξωφρενικό; Υπερβολικό; Ρεαλιστικό. Εννοώ, δηλαδή, πως ο έλληνας μουσικός (από τη Θεσσαλονίκη;) πραγμάτωσε το απόλυτο μουσικό καλειδοσκόπιο του… βάλτου, ένα μοναδικό, όσο και σύγχρονο, νέο-ορλεανικό άκουσμα, που απαρτίζεται όχι μόνο από ισχυρές δόσεις του ντρεσαρισμένου ήχου του ’60 (του Δόκτορα, βασικώς), ούτε μόνον από τα προαιώνια τύμπανα των voodoo children, μα ακόμη και απ’ ό,τι επακολούθησε (τις ροκιές των 70s, τα post και τα electro των 80s, τα DJ-λίκια των 90s, το sampling των 00s). Το μείγμα είναι μοναδικό, και βασικά απολαυστικό. Το “Brain Soup” έχει μέσα τραγουδάρες, όπως ας πούμε το “With no one” (Νίκος Κορωναίος ντραμς, Sonny Touch κιθάρες, φωνή, κρουστά, Χρύσανθος Χριστοδούλου μπάσο, ηλεκτρονικά, Ειρήνη Σεργκελίδου πιάνο, Φώτης Σιώτας βιολί, βιόλα – για να δώσω και μία line-up), κάτι σύντομα στο χρόνο instros (“Dancin’ zombies”, “Drjanova”) που σε βουτούν ολόκληρο στα… ηπειρωτικά (εξ Ηπείρου) έλη, κάτι blues (“Houndog”, “Standin’ there”) σαν έτοιμα από καιρό για τον κατάλογο της Fat Possum, συν τις εξώτικες (“All around the red square”), συν τα ρωσικά (“Бесполезное” σημαίνει άχρηστος;), συν τις dub απομιμήσεις (όλη η ρυθμική βάση στο “With no one”), συν... συν… συν… ένα σωρό κι ακόμη… Εξαιρετικός δίσκος… ακτίνας, που πρέπει να γίνει και βινυλίου.
Η ευγενής… ανατρεπτική κόντρα του Ataktou με τον τζ. δίπλα στο cbox με πήγε λίγο πίσω στο χρόνο –μια 15ετία, όχι σπουδαία πράγματα…– στην περιπτωσάρα των Zoolixo λίγο. Θυμήθηκα έτσι τα ζωντανά τους σε διάφορους χώρους της εποχής (μου έχει καρφωθεί στη μνήμη ένα live στην Πινακοθήκη, ένα μαγαζί σ’ ένα στενό του Ψυρρή, που έβγαινε στην Ερμού – δεν υπάρχει τώρα) και βεβαίως θυμήθηκα τι είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ για το μοναδικό τους άλμπουμ, το «Zoolixo λίγο», που είχε βγει το 1998 στη μικρή εταιρεία Ε.2 της Σωκράτους· ένα άλμπουμ που σε 10-15 χρόνια θα το κυνηγάνε κάποιοι για να το βγάλουν σε LP. Αντιγράφω λοιπόν τον εαυτό μου από το τεύχος 67 του περιοδικού, τον Οκτώβριο του 1998… Παρακολουθώ από την αρχή και από κοντά την πορεία του Γιώργου Μακρή στα μουσικά μας πράγματα (σ.σ. τον είχα πρωτοδεί live, μαθητής, στο Μέγαρο Λόγου και Τέχνης στην Πάτρα το 1982 – αυτό το γράφω τώρα) και δεν απορώ καθόλου για τη «σχιζοφρενική» με τα χρόνια κατάληξή του σε μια «ζαπική» ρέπλικα, που κρύβει όμως γνήσια στοιχεία έμπνευσης και προβληματισμού για πλήθος παραμέτρων του νεοελληνικού κάθε-μέρα. Η αρχή έγινε το 1981, υπό τη σκέπη του Μάνου Χατζιδάκι στους Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας, με τα «Ω Δέσποινα των λογισμών μου» και «Για τον Σκαρίμπα». Ακολούθησε το πρώτο άλμπουμ με τον τίτλο «Πέρα Βρέχει» [Κέρκυρα, 1982], απ’ όπου απολαμβάνω πάντα το «Θα’ θελα να σε τρομάξω», έπειτα ήταν το «Παραδείγματος Χάριν» [Lyra, 1985], με τις πρώτες εμφανείς πλέον «ζαπικές» προβοκάτσιες (άκου π.χ. το «Πέφτει μια νύχτα») και πριν από οκτώ χρόνια (σ.σ. δηλαδή το 1990, αφού το κείμενο είναι γραμμένο το ’98) το «Πιο άσχημα από πριν χειρότερα από μετά» [Penguin], κομματάκι δυσκίνητο, αλλά ακόμη πιο κοντά στο δημιουργικό σύμπαν του θειου Frank. Οι Zoolixo λίγο, τελευταίο project του Γιώργου Μακρή, δεν είναι άγνωστοι στο μουσικόφιλο κοινό της νύχτας. Οι τακτικές τους παρουσίες σε μαγαζιά και happenings, τα τελευταία 3-4 χρόνια αποτέλεσαν ουσιαστικώς το όχημα πάνω στο οποίο πάτησαν τα καινούρια τους τραγούδια. Αυτό έχει μια σημασία από την άποψη ότι τα κομμάτια του άλμπουμ κρίθηκαν εν τη γενέσει τους και πολύ αργότερα πήραν το δρόμο της δισκογραφίας, επαναφέροντας έτσι και με αυτόν τον τρόπο στο προσκήνιο εκείνη την παλαιά σχέση που υφίστατο ανάμεσα στον κόσμο που παρακολουθεί και στηρίζει, και τον καλλιτέχνη που αφουγκράζεται και διαστρεβλώνει. Ακριβώς τέτοιοι, άξιοι διαστρεβλωτές δηλαδή, αποδεικνύονται οι Zoolixo λίγο. Η πλάκα, ο σαρκασμός, η αγανάκτηση, το βγάλσιμο της γλώσσας, το φτύσιμο, η αηδία κι η απέχθεια –όλα φιλτραρισμένα όμως μέσα από μιαν απαράμιλλη σκωπτική διάθεση– είναι παντού φανερά σε κάθε στιχάκι, σε κάθε μουσικό μέτρο. Ενέχει μόνον ο κίνδυνος ορισμένοι από εμάς να πάρουν αψήφιστα τους Zoolixo λίγο και ίσως, πολύ χειρότερα, να τους απορρίψουν μένοντας στην πρώτη εντύπωση της ζαπικής καρικατούρας. Ο Μακρής, όμως, έχει ήδη απαντήσει με τον πλέον έξυπνο και προκλητικό τρόπο. Εμφανίζεται στις φωτογραφίες με το γκρουπ ως νεκρανάσταση του Zappa –φοβάμαι δε πως όσο ο καιρός περνάει θα μοιάζει όλο και περισσότερο– και εξηγεί τα πάντα στο πανέξυπνο «Είμαι σαν εσένα ή Frank Zapping». Ακούγονται ακόμη, εδώ, ο «Λαϊκός τραγουδιστής» –καμμία σχέση με το ομότιτλο τραγούδι του Σαββόπουλου από το “Happy Day”, παρ’ εκτός ίσως εκείνου του «πληγωμένου εγωισμού» που οδηγεί τον Μακρή σε τούτη την έξοχη παρλάτα– το «Χρόνος και χρήμα», το «Όπως οπωσδήποτε» και βεβαίως το «Ποιος» (αφιερωμένο στους τζαμπατζήδες και τους απρόσκλητους της τηλεοπτικής μας νύχτας). Έκτοτε, ο Γιώργος Μακρής θα εγκαταλείψει σταδιακώς τη μουσική προς χάριν της ζωγραφικής (ομαδικές, ατομικές εκθέσεις και τα λοιπά), αφήνοντας αυτά τα τέσσερα δισκάκια (και κάτι ψιλά εδώ κι εκεί) για να τον θυμόμαστε… Πάρτε γραμμή από το εξαιρετικό βίντεο που ακολουθεί. Είναι ο «Λαϊκός τραγουδιστής», μία απολαυστική παρλάτα του Μακρή (συμπτωματικές οι ομοιότητες...) κι ένα top funky παίξιμο από τους Zoolixo λίγο (κομμάτι βγαλμένο –έτσι φαίνεται– μέσα, πάνω, πέρα από το “Elephant talk” των King Crimson, εποχής “Discipline”).
Σε κεντρικό βιβλιοπωλείο, πριν από λίγες μέρες, ψάχνοντας στους πάγκους με τις νέες (και σχετικώς νέες) εκδόσεις έπεσα πάνω στο βιβλίο του Γιάννη Λειβαδά«Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς/ Στοιχεία για την beat generation» [εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2011] το οποίον και ξεφύλλισα. Φυσικά, ένα βιβλίο δεν το διαβάζεις όρθιος, ξεφυλλίζοντάς το στα βιβλιοπωλεία, αλλά μπορεί να εντοπίσεις ένα-δυο σημεία του που να σου προξενήσουν μιαν εντύπωση. Κι επειδή αυτό συνέβη, με τον εν λόγω ανάγνωσμα, σημείωσα σ’ ένα χαρτί δυο αποσπάσματα (μπορεί να υπάρχουν κι άλλα), τα οποία δεν με βρίσκουν καθόλου μα καθόλου σύμφωνο (τα θεωρώ τραβηγμένα και ατυχή). Να πω, πρώτον, πως το βιβλίο δεν το αγόρασα γιατί πήρα κάτι άλλο (το έχει αγοράσει φίλος, όμως, και θα το δανειστώ κάποια στιγμή για να το διαβάσω όπως πρέπει) και δεύτερον, πως τον Γιάννη Λειβαδά τον εκτιμώ ως ποιητή (και ως μεταφραστή), δεν κατανοώ όμως με τίποτα αυτή την εμμονή του με την jazz (δεν είναι ανάγκη να την κατανοώ – καταλαβαίνετε πώς το λέω). Ό,τι σχετίζεται με τους beat poets και την jazz έχει υψηλό νόημα για τον Λειβαδά, ενώ ότι σχετίζεται με το rock και τους μπητ το νόημα εκμηδενίζεται (αν δεν είναι ανύπαρκτο). Γράφει επί λέξει ο Λειβαδάς: «Ο Γκίνσμπεργκ από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 άρχισε να χάνει σταδιακά την ποιητική του πυγμή και αποτέλεσε μία ‘beat revolution icon’, απορρόφησε την ποπ κουλτούρα της εποχής (ή απορροφήθηκε απ’ αυτήν), και κατέληξε να περάσει το κατώφλι του ‘popular’ θιάσου». Και λίγο πιο κάτω: «Στην Ελλάδα ως επί το πλείστον κατεγράφησαν εκκωφαντικές αστοχίες για τη ζωή και το έργο των μπιτ(…). Χαρακτηριστικές είναι οι περισσότερες από τις περιπτώσεις. Εμφανίστηκαν πολλαπλά άρθρα και αφιερώματα, γεμάτα ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, με το απαιτούμενο παραμορφωτικό ψιμύθιο μιας ‘μπιτνικίτιδας’, τη σύγχυση του μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ εντ ρολ...» κ.λπ., κ.λπ. Για να το ξεκαθαρίσω –κάτι που ισχύει όχι μόνο για το rock, την jazz και την beat ποίηση– κατά την προσωπική μου άποψη (και όχι μόνο τη δική μου) η Τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της, αποκτά το πλήρες νόημά της όταν γίνεται pop, popular δηλαδή και αφορά στα πλήθη. Τότε εμφαίνεται η όποια κοινωνική της διάσταση, τότε μπορεί να επηρεάσει τους πολλούς προς το καλύτερο (ή το χειρότερο). Όσο παραμένει περιθωριοποιημένη και ερμητική, αναπτυσσόμενη μέσα στα πλαίσια μιας κάστας, αυξάνει το ποσοστό των εσωστρεφών χαρακτηριστικών και του κυνισμού της, ελαττώνοντας εκείνο του κοινωνικού της αντικρίσματος. Ο Ginsberg λοιπόν είναι σημαντικός, όχι μόνο γιατί έγραψε το «Ουρλιαχτό» (και γι’ αυτό φυσικά και για όλα τα υπόλοιπα ποιήματά του), αλλά γιατί κατάλαβε εγκαίρως που τελειώνει η «παρέα» και που αρχίζει η κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, εκείνο που λέει ο Λειβαδάς πως «από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 άρχισε να χάνει σταδιακά την ποιητική του πυγμή και αποτέλεσε μία ‘beat revolution icon’, απορρόφησε την ποπ κουλτούρα της εποχής (ή απορροφήθηκε απ’ αυτήν)» εγώ το μεταφράζω διαφορετικά. Είναι ευτύχημα το ότι ο Ginsberg δεν πήρε και πολύ στα σοβαρά το ρόλο του ως beat ποιητή και επέλεξε, στη διαδρομή, να ανακατευθεί με την ανερχόμενη νεανική γενιά του folk και εν συνεχεία του rock, να γνωρίσει και να επηρεάσει τον Dylan και να παρευρεθεί σε κάθε μικρό ή μεγάλο hippie ή μη hippie event της δεκαετίας του ’60. Εν αντιθέσει δηλαδή με τον αντι-κομμουνιστή Kerouac –τον οποίον ο Λειβαδάς τον έχει περί πολλού– που απεδείχθη (ήταν) συντηρητικός του κερατά και που θεωρούσε πως το κίνημα των hippies ήταν κομμουνιστικός δάκτυλος και πως πήγαινε κόντρα στην πατριωτική Αμερική (γι’ αυτό υποστήριζε, ο Kerouac, και τον πόλεμο στο Βιετνάμ), ο Ginsberg συμπορεύτηκε με το αντιπολεμικό κίνημα και το γενικότερο κίνημα της αντικουλτούρας και ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο (και βεβαίως στην Ελλάδα) δεν παρέλειπε να ρίχνει παντού το σπόρο της αμφισβήτησης, υπερασπιζόμενος τις απανταχού σπίθες και φυσώντας τες ώστε να γίνουν πυρκαγιές. Και δεν ξέρω σε ποιους αναφέρεται ο Λειβαδάς όταν σημειώνει πως στην Ελλάδα «εμφανίστηκαν πολλαπλά άρθρα και αφιερώματα, γεμάτα ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, με το απαιτούμενο παραμορφωτικό ψιμύθιο μιας ‘μπιτνικίτιδας’», όταν όμως γράφει για τη «σύγχυση του μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ εντ ρολ...» δεν μας τα λέει απλώς χοντρά, έως πολύ χοντρά, αλλά μας οδηγεί να αντιληφθούμε, ακόμη μία φορά, το που ακριβώς λαθεύει η Τέχνη όταν αναπτύσσεται ερήμην της κοινωνίας.
Τρία άλμπουμ των Nektar επανατυπώνονται μετά από πολύ καιρό σε βινύλιο, από την ελληνική Missing Vinyl, και μάλιστα με bonus tracks, τα οποία περιέχονται σε ξεχωριστό LP (αναφερόμαστε δηλαδή σε εκδόσεις διπλών LP). Ας δούμε κάποιες λεπτομέρειες… Το συγκρότημα σχηματίστηκε στο Αμβούργο το 1969, από βρετανούς μουσικούς κάποιοι εκ των οποίων, όπως ο μπασίστας Derek “Mo” Moore και ο ντράμερ Ron Howden, εμφανίζονταν ακόμη και στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό των sixties (με τους Upsetters και τους Prophets, δες κι εδώ http://is.gd/Ey1Dhp). Οι δυο τους λοιπόν συνδέθηκαν με τον οργανίστα Allan “Taff” Freeman, τον κιθαρίστα Roye Allbrighton και στην πορεία με δύο ακόμη… τεχνικούς, τον Keith Walters που βοηθούσε στο προβολικό πεδίο και τον Mick Brockett που βοηθούσε στους φωτισμούς, φθάνοντας να ηχογραφούν το πρώτο LP τους στο Stommeln (κωμόπολη, έξω από την Κολωνία), το καλοκαίρι του 1971, με μηχανικό ήχου και συμπαραγωγό μία από τις πιο διακεκριμένες πίσω φιγούρες του krautrock, τον Dieter Dierks (ο έτερος ήταν ο Peter Hauke). Αντιληπτό, λοιπόν, γιατί οι Nektar εμφανίζουν έναν psych-space χαρακτήρα (ως επέκταση βεβαίως και της Pink Floyd-ικής επιρροής), ο οποίος ξεκινούσε από τον τίτλο (“Journey to the Centre of the Eye”) και το cover του εξωφύλλου, για να περάσει στους στίχους («Ένας πύραυλος εγκαταλείπει τη Γη με κατεύθυνση τον Κρόνο, σε μιαν εποχή όπου η Γη βρίσκεται στα πρόθυρα ενός πυρηνικού Παγκοσμίου Πολέμου» κ.λπ.), καταλήγοντας βεβαίως στη μουσική. Και αν στα live, τη βοηθεία των σχετικών προβολών και του light show, επιτυγχανόταν με κάποια άνεση (υποθέτω) το σχετικό χάσιμο, δεν μπορούμε να πούμε πως το ίδιο ακριβώς δε συνέβαινε και με το δίσκο, εκεί όπου ένα πλήθος στουντιακών κόλπων και τεχνικών (δια χειρός Dierks) ξεπερνούσε το οπτικό handicap, παρέχοντας πλήρη, όσο και φευγάτη, ηχητική εικόνα. Ακούστε μόνο την εισαγωγή, τα κομμάτια “Prelude” και “Astronauts nightmare”, και θα καταλάβετε αμέσως τι εννοώ. Οι Beatles πίνουν από τις πορτοκαλάδες των Brainticket ή τις γκαζόζες των Ash Ra Tempel… αλητεύοντας στο διάστημα. Στο δεύτερο LP, το “A Tab In the Ocean”, ηχογραφημένο και αυτό με μηχανικό ήχου τον Dieter Dierks, τον Οκτώβριο του ’72, το concept εμφανίζεται μετατοπισμένο. Από το γενικό space πλάνο, μεταφερόμαστε στο ειδικό τού... βασιλείου τού Ποσειδώνα (“Neptune’s world around us lies”). Αλλά και από ηχητικής πλευράς το συγκρότημα εμφανίζεται περισσότερο προσγειωμένο προς ένα κλασικό (στο διάβα του) progressive rock, με κάποιες hard κιθαριστικές αναφορές, με το όργανο του Allan “Taff” Freeman να πρωταγωνιστεί (ο… Bach στοιχειώνει τα παιξίματά του), αλλά και με το rhythm section να έχει, και αυτό, βαρύνει, συνεργαζόμενο άψογα με τα lead όργανα. Την πρώτη πλευρά του άλμπουμ καταλαμβάνει το φερώνυμο κομμάτι –μία από τις πιο ώριμες συνθετικές προσφορές των Nektar–, ενώ στη δεύτερη ακούγονται τέσσερα tracks, τα οποία φανερώνουν την ικανότητα του συγκροτήματος να αναμιγνύει τις ποικίλες αναφορές του (ακόμη και την jazz στο “Desolation valley”), προς την κατεύθυνση ενός ολοκληρωμένου progressive ήχου· πιο ολοκληρωμένου δε γίνεται. Κλασικό άλμπουμ. Τουλάχιστον στ’ αυτιά μου, αφού το πρωτάκουσα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, από την πρώτη ελληνική του έκδοση (1979) στην Music Box. To “Remember the Future” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Nektar και το πρώτο βρετανικό, αφού ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του ’73 στο Chipping Norton, με το remix μόνο να γίνεται στο στούντιο του Dierks, στο Stommeln. Τo στιχουργικό concept παραμένει κι εδώ ισχυρό –ο άνθρωπος-πουλί Bluebird επισκέπτεται για πολλοστή φορά τον πλανήτη και μέσω ενός τυφλού αγοριού, προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του– με τις μουσικές να ενσωματώνουν στοιχεία του καιρού (ας πούμε η funky, με wah-wah, εισαγωγή), έχοντας συγχρόνως κι έναν… Dark Side of the Moon αέρα στη δεύτερη πλευρά (το έπος των Pink Floyd είχε κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του ’73). Αν υπάρχει μία ισχυρή αλλαγή εδώ, εν σχέσει με τα δύο προηγούμενα LP, τούτη έχει να κάνει κυρίως με τα φωνητικά, που είναι εντελώς mellow, θυμίζοντας αμερικανικά AOR συγκροτήματα. Όπως είπα και στην αρχή οι εκδόσεις της Missing Vinyl είναι double LP, με το extra long play να περιλαμβάνει ανέκδοτα (στη φόρμα του βινυλίου) κομμάτια. Ας δούμε κάποιες λεπτομέρειες… Στο “Journey to the Centre of the Eye” το extra άλμπουμ έχει τίτλο “In the beginning – The Boston Tapes 1970” και περιέχει τις πιο πρώιμες εγγραφές των Nektar (Βοστώνη, 1970)· πριν δηλαδή αυτοί πέσουν στα χέρια των Dierks και Hauke. Το ύφος, βεβαίως, είναι ακόμη αδιαμόρφωτο, παρότι εδώ υπάρχουν τίτλοι, που θα τους ξανακούσουμε τρία χρόνια αργότερα στο 2LP “…Sounds Like This”. Αν και το γκρουπ παίζει πολύ καλά, τα διαφορετικού ύφους τραγούδια (και οι κάπως απροσάρμοστες αναφορές – από Beatles και Vanilla Fudge, μέχρι Led Zeppelin και Black Sabbath) δεν επιτρέπουν την αποτύπωση ενός σαφούς στυλ. Ξεχωρίζουν το “The life I’ve been leading” με την ωραία μελωδική σκληρή γραμμή του, η rock μπητλική μπαλάντα “Our love will last forever” και το τύπου Sabbath στις πενιές “Candlelight”. Το bonus LP, που συνοδεύει το “A Tab in the Ocean” περιέχει εγγραφές από τον 10/1972 και τον 2/1973, οι οποίες έγιναν στο Dierks Studio, στο Stommeln, με παραγωγό τον Peter Hauke. Είναι η εποχή της ηχογράφησης των “A Tab in the Ocean” και “…Sounds Like This”, με το υλικό να προέρχεται βασικά από το δεύτερο. Παραδείγματος χάριν το (γνωστό) 6λεπτο “Cast your fate”, που μετατρέπεται εδώ στο 20λεπτο “Cast your fate jam” και που δεικνύει την εκτελεστική δεινότητα και φαντασία του συγκροτήματος, και ακόμη τo φοβερό bluesy α λα Arzachel “What ya gonna do”, καθώς και η μπαλάντα “Wings”, που έχουν όμως παραπλήσιες διάρκειες μ’ εκείνες στο original “…Sound Like This”. Το “Da da dum”, που ανοίγει την τέταρτη πλευρά της έκδοσης της Missing Vinyl είναι ένα κλασικό heavy prog, κοντά στον σκληρό ήχο που λανσάριζε η Bacillus κι η Bellaphon εκείνη την εποχή (Hairy Chapter, Message, Jeronimo, Orange Peel και τα συναφή). Το πρόσθετο LP που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του “Remember the Future” περιλαμβάνει δύο κομμάτια (ένα σε κάθε πλευρά)· πρόκειται για τα 13λεπτα “Sunshine down on the city” (στην πρώτη) και “It’s all in your mind” (στη δεύτερη). Ηχογραφημένα (και αυτά) τον Οκτώβριο του ’72, αποτελούν μία πρόγευση του επίσημου “Remember the Future”. Με τη διαφορά πως είναι προτιμότερα, αφού είναι αυθεντικά space-σκληρά… κατάλοιπα (γραμμένα στο Stommeln και ουχί στη Βρετανία). Άπασες οι εκδόσεις είναι limited, κομμένες σε βινύλια 180 γραμμαρίων. Επαφή:www.veamusic.com/catalogue/ownlabel.php
Παινεύω το σπίτι μου όπως λένε, κι ας μην υπάρχει περίπτωση να πέσει να με πλακώσει. Ένα από τα καλύτερα Jazz & Τζαζ του τελευταίου καιρού. Από πού να ξεκινήσεις; Από το ωραιότατο εξώφυλλο, από το extra groovy CD, από τα άρθρα και τις πληροφορίες; Αλλά, ας τα πάρουμε από την αρχή… κι ας ξεκινήσουμε από το 4σέλιδο αφιέρωμα (γράφει ο… γράφων) στη σύγχρονη νορβηγική jazz. Όλες οι εταιρείες (με πρώτη την Rune Grammofon) και όλοι οι καλλιτέχνες (άγνωστοι και γνωστοί). Ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για το duo των Danilo Rea / Flavio Boltro με αφορμή το πρόσφατο opera-jazz CD τους στην ACT Music. Ο Δημήτρης Κατσουρίνης συζητά με τον Thibeaux Toussaint, κιθαρίστα ενός εκ των καλυτέρων soul γκρουπ του Καναδά, των Slim Moore & The Mar-Kays. Ο Θανάσης Μήνας γράφει για τη μοναδική περίπτωση του τζαμαϊκανού σαξοφωνίστα Joe Harriott και για τη σημασία του στην ταυτοποίηση της βρετανικής jazz στα χρόνια του ’50 και του ’60 (αφορμή το 4πλό CD της Proper “The Joe Harriott Story”). O Βαγγέλης Αραγιάννης συζητά με τον σαξοφωνίστα Bryan Murray, ηγέτη των Bryan and The Haggards, ενός κορυφαίου γκρουπ της σύγχρονης jazz, που σκύβει με ξεχωριστή συνέπεια πάνω στις μουσικές του μεγάλου country-man Merle Haggard. Ο Σπύρος Σερλεμές μεγεθύνει στη… σκληρή πλευρά του άρχοντα των δακτυλιδιών, ξεκινώντας από τους Cream και τους Jimi Hendrix Experience και φθάνοντας μέχρι τους W.A.S.P., τους Metallica, τους Megadeth και τους Slayer. Τέλος, από πλευράς θεμάτων, ο Γιώργος Χαρωνίτης καταπιάνεται με την περίπτωση ενός σημαντικότατου σουηδού κοντραμπασίστα της jazz, του Lars Danielsson (τον βλέπετε στο εξώφυλλο). Από ’κει και κάτω Δισκοκριτικές, blues boom! (40 χρόνια Alligator), MoonJune Records (οι τελευταίες prog κυκλοφορίες τής αμερικανικής εταιρείας), δισκορυχείον, Jazz & Λογοτεχνία, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art, Jazz Eye (με κείμενα για τους Echoes of Swing, 2L8, Χρήστο Λαϊνά, Ζωή Τηγανούρια, Ross Daly, τον Sun Ra στον Ορφέα το 1984…), καθώς και όλη η ζωντανή κίνηση του μήνα.Στο CD “Jazz Flute & Bass Clarinet” 55 extra groovy λεπτά με φοβερές μουσικές του Herbie Mann (1957-1961).
Η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στα πρώην ανατολικο-γερμανικά μουσικά πράγματα, όπως έχω ξαναγράψει εδώ http://is.gd/zcNgMZ, είχε περάσει από ατραπούς και λεωφόρους. Έτσι, ενώ στο δεύτερο μισό των sixties ο Ζορμπάς ή το Βάρκα στο γιαλό τυπώνονταν σε ετικέτες Amiga, στα πρώτα χρόνια του ’70 το έργο του είχε πέσει σε δυσμένεια. Είχε πει ο ίδιος ο Θεοδωράκης στην εφημερίδα Αυγή (30/9/2011): «όταν στα 1970, από το Στρατόπεδο του Ωρωπού κατήγγειλα την ηγεσία του ΚΚΕ ότι διασπά την Αντίσταση, το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας απαγόρευσε τη μουσική μου και κατέστρεψε τους δίσκους μου». Για να συνεχίσει: «τελικά στο Ανατολικό Βερολίνο κατόρθωσα να πάω όταν εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις μου με το ΚΚΕ (υποψήφιος δήμαρχος Αθήνας το 1978, Βουλευτής Επικρατείας 1981-1986). Όμως μετά και πάλι οι σχέσεις μου με την ηγεσία του ΚΚ Γερμανίας ψυχράθηκαν επειδή δήλωσα ότι είμαι υπέρ της ενότητας του Γερμανικού Λαού». Τον Φεβρουάριο του ’79, στο ένατο Festival des Politischen Liedes του Ανατολικού Βερολίνου η Μαρία Φαραντούρη τραγούδησε στην ελληνική “Wie schon ist meine liebe”, το Άσμα Ασμάτων δηλαδή από το Μαουτχάουζεν σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη, ενώ την επόμενη χρονιά στη δέκατη διοργάνωση, θα παρευρισκόταν ο ίδιος ο συνθέτης, ο οποίος και θα παρουσίαζε το “Canto General”. Εκείνη η συναυλία στο Palast der Republik την 14/2/1980 θα ηχογραφείτο, θα κυκλοφορούσε σε 2LP από την Amiga, ενώ θα αποτελούσε και την αφορμή για τη γνωριμία του Μίκη Θεοδωράκη με τον Γιάννη Ζώτο, έναν έλληνα συνθέτη, μουσικό, ενορχηστρωτή και παραγωγό που είχε γεννηθεί στη Δρέσδη το 1958. Ο Ζώτος έχει μεγάλη καριέρα στην πρώην Ανατολική Γερμανία και νυν Γερμανία, καριέρα που συνδέεται στενά με τον Μίκη Θεοδωράκη και το έργο του (υπήρξε μουσικός σε σχετικές συναυλίες, ενορχηστρωτής στα άλμπουμ Gisela May/ Thanassis Moraitis – Mikis Theodorakis Lieder, Theodorakis sings Theodorakis, Birthday Concert ’95, Ήλιος και Χρόνος με την Μαρία Φαραντούρη και τον Rainer Kirchmann και άλλα τινά). Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, της συνεργασίας δηλαδή με τον Θεοδωράκη, εντάσσεται και το CD «Οι Σιγανές Φωνές της Μνήμης» [oudattack], το οποίον πρωτοβγήκε στη Γερμανία το 2007 και που κυκλοφορεί κι εδώ. Ο Γιάννης Ζώτος μελοποιεί στίχους του συνθέτη, γραμμένους σε διάφορες εποχές (1942-43, 1946-47, 1949, 1967, 1973 1981) και τόπους (Τρίπολη, Αθήνα, Ικαρία, Μπουένος Άιρες)· στίχους βασικά ερωτικούς, που ναι μεν βρήκαν έξοδο δε δύσκολες εποχές, έχοντας όμως, ως αφετηρία, μιαν εσωτερική πίστη και αισιοδοξία για κάτι καλύτερο. Ο Ζώτος χρησιμοποιώντας κυρίως ηλεκτρικά όργανα στις ενορχηστρώσεις του παράγει ένα έντεχνο rock άλμπουμ, το οποίο θα μπορούσε να το αποκαλέσουμε ακόμη και progressive, βάσει των παλαιών χαρακτηρισμών. Προς folk κατευθύνσεις ορισμένες φορές, προς περισσότερο σκληρές κάποιες άλλες, το «Οι Σιγανές Φωνές της Μνήμης» με οδήγησε ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου την απλότητα της τραγουδοποιίας του πρόωρα χαμένου και ξεχασμένου Περικλή Χαρβά· ας πούμε το φερώνυμο κομμάτι, το «Θα ’ρθω να σε βρω», το «Εγώ κι εκείνη», το «Μικρή φαντασία». Έτσι, λοιπόν, παρότι οι στίχοι του Θεοδωράκη δεν είναι ομοιοκατάληκτοι –δεν αποτελούν δηλαδή προφανή τραγούδια– ο τρόπος του Γιάννη Ζώτου τους μετατρέπει σε τέτοια (σε τραγούδια), εκμεταλλευόμενος το ανοιχτό μελωδικό του τάλαντο, όπως και την ικανότητά του στην αρμονική επεξεργασία. Το αποτέλεσμα είναι κάτι (αρκετό) πέραν του συμπαθούς. Στο YouTube δεν βρήκα κάτι αμεσότερο από το βίντεο που ακολουθεί. Κατά τη γνώμη μου είναι λάθος του σκηνοθέτη να παρεμβάλλονται έτερα πρόσωπα στο κάδρο πέραν του συνθέτη/τραγουδιστή και του στιχουργού κατά τη διάρκεια της βιντεοσκόπησης. Δυστυχώς, δεν μπορώ να τα αφαιρέσω…
Χθες το βράδυ στα Εξάρχεια βρήκα σε καλάθι, έξω από βιβλιοπωλείο, το βιβλίο της Γκιζέλα Μπον«Χιππισμός, Πρόκληση στην κοινωνία της ευημερίας» στη δεύτερη έκδοσή του στον Ελεύθερο Τύπο, που συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (πιθανώς το 1982 – δεν αναγράφεται χρονιά έκδοσης). Το πήρα, γιατί η τιμή του ήταν 5 ευρώ (θα μπορούσε να ήταν φθηνότερο) και γιατί είχε πολύ καιρό να πέσει στην αντίληψή μου. Το βιβλίο αυτό το είχα πρωταγοράσει στα χρόνια του ’80, όταν είχα πετύχει σε επαρχιακό βιβλιοπωλείο την πρώτη έκδοσή του στον Ρόμβο, που είχε συμβεί στις αρχές των seventies. (Οι δύο εκδόσεις έχουν ακριβώς το ίδιο κασέ, αν εξαιρέσεις τις φωτογραφίες που παρεμβάλλονταν στην πρώτη και απουσιάζουν από τη δεύτερη). Μάλιστα εδώ http://is.gd/SD3xXW και με αφορμή το χριστιανικό άλμπουμ των Last Call of Shiloh είχα γράψει λίγα λόγια…Βρήκα επίσης σε διπλανό καλάθι και ξαναγόρασα, με 3 ευρώ, το άλμπουμ του Πάνου Τσαπάρα“Homo Socialis” [CBS 450163-1, 1986]. Τον δίσκο αυτόν τον είχα αγοράσει στην εποχή του, αλλά κάποια στιγμή τον χάρισα σ’ ένα παλαιό συντρόφι (δεν ξέρω αν έπιασε τόπο…). Επειδή όμως ήθελα πάντα να τον έχω, θα τον αγόραζα οπωσδήποτε τη στιγμή που θα τον εύρισκα μπροστά μου… στα καλάθια με τα άπλυτα. Το έπραξα χθες βράδυ. Και γι’ αυτό το άλμπουμ έχω ξαναγράψει κάτι στο blog – δες εδώ http://is.gd/ptATe5. Το “Homo Socialis” είχε θαφτεί στην εποχή του, και αιτία ήταν η σκληρή κριτική που ασκούσε ο τραγουδοποιός, μέσω των στίχων του, στον… σοσιαλιστικό μετασχηματισμό (στη δεύτερη, εκείνη, ολέθρια τετραετία τού... κινήματος). Δεν ξέρω αν τα αντίτυπα καταστράφηκαν, κάηκαν ή ξανάγιναν πρώτη ύλη για να τυπωθεί Μαρινέλλα ή Άννα Βίσση, εκείνο που ξέρω είναι πως ο “Homo Socialis” δεν διέγραψε την πορεία που του άρμοζε. Ο δίσκος, που ήταν σε παραγωγή του Αντώνη Βαρδή και στον οποίο συμμετείχαν πρώτοι μουσικοί (Νίκος Βαρδής, Γιάννης Εκμετζόγλου, Γιάννης Ιωάννου, Μπάμπης Λασκαράκης, Γιώργος Μαγκλάρας, Γιάννης Πανταζής, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Φίλιππος Τσεμπερούλης), παρέπεσε και τον έφαγε η μαρμάγκα. Ποιος θα ήταν, εξάλλου, ο μάγκας ραδιο-τηλε-παραγωγός που θα υποστήριζε, εν έτει ’86, τραγούδια όπως το «Ελλάδα ελαφίνα μου»; Θαυμάζω τον ηρωικό παλμό της Ρωμιοσύνης και σκύβω το κεφάλι μου ως το δείκτη νοημοσύνης ουρλιάζοντας εκλέξαμε την ηγεσία του τόπου και τώρα εκείνη αθόρυβα μάς εκτελεί επί τόπου.
Το Σάββατο τον βρίζουμε την Κυριακή συμφέρει και τη Δευτέρα «κόψτε μου» φωνάζουμε «το χέρι» λαέ μου αμετανόητε θυσία στη θυσία με κόπους κληρονόμησες μόνιμη αμνησία.
Μα αφού όταν μας μίλαγε ψηλά από το μπαλκόνι ξεκάθαρος και φουσκωτός σα σερνικό παγώνι κανένας δεν τον άκουγε φωνάζαμε «προχώρα» τώρα παραπονιόμαστε «αφάνισες τη χώρα».
Ποτέ μου δεν συνάντησα υπουργό ή κυβερνήτη στην Κοκκινιά, στο Πέραμα και σε δυάρι σπίτι παράξενα τα πράγματα δεν τα καταλαβαίνω τους έδωκα τη δύναμη κι εγώ αργοπεθαίνω.
Τον βασιλιά τον διώξαμε, δεν ήταν εκλεγμένος εμείς θέλουμε άρχοντα μα να’ναι διαλεγμένος αυτός που το αίμα θα μου πιει, στο σβέρκο μου θα κάτσει θα λέει και πως τον διάλεξα, βαράτε με ρε μπάτσοι.
Μα αν ειν’ η χώρα άρρωστη και για γιατροί κουνιέστε πάψτε τους προεκλογικούς, μαζί τη λύση βρέστε μ’ ενισχυμένη ή απλή πεθαίνει το κοριτσάκι κι εσείς με νόμο ορίζετε πρώτα το φακελάκι.
Νικήσαμε, μας νίκησαν αντίπαλοι χαμένοι Ελλάδα ελαφίνα μου μια λύση πια σου μένει δυο βοσκοπούλες διάλεξε να σε νοικοκυρεύουν ετούτοι είναι βιαστές που σε διακορεύουν.
Δυο λόγια για τους φίλους μου, που ίσως παρεξηγήσουν αν πουν «είν’ αντιδραστικός» λάθος θα μ’ εξηγήσουν να υπάρχει η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός μας μα να μην είν’ αφέντης μας, να’ναι υπάλληλός μας.
Αυτές είν’ οι απόψεις μου, τις έκανα τραγούδι και δήλωσα περήφανα πως δεν είμαι αγγελούδι δεν πάω στον παράδεισο, την κόλαση γουστάρω μα στο λαιμό μου σύντροφοι κανένα δεν θα πάρω
Πήραν φωτιά οι μέρες μου και καίγονται τα χρόνια σαμπάνια, δίσκος στο πικάπ και καθαρά σεντόνια σαν όραμα λικνίζεται μπροστά μου το κορμάκι ο αγώνας δικαιώνεται… περίμενε λιγάκι.
Ακολούθησε μία ωραία συζήτηση με τον βιβλιοπώλη-δισκοπώλη, αλλά αυτή δεν μεταφέρεται…
Θα θυμάμαι πάντα τον Claude Nougaro (1929-2004) από τον εξάλεπτο ύμνο του “Paris Mai” (1968), ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια, που γράφτηκαν πάνω στα γεγονότα του γαλλικού Μάη. Στηριγμένος σ’ έναν άπιαστο, για την εποχή, δυτικο-αφρικανικό ρυθμό και με το hammond-όργανο να ζωγραφίζει ο Nougaro τραγουδούσε με απίστευτη ένταση στίχους σαν και τούτους: «η Ιεροτελεστία της Άνοιξης ακούγεται σαν μια σφαγή/ αλλά κάθε μέρα που έρχεται θα ομορφύνει την κραυγή μου/ μπορεί και να επωάζω έναν Ιγκόρ Στραβίνσκι». Τώρα, μέσω της έκδοσης “A la Recherche du Son Qui Fait Sens, 1955-1959” [Discograph, 2010], η οποία αποτελείται από δύο CD, όπως και από ένα κατατοπιστικό δίγλωσσο booklet, μπορούμε να μεταφερθούμε ακόμη πιο πίσω στο χρόνο, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, όταν η καριέρα τού Nougaro έμπαινε στις πιο γερές της βάσεις. Κάποια βιογραφικά στοιχεία κρίνονται ως απαραίτητα γι’ αρχή… Ο Claude Nougaro γεννήθηκε στην Τουλούζ το 1929 από γονείς μουσικούς (ο πατέρας του Pierre Nougaro ήταν τραγουδιστής της όπερας, ενώ η ιταλίδα μητέρα του Liette Tellini ήταν δασκάλα πιάνου). Στα πρώτα ακούσματά του περιλαμβάνονταν οπωσδήποτε η jazz της εποχής (οι ορχήστρες του swing, ο Louis Armstrong) και φυσικά το γαλλικό τραγούδι (φερ’ ειπείν εκείνο της Edith Piaf). Αν και ο Nougaro ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία πρώτα από τη δημοσιογραφία, γρήγορα έστριψε προς την καλλιτεχνία (διάβαζε στίχους του στο καμπαρέ Lapin Agile), όταν μετακόμισε οικογενειακώς στο Παρίσι, το 1952. Την επόμενη χρονιά συναντά την Marguerite Monnot, τη συνθέτιδα μεγάλων επιτυχιών της Piaf (“Milord”, “Hymne a l’amour”), δίνοντάς της κάποιους στίχους του, για να τους μελοποιήσει, μήπως και υπήρχε περίπτωση να περνούσαν στο ρεπερτόριο της Piaf (θα ήταν μία ιδανική αρχή)· καθότι, ο ίδιος, δεν έβλεπε ακόμη τον εαυτό του ως τραγουδιστή. Επελέγησαν δύο ποιήματα, το “Le sentier de la guerre” και το “Mephisto”, τα οποία όμως η Monnot δεν τα έδωσε στην Piaf, αλλά στο σύζυγό της Paul Peri, έναν μάλλον κοινό τραγουδιστή, ο οποίος και τα δισκογράφησε το 1955. (Και τα δύο κομμάτια ακούγονται στο δεύτερο CD της έκδοσης, που περιλαμβάνει τραγούδια σε στίχους του Nougaro, που παρουσιάστηκαν από διαφόρους ερμηνευτές της περιόδου). Αμφότερα δε πέρασαν απαρατήρητα – το “Mephisto” ήταν ωραίο τραγούδι, κάπως noir, κάπως exotica – γεγονός, που, όπως γίνεται αντιληπτό, απογοήτευσε τον Nougaro· μία απογοήτευση, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν διήρκεσε πολύ. Στο Lapin Agile, ο Nougaro είχε την ευκαιρία να γνωρίσει διαφόρους πιανίστες-συνοδούς, ανάμεσα στους οποίους οι Jean-Michel Arnaud και Jimmy Walter (βασικός συνεργάτης, την ίδιαν εποχή, και του Boris Vian). Με τον Arnaud έγραψαν, ανάμεσα σε άλλα, το “Au niveau des paquerettes” (1958) που απέδωσε η Lucette Raillat και το… εμβατηριακό “Le balayeur du Roy” (1958) που είπε ο Marcel Amont, ενώ με τον Walter συνέθεσαν το “Jour et nuit” (1956) που τραγούδησε ο Paul Roby, το “Seulement” (1956) με την Lucienne Delyle, το “Maman m’l’a dit” (1958) με τον Stephen Bruce, την πανέμορφη ρομαντική μπαλάντα “Serge et Nathalie” (1958) για τη φωνή της Colette Renard (κρατούσε το ρόλο της Irma, στο musical “Irma La Douce”, το 1956, με τις μουσικές της Marguerite Monnot – είχε ανεβεί, ως γνωστόν, και στην Ελλάδα, με την Έλλη Λαμπέτη και τις διασκευές του Γιάννη Σπανού, το 1972), το “Vole, vole” (1959) για το κουιντέτο των (Les) Jazz Baladins και διάφορα άλλα· άπαντα ακούγονται στο δεύτερο CD, εκεί όπου θα πρέπει να αναφερθεί ακόμη μία ξεχωριστή συνεργασία του Nougaro. Αναφέρομαι στη γνωριμία του με τον τραγουδοποιό Jean Constantin, που θα δώσει το “Vise la poupee” (1955) για τον Philippe Clay (μίμος, ηθοποιός και τραγουδιστής με ιδιαίτερο hook στην εποχή), το “Les pantoufles a papa” (1956), κομμάτι γραμμένο από τον Nougaro για τον πατέρα του, που απέδωσε ο ίδιος ο Constantin κ.ά. Στο πρώτο CD της έκδοσης ακούγεται, βασικά, το παρθενικό προσωπικό άλμπουμ του τραγουδοποιού, που κυκλοφόρησε από την President, εκείνη την εποχή (1958). Παρουσιάζονται εννέα τραγούδια (συνθέσεις των Jean-Michel Arnaud, Jimmy Walter, Michel Legrand, Henri Salvador, Gerry Mulligan), στηριγμένα, φυσικά, στους στίχους και τις ερμηνείες, πια, του ιδίου του Claude Nougaro. Οι τίτλοι τους: “Maman m’la dit”, “Tiens toi bien mon Coeur”, “Toutes les musiques”, “Vachement décontracté “, Il y avait une ville”, “Marguerite”, “Les anges”, “Le piano de mauvaise vie” και “Serge et Nathalie”. Περιττό να πω πως μερικά από τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά, όπως π.χ. το “Maman m’la dit” (μουσική: Jimmy Walter), που είχε πρωτοπεί ο Stephen Bruce (υπάρχει στο δεύτερο CD) και βεβαίως το “Serge et Nathalie” (με την πρώτη ερμηνεία της Colette Renard), το οποίον εδώ απογειώνεται τη βοηθεία του harpsichord. To CD θα κλείσει με το “Jesus”, ένα σκετς του Nougaro, από την εποχή του Lapin Agile (early 50s) σε ηχογράφηση του 2002, που παραχώρησε, για την έκδοση, η σύζυγός του Helene Nougaro. Τραγούδι της εποχής, από εκείνα που έψαχνα, δεν βρήκα στο YouTube. Ας ξαναθυμηθούμε λοιπόν το “Paris Mai”…
Έχει περάσει μια δεκαετία από τότε που αγόρασα το άλμπουμ του σουηδού πιανίστα Jan Johansson (1931-1968) “Jazz pa Svenska/ Svenska Folklatar” [megafon, 1964]. Από ποικίλα διαβάσματα εκείνης της περιόδου υπήρχε η πληροφόρηση πως επρόκειτο για ένα ιστορικό άλμπουμ της swedish jazz, ένα από τα πρώτα στα οποία αποκτούσε πλήρες νόημα ο όρος. Τι σήμαινε δηλαδή swedish jazz κατά τον Johansson, αλλά και για μερικούς ακόμη συνοδοιπόρους του της ίδιας εποχής (Bengt-Arne Wallin, Lars Gullin…); Το εξής, σήμερα, απλό. Η διερεύνηση ενός τρόπου εναρμονίσεως μέσω του οποίου θα επικοινωνούσαν οι παραδοσιακοί ρυθμοί της χώρας (οι πόλκες βασικά), με τις γενικότερες jazz αντιλήψεις για τον αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση. Το αποτέλεσμα, όσον αφορά στο “Jazz pa Svenska”, ένα άλμπουμ μόνο για πιάνο (Johansson) και κοντραμπάσο (Georg Riedel), που ξεκίνησε να ηχογραφείται τον Φεβρουάριο του 1962, για να ολοκληρωθεί τον Μάιο του ’64, υπήρξε όχι απλώς εντυπωσιακό, αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της jazz στη Σουηδία. Κομμάτια όπως το “Visa fran Utanmyra” ή το “Visa fran Rattvik” αποτέλεσαν ακλόνητα στάνταρντ μέσα στα χρόνια, αναδεικνύοντας το “Jazz pa Svenska” ως το πιο εμπορικό (σουηδικό) jazz άλμπουμ όλων των εποχών. Ο Johansson, που έφυγε νωρίς από τη ζωή (στα 37 του) ύστερα από αυτοκινητικό δυστύχημα, έπαιξε πιάνο για τον Stan Getz με τον οποίον και ηχογράφησε (προσφάτως κυκλοφόρησε σε ετικέτα Riverside το CD “Stan Getz at Nalen/ with Jan Johnasson/ Live in the Swedish Harlem”, που περιλαμβάνει εγγραφές από το 1959), ενώ υπήρξε ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους (αν όχι ο πρώτος), που κλήθηκαν από τον Norman Granz στις περιοδείες και τα κονσέρτα Jazz at the Philharmonic του 1959 (πάντα ως μέλος του Stan Getz Quartet). Προσφάτως (2011), η ACT Music, τιμώντας τον σημαίνοντα μουσικό, κυκλοφόρησε το άλμπουμ In Hamburg, το οποίον περιλαμβάνει ποικίλες ηχογραφήσεις των ετών 1965-68 (υπάρχει και μία μεταθανάτια, του 1973), που συνέβησαν στο Αμβούργο, τη βοηθεία (κάποιες φορές) της NDR-Studioband και των NDR Jazzworkshops· δηλαδή της στούντιο μπάντας και των jazz εργαστηρίων της Norddeutscher Rundfunk (Ραδιοφωνία της Βορείου Γερμανίας). Με τον Georg Riedel (κι εδώ) ως βασικό συνεργάτη, αλλά και με τις παρουσίες ανά track, των Bengt-Arne Wallin, Eje Thelin, Arne Domnerus, Jan Allan, Lennart Aberg, Rune Gustafsson, Egil Johansen κ.ά., της αφρόκρεμας δηλαδή των παικτών της σουηδικής σκηνής της εποχής, το “In Hamburg” δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από ένα πανόραμα της swedish jazz των sixties. Από τα δεκατρία θέματα του CD, ας το πω από την αρχή, τα έξι είναι σουηδικά παραδοσιακά, τα τέσσερα συνθέσεις του Johansson, δύο είναι στάνταρντ (το “Nature boy” του Eden Ahbez, το “Yesterdays” του Jerome Kern), ενώ ένα είναι σύνθεση του Riedel. Ξεκινώντας από τα πρώτα (τα παραδοσιακά) εκείνο που διακρίνεται αμέσως είναι η κυριαρχία του υλικού από το “Jazz pa Svenska”· μάλιστα, στην πλειονότητά τους, οι συνθέσεις αυτές αποδίδονται μόνον από τους Johansson και Riedel, όπως ακριβώς και στον συγκεκριμένο δίσκο. Τι να πει κανείς γι’ αυτά τα θέματα; Είναι, απλώς, ανεπανάληπτα. Το “Visa fran Utanmyra”, το “Emigrantvisa”, το “Visa fran Rattvik” αφήνουν μία μαγική μελαγχολία, ένα αίσθημα βαθέως ποιητικού ρομαντισμού, όχι πολύ διαφορετικό (στη βάση του) εκείνου που άφηνε την ίδιαν εποχή, με τις ανάλογες κινήσεις, ο Krzysztof Komeda στην Πολωνία, ο Vagif Mustafazadeh στην π. Σοβιετική Ένωση, αν θέλετε ακόμη-ακόμη και ο Γάλλος Jacques Loussier (λίγο νωρίτερα), με τη δική του εργασία πάνω στον Bach. Από τα στάνταρντ, το “Nature boy” είναι, με μία λέξη, μοναδικό. Η NDR-Studioband ζωγραφίζει είτε στο background, είτε μπροστά συμπλέοντας στη γνωστή μελωδία με τον πιανίστα, ενώ το φλάουτο του Claes Rosendahl είναι εκείνο που προσφέρει στο κομμάτι τα απαραίτητα φυσικά vibes. Από τις προσωπικές, τώρα, συνθέσεις του Johansson εκείνο το οποίον αναγιγνώσκεται αμέσως είναι η μελωδική ευχέρειά του, αλλά και η ικανότητά του να συνδυάζει romance και cinematic ατμόσφαιρες, με την πρωτοπορία της εποχής· το κομμάτι “3,2,1 - go!”, είναι απολύτως χαρακτηριστικό της δικής του μοναδικής γραφής. Το άλμπουμ θα κλείσει με μία σύνθεση ηχογραφημένη το 1973 από τους Arne Domnerus σαξόφωνο, κλαρινέτο, Rune Gustafsson κιθάρα και Georg Riedel μπάσο, που δεν είναι άλλη από το θέμα που ετοίμασε ο Johansson, λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή, για το πρώτο επεισόδιο της σουηδικής τηλεοπτικής σειράς Pippi Långstrump (1969)· τη γνωστή και στην Ελλάδα ως Πίπη η Φακιδομύτη (βασικός χαρακτήρας παιδικών βιβλίων της Astrid Lindgren). Ένα παγκοσμίως γνωστό παιδικό τραγούδι ενός μεγάλου jazzman, εδώ (στο CD εννοώ), σε μία εκτέλεση για γονείς. Ή για θείους…
Πρόκειται για κυκλοφορία αρχείου. Οι Moot Point προέρχονταν από τη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκαν το 1984, κατορθώνοντας να μείνουν μαζί περίπου μια δεκαετία, ηχογραφώντας μόνο κασέτες. Από μια τέτοια κασέτα τους γνώρισα κι εγώ, που είχε μοιραστεί με το πρώτο τεύχος του fanzin Rollin’ Under (1986) κι είχε τίτλο Give Bees a Chance (μαζί και οι X-Rays Eyes, New Rose, International Comedy, Mushrooms, Life in Cage, Never Ending Story, Σταύρος Λιόντος – την ξανάκουσα επί τη ευκαιρία και τη βρήκα μπουκωμένη, αλλά θα τη διορθώσω). Εκεί ανθολογούνταν δύο κομμάτια των Moot Point (Βασίλης Μέλφος κιθάρα, φωνητικά, Λία Γιόκα πλήκτρα, φωνητικά, Αγαμέμνων Μάρδας μπάσο, Γιώργος Καλογεράκης τύμπανα), τα «Έναρξη το Σεπτέμβριο» και «Ποντικοφάρμακο», τα οποία βεβαίως ακούγονται και στο παρόν LP (240 αντίτυπα) που αποτελεί μια συνεργασία της Wipe-out Records με την B-Otherside Records. Κατά βάση, το υλικό του βινυλίου είναι μία προσαρμογή της κασέτας Gonna Blast! Ya Fulla Lead, που περιείχε 22 κομμάτια (εδώ ακούγονται τα 17) και η οποία είχε πρωτοβγεί τον Απρίλιο του ’86· έπιανε δε τους Moot Point στο ακρότατο τής punky προβληματικής τους. Αν υπάρχει κάτι που να χαρακτηρίζει την μπάντα, διαφοροποιώντας την από άλλες του καιρού της, είναι ο ελληνικός στίχος μέσω του οποίου θίγονται ποικίλα κοινωνικά ζητήματα, κάποτε, μάλιστα, με ευτράπελο τρόπο – «πάλι μ’ έστησε η γκόμενά μου/ κι ας λέει πως αυτή με γουστάρει/ μόλις έσπασα και τα γυαλιά μου/ όταν τράκαρα σ’ ένα φανάρι/ καθώς κοιτούσα τις κλούβες», και αλλού «μου είπαν στις ειδήσεις πως θα γίνει έκλειψη ηλίου/ πήγα κι αγόρασα γυαλιά για να τη δω/ ξυπνάω ξημερώματα τη φάση να μη χάσω/ περιμένω ανυπόμονα να πάει μεσημέρι/ η ώρα είναι ακόμα έξι παρά δέκα/ η ζέστη είν’ αφόρητη σαν να ’ναι καλοκαίρι». Από την άλλη μεριά, ο ήχος, άγριος και ακατέργαστος (όπως και τα φωνητικά εξάλλου), παρέχει στους Moot Point όλα εκείνα τα πρωτογενή χαρακτηριστικά που συναντώνται στα εν τω γεννάσθαι συγκροτήματα, και τα οποία (χαρακτηριστικά) πιθανώς να τονίζονταν (καλλιτεχνικώς) ακόμη περισσότερο αν η πρώτη-πρώτη εγγραφή ήταν πιο επαγγελματική. Η άλλη άποψη βεβαίως, υποστηρίζει πως μέσα από μία τέτοια ερασιτεχνική, κάνε το για σένα καταγραφή, εκείνο το οποίον διασώζεται τελικώς είναι κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Η αυθεντικότητα, η ορμή κι η τραχύτητα μιας νεανικής μπάντας, ένα κομμάτι ιστορίας εν προκειμένω, που δεν υπήρξε προϊόν και που δεν χρωστούσε, εν τέλει, σε κανέναν. Τα είπαν, έφυγαν… Επαφή: www.wipeout.gr, www.b-otherside.gr
Ο Γιώργος Νταλάρας αντιπροσωπεύει για ένα τμήμα του κόσμου (μικρό, μεγάλο, ή ακόμη πιο μεγάλο – δεν είμαι σε θέση να το μετρήσω) συστατικό στοιχείο τής κυρίαρχης κατάστασης· εκείνης που μας έφερε εδώ που μας έφερε τα τελευταία 38 χρόνια. Το βίντεο από το Ίλιον μάς θυμίζει κάτι από την πανωλεθρία των πολιτικών στην προηγούμενη παρέλαση (της 28ης Οκτωβρίου). Η ελεύθερη κάθοδος στο πλήθος είναι πλέον πρόβλημα για όλους εκείνους που συναγελάστηκαν με τα υψηλά κλιμάκια, ή άσκησαν τη δική τους εξουσία (ο καθείς από το χώρο του). Η μπάλα φαίνεται πως έχει σαρώσει τους πάντες· όσο κι αν κάτι τέτοιο οφείλει να μας προβληματίζει. Δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε καταστάσεις από τις οποίες δεν είμαι σίγουρος ότι θα προκύψει κάτι, που θα πάει τα πράγματα μπροστά. Το χάος δεν μπορεί να είναι η λύση.
Προσωπικώς, είμαι οργισμένος με πολλά (όπως όλοι μας), αλλά, στην ηλικία και στη φάση που είμαι, δεν θα πέταγα ούτε μπαμπάκι προς κάποιον που με έβλαψε (εντός ή εκτός εισαγωγικών). Τούτο, όμως, δε σημαίνει πως μπορώ να κατηγορήσω a priori και ελαφρά τη καρδία όποιον σκέπτεται και δρα διαφορετικά από εμένα. Δεν βιώνουμε όλοι με την ίδιαν ένταση τις συνέπειες της διάλυσης των πάντων. Τι να πεις σε κάποιον που είναι άνεργος 2-3 χρόνια, που μένει στο νοίκι, που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών του, και που μπορεί να αντιμετωπίζει κι ένα πρόβλημα υγείας; (Ο συνδυασμός, δυστυχώς, δεν προέρχεται από ταινία με τον Ξανθόπουλο και τον Βασιλάκη Καΐλα – είναι υπαρκτός). Λέω, προσωπικώς, πως οφείλουμε να παλέψουμε με έλλογα μέσα (έρχονται κι εκλογές) μπας κι αλλάξει κάτι, πως οφείλουμε να εξαντλήσουμε όσα περιθώρια ψυχραιμίας μάς έχουν απομείνει πριν οδηγηθούμε (δηλαδή μας οδηγήσουν) σε ανεπανόρθωτους ολοκληρωτισμούς. Παρά ταύτα δεν μπορώ να πείσω κανέναν για την αναγκαιότητα της δικής μου άποψης.
Η μεταπολιτευτική εξουσία είναι αλήθεια πως εξέθρεψε χίμαιρες. Κάποιοι ανέβηκαν ψηλά, πολύ ψηλά, με ξένα δεκανίκια. Η εξουσία γιγαντώθηκε, ενώ και πολλοί από τους εξουσιαζόμενους έγλειψαν (κι αυτοί) το… κοκκαλάκι τους γλιστρώντας προς τα πάνω. Χάθηκαν το μέτρο κι η σεμνότητα και αντικαταστάθηκαν από τη θρασύτητα και τον ψευτο-τσαμπουκά της «επιτυχίας». Τώρα που τα παραμύθια τελείωσαν η πτώση θα είναι οδυνηρή. Για όλους. Και για ’κείνους που άσκησαν την εξουσία και που θα τραβήξουν, εν πάση περιπτώσει, για άλλες πολιτείες, και για τους εξουσιαζόμενους (πολλοί εκ των οποίων θα βράσουν στο ζουμί τους). Εξηγήσεις θα επιχειρηθεί (και επιχειρείται) να δοθούν. Φοβάμαι όμως πως καμμία εξήγηση δεν θα είναι αρκετή για να καλμάρει τον εξαπατημένο.
Τo progressive rock –η μετεξέλιξη κατ’ ουσίαν του βρετανικού ψυχεδελικού ήχου των 60s–, ως είδος μουσικό απασχόλησε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, εκατοντάδες μουσικούς και συγκροτήματα σχεδόν σε κάθε γωνιά του κόσμου και βεβαίως στην Ελλάδα. Εκεί, στην πρώτη εποχή, ως progressive rock (στο επίπεδο των εκδόσεων) θα μπορούσε να χαρακτηριστούν τα άλμπουμ «Απέραντα Χωράφια» [Polydor, 1972] του Κώστα Τουρνά, ο «Ακρίτας» [Polydor, 1973], άντε και το «Σε Άλλους Κόσμους» [Columbia, 1976] του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη και βεβαίως μερικά ακόμη long-play Ελλήνων που βγήκαν στο εξωτερικό όπως το “666” [Vertigo, 1972] των Aphrodite’s Child, το “Axis” [Riviera, 1973] των Axis, το “Earth” [Vertigo, 1973] του Βαγγέλη Παπαθανασίου… Μία δεύτερη ομάδα ελληνικών progressive συγκροτημάτων βρίσκει τον τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία της στα τέλη της δεκαετίας (του ’70) με βασικούς εκπροσώπους τους Apocalypsis, τους Pete and Royce, τους P.L.J Band, τους Nemesis, άντε και τους Schmetterling ή και κάποιους ακόμη (δεν κάνω προσκλητήριο). Το κύριο χαρακτηριστικό εκείνης της ομάδας των γκρουπ, που τα διαφοροποιεί από τα προηγούμενα, είναι πως απετέλεσαν σκηνή. Εμφανίζονταν δηλαδή στους ίδιους χώρους, συμμετείχαν σε κοινά live, δισκογραφούσαν ταυτοχρόνως, έγραφαν γι’ αυτούς τα έντυπα την ίδιαν εποχή, απασχολούσαν σε συζητήσεις μια μερίδα μουσικόφιλων. Διαμορφώθηκαν, έτσι, δύο τάσεις. Η μία ήταν η… απαξιωτική. Κάποιοι δε γινόταν να χωνέψουν πώς ήταν δυνατόν την εποχή των Damned, των Stranglers και των Talking Heads να υπάρχουν ακροατές που να τη βρίσκουν με τις μουσικές των Camel, των Genesis και των Pink Floyd. Η αλήθεια είναι πως η έλλειψη progressive ακουσμάτων στα early seventies (παρότι κάποια άλμπουμ, όπως ας πούμε το “Thick as a Brick” των Jethro Tull, κυκλοφορούσαν εγκαίρως σε ελληνικές εκτυπώσεις), η μη ύπαρξη αναλόγων συναυλιών και βεβαίως η απουσία, ή, εν πάση περιπτώσει, η πενιχρότητα του σχετικού πληροφοριακού υλικού, δημιούργησαν ένα handicap, που δύσκολα θα καλυπτόταν, έτσι κι αλλιώς, τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Όταν άρχισε να σκάνε, όμως, στην πορεία οι πρώτοι δίσκοι ελληνικής κοπής των Camel, των Van der Graaf Generator, των Genesis –μήπως και των King Crimson και των Yes;– , αλλά και των πιο πίσω ονομάτων (των Greenslade, των Nektar, των East of Eden, ακόμη και των Amon Düül II ή των Caravan) που ήταν φθηνότεροι από τους εισαγωγής και εντοπίζονταν πιο εύκολα (ακόμη και στα περιφερειακά δισκάδικα), το πράγμα άρχιζε να ισορροπεί –βοηθούσε και το γεγονός πως άρθρα για το progressive rock δημοσιεύονταν και στα τρία κύρια περιοδικά της εποχής, τον Ήχο, τη Μουσική και το Ποπ & Ροκ–, παρά την όποια διαφορά φάσης. Κάποιοι, λοιπόν, δεν το συγχώρησαν ποτέ αυτό στην prog σκηνή τής περιόδου –την καθυστέρηση, δηλαδή, στην αφομοίωση των παλαιών επιρροών–, ενώ άλλοι στήριξαν κι έδωσαν χώρο στα συγκεκριμένα σχήματα προκειμένου να αναπτυχθούν πηγαίνοντας παρακάτω. Ορισμένα, είναι αλήθεια, πως τα κατάφεραν. Έδωσαν ξεχωριστά live, ηχογράφησαν αξιοπρεπείς δίσκους (ως μουσικοί, εξάλλου, τα μέλη εκείνων των γκρουπ δεν ήταν καθόλου αμελητέοι– απεναντίας), απασχόλησαν τα σχετικά media… Να τι έγραφε φερ’ ειπείν για τους Pete and Royce και το “Suffering of Tomorrow” ο Γιώργος Τζώρτζης στη Μουσική (τεύχος 32, Ιούλιος ’80): «Πρόκειται για μια προσπάθεια που αξίζει πολλά συγχαρητήρια.(…) Οι μουσικοί κινούνται μέσα σ’ ένα κλίμα τεχνο-ροκ, όπως επικράτησε να λέγεται εκείνη η μουσική άποψη που χαρακτηρίστηκε έντονα από συγκροτήματα σαν τους Genesis, τους Floyd, τους Yes κ.ά. Όλες οι συνθέσεις στέκονται σε υψηλό επίπεδο και είναι ολοφάνερος ο αέρας της άνεσης στην απόδοση των κομματιών.(…) Αν η ηχοληψία και η παραγωγή ήταν λίγο περισσότερο προσεγμένη, σίγουρα θα είχαμε στη δισκοθήκη μας ένα πολύ αξιόλογο δίσκο». Και ο Στάθης Παπούλιας (ο... γνωστός τηλεσχολιαστής) για το “Days of Destruction”, το δεύτερο δίσκο της μπάντας, και πάλι από τη Μουσική (τεύχος 44, Ιούλιος ’81): «Το γκρουπ έχει σημαντικές ελλείψεις(…). Οι συνθέσεις κάπου κολλάνε(…). Πάντως θα πρέπει να παρατηρήσω ότι τα ακουστικά μέρη είναι πολύ καλά και σηκώνουν τον υπόλοιπο δίσκο.(…) Οι Pete and Royce παίζουν μουσική της περασμένης δεκαετίας, αλλά με αγάπη και μεράκι γι’ αυτό που κάνουν. Κι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να βοηθάμε τα δικά μας συγκροτήματα να σταθούν στα πόδια τους παρά τα ξένα που διαθέτουν άπειρα μέσα και δεν παίζουν ουσιαστικά τίποτα πιο ενδιαφέρον». Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν οι Pete and Royce είναι το θέμα μας, και αφορμή δεν είναι άλλη από την πρόσφατη επανέκδοση σε ωραίο limited CD (ασημένιο all paper gatefold cover, συν folded ένθετο) των δύο άλμπουμ τους από τη νεοσυσταθείσα ελβετική εταιρεία Musicbazz. Αν κάτι πρέπει να ειπωθεί από την αρχή, για τα άλμπουμ των Pete and Royce, είναι η μέτρια παραγωγή τους. Οι μικρές ανεξάρτητες εταιρείες, η Οκτώηχος του Νίκου Γεωργούση (έγραψα πριν λίγες μέρες http://is.gd/LOGpL4) και η Ocean, δίχως προφανώς την πείρα σχετικών ηχογραφημάτων, δεν αποτύπωσαν όπως θα άρμοζε τις μουσικές της μπάντας. Παρά ταύτα, η προσφορά της Musicbazz είναι δεδομένη, καθότι τα LP είναι δυσεύρετα και συνεπώς η επανακυκλοφορία εκπληρώνει ένα βασικό της στόχο. Το συγκρότημα είχε ως βάση του δύο μουσικούς με ταλέντο και ωραίες συνθετικές ιδέες. Ο κιθαρίστας Παναγιώτης Τσίρος και ο κιμπορντίστας Βασίλης Γκίνος (υπεύθυνοι για όλα τα κομμάτια και των δύο δίσκων) έχουν μελετήσει το prog/art rock των συγκροτημάτων που προαναφέραμε, μεταφέροντας με επιτυχία το πνεύμα τους στα δικά μας μέτρα. Οι συνθέσεις λοιπόν είναι το πρώτο βασικό ατού των Pete and Royce. Και γράφοντας κανείς για το “Suffering of Tomorrow” δεν μπορεί να μην ξεχωρίσει το εισαγωγικό Flickering light (θυμίζει italian prog σχήματα των seventies), το ανοιχτό μελωδικό It’s so unreal, το Time με τη… λιγωτική μελωδία και πενιά και βεβαίως τη σουίτα Years before. Προσπαθώ να φανταστώ αυτό το κομμάτι ηχογραφημένο σε στούντιο αιχμής και με βρετανό τραγουδιστή και το βλέπω να χτυπάει κορυφή. Με τη φαντασία θα μείνω. Αλλά και το επόμενο άλμπουμ, το xian “Days of Destruction”, δεν υπολείπεται αναγκαστικώς του “Suffering of Tomorrow” (όπως διαδιδόταν τότε). Απεναντίας, έχει να επιδείξει μία κάπως καλύτερη παραγωγή, όπως και την ίδιαν άνεση στο συνθετικό τομέα. Τα κομμάτια είναι πιο compact, δίχως όμως να παρουσιάζουν, πάντα, τη γλαφυρότητα εκείνων του προηγούμενου LP. Τα φωνητικά παραμένουν γενικώς αδύνατα, οι κιθάρες ακούγονται ενίοτε πιο μπροστά και πιο σκληρές, τα ακουστικά μέρη είναι όντως ξεχωριστά (όπως έλεγε και ο Παπούλιας το ’81), ενώ το φερώνυμο Days of destruction που κλείνει το άλμπουμ (και το CD) είναι, με διαφορά, το ωραιότερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ οι Pete and Royce. Η μελωδία είναι πανέμορφη, το break από το ημι-ακουστικό μέρος προς το πιο fully-electric είναι άψογο, ενώ το δεύτερο κουπλέ (“Believe me, now I wanna die/ there isn’t any reason for me to survive”) δείχνει το πώς ακριβώς μία απλή μελωδική γραμμή μπορεί να υψώσει ακόμη πιο πολύ ένα ούτως ή άλλως ωραίο τραγούδι. Επαφή: www.musicbazz.com
Δεν είχα υπ’ όψιν μου τον Θέμο Σκανδάμη, ή τουλάχιστον δεν θυμόμουν τ’ όνομά του, παρότι το 2008 είχε κυκλοφορήσει το πρώτο του CD (στο οποίο CD τρία κομμάτια απέδιδε η Μάρθα Φριντζήλα). Έτσι, κοιτάζοντας τον τίτλο του πρόσφατου άλμπουμ «Η Μάρθα Φριντζήλα Τραγουδά Θέμο Σκανδάμη» [Μικρός Ήρως, 2011] μου δημιουργήθηκε αυτομάτως η απορία: ποιος είναι εν πάση περιπτώσει αυτός ο Σκανδάμης και γιατί τέλος πάντων τον τραγουδά η Φριντζήλα; Για να μην αφήνω «μισά λόγια» και άκαιρα υπονοούμενα, λέω (με παρρησία) πως ο τίτλος του άλμπουμ δεν είναι σεμνός· κάτι που μπορεί, σε πρώτο χρόνο, να φανερώνει μια σιγουριά και μιαν τραγουδοποιητική αυτοπεποίθηση, αλλά σ’ ένα δεύτερο μάλλον κάνει κακό στον νεαρό τραγουδοποιό. Ο Σκανδάμης επιχειρεί να γράψει λαϊκά τραγούδια· τραγούδια με μπουζούκι, που δυνητικά να μπορεί να μπουν στο στόμα κάθε ανθρώπου. Δεν τα καταφέρνει, στο βαθμό που θα ήθελα ή θα έπρεπε. Τα τραγούδια του δεν είναι λιτά, είναι κάπως περισπούδαστα, και κυρίως δεν έχουν τις «πιασάρικες», με την καλή έννοια, μελωδίες – ό,τι απαιτείται δηλαδή, προκειμένου ένα τραγούδι ν’ αρχίσει να κατέρχεται στο πλήθος. Έχω τη γνώμη πως ο Σκανδάμης πρέπει ν’ ασχοληθεί με την μπαλάντα (και όχι αναγκαστικώς τη λαϊκή). Κάποια τραγούδια προς το τέλος του άλμπουμ του (τα Πόλεμος χαρακωμάτων, Προσευχή και Όνειρο), που δεν είναι με την ειδολογική έννοια αμιγώς λαϊκά, είναι εκείνα που φανερώνουν πληρέστερα και τις δυνατότητές του ως τραγουδοποιού. Η Μάρθα Φριντζήλα, για ακόμη μία φορά σ’ ένα άλμπουμ, φανερώνει ερμηνευτικό χαρακτήρα, κρίνοντας όμως από το «Όνειρο» (που το αποδίδει ο ίδιος ο συνθέτης-στιχουργός) λέω πως ο Σκανδάμης επιβεβαιώνει κάτι που μου πέρασε από το μυαλό, την ώρα που άκουγα τον «Πόλεμο χαρακωμάτων» (το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ). Μπορεί, άμεσα, ν’ αρχίσει να κατεβαίνει μόνος του στη γούβα που έσκαψε πρώτος ο Μάνος Λοΐζος, βαθαίνοντάς την στην πορεία ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Ορφέας Περίδης.
Η κατάσταση με τις soul και τις funk κυκλοφορίες από το παρελθόν θυμίζει την τρέλα με το garage-punk των sixties, στη δεκαετία του ’80. Συγκροτήματα που δεν είχαν κατορθώσει να ηχογραφήσουν άλμπουμ (ορισμένα δε ούτε επίσημο single), βλέπουν σήμερα τον κόπο τους να κάνει στράκες, να πρωταγωνιστεί στα ποικιλώνυμα DJ-sets, να απασχολεί συλλέκτες, compilers, εταιρίες και περιοδικά (δικτυακά ή κανονικά), να γίνεται, εν πάση περιπτώσει, ζήτημα. Αφορμή για το σχόλιο μού δίνει μία πρόσφατη (2010) κυκλοφορία της γερμανικής Tramp Records, η “The Story of The Soul Bros. Inc. 1968-1974”, η οποία ανθολογεί 17 κομμάτια των Τεξανών (από το Houston) Soul Brothers Inc., μιας… garage soul μπάντας που κατέγραψε τη δυναμική της σε μερικά δισκάκια στην επταετία ’68-’74. Από τα βάθη της αμερικανικής ανεξάρτητης soul σκηνής και από τους καταλόγους των εταιριών Bari (από το Detroit), Salem (κάπου στην Virginia, πιθανώς ή προφανώς από το Salem), Commonwealth United (από τη Νέα Υόρκη), Shandy, αλλά και της δικής τους S.B.I. (Soul Brothers Inc.) επιλέγουν οι άνθρωποι τής Tramp το σπάνιο υλικό τους (συλλέκτες έχουν ακουμπήσει έως και $3500 για ένα τέτοιο 45άρι!) προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ανέλπιστο άλμπουμ· ανέλπιστο υπό την έννοια πως οι Soul Brothers Inc. είναι ένα άψογο γκρουπ, ευρύτατου βεληνεκούς. Ενσωματώνοντας στον ήχο τους – μέσα σε αυτά τα χρόνια της δισκογραφικής τους διαδρομής – στοιχεία από το garage, τη soul (από την πιο νευρική, έως την smooth), το funk φυσικά, αγγίζοντας έως και τις παρυφές της disco, οι Τεξανοί μεγαλουργούν σε κομμάτια όπως το “Girl in the hot pants” σύνθεση του Henry Boatwright (λέμε τώρα) ενός μέλος του γκρουπ, ένα soul-ξυράφι, με βαθύ στοιχειώδες rhythm section και φωνητικά που σπαρταράνε, το “Put it on him” σε πιο Memphis style, τα “Soul train parts 1&2” και “Git it” με τη ξέχειλη Brown-ική σφραγίδα, αλλά και το “I don’t think we going back again”, μία πρωτόλεια καρέκλα, στο γνωστό mid-seventies ύφος (των L.T.G. Exchange ας πούμε). Ποιος, όμως, θα είναι εκείνος που θ’ αγνοήσει ακόμη και τον εισαγωγικό garage soul αδάμαντα “Slow motion”; Έλα ντε;
Από την Colonia του New Jersey, οι Six Feet Under είδαν να κυκλοφορούν, όσο βρίσκονταν εν ζωή, μόλις δύο 45άρια τους, τα “Inspiration in my head/ In retrospect” [Scepter, 1970] και “Fields/ Freedom” [Scepter, 1970]. Τώρα (πέρυσι), 41 χρόνια αργότερα δηλαδή, ξαναβλέπουν τα τραγούδια τους να γυρίζουν στο βινύλιο (είχαν γυρίσει νωρίτερα και σε CD), αυτή τη φορά μέσω μιας συλλογής της Anazitisi Records. Το άλμπουμ Inspiration In my Head περιλαμβάνει τα τρία tracks των singles, το τέταρτο (“Fields”) σε εναλλακτική μορφή, καθώς και έξι ανέκδοτα στον καιρό τους. Το συγκρότημα αποτελούμενο από την τραγουδίστρια Nanette DeLaune και τους Jerry Dobb πλήκτρα, φωνητικά (ο βασικός συνθέτης), Scott Julian κιθάρες, Duane Ulgherait μπάσο και Jay Crystal ντραμς αναπτύσσει τη δική του garage-psych δυναμική, η οποία δεν εξαντλείται στα τετριμμένα. Απεναντίας. Με ήχο διαυγή, άψογα παιξίματα, λυσεργική συνείδηση, ενίοτε προοδευτικούς (αντιπολεμικούς) στίχους και με αναφορές (δια στόματος Jerry Dobb) σαφείς και καθαρές (Strawberry Alarm Clock, The Youngbloods, Iron Butterfly, The Doors…), οι Six Feet Under είναι ένα συγκρότημα το οποίο –όταν το ακούσεις– δεν γίνεται να το αγνοήσεις. Το “What would you do?” (και στις δύο εκδοχές του), το “Baby, I want to love you” (ίσως το ωραιότερο κομμάτι του άλμπουμ, ένα psych κάπως blues, με πατημένα φωνητικά, trippy όργανο, στιβαρές μπασογραμμές, βαριές κιθάρες και drum breaks), το στακάτο “Freedom”, το εντελώς… San Francisco “Running around in the sun” (στο ύφος των Mystery Trend, με πολύ ωραίο μελωδικό σόλο στο όργανο από τον Jerry Dobb). Πεντακόσιες κόπιες, 4σελιδο ένθετο, 180 γραμμάρια βινύλιο. Επαφή: www.anazitisirecords.com
Ολίγα βιογραφικά είναι απαραίτητα. Το Trio Tekke δημιουργήθηκε στο Λονδίνο το 2005 από τους Κυπρίους Αντώνη Αντωνίου τζουρά, Λευτέρη Μουμτζή κιθάρα, καθώς και τον κοντραμπασίστα Colin Somervell. Σπίθα για τη δημιουργία του γκρουπ υπήρξε η αγάπη τους για το ρεμπέτικο τραγούδι. Τo 2009 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο «Τα Ρεγγέτικα»… ενώ, στο ίδιο πάντα πλάνο συνεχίζουν και με το δεύτερο άλμπουμ τους, το «Σαμάς» [Ιδιωτική Έκδοση], που είναι κυκλοφορία του ’11. Πριν πάω παρακάτω ας σημειώσω πως ο Λευτέρης Μουμτζής είναι ο J. Kriste/Master of Disguise, το folk-pagan άλμπουμ του οποίου “Girls, Ghosts and Gods” [Puzzlemusik, 2009] καταγράφηκε, οπωσδήποτε, ως μιαν ευχάριστη έκπληξη (στο ίδιο άλμπουμ συμμετείχε και ο κοντραμπασίστας Somervell) και πως υπάρχει εν τέλει μία ευρύτερη κυπριακή παρέα, που θέλει να προτείνει καινούρια πράγματα. Τώρα, θα πει κάποιος «τι καινούρια πράγματα μας λες», όταν οι Trio Tekke διασκευάζουν Σπύρο Περιστέρη, Σπύρο Ολλανδέζο, Απόστολο Χατζηχρήστο και Γιώργο Μπάτη, αναπαράγοντας ένα ρεμπέτικο ή περί το ρεμπέτικο κλίμα; Και όμως, εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Το να μπορείς, δηλαδή, ν’ ακούγεσαι σημερινός μ’ ένα ρεπερτόριο… 80ετίας. Αφήνω δε το γεγονός πως ό,τι ακούμε στο «Σαμάς» δεν είναι αποκλειστικώς versions (τέσσερις), αλλά κυρίως πρωτότυπα κομμάτια (οκτώ). Σ’ αυτά λοιπόν τα πρωτότυπα κομμάτια ανιχνεύεται η ιδιαίτερη απόχρωση του γκρουπ, που συνίσταται στην οριοθέτηση ενός περιπαικτικού, παρεΐστικου και διασκεδαστικού κλίματος, ανακατεύοντας στη διαδρομή acoustic blues, dwag, western swing ακόμη και ηλεκτρακουστικά μουσικά στοιχεία. Το τι ακριβώς εννοώ υπάρχει ως αίσθηση παντού, αλλά κυρίως στα δύο “InDa”, στο μέσον και στο τέλος του άλμπουμ.# Λουβάνα είναι μία παραδοσιακή κυπριακή σούπα… είναι όμως και μία δισκογραφική εταιρεία, που πήρε εμπρός το Μάρτιο του 2007 στο Λονδίνο, από τον Μουμτζή, τον οποίον θυμόμαστε ακόμη από την παρουσία του σε άλμπουμ τρίτων (π.χ. στο “Meadow Rituals” των Lüüp). Το γενικό συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για έναν δημιουργικό μουσικό, που χειρίζεται ποικίλα όργανα (κιθάρες, πλήκτρα, πνευστά), παντρεύοντας με το δικό του τρόπο ετερόκλητα ηχοχρώματα. Ένα ακόμη πιο πρόσφατο εγχείρημα του Μουμτζή ακούει στο όνομα Stelafi, ένα ελεύθερο τρίο, που κυκλοφόρησε προσφάτως το πρώτο του άλμπουμ· έχει τίτλο «Ο σιδεροκόφτης» και αποτελεί την τρίτη κυκλοφορία τής Λουβάνα Δίσκοι, η έδρα της οποίας βρίσκεται πλέον στη Λευκωσία. Οι Stelafi, βασικά, είναι τρεις, η Στέλα Φυρογένη φωνή, στίχοι, μελωδίες, ο Ανδρέας Τραχωνίτης κρουστά, φωνές, programming και ο Λευτέρης Μουμτζής κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, κρουστά, μελώδικα, μπουζούκι, recorder, ντραμς, programming, samples, στίχοι και συνθέσεις. Μέσα στα σχεδόν 34 λεπτά που διαρκεί το CD οι Stelafi δεν καθιστούν μόνο σαφή την προβληματική τους, τη σχετική με τη δική τους μείξη των ειδών, καταθέτουν κιόλας μία πολλάκις ενδιαφέρουσα πρόταση, γύρω από το πώς ένα ελληνόφωνο τραγούδι μπορεί να βαδίσει παραλλήλως με τα σύγχρονα ή τα λιγότερο σύγχρονα electro-ρεύματα, τις avant περιπλοκές, το έντεχνο παρελθόν, το rock φυσικά, ακόμη και την bossa nova, δίχως να χάνει την αμεσότητά του. Καθότι υπάρχουν και αγγλόφωνα τραγούδια στο «σιδεροκόφτη», που λειτουργούν όμως με την ίδια λογική· τελικώς, η γλώσσα δεν είναι το πρόβλημα. Τρεις μουσικοί λοιπόν, που χειρίζονται ένα κάρο όργανα, αλλά και άλλοι δέκα(!), που χειρίζονται άλλα… δύο κάρα (ανάμεσά τους ο Φώτης Σιώτας βιολί, βιόλα, ο James Adams και η Ρεβέκκα Κατσαρή τρομπόνια, ο Κώστας Παντέλης ηλεκτρική κιθάρα…) και κυρίως ένα περιπετειώδες άκουσμα, που πιάνει κορυφή με την «Ευκολία» (μίαν αίσθηση Λένας Πλάτωνος των 80s προς το πιο ροκίζον, με τα ίδια, ή μάλλον με τα ανάλογα, υπόγεια μελωδήματα), την bossa «Για χάρη σου» (όσο πιο περιοριστική, τόσο πιο κοντά στην ουσία της), το ακατάτακτο ή εν πάση περιπτώσει… κατά τόπους ψυχεδελικό “Seven flat-headed bubbles” (το ακούμε πιο κάτω), τον εντελώς πλατωνικό «Σιδεροκόφτη», το desert rock “Lizard dance”… Το μέλλον τούς ανήκει (ντεμοντέ ως φράση, αλλά καλή για κλείσιμο).# Μία τελείως διαφορετική περίπτωση είναι εκείνη των Isaac’s Cello και του“Here’s Your Ears”(2011), της δεύτερης, βάσει κωδικών, κυκλοφορίας της Λουβάνα Δίσκοι· «διαφορετική» παρότι συμμετέχουν εδώ ως guests ο Μουμτζής (moog, πλήκτρα) με τον Τραχωνίτη (κρουστά), οι οποίοι έχουν επιμεληθεί και την παραγωγή. Τρεις είναι και οι Isaac’s Cello –Zeyn Mroueh φωνή, κιθάρες, μπάσο, Jacob Papageorgiou κιθάρα, μπάσο, stylophone, Liam Iacovou ντραμς–, ο ήχος τους όμως είναι διαφορετικός. Το συγκρότημα κινείται σ’ ένα ύφος heavy rock με progressive χαρακτηριστικά (με hard, αλλά κα με μελωδικά στοιχεία στις συνθέσεις του), που ξεκινά από την αγάπη του για τον Hendrix και τους Led Zeppelin (“Catching a rhino”) και καταλήγει στην αγάπη του για τους Radiohead. Φυσικά υπάρχουν και ενδιάμεσες αγάπες, οι οποίες φιλτράρουν, αλλοιώνουν και προσανατολίζουν τον ήχο των Isaac’s Cello προς την κατεύθυνση του προσωπικού – ένα, κάποιες φορές στα όρια του stoner, rock σύγχρονο και… παραδοσιακό στον ίδιο βαθμό, που αποδίδεται με γνώση και με δύναμη συναισθηματική. Τα 51 λεπτά τού “Here’s Your Ears” ρέουν με τη χαρακτηριστικότατη των ανέσεων, με όλες τις παραμέτρους (συνθέσεις, στίχοι, ερμηνείες, «βοήθειες»), να λειτουργούν στην εντέλεια. Ακούγοντας π.χ. το φερώνυμο track (στο τέλος, σε clip από το YouTube) δυσκολεύομαι να φανταστώ πώς θα μπορούσε να ηχεί καλύτερα ένα rock (εδώ και με στοιχεία ηλεκτρονικά) τραγούδι του σήμερα. Πιθανώς η απάντηση να βρίσκεται στο έσχατο κομμάτι, το “Outro” –εκεί όπου το abstract περιβάλλον είναι μεν εμφανέστερο, αν και το ίδιο λειτουργικώς– αλλά ας μην το παρατραβήξω και φανώ υπερβολικός. Επαφή: www.louvana.com.cy
Το όνομα του Lev (ή Λεβ), του πιανίστα Lev και της ορχήστρας του, το είχα πρωτακούσει από τον πατέρα μου, που ήταν φίλος του bel canto και γνώριζε ακόμη και τους πιο σκιώδεις έλληνες τραγουδιστές του στυλ, όπως τον Σώτο Σιδηρόπουλο ή τον Γιώργο Λουκά. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά θυμάμαι πως μου είχε μιλήσει για έναν λευκοντυμένο πιανίστα, με τεράστιο όνομα στα χρόνια του ’50. Το όνομα του Lev το άκουσα κι άλλες φορές στην πορεία, κάποια στιγμή έφθασαν και τραγούδια του στ’ αυτιά μου, ενώ τα πιο πρόσφατα χρόνια μου είχαν μιλήσει γι’ αυτόν ο Γεράσιμος Λαβράνος και ο Γιώργος Κοντραφούρης. Ο πρώτος μου είχε πει: «Το 1954 υπηρετούσα σε μια Βάση που υπήρχε τότε στο Φάληρο. Επειδή όσοι ασχολούμασταν με τη μουσική είχαμε κάποια ‘ειδική μεταχείριση’ βγαίναμε έξω πιο συχνά και κάποια βράδυα βρέθηκα να παίζω πιάνο στον Φλοίσβο. Απέναντι από τη Βάση ήταν ο Ιππόδρομος κι εκεί υπήρχε ένα μαγαζί στο οποίο έπαιζε ο Λεβ, ένας πολύ καλός λευκορώσος πιανίστας. Όταν ο αέρας φύσαγε κατά τη μεριά της Βάσης οι ήχοι του Λεβ ‘πέρναγαν τα σύρματα’». Ο Κοντραφούρης δεν είχε προλάβει βεβαίως να γνωρίσει τον Lev (ο Λευκορώσος είχε πεθάνει από το 1968), αλλά είχαν φθάσει στ’ αυτιά του τα κατορθώματά του: «Ξέρω για αρκετούς εκείνη την εποχή που βάδιζαν στο δικό τους δρόμο – κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Λεβ, ένας πιανίστας που έκανε, τότε, πρωτότυπα πράγματα. Δεν ξέρω αν υπάρχει τίποτα δικό του ηχογραφημένο».«Υπάρχουν κάποια πράγματα» του είχα απαντήσει, «αλλά κι εγώ δεν ξέρω αν διασώθηκε κάτι από ’κείνη τη σπουδαία, όπως λένε, ορχήστρα του με Λέανδρο Κοκκόρη, Κώστα Σεϊτανίδη, Ίωνα Αλεξιάδη κ.ά.», συμπλήρωνα… Την προπερασμένη Κυριακή στο παζάρι, στο Θησείο, ανακάλυψα ένα δισκάκι του Lev το οποίον αγνοούσα. Δεν μου είχε μιλήσει ποτέ κανένας γι’ αυτό, ούτε είχα διαβάσει κάπου κάτι. Γενικώς, αγνοώ την περισσότερο τζαζ δισκογραφία αυτού του μουσικού κι αν εξαιρέσεις την παρουσία του (Lev Orchestra) στο soundtrack της ταινίας τού Jiří Sequens Επιτάφιος για Εχθρούς και Φίλους [Lyra LE 2042, 1966] με τρία κομμάτια (Blues, Time for dance, Theme from the film) δεν είχα υπ’ όψιν μου κάτι άλλο. Το 45άρι είναι αρκετά παλαιό –κατά πάσα πιθανότητα από το 1961 ή και το ’60– ανήκει στην «332» σειρά της Philips, με το “Minigroove” στην ετικέτα, και περιέχει τα κομμάτια “Nights of Moscow/ Lola Lolita” [Philips 332 030 PF]. Και τα δύο κομμάτια υπογράφονται από τους Lev and his Orchestra.Παρένθεση. Το ελληνικό όνομα του Lev, βάσει των στοιχείων του Λεξικού της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου, ήταν Λέων Κανακάκης, και με την επωνυμία Ορχήστρα Lev-Kanakakis εμφανιζόταν σε κέντρα των Αθηνών εκείνη την εποχή (fifties-early sixties). Το “Kanakakis” αναφερόταν στον βιολιστή Γιάννη Κανακάκη, που, λογικώς, ήταν συγγενής του (αδελφός;). Άλλα μέλη της Ορχήστρας ήταν ο Λέανδρος Κοκκόρης ακορντεόν, πιάνο (η Ορχήστρα είχε δύο πιανίστες δηλαδή), ο Κώστας Σεϊτανίδης κοντραμπάσο, ο Ανδρέας Δεληγιαννάκης κρουστά, ο Κώστας Κοκκιναράς σαξόφωνο, ο Ίων Αλεξιάδης κιθάρα (πατέρας του γνωστού πιανίστα τής improv-jazz Μηνά Αλεξιάδη). Ο Καλογερόπουλος γράφει επίσης πως στα χρόνια του ’60 σαξοφωνίστας στην μπάντα τού Lev ήταν ο Χριστόφορος Ρίμπας, που αργότερα εμφανίστηκε με τους Jaguars, τους Sounds κ.ά. Κλείνει η παρένθεση. Οι Lev and his Orchestra το καλοκαίρι του 1960 στον Ιππόδρομο (θερινή Αθηναία). Από αριστερά, μπροστά (καθήμενοι): Κώστας Κοκκιναράς τενόρο, Λέανδρος Κοκκόρης ακορντεόν, Γιάννης Κανακάκης βιολί, Λεβ πιάνο. Από αριστερά πίσω (όρθιοι – αναφερόμαστε πάντα στους μουσικούς με τα λευκά σακάκια): Ίων Αλεξιάδης(;), Ανδρέας Δεληγιαννάκης κρουστά, Κώστας Σεϊτανίδης κοντραμπάσο. Η φωτογραφία προέρχεται από το ένθετο του άλμπουμ «Σχεδόν Απόγευμα» του Λεάνδρου Κοκκόρη. Το πρώτο από τα δύο τραγούδια, το “Nights of Moscow”, είναι το γνωστό… σοβιετικό άσμα (σύνθεση του Vasily Solovyov-Sedoi βασισμένη σε στίχους του Mikhail Matusovsky). Το τραγούδι διατηρεί όλα εκείνα τα folk ρωσικά χαρακτηριστικά του, με την ηλεκτρική κιθάρα ν’ συνοδεύει σε διπλόχορδο παίξιμο, τα chorus vocals να προσθέτουν σε… κοζακική exotica και την ερμηνεία του ίδιου του Lev (στη ρωσική φυσικά) να σπάει τα κοντέρ (ο άνθρωπος είχε και φωνάρα). Έτσι για την πληροφορία να πω πως το “Nights of Moscow” το τραγούδησαν λίγο αργότερα (με αγγλικούς στίχους) και οι Stylistes, στο 45άρι “The house of the rising sun/ Nights of Moscow” [RCA Victor 50g 4005, 1965]. Εκείνο όμως το track που σε στέλνει είναι το flip-side, το “Lola Lolita” ή “Ave Maria Lola” του Ισπανού (αλλά με όλη την καριέρα του να εξελίσσεται στην Κούβα) Sergio G. Siaba, μία ξεσηκωτική guaracha, με σπάνιας ομορφιάς σόλο από τον Lev στο πιάνο και ερμηνεία από τον Κώστα Σεϊτανίδη (μάλλον). (Στο δισκάκι διαβάζουμε “Vocal by KCSTA”, αντί για “Vocal by KOSTA”). Καταπληκτικό κομμάτι, κι ένα από τα ωραιότερα cuban-latin-jazz, που ηχογραφήθηκαν ποτέ στον τόπο μας.
Κιθαρίστας και συνθέτης (σήμερα στα 34 του) ο Scott DuBois έχει βρεθεί στη σκηνή με τον David Liebman (συμμετείχε στα άλμπουμ του “Monsoon” το 2004 και “Tempest” το 2006, αμφότερα για τη Soul Note) και ακόμη με τους Chris Potter, Andrew D’Angelo, Bob Mintzer, Tony Malaby κ.ά. Βραβευθείς σε διαγωνισμούς (Thelonious Monk Jazz Competition) και με τις ενθαρρυντικές κριτικές να τον συνοδεύουν από τότε που ξεκίνησε τη διαδρομή του, ο DuBois έχει τελευταίο άλμπουμ (2010) στην αμερικανική Sunnyside Communications που τον φέρνει και πάλι στο προσκήνιο. Έχοντας δίπλα του τον σαξοφωνίστα-μπάσο κλαρινετίστα Gebhard Ullmann (έχει παίξει-δισκογραφήσει με τους Paul Bley, Lee Konitz, Han Bennink, Alexander Von Schlippenbach, William Parker…), τον μπασίστα Thomas Morgan (από Paul Motian’s Band, Steve Coleman’s 5 Elements και John Abercrombie Quartet, με το οποίο κουαρτέτο έχει γράψει στην ECM) και τον δανό ντράμερ Kresten Osgood (εγγραφές με Sam Rivers, Paul Bley, Dr. Lonnie Smith…), ο DuBois, στο “Black Hawk Dance” παρουσιάζει μία σειρά επτά δικών του συνθέσεων (περί τα 54 λεπτά η διάρκεια) ποικίλων τεχνοτροπιών και ατμοσφαιρών. Αν και το εισαγωγικό κομμάτι “Black hawk dance” κατακρατεί κάποια ethnic στοιχεία, ανακαλώντας στη μνήμη μου τη σχετική jazz των Pachora φερ’ ειπείν, αν και το χαμηλό τόνων “Illinois procession rain” θα μπορούσε να θυμίζει την ιδιόμορφη jazz ενός άλλου λησμονημένου κιθαρίστα, του Amancio D’Silva, είναι τα από ’κει και πέραν κομμάτια (το “Dust celebration”, το “River life”, το “Souls” και ιδίως το “Louis Frederic”) που φέρνουν την μπάντα του Scott DuBois πλησίον και πολλές φορές εντός ενός ελεύθερου πεδίου, αυξάνοντας κατακορύφως το ακροαματικό ενδιαφέρον. Το νέο CD του Scott Dubois θα έχει τίτλο “Landscape Scripture” [Sunnyside] και θα κυκλοφορήσει την 13/3. Επαφή:www.scottdubois.com Οδηγώντας το μάτι σου, θέλοντας και μη, στα υπερτονισμένα ονόματα των βιολιστών Mark Feldman, Fritz Kreisler, Joe Venuti, Nigel Kennedy, Regina Carter, Michael Urbaniak και Didier Lockwood, έτσι όπως παρατίθενται σ’ ένα φεγιέ με κάποιες πληροφορίες γύρω από το έσχατο CD “Flight Mode” [Flying Blue Whale] του βρετανού βιολιστή Chris Garrick (γιός μιας μορφής της british jazz, του Michael Garrick), οπωσδήποτε παραξενεύεσαι. Τέτοια πληθώρα βιρτουόζων από την jazz και την κλασική τοποθετούν, αυτομάτως, πολύ ψηλά τον πήχυ, επηρεάζοντας (ας το πω), με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την επικείμενη ακρόαση. Περιμένεις (ας το ξαναπώ) κάτι το διαφορετικό, κάτι που να αιτολογεί π.χ. το… μεγάλο καλάθι, κι όχι απλώς ένα καλό άλμπουμ, με ενδιαφέρουσες versions (“It ain’t necessarily so” του G. Gershwin, “How insensitive” του A.C. Jobim), αλλά και με μιαν όντως ενδιαφέρουσα σύνθεση του υπογράφοντος, την 5μερή σουίτα “We’ll be somewhere else” (με το “Chaos in paradise” να ξεσηκώνει). Εν πάση περιπτώσει. O Chris Garrick, όπως και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν (Tom Hooper ντραμς, David Gordon πιάνο, keyboards, Ole Rasmussen κοντραμπάσο) συντάσσουν ένα απολύτως ενδιαφέρον άλμπουμ μέσα στα πλαίσια της νέας jazz, κλείνοντας το μάτι περισσότερο προς το folk και βεβαίως προς το... κατακαημένο fusion των 70s (αλήθεια που είναι οι Jean-Luc Ponty και Gerry Goodman;) και λιγότερο προς την κλασική (σύγχρονη ή παλαιότερη) ή την ελεύθερη φόρμα. Επαφή: www.chrisgarrick.com
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έψαχνα στο δίκτυο, όταν έπεσα πάνω σ’ ένα λεπτομερέστατο site που αφορούσε στο Tokyo International Pop Festival της εικοσαετίας 1969-1989. Πήρα σβάρνα όλες τις χρονιές και κατέγραψα τις εκεί ελληνικές παρουσίες. Να τα αποτελέσματα… 1969 Χωρίς συμμετοχή 1970 Ζωή Κουρούκλη – Είναι κάποιος άλλος (πρώτος ημιτελικός) Σώτος Παναγόπουλος – Give me wings (2ος ημιτελικός) [Αγγλόφωνο τραγούδι ο Παναγόπουλος σε φεστιβάλ εκείνης της εποχής εκπροσωπώντας την Ελλάδα; Προφανώς, πρόκειται για τη μετάφρασή του. Στη δισκογραφία πέρασε με τον Δάκη ως «Δώσε μου φτερά» στο 45άρι «Δώσε μου φτερά/ Κλείσε τα μάτια και θυμήσου» (Minos 5158, 1970). Το τραγούδι ήταν σύνθεση του Ανδρέα Χατζηαποστόλου σε στίχους Τάκη Σωτήρχου] 1971 Μαρίνα – Ένα φίλο ζητώ (πρώτος ημιτελικός) 1972 Ελπίδα – Mh teaee (18ον ανάμεσα στα 21 τραγούδια του τελικού, 19/11/1972) [Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις για ποιο τραγούδι πρόκειται.] 1973 Mariangela – You were right (πρώτος ημιτελικός) [«You were right/ Συννεφιά» Polydor 2061 162, 1973] 1974 Ελπίδα – Μην υποχωρείς (4/23 στον τελικό, 17/11/1974) [Το τραγούδι ανθολογείται στο άλμπουμ World Popular Song Festival ’74. Επιτυχία για την Ελπίδα στην Ελλάδα. Ακούγεται και στο LP της Κοίτα το Φως Philips 9112 001, του 1975.] 1975 Βλάσης Μπονάτσος – Κυριακή (18/21 στον τελικό, 16/11/1975) [Είχε κυκλοφορήσει σε 45άρι από τη Lyra. Η άλλη πλευρά ήταν το «Όσο κι αν ψάχνω» από το LP «Καινούργια Μέρα». Αν και το είχα παλαιά αυτό το single, το τραγούδι δεν το θυμάμαι. Αν το έχει κανείς ας το ανεβάσει.] 1976 Mariangela – Think I’m losing my men (πρώτος ημιτελικός) 1977 Χωρίς συμμετοχή 1978 Άννα Βίσση – Αν το μπορείς (πρώτος ημιτελικός) 1979-1982 Χωρίς συμμετοχή 1983 Μπέσυ Αργυράκη – Le chant des gitans (4/17 στον τελικό, 30/10/1983) [Σύνθεση του Σπύρου Παπαβασιλείου σε στίχους Π. Κάλκου. Το τραγούδι ακούγεται και στο LP “World Popular Song Festival In Tokyo ’83”. Το παράξενο είναι πως στην Ελλάδα διαφημίστηκε ως «Πρώτο Βραβείο Φεστιβάλ Τόκυο, 1983» σε εξώφυλλο LP και ετικέτα single, όταν πρωτιά, βάσει του σχετικού site, είχε καταλάβει το “Times goes by” των Ούγγρων Newton Family] 1984 Χωρίς συμμετοχή 1985 Κλεοπάτρα – Πρώτη του Μάη (ημιτελικός) 1986-1989 Χωρίς συμμετοχή
Εδώ http://is.gd/flbh04 η πρώτη διοργάνωση (1969) του φεστιβάλ. Στο κάτω μέρος της σελίδας πατάς τα σχετικά πλαίσια με τις χρονιές και μεταφέρεσαι σε όποια θες.
A million workers working for nothing/You better give 'em what they really own/ We got to put you down/ When we come into town (JOHN LENNON "Power to the people")
«Ο ρόλος της κριτικής είναι ένας ρόλος ανάμεσα σε άλλους. Χειρότερος από αυτόν των πρωταγωνιστών του αισθητικού γεγονότος, όταν οι πρωταγωνιστές είναι καλοί, και καλύτερος από αυτόν των πρωταγωνιστών του αισθητικού γεγονότος, όταν οι καλλιτέχνες νομίζουν πως είναι καλλιτέχνες – κι άντε μετά να τους πείσεις πως δεν είναι. Θα σου βγάλουν το μάτι, γιατί σε θέλουν κι εσένα στραβό σαν την αφεντιά τους».
Βασίλης Ραφαηλίδης
«Σήμερα πιο σημαντικό είναι το πραγματικό δεδομένο, το γεγονός, το ντοκουμέντο, το κείμενο. Όχι πια κρυπτογραφήματα, ελιτίστικες ασκήσεις, διανοητικά παιγνίδια, καλλιτεχνικές μεταφορές, προσωπικές φαντασίες...». MARIO MAFFI Underground [εκδ. Οδυσσέας, 1983]
"Παρουσίαση της Eλληνικής Pop και Rock Μουσικής μέσα από τη Δισκογραφία της, 1965-1982" [εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1996]
BLUES AVENUE
[Jazz&Tzaz 0080-2, 2/2008] compiled by Phontas Troussas. Johnny Winter, Bo Diddley, Henry Vestine, Canned Heat, Michael Bloomfield, Harvey Mandel, Jefferson Airpalne, The Electric Flag, Charlie Musselwhite a.o. {Music Avenue}
AMERICANA
[Jazz&Tzaz 0076-2, 10/2007] compiled by Phontas Troussas. Alison Krauss, Norman Blake, Bela Fleck, Rory Block, Chris Hillman, Earl Scruggs, Doc Watson a.o. {Rounder}
GROOVY THERAPY
[Jazz&Tzaz 0075-2, 8/2007] compiled by Phontas Troussas. Memphis Black, Ambros Seelos, Don Adams, The Kadri Six, Greetje Kauffeld, Elsie Bianchi, Mombasa, Orchester Pete Jacques a.o. {Sonorama Records}
GERASSIMOS LAVRANOS
"Dance with Gerassimos Lavranos and his Orchestra, Greek Lounge" [Jazz & Tzaz 0071-2, 4/2007] compiled by Phontas Troussas
BLUES 2DAY
[Jazz&Tzaz 0068-2, 1/2007] compiled by Phontas Troussas. Shemekia Copeland, Roomful of Blues, Marcia Ball, Mavis Staples, Corey Harris, Cephas & Wiggins, William Clarke, Guitar Shorty a.o. {Alligator}
CHICAGO BLUES
[Jazz&Tzaz 0057-2, 1/2006] compiled by Phontas Troussas. Muddy Waters, Robert Nighthawk, Jazz Gillum, Snooky Prior, Eddie Boyd, Tampa Red, Little Walter, Othum Brown, Johnny Young a.o.
SMOKIN' BLUES
[Jazz&Tzaz 0047-2, 2/2005] compiled by Phontas Troussas. Odetta, Big Jack Johnson, Kim Wilson, The Phillip Walker Big Band, R.L. Burnside, Joan Osborne with The Holmes Brothers a.o. {M.C. Records}
BLUES BLASTERS
[Jazz&Tzaz 0038-2, 3/2004] compiled by Phontas Troussas. Popa Chubby, David Gogo, Larry McCray, Rod and The Shotgun Blues, Tom Principato, Tino Gonzales, Matt Smith a.o. {DixieFrog}
BIG CITY BLUES
[Jazz&Tzaz 0025-2, 1/2003] compiled by Phontas Troussas. John Primer, Billy Branch, John Little John, Magic Slim & The Teardrops, Freddy King, Johnny Otis, Muddy Waters, J.B. Hutto, Vera Taylor, J. Monque'd a.o. {Wolf Records}
REGGAE HEARTBEATS
[Jazz&Tzaz 0023-2, 8/2002] compiled by Phontas Troussas. Derrick Morgan, Don Drummond, Lee "Scratch" Perry, Gregory Isaacs, Dennis Brown, Culture, Burning Spear, Horace Andy, The Skatalites, Israel Vibration a.o. {heart beat}
ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, Λογοτεχνικό Περιοδικό, Ηρ. & Ρ. Αποστολίδη, τεύχος 1, Αθήναι Ιανουάριος 1952 (Περίοδος Α). Το Χρονικό του Μηνός, Η Τέχνη και τα κριτήριά της, Η τέχνη της ποιητικής μετάφρασης, Η Κριτική του Βιβλίου.
ΕΙΚΟΝΕΣ, Αρ.282, 17/3/1961. Έκδοσις ΕΛΚΗΝ Ελένη Βλάχου - Η.Γ. Ηλιόπουλος. Διεύθυνσις: Κων. Κ. Ψύχας. Ο Νίκος Μαστοράκης γράφει για τους "μπήτνικς" στην Αθήνα (σ.σ. ???!!!)
RESIDU, τεύχος 1, Αθήνα, άνοιξη '65, εκδότης Daniel Richter, Κείμενα: Allen Ginsberg, Harold Norse, Philip Lamantia, George Andrews, Charles Henri Ford, Sheldon Cholst, Kay Johnson κ.ά.
ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη), Περίοδος Γ, τεύχος 1. Αθήναι, Ιανουάριος '66. Διευθυντής: Ρένος Αποστολίδης. Γενική γραμματεία: Πάρις Τακόπουλος. Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Ρένο Αποστολίδη.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ, έτος 3ον, αριθ. φύλλου 696, τιμή φύλλου δρχ. 1,50, Αθήναι, Πέμπτη 19 Μαΐου 1966. Διευθυντής: Ιωάννης Ευαγγελίδης
ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΡΥΘΜΟΙ, τεύχος 100, Αθήνα 28/2/1968. Διευθυντής: Αθαν. Τσόγκας. Μακέττες: Νίκος Παπαθανασίου. Επί της ύλης: Ανδρέας Καλομάρης. Στο ψυχεδελικό εξώφυλλο οι Procol Harum.
ΝΕΟΙ ΣΤΟΧΟΙ, τεύχος 2, Αθήνα Αύγουστος 1971. Μηνιαία έκδοση οικονομικών και κοινωνικών μελετών. Εκδότης: Δέσποινα Παπανικολάου. Κάστρο "Η επανάσταση δεν μαθαίνεται από τα εγχειρίδια", Γκουεβάρα "Να δημιουργηθούν δύο, τρία... πολλά Βιετνάμ", Β.Ι. Λένιν "Οι τρεις πηγές του Μαρξισμού"
ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, Μηνιαία επιθεώρηση πολιτικού θεάτρου, τεύχος 1, Αθήνα, Νοέμβριος 1971. Εκδότης: Μαρίκα Τζιραλίδου. Υπεύθυνος ύλης: Γιώργος Μιχαηλίδης. «Κοινωνιολογία του σύγχρονου δράματος» του Γκέοργκ Λούκατς, «Ένα επαναστατικό θέατρο» του Εμίλ Κόπφερμαν, «Ανοιχτή επιστολή στο Living Theatre» του Τσαρλς Μάροβιτς κ.ά.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ (έκδοση αμερικανικής πρεσβείας), Αθήνα, χειμώνας 1971. Έρικ Ζάλτσμαν: Η επανάσταση στη μουσική, Ρίτσαρντ Κοστελάνετς: Μεταπολεμική ποίηση, οράματα και επανεκτιμήσεις (απόσπασμα από τον "Μαγικό Ψαλμό" του Άλλεν Γκίνσμπεργκ)
ΤΡΑΜ, τεύχος 3/4, Θεσσαλονίκη, Φλεβάρης 1972, Έκδοση: Μαρώ Καρδάκου, Σύνταξη-Επιμέλεια: Δημήτρης Καλοκύρης. Νίκος Γκάτσος, Borges, Rick Griffin, Ανδρέας Εμπειρίκος, Peter Handke, John Lennon, Παύλος Μοσχίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Ηλίας Πετρόπουλος.
ΤΟ ΚΑΜΙΝΙ, τεύχος 7, Αθήνα-Θεσσαλονίκη Ιούνιος 1975, διευθυντής: Κώστας Αγγελόπουλος. Θέματα: Ο "Θιάσος" στις Κάννες, Οι Τουπαμάρος, συνέντευξη της Κωστούλας Μητροπούλου, "Ο Εχθρός Λαός" συζήτηση με τους Ιάκωβο Καμπανέλλη, Τζένη Καρέζη, Κώστα Καζάκο, κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου...
TO ΑΥΓΟ, τεύχος 1, Νοέμβρης - Δεκέμβρης 1979. Το πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων. Ανοιχτή επιστολή του Μανώλη Ρασούλη στον Θάνο Μικρούτσικο. Σύντροφε Άρη το φωτοστέφανό σου και πολλή άλλη ύλη ποικίλη κι εντάξει...
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, τεύχος 5, Αθήνα 10-12/1981, Εκδότης: Θ. Κυριακόπουλος, Διευθυντής: Θ. Λάλας, Κείμενα: Gretchen Berg, William S. Burroughs, Anthony Burgess, Γιώργος Βέης κ.ά.
ΣΥΝ ΚΑΙ ΠΛΗΝ, τεύχος 3, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1982, υπεύθυνος: Σάκης Παπαδημητρίου, Κείμενα: Μιχάλης Σιγανίδης, Σπύρος Φέγγος, Ran Blake, Hannah Charlton, Brian Eno, Ντάνης Τραγόπουλος, Αντρέ Γκορζ κ.ά.
MAD, No 30, Αθήνα, Φεβρουάριος 1982. Εκδότης: Α. Σαμούχος.
ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ, Τεύχος 1, Αθήνα, Απρίλιος 1983. Εκδότης: Γιώργος Πιτουρόπουλος. (Τα άγνωστα ερωτικά του Μπρεχτ, Praxis Jazz ’83 – συζήτηση με τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, Ο Ραίη Άλισον για το μπλουζ)
ΑΝΑΡΧΟΣ, τεύχος 2, Αθήνα 3/1984. Εκδόσεις: Κολλεκτίβα «Άναρχος». Υπέυθυνος: Σπύρος Κοτρώτσιος. Αφιέρωμα: Brixton. Νόαμ Τσόμσκυ: Τα νέα σύνορα του Ρήγκαν.
ΙΧΝΕΥΤΗΣ, τεύχος 21, Αθήνα Μάιος 1987. Εκδότης: Κώστας Βουκελάτος, διεύθυνση: Τζέλλα Ρήγου, γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, ελληνική βιβλιογραφία για τα ναρκωτικά
PSYCHAGOGOS, Νο.6, Αθήνα, Απρίλιος ’88. Εκδίδεται από τον Ν.Κ και την Α.Φ. (Last Drive, Beauregarde, Maze, Missing Links…)
ΣΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ Β-23, τεύχος 0, Αθήνα Φθινόπωρο '88. Υπεύθυνοι: Δημήτρης Αργυρόπουλος, Γιάννης Β-23 Κολοβός. Κείμενα για τους: Roky Erickson, Gong, Last Drive, Λώρενς Φερλινγκέττι, Τζακ Κέρουακ, Κατερίνα Γώγου...
MARY JANE Vol.2, Πάτρα, Ιούνιος 1991. Υπεύθυνοι:Γιάννης Κοκκίνης, Φώντας Τρούσας. Θέματα: The Walkabouts, The Collectors, The Ultra 5, Το δικαίωμα να είσαι high..., The Mayday Overdrive, Shylock, The Bevis Frond, Arcadium, Jargon Records...
SPLATTER-ZINE, τεύχος 1, Αθήνα, Άνοιξη '92 (Dario Argento, Last Drive, H.P. Lovecraft, το splatter στην Αρχαία Ελλάδα κ.ά.)
ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΗ, τεύχος 1, Αθήνα Μάιος-Αύγουστος '92. Εκδότης: Νίκος Ηλιόπουλος. Κείμενα των Τάκη Φωτόπουλου, Murray Bookchin, Janet Biehl, John Friedmann, John Clark κ.ά.
ΓΔΟΥΠΟΣ, τεύχος 9, Θεσσαλονίκη Ιούλιος 1992. Έκδοση του Rollin Under.
ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ, Τεύχος 31 (προτελευταίο), Αθήνα, Δεκέμβριος 1992. Υπεύθυνος εκδότης: Σ. Μανδηλά. (Η γυναίκα στην αντεργκράουντ ροκ σκηνή, Paul Feyerabend)
ΑΝΤΙ, τεύχος 591, 17/11/1995. Ειδική έκδοση: Ελληνικό ροκ και πολιτική
ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ, τεύχος 1, Σεπτέμβριος '96. Υπεύθυνος έκδοσης: Βασίλης Καλλιπολίτης, Υπεύθυνος ύλης: Θωμάς Σλιώμης. Γράφουν: Κορνήλιος Διαμαντόπουλος, Παναγιώτης Θεοδοσίου κ.ά. Θέματα: Οι συνθέτες του Ολοκαυτώματος, Τελετουργία και Μουσική...
ΧΟΝΔΡΟΣ * ΚΑΤΣΙΑΝΗ τεύχος 5, Θεσσαλονίκη Φεβρουάριος 1997. Παραγωγή: Άλλη Πόλη
ΤΑΜΑΡΙΞ, Τεύχος 4, Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 1997. Διεύθυνση έκδοσης: Δημήτρης Καλοκύρης. (Η μουσική στην Κατοχή)
BANG (περιοδικό φανταστικού), τεύχος 2, Αθήνα Ιούλιος 1997. Αρχισυντάκτης: Γιώργος Χ. Γούλας. Κείμενα των Michael Swanwick, Robert Silverberg, Γιώργου Μαυροειδή, Γιάννη Ανδρέου. Συνέντευξη: Δημήτρης Αρβανίτης. Διηγήματα: Ted Thomas, Philip K. Dick, Σπύρος Φέγγος...
ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ, τεύχος 3, Σεπτέμβριος '97. Έκδοση-διεύθυνση: Πέτρος Τσαπίλης, Αφροδίτη Δήμου. Μουσική: Eartha Kitt (συνέντευξη), Κάρεν Κάρπεντερ, Quentin Tarantino (αγαπημένοι δίσκοι), Ένθετο: η δεκαετία του '50
C.M.C.A. NEWS (Country Music Club of Athens), τεύχος 1, Αθήνα 9-10/1999. Εκδότες: Νίκος Γκαραβέλας, Αντώνης Παπαβομβολάκης. Αφιέρωμα-βιογραφία: Keith Whitley.
ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ BLUES, Οι 100 Καλύτεροι Δίσκοι, Αθήνα, 10/1999, Επιλογή-κείμενα: Φώντας Τρούσας. Συνεργάστηκε ο Γιώργος Χαρωνίτης. Σχεδίαση: Δ.Θ. Αρβανίτης. (Περιορισμένη έκδοση του περιοδικού Jazz & Τζαζ)
ΤΟ ΔΟΝΤΙ, τεύχος 13, Πάτρα Ιανουάριος 2001. Εκδότης-διευθυντής: Ανδρέας Γ. Τσιλίρας, αρχισυντάκτης: Γιάννης Μουγγολιάς. Συνεργάστηκε ο Χρίστος Λάσκαρης (τρία ανέκδοτα ποιήματα), συνέντευξη με τον βαρύτονο Γιώργο Παππά...
ΣΙΝΕΜΑ, τεύχος 1, Αθήνα, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 1978. Εκδότης: Μάκης Μωραΐτης. Κείμενα των Stephen Koch (για τον Andy Warhol), Annette Michelson (για τον Michael Snow) κ.ά.
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, τεύχος 4, 11/2000-1/2001. Εκδότης-διευθυντής: Γιάννης Φραγκούλης. Αφιέρωμα: Προς τα που βαδίζει ο ελληνικός κινηματογράφος;