Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ένα εγκώμιο για την Ομόνοια του ’80

Ήταν Οκτώβριος του 1980 όταν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) «Ομόνοια 1980», με τις ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ανδρέα Μπέλια.
Ήταν κάπως της μόδας εκείνη την εποχή τα βιβλία με φωτογραφίες, που δεν λειτουργούσαν, όμως, ούτε ως φωτογραφικά λευκώματα, αλλά ούτε και ως «σκέτη» λογοτεχνία. Θυμάμαι π.χ. τις «Τελετές Μοτοσυκλέτας» (1981) του Γιώργου Χρονά, με τις έξοχες φωτογραφίες του Γιώργου Τουρκοβασίλη ξανά από τον Οδυσσέα, το «Εμπρός στον Έτσι που Χάραξε ο Τέτοιος» (1981) του Γιάννη Δημαρά, με φωτογραφίες του ίδιου, στον Κάκτο και άλλα διάφορα.
Κείμενο και φωτογραφία σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πήγαιναν μαζί, δρώντας συμπληρωματικά ως προς τον αναγνώστη – κάπως σαν ένα είδος κοινωνικού ρεπορτάζ που απαιτούσε και την εικόνα, ώστε να μην μοιάζει απλώς μα και να είναι ολοκληρωμένο. Φυσικά, όταν από την μια μεριά υπήρχε η πένα ενός Γιώργου Ιωάννου το πράγμα ξέφευγε από μια τυπική «συνομιλία» γραπτού λόγου και εικόνας και μετατρεπόταν σε συναρπαστική λογοτεχνία (έστω και εικονογραφημένη).
Εδώ, θα μεταφέρουμε μερικά αποσπάσματα των κειμένων τού Ιωάννου για την Ομόνοια και τους ανθρώπους της (από το 1980), μαζί βεβαίως με κάποιες φωτογραφίες του Μπέλια.
«Κουβεντιάζοντας για την Ομόνοια τίθεται συνήθως το θέμα των ορίων της, μια και το όνομά της δεν σημαίνει μόνο την πλατεία αλλά όλη την εφαπτόμενη γύρω της περιοχή, που ζώνει με δυο και τρία ζωνάρια τον περιώνυμο χώρο.(…) Τι τα θέλεις όμως; Ομόνοια είναι κυρίως η πλατεία, όλα τα άλλα υπάρχουν μονάχα χάρη σ’ αυτήν, όχι μονάχα στ’ όνομά της αλλά και στην έλξη της».
«Ο θάνατος της Ομόνοιας θα σημάνει από τη στιγμή που θα κλείσουν και τα υπόλοιπα καφενεία, ιδίως τα ισόγεια. Γιατί αυτό, το ισόγειο, είναι το καλό καφενείο, που επιτελεί τη λειτουργία του ως στέκι. Κιόλας τα μαγαζιά αυτά έχουν υποστεί στις μέρες μας ένα πλήγμα – δεν διανυκτερεύει κανένα τους. Η διοίκηση, που για ιδανικό της πάντοτε, κάτω από όλα τα καθεστώτα, έχει το “ησυχία, τάξις και ασφάλεια”, ενώ στην πραγματικότητα μόνο για τη δική της ησυχία τη νοιάζει, έκλεισε τα καφενεία τα διανυκτερεύοντα και τώρα για ένα τρίωρο περίπου, από τις 2 τη νύχτα ως τις 5 τα ξημερώματα, επικρατεί στα πεζοδρόμιά της, ανάμεσα στις τάξεις των αστέγων της, θλίψις και κατήφεια και έλεγχοι και εξακριβώσεις και κυνηγητό μερικές φορές».

Η συνέχεια εδώ…

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 22

23/5/2017
Το μαζικό εγκληματικό γεγονός στο Μάντσεστερ δηλώνει, για ακόμη μια φορά, πως ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά (προς το χειρότερο) μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και πως στις πράξεις των τρομοκρατών δεν κρύβεται, εδώ και χρόνια, κανένα ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο (έστω και σαθρό, έστω και διαβλητό) τού τύπου Μαύρος Σεπτέμβρης στο Μόναχο, Κόκκινος Στρατός στο αεροδρόμιο Λοντ και τα λοιπά.
Δεν πρόκειται δηλαδή για «σκέτες» πράξεις στοχευμένης εκδίκησης, ντυμένες με κάποια επιχρίσματα ιδεολογίας, τις οποίες θα μπορούσες να αναιρέσεις μέσω μιας «άλλης» εφαρμοζόμενης πολιτικής κ.λπ., αλλά για μιαν αέναη και αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία σφαγής από την οποία πολύ δύσκολα θα γλιτώσουν οι κοινωνίες είτε στη Δύση, είτε στην Ανατολή. 

23/5/2017
Αγάπη στην Ομόνοια. Καλατζής 1970...
 

22/5/2017
Όποια μαλακία κατεβεί στου καθενός το κεφάλι τη γράφει…
Η «ψυχεδελική τζαζ» –ανάθεμα κι αν καταλαβαίνουν τι νόημα έχει, αν έχει (κάτι έχει), αυτή η φράση– συναντά, λέει, την «ελληνική παραδοσιακή μουσική» μέσω ενός Άγγλου, που ΔΕΝ έχει ακούσει ΠΟΤΕ του «Ελληνική παραδοσιακή μουσική».
Αυτό το τελευταίο φαίνεται πως το παρουσιάζουν κιόλας κάπως σαν… εξωτικό προσόν. Στο στυλ ότι όσο πιο άσχετος είσαι τόσο το καλύτερο, γιατί έτσι προκρίνεις την έμπνευση και τον αυθορμητισμό!!

22/5/2017
Η κυβέρνηση δεν έπρεπε να νομοθετήσει μέτρα πριν τη θετική κατάληξη της συζήτησης για το χρέος, επειδή η «τελική συμφωνία» δεν πρόκειται να επιτευχθεί σήμερα. Φυσικά, δεν θα έπρεπε να νομοθετήσει ούτε ταυτόχρονα ή μετά τη «συμφωνία».
Τα ίσα-ίσα λεφτά που θα πέσουν τον Ιούλιο, για να βγουν από τη μια τσέπη των δανειστών και να μπουν στην άλλη, είναι η τρομακτική συνέχεια μιας κοροϊδίας, που την ανεχόμαστε 7 χρόνια τώρα.
Και είναι εν τέλει δυστυχία (για το πολιτικό σύστημα, για την κοινωνία, για όλους), σ’ αυτή την τραγική στιγμή, οι εκλογές να μην αποτελούν λύση – να μην εμπεριέχουν τη λύση.
Χαμένοι από παντού.

22/5/2017
Καταπληκτική εγγλέζικη γελοιογραφία από τα μέσα του ’50. Είναι η εποχή του skiffle. Οι νέοι έχουν απαξιώσει τα μουσικά όργανα και μπαίνουν στις αποθήκες για να πάρουν ό,τι αυτοσχέδιο βρουν (βαρέλια, μπουγαδόξυλα, σκουπόξυλα…), προκειμένου να παίξουν μουσική. Ο κύριος, που πουλάει κανονικά μουσικά όργανα τους κοιτάζει, από δίπλα, συνοφρυωμένος.
Χωρίς το skiffle κανείς δεν γνωρίζει ποια θα ήταν η πορεία του βρετανικού και άρα του παγκόσμιου ροκ.

21/5/2017
Χεστήκαμε και για τον Ολυμπιακό, και για τη Βασιλεύουσα, και για τα μούτρα του...

21/5/2017
ΛΕΝΑ
Αυτός ο δίσκος, η «Λένα» του Γιώργου Σωτηρόπουλου, είναι ένας από τους πρώτους που απέκτησα, το 1980. Δεν θυμάμαι καθόλου πώς έφτασε στα χέρια μου, και κάτω από τι συνθήκες τον αγόρασα – αν τον αγόρασα και δεν μου τον έδωσαν/χάρισαν. Τον έχω, δε, κάπου καταχωνιασμένον στο πατρικό μου. Θυμάμαι πως, τότε, 2-3 τραγούδια του μου άρεσαν και τα έβαζα συνεχώς, παρότι ο δίσκος γενικά δεν έλεγε. Δυνατό το εξώφυλλο με τον τύπο, μπροστά, να ξαπλάρει, ντυμένος, αλλά ξυπόλητος, πάνω σε μια σαμπρέλα που έπλεε (ανεμελιά και καλά) και πίσω σε σπορ/καμάκι ντύσιμο με την κιθάρα στον ώμο.

21/5/2017
ΤΟΥΡΛΟΥΜΠΟΥΚΙ
Ρε άιντε πηγαίνετε να λύσετε κανα τριώνυμο, που θέλετε να πάτε και… κόντρα σ’ όλους τους ανέμους.

20/5/2017
Η Diamanda Galás στην Athens Voice.
Μία μεγάλη μαλακία:
>>Η τζαζ έχει τις ρίζες της σε μεγάλο βαθμό στη βυζαντινή μουσική, παρά τις κουταμάρες που γράφονται για αυτήν<<
Κι ένα σωστό:
>>Αυτό όμως που είναι υπερβολικό είναι η συσχέτιση των μπλουζ με τα ρεμπέτικα. Για όνομα του θεού. Οι κλίμακες είναι εντελώς διαφορετικές.(…) Είναι τα μπλουζ τα αμερικάνικα ρεμπέτικα; Δεν το νομίζω.<<

19/5/2017
Έτσι ξεκίνησε ο ΠΗΓΑΣΟΣ (η διαφήμιση είναι από τον Σεπτέμβριο του '83), πριν μετατραπεί σε κέντρο των διαφόρων γκρουπ της εποχής (Anti Troppau Council, Cpt Neφos, Moist Device, Migraine, Femmes Fatales, Last Drive, Not 2 Without 3, ΑΝΤΙ, X Mandarina Duck, Alive She Died, Hands of Cain, Χωρίς Περιδέραιο, Αρνάκια, Ασημένια Τραίνα κ.λπ.) ένα χρόνο αργότερα...

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ILLEGAL OPERATION για το “Down”, το τρίτο άλμπουμ τους μέσα σε 16 χρόνια

Τρία άλμπουμ μέσα σε 16 χρόνια. Σύνηθες; Όχι. Αλλά δεν είναι αυτό το κυριότερο. Το κυριότερο είναι πως οι Illegal Operation (Μανώλης Αγγελάκης και σία) ξέρουν να κάνουν δίσκους που να μένουν. Που να μένουν στη μνήμη σου εννοώ. Βεβαίως δεν ζούμε στα eighties (και πιο πίσω), όταν οι δίσκοι βιώνονταν απλωμένοι μέσα στο δικό μας «είναι» αποκτώντας κάτι από την τότε… αθανασία μας, όμως και σε κάθε περίπτωση, ακόμη και τώρα εννοείται, το γερό άλμπουμ κάνει μπαμ από μακριά. Κι εδώ το «μακριά» δεν είναι μόνο το παρελθόν του γκρουπ, αλλά και το έσχατο σκοτεινό εξώφυλλό του, όπως και ο τίτλος του (“Down”), που δεν κρύβει τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν στο μέσα μέρος.
Το Down [Inner Ear, 2017] είναι βυθισμένο στην αμερικανική «ροκ μυθολογία» – να το πούμε αυτό από την αρχή. Και εννοώ εκείνο που αποκαλούμε εμείς, εδώ στην Ελλάδα, «ροκ μυθολογία». Μετά ωραία του και τ’ άσχημά του… Βγαίνει τούτο, θέλω να πω, από την πρώτη κιόλας ακρόαση. Ας πούμε λοιπόν, για να διευκολυνθούμε στην πορεία, δυο-τρία κλασικά ονόματα από το απώτερο χθες (γιατί μπορούμε να πούμε και πιο καινούρια) που να έχουν νόημα. Neil Young, Tony Joe White, Tom Waits. Μην περιμένετε, όμως, ν’ ακούσετε εδώ έναν ήχο, που να παραπέμπει ευθέως σε κάποιον απ’ τους τρεις. Οι Illegal Operation είναι ένα συγκρότημα με τη δική του προσωπικότητα, έχοντας έναν δικό του τρόπο να αντιμετωπίζει τον ήχο κατ’ αρχάς και μετέπειτα τον στίχο.
Η βάση λοιπόν στο “Down” είναι το blues. Όχι με την πιο κλασική μορφή του, αλλά με μιαν άλλη το ίδιο αφηγηματική, αλλά με περισσότερα σκοτεινά ροκ στοιχεία πλαισιωμένη. Μονότονες κιθάρες, με αργές αλλαγές, βαριά rhythm-section, πνιχτός λόγος, που να πηγαίνει παράλληλα με το κλίμα… του βάλτου (είπαμε Tony Joe) και τις ανάλογες ιστορίες. Φοβερά, σ’ αυτό το μοτίβο, τα “A whisper” και “Getting there” από την πρώτη πλευρά, με την δεύτερη να μην υπολείπεται στα σχετικά αποπνιχτικά vibes.
Έτσι κι εδώ έχουμε μιαν εισαγωγή, χωρίς τραγούδι, αλλά στο μιλητό – με τη φωνή να αφήνεται πάνω σ’ ένα αργό τέμπο (λέω για το “By a pale light”), σμπαραλιασμένο από την bluesy κιθάρα, για ν’ ακολουθήσει το “Barstool blues”, που, και σ’ αυτή την περίπτωση, η παραφθαρμένη φωνή βγαίνει, λες, από κάποιο υπόγειο, με τις κιθάρες ν’ ανεβαίνουν λίγο (καθώς ανεβαίνει και το τέμπο) και με τα πεντάλια να κάνουν την πιο σωστή δουλειά.
Το “Down” θα κλείσει με το “Ill change your mind”, ίσως το πιο έντονο και τοποθετημένο «μπροστά» κομμάτι του δίσκου – ένα ωραίο τραγούδι, σε όλα τα επίπεδα, που έχει το ρόλο που πρέπει να έχει εκεί στο τέλος.
Περιττό να πω πως όλα τα επιμέρους ζητήματα, από τα εξωτερικά (εξώφυλλο, ένθετο), μέχρι τα εσωτερικά (ηχογράφηση, παραγωγή) συντελούν, και αυτά, προς τη γενικότερη άριστη εντύπωση.
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

καινούρια άλμπουμ ροκ ή περί το ροκ – κάποια με (πολύ) ενδιαφέρον

SCHLAASSS: Casa Plaisance [Atypeek Music, 2017]
Εγώ τα βαριέμαι τα συγκροτήματα σαν τους Γάλλους (ντούο είναι) Schlaasss. Αυτός ο συνδυασμός ηλεκτρονικών, punk και hip-hop μου φαίνεται και μου ακούγεται εντελώς βαρετός. Grime το λένε τούτο εδώ που παίζουν οι Schlaasss, αν είστε εξοικειωμένοι με τα της… ελεκτροντάνς κουλτούρας, και αυτό που φτάνει στ’ αυτιά μου μόλις και μετά βίας μπορεί να συγκριθεί με τα… ανάλογα χειρότερα που ακούγαμε (θέλαμε δεν θέλαμε) στα nineties. Είναι, θέλω να πω, ελαφρώς… καλύτερο.
EMIL AMOS: Filmmusik [Pelagic Records, 2017]
Δεν είναι τυχαίος μουσικός ο Emil Amos, αφού, ως ντράμερ, τραγουδιστής και κιθαρίστας έχει περάσει από τους OM, Grails, Lilacs & Champagne και Holy Sons, με το παρόν “Filmmusik” να αποτελεί το πρώτο προσωπικό LP/CD του.
Το τι μουσική γράφει ο Amos δεν είναι δύσκολο και πολύ να το καταλάβεις. Κοιτάς κατ’ αρχάς το cover, που μοιάζει με library έκδοση των seventies (ιδίως το back cover, που θυμίζει τη σειρά “Sonorama” της Polydor) και βεβαίως ρίχνεις μια ματιά στον τίτλο… filmmusik. Είναι όρος η «κινηματογραφική μουσική». Δεν ήταν… έγινε. Έτσι, αν ακούσεις κάποιον να λέει… αυτός παίζει κινηματογραφικά, σχεδόν 100% καταλαβαίνεις τι ακριβώς εννοεί. Αιθέριες, ρομαντικές μουσικές, doomy ή λιγότερο, με το πιάνο να πρωταγωνιστεί και με τον όλο ενορχηστρωτικό διάκοσμο να αποδεικνύεται… απόμακρος, φευγάτος και τα τοιαύτα. Ο Bacalov, ο Cipriani, κατά τόπους ο Morricone και ο Piccioni και πάνω απ’ όλους οι Goblin, είναι οι βασικές αναφορές του Amos, ο οποίος, μεταξύ μας, δεν είναι κανένας τυχαίος – τούτο αποδεικνύεται εδώ δηλαδή.
Το “Filmmusik” είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ, που θα ενθουσιάσει εκείνους που ακούνε τους παλιούς τής… filmmusik και που αναμένουν (πάντα) κάτι ανάλογο από τους νεότερους.
LYNHOOD: Septembre [Atypeek Music/ [reafførests], 2017]
Τέσσερα tracks περιέχει αυτό το LP/CD και η διάρκειά του μόλις και ξεπερνά τα 21 λεπτά. Δημιουργός του η μπασίστρια Chloé Della Valle, που ως Lynhood επιχειρεί να δημιουργήσει αυτό το… ελαφρώς αβαντγκαρντίστικο άκουσμα, με τις κάπως… νταρκοειδείς μελωδίες, κλεισμένες μέσα σε μια haunted ambience. Δεν είναι κακό αυτό που ακούμε στο “Septembre”, ιδίως όταν συνδυάζεται και με φωνή (τραγούδι), οδεύοντας προς εκείνον τον πιο γνωστό folk-μελωδισμό του κεντροευρωπαϊκού pagan. Εκεί κάπου θα εντοπιστούν και οι ακροατές της 26χρονης Lynhood
SLEEPMAKESWAVES: Made of Breath Only [Pelagic Records, 2017]
Αυστραλοί είναι οι Sleepmakeswaves με το “Made of Breath Only” να αποτελεί το τρίτο άλμπουμ τους. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις το rock αυτού του κουαρτέτου (Tim Adderley ντραμς, Daniel Oreskovic κιθάρες, Otto Wicks-Green κιθάρες, φωνή, Alex Wilson μπάσο, πλήκτρα, προγραμματισμός), καθώς το stoner είναι λίγο για την πάρτη τους και το «μέταλλο» πολύ. Υπάρχει βεβαίως και το math/progressive, εκείνο με τα «κριμσονικά» στοιχεία και με τα τύπου Rush (ενός θρυλικού εν τέλει καναδέζικου συγκροτήματος, που, παλαιά, δεν του δίναμε και πολύ σημασία και που φαίνεται να έχει επηρεάσει άπειρο κόσμο), αν και σε κάθε περίπτωση οι Αυστραλοί έχουν το στυλ τους. Ιδίως όταν κατεβάζουν παπάδες, δηλαδή ατέλειωτες σειρές από riffs στο μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι τους, το 11λεπτο “The edge of everything”.
Μάλιστα θα προσέθετα πως όσο κυλάει το CD τόσο πιο μεστό γίνεται, αφού τα ωραιότερα tracks βρίσκονται σκόρπια από τη μέση και μετά. Ανάμεσά τους το “Into the arms of ghosts”, που παίρνει διάφορες μορφές στη διαδρομή, εναλλάσσοντας επικά με λυρικά μέρη και το “Midnight sun”, που ηχεί τέλεια ως… ιταλικό neo-prog, με τις φοβερές πληκτρονικές του γέφυρες.
EMPHASIS: Black. Mother. Earth [Geenger Records, 2017]
Οι Emphasis δεν είναι… Έλληνες, είναι Κροάτες. Υπάρχουν από το 2007 και έως σήμερα έχουν κυκλοφορήσει μερικά άλμπουμ – το “Black. Mother. Earth” είναι πάντως το τελευταίο τους. Το συγκρότημα αποτελείται από τέσσερις τύπους (Danko Žganec, Ivan Pleh, Radovan Železnjak, Dino Pavleković), ενώ δίπλα τους στοιχίζονται σ’ ένα track και τέσσερις τραγουδίστριες. Και σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε έναν τύπο σύγχρονου hard progressive, πάντα με βαρυμεταλλικά διάσπαρτα στοιχεία, βαριές και δυσκίνητες μπασογραμμές, και μια νωχέλεια, γενικώς, στις αφηγήσεις (φωνητικές, οργανικές), που φανερώνουν τον… κατηραμένο, χοντρικώς, χαρακτήρα της εγγραφής. Εντάξει, κάποιοι θα το πούνε post-metal αυτό που παίζουν οι Κροάτες, αλλά εγώ θα προτιμήσω το… doomy progressive.
Πολλά τα καλά κομμάτια εδώ (έξοχο το “Rivers under”), σ’ ένα LP/CD που θα έχει καλή αποδοχή από το χώρο.
Επαφή: www.creative-eclipse.com
  

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ ή ΜΕΜΕΤΗΣ υπήρξε ένα μυθικό πρόσωπο του κλασικού ρεμπέτικου – Και το απίστευτο; 80 χρόνια μετά δεν υπάρχει ούτε μία συγκεντρωτική έκδοση των τραγουδιών του

Αυτό που συμβαίνει στη χώρα με το μουσικό της παρελθόν, δηλαδή το μουσικό μας, είναι για να τραβάς τα μαλλιά σου. Σημαντικότατοι δημιουργοί, κάθε χώρου, βρίσκονται για δεκαετίες στο σκοτάδι, με το έργο τους να παραμένει άγνωστο στο πλατύ κοινό. Ή σ’ ένα πλατύτερο τέλος πάντων. Αντιλαμβάνεσαι, δε, πόσο πίσω βρίσκεται αυτού του τύπου η έρευνα και περαιτέρω η αποκατάσταση ορισμένων (πολλών) ονομάτων στην Ελλάδα, αν συγκρίνεις με το τι συμβαίνει στις ΗΠΑ ή την Αγγλία, στις ανάλογες περιπτώσεις, εδώ και δεκαετίες.
Όταν στην από ’κει πλευρά του Ατλαντικού άξιοι δημιουργοί του blues, της jazz ή της country από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ακόμη και με ελάχιστη δισκογραφία, «απολαμβάνουν» τεράστιας υστεροφημίας (γίνονται εκδόσεις, γράφονται βιβλία ή κεφάλαια σε βιβλία, άρθρα σε περιοδικά κ.λπ.), εδώ αναλόγου βαρύτητας και βεληνεκούς δημιουργοί χάνονται, δεκαετίες τώρα, στο πιο βαθύ σκοτάδι. Γιατί, μήπως από την Αμερική δεν είδαμε εσχάτως μια τέτοια έκδοση «αποκατάστασης» ενός δικού μας ανθρώπου; Αναφέρομαι, φυσικά, στον Κώστα Μπέζο (Α. Κωστής) και στο αμερικάνικο άλμπουμ του “The Jail’s a Fine School” [Mississippi / Olvido] από το 2015 (με τα προπολεμικά κομμάτια του). Μένει, τώρα, να δούμε και κανα αμερικάνικο LP με τα τραγούδια του Σωτήρη Γαβαλά, για να δέσει όπως πρέπει η κρέμα.
Τραγούδι του Σωτήρη Γαβαλά άκουσα για πρώτη φορά στις αρχές του ’80, στην εποχή της ρεμπετοαναβίωσης. Ήταν το κλασικό του «Ηρωίνη και μαυράκι», που είχε τραγουδήσει ο Στελλάκης Περπινιάδης το 1936, και ξανά το 1983 το Ρεμπέτικο Συγκρότημα Θεσσαλονίκης με τον Αγάθωνα Ιακωβίδη. Ίσως αυτό να είναι και το πιο γνωστό τραγούδι τού Γαβαλά, εν τω μεταξύ, από τα καμιά 15αριά που πρόλαβε να «χτυπήσει» στη δεκαετία του ’30.

Η συνέχεια εδώ…

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 21

18/5/2017
ΙΟΥΝΙΟΣ ’86
SOUTH OF NO NORTH, THE LESBIANS, THE LAST DRIVE, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΖΑΜΤΖΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΟΜΠΛΕΡ, STAINED VEIL, ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

18/5/2017
Τσίπρα άσε τις γραβάτες για τους αστούς και τους συμβιβασμένους, μην... προδώσεις την επανάσταση τώρα στο τέλος.
(Άμα δε σου δώσουν το χρέος, πάντως, ντύσου σαν το Δόγκανο στην εφορία. Μπορεί να μας λυπηθούν...) 

18/5/2017
Έτσι πάντως σκέπαζε ένας μπάρμπας μου τις σταφίδες, έξω απ’ τον Πύργο, όταν ήταν να πιάσει βροχή το καλοκαίρι…

17/5/2017 
Αν από τα πρώτα δύο άλμπουμ των Skin Alley διάλεγες τα καλύτερα κομμάτια τους κι έφτιαχνες ένα (άλμπουμ), τότε θα μιλάγαμε για ένα συγκλονιστικό LP του βρετανικού progressive rock. Και τώρα όμως… Κι έτσι όπως είναι…
Το “The queen of bad intentions”, από το δεύτερο LP τους “To Pagham And Beyond” [CBS, 1970] το είχα πρωτακούσει στο ραδιόφωνο, στο Στούντιο 13 του Πητ Κωνσταντέα λίγο μετά τα μέσα του ’80 και το αγόρασα (το LP) καμμιά δεκαριά χρόνια αργότερα από τον Αλέκο τον ArtRat (ορίτζιναλ και σε καλή τιμή).
Κομματάρα, και πολύ καλός ο δίσκος γενικά…
 

17/5/2017 
Αφού έχουμε κακό δημόσιο (αλήθεια είναι αυτό), γιατί οι Γερμανοί δεν μας βοηθάνε να το κάνουμε σαν το καλό δικό τους, ώστε να μπορέσουμε ν’ αγοράσουμε κι εμείς κάποια στιγμή δικά τους αεροδρόμια; Η απάντηση είναι απλή.
Γιατί πρόκειται για στυγνούς αγιογδύτες, το ενδιαφέρον των οποίων εξαντλείται μόνο στο πώς θ’ αρπάξουν τη δημόσια περιουσία (για άμεσο ίδιον όφελος) και όχι για το πώς θα την κάνουν να δουλεύει.
Και φυσικά έχουν αποδεχτεί το γεγονός πως το ελληνικό δημόσιο είναι πεδίο άσκησης εσωτερικών μαγειρεμάτων και ψευτοπολιτικής, από το οποίο εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό οι εκάστοτε «σταθερές» μνημονιακές κυβερνήσεις, με τις οποίες συντρώγουν.

17/5/2017
Προσπαθώ να καταλάβω 100% πώς το έκανε, αλλά σε κάθε περίπτωση, εκ του αποτελέσματος, τον θαυμάζω!!
>>Τότε οι ηχολήπτες είχαν φαντασία και έκαναν θαύματα. Σ’ αυτό το τραγούδι ο ηχολήπτης του δίσκου ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ δημιούργησε ένα delay. Στην προσπάθειά του να πετύχει μια μαγνητοφωνική μίμηση τρίφωνου κανόνα εγκατέστησε στο control room του Studio 2 της Columbia, εκτός του οκτακάναλου και του stereo master, δύο επιπλέον μαγνητόφωνα. Ένα για να γράφεται η παρέα που είχε τραγουδήσει κι ένα δεύτερο δίπλα στο προηγούμενο, για την ανάγνωση της ταινίας. Το δεύτερο ήταν ένα ειδικό μαγνητόφωνο transfer studer Α80, που το δανείστηκε από κάποιο εργαστήριο transfer, καθώς ήταν ο μοναδικός τύπος μαγνητοφώνου με δύο κεφαλές για τις ανάγκες της χάραξης. Είχε, δηλαδή, κεφαλή προανάγνωσης για το βήμα του τόρνου και την απαραίτητη κεφαλή replay για την ακίδα χάραξης. Για τις ανάγκες της χάραξης προβλέπονταν τρεις διαφορετικές διαδρομές της ταινίας, δηλαδή διαφορά χρόνου μεταξύ των κεφαλών ανάλογα με τις στροφές του δίσκου (33 ή 45). Κατά τη διαδικασία της μίξης με τα pan-pot έστειλε το αρχικό σήμα του οκτακάναλου μαγνητοφώνου αριστερά στη μίξη, το σήμα της πρώτης κεφαλής του μαγνητοφώνου transfer στο κέντρο και το σήμα της δεύτερης κεφαλής δεξιά. Σήμερα όλα γίνονται τόσο απλά με το πάτημα ενός κουμπιού. Τότε όμως όλα ήταν χειροποίητα με έμπνευση και μεράκι.<<
[Σχόλιο από το YouTube]
 

16/5/2017
>>Κι ας μην μπορούν οι πολλοί άνθρωποι μέσα από την ψυχεδέλεια να παρατηρήσουν ξεκάθαρα τι έφερε αυτή η εποχή, αφού τα ιδανικά και η επαναστατικότητα του «Καλοκαιριού της αγάπης» -και μόνο λόγω της χρονικής απόστασης- χάνεται μέσα σε μια ομίχλη από πληθώρα έγχυσης ή πόσης φαρμάκων και εν γένει ψυχοτρόπων ουσιών.<<
Πλησιάζουν τα 50χρονα από το λεγόμενο «καλοκαίρι της αγάπης» και κάποιοι (protagon.gr) σπρώχνουν για να πιάσουν σειρά. Δεν είναι μόνον οι βλακείες που γράφουν είναι και τα τσάτρα-πάτρα ελληνικά...

16/5/2017
Κάτι ήθελα να γράψω για τον Τσακαλώτο, αλλά είπα να δώσω τόπο στην οργή. Άστο να πάει στο διάολο... Προτιμώ αυτό το τραγούδι του Robert Wyatt...

16/5/2017 
Εμένα η Diamanda Galás ποτέ δε μου άρεσε. Και όλα αυτά με τις Λιτανείες των Σατανάδων και τα αίματα τα θεωρούσα, πάντοτε, φαιδρά. Αδιάφορη είναι, δε, και σε σχέση με τον τρόπο που τραγουδάει ρεμπέτικα, Ξαρχάκο, Πλέσσα κ.λπ. Κανονική κατακρεούργηση. Μπορεί να έχει φωνή, αλλά έτσι όπως τη διαστρέφει εμένα δεν μου κάνει. Δεν θα την πω και Demetrio Stratos, ούτε Cathy Berberian. 
Εντάξει, σε άλλους αρέσει. Το δέχομαι (φυσικά).

16/5/2017 
Οι Beatles, που δοκιμάζουν LSD στις αρχές Απριλίου του ’65, ηχογραφούν στις 13 του ίδιου μήνα το “Help!”, όχι βέβαια κάτω από την επήρεια του LSD, αλλά με νωπή ακόμη την επίδρασή του, αλλά και τα διαβάσματα από Aldous Huxley. Οι στίχοι από το “Help!” το λένε ξεκάθαρα: “Now I find I’ve changed my mind and opened up the doors” και πιο κάτω “and now my life has changed in oh so many ways / my independence seems to vanish in the haze”
Το ψυχεδελικό ροκ είναι ακόμη στα σπάργανα, αλλά έχει πια γεννηθεί…

14/5/2017 
ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ
Απόψε λέω να γιορτάσω τα 30 χρόνια από την απόκτηση αυτού του άλμπουμ. 1987 πρέπει να ήταν, όταν κύλησε για πρώτη φορά στο πλατώ μου αυτό το αριστούργημα... του 1968.

YOKO MIWA TRIO

Όπως σημειώναμε πριν κάποια χρόνια: «Γεννημένη στο Kobe, η Υοκο Miwa σπούδασε κλασικό πιάνο δίπλα στον οργανίστα/ πιανίστα Minoru Ozone (πατέρας του Makoto Ozone), πριν εγκατασταθεί στην ανατολική ακτή, σπουδάσει στο Berklee και βρεθεί στη σκηνή και τα στούντιο με τους Slide Hampton, Arturo Sandoval, George Garzone, Esperanza Spaulding, Terri Lynne Carrington κ.ά.
Από τις αρχές του ’12, όταν τα γράφαμε αυτά, μέχρι και σήμερα έχουν περάσει περισσότερο από πέντε χρόνια και μέσα σ’ αυτό το διάστημα η ιαπωνίδα πιανίστα φαίνεται πως έχει δώσει πολλά στο τζαζ κύκλωμα της Ανατολικής Ακτής (της Βοστώνης πιο συγκεκριμένα). Εμφανίζεται συνεχώς, με το τρίο της, έχοντας αναδειχθεί σε κάτι σαν «σταθερή αξία». Κι έτσι κάπως η επανεμφάνισή της στη δισκογραφία έρχεται να προστεθεί σε όλες τις υπόλοιπες, σχετικές, δραστηριότητές της.
Στο Pathways [Ocean Blue Tear Music, 2017] η Yoko Miwa συνεργάζεται με τον κοντραμπασίστα Will Slater και τον ντράμερ Scott Goulding, ενώ σ’ ένα κομμάτι, το “Dear Prudence” (των Beatles) μπάσο παίζει ο Brad Barrett. Beatles; Φυσικά. Η Miwa ακολουθεί εκείνο που έχουν προβάρει τα τζαζ-τρίο δεκαετίες τώρα – το να αφηγούνται, δηλαδή, μέσα στο συνολικό ποπ οικοδόμημα. Δεν αρκούνται δηλαδή στις δικές τους τζαζ συνθέσεις (εδώ η Miwa έχει τέσσερις στις οκτώ), στα στάνταρντ (δεν υπάρχει ούτε ένα στο “Pathways”), ή στα jazz-tracks «τρίτων» (η Miwa διασκευάζει δύο συνθέσεις του φημισμένου κοντραμπασίστα Marc Johnson), αλλά απλώνουν χέρια και αυτιά και προς το ποπ/ ροκ/ φολκ ρεπερτόριο (εδώ εκτός από Beatles, ακούμε και μια διασκευή στο “Court and Spark” της Joni Mitchell).
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πολύ ευχάριστο – θα πρέπει να το πούμε αυτό. Η Miwa έχει συνολική γνώση της τζαζ ιστορίας και αυτό το βλέπουμε στις δικές της συνθέσεις, με τις σαφείς επιρροές από τα spirituals μέχρι τον McCoy Tyner. Ο λυρισμός δεν λείπει ποτέ απ’ αυτές –ασχέτως αν το ταλέντο της αποδεικνύεται περισσότερο στη σύνθεση τής Mitchell–, με το 12λεπτο δικό της “Lantern light” να εκπέμπει όλα εκείνα τα vibes, που μπορούν να παρασύρουν τον ακροατή σε μια… δημιουργική ονειροπόληση.
Απλό, χωρίς καινοτομίες και εφφέ, αλλά πολύ προσεγμένο και φτιαγμένο με γνώση άλμπουμ, με 2-3 συναρπαστικές στιγμές και άλλες πολλές (απλώς) υπέροχες.
Επαφή: www.yokomiwa.com

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ 54 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του στη δισκογραφία εξακολουθεί να γράφει ωραία τραγούδια

Πρέπει να έχω όλους τους δίσκους του Χρήστου Λεοντή μέχρι και τις «Συναυλίες ’81». Ο τελευταίος που αγόρασα ήταν σίγουρα το άλμπουμ «Μαντζουράνα στο Κατώφλι» (1980) – κάτι που πρέπει να συνέβη πριν καμμιά 15αριά χρόνια. Θέλω να πω πως από τις αρχές των 00s δεν έχω ξανακούσει Λεοντή, όπως δεν έχω ακούσει και οτιδήποτε δικό του που τυπώθηκε μετά το 1981.
Μ’ αρέσουν οι μελωδίες του Χρήστου Λεοντή και κυρίως μ’ αρέσει αυτό το λυρικό-φολκλορικό στοιχείο που διαθέτει (και στους ρυθμούς του), και βεβαίως ο τρόπος που το συνταιριάζει με τα πιο λαϊκά ακούσματα (στα ζεϊμπέκικά του ή τα χασάπικα). Εν ολίγοις, η τραγουδοποιία του Λεοντή είναι γενικώς διακριτή κι ας έχεις ν’ ακούσεις τραγούδια του χρόνια. Αρκεί βεβαίως να ’χεις ακούσει, τουλάχιστον, το «Αχ… Έρωτα» (1974).
Στο πιο πρόσφατο CD του, που έχει τίτλο «Φλόγα που Καίει» [Μετρονόμος, 2017] ο Χρήστος Λεοντής συνεργάζεται με τον στιχουργό Δημήτρη Λέντζο – με τον οποίον είχαν κάνει και το άλμπουμ «Έρωτας Αρχάγγελος» το 2007. Ο Λέντζος είναι ένας από τους σημερινούς στυλοβάτες τού «έντεχνου» και όπως είχαμε γράψει λίγο παλαιότερα σε σχέση με τη στιχουργική του: «Στο στίχο του Λέντζου διακρίνεται κατ’ αρχάς μια… μεγαλοπρεπής ονοματολογία που παραπέμπει στον Νίκο Γκάτσο, αλλά οι “ομοιότητες” σταματούν εκεί. Περαιτέρω, υπάρχουν εμφανείς αναφορές στη στιχουργία του Μάνου Ελευθερίου, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο μέσω του οποίου επικοινωνεί το λαϊκό με τη σκέψη (κάτι όχι εύκολο). Υπάρχει, μ’ άλλα λόγια, ένα διανοητικό παιγνίδι στα στιχάκια και τις στροφές, που καταλήγει κάπου – σ’ ένα συμπέρασμα, σ’ ένα δίδαγμα, όπως θα λέγαμε παλιά. Ένα δίδαγμα, βεβαίως, που δεν είναι αμέσως και εξ ολοκλήρου προφανές, αλλά κρυμμένο πίσω από προσωπικές διαδρομές, που απαιτούν τη συμμετοχή του ακροατή προκειμένου να αποκρυπτογραφηθούν. Υπ’ αυτήν την έννοια οι στίχοι του Λέντζου ξεχωρίζουν όσο ελάχιστοι άλλοι στο σύγχρονο έντεχνο τραγούδι… και γιατί αποτελούν συνέχεια μιας σημαντικής παράδοσης».
Ο Λεοντής έχει λοιπόν έναν πολύ συγκεκριμένο στίχο για να μελοποιήσει και σε κάποιες περιπτώσεις κατορθώνει να ξεπεράσει το αναμενόμενο. Βεβαίως, αυτές οι περιπτώσεις είναι λίγες – χωρίς τούτο να σημαίνει πως στις υπόλοιπες το αποτέλεσμα μοιάζει λιγότερο αντιπροσωπευτικό για τον συνθέτη. Απλώς, κάποια κομμάτια ξεχωρίζουν (πολύ) δείχνοντας πως ο 77χρονος Λεοντής έχει ακόμη τη δύναμη να εκπλήσσει… και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.
Στην πρώτη γραμμή θα κατέτασσα το εισαγωγικό κομμάτι «Παράξενη νοσταλγία» με τον Θοδωρή Βουτσικάκη, με τη θαυμάσια μελωδία και την επεξεργασμένη ενορχήστρωση (ο Λεοντής είναι νομίζω από τους ελάχιστους έλληνες συνθέτες που ξέρει να εκμεταλλεύεται ένα όργανο όπως η φυσαρμόνικα π.χ.) και κυρίως το «Κόκκινη κραυγή» (ξανά με τον Βουτσικάκη), ένα έξοχο τραγούδι και κάπως ροκ, χωρίς όμως ροκ όργανα. Το τραγούδι αυτό θα το ζήλευαν πολλοί 30χρονοι, αλλά το έγραψε ένας σχεδόν 80χρόνος… Υπάρχουν κι άλλα ωραία κομμάτια στο «Φλόγα που Καίει», όπως το «Κάτασπρο γιασεμί» (θυμίζει τα τραγούδια του Λεοντή, που έλεγε η Τσανακλίδου στα seventies) και η «Σιταρήθρα» αμφότερα με την Ιωάννα Φόρτη.
Να πούμε, τέλος, πως στο άλμπουμ τραγούδια ερμηνεύει και ο Αλέξανδρος Τσιωνάς (τα πιο λαϊκά), ενώ η ενορχήστρωση και η διεύθυνση όλων ανήκει φυσικά στον Χρήστο Λεοντή.
Ένας απλός, σεμνός δίσκος, από έναν συνθέτη που ξεκίνησε να ηχογραφεί πριν 54 χρόνια (1963) και συνεχίζει ακόμη!
Επαφή: www.metronomos.gr
 

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

CHAD LEFKOWITZ - BROWN κορυφαίος νέος τενορίστας

Διαβάζω στα αμερικανικά σάιτ πολλά καλά λόγια για τον νεαρό ακόμη σαξοφωνίστα (τενόρο) Chad Lefkowitz-Brown. Αν και στα 27 του ο Lefkowitz-Brown δεν θεωρείται πια ταλέντο, αλλά ένας σύγχρονος ολοκληρωμένος παίκτης και επαρκέστατος συνθέτης, ικανός να πάει την τζαζ που του παραδόθηκε λιγάκι παρακάτω, ή να την αφήσει κάπου εκεί κοντά τέλος πάντων… Στο πιο πρόσφατο CD του, που έχει τίτλοOnward [Private, 2017], ο Brown (που είναι λευκός) δείχνει… τι ακριβώς είναι εκείνο που τον κάνει να ξεχωρίζει. Κατ’ αρχάς η δύναμη και η ορμητικότητά του, έπειτα η καθαρή και επιμελημένη φρασεολογία του, οι πολύ μελετημένοι αυτοσχεδιασμοί του, η διάθεσή του να περιπλανηθεί με το τενόρο του σε όλο το φάσμα, όπως λέμε, της ποπ και τέλος, ο τρόπος που διευθύνει τη μικρή ορχήστρα του (που περιλαμβάνει σε δύο tracks και τον θρύλο της τρομπέτας Randy Brecker).
Με ρεπερτόριο δικό του, όπως και με versions (Stevie Wonder, Coltrane, Carmichael, Porter) που του ταιριάζουν, φανερώνοντας τις παικτικές δυνατότητές του και στην ταχύτητα (“Giant steps”) και στην μπαλάντα (“The nearness of you”), o Brown παίρνει πολλά από τους τρεις που τον συνοδεύουν (Steven Feifke πιάνο, Raviv Markovitz μπάσο, Jimmy MacBride ντραμς), αλλά ακόμη πιο πολλά παίρνει από τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι η ωριμότητά του, εννοώ, ως jazzman/ αυτοσχεδιαστής και βεβαίως η γνώση του τής αμερικάνικης σχετικής παράδοσης και ιστορίας, που τον μεταμορφώνει σ’ έναν πεπειραμένο οργανοπαίκτη, μεγαλύτερον της ηλικίας του.
Τούτο δεν σημαίνει, όμως, και το ξανατονίζω, πως οι μελωδίες του ή τα σόλι του ακούγονται «μεγαλίστικα». Όχι. Ο Brown ενθουσιάζεται με τις «ταχύτητες», και όπως κάθε παίκτης αυτής της ηλικίας, παίζει «πλακωμένος» από την εισαγωγή κιόλας (“Onward”), δείχνοντας στην πορεία και τις υπόλοιπες ποιότητές του.
Μεγάλη η συνεισφορά τού πιανίστα Feifke κι ένα πολύ καλό άλμπουμ, φουριόζας, σημερινής jazz, από ένα όνομα, που φαίνεται πως θα μας απασχολήσει και πάλι.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

MOTHER TURTLE οι έλληνες progsters στο δεύτερο άλμπουμ τους

Όπως είχα γράψει και παλαιότερα (7/5/2014), με αφορμή το πρώτο άλμπουμ των Θεσσαλονικέων Mother Turtle: «Δεν είναι πολλές οι progressive rock προτάσεις που έχουν διατυπωθεί στην Ελλάδα μέσα στα χρόνια. Ξεκινώντας από τα 70s και φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας μπορεί ν’ αθροίσουμε 20-30 δίσκους. Το progressive rock απαιτεί, περισσότερο από άλλες ροκ οντότητες, πολύ καλούς και εκπαιδευμένους μουσικούς. Φυσικά, οι πολύ καλοί και εκπαιδευμένοι μουσικοί μπορεί να παράγουν αδιάφορους και εντελώς τεχνοκρατικούς δίσκους, και άρα να μην συγκρίνονται, όσον αφορά στο αίσθημα, με την μουσική ενός γκρουπ της γειτονιάς που μπορεί να παίζει garage-punk… όμως progressive rock χωρίς μουσικάρες δεν νοείται». Άρα, και όσον αφορά στους Mother Turtle, έχουμε ένα πρώτο σοβαρό κρατούμενο. Οι άνθρωποι… Κώστας Κωνσταντινίδης κιθάρες, φωνή, midi, Γιώργος Μπαλτάς ντραμς, φωνητικά, Γιώργος Θεοδωρόπουλος keyboards, Γιώργος Φιλοπέλου μπάσο, Μπάμπης Προδρομίδης σαξόφωνο, φλάουτο, Αλέξης Κιουρντζιάδης βιολί χειρίζονται τα όργανά τους με κλειστά μάτια – κάτι που διαπιστώνεται εξ αρχής.
Έπειτα, στο χώρο του art-rock, γιατί αυτό είναι το progressive των Mother Turtle, το progressive των Genesis, των VdGG και των Curved Air (και άλλων πολλών φυσικά)  εκείνο που καταξιώνει ένα συγκρότημα είναι η σωστή διαχείριση του χρόνου, στα μεγάλης διάρκειας tracks. Κι εδώ, στο II[Private, 2017], υπάρχει ένα 20λεπτο κατ’ αρχάς κομμάτι, το “Walpurgi flame”, που δείχνει τις αληθινά μεγάλες δυνατότητες του γκρουπ.
Οι Mother Turtle θέλω να πω γεμίζουν κάθε δευτερόλεπτο του 20λεπτου με τη σφριγηλή παρουσία τους, που συνίσταται, χονδρικώς, στα θαυμάσια μελωδικά passages, στις έξοχες κιμπορντικές και κιθαριστικές ενορχηστρώσεις, στις δραματικές εν τέλει κορυφώσεις, στους καλούς φιλοσοφικούς/ υπαρξιακούς στίχους, στην πολύ ωραία παρέμβαση του «δύσκολου» σαξοφώνου και του ακόμη πιο «δύσκολου» βιολιού, και επίσης στα σχετικώς καλά φωνητικά (το πιο αδύναμο σημείο των Mother Turtle, που χρήζει μεγαλύτερης προσοχής – αν και, προσωπικώς, αναγνωρίζω τις εγγενείς δυσκολίες σ’ αυτό τον τομέα).
Εξ ίσου καλή, δηλαδή πλήρη εντύπωση μού δημιούργησε και το έσχατο track του CDThe art of ending a revolution”, γερά χωμένο μέσα στις αργές μελωδικές αλλαγές και στον άψογο δημιουργικό ρόλο του σαξοφώνου, με τα πλήκτρα (πίσω) και τις κιθάρες (μπροστά) να κάνουν επίσης τέλεια δουλειά.
Το λέω, επειδή το πιστεύω. Οι Mother Turtle, αν φροντίσουν περισσότερο τα φωνητικά τους επενδύοντας ταυτοχρόνως στα της παραγωγής θ’ αγγίξουν το «δέκα».

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Όταν ο ηπειρώτης κλαρινίστας ΤΑΣΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ άφησε άφωνο τον αμερικάνο συνάδελφό του, της τζαζ, Benny Goodman, στη Νέα Υόρκη στα μέσα του ’60

Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άκουσα για πρώτη φορά το κλαρίνο του Τάσου Χαλκιά (1914-1992). Μπορεί στους τίτλους αρχής της «Αναπαράστασης» (1970) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μπορεί σε κάποιο δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου («Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους... και άλλα τραγούδια» του 1973, «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του 1977), μπορεί και κάπου αλλού. Το σημειώνω, γιατί όσοι δεν μεγαλώσαμε αναγκαστικά με τα δημοτικά τραγούδια και με τους κορυφαίους σολίστες τους, το πράξαμε κάποια στιγμή στην πορεία και από σπόντα. Γιατί πάντα θα υπάρχουν οι «σπόντες», που θα μας πηγαίνουν παρακάτω.
Τώρα, καθώς προσπαθώ να πιέσω τη μνήμη μου για να θυμηθώ, μπορεί να ήταν και το ροκ, το ελληνικό ροκ εννοώ, εκείνο που με οδήγησε να ανακαλύψω τον Τάσο Χαλκιά. Ο Σαββόπουλος π.χ., που είχε καλεσμένο τον Χαλκιά στο Κύτταρο το 1972, μα ακόμη και ο Γιάννης Σπάθας (από τους Socrates), που από παλιά δήλωνε σε συνεντεύξεις του πως ο Χαλκιάς είχε υπάρξει μία από τις μεγαλύτερες επιρροές του. Εξάλλου το κλαρίνο του Χαλκιά ήταν εκείνο που προσπαθούσε να μεταφέρει στην κιθάρα του ο Σπάθας σε κομμάτια όπως το “Mountains” και σε άλλα διάφορα (πιο πριν).
Όπως είχε πει ο ίδιος ο ηπειρώτης κλαρινίστας στο μνημειώδες βιβλίο τού Αντρέα Χρονόπουλου «Θύμησες και Σημειώσεις Τάσου Χαλκιά» [Απόπειρα, 1985]:
«Νέους ανθρώπους γνώρισα όταν κάποτε ήρθε και μου μίλησε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Άνοιγε ένα μαγαζί κι ήρθε, με βρήκε και μου είπε:
– Χαλκιά σε θέλω να ’ρθεις στο μαγαζί. Θα κάνουμε έναρξη την τάδε του μήνα.
Με ευχαρίστησε η προτίμησή του, αλλά δεν πίστευα ότι θα πέρναγε η δική μου εργασία μέσα στον κόσμο, όπου τα είχε αυτός. Ήτανε άλλος ο κόσμος του και συγκεκριμένα του είπα – επί λέξει:
– Ποιος να με καταλάβει από αυτούς τους ακούρευτους κι αξύριστους;
Μου συνέχισε τότε ο Σαββόπουλος:
– Εσένα δε σ’ ενδιαφέρει κύριε Χαλκιά. Μόνο να ’ρθεις να μιλήσουμε και να συμφωνήσουμε.
Όντως, επήγα. Συμφωνήσαμε κι έπαιξα δυο χρόνια. Ερχότανε αλήθεια αυτή η νεολαία, αυτοί όλοι που ονόμασα ακούρευτους, μαλλιάδες και αξύριστους και δε με άφηναν να φύγω από την πίστα. Με αγαπούσαν αυτά τα παιδιά. Έπρεπε να γυρίσω το λιγότερο δυο φορές απ’ τα καλέσματά τους για να τους παίξω λίγο ακόμη και να φύγω.(…) Αυτά τα παιδιά μου ’δωσαν μεγάλη ζωή. Μ’ αγαπήσανε πάρα πολύ κι όπου πήγαινα κατόπιν, σε εκδηλώσεις, έρχονταν να με δουν».

Η συνέχεια εδώ…

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 20

14/5/2017
O ΜΕΙΖΩΝ ΠΑΤΡΙΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ 
Στην κλινική
Την ετοίμασαν και με φώναξαν να ασπαστώ.
Ήταν ένα δωματιάκι στο υπόγειο της κλινικής
καμωμένο για την περίσταση.
Ξαπλωμένη σ’ ένα μαρμάρινο πάγκο
μου φάνηκε πως κοιμόταν.
Τόσο είχε γαληνέψει.
Καθώς την κοίταζα μες στο καλό της φόρεμα
τη θυμήθηκα στο χωριό Κυριακή
που πηγαίναμε για την εκκλησία.
Τι γυρεύαμε σ’ αυτό το υπόγειο!
«Μάνα» τραύλισα, κι αναλύθηκα σε λυγμούς.

[Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό», Διαγώνιος 1991]

14/5/2019

“And now, without you by my side, I’m lost / how can I survive?” 
Μη βάζετε πεθαμένες μανάδες στο φέισμπουκ. Τις ρωτήσατε αν θα ήθελαν να βλέπουν τις φάτσες τους οι λογής-λογής τυχάρπαστοι;
   

14/5/2019
Γιουροβίζιον δεν είδα φυσικά, είδα/άκουσα όμως πριν λίγο το νικητήριο τραγούδι της Πορτογαλίας. Λοιπόν ο κακομοίρης αυτός που κέρδισε τραγούδησε ένα κομμάτι βασισμένο σε μια γερή «χολυγουντιανού» τύπου μελωδία. Αμερικανιά δηλαδή, που θα μπορούσε χωρίς ζόρι να διακριθεί ακόμη και στα fifties. Δεν ξέρω τι λένε οι στίχοι (κάτι για αγάπες και λουλούδια υποθέτω), αλλά τέτοια τραγούδια πάντα έχουν καλή τύχη, γιατί είναι γραμμένα από ανθρώπους (με κάποια ικμάδα ψυχής) και όχι από μηχανές.
(Όχι σαν το απαράδεκτο δικό μας, δηλαδή, που δεν είχε ούτε αρχή, ούτε τέλος)

14/5/2019
Μ’ αυτό το αλαφροπάτητο ζεϊμπέκικο του Άγγελου γινόταν χαλασμός στο νησί, τα καλοκαίρια, τέλη έιτις. Μέχρι τις 12 βέβαια, γιατί το γλέντι ήταν υπαίθριο και κινδύνευε το μαγαζί με κλείσιμο. Ανεπίδεκτοι μάθησης Εγγλέζοι να σέρνονται «στουπιά» στην πίστα και μυτόγκες Εγγλέζες, και κατά βάση ξενέρωτες, να κάθονται βιδωμένες «στα γόνατα» και να ψευτοχτυπάνε (άρρυθμα) παλαμάκια.
Μετά συνεχίζαμε, στα σκεπαστά, με Rick Astley και Belinda Carlisle… μέχρι να βγούνε τα καρπούζια κατά τις 5 το πρωί και να πάμε σιγά-σιγά για ύπνο.

13/5/2019 
Εσείς που ασχολείστε με τη Γιουροβίζιον (και την ιστορία της) ψάξτε να δείτε τι έγινε με τον Γιάννη Καλατζή και το διαγωνισμό του 1968 – έξι χρόνια πριν σκάσει η Μαρινέλλα ως… πρώτη επίσημη συμμετοχή.
(Και όταν λέω "ψάξτε" δεν εννοώ στο ίντερνετ - εκεί/εδώ δεν υπάρχει τίποτα)

13/5/2019 
Κάθε αποτυχία της Ελλάδας με τονώνει αυτή την εποχή!
Ελπίζω στα χειρότερα για τη Γιουροβίζιον! 

13/5/2019 
Μέσα σε τρεις μέρες είδα δύο 70άρηδες με τατουάζ, στο Παγκράτι, σε λεωφορείο τον έναν και στο δρόμο τον άλλον (σχεδόν έπεσε πάνω μου). Τι σύμπτωση! Είχαν χτυπημένη μια κακοσχεδιασμένη, αχνή, πράσινη άγκυρα στο αριστερό χέρι, στο ίδιο μέρος, πάνω από την παλάμη. Ναυτικοί…
Αν δω, πάντως, και τρίτο θα τον σταματήσω… «Συνέντευξη» μ’ έναν τυχόντα.
Τώρα; Τώρα τι; Τώρα βλέπω σωρηδόν τατουάζ, όπως όλοι μας, πάνω σε κάτι χιπστερομαλάκηδες και… αποστρέφω την κεφαλήν μου. 

12/5/2019 
"Και δεν μπορούν πια να ταξιδέψουνε / μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε
κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι/ σαν κατιτίς να χάσανε κοιτάνε"
Ένα από τα ωραιότερα και όχι πάρα πολύ γνωστά τραγούδια που έχει πει ο Πουλόπουλος – κι ένα από τα λίγα παλιά δικά του, που μπορώ να τ’ ακούσω και σήμερα.

12/5/2019 
Η απίστευτη διάσταση που έχει πάρει το θέμα τού ανύπαρκτου Τζήμερου στο fb δείχνει πως κατά βάση δεν έχουμε με τι ν’ ασχοληθούμε και περιμένουμε την «επικαιρότητα», για να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση.
Αν ο Τζήμερος βιαιοπράγησε –να δούμε το πλήρες βίντεο– είναι ένα θέμα. Κάποιος ΕΠΩΝΥΜΟΣ, πάντως, που φτάνει στο σημείο να βιαιοπραγήσει ΔΗΜΟΣΙΩΣ δεν είναι ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ φασίστας. Συχνότερα είναι κάτι άλλο, που, και εξ ιδιότητας δικής μου, δεν μου πέφτει λόγος να το πω. Ας μιλήσουν οι ειδικότεροι… Εμένα π.χ. περισσότερο φασιστικό μου φαίνεται το να κατεβάσεις μιαν αφίσα απ’ οπουδήποτε (είτε επιτρέπεται η αφισοκόλληση είτε όχι). Και το λέω τούτο, παρότι οι αφίσες του ΠΑΜΕ και αισθητικά και επί της ουσίας (για τη στοιχισμένη απεργία της «μιας μέρας», αντί της «επ’ αόριστον» φερ' ειπείν) είναι απαράδεκτες. 

11/5/2019
«Σ’ αυτή τη συνοικία ο ήλιος χάθηκε/ κι απ’ τ’ ουρανού την πόρτα
μες στης αυγής τα φώτα/ ένα φεγγάρι μαύρο ήρθε και στάθηκε»
 Ο Χρήστος Γκάρτζος ξεκίνησε από τα συγκροτήματα του ’60, αφού έπαιζε όργανο στους Jaguars, στο δεύτερο μισό του ’67. Στα χρόνια του ’70 και του ’80 έδωσε «επιτυχίες» στον Νταλάρα, την Πρωτοψάλτη, τον Ψαριανό κ.ά. Το καλύτερο τραγούδι του δεν ήταν η «Αθήνα» (Νταλάρας ’78), αλλά το «Αθήνα-Λάρισα» (στίχοι Μιχάλης Μπουρμπούλης), από ένα προσωπικό LP του, στο οποίο τραγουδούσε κιόλας, τις «Περιπολίες» [Lyra, 1983].