Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

ΤΟΛΗΣ ΦΑΣΟΗΣ …making bombs

Ένα από τα περιοδικά που αγόραζα τακτικώς στη δεκαετία του ’80 ήταν και ο Σχολιαστής – ένα περιοδικό της Αριστεράς με ποικιλία πολιτικών, κοινωνικών και καλλιτεχνικών θεμάτων. Προσφάτως ξέθαψα κάμποσα τεύχη (όλα αγορασμένα στα eighties και όχι τώρα…), αρχίζοντας έτσι ένα κάπως προσεκτικό ξεφύλλισμα. Το επιχειρώ αυτό από καιρού εις καιρόν στα περιοδικά επειδή, πάντα, κάτι θα θυμηθείς, πάντα κάτι θα προσέξεις, που δεν το είχες προσέξει την πρώτη φορά. Στο τεύχος 30 του Σχολιαστή, από τον Σεπτέμβριο του ’85, υπήρχε μία 8σέλιδη έρευνα του περιοδικού, σε μεγάλο μέρος της σχετική με τη στάση της ελληνικής κοινότητας στην ρατσιστική-φασιστική πολιτική του apartheid στην τότε Νότια Αφρική. Την επιμέλειά της είχε ο Δημήτρης Τρίμης (γνωστός μας από τον Ιό στην παλαιά Ελευθεροτυπία και νυν πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ), ο οποίος ανάμεσα σε άλλα παρουσίαζε και τις απόψεις ενός ελληνικής καταγωγής μουσικού, που είχε γεννηθεί στην Νότια Αφρική και ο οποίος είχε σπάσει τα κοντέρ με την επιστροφή του στην Ελλάδα, όταν βρέθηκε να τραγουδά το “Get that beat” (1981) με τους Sharp Ties. Φυσικά επρόκειτο για τον τραγουδιστή του γκρουπ, τον Τόλη Φασόη.
Ο Φασόης είχε ξεκινήσει να παίζει μουσική από την εποχή που βρισκόταν ακόμη στη Νότια Αφρική, ως μέλος μιας reggae/rock μπάντας, των Introverts. Το συγκρότημα εμφανίστηκε στο Cape Town το 1979 και πως αναφέρει ο Τρίμης, δια στόματος Φασόη προφανώς, το live έγινε «σε ένα γήπεδο μπροστά σε χιλιάδες λευκούς και μαύρους» με τους Introverts να ξεσηκώνουν τον κόσμο και να κυνηγιούνται από την αστυνομία. Ο Φασόης είχε τραγουδήσει το “Making bombs” (γνωστό και σ’ εμάς από το πρώτο LP των Sharp Ties) παρουσιάζοντάς το ως μια… κάποια λύση στο πρόβλημα του apartheid. Όπως γράφει και ο Τρίμης: «Ο Φασόης στο πανεπιστήμιο το 1976 χτυπήθηκε σε αντι-ρατσιστική διαδήλωση επειδή τραγουδούσε με μαύρους και για τους μαύρους. Ήρθε στην Ελλάδα για να αποφύγει την στράτευση και γιατί η Νότια Αφρική δεν αφήνει περιθώρια ούτε στους λευκούς να αμφισβητούν το καθεστώς της». Το 1985 οι Sharp Ties είχαν πλέον γράψει την ιστορία τους και ο Τόλης Φασόης θυμόταν τα ακόλουθα, γράφοντάς τα στον Σχολιαστή...
«Ταξιδεύοντας στην Αθήνα απ’ την Καλαμάτα με το λεωφορείο των ΚΤΕΛ, έτυχε να καθίσω δίπλα σ’ έναν Έλληνα κύριο που είχε ζήσει για 14 χρόνια στη Νότια Αφρική. Καθώς του μιλούσα έγινε πολύ φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν υποστηρικτής του φασιστικού καθεστώτος του P.W. Botha. Αυτό φυσικά δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα, ήταν απλά ένας ακόμα Έλληνας που είχε βρεθεί στη Νότια Αφρική, έβγαλε λεφτά απ’ το σύστημα και τώρα είναι ένθερμος οπαδός του συστήματος που τον είχε βοηθήσει να βγάλει αυτά τα λεφτά. Είναι μια ακόμα συνηθισμένη περίπτωση, καθώς στις ‘ελληνικές κοινότητες’ σε πολλές πόλεις της χώρας υπήρχαν πολλοί Έλληνες που ήταν ρατσιστές και υποστηρικτές του φασιστικού καθεστώτος.
Μέσα στους πολυάριθμους Έλληνες που ήρθαν στη Νότια Αφρική υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός αριστερών που δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο. Την ίδια εποχή (και μέσω της ελληνικής πρεσβείας που κρατούσε πάντα ακροδεξιά στάση), ένας αριθμός δεξιών Ελλήνων που είχαν δεσμούς με τους Γερμανούς στη διάρκεια του πολέμου, ή Έλληνες που δούλευαν για τους Άγγλους το ίδιο διάστημα, ενθαρρύνθηκαν να μεταναστεύσουν στη Νότια Αφρική. Μερικοί απ’ αυτούς έφτιαξαν περιουσίες εκεί, κάνοντας τον καταδότη της νοτιοαφρικανικής αστυνομίας. Η δουλειά τους ήταν να πληροφορούν την αστυνομία: ποιοι Έλληνες κομμουνιστές υπήρχαν, ποιος έκανε παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος και γενικά για τις κινήσεις του κάθε Έλληνα. Όταν έγιναν οι εξεγέρσεις στο Shaperville (σ.σ. Μάρτιος 1960), μάζεψαν αρκετούς Έλληνες για να τους αποσπάσουν πληροφορίες.
Επίσης μετά τη δολοφονία του πρωθυπουργού Verwoerd από Έλληνα (σ.σ. τον Hendrik Verwoerd δολοφόνησε ο ελληνικής καταγωγής υπάλληλος του νοτιοαφρικανικού κοινοβουλίου Δημήτρης Τσαφέντας, τον Σεπτέμβριο του ’66), πήγαν και πάλι Έλληνες αριστερούς ‘μέσα’ για ανάκριση. Ακόμα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μερικοί Έλληνες φυλακίστηκαν για ‘παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος’. Σ’ όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ήταν φανερό ότι οι καταδότες, για τις συλλήψεις, ήταν Έλληνες.
Η ελληνική κοινότητα έτσι απέκτησε πολύ γρήγορα ‘ηγεσία’, απ’ αυτούς που με τη βοήθεια της κυβέρνησης μάζεψαν μια μικρή περιουσία και είχαν τα οικονομικά ‘φόντα’ για να κρατούν αυτή τη θέση στην κοινότητα. Η κοινότητα και οι ηγέτες της, που είχαν οικονομικές συναλλαγές με την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, δεν μπορούσαν φυσικά να διαφωνούν με την κυβερνητική πολιτική και η ελληνική κοινότητα σε μεγάλο βαθμό αδιαφορούσε για την πολιτική κατάσταση.
Μου ήταν ευχάριστο να είμαι μέλος της κοινότητας του Cape Town, καθώς είχαμε μια καλή ποδοσφαιρική ομάδα, τα καλύτερα πάρτι, τη γλώσσα μας κ.λπ., αλλά πάντα μου φαινόταν ότι είχαμε παραγίνει Νοτιοαφρικάνοι.
Σ’ ένα φασιστικό καθεστώς αισθάνονται καλά αυτοί που τους αρκεί να δουλεύουν σκυλίσια και να υπακούουν στα αφεντικά τους. Ιδίως αυτό ταιριάζει στα ίδια τα αφεντικά…».

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

28 εκατομμύρια τουρίστες…

Πέντε-έξι μέρες χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση είναι πάρα πολλές. Αντί η συνάντηση των τριών να είχε γίνει την επαύριο του «μαυρίσματος», τούτη κανονίστηκε να γίνει αύριο το απόγευμα – ούτε καν το πρωί. Αυτό είναι το χάλι της χώρας. Όλα μετατίθενται για οψέποτε, όλα κινούνται με ρυθμούς χελώνας. Και τι έχει συμβεί όλο αυτό το μεσοδιάστημα; Η χώρα βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι. Τίποτα δεν λειτουργεί, τα πάντα έχουν παγώσει, ενημέρωση δεν υπάρχει και όλες οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από το αν θ’ ανοίξει η ΕΡΤ ή αν θα γίνουν εκλογές. Η τρόικα μπαινοβγαίνει στο ΥΠΟΙΚ, κανείς δεν ξέρει τι συζητάει, κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει με το ΦΠΑ, με τα έσοδα που πάνε κατά διαόλου, τι θα γίνει με τις αποκρατικοποιήσεις μετά το φιάσκο της ΔΕΠΑ, τι σημαίνει, στην πράξη, υποβάθμιση του ελληνικού χρηματιστηρίου, τι θα γίνει με την περιβόητη ρευστότητα και βεβαίως και πάνω απ’ όλα, τι θα γίνει με την ανεργία που βαίνει ακόμη αυξανόμενη – λες και άμα σταθεροποιηθεί στο 27 ή στο 26% θα βγούμε και θα πανηγυρίζουμε.

Στη χώρα, εδώ και κάτι χρόνια, δεν έχει πέσει δίφραγκο, και η κυρία του Τουρισμού (και μαζί της ολόκληρη η κυβέρνηση) περιμένει να ανακάμψουμε από τα 17 εκατομμύρια των «αλητοτουριστών», όπως τους λέγανε παλαιά. (Λες και τα ίδια εκατομμύρια δεν ήλθαν και πέρυσι και πρόπερσι και κάθε χρόνο; Kαι που ήταν η ανάκαμψη δηλαδή;). Από τις ορδές των Άγγλων, των Γάλλων και των Ιταλών, τη «διεθνή μπατιρική» που θα καταφθάσει για να ξεκοκαλίσει στη χώρα μας τα… επιδόματα ανεργίας της, περιμένουμε να πάρουμε μπροστά; (Ω ναι, μα ξέχασα τους βούλγαρους και τους σκοπιανούς τουρίστες…). Γιατί, πέραν από μερικές χιλιάδες... ψιλοολιγάρχες που έχουν φράγκα και θα ’ρθουν να χαλάσουν, να... τονώσουν κάποιες τοπικές αγορές (σπρώχνοντας χρήμα στις Άλπεις... οι τοπικές αγορές), τα έσοδα που θα μαζέψει το κράτος δεν θα φθάσουν για να πληρωθούν ούτε οι αποζημιώσεις των υπαλλήλων της ΕΡΤ (καθότι πρέπει να ρεφάρουν και τα… rooms to let – σαφές το υπονοούμενο). Όπως έγραφε προ αμνημονεύτων και ο τρανός Γιώργος Ιωάννου: «Παρόλη την απέχθεια που με κυριεύει ακόμα και στο άκουσμα της λέξης ‘τουρισμός’ είμαι υποχρεωμένος να αναγνωρίσω ότι από το τέρας αυτό δεν είναι δυνατό πια να γλιτώσουμε ολότελα.(…) Από τώρα μπορούμε ν’ αρχίσουμε να διαφωτίζουμε με κάθε τρόπο το λαό για το μέχρι που φτάνει σήμερα η φιλοξενία και από πού και πέρα αρχίζει η δουλοπρέπεια και ο αφανισμός. Ιδιαίτερα πρέπει να κόψουμε τη γλώσσα των δασκάλων εκείνων που εξακολουθούν να μιλούν για ‘Ξένιο Δία’, σα να είμαστε ακόμα στην αρχαιότητα. Άλλο που δε θέλουν και οι τουρίστες…» [Χρονικό ’74/ καλλιτεχνική πνευματική ζωή, Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, Αθήνα 11/1974].
Σκεφθείτε, τώρα, να υπήρχε facebook και twitter το 1974… τι θα άκουγε ο Ιωάννου! (Θ’ άξιζε, κάποια στιγμή, να αναδημοσίευα ολάκερο το κείμενο). Μπροστά τους, όσα έσουραν οι «αλητοϊντερνέδες» στον Χρονά, την Δημουλά, τον Θεοδωράκη και τόσους άλλους θα έμοιαζαν με… ύμνους του Κατηχητικού.

Αλλά κι αυτό με τις αποζημιώσεις στην ΕΡΤ πώς το έχετε; Άκου ’κει «αποζημιώσεις»! Και ποιος θα τις πληρώσει αυτές κύριε Στουρνάρα μου; Αν υποθέσουμε για τους 3 χιλιάδες υπαλλήλους από ένα πόσο 25 χιλιάδων ευρώ κατά μέσον όρο στον καθένα, αμέσως-αμέσως μαζεύονται 75 εκατομμυριάκια. Μας ρώτησε ο Στουρνάρας, αν μας περισσεύουν και θέλουμε να τους τα δώσουμε; Και για μισό λεπτό. Οι κύριοι είπαν πως οι απολυμένοι (δουλεύσαντες και μη δουλεύσαντες) θα είναι εν δυνάμει και οι νέοι προσληφθέντες. Δηλαδή κάποιοι ρεμπεσκέδες –ποιοι;– αφού αποζημιωθούν θα μπορούν να  επαναπροσληφθούν στη… ΝΕΡΙΤ; Μιλάμε για απίστευτα πράγματα, για μύδρους που εξαπολύονται στα 11 εκατομμύρια κεφάλια μας κι εμείς καθόμαστε σαν ηλίθιοι κι ακούμε...
Είμαστε όλοι σε διακοπές κύριοι, 28 εκατομμύρια τουρίστες…

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

η ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ και ο λεγόμενος… πολιτισμός

Δεν υπήρξα ποτέ τακτικός αναγνώστης της Ραδιοτηλεόρασης. Πρέπει να την έχω αγοράσει μια-δυο φορές στη ζωή μου, ως παιδί, όταν είχε ένα τάλιρο εκεί στα μέσα του ’70 (θυμάμαι τον πατέρα μου να με στέλνει στο περίπτερο) και άλλη μία τώρα (χθες), όταν έδωσα ενάμισι ευρώ. Στο ενδιάμεσο, βεβαίως, έχω μαζέψει μερικά τεύχη από το γιουσουρούμ για διαφόρους λόγους (τελευταίως αγόρασα ένα τεύχος του 1972 επειδή είχε λόγια και φωτογραφίες των Νοστράδαμος), ενώ κάμποσες φορές έχω ξεφυλλίσει το περιοδικό σε σπίτια φίλων τηλεορασάκηδων και σε… λαϊκά οδοντιατρεία. Αγόρασα το τεύχος 2261 (14-20 Ιουνίου) της Ραδιοτηλεόρασης επειδή, ως τελευταίο, είναι βασικά… σουρεαλιστικό (λόγω των γνωστών γεγονότων). Διαβάζεις για ένα κάρο τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα, τα οποία ποτέ δεν μεταδόθηκαν, ούτε πρόκειται να μεταδοθούν (ανεξαρτήτως αν αναφερόμαστε σε επαναλήψεις ή όχι). Με απλά λόγια, το περιοδικό κυκλοφόρησε ενόσω δεν υφίσταται ΕΡΤ! Αν εξαιρέσεις το πρόγραμμα λοιπόν, που καταλαμβάνει τις 50 από τις 100 σελίδες του εντύπου (αν και ιδιαίτερη αξία έχουν μόνον οι έξι σελίδες του ραδιοφωνικού, επειδή το τηλεοπτικό το βρίσκεις παντού, ενώ το ραδιοφωνικό όχι), όλο το υπόλοιπο περιοδικό δεν στέκεται. Όχι πως και το πρόγραμμα στέκεται, αφού από τις 50 σελίδες του μόλις οι 28 είναι καθαρό πρόγραμμα (οι υπόλοιπες 22 είναι οι προτάσεις και τα… αξίζει να δείτε). Έτσι, λοιπόν, η Ραδιοτηλεόραση θα έπρεπε να έχει 30 συνολικώς σελίδες και να κοστίζει μισό ευρώ, απασχολώντας, το πολύ, έναν δημοσιογράφο. Απεναντίας, διαβάζει κανείς περισσότερα από 20(!) ονόματα στην agenda της, ξεκινώντας από εκείνο της Διευθύντριας Σύνταξης και φθάνοντας μέχρι τους υπευθύνους για την… υγεία, το ευ ζην και το παιδί.
Τι δουλειά έχουν σ’ ένα κρατικό περιοδικό ραδιο-τηλεοπτικού προγράμματος (ιδιοκτησίας ΕΡΤ ΑΕ υπενθυμίζω) οι αηδίες που γεμίζουν τα υπόλοιπα τηλεπεριοδικά; Τι σχέση έχουν οι… «δείκτες» που μας προστατεύουν από το κακόηθες μελάνωμα, οι… φίλοι μας τα ζώα, οι γαλάζιες σημαίες, τα Sudoku, τα ωροσκόπια, το… γιουβετσάκι στην κατσαρόλα (μη δω τηλεμάγειρα και τυπωμένο φαΐ, μου γυρίζουν τ’ άντερα, δένεται το στομάχι μου και δεν κατεβαίνει ούτε κουάκερ)… τι δουλειά έχουν όλα τούτα με το ραδιοτηλεοπτικό πρόγραμμα; Τι αρχοντοχωριατισμός είναι αυτός; Να σέρνεται ένα κρατικό τηλεπεριοδικό στο ίδιο γήπεδο, με το πλαστικό ταρτάν, που παίζει ο κάθε παραδόπιστος. Τι ανοησία είναι αυτή; Ποιος κατεβάζει αυτήν την αγοραία λογική, που επιβάλλει στην Ραδιοτηλεόραση να συναγωνίζεται τοιουτοτρόπως τα υπόλοιπα έντυπα; Γιατί να μην είναι ένα στενό καθαρό περιοδικό προγράμματος με 30 σελίδες, και πέραν αυτού ουδέν; Έχουμε χαρτί για πέταμα; Έχουμε λεφτά για πέταμα; Τι έχουμε για πέταμα και δεν το έχω καταλάβει; Κι αν θέλει δηλαδή η ΕΡΤ να φτιάξει ένα πολιτιστικό περιοδικό, που να συνοδεύει τα προγράμματά της, από πού θα πάρει γραμμή; Ποιο θα είναι το μέτρο σύγκρισης; Μπορεί να μου το υποδείξει κάποιος; Τέλος πάντων. Επειδή εγώ είμαι του χαρτιού, κι επειδή σέβομαι και τη μισή (γηραλέα) Ελλάδα που δεν ασχολείται με το internet, λέω πως το περιοδικό δεν πρέπει να κλείσει. Και να μην κλείσει. Είναι όμως προκλητικό να εκδίδεται έτσι όπως εκδίδεται. Επ αυτού τελεία και παύλα. Στουρνάρα πάρε κεφάλια...
Πάμε όμως λίγο και στις μπροστινές σελίδες (1-28) οι οποίες ασχολούνται με τον λεγόμενο… πολιτισμό. Διαβάζω στο εξώφυλλο «Αφιέρωμα/ Μάνος Χατζιδάκις/ 19 χρόνια μετά…». Τι αφιέρωμα ρε παλληκάρια; Δεν ντρέπεστε λιγάκι; Όταν ενάμισι φύλλο, με κάτι φωτογραφίες ναααα, αποκαλείται αφιέρωμα, τότε εγώ με τις 5-6 αναρτήσεις που έχω κάνει για τον Χατζιδάκι (που, έτσι και τις τυπώσω μπορεί να πιάνουν και 30 σελίδες, χωρίς φωτογραφίες) θα πω ότι έχω κάνει διατριβή, για να μην πω ότι έχω συντάξει εγκυκλοπαίδεια. Τι αηδίες είναι αυτές; Τι ντροπές; Κι εντάξει, άντε, ενάμισι φύλλο, ας πάει και το παλιάμπελο… για να δούμε τι αναφέρεται εκεί – αν υπάρχει δηλαδή τίποτα της προκοπής ή πάλι αρχίζουμε να γράφουμε εκθέσεις του Δημοτικού, κουνώντας πέρα-δώθε τα θυμιατήρια… «Κι εκείνος (σ.σ. ο Χατζιδάκις) αθεράπευτα πιστός σ’ αυτόν τον δρόμο, συνεχίζει κι εκεί που είναι (σ.σ. που είναι ρε παιδιά, πείτε μας κι εμάς) με την Ορχήστρα των Χρωμάτων να χρωματίζει με νότες τα περιβόλια τ’ ουρανού, αφήνοντας την πένα του φίλου του ποιητή απ’ την Ασέα (σ.σ. τον Γκάτσο εννοεί) να ζωγραφίζει άσπρα περιστέρια και να συνομιλεί με τα παιδιά κάτω στον κάμπο…». Φίλε, εσύ που κατάφερες να γράψεις όλα αυτά φέρε μου το ενδεικτικό σου να σου βάλω «δέκα»…
Τι άλλο; Διαβάζουμε στην 2261η Ραδιοτηλεόραση μια συνέντευξη της Σαβίνας Γιαννάτου που κάτι λέει (το «κάτι λέει» πάει στον… συνεντευξιαστή και όχι στην συνεντευξιαζόμενη) και άλλη μία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου από τον οποίον μαθαίνουμε πως έχει πει περί τα 900 τραγούδια: «τόσα έχουν ηχογραφηθεί από το 1974 μέχρι τώρα με τη φωνή μου». Μάλλον δεν θυμάται καλά ο Παπακωνσταντίνου ή κάνει πως δεν θυμάται (ούτε, βεβαίως, υπήρχε περίπτωση η κυρία που πήρε τη συνέντευξη να φροντίσει να του φρεσκάρει τη μνήμη). Ο Παπακωνσταντίνου ηχογραφεί από το 1972 (όχι από το ’74) κι έχει πει τουλάχιστον… 906 τραγούδια, ηχογραφημένα, τα επιπρόσθετα έξι, για δύο 45άρια (τα πρωτότυπα) και για ένα τουριστικό LP-συλλογή (οι διασκευές) άπαντα για την εταιρεία Lindos από την οδό Βερανζέρου. Παλιές αμαρτίες. Sergeant Stamoulis

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

JAZZ & TZAZ 243

Στο νέο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για το φεστιβάλ Jazz + Πράξεις στην Πάτρα (27-29/6) –θα εμφανιστεί, μεταξύ άλλων, και ο γάλλος σαξοφωνίστας Michel Portal–, όπως και για την σαξοφωνίστα Virginia Mayhew εστιάζοντας στο tribute άλμπουμ της στην ιστορική πιανίστα Mary Lou Williams, ο Δημήτρης Κατσουρίνης επικεντρώνεται στον σπουδαίο Boz Scaggs με αφορμή το άλμπουμ επανεμφάνισής του “Memphis”, ενώ ο Νάσος Καββαθάς μεγεθύνει στους πάντα διαχρονικούς Jethro Tull με αφορμή τα 40 χρόνια από το “A Passion Play”, το οποίο «ριμαστεράρει» ο Steven Wilson των Porcupine Tree.
Οι Atlantics ήταν (είναι) ένα αυστραλιανό surf συγκρότημα που σχηματίστηκε το 1961, κατορθώνοντας να περάσει το όνομά του μεταξύ των κορυφαίων του είδους. Το συγκρότημα, με τη σημερινή του σύνθεση και με τον ελληνικής καταγωγής κιθαρίστα Jim Skiathitis πάντα στην line-up του, επισκέπτετται την Αθήνα την 11η Ιουλίου. Με αφορμή το γεγονός ένα ελληνικό surf γκρουπ, οι Dirty Fuse, συνομιλεί με τον Σκιαθίτη για τα 52(!) χρόνια πορείας του γκρουπ. Αμερικανός σαξοφωνίστας με ιδιαίτερο ήχο και απόψεις, ο Rich Halley από το Oregon, μιλά για το έργο του στον Βαγγέλη Αραγιάννη. Ακόμη, ο Θανάσης Μήνας γράφει για τον σημαντικό, αλλά κομματάκι παραγνωρισμένο σαξοφωνίστα Don Byas, ο Άρις Γεωργίου ασχολείται με την βαθιά λειτουργικότητα του αυτοσχεδιασμού στην jazz, ενώ, τέλος, για να ολοκληρώσουμε από πλευράς θεμάτων, o Γιώργος Χαρωνίτης εστιάζει στο γνωστό φεστιβάλ Jazz on the Hill στη Σάνη της Χαλκιδικής (12-14/7), με την εκεί παρουσία της China Moses (στο εξώφυλλο), της Cassandra Wilson και της Madeleine Peyroux.
Πέραν αυτών υπάρχει, φυσικά, όλη η σταθερή ύλη του περιοδικού. Jazz Eye με κείμενα για τους Tomasz Stanko, Γιώργο Κρομμύδα, Λάμπρο Λεονταρίδη, The Next Step Quintet και Melentini, Live, Τζαζ & Λογοτεχνία, Δισκοκριτικές, Auditorium, Δισκορυχείον, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All that Art
Στο CD Modern Voices ακούμε τραγούδια με τις Sheila Jordan και Jeanne Lee από το 1962 (την εποχή δηλαδή που ο όρος μοντέρνο είχε νόημα). Ερμηνεύτριες ολκής με απολύτως προσωπική γλώσσα, συνοδεύονται εδώ από σημαντικά ονόματα (Ran Blake πιάνο, Steve Swallow, George Duvivier μπάσο κ.ά.).

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Τι ΝΕΡΙΤ ρε αγράμματοι;

Τι ΝΕΡΙΤ (Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ, Τηλεόραση) ρε αστοιχείωτοι; Σ’ ένα ελληνικό αρκτικόλεξο δεν μπορείς να χρησιμοποιείς μη ελληνικές λέξεις – είναι γελοίο. Αν ήθελαν να τα βάλουν όλα αυτά «μέσα» η καινούρια ονομασία θα έπρεπε να ήταν Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Διαδίκτυο, Τηλεόραση, δηλαδή ΝΕΡΔΤ. Έτσι όμως θ’ ακουγόταν σαν… πορδή.
Οι άνθρωποι είναι ανίδεοι. Καταστρέφουν ένα brand name με τρία γράμματα (τα περισσότερα γνωστά στον κόσμο τηλεοπτικά δίκτυα έχουν τρία γράμματα στα αρκτικόλεξά τους – BBC, RAI, ZDF, CNN…) και το αντικαθιστούν από ένα άλλο με πέντε (ούτε καν με τέσσερα δηλαδή!) –τι το θέλουν το internet ανάμεσα, τι θέλουν να παραστήσουν οι χλιμίτζουρες;–, που είναι και «λάθος».
Όλα στο πόδι… Γελάει ο κόσμος… Όποιοι δεν κλαίνε δηλαδή...

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

ET1 – NET – ET3

8/11/2009
Είδα, κατά τύχη, κάποια αποσπάσματα του «Κ. Γ. Καρυωτάκης» (σκ. Τάσος Ψαρράς) στην ΕΤ1…

30/1/2010
…που παρουσίαζε, παλαιότερα, κάτι μουσικές εκπομπές στην ΕΤ3 κι είχε και δισκάδικο…

9/3/2010
Είδα χθες το βράδυ στη ΝΕΤ την εκπομπή «Mηχανή του χρόνου»…

13/8/2010
Πριν κάνα χρόνο (στη NET νομίζω) πέτυχα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο σε μια εκπομπή για τους νέους κινηματογραφιστές…

17/9/2010
Το είχα δει παλαιά στη ΝΕΤ και είχα γράψει τις εντυπώσεις μου στο Jazz & Τζαζ, στο τεύχος 87, τον Ιούνιο του 2000…

25/9/2010
Περί τα μέσα Μαΐου είδα τυχαίως και παράωρα στην τηλεόραση (νομίζω στην ET1) κάποια μουσική(;) εκπομπή –δεν την πρόλαβα από την αρχή– μ’ έναν τσελίστα να διαλύει…

24/11/2010
Ωραία η ιδέα της ΕΤ1 για μια εκπομπή αφιερωμένη στο σκηνοθέτη Νίκο Παπατάκη

6/1/2011
…πέφτοντας πάνω σ’ ένα αφιέρωμα, του Σπύρου Παπαδόπουλου στη ΝΕΤ, για τον Μανώλη Χιώτη…

20/1/2011
Ξέχασα επίσης να σου πω πως εχθές είδα στο Παρασκήνιο της ΕΤ1 το «Καφενείο των Μουσικών»…

2/10/2011
Στην εφημερίδα Τα Νέα της 28/9/2011 δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα συνέντευξης της Angela Merkel στη ΝΕΤ…

24/2/2012
Χθες βράδυ η ΕΤ1 –το καλύτερο κανάλι της ελληνικής τηλεόρασης– έδειξε την ταινία του Νίκου Ζερβού «Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο»…

22/3/2012
Χθες βράδυ (δηλαδή σήμερα τις πρώτες πρωινές ώρες) ψάχνοντας στα κανάλια έπεσα, στη ΝΕΤ, στην εκπομπή «Στην υγειά μας»…

24/7/2012
Ήταν προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν είχα δει στην ΕΤ1 την ταινία του Σουηδού Johan Bergenstråhle “Jag Heter Stelios”

3/4/2013
…ένα Σάββατο βράδυ στη ΝΕΤ, όταν τον παρακολούθησα να τραγουδάει, πολύ ωραία, ένα τραγούδι του μακαρίτη Μπάμπη Μπακάλη…

Το δισκορυχείον όταν έβλεπε τηλεόραση έβλεπε μόνον κρατικά κανάλια.

Οι κατουρημένοι πάνω τους, εκείνοι που τους σέρνει η τρόικα από τ’ αυτί και που μέσα στον πανικό τους ρίχνουν τα ζάρια και όποιον πάρει ο χάρος μόνο τον αποτροπιασμό και τον σιχτιρισμό των σκεπτομένων μπορεί να προκαλέσουν, και μόνο τα «μπράβο» και τα «ζήτω» των βλαμμένων και των ηλιθίων.
Θέλουν να κάνουν αναδιάρθρωση στην ΕΡΤ οι άνθρωποι; Τρίχες κατσαρές. Τίποτα δε θέλουν, τίποτα δεν τους ενδιαφέρει. Να ικανοποιηθεί τσάτρα-πάτρα η μνημονιακή απαίτηση, μόνον αυτό τους νοιάζει. Υπάρχουν υπεράριθμοι στην ΕΡΤ; Να φύγουν. Αν μπορεί να λειτουργήσει η ΕΡΤ με το μισό προσωπικό ή με τα 3/4 ας λειτουργήσει. Αλλά κλεισμένη και με κατεβασμένο σήμα πώς θα λειτουργήσει;
Κάθε φορά που γίνεται μιαν απεργία βγαίνουν οι κυβερνώντες και παπαγαλίζουν. «Ναι στο διάλογο, αλλά με ανοιχτά σχολεία…», «ανοιχτούς δρόμους», «ανοιχτά λιμάνια», «ανοιχτά νοσοκομεία»… ανοιχτά τα κέρατά τους… Τώρα, με μια κατάπτυστη, πραξικοπιματική και φασιστική απόφαση (την οποίαν, κατά βάση, υποστηρίζει με χαιρεκακία μόνον η Χρυσή Αυγή), βάζουν λουκέτο στην ΕΡΤ, επειδή έτσι έδειξε το «πάρτα όλα». Τώρα, το «με ανοιχτή την ΕΡΤ» δεν ισχύει. Δεν προκάνουν, επειδή κωλοβαράνε ένα χρόνο και δεν μπορούν να βρουν δυο χιλιάδες διαστημόβλαχους να διώξουν από το Δημόσιο.
Ποτέ ιδρύθηκε το ΑΣΕΠ; Το 1994. Μάλιστα. Όσοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν προσληφθεί μέσω ΑΣΕΠ μετά το 1994 κρίνονται από μηδενικής βάσεως. Θα εξαιρούνταν μόνον όσοι είχαν προσληφθεί μέσω άλλων νομίμων διαδικασιών (επετηρίδα). Πόσοι υπηρετούν στο Δημόσιο από το 1994 και μετά; Χονδρικώς οι μισοί, περί τις 300 χιλιάδες να πούμε. Μέσα σ’ ένα χρόνο από 300 χιλιάδες άτομα δεν μπορείς να βρεις δυο, τρεις, τέσσερις χιλιάδες, τους πιο καμένους, τους πιο κολλητηριτζήδες και να τους στείλεις να μαζεύουν καρπούζια; Κάνετε έναν πανελλήνιο διαγωνισμό ρε κωθώνια. Βάλτε στους 300 χιλιάδες (λέμε τώρα…) να μας γράψουν... πώς πέρασαν το καλοκαίρι, να μας κάνουν μια διαίρεση δεκαδικού δια δεκαδικό με το χέρι, να μας θυμήσουν τι έγινε το 732 μ.Χ. και να μας πληροφορήσουν σε ποιο νομό πέφτει ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνος. Θα είχες αμέσως-αμέσως μια δεξαμενή… 290 χιλιάδων και θα ’διωχνες κατά βούληση. Ας πούμε ότι κάνω πλάκα... αλλά κάπως έτσι έπρεπε να γίνει.
Τι κάνουν αυτοί οι ανάξιοι που μας κυβερνούν τον τελευταίο χρόνο, και όλα τα προηγούμενα όλοι οι προηγούμενοι; Μόνο φόρους ξέρουν να βάζουν και οθωμανικά χαράτσια; Αλλά, βεβαίως, τι να περιμένεις από άβουλους και τεμπελχανάδες, τους διαχρονικώς αχρήστους, που αφού έφτιαξαν μια δημόσια διοίκηση σαν τα μούτρα τους στηριγμένοι στα κατώτερα των ενστίκτων (στο γλείψιμο, στην αμορφωσιά και τη συναλλαγή) τώρα μάς παρουσιάζονται ως μεταρρυθμιστές και εκσυγχρονιστές; Αν είχαν λίγη τσίπα πάνω τους, ίχνη από φιλότιμο, πρώτοι εκείνοι έπρεπε ν’ ανοίξουν, μόνοι τους (για τους εαυτούς τους), τις πόρτες των εξόδων…

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

ΤΖΕΣΣΙΚΑ bella ΤΖΕΣΣΙΚΑ

Η ελληνική γυναικεία pop στη δεκαετία του ’70, ο ήχος της δηλαδή, διαμορφώθηκε μέσα από το Ελληνικό Φεστιβάλ Τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρίνα με τα τραγούδια «Οι αριθμοί» των Γιώργου Ρωμανού & Δημήτρη Ιατρόπουλου το 1970, «Το τραίνο τώρα…» του Χάρη Βρούλη το 1971 και κυρίως με το «Ένα καλοκαίρι μόνο» των Γιώργου Μανίκα & Νίκου Ελληναίου το 1974, η Ελπίδα με το «Δεν τον είδα» των Άκη Σκαμάγκα & Γιώργου Ματαράγκα το 1972 και κυρίως με το «Στάξε μέλι στην καρδιά σου» των ιδίων το 1973, η Χριστίνα με τον «Μάγο» του Ηλία Ασβεστόπουλου το 1973, η Μπέσυ Αργυράκη με την «Ηλεκτρονική εποχή» του Δημήτρη Κωνσταντάρα το 1973, η Μίλλη με τη «Νέα γενιά» των Νίκου Λαβράνου & Διονύση Τζεφρώνη το 1974 και ορισμένες ακόμη στηρίχτηκαν και πρότειναν έναν ήχο τον οποίον διαμόρφωσαν, βασικά, οι ενορχηστρωτές της εποχής· ο Κώστας Κλάββας, ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο Κώστας Καπνίσης, ο Τάκης Αθηναίος, ο Ζακ Ιακωβίδης, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης… Φυσικά, δεν πέρασαν όλες οι pop τραγουδίστριες της εποχής από το Ελληνικό Φεστιβάλ Τραγουδιού, όμως κι εκείνες που δεν πάτησαν στη σκηνή του, όπως η Gelsomina ή η Τζέσσικα π.χ., στα ίδια χνάρια κινήθηκαν. Τον ίδιον-ανάλογο ήχο είχαν. Αυτός ο συνδυασμός, λοιπόν, στοιχείων της pop από τη μια μεριά με τον ελαφρύ ήχο της ορχήστρας του Φεστιβάλ από την άλλη δημιούργησε ένα «ελληνικό» υβρίδιο, που έπασχε από έναν μικρομεγαλισμό κάποιες φορές, αλλά που, ορισμένες άλλες, κατόρθωσε να δώσει όντως άξιες και εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις. Αυτές τις ενορχηστρώσεις άκουσε πριν από λίγα χρόνια και ο Βρετανός Andy Votel κάνοντάς μας… διάσημους στα πέρατα του κόσμου· τις σφήνωσε δε στο μυαλό και ουκ ολίγων Ελλήνων νεωτέρων DJs και ακροατών –πολλοί εκ των οποίων αγνοούσαν το εν λόγω υλικό– και οι οποίοι (DJs) ανέδειξαν το «Θάρθη θάρθη» των Γιάννη Ρενιέρη & Ηλία Ασβεστόπουλου (Ελπίδα) και το «Ένα καλοκαίρι μόνο» (Μαρίνα) σε «εναλλακτικούς» κλαμπίστικους ύμνους. Ένα από τα τελευταία ολοκληρωμένα δείγματα αυτού του ήχου –της ελληνικής pop των seventies εννοώ– συναντάμε στο LP της Τζέσσικας «Έλα Tώρα… Που δε Θες…» [EMI/ Columbia], που κυκλοφόρησε το 1977 σε παραγωγή του Γιώργου Πετσίλα. Λέω «τελευταία δείγματα», γιατί από ’κει και πέρα δεν αλλάζει μόνον η εξωτερική pop αντίληψη, αλλάζει συν τω χρόνω και η ουσία της (πάνε μαζί αυτά). Γίνεται, δηλαδή, περισσότερο πεζή και λιγότερο αφελής όσον αφορά στη θεματολογία της, ενώ και από πλευράς ενορχηστρώσεων θα εισβάλλουν σιγά-σιγά τα σύνθια, αντικαθιστώντας (ανεπαρκώς εννοείται) τα φυσικά όργανα. Ήδη από το 1977 ο pop ήχος του Φεστιβάλ ήταν κομματάκι ξεπερασμένος. Τραγούδια όπως τα «Ας κάνουμε απόψε μια αρχή» (1977) με την Άννα Βίσση και «Κράτα με» (1978) με τους Τάκη Αντωνιάδη και Χριστίνα θυμίζουν πιο πολύ τα… δυσκίνητα φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού της εποχής (όπως το βουλγαρικό Golden Orpheus για παράδειγμα), ενώ ο Γιώργος Πολυχρονιάδης με το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη μας» την επόμενη χρονιά θα έβαζε ταφόπλακα στο «παλιό στυλ», το οποίο θα έμπαινε οριστικά στο χρονοντούλαπο στα πρώτα χρόνια του ’80…
Η Τζέσσικα εμφανίζεται στη δισκογραφία με τα 45άρια «Άφησέ με/ Βρέχει βρέχει» [Pan-Vox PAN 6579] το 1974 και «Αμαζόνα/ Τώρα γιατί» [EMI/ Columbia 2J 006-70472] το 1975, για ν’ ακολουθήσει το LP «Έλα Tώρα… Που δε Θες…» [EMI/ Columbia 14C 062-70819] δύο χρόνια αργότερα. Με τον Άκη Σκαμάγκα ν’ αποτελεί έναν από τους πιο βασικούς συνεργάτες της (ήδη από την εποχή των singles) –o Σκαμάγκας ήταν μέλος των… Skamagas το 1966 και αργότερα του γκρουπ Φοίνικες– υπογράφοντας τα πέντε από τα δώδεκα τραγούδια του δίσκου, και με τον Νέστορα Δάνα (κι αυτός από τα συγκροτήματα του ’60, αφού είχε περάσει από τους Monks) να επιμελείται τις ενορχηστρώσεις, διευθύνοντας και την ορχήστρα, η Τζέσσικα κατορθώνει να προτείνει ένα μεγαλεπήβολο pop άλμπουμ, που πέρασε, στην εποχή του, εντελώς απαρατήρητο. Ήταν η γενικότερη «κακή» εποχή της τότε Columbia, όταν τυπώνονταν οι πιο αλλοπρόσαλλοι δίσκοι; Ήταν το κακό promotion; Ήταν το εξώφυλλο, που όσο… τραβηχτικό κι αν φάνταζε παρέπεμπε σε τουριστικό ρεπερτόριο; Να ήταν ο τίτλος, που έφερνε στο νου κάτι από ελληνικό soft core (ή και hard των 80s – αυτό το λέω τώρα); Η ουσία είναι πως το άλμπουμ θάφτηκε από το ραδιόφωνο και πάτωσε. Και η ίδια η Τζέσσικα δηλαδή δεν φαίνεται να ξανα-απασχόλησε από τότε τη δισκογραφία, παρότι το LP (ως παραγωγή) είχε πάρει μέρος σ’ ένα διαγωνισμό στο Φεστιβάλ του Sopot (Πολωνία) το 1980. Αυτό το τελευταίο κάπου το είχα διαβάσει, αν και δεν μπόρεσα (παρότι έψαξα) να βρω που ακριβώς. Επίσης, είχα δει (σε περιοδικό εννοώ) και αφίσες από κλαμπ και μαγαζιά της εποχής, στις ταμπέλες των οποίων εμφανιζόταν και τ’ όνομα της Τζέσσικας (κάτω από εκείνα των «πρώτων» ονομάτων). Δυστυχώς, ούτε αυτό το περιοδικό, μ’ ένα πρώτο πρόχειρο ψάξιμο, μπόρεσα να εντοπίσω· μάλλον μου έχει ξεφύγει η κατάσταση και κάπως πρέπει να την συμμαζέψω… Βρήκα, όμως, μερικά παλαιά τεύχη (από τα τέλη του 1976) του περιοδικού Αθηνόραμα (#7, 27/11/1976) και ψάχνοντας στις σελίδες με τα κοσμικά κέντρα εντόπισα την Τζέσσικα να τραγουδά στον Διογένη (στον Πειραιά) μαζί με την Νέλλη Γκίνη, τον Σπύρο Σερεμέτη, την Χαρούλα Ντάνου και τον Κώστα Κόλλια, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Ζακ Ιακωβίδη.
Το «Έλα Τώρα… Που δε Θες…» άνοιγε με το φερώνυμο κομμάτι που ήταν σύνθεση κάποιων… R.Smith & S. Williamson με ελληνικούς στίχους του Ηλία Ηλιόπουλου (δεν γνωρίζω το πρωτότυπο). Αν και δεν λέει πολλά πράγματα, εντούτοις η ενορχηστρωτική κάλυψη του Δάνα με τα σύνθια, τo φλάουτο και το hammond να προσφέρουν ό,τι καλύτερο σε ηχοχρώματα προετοίμαζε εκείνο που θ’ ακολουθούσε. Το επόμενο τραγούδι, το «Ξέχνα τα παλιά» (Λάκης Τζιλιάνος & Δώρα Δάνα) είναι ένα από τα καλύτερα του άλμπουμ. Ένα light rhythm nblues με μελιστάλαχτα φωνητικά, άψογο πνευστό τμήμα, ωραίο mellotron, και γενικώς «ελαφρά» ενορχηστρωτική προσέγγιση για σεμινάριο. Ένα «πλούσιο» τραγούδι, που θα μπορούσε να αποτελεί ένα διαχρονικό ελληνικό pop στάνταρντ. Το «Ραντεβού» (Α. Θεοδωρόπουλος & Η. Ηλιόπουλος) έχει ενδιαφέρον λόγω των παιξιμάτων. Με το ρυθμικό τμήμα να κάνει πολύ καλή δουλειά, το mellotron να ζωγραφίζει στο background συνεπικουρούμενο από τα διάφορα σύνθια και με την Τζέσσικα να ερμηνεύει πειστικά, το κομμάτι δεν μπορεί παρά να ανήκει μεταξύ εκείνων που ξεχωρίζουν (από το LP). Το «Αγόρι μου» είναι το πρώτο κομμάτι του Άκη Σκαμάγκα. Εντάξει, οι στίχοι δεν είναι το ζητούμενο, όμως η σύνθεση και βεβαίως η ενορχήστρωση είναι ζηλευτές. Μόνο και μόνο για το «χαμοντικό» break και το καθαρόαιμο «Jethro Tull-ικό φλάουτο» στο τέλος το τραγούδι παίρνει «πολύ καλά». Γιατί «δέκα με τόνο» βάζω στο «Μια αγάπη καινούργια» (Σταύρος Λαδάς & Σώβερ Μεταξάς – κιθαρίστας και μάνατζερ των Sover Group αντιστοίχως), το ωραιότερο ελληνόφωνο pop τραγούδι εκείνης της περιόδου και οπωσδήποτε ένα από τα ωραιότερα της δεκαετίας. Δεν είναι το fuzz στην κιθάρα, το jazzy πιάνο που κάνει στράκες, το rhythm section που τα χώνει, τα γεμίσματα από το φλάουτο, η ερμηνεία της Τζέσσικας οι ωραίοι στίχοι («Με το χρόνο η αγάπη ξεχνιέται/ όταν έχει βαριά πληγωθεί/ το μυαλό πια δεν τη συλλογιέται/ είναι νόμος αυτός στη ζωή. Όμως δίπλα του εκείνος ποια να ’χει/ να της λέει γλυκά σ’ αγαπώ/ κι εγώ μένω στο σπίτι μονάχη/ δίχως να ’χω κανένα σκοπό;»), είναι το συνολικό drive που βγάζει το τραγούδι (ελαφροροκιά για πολλά φράγκα). Θα το είχα ξεσκίσει στα τζουκ-μποξ το ’77, αν έβγαινε σε 45άρι. (Ας το ανεβάσει κάποιος). Το λέω, γιατί εκείνη τη χρονιά τάιζα το «Έλα πιο κοντά» (Θέμης Ανδρεάδης & Άινα Μάουρερ), που δεν πιάνει μία μπροστά στο «Μια αγάπη καινούργια»... Η πλευρά θα κλείσει με το «Ας ήταν όνειρο» του Νέστορα Δάνα (στίχοι Γ. Ρέμου), που έχει τραβηχτική μελωδία «βγαλμένη» στο σαξόφωνο.
Η όψη Β ανοίγει με το «Μπέλλα Τζέσσυ», που δεν είναι άλλο από το “Linda bella Linda” των Ιταλών Daniel Sentacruz Ensemble με ελληνικούς στίχους του Ηλία Ηλιόπουλου. Παρότι το τραγούδι είχε καταταγεί όγδοο στο Sanremo 1976, στην Ελλάδα ακούστηκε δεόντως, αφού είχε «κοπεί» και σε (ελληνικό) 45άρι: “Linda bella Linda/ Scaramouche” [ΕΜΙ 2J 006-18148]. Η ελληνική διασκευή είναι πολύ καλή και προσωπικώς την προτιμώ από το original λόγω της ενορχήστρωσης· και η Τζέσσικα όμως κάνει το κομμάτι δικό της. Τα επόμενα τέσσερα τραγούδια ανήκουν στον Άκη Σκαμάγκα. Το «Παίρνεις και μια πόζα» είναι funky με ωραία χρήση του hammond και rhythm section που ίπταται. Χορευτικό και το «Αλήθεια σας λέω» έχει μία «άπλα» ως τραγούδι, είναι «ντυμένο σωστά» από τον Δάνα, με το μπάσο να κρατάει όλη την ουσία. Άσσος και το «Έλα πιάσε με από το χέρι» που είναι αρκούντως jazzy, με τα πνευστά και τα πλήκτρα να υποστηρίζουν με πάθος τη μελωδία (ένα από τα 2-3 ωραιότερα tracks του δίσκου). Μα και το «Ένα καλοκαίρι μόνη» είναι ξεχωριστό. Μπαλάντα με ρεφρέν ελκυστικό και την Τζέσσικα να δείχνει πως έχει φωνή εύπλαστη (αν και χαριτωμένα και μάλλον από τη φύση της… αλλοιωμένη), ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας με άνεση. Το κομμάτι που συμπληρώνει την πλευρά και το άλμπουμ είναι το «Τα χείλη μου διψάνε» του Νίκου Τζαβάρα· ένα τραγούδι που θα μπορούσε να ήταν λαϊκό ή μάλλον ελαφρολαϊκό, ανακαλώντας στη μνήμη μου κάτι από το ρεπερτόριο της Χριστιάνας (εκείνης της εποχής).
Γενικώς, το «Έλα Tώρα… Που δε Θες…», που έχει τουλάχιστον δύο τραγουδάρες, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον pop άλμπουμ και κακώς το υποτιμούν όσοι το υποτιμούν…

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

GOOD LUCK Mr. GORSKY – ΣΑΒΒΑΣ ΜΕΤΑΞΑΣ

Όπως διαβάζω στο δίκτυο οι Good Luck Mr. Gorsky σχηματίστηκαν το 2004 στη Θεσσαλονίκη, από τους Σάββα Εμμανουηλίδη, Θανάση Παπαδόπουλο και Σάββα Μεταξά. Μ’ αυτήν ακριβώς τη line-up υφίστανται και σήμερα ως τρίο κυκλοφορώντας προς το τέλος του 2012 (δηλαδή αρχές του ’13), το πρώτο LP τους (έχουν κι ένα split CD με τους συμπατριώτες τους Eventless Plot από το 2008, στο ίδιο label).
Αυτό λοιπόν το Good Luck Mr. Gorsky [Granny] είναι ηχογραφημένο στο bios cinematheque, τον Ιούνιο του 2011 – μία κίνηση σωστή γενικώς, επειδή αυτή η μουσική, αυτό το ηλεκτρονικό περιβαλλοντικό, improv και λελογισμένα θορυβώδες κρεσέντο είναι ό,τι πρέπει για «ζωντανό». Οι Good Luck Mr. Gorsky παρουσιάζουν ενδιαφέρουσα (έως πολύ ενδιαφέρουσα) μουσική. Το στυλ τους, το ύφος τους, δεν είναι απωθητικό (και δεν αναφέρομαι στην πειραματική κάστα, αλλά σ’ έναν κόσμο πέραν αυτής). Αναπτύσσουν ωραία τις ιδέες τους και λόγω του ότι έχουν (και) μία ποικιλία οργανική (τρομπέτα, σύνθια, σαμπλ από προετοιμασμένο πιάνο, φωνές, ποικίλες field recordings) καταφέρνουν να δημιουργήσουν μία «προσωπική» κατάσταση. Ο ήχος τους, δηλαδή, προβάλλει «γεμάτος» μέσα από παράλληλα επίπεδα (ένα μπάσο στρώμα, ήχοι και εφφέ, ποικίλες ηλεκτρονικές παρεμβάσεις…), τα οποία συμβάλλουν, με τον τρόπο τους, προς ένα ενιαίο άκουσμα. Περιπετειώδης, και… απρογραμμάτιστη μουσική, δίχως ίχνος εσωστρέφειας ή αυτοαναφοράς. Ιδιαίτερο artwork και περιορισμένη έκδοση 300 βινυλίων.
Επαφή: www.grannyrecords.org
Μέλος των Good Luck Mr. Gorsky o Σάββας Μεταξάς (Savvas Metaxas) έχει κι αυτός, τώρα, ένα προσωπικό CD-R στην εταιρεία orila. Το άλμπουμ, που διαρκεί 51 λεπτά, είναι βασικά ένα σύνθι-έργο, με κάποιες παρεμβολές από επιτόπιες ηχογραφήσεις. Το βασικό όργανο είναι ένα ημι-modular synthesizer και μέσω αυτού αναπτύσσεται το σύνολο του αισθητικού πλαισίου. Οι μουσικές του Μεταξά, που είναι οπωσδήποτε πειραματικές, παίζουν με ποικίλες συχνότητες και timbre, αναπτύσσονται μέσα από μιαν αργή επαναληπτικότητα, άλλοτε πάλι είναι εντελώς εικονοκλαστικές, ενώ άλλοτε φαίνεται να διηγούνται μια κάποιαν ιστορία (έτσι μπορεί να νομίζει δηλαδή ο εκάστοτε ακροατής). Υπάρχουν tracks που ακούγονται πιο κοντά στο μέσο αυτί, όπως π.χ. το υπ’ αριθμόν 4, που θυμίζει παραγωγές της γερμανικής εταιρείας Sky του Günter Körber και άλλα που είναι πιο «τυχαία» και abstract. Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, παρουσιάζει ενδιαφέρον.
Επαφή: www.orila.net

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

IERNIS Έλληνες «Κέλτες»

Κέλτικο ρεπερτόριο έχει διασκευαστεί-ερμηνευτεί κι άλλες φορές από Έλληνες. Δεν είμαι σίγουρος όμως –τουλάχιστον δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή–, αν έχει υπάρξει ποτέ ένα συγκρότημα όπως οι Iernis, κι ένα CD όπως το Beyond a far-off shore [Music Corner], που να ηχεί και να είναι 100% κέλτικο και στα 73 λεπτά της διάρκειάς του. Το 4μελές σχήμα (Μανώλης Γαλιάτσος μπουζούκι, μπάντζο, μαντολίνο, κιθάρα, λαουτομπούζουκο, Γιώργος Γαλιάτσος κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, tiple, φωνή, Σκοτ Μαυρουδής uillean pipes, whistles, μαντολίνο, φωνή, Κώστας Ξυδάκης φλάουτο, μαντολίνο, whistles, dulcimer), όπως και οι τρεις guests που συνοδεύουν (Χρυσούλα Κεχαγιόγλου φωνή, Χριστίνα Κούτρου τσέλο, Πουλχερία Τσαβδάρη νταραμπούκα, μπεντίρ) αποτελούν όλοι μαζί ένα ξεχωριστό σύνολο, που «συλλαμβάνεται» σε απόλυτη ταύτιση με το ρεπερτόριο που καλείται να αποδώσει. Τούτο αιτιολογείται, προφανώς, από τα χρόνια που οι Iernis βρίσκονται μαζί (χονδρικώς από τα τέλη των 90s) και βεβαίως από τα πάμπολλα live που έχουν δώσει σε διάφορα αθηναϊκά στέκια, αλλά και στην επαρχία (Γιάννενα, Άμφισσα, Κατερίνη κ.ά.). Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο 15 σκοπών (κέλτικων παραδοσιακών βασικά, αλλά και μερικών επωνύμων – υπάρχει κι ένας ζωναράδικος χορός), που πολλαπλασιάζονται επί της ουσίας, αφού ορισμένα tracks αποτελούνται από δύο και τρία διαφορετικά κομμάτια (ενωμένα σαν potpourri).
Πολλά από τα θέματα που ακούγονται στο “Beyond a far-off shore” είναι κλασικά (“Gloomy winters noo awa’”, “Van Diemens land”), άλλα κλασικότερα των κλασικών (“John Riley”, “So early in the spring”) και άλλα, αν και αντλημένα από λιγότερο γνωστές πηγές (κυρίως δισκογραφικές), ηχούν, πάντα, με οικείο τρόπο στα ώτα όχι μόνον των fans, αλλά και των απλών φίλων των κέλτικων σκοπών. Μπορεί ο ζωναράδικος χορός (“This summer”) να μην «κολλάει» με το υπόλοιπο ρεπερτόριο, μπορεί τα φωνητικά να μην είναι πάντα το πιο δυνατό χαρτί των Iernis (είναι «σωστά» τα ανδρικά, αλλά τα γυναικεία χρειάζονται ακόμη περισσότερο βάθος), όμως τόσο οι ενοργανώσεις όσο και το παίξιμο (με όλο το ρυθμικό, μελωδικό και αρμονικό οπλοστάσιο εν παρατάξει) δείχνουν μουσικούς που έχουν δουλέψει πάνω στο είδος, που ξέρουν να αποδώσουν όχι μόνο τον τύπο, αλλά κυρίως το αίσθημά του. Αυτό συγκρατώ από την πρώτη προσπάθεια των Iernis.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

FRANCISCO PAIS ένα ξεχωριστό άλμπουμ

Η περίπτωση του Francisco Pais, του άλμπουμRaise Your Vibration [Product of Imagination, 2012] καλύτερα, είναι από εκείνες που σε οδηγούν… άρον-άρον να επανεκτιμήσεις την απλότητα (ίδιον, συνήθως, ενός πληθωρικού ταλέντου) και βεβαίως την ικανότητα κάποιου να μετέρχεται των βασικών υλικών δημιουργώντας προσωπικό έργο. Κι ενώ λοιπόν μόλις σκάσει το πρώτο τραγούδι (“Broken open”) εκείνο που έρχεται κατ’ ευθείαν στο μυαλό σου είναι πως ένας κάποιος… Sting (η φωνή μοιάζει, αλλά, γι’ αυτό, μόνον τη φύση μπορούμε να κακίσουμε) βρίσκεται εκεί για να σε απασχολήσει στα επόμενα 41 λεπτά της ζωής σου, στην αμέσως επόμενη στροφή αντιλαμβάνεσαι πως η ομοιότητα είναι αδιάφορη, καθότι άλλα, πολλά, είναι εκείνα που προεξέχουν. Ο Francisco Pais δεν είναι μόνον ένας απολαυστικός τραγουδιστής (με falsetto, φυσικά, ασυναγώνιστο), είναι ακόμη άσσος κιθαριστής και περαιτέρω στιχουργός και συνθέτης. Ένας πλήρης τραγουδοποιός που κινείται με απαράμιλλη άνεση μεταξύ pop-jazz και soft-rock, έχοντας δίπλα του παικταράδες· μουσικούς που χειρίζονται πλήθος πνευστών (άλτο σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, φλάουτο, μπασούν, κλαρινέτο) και ακόμη πιάνο, rhodes, και μπάσο-ντραμς συμβάλλοντας από κοινού σ’ ένα ανώτερο αισθητικό αποτέλεσμα.
Ξεκινώντας από τη Γαλλία το 1998, σπουδάζοντας στο Berklee και παίρνοντας πτυχίο στη Μουσική Παράσταση, ο Pais είχε την ευκαιρία να εμφανισθεί σε Ευρώπη και Αμερική, παίζοντας με τον αφρό της σύγχρονης σκηνής (Marcus Strickland, Seamus Blake, Gretchen Parlato, Myron Walden κ.ά.), δοκιμάζοντας και εμβαθύνοντας σε σταθερά πεδία. Απέκτησε, έτσι, έναν αέρα μουσικού του πάλκου, τον οποίον αέρα μετέφερε με χαρακτηριστική ευκολία και στο στούντιο, προβάλλοντας έναν αριθμό συνθέσεων/τραγουδιών που δεν σε αφήνουν να χαλαρώσεις. Κι εδώ είναι το παράξενο – ένα ακόμη παράξενο. Ενώ η μουσική του Pais είναι, βασικά, χαμηλών τόνων, το αποτέλεσμα είναι… εκκωφαντικό. Άψογες μελωδίες, αρμονική τελειότητα, ωραία πνευστά παιξίματα και βεβαίως κιθάρα που δοκιμάζει ακόμη και σε σκληρά ροκ τοπία, δίχως ποτέ να απεμπολεί τη λεπτότητά της. Δύσκολο να ξεχωρίσεις τραγούδι απ’ αυτό το άλμπουμ. Δύσκολο να επαναλάβεις κάτι. Το επαναλαμβάνεις όλο (διαρκεί εξάλλου, όπως προείπα, μόλις 41 λεπτά) και καθαρίζεις.