Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

AHMAD JAMAL the world is a ghetto

Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για μία μορφή της jazz history. Ο πιανίστας και συνθέτης Ahmad Jamal, γεννημένος ως Frederick Russell Jones το 1930 στο Pittsburgh της Pennsylvania (κάποια βιογραφικά είναι δανεισμένα από τη Wikipedia φυσικά), ξεκινά να παίζει πιάνο από πολύ μικρός επιδεικνύοντας ένα μοναδικό ταλέντο. Στα επτά του αρχίζει σοβαρότερες μουσικές σπουδές και, επαγγελματικώς πια, ξεκινά να περιοδεύει με την George Hudsons Orchestra αμέσως μόλις τελειώνει το Γυμνάσιο, το 1948. Δύο χρόνια αργότερα μεταβαίνει στο Σικάγο, ασπάζεται τον μουσουλμανισμό, αλλάζοντας το ονοματεπώνυμό του σ’ εκείνο που αναγνωρίζουμε όλοι μας, πραγματοποιώντας ταυτοχρόνως τις πρώτες εγγραφές του για την Okeh με τους The Three Strings (ήταν 1951)· το σχήμα συνοδείας αποτελούσαν, πλην του ιδίου, ο κιθαρίστας Ray Crawford και οι μπασίστες Eddie Calhoun (1950-52), Richard Davis (1953-54) και Israel Crosby (1954-57). Με αυτό το ειδικό setting (πιάνο, κιθάρα, κοντραμπάσο), με το οποίο καταγίνονταν επίσης οι πιανίστες Art Tatum και Nat “King” Cole, αλλά και συγκροτήματα όπως οι Soft Winds, ο Ahmad Jamal ηχογραφεί για την Parrot (1953-55) και την Epic (1955) παρουσιάζοντας μία… jazz δωματίου (με την απουσία των… ενοχλητικών ντραμς), αποκτώντας αμέσως μεγάλη φήμη (και στους κύκλους των μουσικών, βλ. Miles Davis).
Χαρακτηριστικό άλμπουμ αυτής της περιόδου είναι το “Ahmad Jamal Plays” [Parrot, 1955], που επανεκδόθηκε αργότερα και από την Argo ως “Chamber Music of the New Jazz”. Όμως ο ήχος τού τρίο τού Ahmad Jamal θ’ αλλάξει οριστικώς το 1957, όταν ο κιθαρίστας Crawford αντικαθίσταται από τον ντράμερ Vernel Fournier, με το σχήμα να εργάζεται πλέον ως in house τρίο στο Chicagos Pershing Hotel. Από εκεί και το άλμπουμ “At the Pershing: But Not for Me” [Argo, 1958], που, αρχικώς, θάφτηκε από τους κριτικούς με τη ρετσινιά τής easy music, αποκτώντας όμως, αμέσως, τεράστιο status για το ευρύτερο τζαζόφιλο κοινό· το οποίον (κοινό) διατήρησε το LP για περισσότερο από 100(!) εβδομάδες στο σχετικό chart του Billboard.
Στο τεύχος 229 του Jazz & Tζαζ (τον προηγούμενο Απρίλιο) παρουσιάστηκε το CD “Ahmad Jamal Trio & Strange Quintet” (επέλεξε ο Γιώργος Χαρωνίτης) με ηχογραφήσεις του σημαντικού πιανίστα από τη διετία 1960-61. Είναι η εποχή όπου ο Jamal κεφαλαιοποιεί την επιτυχία τού “But Not for Me” ανοίγοντας το κλαμπ/ρεστοράν The Alhambra στο Σικάγο. Από εκεί είναι ηχογραφημένα τα πρώτο οκτώ κομμάτια του CD (“Love for sale”, “Autumn leaves”, “We kiss in a shadow” κ.ά.) με τους Ahmad Jamal πιάνο, Israel Crosby μπάσο και Vernel Fournier ντραμς. Είχαν προηγηθεί (1960) οι εγγραφές με το παράξενο κουιντέτο του (το rhythm section, συν τον Joe Kennedy βιολί και τον παλαιό Ray Crawford κιθάρα), έξι από τις οποίες παρουσιάστηκαν στο ίδιο CD του περιοδικού.
Συνεχίζοντας να ηχογραφεί για την Argo (στην οποία θα παραμείνει μέχρι το 1965), ο Ahmad Jamal βρίσκεται πλέον στη Νέα Υόρκη όπου γνωρίζεται κάποια στιγμή με τον μπασίστα Jamil Nasser. Το πρώτο άλμπουμ της συνεργασίας τους ήταν το “Naked City Theme” [Argo, 1965], αλλά εκείνο που γνώρισε καλλιτεχνική επιτυχία ήταν το “Extensions, από την ίδια χρονιά, με τις τέσσερις συνθέσεις του –τη φερώνυμη του Jamal, την “Dance to the lady” του John Handy, την “This terrible planet” του Bob Williams και την “Whisper not” του Benny Golson– να αποδεικνύουν γιατί το τρίο τού Ahmad Jamal ήταν ένα από τα καλύτερα του καιρού του, αλλά και ο ίδιος ένας πιανίστας που θα μπορούσε να σταθεί στο αυτό ύψος με τους Bill Evans, Herbie Hancock και McCoy Tyner.
Αλλάζοντας label το 1966 (Cadet) και ντράμερ (Frank Gant), o Ahmad Jamal μπαίνει στην hippy era με το “Cry Young” [Cadet, 1967] ενθυμούμενος το “Nature boy” του Eden Ahbez κι έχοντας δίπλα του, πλην των Nasser και Gant, την Χορωδία Howard Roberts, που προσφέρει μία μαγική pop διάσταση στο εγχείρημα. Στο ίδιο ύφος και το “The Bright, the Blue and the Beautiful [Cadet, 1968] χτυπάει κόκκινο με το “Wild is the wind”, φέρνοντας τον Ahmad Jamal ακόμη κοντύτερα στα νεανικά ακροατήρια (εκείνα που άκουγαν ας πούμε… Harpers Bizarre – που τους θυμήθηκα;).
Με τα άλμπουμ του στην Impulse!, το ζωντανό στο κλαμπ Village Gate (στο Greenwich Village) At the Top: Poinciana Revisited” (1969), το “The Awakening” (1970) και τα live στο Montreux “Freeflight(1971) και Outertimeinnerspace(1972) o Ahmad Jamal χρησιμοποιώντας και ηλεκτρικό πιάνο κινείται σε περισσότερο προσωπικά, πνευματικά, space περιβάλλοντα. Το 11λεπτο “Poinciana”, ένα στάνταρντ τού παίκτη, εδώ αποκτά την πιο σαγηνευτική του διάσταση. Στο υπόλοιπο της δεκαετίας του ’70, με τις εγγραφές του να φιλοξενούνται κυρίως στην 20th Century, o Ahmad Jamal θα γίνει ακόμη περισσότερο pop (και funk), συνεργαζόμενος με ορχήστρες και ερμηνεύοντας War (“The world is a ghetto”) στο “Ahmad Jamal ’73”, Stevie Wonder (“Superstition”), Marvin Gaye (“Trouble man”), αλλά και “Spartacus love theme” και “Theme from M*A*S*H”... Κλασικός seventies ήχος (ακόμη και με blaxploitation στοιχεία), απολύτως μέσα στο πνεύμα της εποχής.
Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όντας περιζήτητος σε festival ανά τον κόσμο, ο Ahmad Jamal θα συνεχίσει να ηχογραφεί με ακατάπαυστους ρυθμούς (δέκα οκτώ άλμπουμ μέσα σε είκοσι χρόνια!) συνεργαζόμενος είτε σε τρίο και κουαρτέτα, είτε και σε μεγαλύτερα σχήματα, προβάλλοντας έναν προσωπικό όσο και ήπιο jazz λόγο, καθορισμένο από τα υπνωτικά vibes και τη φυσική ηχητική διαστρωμάτωση.
Στα τελευταία άλμπουμ του, το “It’s Magic” [Dreyfus Jazz, 2008], το “A Quiet Time” [Dreyfus Jazz, 2009], ή και στο πλέον πρόσφατο “Blue Moon” [Jazz Village, 2012], o Ahmad Jamal παραμένει στην εμπροσθοφυλακή της δικής του jazz, εμβαθύνοντας στο μελωδικό-λυρικό στοιχείο, εμπλουτίζοντάς το με χαλαρές ρυθμικές ατμόσφαιρες, τις οποίες αναλαμβάνει ο μόνιμος συνεργάτης του περκασιονίστας Manolo Badrena.
Ο Αμερικανός πιανίστας πρέπει να πρωτοήλθε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1997 (δεν γνωρίζω αν είχε έρθει παλαιότερα) παίζοντας σόλο, στη Σάνη της Χαλκιδικής. Σήμερα, απόψε, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, επανέρχεται στον ίδιο χώρο (στο Λόφο της Σάνης) έχοντας δίπλα του τους Reginald Veal μπάσο, Herlin Riley ντραμς και Manolo Badrena κρουστά.
Θεσσαλονίκη-Σάνη, απ’ όσο θυμάμαι, είναι καμμιά ώρα…

4 σχόλια:

  1. Πράγματι μια ώρα είναι υπο νορμάλ συνθήκες, αλλά αν πέσεις στην έξοδο του Σ/Κ μπορεί να κάνεις και τρείς.
    Πάντως αποζημιωθήκαμε απο την συναυλία.
    Ενα σχήμα δεμένο που με το groove του, μας σήκωσε στο πόδι (προς το τέλος).
    Ο κρουστός έδινε funky χρωμα στο σύνολο, ανεβάζοντάς το, σε άλλα, οχι και τόσο συνηθισμένα επίπεδα.
    Τα Drums με δύναμη και δεξιοτεχνία αλλά και το μπάσο με ωραία τεχνική και αυτοσχεδιασμούς μας παρέσυραν στον ρυθμό.
    Ο Jamal συνόψιζε στο πιάνο ή έκανε την αρχή με τα θέματά του, και σαν μέντορας αφηνε το πιάνο σηκωνόταν όρθιος και διέυθηνε τους μουσικούς.
    Οι απότομες παύσεις αλλά και τα ξεσπάσματα σε κρατούσαν σε αγωνία και αυξάναν την ένταση.
    Γενικά ενα κοντσέρτο που σε έκανε να εκτιμήσεις την αξεπέραστη αίσθηση και αναζοωγονιτική δύναμη που έχουν τα live οταν μπροστά σου έχεις τέτοιους μουσικούς.

    Υ.Γ.1 υπήρχε μια κυρία στις τελευταίες σειρες που παραπονέθηκε στον Γάλλο ηχολήπτη για την ένταση της μουσικής, και οταν αυτός την έγραψε έψαχνε να βρεί τους υπευθηνους του φεστιβάλ για να κάνει παράπονα.......

    Υ.Γ.2 μόνο προς το τέλος, στα encore,σηκωθηκαμε απο τις θέσεις μας, πράγμα που θα έπρεπε μάλλον να γίνει απο την αρχή κατα την γνώμη μου. Τελικά έιμαστε συντηρητικοί στις εκδηλώσεις μας?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εκπληκτικό live! Φανταστική η εκτέλεση του One (δεν το ήξερα). Εδώ μια εκδοχή από ένα παλιότερο live που βρήκα στο Y Tube

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. http://www.youtube.com/watch?v=9dS2fRAmjFE&feature=related

    ΑπάντησηΔιαγραφή