Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ FOLK ΣΤΗ ΒΡΕΤΑΝΗ ένα τι

Η Βρετάνη, στη ΒΔ Γαλλία, είναι ένα από τα έξι εναπομείναντα κελτικά έθνη· τα άλλα πέντε είναι η Ιρλανδία (το Eire δηλαδή), το Νησί του Μαν, η Κορνουάλη, η Ουαλία και η Σκωτία, ενώ, από κοντά, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και την ισπανική Γαλικία.
Η έκδοση “Destination Bretagne” [Wagram Music, 2009] αποτελούμενη από δύο CD κι ένα DVD (άνευ ενός κάποιου, έστω στοιχειώδους, booklet) έρχεται να δώσει μία… συνολική εικόνα της βρετονικής (folk) μουσικής, πράγμα το οποίον περίπου καταφέρνει. Και λέω «περίπου» επειδή η απουσία κάποιων ιστορικών, έστω απλών εθνο-μουσικολογικών και λοιπών στοιχείων, αδυνατίζει την όλη επιχείρηση. (Αφήνω το ζήτημα των μουσικών επιλογών, που αφορούν στην πλειονότητά τους στην τελευταία δεκαετία). Ας γράψω όμως κάτι περισσότερο…
Κύριο και βασικό περιεχόμενο του DVD είναι ο Κελτικός Κύκλος της Spezet (Δήμος στο ανατολικό τμήμα της Βρετάνης) υπό τον τίτλο Brug Ar Menez, που πρωτοπαρουσιάστηκε από τον Yves Com το 1948. Στο DVD, διάρκειας μιας ώρας, παρακολουθούμε μία σύγχρονη μουσικο-χορευτική απόδοση του Κύκλου, στην οποίαν παίρνουν μέρος 11 μουσικοί και 60 χορευτές, φορώντας τις τοπικές παραδοσιακές στολές. Όσον αφορά, τώρα, στους ερμηνευτές/συγκροτήματα υπάρχουν επιλογές από τα πλέον κλασικά των ονομάτων όπως εκείνα των Alan Stivell, Dan Ar Braz, Soig Siberil, Les Freres Morvan, Bagad De Lann Bihoue, νεότεροι δημιουργοί (o Iwan B, η Nolwenn Korbell, οι Forzh Penaos - στο βίντεο πιο κάτω), αλλά και ηχηρές απουσίες από το παρελθόν (Gwalarn, Sourdeline, Folkdove, Bleizi Ruz…). Ιδανικότερο κλείσιμο από το “Ian Morisson reel” του Alan Stivell δεν θα μπορούσα να φανταστώ, με τη μόνη διαφορά πως δεν πρόκειται για την εκδοχή από το “Chemins de Terre” [Fontana, 1973], αλλά για κάποια άλλη μεταγενέστερη.

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

MANTICORE’S BREATH death breath

Ήταν Απρίλιος του 2010 όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο των Manticore’s Breath – η συνέχεια των πάλαι ποτέ Will-o-the Wisp, να υπενθυμίσω – ένα 10ιντσο που έπαιζε στις 33 και 1/3 στροφές, και που μετατόπιζε των ήχο του πρωθύστερου συγκροτήματος σε περισσότερο heavy, dark, αλλά πάντα prog καταστάσεις. Τον Ιούλιο του 2010 δημοσιεύτηκε μάλιστα και η σχετική κριτική (http://is.gd/XidQtI), η οποία τελείωνε ως εξής: «Οι Manticore’s Breath αναπνέουν ολοκληρωτικώς χωμένοι στο βυθό του rock underground, προσδοκώντας, και καλώς, ευρύτερη (υπόγεια) αναγνώριση. Το δισκάκι αυτό είναι ο προπομπός». Και να λοιπόν, ενάμισι χρόνο μετά, το αθηναϊκό συγκρότημα (Τάκης Μπαρμπαγάλας κιθάρες, Άγγελος Γερακίτης φωνή, Κώστας Παγώνας μπάσο, Κώστας Κωστόπουλος ντραμς) να επανέρχεται μ’ ένα ολοκληρωμένο πλέον άλμπουμ, που έχει τίτλο “Death Breath” [Missing Vinyl, 2011], περιλαμβάνοντας τρία tracks ανά πλευρά και… κιλά εικαστικού διακόσμου. Γιατί, να το πω, η έκδοση που αφορά σε βινύλιο 600 αντιτύπων, είναι κλεισμένη μέσα σε βαρύ hardback εξώφυλλο (κάπως σαν δερματόδετο λεύκωμα), δίνοντας και αυτό από τη μεριά του άλλη διάσταση στο εγχείρημα...Οι Manticore’s Breath αγαπούν το κλασικό progressive rock· εκείνο δηλαδή των early seventies. To progressive rock των Caravan και των Cressida αγαπούσαν εξάλλου και ως Will-o-the Wisp, απλώς, τώρα, τα ενδιαφέροντα του συγκροτήματος έχουν γίνει περισσότερο σκοτεινά, μετατοπισμένα προς το βαρύ βρετανικό (ή και γερμανικό) στυλ των early seventies (ας πούμε τους πρώιμους Uriah Heep και Black Sabbath, τους Still Life ή τους Lucifer’s Friend και τους Jane), με τις κιθάρες να καραδοκούν, και με τα… guest όργανα (φλάουτο και πλήκτρα) να προσθέτουν σε ηχοχρώματα. Στιχουργικώς, υπάρχει επίσης μία μετατόπιση όσον αφορά στα θέματα, αφού τούτα κινούνται πιο πολύ προς μεταφυσικά ζητήματα (και τους σχετικούς προβληματισμούς που ξεπηδούν από αυτά), την ώρα κατά την οποίαν οι συνθέσεις, οι ερμηνείες, ο ήχος εν γένει, είναι ό,τι υπερτερεί των πάντων.
Στο εναρκτήριο “Your truth is a dead god” ας πούμε διαφαίνονται, με τη μία, άπασες οι αρετές του συγκροτήματος. Δεμένος ήχος, βαρύ έως βαρέων βαρών rhythm section, τεταμένο τραγούδισμα, τείχη κιθαριστικά, τα οποία διαπερνά μόνο το όργανο (Άκης Παππάς)· που δίνει βεβαίως την άλλη διάσταση στο κομμάτι. Στο ορχηστρικό “Personal demon” που ακολουθεί το βάρος είναι πλέον ασήκωτο – μέχρι τουλάχιστον το πρώτο μελωδικό break της κιθάρας – ενώ το κλείσιμο, με την παράλληλη συνομιλία κιθάρας-οργάνου, είναι κλασικό στη σύλληψή του. Τα vibes δεν αλλάζουν, εννοείται, και στο “Fields of Youth”, που κλείνει την πλευρά και που χαρακτηρίζεται από το επικό rhythm section με το κρουστό ποδοβολητό, τα μεταλλικά φωνητικά του Γερακίτη, κι ένα ακόμη διαπεραστικό σόλο του Μπαρμπαγάλα στην ηλεκτρική.
B side και… “I became a shadow”. Bluesy η εισαγωγή, με το σχετικό κιθαριστικό… ταξίμι, πριν μπουν τα φωνητικά, μετατοπίζοντας το κομμάτι σε πιο προοδευτικές διαστάσεις. Το “Astral lament” είναι ένα σύντομο στο χρόνο ορχηστρικό, κιθαριστικό intermezzo, kraut-folk ταξιδευτισμού (το φλάουτο της Αμαλίας Κουντούρη επιτείνει την αίσθηση) με το closing track “Manticore” να συνοψίζει το συνθετικό προφίλ των Manticore’s Breath· πρόκειται για μία άτυπη σουίτα, με εναλλαγές στα tempi και με μελωδικό κιθαριστικό σόλο, που με πήγε πίσω στους Khan του Steve Hillage και στο δικό τους closing track “Hollow stone…”. Γεμάτος δίσκος.
Επαφή: http://is.gd/O3tB6t Τo Μάρτιο του 2004 είχαμε συναντηθεί με τον Τάκη Μπαρμπαγάλα κι είχαμε συζητήσει για διάφορα (μουσικά) θέματα. Του είχα προτείνει μάλιστα, ανάμεσα σε άλλα, να μου σχολιάσει και μερικά κομμάτια, τα οποία είχα επιλέξει, γνωστοποιώντας από την αρχή το περί τίνος επρόκειτο. Είχε προκύψει η ακόλουθη κουβέντα, που εξακολουθεί να έχει νόημα:
1. “Answer to life”, από το πρώτο άλμπουμ των Φινλανδών Blues Section [Love, 1967]

Φ.Τ.
Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα γκρουπ του φινλανδικού rock στη δεκαετία του ’60 με τον κιθαρίστα Hasse Walli στη σύνθεσή τους (αργότερα στους Piirpauke) και τον αλτίστα Eero Koivistoinen. Πώς σου φάνηκε;
T.M. Πολύ ωραίο τραγούδι. Μου θυμίζει αμερικάνικο συγκρότημα της εποχής, π.χ. κάτι από τον Ήχο της Βοστώνης, ίσως λίγο πιο γλαφυρούς Beacon Street Union. Έχει υπέροχη ψυχεδελική-ποπ γραμμή, αν και το πραγματικό προσόν του είναι τα φωνητικά. Πολύ καλός ο τραγουδιστής.
Φ.Τ. Πρόκειται για τον Jim Pembroke, ο οποίος αργότερα βρέθηκε στους Wigmam. Συμφωνώ μαζί σου. Φωνή που μένει, αλλά και τι τραγουδάει ε; “I go with the gang called the Vegetable Men/ I like to kick cops whenever I can/ They say that I weren’t too bright at my school/ But if I can beat cops I can be no fool/ Breaking their bones, I’m chucking ’round stones/ I’m spreading ’round fear and hate/ I don’t want nothing more than my beer”.
2. “Love song with flute” από το πρώτο άλμπουμ των Βρετανών Caravan [Verve, 1968]

Τ.Μ.
Οι Caravan είναι από τις αγαπημένες μου μπάντες. Οι τρεις πρώτοι δίσκοι τους είναι τοπ. Φοβερά παιξίματα. Δεν είναι τόσο η τεχνική, όσο το ότι παίζουν απλά, δείχνοντας συνθετική ωριμότητα. Βγάζουν μια παράξενη μελαγχολία, που δεν την είχαν άλλα γκρουπ του Canterbury, ούτε οι Soft Machine. Στο συγκεκριμένο τραγούδι το φλάουτο κάνει τη διαφορά.
Φ.Τ. Είναι ο Jimmy Hastings, αδελφός του Pye Hastings, που έπαιζε, κιθάρα, μπάσο και τραγουδούσε.
3. “Fire” από το άλμπουμ “The Elements” [Milestone, 1974] του τενορίστα Joe Henderson
Τ.Μ.
Καταπληκτικό κομμάτι. Έχει ψυχεδελική χροιά και μου θύμισε Miles Davis εποχής “Bitches Brew”, αν και είναι πιο φευγάτο. Το σαξόφωνο είναι τελείως space, ενώ το rhythm section δεν πιάνεται.
Φ.Τ. Στο μπάσο είναι ο Charlie Haden και στα ντραμς ο Leon Chancler. Η bass line είναι ισχυρότατη. Είναι απίστευτο πώς παίζει έτσι ο άνθρωπος σε όρθιο μπάσο. Αλλά και οι αρπισμοί της Alice Coltrane προσθέτουν στο κομμάτι… fairy vibes.
Τ.Μ. Φοβερό, φοβερό. Παρότι έχει μεγάλη διάρκεια (σ.σ. ξεπερνά τα 11 λεπτά) όχι απλώς δε σε κουράζει, αλλά πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο. Έτσι είναι όλος ο δίσκος;
Φ.Τ. Έτσι και καλύτερος!
Τ.Μ. Θα είναι η επόμενη αγορά μου!
4. “Gamen” από το άλμπουμ “Vedergallningen” [MNW, 1999] των Σουηδών Garmarna

Τ.Μ.
Δεν είμαι πολύ φίλος της ethnic και αντιμετωπίζω αυτά τα πράγματα με δυσπιστία. Αν κι εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό.
Φ.Τ. Ναι, όντως. Υπάρχει η σουηδική πόλκα από τη μια μεριά, αλλά από την άλλη υπάρχει και έντονη ροκ διάθεση.
Τ.Μ. Μου έκανε εντύπωση το μέρος της κιθάρας. Έτσι όπως εξελισσόταν το κομμάτι δεν το περίμενα. Πολύ ζωντανό τραγούδι με πανίσχυρο μπιτ.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ΒΟΥΛΑ ΠΑΛΛΑ τ’ ακούς κουμπάρα μου;

Πριν σκάσει μύτη η γνωστή σειρά CD Έλληνες και Ινδοί [Saraswati, 2000], όταν άκουγα αυτές τις λέξεις, τις «Έλληνες και Ινδοί» δηλαδή, το μυαλό μου πήγαινε κατ’ ευθείαν στη Βούλα Πάλλα. Ήταν τόσο έντονο εκείνο το στοιχείο επάνω της, στη φωνή της, στο ντύσιμό της, στα τραγούδια της –αν και δεν τραγούδησε μόνον ινδοπρεπή–, ώστε να μπορούσε να παίζει σ’ αυτόν το χώρο, για σχεδόν 20 χρόνια, μάλλον χωρίς αντίπαλο.Το άλμπουμ «Βούλα Πάλλα» [Olympic SBL 1092, 1973], για το οποίο επιθυμώ να πω λίγα λόγια, το ανακάλυψα πριν από κάμποσα χρόνια επειδή… πρέπει να είχα άστρο. Μάλιστα, όπως είχα διαπιστώσει εκείνη την εποχή (ήταν 2003) το αγνοούσαν όλοι οι φίλοι και γνωστοί (ανάμεσά τους και συλλέκτες του ελληνικού ροκ), όταν άρχισα να τους λέω, έστω και με μία δόση υπερβολής, πως ήταν εφάμιλλο των πρώτων LP της Μαρίζας Κωχ (τόσο καλό!), ενταγμένο σε μία γενικότερη, να την πούμε έτσι, αντίληψη της περιόδου, να παρουσιαστούν δηλαδή γνωστά σε όλους δημοτικά τραγούδια μ’ ένα δυτικό ροκάδικο τρόπο· ό,τι έπρατταν την ίδιαν εποχή, εκτός της Κωχ, οι Sounds, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, η Λήδα με το Σπύρο, ο Πάνος Κόκκινος και διάφοροι άλλοι. Επειδή –και λόγω δουλειάς– δε γίνεται να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, μέσα σε λίγο διάστημα, και αφού τα νέα (καλά ή κακά) διαδίδονται τάχιστα, η τιμή του δίσκου έφθασε τα 60 ευρώ στο Μοναστηράκι, από τα 5-10 που θα μπορούσε να τον αγοράσει κάποιος από τα σκυλολόγια, δείχνοντας παραλλήλως –το γνωστό στους παροικούντες την βινυλιο-Ιερουσαλήμ– το πώς σκέπτεται και δρα η συγκεκριμένη αγορά.
Το απίστευτο με το εν λόγω άλμπουμ είναι ότι τη ροκάδικη ενορχήστρωσή του την είχε επιμεληθεί ο κομποζιτέρ Νάκης Πετρίδης («Όταν» - Φίλιππος Νικολάου, «Πάλι θα κλάψω» - Μαρινέλλα, «Μη μου λέτε γι’ αυτή» - Στέλιος Καζαντζίδης, «Ο πρόσφυγας» - Μανώλης Αγγελόπουλος…), το όνομα του οποίου, όπως απεδείχθη, ήταν κόκκινο πανί για όσους άκουγαν Σαββόπουλο λόγου χάριν· έτσι κάπως ο δίσκος έμενε στα αζήτητα, περιμένοντας να τον ανακαλύψω (εγώ; – δεν ξέρω) 30 χρόνια αργότερα (πρωτοέγραψα σ’ ένα δισκορυχείο στο Jazz & Τζαζ, τον Ιούνιο του 2005).
Και τα δώδεκα τραγούδια του (παραδοσιακά και επώνυμα) είναι full-electric, με φαζαριστές κιθάρες –ποιος να παίζει άραγε, μήπως ο David Grunstein;– ωραίο ρυθμικό παιγνίδι και βεβαίως με την cool, πάνω απ’ όλα, ερμηνευτική προσέγγιση της Βούλας Πάλλα, ένα στυλ τραγουδίσματος δηλαδή εντελώς προσωπικό, αρκετά απομακρυσμένο θα έλεγα από ’κείνο της θείας Lata. Top στιγμές τα δικά της «Μια όμορφη Ηπειρώτισσα», «Τι σαράντα, τι πενήντα, τι εξήντα», το «Τσαχπίν» (ο «Κατηφές» της Ρόζας Εσκενάζυ) και κυρίως o ψυχεδελο-τσάμικος «Ντηλπεράκι»· ένα τραγούδι που το είχα προσέξει, για πρώτη φορά, σ’ ένα πανηγύρι, στα Τρόπαια της Αρκαδίας, καιρό πριν το ακούσω από την Πάλλα.Έξι χρόνια αργότερα, κι ενώ η λαϊκή μουσική στη χώρα μας είχε πάρει πια εντελώς διαφορετική τροπή (αν και…) η αγέρωχη καλλιτέχνιδα, που στήριζε με πάθος τα γούστα και τις εμμονές της, κάνει τ’ όνειρό της πράξη. Προβάρει ελληνικούς στίχους στα τραγούδια από την ταινία «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα» (1957) του Mehboob Khan, σε μουσικές βεβαίως του Naushad, δημιουργώντας ένα concept μετα-σάουντρακ [Pan Vox X33 SPV 10226, 1979], ξαναγράφοντας ακόμη και τους στίχους του «Καρδιά μου καϋμένη» του Δημήτρη Γκούτη (το περίφημο “Dunia me ham aaye hain”) ως «Σκληρή είναι η ζωή μας». Τα λόγια της στο εξώφυλλο αποδείχτηκαν ανατριχιαστικά: «Όταν τελείωσε ο δίσκος και τον άκουσα, κατάλαβα ότι έτσι κάπως πρέπει να τελειώσει η καριέρα μου…».
Λίγους μήνες αργότερα (μέσα στο 1980) η Βούλα Πάλλα θα φύγει από τη ζωή, στα 51 της χρόνια. Ήξερε προφανώς…

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

JAZZ & ΤΖΑΖ 225

Στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για τον σουηδό ντράμερ Magnus Öström (πρώην e.s.t.) με αφορμή το τελευταίο του CD στην ACT. To soul και funk κομμάτι του περιοδικού αφορά στους Γάλλους Shaolin Temple Defenders (ένα δικό μου κείμενο), σε μία συνέντευξη της Gizelle Smith στον Δημήτρη Κατσουρίνη (η τραγουδίστρια εμφανίστηκε προσφάτως στην Αθήνα), καθώς και στην περίπτωση του Νιγηριανού Joni Haastrup και του συγκροτήματός του, τους Monomono (γράφει ο Θανάσης Μήνας), με αφορμή την επανέκδοση των παλαιών τους άλμπουμ από τη βρετανική Soundway. Ακόμη, ο Κλήμης Λεοντίδης εστιάζει στην περίπτωση των γερμανών progsters Exmagma, ο Βαγγέλης Αραγιάννης επικεντρώνεται στις πιανιστικές δυνάμεις που ακούν στα ονόματα Michael Jefry Stevens και Satoko Fujii, ενώ ο Γιώργος Χαρωνίτης προσεγγίζει με τρόπο διεξοδικό τη σόλο πιανιστική δισκογραφία του «κεφαλαίου» Keith Jarrett (στο εξώφυλλο), με αφορμή το πιο πρόσφατο άλμπουμ του στην ECM, υπό τον τίτλο “Rio”.
Περαιτέρω Jazz Eye (με κείμενα για τον Βαγγέλη Κατσούλη, τους Guelewar από την Γκάμπια, τον Βασίλη Παπαδόπουλο και την Αμαρυλλίδα…), Agenda, Δισκοκριτικές, Blues Boom!, Δισκορυχείον, οι τελευταίες εκδόσεις της Inner Ear, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, Τζαζ + Λογοτεχνία, All That Art…).Στο CD “Monk plays Duke” o Thelonious Monk (με τα σχήματά του) σε συνθέσεις του Duke Ellington από τη διετία 1955-56.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

ΘΑΝΑΣΗΣ ΞΑΝΘΑΚΟΣ o μοναχικός αστακός

Να πω από την αρχή πως «Ο Μοναχικός Αστακός» είναι ταινία, αλλά επειδή δεν την έχω δει ας αντιγράψω κάτι από το δίκτυο: «Ένας μάγειρας επιλέγει για τα γενέθλια ενός έτους τού εστιατορίου του ένα σπάνιο και ακριβό αστακό από τη Μαύρη Θάλασσα. Το αποτέλεσμα της διαφήμισης δεν αργεί να φανεί, αλλά μ’ έναν παράξενο τρόπο. Στο μαγαζί του έρχεται μια νεαρή κοπέλα, η οποία με σοβαρότητα του λέει πως ο Αστακός που έχει παραγγείλει, αρχικώς, είναι… παραισθησιογόνος και δεν τρώγεται και πως γι’ αυτές ακριβώς τις ιδιότητές του, λατρευόταν σαν θεότητα από διάφορες φυλές του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας. Η ίδια ανήκει σε μια οικολογική – με τελετουργικά, θρησκευτικά, στοιχεία – οργάνωση η οποία εστιάζει την έρευνά της σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο αστακό, που φέρει και την ονομασία, λόγω σπανιότητας, ‘Ο Μοναχικός Αστακός’. Στη συνέχεια και αφού συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα ο μάγειρας εξεγείρεται, θυμώνει και κρυφά – τον παρακολουθούν όμως – πηγαίνει στο μαγαζί μαγειρεύει τον Αστακό και τον καταβροχθίζει ολάκερο μόνος του. Από εδώ και στο εξής αναλαμβάνει τα ηνία της ιστορίας η νεαρή κοπέλα, διότι ο μάγειρας έχει υποστεί κάτι σαν εγκεφαλικό και τελεί υπό μόνιμη ακινησία και άνοια. Μέσω τελετουργικών παρεμβάσεων η νεαρή επιδιώκει να επαναφέρει το μάγειρα αναγεννημένο ξανά στον κόσμο».
Πρόκειται για ένα ψηφιακό φιλμ (άρα και χαμηλού budget), σε σκηνοθεσία Γιώργου Μπακόλα και μουσική του Θανάση Ξανθάκου. Ο Ξανθάκος, οργανίστας του garage-punk συγκροτήματος The Teardrops (τους θυμάμαι από την πρώτη συλλογή “Enjoy the Greeks!” της On Stage, το 2004) επιλέγει μία επένδυση που μου μοιάζει περιγραφική, στενά δεμένη (υποθέτω) με τα διαδραματιζόμενα (είναι κάτι που… ακούγεται δια… γυμνού οφθαλμού), χρησιμοποιώντας μία ομάδα μουσικών, στην οποίαν (ομάδα) περιλαμβάνεται το τρίο κιθάρα, μπάσο, ντραμς, αλλά από ’κει και πέρα πλείστα όσα πλήκτρα· φαρφίζες, σύνθια και εφέ. Μάλιστα, ένα εφέ (σφυρίχτρα;) στην εισαγωγή της «Τρέλας» μου θυμίζει τις πρώτες νότες του μπάσου από το “Purple haze”, με το «Θέμα» (τελευταίο track στην πρώτη πλευρά) ν’ ακούγεται στ’ αυτιά μου αρκούντως βαθύ και υποβλητικό (με κάτι από Pink Floyd της Syd Barrett-era). Στη δεύτερη πλευρά η «Σπείρα» προσανατολίζεται σε ακόμη καθαρότερα ψυχεδελικά μονοπάτια (με τη farfisa σε πρώτο πλάνο), με τα υπόλοιπα κομμάτια να διατυπώνουν ηχητικά περιθώρια, κινούμενα σε πιο abstract ή και jazz-abstract πλαίσια («Ανοίγοντας το κουτί»), με το «Πέρασμα» να ολοκληρώνει το υποχθόνιο του πράγματος. Απολύτως ενδιαφέρον long play, που κυκλοφορεί σε μόλις 250 αντίτυπα.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

βραδιάζει…

Το τραγούδι είναι γνωστό. Είναι το τελευταίο μεγάλο λαϊκό, έτσι όπως το είπε ο πρώτος και μαζί ο τελευταίος λαϊκός τραγουδιστής του καιρού μας· του κάθε καιρού δηλαδή. Μέχρι πριν λίγη ώρα – ενώ έχω ακούσει το «Βραδιάζει» δεκάδες φορές – δε γνώριζα τίποτα για το συγκεκριμένο βίντεο που υπάρχει στο YouTube και το οποίον έχει δεχθεί περισσότερες από 950 χιλιάδες επισκέψεις μέσα σε 3 χρόνια (καμμιά εικοσαριά είναι οι δικές μου), και κοντά στα 650 σχόλια (κάθε μέρα, ή μέρα παρά μέρα, κάποιος θα γράψει κάτι). Για λαϊκό τραγούδι συζητάμε…
Μου έκανε εντύπωση το βίντεο. Δεν ξέρω αν είναι επίσημο ή ερασιτεχνικό. Δεν έχει και τόσο σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η απλή, αλλά τόσο ουσιώδης οπτικοποίηση του άσματος. Η ώχρα που διαπερνάει τα πάντα, ένα φορτηγό που στρίβει σε μιαν ανηφόρα, ένα εκατό που τρέχει, τα ταξί που διασχίζουν τους δρόμους σαν να μην έχουν σκοπό, τα έργα και οι πάγκοι στην Ομόνοια, οι δεξαμενές, τα φουγάρα, ο Ηρακλής, το λιμάνι, ο ναύτης, οι περαστικοί, οι σηκωμένοι γιακάδες… και βεβαίως η φωνή. Η μία, η μεγάλη, η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ.

J.J. CALE ωσεί παρών

Για τον Βρετανό Nick Woodland έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο τύπος έχει μεγάλη... krautrock ιστορία, αφού υπήρξε μέλος των Gift, των Subject Esq, των Sahara, των Ralf Nowy Group, των Tanned Leather κ.ά. – συγκροτήματα που έγραψαν στη γερμανική σκηνή στα χρόνια του ’70.
Για σχεδόν 20 χρόνια τώρα ο Woodland οδεύει σ’ ένα δικό του μονοπάτι, που είναι οπωσδήποτε στρωμένο από blues κοτρόνες, αλλά ενίοτε και από άλλα τινά χαλίκια. Το πιο πρόσφατο (μάλλον πέμπτο) προσωπικό του άλμπουμ έχει τίτλο Cultfactory Vol.2: The Goodburn Clearing House [Enja/Blues Beacon, 2011] κι έρχεται τρία χρόνια μετά από το “Cult Factory Vol.1: Authentic Heads” [Enja/Blues Beacon, 2008]. Κι εδώ ο Woodland παρουσιάζει μια σειρά ένδεκα κομματιών, τα οποία δεν είναι ακριβώς blues, ούτε κυρίως blues. Το όλον πράγμα παραπέμπει άλλοτε στο ύφος της μπαλάντας του J.J. Cale και άλλοτε του Tony Joe White, δίχως ν’ αποφεύγονται οι prog καταστάσεις – με κομμάτια όπως το “Watching the Egyptians” να μας πηγαίνουν πίσω στις μέρες του ’70. Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, διατηρεί τα υψηλά στάνταρντ ενός μουσικού, που, ενώ ξεκίνησε την καριέρα πριν πολλά-πολλά χρόνια, δεν έχει ακόμη ξεθυμάνει.
Και μια και ο λόγος για τον J.J. Cale προηγουμένως, να εδώ ένα tribute στον κύριο από την Oklahoma City, υπό τον τίτλο “Oklahoma Blues” [ZOHO Music, 2010], το οποίον υπογράφεται από τους Swamp Cabbage, Rufus Huff, Dixie Tabernacle, Doug Phelps/ Larry Goad, Persuasions, Tim/ Roddy Smith’s Groove Gang, Gregg Skaff/ Darryl Johnson, Jimmy Hall with Greg Skaff, Walter Parks και Michael Powers. Οι συμμετέχοντες έχουν διαλέξει για τις διασκευές τους μερικά από τα πολύ γνωστά τραγούδια του σημαντικού τραγουδοποιού (“Don’t cry sister”, “Sensitive kind”, “Cocaine”, “Old blues”, “Crazy Mama”, “Lies”, “Money talks”…), δίχως να περάσουν από άλλα αθάνατα (“After midnight”, “Call me the breeze”, “Thirteen days”…), κατορθώνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργήσουν όντως αξιομνημόνευτα covers. Αναφέρομαι κυρίως στο “Sensitive kind” των Swamp Cabbage, που βγάζει κάτι από… Stevie Ray, αλλά και στο “Crazy mama” των σκληρών (είναι, δεν τους παριστάνουν) Rufus Huff, για τους οποίους έχω ξαναγράψει (http://is.gd/DVhyUi).
Το “Crazy mama” πάντως, που ακούγεται πιο κάτω, προέρχεται από το “Tribute to JJ Cale Vol. 2: The Instrumental Sessions”. Με τους Rufus Huff εννοείται…

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

FINCHLEY BOYS ομίχλη στην Champaign

Η Champaign είναι μία μικρή πόλη του Illinois, καμμιά διακοσαριά χιλιόμετρα νοτίως του Σικάγο. Παρά ταύτα, παρά το μικρό της πληθυσμό δηλαδή (περί τις 80 χιλιάδες ψυχές), είχε πάντα μία ακμάζουσα rock (και όχι μόνο) σκηνή, καθότι ήταν (είναι) έδρα του University of Illinois (μαζί με την Urbana). Στην εν λόγω φοιτητούπολη πήραν εμπρός οι Finchley Boys, μία σκιώδης μπάντα που κατόρθωσε να γράψει ένα και μοναδικό LP, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα treasure items του αμερικανικού υποχθόνιου rock. Αυτό το άλμπουμ, το “Everlasting Tributes”, που περιλαμβάνει εγγραφές των ετών 1968-69 και που πρωτοβγήκε στην καλιφορνέζικη Golden Throat το 1972, επανεκδίδει 38 χρόνια αργότερα (2010) η ελληνική Anazitisi Records. Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που ξαναβγαίνει τούτο το ιστορικό LP, είναι όμως η πρώτη φορά που επανεκδίδεται νομίμως και από το αυθεντικό master tape, προσφέροντας δύο bonus tracks (rec.1972), ένα 12σέλιδο LP-sized booklet με φωτογραφίες, στίχους, αναμνήσεις και πλήθος ιστορικών στοιχείων, συν δύο καρτ-ποστάλ, συν μιαν αφίσα. Μία reissue με τα όλα της δηλαδή· ένα πακέτο βαρύ, που, απλώς, αντανακλά την ηχητική βαρύτητα του γκρουπ. oι Finchley Boys, πέρυσι (tour 2010), ποζάρουν σαν στο δίσκο
Αποτελούμενοι εκ των Garrett Oostdyk κιθάρες, George Faber φωνή, φυσαρμόνικα, Larry “Tabe” Tabeling 8χορδο μπάσο και J. Michael Powers κρουστά, οι Finchley Boys δεν κρύβουν, αρχικώς, τις blues αναφορές τους· και όχι γιατί ξεκινούν διασκευάζοντας το “Who’s been talkin’” του Howlin’ Wolf. Το ηλεκτρικό blues του Chicago και οι folk-psych ήχοι της εποχής (“Swelling waters”, “It all ends”) από τη μια μεριά, και από την άλλη το british rock που καθόριζε ένα αισθητικό μένος (άκου ας πούμε τη version στο άσμα των Kinks “I’m not like everybody else”), παρείχαν τη δυνατότητα στους Finchley Boys να φτιάξουν τα δικά τους σκληροτράχηλα κομμάτια όπως το “Outcast”, το “Hooked” και κυρίως το “Restrictions” (ήταν, πάντα, το αγαπημένο μου). Τα δύο bonus από το ’72 βρίσκουν το γκρουπ (σε πεντάδα και εξάδα, με μόνο τους Oostdyk και Faber από την παλαιά line-up και με γυναικεία φωνητικά), να μετατοπίζεται σε πιο flower power φόρμες. Πολύ καλό το “Warm days”, με τις κιθάρες να φεύγουν
Επαφή: www.anazitisirecords.com

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

jazz στην κοιτίδα

Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσεις, δισκογραφικώς εννοώ, το τι συμβαίνει με την jazz στην Αμερική. Το υλικό είναι τεράστιο, οι κατευθύνσεις άπασες οι δυνατές (από dixie, έως avant και ό,τι μπορεί να υπάρχει ενδιαμέσως), οι καλλιτέχνες νέοι και παλαιότεροι βρίσκονται σε δημιουργική έξαρση. Όλα, δηλαδή, πηγαίνουν πρίμα; Σ’ ένα πρώτο επίπεδο σίγουρα…
RICH HALLEY QUARTET: Requiem for a Pit Viper (Pine Eagle)
Δεν είναι τυχαία περίπτωση ο τενορίστας Rich Halley, αμερικανός μουσικός που ζει και εργάζεται στο Portland του Oregon. Leader, ή απλώς μέλος διαφόρων συνασπισμών (Rich Halley Trio και Quartet, Lizard Brothers Sextet, Multnomah Rhythm Ensemble κ.λπ.), o Halley έχει σπουδάσει Βιολογία – όπως διαβάζω στο βιογραφικό του – γεγονός που, εν μέρει, μπορεί να αιτιολογεί και τον τίτλο τού πλέον πρόσφατου CD του. Το «Ρέκβιεμ για τον Κροταλία» (εξ όσων υποθέτω ο… όφις έχει αρχίσει να εκλείπει), είναι ένα απολύτως ερασιτεχνικό jazz άλμπουμ· ερασιτεχνικό, όχι εξ αιτίας κάποιου ελλείμματος σε επαγγελματική ευσυνειδησία (αν υπήρχε ποτέ περίπτωση, για μουσικούς που βιώνουν, χρόνια τώρα, το πάλκο και το στούντιο), αλλά ως ένα αποτέλεσμα αμέριστου πάθους και αγάπης εν σχέσει μ’ εκείνο που βγαίνει. Κοιτώντας το all-paper cover (κάτι όχι σύνηθες για τον… μέσο plastic υπερ-ατλαντιστή), τα ωραία, έντονα χρώματα και τη γενικότερη σχεδίαση, αμέσως αντιλαμβάνεσαι το μεράκι των ανθρώπων της Pine Eagle Records (δηλαδή του ιδίου του Halley), ένα μεράκι που δεν εξαντλείται, φυσικά, επί των επιφανειακών, αλλά προχωρά, συν τω χρόνω, και επί των ακουστικών.
Δυνατό το κουαρτέτο και όχι… καθημερινό, και βεβαίως υψηλής ενεργειακής στάθμης η μουσική του. Εντύπωση, δηλαδή, προξενούν ο τρόπος που παίζει ο Rich Halley, με τα βαθιά φυσήματα και των σπηλαιώδη ήχο, η ολίγον στον… κόσμο της κρουστή ομοβροντία τού υιού Carson Halley (ένας συνδυασμός rock και spiritual jazz drumming α λα Ed Blackwell), το συχνά περπατητό μπάσο τού Clyde Reed, που κάνει καλή δουλειά και φυσικά το τρομπόνι τού Michael Vlatkovich (χειρίζεται ακόμη κρουστά, ενώ παράγει και ήχους από παιγνίδια), που είτε στο σολιστικό, είτε στο συνοδευτικό του ρόλο συμβαδίζει, προκαλεί ή αντιπαραβάλλεται, δημιουργικώς, με το τενόρο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια σειρά εξαιρετικών συνθέσεων (δέκα στον αριθμό, όλες του Rich Halley), όπως η “Circumambulation”, η 10λεπτη “Snippet stop warp”, η “Subterranean strut” ή το λαμέντο “Maj”, που προκαλούν μέσα από την εναλλαγή grooves και moods και τη γήινη πάκτωσή τους.
Επαφή: pineeagle@richhalley.com
THE BRIAN LANDRUS QUARTET: Traverse (BlueLand)
Μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του υπό τον τίτλο “Forward” [Cadence Jazz/ BlueLand, 2009], για το οποίο είχα γράψει τα καλύτερα λόγια εδώ http://is.gd/nHcndT, ο 33χρονος αμερικανός βαρύτονος σαξοφωνίστας και μπασο-κλαρινετίστας Brian Landrus επιστρέφει μ’ ένα άλμπουμ, το “Traverse”, διαφορετικό γενικώς από το προηγούμενό του. Εκεί, υπήρχε ένα οκτέτο, που έδινε την ευκαιρία στον Landrus και τους μουσικούς του να κάνουν την υπέρβαση (περιδιαβαίνοντας jazz και avant-jazz μ’ έναν… διαστημικό τρόπο), εδώ υπάρχει ένα κουαρτέτο (αλλά τι κουαρτέτο!), η δύναμη του οποίου εντοπίζεται στη συνθετική και παικτική συμπύκνωση. Δίπλα στον Landrus λοιπόν, δύο μέλη, ή εν πάση περιπτώσει δύο στενά συνεργαζόμενοι με την M-Base κολεκτίβα, ο κοντραμπασίστας Lonnie Plaxico και ο πιανίστας Michael Cain, και βεβαίως ο ντράμερ Billy Hart, το ιερό τέρας των μπαγκετών, με τις μυθικές συνεργασίες (Miles Davis, Stan Getz, Herbie Hancock, Eddie Henderson, Lee Konitz, Pharoah Sanders, McCoy Tyner και… και… και…) και την πάντα εν εγρηγόρσει παικτική ματιά. Το αποτέλεσμα είναι ένα άψογο jazz άλμπουμ, του παλιού καιρού, γεμάτο από συνθέσεις του Landrus (υπάρχει ένα μόλις cover, εκείνο στο κλασικό “Body and soul” του Johnny Green), το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον ίδιον να αποδείξει τις ικανότητές του στο (μελωδικό) βαρύτονο σαξόφωνο, αλλά και το ταλέντο του στη σύνθεση (το 10λεπτο Creeper κάνει τη διαφορά) και στους υπολοίπους την άνεση να συνοδεύσουν με την επάρκεια του επαγγελματία και τη ζωτικότητα του δημιουργού.
Υπάρχει στη διάθεσή μου και το “Capsule” [BlueLand, 2010] των The Landrus Kaleidoscope, αλλά δεν το έχω ακούσει ακόμη.
Επαφή: www.bluelandrecords.com
RICHARD NELSON LARGE ENSEMBLE: Pursuit (Heliotrope)
Καθηγητής μουσικής (αναπληρωτής) στο University of Maine, στην Augusta της Georgia, και με δραστηριότητα που εκτείνεται σε όλη την Ανατολική Ακτή, ο κιθαρίστας, συνθέτης και band leader Richard Nelson, μοιράζεται στο “Pursuit” (έστω και ετεροβαρώς) ανάμεσα στο 14μελές Large Ensemble (5 tracks) και το Κουιντέτο του (2 tracks). Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι μία jazz με σαφείς αναφορές στο λεγόμενο post-bop, τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό και τη σύγχρονη μουσική. Στο εισαγωγικό Portal οι neo-classical αναφορές είναι σαφείς, τονιζόμενες έτι περισσότερο από το αρχικό σόλο του Don Stratton (τρομπέτα), παρότι η σύνθεση κλείνει μέσα σ’ ένα jazz σολιστικό κρεσέντο, τη συνεργεία άλτο σαξοφώνου (Pamela Jenkins) και τρομπέτας. Στο “Innocence” τα ηχητικά βάρη, δεν… απομειώνουν τη χάρη (απεναντίας!), σε μια σύνθεση όχι πολύ μακριά από τη γραμμή αναλόγων της Maria Schneider. Στο “Search” πάνω σ’ ένα μπάσο οστινάτο (Cassidy Holden), ο σοπρανίστας Tim O’Dell εναποθέτει… διεξοδικά soli, ενώ στο “Azure”, μία καθαρή blues σύνθεση, οι αναφορές στις κλασικές ορχήστρες είναι σαφείς, όπως σαφές είναι και το noir περιτύλιγμα του κομματιού· κι όλα αυτά λίγο πριν η σκυτάλη παραδοθεί στο “Strive”, με τη δωματίου εισαγωγή (βιόλα, τσέλο, φλάουτο) και την εν συνεχεία hard-driving ενορχηστρωτική γραμμή. Τα “Abol stream” και “Stillness”, τα δύο 9λεπτα tracks με το Κουιντέτο (Tim O’Dell άλτο, σοπράνο, Don Stratton τρομπέτα, Richard Nelson κιθάρα, Cassidy Holden μπάσο, Steve Grover ντραμς) που κλείνουν το άλμπουμ, παρέχουν την ευκαιρία στον Nelson για μία εφ’ όλης της ύλης συναισθηματική αναδίπλωση, προσφεύγοντας δηλαδή σ’ έναν jazz λυρισμό άνευ ημερομηνίας λήξεως.
Επαφή: www.richardnelsonmusic.com
RICK STONE TRIO: Fractals (Jazz And)
Ρίχνοντας μια ματιά στη βιογραφία-δισκογραφία του Rick Stone, που υπάρχει στο site του www.rickstone.com, διαπιστώνω πως ο εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη jazz guitarist δεν είναι τυχαία περίπτωση. Κυκλοφορεί δουλειές του από το 1985, έχει συνεργαστεί με τους Hal Galper, Billy Hart, Kenny Barron, Eric Alexander και άλλους διαφόρους, παρουσιάζοντας, όλο αυτό το διάστημα, μια σειρά από άλμπουμ υψηλής κριτικής αποδοχής. Το “Fractals” πρέπει να είναι το πέμπτο στη σειρά, ηχογραφημένο στο Brooklyn τον προηγούμενο Ιανουάριο. Οι Rick Stone ηλεκτρική κιθάρα, Marco Panascia μπάσο και Tom Pollard ντραμς ερμηνεύουν επτά πρωτότυπες συνθέσεις και τέσσερα στάνταρντ, αναπαράγοντας και αναδημιουργώντας κλασικά bebop κιθαριστικά μοτίβο σε κομμάτια όπως το “Scoby” και το “Speed bump”, κάνοντας τη διαφορά με συνθέσεις όπως η έσχατη “The phrygerator” (με τις σαφείς modal Coltrane-ικές αναφορές, όσον αφορά στην αλληλουχία των ακόρντων). Το φερώνυμο “Fractals” και κυρίως το “Nacho mama’s blues” δεικνύουν το ταλέντο τού Stone στην συγχορδιακή επεξεργασία, με το rhythm section (και κυρίως τον ντράμερ με τα γεμίσματά του) να κάνει εξαιρετική δουλειά. Από τα τέσσερα στάνταρντ το εισαγωγικό “Stella by starlight” του Victor Young ανοίγει με ένα αντολίτικης χροιάς 7/4, που δίνει οπωσδήποτε μία κατεύθυνση στη διασκευή, ενώ το “Ballad for very sad and very tired lotus eaters” του Billy Strayhorn είναι επιλεγμένο, μάλλον, για την καθαρή ομορφιά του· το ρυθμικό τμήμα συμβάλλει τα μάλα με τα εφέ του (ο μπασίστας Panascia με τη χρήση του δοξαριού και ο ντράμερ Pollard με τα πιατίνια του).
Επαφή: www.jazzand.com
KLEZWOODS: Oy Yeah! (Accurate)
Μπορεί το όνομα των Klezwoods (από τη Μασαχουσέτη) να παραπέμπει στο klezmer, όμως στο “Oy Yeah!” (2010) δεν ασχολούνται μόνο με τα εν λόγω ηχοχρώματα. Για την ακρίβεια, από τα δέκα κομμάτια του CD τους, μόνο δύο σχετίζονται άμεσα με τη μουσική των Ashkenazic Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης· τα υπόλοιπα είναι βουλγαρικά, τουρκικά, βορειο-μακεδονίτικα, αραβικά και ελληνικά (ένας «Συρτός»). Η 9μελής μπάντα είναι σούπερ με τον ακορντεονίστα Michael McLaughlin και τον βιολιστή Joe Kessler να κάνουν άψογη δουλειά, αλλά και τον περκασιονίστα Brian O’Neill (ιθύνων νους της Mr. Ho’s Orchestrotica, το άλμπουμ της οποίας για τον Esquivel μάς είχε απασχολήσει πριν από καιρό http://is.gd/JNv81D), να συνοδεύει με γνώση στην ηχητική-γεωγραφική περιπλάνηση.
Επαφή: www.accuraterecords.com

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ τρία σχέδια

Τρία σχέδια του Πάνου Κουτρουμπούση, όπως δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό αντί (Περίοδος Β, τεύχος 30, Σάββατο 18 Οκτωβρίου 1975) και τα οποία συνόδευαν το κείμενο του καθηγητή Ηλία Θερμού «Το Πανεπιστήμιο στη Σύγχρονη Εποχή».

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

THE UPSETTERS – THE PROPHETS – NEKTAR μια διαχρονική ελληνική ιστορία

Ένα από τα πρώτα ξένα γκρουπ που έπαιξαν live στην Ελλάδα ήταν οι The Upsetters. Το συγκρότημα, όπως μαθαίνουμε από τα τεύχη 43 (24/11/1965) και 46 (12/1/1966) των Μοντέρνων Ρυθμών –μετά και από τις σχετικές πληροφοριακές διορθώσεις και αποκαταστάσεις– σχηματίστηκε στο Παρίσι στο τέλος του 1964 από τον μπασίστα Derek “Mo” Moore (τότε στους Original Upsetters και τους Beast), όταν αυτός συνάντησε τον ντράμερ Ron Howden, που συμμετείχε στους Berries, παίζοντας (το γκρουπ) κυρίως σε στρατιωτικές βάσεις στη Γαλλία. Δίπλα τους βρέθηκαν κάποιος σαξοφωνίστας ονόματι Geoff ή Jeff (από τους Berries κι αυτός), ο κιθαρίστας John C. Marshall και ο οργανίστας Royce Francis. Οι Upsetters εμφανίστηκαν τον Μάρτιο του ’65 στην (τότε) δυτικογερμανική τηλεόραση και σε clubs, τον Μάιο περιόδευσαν στην πατρίδα τους, τη Βρετανία, με τους Rolling Stones και τους Rebel Rousers του Cliff Bennett, τον Ιούνιο βρέθηκαν πάλι στη Δυτική Γερμανία, υπέγραψαν συμβόλαιο για τουρνέ (στη Βρετανία) με τους Kinks, τους Searchers και τους Who, για να βρεθούν τον Οκτώβριο του ’65 στην Ελλάδα, παίζοντας στο Σατώ Λατέν της Χαριλάου Τρικούπη, αλλά και στους κινηματογράφους Τερψιθέα του Πειραιά και Ρεξ (στα πρωινά του Κίμωνος Αρέτα και του Ηλία Καραμανέα αντιστοίχως).
Εκεί προς τις αρχές του ’66 πρέπει να αναχώρησαν για τη Δ. Γερμανία, όπου και συνόδευσαν (με τη σύνθεση Jim Clapper τενόρο, Royce Francis hammond, Derek “Mo” Moore μπάσο, Alvino Sykes ντραμς, John C. Marshall κιθάρες) τον τραγουδισταρά Piet ή Pete Lancaster ηχογραφώντας μαζί του ένα κλασικό στον ήχο r&b LP “Rhythm & Blues Show” [Polydor 249 105, 1967], δίδοντας το 45άρι “Stupitidy/ Baby, baby,baby (I tell what you gotta do)” [International Polydor 52 954] που ακούγεται στο LP και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη…
Τον Ιούλιο του ’67 ένα άλλο, ξένο, γκρουπ έρχεται για εμφανίσεις στην Ελλάδα, λέγονται The Prophets, παίζουν στo ξενοδοχείο Υδρούσα της Ύδρας (μαζί με τους Esquires Beat Group), στις Σπέτσες και την Αίγινα, ενώ την 21/8/1967 εμφανίζονται μαζί με τους Stars, τους G.L.X. (των Gριτσόπουλου, Lαούδη, Xαμωνάκη), τους Sounds & Tammy κ.ά. στο θέατρο Μπουρνέλη, στο Καλοκαίρι ’67 του Νίκου Μαστοράκη. Να τι έγραφε ο Θόδωρος Σαραντής στο τεύχος 89 (13/9/1967) των Μοντέρνων Ρυθμών:
«Φανταστικοί – αυτός είναι ο σωστός χαρακτηρισμός – ήταν οι μακρυμάλληδες και φανταχτερά ντυμένοι Πρόφετς. Το εκπληκτικό σώου τους, καθώς και ο τρόπος που απέδωσαν τα τραγούδια που έπαιξαν, δημιούργησαν έναν πρωτοφανή ενθουσιασμό. Ασφαλώς, όπως θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, οι Πρόφετς δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα περισσότερα καλά συγκροτήματα του εξωτερικού. Τον ασθενή ντράμερ τους αντικατέστησε, σ’ αυτήν τους την εμφάνιση, με ιδιαίτερη επιτυχία ο γνωστός μας Μάκης Σαλιάρης. Τα ‘Χέυ Τζο’, ‘Λετς σπεντ θε νάιτ τουγκέδερ’, ‘Χολντ ον άιμ κάμινγκ’ πλησίαζαν τις ορίτζιναλ εκτελέσεις τους χάρις στους έξοχους Πρόφετς».
Λίγες μέρες αργότερα (4/9/1967) οι Prophets θα ξανακερδίσουν τις εντυπώσεις σ’ ένα νέο σώου, στο θέατρο Μινώα, με τις συμμετοχές και των Blue Stars, Thunders, Cinquetti, Γιώργου Ζωγράφου και Μαριάννας (Τόλη), παραμένοντας στη χώρα μας μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς.
Η πρώτη πλευρά του single των Prophets “Painterman/ Respect”. Ευχαριστώ τον Θοδωρή Κρίθαρη για το σκανάρισμα.
Οι Prophets είχαν σχηματιστεί τον Ιούλιο του 1966 στο Ντίσελντορφ και από τον Δεκέμβριο του ’66 τους αποτελούσαν ο Ron Howden ντραμς (πρώην μέλος των Upsetters), o Derek “Mo” Moore μπάσο, φωνή (κι αυτός από τους Upsetters), o Colin Edwards κιθάρα, φωνή (όλοι Βρετανοί) και ο Αμερικανός Billy Tabbert κιθάρα, φωνή. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν ένα 45άρι στη Δ. Γερμανία, το “You missed by a mile/ Hey, Mister” [Kerston 60 008], το οποίον ηχεί στ’ αυτιά μου εντελώς ελληνικό και τρία ακόμη στην Ελλάδα (σπάνια από τη γέννα τους) σε παραγωγή του Μαστοράκη. Αναφέρομαι στα “Road runner/ Sunny” [Zodiac ZS 8006], “Painterman/ Respect” [Zodiac] και “This little girl/ Fire” [Zodiac], που κυκλοφόρησαν το 1967 (αν και για το τελευταίο δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν είδε το φως της δισκογραφίας – αν το έχει δει κανείς και μπορεί να δώσει και τους κωδικούς, ας το κάνει).
Το “Road runner” ήταν το γνωστό του Bo Diddley, το “Sunny” το γνωστό του Bobby Hebb, το “Respect” το γνωστό του Otis Redding, το “Painterman” το γνωστό των Creation (επιτυχία στη Βρετανία, αφού έφθασε μέχρι τη θέση 36 του Top 50, τον Νοέμβριο του ’66, αλλά μεγαλύτερη στη Δ. Γερμανία, αφού έφθασε έως τη θέση 8, τον Απρίλιο του ’67), το “This little girl” ήταν τραγούδι του Henry Cosby, που είχε πει ο Stevie Wonder και το “Fire” ήταν ο ύμνος του Jimi Hendrix. (Και τα έξι ελληνικά tracks των Prophets ακούγονται στη σειρά των CD «Μοντέρνοι Ρυθμοί του ’60» της Music Box, που κυκλοφόρησαν 2-3 χρόνια πριν μαζί με τους επανατυπωμένους Μοντέρνους Ρυθμούς).
οι Prophets κάτω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, στη Σταδίου
Αξίζει να σημειώσω, ακόμη, πως η παρουσία των Prophets στην Ελλάδα καταγράφηκε στη γνωστή ταινία-ντοκυμαντέρ παραγωγής Κλέαρχου Κονιτσιώτη Η Αθήνα Μετά τα Μεσάνυχτα (1968), όπου και θα μαγνητοσκοπηθούν σε κάποια αθηναϊκή σκηνή (μάλλον στο Μινώα) ερμηνεύοντας, υποτίθεται, το “Sunny”. Λέω «υποτίθεται», γιατί ήχος του τραγουδιού, έτσι όπως ακούγεται στο φιλμ, δεν ανήκει στους Prophets, επειδή υπάρχουν πνευστά και όργανο –πνευστά δεν βλέπουμε στο stage, ούτε οργανίστα–, ενώ και στο single της Zodiac η εκτέλεση είναι τελείως διαφορετική, χωρίς πνευστά και όργανο επίσης· αν υποθέσουμε, δηλαδή, πως ο ήχος του “Sunny”, στο φιλμ, θα μπορούσε να ντουμπλαριστεί από το δισκάκι (με χειροκροτήματα κονσέρβα). Τι είχε συμβεί; Θα σας πω – γιατί με απασχόλησε το ζήτημα και το έψαξα, ακούγοντας ό,τι “Sunny” είχα και δεν είχα…
Η παραγωγή λοιπόν κινηματογραφεί τους Prophets, αλλά το Sunny που ακούγεται ανήκει στους Βρετανούς του soul circuit Alan Bown Set(!), οι οποίοι είχαν και οργανίστα (Jeff Bannister) και πνευστό τμήμα (Alan Bown τρομπέτα, John Helliwell σαξόφωνα) και τραγουδιστή ολκής (Jess Roden). Μπορεί ν’ φαίνεται τρελό, αλλά είναι έτσι. Το κομμάτι βγήκε μέσα από το δυνατό live LP “London Swings – Live at the Marquee Club” [UK.Pye NPL 18156, 1966] την πρώτη πλευρά του οποίου κατελάμβαναν οι Jimmy James & The Vagabonds και τη δεύτερη οι Alan Bown Set. To LP δεν είχε τυπωθεί βεβαίως στην Ελλάδα, αλλά είχε τυπωθεί το 45άρι (στην Pye πάντα) “Sunny/ Down in the valley” στις αρχές του ’67, με αμφότερα τα tracks να προέρχονται από το λονδρέζικο live. (Μάλιστα, τέτοιο δισκάκι –με τα συγκεκριμένα tracks εννοώ– δεν είχε βγει ούτε στην Αγγλία, οπότε διερωτάται κανείς πώς προέκυψε στην Ελλάδα. Στο Ισραήλ είχε κυκλοφορήσει ένα 4-tracks EP σε ετικέτα Piccadilly, όπου περιελάμβανε τα εν λόγω κομμάτια των Alan Bown Set στην πρώτη του πλευρά· αν αυτό βοηθάει).
Κι επειδή οι εγγραφές ήταν ζωντανές (είχαν από τη μάνα τους χειροκροτήματα δηλαδή), το 45άρι ήρθε κουτάκι στους έλληνες παραγωγούς, που είχαν έτσι όχι μόνο μία εντυπωσιακή εκτέλεση του “Sunny” (από τις 2-3 καλύτερες που έχω ακούσει), αλλά και έτοιμες επευφημίες (αυθεντικές ή κονσέρβα δεν έχει σημασία), ίνα ντουμπλάρουν τους Prophets. Να συμπληρώσω μόνο την ατάκα δια στόματος Σταύρου Ξενίδη, που έκανε το σπικάζ στο «Η Αθήνα Μετά τα Μεσάνυχτα» και ο οποίος ακούγεται να λέει: «Οι Πρόφετς. Χίλια δολάρια ο καθένας για κάθε εμφάνισή τους. Τα οχτακόσια, όμως, τους τα τρώνε τα κομμωτήρια…». Δύο χρόνια αργότερα (12/1969) οι Derek “Mo” Moore και Ron Howden (από τους Upsetters και Prophets) θα ενώνονταν με τους Allan Freeman, Roye Albrighton και Mick Brockett, που προέρχονταν από έτερα συγκροτήματα δίνοντας ζωή στους Nektar

βλέπεις τους Prophets, αλλά ακούς τους Alan Bown Set!

Το 1979 τυπώνεται στην Ελλάδα το πολύ καλό δεύτερο LP των Nektar, το “A Tab in the Ocean” [Music Box SMB 40060], που είχε πρωτοβγεί στη γερμανική Bacillus το 1972, ενώ τo διήμερο 4-5/9/2009 το συγκρότημα θα εμφανιστεί για πρώτη φορά live στην Αθήνα (στο Rodeo) με τη σύνθεση Roye Albrighton, Ron Howden, Peter Pichl (μπάσο), Klaus Henatch (keybords). O Howden, δηλαδή, ξαναέπαιξε στην Ελλάδα, 44 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση! Δε νομίζω να του το θύμισε κανείς... αν και θα το θυμόταν ο ίδιος...
Και κάτι ακόμη, που εξακοντίζει την ελληνική ακτίνα των Nektar στο μέλλον. Οσονούπω κυκλοφορούν από την (ελληνική) Missing Vinyl τα τρία πρώτα LP του συγκροτήματος (“Journey to the Centre of the Eye”, “A Tab in the Ocean”, “Remember the Future”) σε εκδόσεις διπλών βινυλίων (με bonus tracks).
Πόσα χρόνια, είπαμε, έχουν περάσει από το ’65;

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

MARY & THE BOY & FELIZOL & RE

Έγραφα, μεταξύ άλλων, στο τεύχος 192 του Jazz & Tζαζ, για το “Timemachine” [Inner Ear, 2009] των Mary & The Boy/Felizol, που τώρα επανακυκλοφορεί σε βινύλιο: «Αν το παρθενικό 'Mary And The Boy' ήταν ένα άλμπουμ που ταίριαζε απολύτως με την κλωτσιά που αξίζει/οφείλει να δίδει ο πρωτοεμφανιζόμενος αδιαφορώντας για το τι, το παρόν δεύτερο άλμπουμ τους είναι ένα το ίδιο σε μέγεθος καθοδικό ταξίδι προς το ψυχο-σωματικό επέκεινα. Τίποτα δε δύναται ν’ αλλάξει επειδή την κλωτσιά, κατά το αναμενόμενο(;), οφείλει να διαδέχεται ένα κάποιο χάδι· εξ αιτίας μιας κάποιας περιγραφικής ωραιοποίησης, επειδή ορισμένα θέματα της χρονομηχανής μοιάζουν τάχα… ραδιοφωνικά (Are you still dancing can can?).(…) Οι Mary & The Boy/ Felizol, έχοντας ως παρακαταθήκη κομμάτια από το προηγούμενο CD τους, την ανείπωτη τριλογία Cock, Mama, Death, επεκτείνουν τους προβληματισμούς τους για μια μουσική με αίσθηση θεατρική, εμμένοντας σ’ ένα είδος rock(;) – δύσκολο να το πεις – που ενσωματώνει στοιχεία παρακμής δανεισμένα από τους Velvets, τον Lou Reed, την Diamanda Galas, το british new-wave, φθάνοντας έως την ερμηνευτική μπρεχτική μανιέρα. Το αποτέλεσμα είναι στιγμές-στιγμές εντυπωσιακό. Ιδίως σε κομμάτια όπως το Staring, που σφραγίζεται από την ξεχωριστή ερμηνεία της Mary (The Boy πιάνο, May Roosevelt θερεμίνη, Γιώργος Χάλαρης κοντραμπάσο, Callmelazy ηλεκτρικό μπάσο)· ένα πρώτης τάξεως τραγούδι, αυθεντικό παραλειπόμενο από το... Berlin. Άνθρωποι με το μέλλον προδιαγεγραμμένο ή μήπως άνθρωποι που ξεκινούν απ’ το μηδέν; I’m risking my life when I’m not myself…».
Στην καινούρια έκδοση [Inner Ear, 2011] εμπεριέχεται ως bonus και το CD “RE”, το οποίον περιέχει remixes, re-edits και remakes κομματιών του άλμπουμ από τους The Boy, Felizol, Videogame Orchestra, Exposed By Observers, Mobthrow, Ekelon, Peekay Tayloh, Serafim Tsotsonis, Afrolex, Fantastikoi Hxoi, Mopar, Your Hand In Mine, Larry Gus, Leon Segka και Mr.Statik. Με μια πρώτη ακρόαση θα ξεχώριζα την οπτική των Ekelon στο “Mama” (σκότος βαθύ με τρανταχτή ρυθμική συνοδευτική), εκείνη του “Staring” από τον Serafim Tsotsonis (επιδέξια, 80s, μετρονομημένη ρυθμική), το “Timemachine” από τους Fantastikoi Hxoi (με seventies, επικούς, prog υπαινιγμούς), το “Afraid of the devil” από τον Larry Gus (avant, electro εκτροπές με κάπως kraut περιτύλιγμα και ανυποψίαστες αλλαγές) και γιατί όχι και το “Staring” (πάλι) αυτή τη φορά από τους Your Hand In Mine, που το οδηγούν σε περισσότερο dreamy περιοχές.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ZBIGNIEW NAMYSLOWSKI jazz της Πλάκας

Τρανό όνομα της πολωνικής jazz, ο σαξοφωνίστας βασικά Zbigniew Namyslowski (γενν. το 1939) έχει και μια μικρή ελληνική διάσταση στη μακρόχρονη καριέρα του, την οποίαν, τώρα, θα επιχειρήσω ν’ αναδείξω (ή να βοηθήσω ορισμένους να τη θυμηθούν). 
Με δίσκους διαμάντια στα sixties (όπως η “Lola” στη βρετανική Decca) και τα seventies (όπως το “Winobranie” στην πολωνική Muza), o Namyslowski θα έρθει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1983 (ξαναήρθε το 1996) για εμφανίσεις στο Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου, στην Πλάκα.
Πιο συγκεκριμένα, στο διάστημα 5-17 Οκτωβρίου ο πολωνός μουσικός με το συγκρότημά του, τους Air Condition –δηλαδή τον πιανίστα Wojciech Gogolewski, τον κιθαρίστα Marek Blizinski, τον μπασίστα Jan Cichy και τον ντράμερ Adam Lewandowski– θα εμφανιστεί στο αθηναϊκό τζαζόφιλο κοινό· το οποίον κοινό πληρώνοντας ένα πεντακοσάρικο (λίγο ακριβότερα από ένα δίσκο βινυλίου εκείνη την εποχή), θα απολάμβανε ένα εξαιρετικό live. Όπως μου είχε πει παλαιότερα ο ίδιος ο Γιώργος Μπαράκος: 
«Aν και τότε ο Namyslowski βρισκόταν σε κάποια κόπωση, το νέο funky στυλ του ήταν εντυπωσιακό στο πάλκο». 
Την ίδια περίοδο ο πολωνός σαξοφωνίστας είχε δώσει και μια συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, στον Μέμνονα Κωττάκη (στο τεύχος 72, ή αν όχι σ’ αυτό, τότε σίγουρα στο 73, τον Δεκέμβριο του ’83 – έχω τη συνέντευξη, αλλά όχι και το τεύχος) στην οποία μεταξύ άλλων σημείωνε:
«Στην Πολωνία υπάρχουν πολλά κλαμπ, κι εκεί σου δίνεται η δυνατότητα να παίξεις σ’ ένα μικρό κοινό που το αισθάνεσαι γύρω, δίπλα σου. Υπάρχει περισσότερη ζεστασιά, αμεσότητα. Όμως και στις συναυλίες, εκεί είναι το κάτι άλλο. Οι μεγάλες αίθουσες, οι τέλειες ηχητικές εγκαταστάσεις, όταν οι προβολείς πέφτουν πάνω μου, δεν ξέρω, είναι ένα συναίσθημα εντελώς ξεχωριστό. Νοιώθω ντοπαρισμένος! Ειλικρινά!».
«Η αναγνώριση ενός τζαζίστα στην Πολωνία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πρέπει πρώτα να έχεις κάνει κάποιο όνομα, ξεκινώντας από μικρά κλαμπ και καταλήγοντας στην ηχογράφηση δίσκων, στις περιοδείες, τις εμφανίσεις στα διάφορα φεστιβάλ. Έμεινα δυο χρόνια στην Αμερική, έχω γράψει δίσκους στην Decca, την Affinity, εμφανίστηκα στο Camden στο Λονδίνο και στο North Sea Jazz Festival στη Χάγη. Προηγήθηκε όμως προσπάθεια χρόνων, μελέτης, συνέχεια πάνω στο όργανο». 
Πώς λοιπόν θα ολοκληρωνόταν η παρουσία του πολωνού παίκτη στην Ελλάδα; Live, συνεντεύξεις και φυσικά η δυνατότητα ηχογράφησης ενός άλμπουμ θα ήταν το ιδανικότερο επιστέγασμα. Συνέβη. Ο Namyslowski με την μπάντα του, τους Air Condition, θα μπουν στο PDR στούντιο του Πάνου Δράκου, γράφοντας το LP “Plaka Nights” (αναφορά στις… πλακιώτικες νύχτες στου Μπαράκου) σε παραγωγή του αφεντικού της ελληνικής CBS Sol Rabinowitz.O δίσκος [CBS 26007, 1984] –ας το πω– έχει περάσει 3-4 φορές από τα χέρια μου. Την τελευταία… αποφάσισα να τον κρατήσω (του έκανα τη χάρη). Μάλιστα, πριν από κάποιο διάστημα τον ξανάκουσα, μετά από πολλά χρόνια. Δυο λόγια (όχι περισσότερα). 
Το κάπως contemporary, τύπου Δυτικής Ακτής, κλίμα των συνθέσεων του Πολωνού μπορεί να ξενίζει όσους θα περίμεναν κάτι πιο ριζοσπαστικό, είναι όμως συμβατό με το πώς εξελισσόταν ο ήχος του εκείνον τον καιρό. Τα πλήκτρα του Gogolewski είναι συχνά το highlight, ενώ σε κομμάτια όπως το “Szambelan’s samba” ή το funky “Air conditioner” το γκρουπ φαίνεται να το χαίρεται… κι εγώ επίσης. 
Το κομμάτι που ακούμε πιο κάτω λέγεται “Gogoszary” και προέρχεται από το LP του Zbigniew Namyslowski “Winobranie” [Muza SX 0952, 1973]. To μονό μέτρο (11άρι) είναι φυσικά βαλκανικής προελεύσεως (προσέξτε το προς το τέλος), αλλά εκείνο που έχει σημασία εδώ είναι το παίξιμο (από τον Namyslowski) στο ενισχυμένο τσέλο(!), το διανθισμένο με wah-wah και fuzz, που το κάνουν ν’ ακούγεται σαν ηλεκτρική κιθάρα (ο άπιαστος μπασίστας λέγεται Pawel Jarzebski). Ύπατη στιγμή της polish jazz.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΡΑΝΤΖΑ-ΨΑΛΙΔΙ οδηγίες προς avant-garde-ισμένους…

Κλείνεις τα μάτια και ακούς. Κι όταν τ’ ανοίξεις αναθεωρείς μερικές από τις επιρροές σου· λέμε τώρα, καθότι απαιτείται και το σχετικό κουράγιο…
(μετά από μεσημεριανή κουβέντα)