Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ - ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ με τη Δημοκρατική Αριστερά στη μέση…

Περί «συνέπειας» και ιδεολογικής ταυτότητας… είναι ο τίτλος του κειμένου της Σώτης Τριανταφύλλου στην τελευταία Athens Voice (τεύχος 387, 12-18/4/2012). Βασικά, το θέμα είναι το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ) και πώς αυτό, ξεπερνώντας τα εμπόδια που θέτει… «η ψυχοπαθής και άξεστη αριστερά» (ο χαρακτηρισμός «ψυχοπαθής» είναι μνησίκακος, ο «άξεστος» είναι ατυχής), θα μπορεί να αποκλίνει, δίχως τούτο να «εκλαμβάνεται ως σύμπραξη με την επάρατη εξουσία».
Η Τριανταφύλλου ξεκινά προτάσσοντας τα δύο «παλιά προβλήματα της ελληνικής αριστεράς», που είναι… ένα (καθότι το άλλο λησμονήθηκε στη διαδρομή), και που έχει να κάνει με την «ιδεοληψία της πολιτικής ‘συνέπειας’», η οποία, κατά την αρθρογράφο «μεταφράζεται σε ακινησία της σκέψης και των ιδεών». Μάλιστα, για να υποστηριχθεί η συγκεκριμένη άποψη, γίνεται λόγος για τους Ναζί και τους Ιεχωβάδες, που υπήρξαν πολιτικώς συνεπείς αιματοκυλώντας τις κοινωνίες (όχι οι Ιεχωβάδες δεν αιματοκύλησαν τίποτα, είναι απλώς οι… «τρελοί του Θεού»), όπως και για την ελληνική Δεξιά, η οποία εν πάση περιπτώσει εκσυγχρονίστηκε τα τελευταία 70 χρόνια, δηλαδή έριξε νερό στο κρασί τής πολιτικής συνέπειας και από δωσιλογική, ταγματασφαλιτική και δολοφονική κατέληξε –ω του θαύματος!– απλώς νεοφιλελεύθερη και λαϊκιστική. Ξεχνά, προφανώς, η Τριανταφύλλου τα θύματα της κρατικής –δεξιάς στη βάση της–, βίας από το 1980 και μετά (ξεκινώντας από τον Κουμή και την Κανελλοπούλου και φθάνοντας μέχρι τα δεκάδες πρόσφατα περιστατικά). Αν δεν είναι έκφανση της… πατροπαράδοτης ελληνικής Δεξιάς η Golden Dawn (για να μη γράψω για τον LAOS, ακόμη και για ένα κομμάτι της λεγόμενης λαϊκής δεξιάς – τους ξεχάσαμε φαίνεται τους Καλαμπόκες, τους Κενταύρους και τους Ρέιντζερς), που με απαράμιλλη πολιτική συνέπεια βιαιοπραγεί και εγκληματεί έναντι μεταναστών, αλλά και ελλήνων πολιτών, τότε οι λέξεις έχουν χάσει πια το νόημά τους, και το μόνο που θα μας απομένει να δούμε στο άμεσο μέλλον –προκειμένου να πειστούν ορισμένοι πως τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο–, είναι να ξανα-αναλάβουν δράση ο… Προκρούστης και ο Σίνης ο Πιτυοκάμπτης.Λυπάμαι πολύ, αλλά θα χαρακτηρίσω τη λογική της Σώτης Τριανταφύλλου παιδιάστικη, ακατανόητη, και από ένα σημείο και μετά σφόδρα μεροληπτική, ου μην και ρατσιστική (αυτά τα περί «μερικών Μαρτύρων του Ιεχωβά και άλλων τρελών του Θεού» μοιάζουν με κηρύγματα μίσους). Μου θυμίζει δε, σε πρώτη φάση, εκείνο το αλήστου μνήμης λογικόν εφεύρημα τού… ο χρυσός είναι μέταλλο, η σιωπή είναι χρυσός, άρα η σιωπή είναι μέταλλο.
Κατ’ αρχάς, γιατί η πολιτική συνέπεια συσχετίζεται μόνο με τους Ναζί και τους Ιεχωβάδες; Δηλαδή κάποιος θα πρέπει να λέει άλλα το πρωί, άλλα το μεσημέρι και άλλα το βράδυ, ίνα να μην κινδυνεύει να χαρακτηριστεί συνεπής και άρα κοντά στην ψυχοπαθολογία του ναζιστικού φέρεσθαι; Η πολιτική συνέπεια, με άλλα λόγια, είναι συνώνυμη μιας κατά μίαν έννοια αρρωστημένης κατάστασης, που αντιβαίνει, εν ολίγοις, στην ευημερία και την πρόοδο; Και γιατί την τελευταία συνέπεια της σύγχρονης (εγχώριας) Αριστεράς να υπερασπίζεται τον αδύναμο επιδεικνύοντας ευαισθησία, ανοχή στη διαφορετικότητα και παρρησία (μία βάση που οφείλουμε να την αποδεχθούμε ίνα κάνουμε μισό βήμα εμπρός, αφού έτσι κι αλλιώς δεν απέμεινε όρθια και κάποιαν άλλη από τις παλαιές συνέπειες), θα πρέπει κι εκείνη να την εκχωρήσουμε στα κοράκια της εξουσίας; Δηλαδή πότε θα είναι ικανοποιημένη η Σώτη Τριανταφύλλου; Μήπως όταν η ελληνική Αριστερά, ζηλώσας την… Αριστερά του κυρίου D’Alema, κληθεί να στέρξει στους μελλοντικούς βομβαρδισμούς που σχεδιάζει η αγορά, μετατρέποντας, στην πράξη, τον φετιχισμό της επανάστασης σε φετιχισμό της… δημοκρατίας; Άσε, να μας λείπει.Διορθώνοντας ένα ιστορικής φύσεως λάθος της αρθρογράφου (ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Σερρών το 1935 και όχι το 1946, όπως αναφέρεται στο κείμενο), ξεπερνώντας επικοινωνιακές πομφόλυγες του στυλ «οι διαφορές ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα είναι τελετουργικές: απ’ ό,τι ξέρω, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα για τον θάνατο του Κιμ Γιονγκ Ιλ ενώ το ΚΚΕ έστειλε» και αντιτιθέμενος σε όσα γράφονται εν σχέσει με την… επιθυμητή ενσωμάτωση της ΔΗΜΑΡ στον κύκλο της εξουσίας, έρχομαι να πω πως η ΔΗΜΑΡ δεν θα έχει απολύτως κανένα λόγο ύπαρξης (προσωπικώς δεν είμαι εντελώς σίγουρος αν και τώρα έχει, αλλά τούτο δεν είναι της στιγμής) αν απεμπολήσει την μία και τελευταία πολιτική συνέπεια (και ουχί αν πράξει το αντίθετο, όπως υποστηρίζει η Τριανταφύλλου). Να προσφέρει, δηλαδή, αριστερό άλλοθι στην κρατική βία, στη σκληρότητα της εφαρμοσμένης πολιτικής, στην αναλγησία έναντι του κατατρεγμένου (Έλληνα ή μετανάστη), στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους φράχτες στον Έβρο, στα πανεπιστήμια της αγοράς, στις εξοπλιστικές μίζες, στα ηλεκτρικά χαράτσια, στα διαλυμένα σχολεία και νοσοκομεία…
Εξάλλου, άμα θέλει κάποιος να περάσει τον Ρουβίκωνα υπάρχει και ο… τρίτος δρόμος. Είναι εκείνος που έδειξαν η Μαρία Δαμανάκη, ο Μίμης Ανδρουλάκης και όλοι οι υπόλοιποι μη… ιδεοληπτικοί με την πολιτική συνέπεια. Αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, τους ξέχασε κι εκείνους η Σώτη Τριανταφύλλου… Στο ίδιο μήκος κύματος ο Χρήστος Χωμενίδης –στο κείμενό του «Δεν θεωρώ Αριστερά τον ΣΥΡΙΖΑ», πάντα από το ίδιο τεύχος τής Athens Voice– πιστεύει, και αυτός, πως η ΔΗΜΑΡ θα «έπρεπε να είναι πιο επί της ουσίας συμμετοχική» και πως θα άξιζε να είχε «διεκδικήσει τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου κι ας είχε δημοσκοπική ζημιά». Μάλιστα όπως ο ίδιος λέει –και από εκεί ξεκινά το πρόβλημα– ο Παπαδήμος δεν είναι παράνομος πρωθυπουργός και πως ακόμη κι «ένας τελειόφοιτος Λυκείου ξέρει ότι πρωθυπουργός γίνεται ο οποιοσδήποτε έχει τη δεδηλωμένη ψήφο της Βουλής».
Θα πρέπει κάποιος να πει του κυρίου Χωμενίδη πως η κυβέρνηση Παπαδήμου υπήρξε-είναι προϊόν κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος και συνταγματικής εκτροπής, αφού δημιουργήθηκε δίχως να έχει παραιτηθεί από τη θέση του πρωθυπουργού ο Γιώργος Παπανδρέου. Τα έχουν πει διάφοροι συνταγματολόγοι, να μην τα πω εγώ. Και ν’ αφήσει ο Χωμενίδης αυτά τα σάπια για «τελειόφοιτους Λυκείου», γιατί ο ίδιος είναι εντελώς ανενημέρωτος και επί του προκειμένου κακώς πληροφορημένος. Όποιοι δεν έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Παπαδήμου, αντιτάχθηκαν επί της ουσίας στη συνταγματική εκτροπή, στην μη προβλεπομένη διαδικασία (ορθώς έπραξε και ο Κουβέλης). Ορισμένοι της εσωτερικής… ιντελιγκέντσιας (τρομάρα της) έχω την εντύπωση πως αποδεικνύονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Ακόμη και την Christine Lagarde αν ρωτούσες θα σου έλεγε επί του προκειμένου… κρατείστε, πάντως, το τυπικό, για να μην έχουν οι Αριστεροί να λένε.
Σιχαίνομαι τη φράση «αστικός μύθος». Συνήθως πρόκειται για αρλούμπες του κερατά, πάνω στις οποίες πατάνε ορισμένοι παριστάνοντας τους έξυπνους. Ο «αστικός μύθος» δια στόματος Χωμενίδη –ίνα καταδειχθούν οι λάθος επιλογές προσώπων, αλλά στη βάση του να χυθεί… αντεπαναστατική χολή– μας λέει πως ο Φιντέλ Κάστρο έκανε τον Τσε διοικητή της Τράπεζας της Κούβας (στην πραγματικότητα τον έχρισε και υπουργό Οικονομικών) επειδή εκείνος (ο Τσε) είπε πως είναι “communist” (στην αγγλική!) και ο Κάστρο από λάθος άκουσε “economist” (επίσης στην αγγλική!). Φαίνεται δε πως την ίδια… βαρηκοΐα είχε και ο Γιωργάκης, που άκουσε «οικονομολόγος» αντί για «συνταγματολόγος», χρίζοντας τον Βενιζέλο, υπουργό Οικονομικών. Δυστυχώς όμως για τον Χωμενίδη αυτός δεν είναι αστικός μύθος, αλλά μία ολέθρια αλήθεια.Όταν ο Χωμενίδης λέει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κομμάτι της Αριστεράς επειδή έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα (ή «κοροϊδεύει ο ΣΥΡΙΖΑ», υποστηρίζει, ή «δεν έχει αίσθηση της πραγματικότητας») θα πρέπει να ξέρει –για να το πάω το θέμα λίγο μακρύτερα– πως η ουτοπία (και όχι μόνο δια του ουτοπικού σοσιαλισμού τού Saint-Simon και τον προ-μαρξιστών) είναι συστατικό στοιχείο μιας σκέψης της Αριστεράς και πως εν πάση περιπτώσει είναι δεκάδες τα ιστορικά γεγονότα που ξεκίνησαν ως ουτοπίες πριν μεταρσιωθούν, πριν εξυψωθούν σε πράξεις. Θέλω να πω δηλαδή πως πολλές φορές στην ιστορία το αδύνατον έχει αποδειχθεί προθάλαμος του δυνατού. Και σιγά δηλαδή τα… ουτοπικά που προτείνει η ΣΥΡΙΖΑ. Ορισμένοι μοιάζει να έχουν πάρει το Κατά Τρόικαν Ευαγγέλιο παραμάσχαλα περιφερόμενοι την μιντιακή χώρα ωσάν τους υπνωτισμένους ιεραπόστολους του Μεσαίωνα. Ή με αυτό, ή Kόλαση.
«Η πέραν της ΔΗΜΑΡ Αριστερά, και εν μέρει εξαιρώ το ΚΚΕ, βλέπει τον κόσμο με τόσες αγκυλώσεις και παρωπίδες, που αυτό που λέει έχει μικρή σχέση με την πραγματικότητα. Όταν κάνεις τέχνη αυτό είναι μια χαρά, αλλά είναι επικίνδυνο όταν κάνεις πολιτική». Τι καταλαβαίνετε εσείς από αυτό; Ότι εξαιρείται το ΚΚΕ και μάλιστα «εν μέρει» από την πέραν της ΔΗΜΑΡ Αριστερά; Ότι, εν αντιθέσει με την πέραν της ΔΗΜΑΡ Αριστερά, το ΚΚΕ δεν «βλέπει τον κόσμο με αγκυλώσεις και παρωπίδες»; Ή πως όταν κάνεις τέχνη (όπως λέμε… κάνε καμμιά φασολάδα) είναι «μια χαρά» το «να βλέπεις τον κόσμο με τόσες αγκυλώσεις και παρωπίδες»; Πιάσε το αυγό και κούρεψ’ το. Πολύ ασχολήθηκα…

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

JOHNNY WINTER – RICK DERRINGER

Κοιτάζεις το άλμπουμ του Johnny Winter “Highway 61 Revisited” [Blues Boulevard, 2010], βλέπεις στο εξώφυλλο τον άσσο κιθαρίστα, όπως είναι σήμερα (στα κακά του χάλια δυστυχώς), αλλά όταν ρίχνεις το δισκάκι στο player αντιλαμβάνεσαι πως εκείνο που ακούς δεν είναι σημερινή εγγραφή, αλλά κάποια live ηχογράφηση αρχείου από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 (ή ίσως από τις αρχές του ’80). Δύσκολο να πεις με σιγουριά. Δύσκολο να μαντέψεις, καθότι ακόμη και από τα συμφραζόμενα, στις πενιχρές σημειώσεις του εσωφύλλου, το handicap δε βγαίνει ποτέ μικρότερο της δεκαετίας (1979-1989). Εν πάση περιπτώσει. Εγώ, από το δικό μου ψάξιμο, θα πω «1983» και θα ξεμπερδέψω, νομίζοντας πως έχω πέσει μέσα. Λεπτομέρειες (όχι άνευ σημασίας).
Αυτό λοιπόν που έχουμε εδώ είναι μία σειρά εγγραφών –διασκευών βασικά– που συνέβησαν από τους Johnny Winter κιθάρα, φωνή, Jon Paris μπάσο, φυσαρμόνικα και Bobby T Torello ντραμς (πρώην μέλος των southern-blues Thunderhead, που είχαν κάνει ένα καλό LP στην ABC το 1975, σε παραγωγή τού Johnny), και οι οποίες παρουσιάζουν όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα, που κατέστησαν τον αλλήθωρο λευκίτη ακατανίκητη blues-rock εικόνα. Εβδομήντα εννέα λεπτά, λοιπόν, απίστευτης έντασης ηλεκτρισμένου blues, τόνοι από κιθαροσόλι, εντυπωσιακά μεστό rhythm section (o μπασίστας Parris «σκοτώνει» και στη φυσαρμόνικα, όπου απαιτείται) και βεβαίως ρεπερτορίου που σκίζει (“Hideaway”, “Killing floor”,”Catfish blues”, “Johnny B. Goode”, “Highway 61 revisited”, “Jumpin’ Jack Flash”, “It’s all over now”…). Αν υπήρχε λόγος να ξεχώριζα μια-δυο στιγμές, θα αναφερόμουν στα soli του “Johnny B. Goode” (για κάποια, επαναλαμβανόμενα, δευτερόλεπτα… τον χάνεις τον παικταρά) και οπωσδήποτε στο δικό του “One step at a time”, από το “White, Hot and Blue” [Blue Sky, 1978], ένα από τα ωραιότερα blues που έγραψε ποτέ αυτός o… μισή μερίδα (στο σώμα) performer.
Περίπου στην ίδιαν εποχή (1982) αναφέρεται και το live “Rock & Roll Hoochie Koo Spectacular” [Rokarola, 2010] του κιθαρίστα Rick Derringer. Οι φίλοι του αμερικανικού rock ήδη θα έχουν κάνει τη σύνδεση. Ο Derringer, από τους McCoys των sixties, θα βρεθεί στα seventies δίπλα στα αδέλφια Winter –μέλος δηλαδή του Edgar Winter Group και των Johnny Winter And…– φτιάχνοντας κιθαριστικό προφίλ, που θα τον μετέτρεπε σε «ήρωα» τα αμέσως προσεχή χρόνια (θα εμφανιζόταν δίπλα στον Alice Cooper, τον Todd Rundgren κ.ά.).
Στο παρόν σιντάκι ο Derringer δείχνει όσο να ’ναι χαρακτήρα, ήτοι δεν έχει ξεθυμάνει. Έχει και καλή μπάντα (με guests τους Ted Nugent, Southside Johnny, Carmine Appice, Tim Bogart, αλλά και την Karla deVito στο τραγούδι), έχει και τα δικά του άψογα (“Rock n’ roll hoochie koo”), έχει και τις διασκευές σε αθάνατα blues άσματα (“Honey rush” του Big Joe Turner, “Five long years” του Eddie Boyd), φυλάει για το τέλος και το “Hang on Sloopy” (δεν ξέρω αν προηγήθηκε το “Louie Louie”) σε μία 80s οπωσδήποτε version· επειδή εκείνοι που θέλουν να θυμούνται είναι πάντα περισσότεροι από ’κείνους που θέλουν να ξεχνούν…
Δείτε τον (αργότερα) έστω και αν η εικόνα είναι κάπως trashy…

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

εννέα ελληνικά άσματα για το διήμερο

1. Αντώνης Πολίτης/ Τζίνα Σπηλιωτοπούλου – Σε σκέφτομαι
Μουσική-στίχοι Γεράσιμος Λαβράνος. Η μελωδία, οι φωνές, τα «άλλο πράγμα» πιανιστικά γεμίσματα (μάλλον από τον ίδιον το συνθέτη)… Ένα τραγούδι που ξεκινά και τελειώνει με το ρεφρέν του (δεν χρειαζόταν κάτι άλλο). Το ακούμε και από το άλμπουμ «Εσύ» [Polydor 2421 114, 1978] – μάλλον δηλαδή, γιατί το άλμπουμ δεν το έχω μαζί μου.
2. Κωστής Χρήστου – Ένα πρωί
Μουσική Δήμος Μούτσης, στίχοι Γιώργος Κανελλόπουλος. Η καλύτερη ελαφρολαϊκή φωνή, ο Κωστής Χρήστου, ο από χρόνια εξαφανισμένος, ο… υπό την προστασία του Πάνου Καμμένου (το έμαθα κι αυτό). Τι να πεις για το τραγούδι; Μούτσης… τι άλλο; Το ακούμε και από το άλμπουμ «Ένα Πρωί» [EMI/ Columbia 2J 062-70854, 1977].
3. Φίλιππος Νικολάου - Ποιος θα μπορούσε
Μουσική Δημήτρης Μηλιός, στίχοι Φίλιππος Νικολάου. Ένα από τα δύο-τρία ωραιότερα τραγούδια που έχει πει ο Νικολάου. Υποδειγματική η ενορχήστρωση (για τέτοιου τύπου άσμα). Το ακούμε και από το άλμπουμ «Με την Πρώτη Στάλα…» [Philips 6331 039, 1972].
4. Μιχάλης Μπαζάκας – Είναι σκληρό να ξεχνάς
Μουσική Θανάσης Βουτσίνος, στίχοι Μαριανίνα Κριεζή & Θανάσης Βουτσίνος. Ένα τέλειο pop τραγούδι απ’ όποια πλευρά και να το δεις. Δεν ακούστηκε. Από το άλμπουμ «Τ’ Αστέρια στο Φωταγωγό» [WEA 50504674444-2-3, 2004].
5. Γιώργης Χριστοδούλου – Πειρατής
Μουσική-στίχοι Μάριος Τσικνής. Τα ίδια με το προηγούμενο. Από το άλμπουμ «Μην Αλλάξεις Ποτέ» [Lyra 1107, 2007].
6. Μαρινέλλα – Tηλεφωνώ
Μουσική Τάκης Μπουγάς, στίχοι Κώστας Άλλος(;). To καλύτερο τραγούδι που είπε –μετά τα… Ζαμπέτας, Πλέσσας, Άκης Πάνου– η Μαρινέλλα. Από το «Ριγκ» [Polydor 831632, 1987].
7. Αλέξανδρος Μπουρδούμης – Δίδυμοι έρωτες
Μουσική Θέμης Καραμουρατίδης, στίχοι Παρασκευάς Καρασούλος. Είναι δυνατός μελωδός ο Καραμουρατίδης. Το τραγούδι προέρχεται από το «Έχω Ένα Σχέδιο» [Lyra 3401177250, 2011].
8. Γιώργος Μαρίνος – Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα
Μουσική Νίκος Δανίκας, στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος. Έτσι όπως ερμηνεύει ο Μαρίνος τους συγκεκριμένους στίχους δεν αντιλαμβάνεσαι πως ανήκουν στον Παπαδόπουλο... Από ένα 45άρι του 1975, αλλά υπάρχει και στη CD-έκδοση των «Ροζ Προκηρύξεων» (όχι στο κανονικό LP, που είχε βγει στη Lyra το 1976).
9. Βλάσσης Μπονάτσος – Οι πύλες
Μουσική Σπύρος Βλασσόπουλος, στίχοι Ανδρέας Αγγελάκης (πιάνο-εισαγωγή o Σαράντης Κασσάρας). Από την «Επικίνδυνη Ισορροπία» [Lyra SYLP 3292, 1976], ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του ελληνικού ροκ. Ένα μεταφυσικό τραγούδι.

Καλό Πάσχα.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

DIZZY DIZIGN σημερινό ελληνικό progressive

Το παιγνίδι έχει ανοίξει εντελώς (δηλαδή πάντα ήταν, αλλά τώρα ακόμη περισσότερο). Είναι γνωστό αυτό. Συγκροτήματα από κάθε γωνιά της χώρας έχουν πλέον τη δυνατότητα όχι απλώς να παρουσιάζουν τις δουλειές τους στις διάφορες μουσικές σκηνές, αλλά και να τις ηχογραφούν (και μάλιστα σε βινύλιο). Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι οι DiZZY DiZIGN, μία μπάντα που σχηματίστηκε το 2008 στην Κυπαρισσία. Πρόκειται για ένα 5μελές σχήμα το οποίο αποτελούσαν, στην αρχή τουλάχιστον, οι Δημήτρης Σαμπαζιώτης κιθάρες, τραγούδι, Μάριος Πετρόπουλος κιθάρες, Διονύσης Σαμπαζιώτης ντραμς, Παναγιώτης Σαμπαζιώτης μπάσο και Στέφανος Σαμπαζιώτης πλήκτρα, samples. Μάλιστα, με αυτήν ακριβώς τη line-up ηχογράφησαν στην Πάτρα, στο διάστημα 12/2009-7/2010, το πρώτο άλμπουμ τους που έχει τίτλο “Dizality” και που κυκλοφόρησε σε 250 κόπιες βινυλίου, πέρυσι τον Νοέμβριο, σε ανεξάρτητη έκδοση.
Οι DiZZY DiZIGN είναι ένα progressive rock συγκρότημα· όχι αναπαράγοντας, ή προσπαθώντας να αναπαράξουν, το αίσθημα των early seventies εγγραφών, αλλά προτείνοντας έναν ήχο ανάλογο μ’ εκείνων των neo-prog γκρουπ της δεκαετίας του ’90. Καταγράφουν δηλαδή ένα πιο απλωμένο, πιο στρογγυλό, πιο μελωδικό, αλλά το ίδιο compact στυλ και με τον ίδιο σαφή art προσανατολισμό. Είναι εμφανής, με άλλα λόγια, η διάθεση των παιδιών να μεταφέρουν με σύνεση τα διδάγματα των Yes, των Genesis, των Camel, των Greenslade, των King Crimson (για να μείνουμε σε μερικά, βασικά, βρετανικά ονόματα), αλλά ακόμη και των πιο heavy prog γκρουπ της σκηνής στη σημερινή πραγματικότητα. Το επιτυγχάνουν. Κυρίως γιατί οι συνθέσεις τους είναι μεστές και βεβαίως καλοπαιγμένες.
Το εισαγωγικό “Ida’s steam cake” είναι ένα ιδανικό για εισαγωγή ορχηστρικό, με ωραία μελωδική γραμμή, ρυθμικές εναλλαγές, και ποικίλα στοιχεία mellow και heavy prog. Το “Ecstasy as the Queen of the 11th Night” που συμπληρώνει την πρώτη πλευρά, έχει ωραία κιμπορντικά περάσματα, βαρύ rhythm section, περίτεχνες κιθάρες, αλλά χάνει στα φωνητικά, που ακούγονται κάπως «πίσω» και μπουκωμένα. Στο “AtorTola” (πρώτο track της b side) φαίνεται επακριβώς το δέσιμο της μπάντας. Άψογη κιθαριστική εισαγωγή (ο ήχος θυμίζει Steve Hackett), έντονα ρυθμικά σχήματα να εναλλάσσονται με μελωδικά patterns και με τα φωνητικά σε δόσεις (ακόμη και spoken word) να γράφουν οπωσδήποτε καλύτερα. Πρόκειται, εν ολίγοις, για την πιο περιπετειώδη (επική) σύνθεση του “Dizality”, ανεπτυγμένη σε τρία μέρη, με κάποια σημεία της να ανακαλούν στη μνήμη μου ακόμη και τους Apocalypsis (του Παλαμίδα και του Δερτιλή). Από τότε το εγχώριο prog/art rock είχε να προτείνει κάτι ανάλογο. Το έσχατο “Trust the Vintage” είναι ένα ακόμη track με heavy απολήξεις (ίσως το… γερμανικότερον όλων) που φανερώνει το ήδη καταγραμμένο. Οι DiZZY DiZIGN είναι ένα συγκρότημα από το οποίον ελάχιστα απολείπουν ώστε να καταστεί μοναδικό στον ελλαδικό χώρο.
Σήμερα, το γκρουπ από την Κυπαρισσία το αποτελούν οι Δημήτρης, Στέφανος, Διονύσης και Παναγιώτης Σαμπαζιώτης, ενώ τη θέση του κιθαρίστα Πετρόπουλου ήρθε να καταλάβει ο πέμπτος(!) αδελφός Θανάσης Σαμπαζιώτης άλτο σαξόφωνο και εφέ.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

ΣΕΝΕΓΑΛΗ echo musical

Μία καλή επισκόπηση της μουσικής στη Σενεγάλη (και τη Γκάμπια), στη δεκαετία του ’70 βασικά, αποτελεί το 2CD Senegal, Echo Musical, που κυκλοφόρησε το 2009 από την Syllart productions. Το άλμπουμ περιλαμβάνει 24 τραγούδια, τα οποία αποδίδουν κορυφαία ονόματα της εποχής, όπως και 16σέλιδο δίγλωσσο ένθετο με (κάποια) στοιχεία και πληροφορίες, που επιμελήθηκε ο Florent Mazzoleni.
Όπως έχω ξαναγράψει η pop, να την πούμε, μουσική στη Σενεγάλη στα χρόνια του ’70, επιχειρούσε να συσσωματώσει στοιχεία από τρεις διαφορετικές ηχητικές κουλτούρες (ήταν περισσότερες δηλαδή, αλλά ας πούμε τρεις). Την κουβανική, την εντόπια (που είναι… εντόπιες) και τη δυτική (την αντίστοιχη pop και το rock δηλαδή, που κυρίευαν, τότε, και την αφρικανική χώρα). Και αν για τις δύο από αυτές, την τοπική και τη δυτική, κατανοούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασαν και αναπτύχθηκαν, για την κουβανική το πράγμα μπερδεύεται λιγάκι. Πόθεν; Υπό ποίο καθεστώς οι ήχοι από το νησί της Καραϊβικής διέσχισαν τον Ατλαντικό, προσαράζοντας στις ακτές της Σενεγάλης; Γράφει μερικά λόγια και ο Mazzoleni:
«Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Δυτικής Αφρικής, η Σενεγάλη είναι η πιο ισχυρώς επηρεασμένη από την κουβανική μουσική, η οποία κατέπλευσε στο Ντακάρ μέσω των κουβανών ναυτών. Ευρέως διαδεδομένο μέσα από το ραδιόφωνο, το αφρο-κουβανικό ρεπερτόριο αποτελεί τη βάση της μοντέρνας σενεγαλέζικης μουσικής. Οι mornas και οι coladeras από το Πράσινο Ακρωτήρι επίσης ακούγονταν στους δρόμους του Ντακάρ. Ο Louis Vera Da Fonseca ήταν ένας από ’κείνους τους αφανείς πρωτοπόρους. Κάτω από το όνομα Fonseca & Ses Anges Noirs ηχογράφησε έναν αριθμό δίσκων στη Γαλλία και το Βέλγιο, ήδη από τα late fifties».
Αλλά, όπως μου είχε πει και ο Αδαμάντιος Καφετζής στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 214, 1/2011):
«Μπορεί να υπάρχουν κάποιες γενικότερες διαπιστώσεις για το πώς η κουβανέζικη μουσική είχε αυτή τη διάδοση που είχε στη Σενεγάλη, όμως δεν πρέπει να αποσιωπούμε την ύπαρξη κάποιων ατόμων, που άναψαν στα sixties αυτή τη σπίθα. Τον λάτιν ήχο προέβαλλε στη Σενεγάλη ένας νιγηριανός σαξοφωνίστας, ο Dexter Johnson, που είχε για τραγουδιστή στο συγκρότημά του τον Laba Sosseh, αλλά και ο Amara Toure, που είχε έλθει στη Σενεγάλη από τη Γουινέα. Σε κομμάτια του, μάλιστα, ήταν ολοφάνερη και η καμπο-βερντιανή παράδοση, αφού σαξόφωνα έπαιζε ο Luis Morais».
Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν άργησε να φανούν, ήδη από τα late sixties, τα πρώτα συγκροτήματα, που άρχιζε να πειραματίζονται εντός αυτού του πλάνου δίνοντας έργο ζωής στα seventies. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς από εδώ; Η επιλογές είναι εξαιρετικές και το μόνον που έχει να πράξει κάποιος είναι να απολαύσει το “Bajuda” των Waato Siita με τα trippy percussions και τα χαρακτηριστικά, όσο και αλληλο-συμπληρωματικά, lead και chorus vocals, τα χαμένα “Kelefa sane” και “Wartef jigen” των γνωστών μας πλέον Guelewar, το “Alal” των Xalam (out of mind funky-afro-psych) από το δεύτερο LP τους “Ade/Festival Horizonte Berlin 79” [XPS, 1979], το “Atou” των Youssou Ndour & Super Etoile de Dakar με το μοναδικό deep κιθαριστικό σόλο, το “Indu wade” των Super Diamono με τα mellow σύνθια, την ωραία χρήση του οργάνου, αλλά κι ένα σόλο στο άλτο βγαλμένο από easy γαλλική ορχήστρα, το μεγαλιθικό “Sutukun” των Ifang Bondi, το διαπεραστικό blues “Thioro baye samba” των Star Band de Dakar, το ανατριχιαστικό “Aaduna jarul niawo” των Orchestra Baobab, το “Touba mbacke” των Diarama de Saint-Louis με το πιο απρόσμενο guitar soli της συλλογής, το ψυχεδελικό “Yumbeye” πάλι των Xalam, αυτή τη φορά από το πρώτο LP τους “Daida” του ’75, το αισθησιακό “Teranga” των Ouza, το επικό “Khandiou” των Sahel με το απίθανο πνευστό τμήμα. Δύναμη!
Δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει άλλο κομμάτι στο YouTube πλην του “Aaduna jarul niawo”, που έχει ανεβάσει ο nickyvour

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

JAZZ & TZAZ #229 - 19 χρόνια

Στο γενέθλιο τεύχος του Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί (το περιοδικό συμπλήρωσε 19 χρόνια) μπορείτε να διαβάσετε για την Orchestre National de Jazz, γνωστή ίσως από την πρόσφατη δουλειά της πάνω στις μουσικές του Robert Wyatt (γράφει ο Γιώργος Χαρωνίτης), για το Eugene Marlow’s Heritage Ensemble, ένα συγκρότημα σύγχρονης jazz με ποικιλία ρεπερτορίου (γράφει ο Γιάννης Μουγγολιάς), καθώς κι ένα αφιέρωμα σε ταινίες που βασίστηκαν στον πόλεμο του Βιετνάμ και βεβαίως στις μουσικές τους, που επιμελήθηκε ο Μιχαήλ Χίου. Ο Κλήμης Λεοντίδης γράφει για τους Brainticket, ένα από τα δυναμικότερα psych γκρουπ που ακούστηκαν ποτέ, ο Δημήτρης Κατσουρίνης επικεντρώνεται στην περίπτωση ενός σημαντικού σύγχρονου τραγουδιστή της jazz και της soul, του Gregory Porter, ενώ με τον Βαγγέλη Αραγιάννη μοιραζόμαστε ένα κείμενο για τον κλαρινίστα της jazz Gebhard Ullmann και τη συνάδελφό του Beth Custer. Ακόμη, ο Γιώργος Χαρωνίτης γράφει για τον τούρκο μουσικό, DJ και παραγωγό Mercan Dede (DJ Arkin Allen), που εμφανίζεται στην Αθήνα την 27η Απριλίου (τον βλέπετε στο εξώφυλλο), ενώ εγώ καταπιάνομαι με ορισμένες, πρόσφατες και λιγότερο πρόσφατες, κυκλοφορίες της εγχώριας νεανικής σκηνής (LogOut, Moa Bones, The Liarbirds, Empty Frame…). Παρούσα και η υπόλοιπη σταθερή ύλη του περιοδικού: Jazz Eye (Nick Moran, Kate McGarry, Γιώργος Ψυχογιός, Marius Neset, Τα Παράξενα Παραμύθια… από τη Λάθος Άκρη του Τηλεσκοπίου…), Live, Δισκοκριτικές, Blues Boom!, Επανεκδόσεις, Δισκορυχείον (για την πορεία ενός ελληνικού τραγουδιού στην Τουρκία από τα sixties μέχρι τις μέρες μας), Τζαζ & Λογοτεχνία, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art...Στο CD “Trio & Strange Quintet” ηχογραφήσεις του πιανίστα Ahmad Jamal από την περίοδο 1960-61.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

σαράντα χρόνια πριν… χθες δηλαδή…

Ξεφυλλίζοντας μερικά... 40ετίας Επίκαιρα (στα παλαιά περιοδικά δεν κοιτάμε μόνον τα εξώφυλλα, τα διαβάζουμε κιόλας) έπεσα πάνω σ’ ένα κείμενο του Γιάννη Πετρίδη για τον Μάνο Χατζιδάκι, που μου έκανε εντύπωση. Αναφέρομαι στο τεύχος 232, της εβδομάδος 12-18 Ιανουαρίου, του 1973, με τον… συνταγματάρχη Διαγόρα Βαρτάνη στο εξώφυλλο (ο οποίος έχει και facebook! –μόνο εγώ δεν έχω απ’ ό,τι φαίνεται– ποιος του αφήνει άραγε μηνύματα, μήπως ο λοχαγός Έκτωρ Ψάχος;). Στη σελίδα 94 του περιοδικού και στη στήλη Μουσικές Επικαιρότητες ο Πετρίδης υπογράφει το εξής κείμενο (οι εμφάσεις, δικές μου)…
Χατζιδάκις ή Ντύλαν;Εντυπώσεις από μια δήλωση του Μάνου Χατζιδάκι σε απογευματινή εφημερίδα. Πριν αναφερθώ στο συγκεκριμένο σημείο, θα ήθελα ν’ ανοίξω μια παρένθεση. Θεωρούσα και θεωρώ τον κ. Χατζιδάκι σαν ένα από τους κορυφαίους συνθέτες μας (σ.σ. λέει ο Πετρίδης). Σε ερώτηση λοιπόν (σ.σ. όχι του Γιάννη Πετρίδη, αλλά του συντάκτη της απογευματινής εφημερίδας) γιατί δεν συνθέτει τραγούδια που να αναφέρονται στα προβλήματα του καιρού μας, σε μιαν εποχή με όλο πιο ανήσυχη νεολαία, ο Μάνος Χατζιδάκις απάντησε:
«Δεν πιστεύω κατ’ αρχήν ότι ένα τραγούδι μπορεί να περιέχη ή να θίγη προβλήματα του καιρού μας. Ύστερα, εγώ δεν γράφω ερωτικά τραγούδια, αλλά για τον έρωτα. Κι ο έρωτας παραμένει πάντα ένα πρόβλημα όχι μόνο του καιρού μας, αλλά όλων των καιρών. Τα ‘προβλήματα του καιρού μας’ πολύ πιο ουσιαστικά περιέχονται στον τρόπο που κανείς αντιμετωπίζει τα μεγάλα θέματα, παρά την εξάντληση συνθημάτων και ‘μηνυμάτων’. Κατά συνέπειαν, δεν θεωρώ ως προς τον εαυτό μου, ότι αντιμετωπίζω προσωπικό πρόβλημα όταν γράφω ένα έργο σαν τον ‘Μεγάλο Ερωτικό’, αλλά ότι απλούστατα έχω την ωριμότητα να μην επιδιώκω εύκολη συμφιλίωση με την ‘ανήσυχη νεολαία’, προσφέροντας επιπόλαια συνθήματα».
ΕΡ.: Δηλαδή συνθέτες σαν τον Λέοναρντ Κοέν, λόγου χάρη ή σαν τον Μπομπ Ντύλαν, που με τα τραγούδια τους καταφέρονται κατά του πολέμου ή διαμαρτύρονται για τον εξευτελισμό του ανθρώπου από τη βία που έχει εξαπολυθή σήμερα εναντίον του, προσφέρουν ‘επιπόλαια μηνύματα’;XATZ.: Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ανώτερο συνθέτη από εκείνους που μου αναφέρατε. Και εν πάση περιπτώσει, θα ’πρεπε να μιλάμε για συνθέτες και όχι για είδωλα. Γιατί εγώ δεν είμαι είδωλο.

Για να συνεχίσει ο Γιάννης Πετρίδης…
Δεν θα σχολιάσουμε τις δηλώσεις του κ. Χατζιδάκι. Απλώς μόνο θα υπενθυμίσουμε ότι η μουσική του Ντύλαν και του Κοέν αντιπροσωπεύει μία ολόκληρη γενιά που ίσως η δική του μουσική (σ.σ. του Χατζιδάκι) ούτε καν αγγίζει. Βρισκόμαστε στο ’72 και όχι στο ’58.

Ο Γιάννης Πετρίδης ορθώς υπερασπίζει τις μουσικές και τα κοινωνικά τραγούδια του Dylan και του Cohen έναντι των τραγουδιών «για τον έρωτα» του Χατζιδάκι, βρίσκοντας στα πρώτα μία συνταύτιση με τις αγωνίες της νεολαίας και τα προβλήματα του καιρού (εκείνου), και στα δεύτερα έναν παλαιομοδιτισμό, μία διάθεση «εκτός εποχής».

Το κείμενο «Χατζιδάκις ή Ντύλαν;» μπορεί να κλείνει με την πρόταση «πάντως ο ‘Μεγάλος Ερωτικός’ είναι πράγματι ένας από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς», αλλά αυτό μικρή σημασία έχει…

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

HERBIE HANCOCK death wish

Τελικώς πόσα “Death Wish” βγήκαν στο πανί; Τέσσερα ή πέντε; Πέντε, εξ όσων είδα στον imdb.com. Εδώ, πάντως, έχουμε να κάνουμε με το πρώτο (και καλύτερο προφανώς), από το 1974, σε σκηνοθεσία του Michael Winner με τον Charles Bronson, τον Vincent Gardenia και τον Jeff Goldblum (αυτούς θα τους έγραφα και από μνήμης). Την ταινία την οποία γούσταρα πολύ ως έφηβος, αφού πρωταγωνιστούσε σ’ αυτήν ένας αγαπημένος ηθοποιός, την έβλεπα σχεδόν κάθε καλοκαίρι στα θερινά σινεμά (χονδρικώς, από το ’80 μέχρι το ’85), σταματώντας να τη βλέπω ξαφνικά (μάλλον απερίσκεπτα), όταν κάπου είχα διαβάσει πως (η ταινία) ελεγχόταν για φασίζουσα προπαγάνδα επειδή υπερασπιζόταν την αυτοδικία, προάγοντας δηλαδή την έμπρακτη εκδίκηση και άρα την κοινωνική ζούγκλα. Το στόρι, πάνω-κάτω, το θυμόσαστε…
Ο Γάτος υποδύεται έναν αρχιτέκτονα με ήρεμη οικογενειακή ζωή, η οποία διαταράσσεται οριστικώς και αμετακλήτως όταν επιστρέφοντας μια μέρα στο σπίτι του βρίσκει βιασμένη την κόρη του και βάναυσα χτυπημένη τη γυναίκα του (η οποία και θα κατέληγε αργότερα στο νοσοκομείο). Αποφασίζει, τότε, ο ίδιος να πάρει το νόμο στα χέρια του, αρχίζοντας να καθαρίζει την πόλη από τα αποβράσματα, ώσπου κάποια στιγμή τρακάρει εκείνους που έψαχνε πραγματικά. Δεν χρειάζεται να πω κάτι παραπάνω... Φυσικά, κανείς (ή τουλάχιστον εγώ – ας μιλάμε μόνο για τους εαυτούς μας) δεν θα μπορούσε να συμμεριστεί μία τέτοια αντίδραση, αλλά επειδή επρόκειτο περί ταινίας (και η συγκεκριμένη ταινία είναι ένα παραμύθι με «λύκους» και «κοκκινοσκουφίτσες») το να αρχίσουμε να μιλάμε για... φασισμούς και τα λοιπά είναι τουλάχιστον υπερβολικό (για να μην πω κάτι περισσότερο). Σε τελευταία ανάλυση πολλά ανάλογα φιλμ (και δεν εννοώ φυσικά το “Funny Games” του Haneke) δεν είναι μόνο δέκα φορές πιο ηλίθια –όχι πως το “Death Wish” ήταν τέτοιο, αφού ως περιπέτεια μέτραγε πολύ–, αλλά και εκατό φορές πιο φασιστικά· αν και πάλι ουσιαστικό πρόβλημα δεν υφίσταται. Ο καθένας μας, ως θεατής, δεν έχει μόνον την ευθύνη των επιλογών του, αλλά και κάθε παρεπομένου που αφορά σε αυτές (τις επιλογές).
Στο “Death Wish” λοιπόν (που προβλήθηκε τότε στην Ελλάδα με τον τίτλο Ο Εκτελεστής της Νύχτας – αν θυμάμαι καλώς Εκτελεστής χωρίς Οίκτο ήταν ο τίτλος του πρώτου sequel) τη μουσική είχε γράψει ο πολύς Herbie Hancock· εδώ, ακούω το 180άρι βινύλιο της Music On Vinyl, που κυκλοφόρησε πέρυσι.
Βρισκόμαστε στο 1974. Ο Hancock βιώνει την περίοδο τής... αφάνας και της (ωραίας) σαβούρας του blaxploitation, παράγοντας ένα score που βρίθει από μελοδραματικά strings (πολλά strings), space αντηχήσεις και κακόγουστα bleeps τύπου George Duke (αν και… τύπου Hancock πρωτίστως), λειαίνοντας κι αυτός από τη μεριά του το δρόμο για το σάρωμα της disco, που τότε άρχιζε να δείχνει πρόσωπο. Όχι πως δεν υπάρχουν στο “Death Wish” ωραία θέματα, με την… αριστοτελική έννοια του ωραίου, όπως το άψογο ελεκτροτζάζ “Fill your hand”, που κλείνει το άλμπουμ, αλλά να –πώς να το πω;– το όλον πράγμα μού αφήνει μιαν αίσθηση cult. Δεν είναι ο σωστός χαρακτηρισμός, αλλά τέλος πάντων…

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

VIKTORIA TOLSTOY θα την δούμε στην Αθήνα;

Τραγουδίστρια με τύπο ερμηνευτικό, που φαντάζει ως απλή συνέχεια της μεγάλης σουηδικής jazz παράδοσης, η Viktoria Tolstoy πρωτοεμφανίζεται στο χώρο το 1994 με το άλμπουμ “Smile, Love and Spice” [ΕΜΙ], ενώ το 1997 με τον τρίτο δίσκο της, το “White Russian”, γίνεται η πρώτη καλλιτέχνιδα της σκανδιναυικής χώρας που υπογράφει για την Blue Note. Παρά ταύτα τ’ όνομά της δεν είχε ξεφύγει ακόμη από τα σύνορα της πατρίδας της. Τούτο θα συμβεί, για τα καλά, το 2004, χρονιά κατά την οποία η Tolstoy συνεργάζεται με τη γερμανική εταιρία ACT Music. Το “Shining On You (Viktoria Tolstoy Sings Esbjörn Svensson)”, αλλά και η συμμετοχή της στο project “Funky ABBA” του Nils Landgren – εκεί όπου η ξανθή καλλιτέχνιδα τραγούδησε με θαυμαστή pop φινέτσα το “Summer night city”, top θέμα της υπέροχης κιτσάτης pop τετράδας – της έδωσαν την ευκαιρία να φανερώσει το φωνητικό της τάλαντο, σε ακόμη πιο μεγάλη κλίμακα. Κάτι που θα φανερωθεί περίτρανα στο έργο “My Swedish Heart” [ACT Music, 2005], εκεί όπου η Tolstoy κι οι συνεργάτες της θα προσφέρουν ένα από τα πιο μεστά φωνητικά CD της περασμένης δεκαετίας. Με τι σχετιζόταν αυτό; Μα με την επιστροφή στις σουηδικές της ρίζες. Ποιά η σχέση της λοιπόν με την Monica Zetterlund, τον Jan Johansson, τον Lars Gullin, τον Bengt-Arne Wallin και όλην εκείνη τη γενιά του ’50 και του ’60, που έγραψε το αλφαβητάρι της jazz στη Σουηδία; Όλα επεξηγήθηκαν σ’ ένα κείμενο του Nils Landgren που περιλαμβανόταν στο πακέτο και βεβαίως, στο ρεπερτόριο και τον τρόπο ερμηνείας της Tolstoy.
Θα πρέπει, ίσως, να σημειώσω εδώ πως όταν λέμε swedish jazz αναφερόμαστε στην προσπάθεια που καταβλήθηκε στην βόρεια χώρα, ήδη από τις αρχές του ’60, να ιδωθούν οι χοροί και τα τραγούδια της (σουηδικής) υπαίθρου μέσα από μία σύγχρονη οπτική η οποία να μην αρνείται τον αυτοσχεδιασμό, αρχής γενομένης από την μεγάλη ή μεσαία ορχήστρα και καταλήγοντας στα μικρότερα combos.
Σύμφωνα με όσα γράφει λοιπόν ο Landgren, την ιδέα φαίνεται πως την έριξε πρώτος ένας Αμερικανός, ο Quincy Jones, ο οποίος ζούσε μονίμως στην Σουηδία στα τέλη του ’50, με αρχές του ’60. Ο Jones ηχογραφούσε συχνά με την Swedish Radioband, μέλος της οποίας ήταν και ο τρομπετίστας Bengt-Arne Wallin, ο άνθρωπος που, το 1962, ηχογράφησε το άλμπουμ “Old Folklore In Swedish Modern”, δίνοντας φωτιά στο όραμα του Jones, για μία συμφωνική προσέγγιση του παραδοσιακού ρεπερτορίου. Περίπου την ίδια εποχή –και ίσως λίγο νωρίτερα από τον Wallin– προετοίμαζε κάτι ανάλογο και ο πιανίστας Jan Johansson με το “Jazz Pa Svenska”, ένα άλμπουμ τόσο κλασικό, ώστε ήταν περίπου αδύνατον να μην το εύρισκες, τότε, σε κάθε σουηδικό σπίτι. Αξίζει, επίσης (σε κάτι που δεν τελειώνει), να υπενθυμίσω το LP “Waltz for Debby” της Monica Zetterlund και του Bill Evans από το 1964 και τον τρόπο που αντιμετωπίζει κάποια παραδοσιακά σουηδικά τραγούδια το για μια φορά στη ζωή ντουέτο. Η Viktoria Tolstoy είναι φανερό πως ζει (και) γι’ αυτή την ιστορία. Το “Jag yet en dejling Rosa” των Zetterlund/ Evans που κλείνει το “My Swedish Heart”, δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής σ’ ένα από τα σημαντικότερα σουηδικά έργα των sixties, αλλά η ίδια η αναγέννηση ενός αυθεντικού πνεύματος, μακριά από τις πάσης φύσεως ταλαιπωρίες που δυναστεύουν ενίοτε τη σύγχρονη jazz. Το “Den första gang” (ως “The first time I looked into your eyes”) αφιερωμένο στον Bengt-Arne Wallin, μετατρέπεται σε μία θερμή jazz ballad, που θα μπορούσε να την ονειρευόταν ακόμη και ο Elton John, ενώ το “Grandmas song”, τραγούδι στη μνήμη του Jan Johansson είναι ένα λυρικό jazz-folk διαμάντι. Στο “My Swedish Heart” υπάρχουν ακόμη δύο τραγούδια του Lars Gullin, ενός διάσημου σουηδού βαρυτονίστα, το ένα μάλιστα σε στίχους της Chan Parker, συζύγου του Charlie Parker. Υπάρχει επίσης το “Mind if I” του Börje Fredriksson (θρύλος τενορίστας στην Σουηδία, πέθανε το 1968, στα 31 του χρόνια) και τέλος το “From above” του μπασίστα Lars Danielsson.
Το επόμενο άλμπουμ “Pictures of Me” [ACT Music, 2006] υπήρξε η σύγχρονη σουηδική συνεισφορά στο κεφάλαιο επικοινωνίας της jazz με την pop. Μέσω ενός σχήματος νέων, βασικά, μουσικών (Jacob Kartzon πιάνο, Hans Andersson μπάσο, Peter Danemo ντραμς, Xavier Desandre Navarre κρουστά, Tore Brunborg σαξόφωνα, φλάουτο, Lars Danielsson τσέλο) η Tolstoy καταπιάνεται με κάτι που της ταιριάζει. Ξαναλέει με το δικό της παγωμένο τρόπο συνθέσεις των Prince, Paul Simon, Stevie Wonder, Peter Gabriel, Van Morrison κ.ά., προβάλλοντας ατόφια τη σουηδική άποψη.
Με το “My Russian Soul” [ACT Music, 2008] η από το γένος των Tolstoy τραγουδίστρια, εστιάζει στη ρωσική καταγωγή-κληρονομιά της. Με τη βοήθεια της σουηδής τραγουδοποιού Anna Alerstedt, που τοποθετεί στίχους πάνω σε διάφορες ρωσικές μελωδίες κι έχοντας δίπλα της τους καλούς της μουσικούς (τον κιμπορντίστα Jacob Karlzon, τον σαξοφωνίστα Joakim Milder, τον τρομπονίστα Nils Landgren…), η Tolstoy δίνει τη δική της άποψη σε συνθέσεις βασικά του Τσαϊκόβσκι, ερμηνεύοντας συγχρόνως παραδοσιακά και έντεχνα τραγούδια (π.χ. το “Our stories” του σπουδαίου Vladimir Vysotsky). Ξεχωριστό άλμπουμ, στο οποίο ακούγονταν πανέμορφα τραγούδια. Τι να πεις δηλαδή όταν φθάνει στ’ αυτιά σου το “Aftermath” (Τσαϊκόβσκι-Alerstedt);
Το “Letters to Herbie” [ACT Music, 2011] είναι το πιο πρόσφατο CD τής Viktoria Tolstoy. Ηχογραφήθηκε στην Malmö, έχει horn (Magnus Lindgren) και string ενορχηστρώσεις (Filip Runesson), διαθέτει παικταράδες (Jacob Karlzon πιάνο, πλήκτρα, Krister Jonsson κιθάρες, Mattias Svensson μπάσο, Rasmus Kihlberg ντραμς, Nils Landgren τρομπόνι, Magnus Lindgren ξύλινα πνευστά) και βεβαίως διαθέτει, ως κυρίως σώμα, το Hancock-ικό ρεπερτόριο – και λέω «κυρίως», γιατί τρεις από τις δεκατρείς συνθέσεις δεν ανήκουν στον Hancock. Ας ξεκινήσω απ’ αυτές…
Το “Letter to Herbie” (Landgren/ Lindgren/ Tolstoy) προβάλλει ένα χαρακτηριστικό jazz-pop χρώμα, με light-funk προσαρμογές και ωραίο σόλο στο πιάνο (από τον Karlzon). Στο “Naima” (Coltrane/ Hendricks) το κλαρινέτο του Lindgren προσθέτει σε χρωματισμούς, με την Tolstoy να πατά βαθιά στη μελωδία, ενώ στο “Come on, come over” (Pastorius/ Herzog), η funk-rock ρυθμική γραμμή σκάβει ωραία την bluesy ερμηνεία της. Πέραν αυτών… Το άλμπουμ ανοίγει με το “Trust me” από το χανκοκικό “Feets, Don’t Fail Me Now” [Columbia, 1979] το οποίο, μάλλον, το προτιμώ από το (ωραία… υποτονικό) πρωτότυπο. Τo “Textures” από το “Mr. Hands” [Columbia, 1980] δεν είχε στίχους. Εδώ, τοποθέτησε η Anna Alerstedt. Τo electro έχει μετατραπεί σε electric-jazz, με ήπιους funky προσανατολισμούς. Σε άλλα δύο θέματα, που επίσης δεν είχαν στίχους και τοποθετήθηκαν εκ των υστέρων, στο “Chemical residue” (από το “Perfect Machine” του 1988) και στο “Tell me a bedtime story” (από το “Fat Albert Rotunda” του 1969) η Tolstoy ανταποκρίνεται ασμένως. Τα low-tempi, εξάλλου, αναδεικνύουν τα απαλά χρώματα της φωνής της. Από ’κει και κάτω υπάρχει η μπαλάντα “Chan’s song” από το OST του “Round Midnight”, στην οποίαν έβαλε στίχους ο Stevie Wonder, το “Butterfly” από το “Flood” του ’75 και το “Come running to me” από το “Sunlight” του ’78, τα οποία προσθέτουν περαιτέρω στην οικοδόμηση ενός smooth κλίματος. Το “Give it all your heart” (από το “Lite Me Up!” του ’82) που ερμηνεύεται από κοινού, από την Tolstoy και τον Landgren, είναι, ίσως, η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ. Τα deep πατήματα του rhythm section, η κοφτερή κιθάρα, ο φωνητικός διάλογος, αλλά και το από κοινού τραγούδισμα, άπαντα συντελούν στην εκτόξευση ακόμη μίας θαυμάσιας χανκοκικής μελωδίας. Φοβερό κομμάτι· δεν του φαινόταν και τόσο στο πρωτότυπο…

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Κ.ΒΗΤΑ στην Κινέτα

Το ζητούμενο δεν είναι αν συμμερίζομαι την αισιοδοξία του Κ.Βήτα ή εν πάση περιπτώσει την ανάγκη για «λίγο κουράγιο» παραπάνω σε τούτη τη «λυπημένη εποχή» –προσωπικώς δεν είμαι ούτε αισιόδοξος, ούτε απαισιόδοξος, προσπαθώ να είμαι πραγματιστής–, το ζητούμενο είναι αν η «Χρυσαλλίδα» [Inner Ear, 2012] περιέχει εκείνα τα τραγούδια (και ορχηστρικά), που να πηγαίνουν το όλον πράγμα λίγο παραπέρα· αν υποθέσουμε δηλαδή πως ο καλλιτέχνης οφείλει να διασταυρώνει το γενικώς αιτούμενο με την προσωπική του αγωνία, ίνα επιτευχθεί το βήμα εμπρός.
Έχω την αίσθηση ότι ο Κ.Βήτα βρίσκεται παγιδευμένος σ’ ένα παρελθοντικό σύστημα, με τις συγκεκριμένες κοινωνικές και αισθητικές αναφορές-προδιαγραφές, που τον εμποδίζει να δει κατάματα το πρόβλημα, την αιτία του κακού. Ξέρει ότι κάπου βρίσκεται αυτό (το πρόβλημα), κάπου, κάτι ενυπάρχει στις απλές καθημερινές σχέσεις ή δραστηριότητες που τις στραβώνει, επιχειρώντας (αυτό το κάτι) απλώς να το ξορκίσει. Η προσέγγισή του δηλαδή είναι απόμακρη, διακρίνεται από μιαν ωραιοπάθεια, που τονίζεται ακόμη περισσότερο από την κομπιουτερίστικη διαχείριση (ποικίλα electro-pop 90s ή και 80s ηχοχρώματα), οδηγώντας τον, κατ’ ουσίαν, να υιοθετεί στοιχεία του προβλήματος προκειμένου να το αντιμετωπίσει. Αυτή η κάπως… ομοιοπαθητική θεραπευτική αντίληψη (που μπορεί στην ιατρική να έχει αποτελέσματα, αλλά όχι, εν προκειμένω, στην καλλιτεχνία) οδηγεί την Χρυσαλλίδα σ’ ένα ούτως ειπείν αισθητικό αδιέξοδο. Πώς θα επενδύσεις, λοιπόν, το «μέγεθος της πλήξης» στο πάρτυ της Κινέτας (στο «Πάρτυ» αναφέρομαι, στο καλύτερο –με διαφορά– τραγούδι του άλμπουμ); Απλώνοντας το χέρι και μαζεύοντας από τους ήχους μιας… πληκτικής εποχής, προτείνοντας την ίδιαν τελεσίδικη ψυχρότητα;
Έχω την αίσθηση πως ο Κ.Βήτα πρέπει να ανανεώσει το οπλοστάσιό του. Και αυτήν την εντύπωση είχα αποκομίσει, ακούγοντας, πριν μερικά χρόνια, το καλύτερο άλμπουμ που έδωσε ποτέ, την αυτόφωτη «Ένωση»· πως βρισκόταν, δηλαδή, σε μια διαδικασία μετάβασης, αποδεχόμενος στην πράξη τα χρώματα των φυσικών οργάνων (του πιάνου, της κιθάρας, της βιόλας, του βιολοντσέλου…), δουλεύοντας πάνω στην επικοινωνία τους (ή μη) με τους electro ήχους.
Ο Κ.Βήτα επιθυμεί να πάει κόντρα στη συνομολογημένη κατήφεια –είναι φανερό αυτό–, μ’ ένα άλμπουμ που για τα δικά του μέτρα, τον δικό του τρόπο, δεν είναι κιμπάρικο (να το πω έτσι λαϊκά)· και δεν αναφέρομαι στην παράλληλη δουλειά της Inner Ear, που είναι, για ακόμη μία φορά, όσο μπροστά απαιτείται. Ελπίζω και εύχομαι να μην καθορίσει την καλλιτεχνική του στάση, από τούδε και στο εξής, ανάποδα η εποχή, και όσα (χειρότερα) επέλθουν.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

MILAN KUNDERA τιμή στη φιλία

Μετά ξαναπήγαμε στο πάρκο. Εξετάσαμε και πάλι τις κοπέλες που καθόντουσαν δυο-δυο στα παγκάκια. Τύχαινε να ’ναι και καμιά νοστιμούλα, μα ποτέ δεν έτυχε να ’ναι νόστιμη κι η διπλανή της.
«Φαίνεται πως είναι νόμος αυτό», είπα του Μάρτιν. «Η άσχημη γυναίκα ελπίζει πως θα κερδίσει λίγη απ’ τη λάμψη μιας όμορφης φιλενάδας, κι η όμορφη φιλενάδα ελπίζει πως θα λάμπει ακόμα πιο πολύ πάνω στο φόντο μιας άσχημης φίλης. Όσο για μας, αυτό σημαίνει πως η φιλία μας μπαίνει αδιάκοπα σε δοκιμασία. Πολύ το εκτιμάω που δεν αφήνουμε ποτέ την εκλογή να την αποφασίσει η τυχαία εξέλιξη των γεγονότων. Μα ούτε καυγαδίζουμε μεταξύ μας. Αντίθετα ο ένας προσφέρει στον άλλον την όμορφη κοπέλα σαν κάτι κυρίους του παλιού καιρού που δεν μπορούσανε να περάσουνε απ’ την ίδια πόρτα, γιατί κανένας τους δε δεχότανε να περάσει πρώτος».
«Ναι», είπε συγκινημένος ο Μάρτιν. «Είσαι σπουδαίος φίλος. Έλα πάμε να κάτσουμε για λίγο, με πονάνε τα πόδια μου».
Κι έτσι καθήσαμε για λίγο ξένοιαστοι, με το πρόσωπο φάτσα στον ήλιο, κι αφήσαμε τον κόσμο να διαβαίνει γύρω μας χωρίς να τον προσέχουμε…
4 Τσέχοι Συγγραφείς (Λούντβικ Ασκενάζι, Μίλαν Κούντερα, Ιβάν Όλμπραχτ, Μπόχουμιλ Χράμπαλ) εκδόσεις Ρόμβος, Αθήνα άνευ χρονιάς (υποθέτω 1972-73, ή κάπου εκεί κοντά).
Απόσπασμα από το διήγημα του Μίλαν Κούντερα Το Χρυσό Μήλο του Αιώνιου Πόθου, μετάφραση από τα τσέχικα Ρενέ Ψυρούκη.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

4/4/2012

Κατεβάζω την ανάρτηση για την «Χρυσαλλίδα» του Κ.Βήτα (θα την ανεβάσω αύριο ή κάποια άλλη στιγμή) λόγω της συγκυρίας. Κι επειδή τώρα μαζεύτηκα στο σπίτι, κι επειδή δεν έχω χρόνο να γράψω κείμενο επιθυμώ να σημειώσω μόνον τούτο…
Πολιτικές πράξεις όπως η σημερινή θυσία του ανθρώπου στο Σύνταγμα συντελούνται μόνο σε απολυταρχίες. Το γεγονός, έχω την αίσθηση πως δεν μπορεί να είναι μικρότερης σημασίας από την αυτοπυρπόληση του 22χρονου Κερκυραίου Κώστα Γεωργάκη στην πλατεία Matteotti της Γένοβα τον Σεπτέμβριο του 1970. Τότε, ο λόγος ήταν η χούντα του Παπαδόπουλου. Τώρα…

τρία κείμενα για τον Κ.ΒΗΤΑ

Με αφορμή την κυκλοφορία του πρόσφατου άλμπουμ του Κ.Βήτα, της «Χρυσαλλίδας», ανέτρεξα σε μερικά παλαιότερα κείμενα, που έγραψα την τελευταία δεκαετία, και τα οποία αφορούν σε προγενέστερα CD τού τραγουδοποιού. Κι επειδή τα ξαναδιάβασα –έχοντας, βασικά, την απορία του πώς θ’ ακούγονται σήμερα στ’ αυτιά μου (τα κείμενα)–, σκέφθηκα πως θα είχε, ενδεχομένως, ένα νόημα να προηγηθούν εκείνων που θα γράψω για τη «Χρυσαλλίδα». Ίσως, έτσι, ν’ αποκαλύπτονται περισσότερα… Ξεκινώ με τους «Μετασχηματισμούς»...
Έχοντας ακούσει ήδη κάποιες φορές το Transformations [Σείριος, 2003], την άποψη του Κ.Βήτα για τις μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, εξακολουθεί να μένει αναπάντητο εντός μου το ερώτημα. Μου άρεσε τελικώς αυτό το άλμπουμ ή όχι; Γράφω το κείμενο στη μέση του Αυγούστου (του 2003), αλλά και τώρα, δύο μήνες αργότερα (σ.σ. τον Οκτώβριο του ’03, όταν δημοσιεύτηκε το κείμενο) δεν έχω ακόμη καταλήξει. Ή μάλλον έχω… πως κάτι τέτοιο πρόκειται, πιθανώς, για ψευδοπρόβλημα. Ότι το “Transformations” δεν απευθύνεται στην καρδιά, άρα δεν αντιμετωπίζεται με όρους… ψυχικούς, αλλά στη μνήμη· οπότε, αν είναι έτσι, κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει. Κάτι που να μην είναι μετρήσιμο αμέσως. Σαν την εκπομπή μιας παράξενης ενέργειας, που πηγαίνει κόντρα σε όλα…
Ο Κ.Βήτα επιλέγει γι’ αυτή τη μετάβαση δεκαπέντε θέματα από τη χατζιδακική εργογραφία/ δισκογραφία. Τρία από τη «Μυθολογία», δύο από την «Εποχή της Μελισσάνθης», δύο από το “Sweet Movie” και ένα από την «Αθανασία», το “Reflections”, τον «Ματωμένο Γάμο», την «Ερημιά», την «Ιονική Σουίτα» και ακόμη το «Χάρτινο το φεγγαράκι», την «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» στην πρώτη εκδοχή της από την ταινία “The Martlet’s Tale” (1970), την ίδια τη φωνή του Χατζιδάκι από τα «Σχόλια του Τρίτου»… Με μια πρώτη ματιά διαπιστώνεται κάτι. Οι επιλογές δεν είναι, όλες, στον ίδιο βαθμό… προνομιούχες. Φαίνεται, με άλλα λόγια, πως ο Κ.Βήτα είχε στο νου του κάτι πολύ συγκεκριμένο και πως το αναζήτησε σε θέματα που δεν είναι όλα τόσο οικεία στον μέσο ακροατή, ώστε να πάρει άμεσα από εκείνον ένα πρώτο feedback. Ενώ και ο τρόπος που αντιμετώπισε το original υλικό πόρρω απέχει από το «Μετά-» ή το «Για Σένα Με Αγάπη», τα πλέον πρόσφατα (τότε) άλμπουμ του. Radio, off…
Είναι ολοφάνερο, από την πρώτη κιόλας νότα των «Μετασχηματισμών», πως αυτό που ενδιέφερε πρωτίστως τον Κ.Βήτα ήταν η ένταξη του χατζιδακικού μέλους στο τώρα με όρους αστικούς. Μία μουσική προσέγγιση της πόλης, του καθημερινού τοπίου, εκεί όπου κάποιες στοιχειωμένες μελωδίες περνούν εμπρός σου ξαφνικά· σαν τις κούρσες στη Συγγρού νύχτα Σαββάτου, σαν κακοκουρδισμένο μετρό που δε σταμάτησε στο ντοκ… Φσσσστ, φσσσστ, φσσσστ… Τι προλαβαίνεις ν’ ακούσεις; Ό,τι προλαβαίνεις να δεις… Σχεδόν ανατριχιάζεις, καθώς σε διαπερνούν τα haunted vocals του Γιώργου Ρωμανού στο «Τρεις κοπέλες απ’ τη Θήβα», έτσι όπως μπαίνουν-βγαίνουν παντελώς χαμένα μέσα από τα bleeps των πληκτροφόρων, ενώ λαχανιάζεις σχεδόν, καθώς σε κυνηγά με techno επιτάχυνση η σταλμένη φωνή, του Ρωμανού και πάλι, στη «φτερωτή του μύλου».
Απολύτως ταιριαστή με την ακουστική δραματουργία του άλμπουμ οι δεκατέσσερις φωτογραφίες του ενθέτου, λένε μια ιστορία που αξίζει κανείς να την αποκρυπτογραφήσει, έτσι σαν παιγνίδι με τον εαυτό του. Εγώ άρχισα από το τέλος. Έπλεα ανοιχτά των Παξών το ξημέρωμα της 11ης Αυγούστου και καθώς άκουγα την απέραντη blue-black Αθανασία σχεδόν μου άρεσε…
(10/2003)
Το τραγούδι όταν δεν είναι σκληρός ρεαλισμός σπάζοντάς σου μύτη, μέση, πόδια μπορεί να είναι ποίηση ταράσσοντας ψυχή. Ό,τι κινείται ανάμεσα, μοιάζει άνευ ουσίας. Ο Κ.Βήτα μουσικός της πόλης –μιας πόλης βρώμικης, αποδεκατισμένης, με μισή βιτρίνα και χιλιόμετρα υπόγεια– γνωρίζει τον τρόπο να παραμερίζει το ατακτοποίητο στοχεύοντας στην «υπό κάτω» φύση. Στον ήλιο, στα δέντρα, στον αέρα, στο νερό, στον άνθρωπο… Δεν αναζητά ό,τι τον ενδιαφέρει… στας εξοχάς, στους επίγειους παραδείσους, στην Πράγα ή το Ελσίνκι, αλλά στους τόπους όπου το αγοραίο συνυπάρχει με το θαύμα, ο έρωτας με το σκουπίδι, το βουνό με το τσιμέντο, η λάμψη με τη σκόνη. Σαν ένας οικολόγος του φωτός ανακυκλώνει μόνον ό,τι μπορεί να αποδώσει στο ακέραιο τη βαθεία θρησκευτικότητα – την ανάγκη να στέκεσαι με δέος απέναντι σε ό,τι η πλάση σού προσφέρει. Αυτός είναι ο Άργος [Lyra, 2007] στο πρώτο μέρος του. Μουσικές και κυρίως τραγούδια του άστεως μετασχηματισμένα σε καρτερικότητα και πίστη. Πίστη για ό,τι υπάρχει, δίχως ν’ αλλάζει.
Στο δεύτερος μέρος ο Κ.Βήτα επικαλείται ambient, ηλεκτρακουστικές προσαρμογές στην απόπειρα να χαρτογραφήσει το άφατο. Μοιάζει με το ξεδίψασμα ενός δρομέα που αφού τα έχει δώσει όλα μένει να ξεκουραστεί ακούγοντας μόνον τους χτύπους της καρδιάς του. Αντιλαμβάνομαι κάπως σαν συνέχεια την «άλλη πλευρά», σαν ανάγκη να αποκαθαρθεί ο μουσικός από το βάρος όσων είπε. Αλλά και σαν μια παρότρυνση προς τον ακροατή να μην σιγοψιθυρίσει, να μην τραγουδήσει, να μην ταυτιστεί. Μόνο να φανταστεί. Και να φύγει.
(1/2008)
Για τον Κ.Βήτα η τραγουδοποιία προσμετρά συν τω χρόνω βαθύτερα νοήματα, αποκτά μιαν άλλη σημασία. Επιχειρώντας, μέσω διαδικασιών αφαίρεσης, ν’ απαλλαχθεί από τα περιττά και τα ασήμαντα, προσεγγίζει όλο και περισσότερο το καθαρό τραγούδι, τη φυσική απαγγελία. Δεν ξέρω αν το επόμενο άλμπουμ του θα είναι a cappella… προσωπικώς δεν θα παραξενευτώ (σ.σ. διαψεύστηκα…), όμως αυτή η minimal, lo-fi συνοδεία του λόγου, κάπου οδηγεί, κάπου καταλήγει.
Τα τραγούδια του Κ.Βήτα στην Ένωση [Lyra, 2009] τείνει ν’ αποκτήσουν απλές, πρωτογενείς, pop όπως συνηθίζουμε να τις αποκαλούμε, διαστάσεις, επιζητώντας να συναντηθούν με την εφηβική αγνότητα, το παιδικό απροσπέλαστο. Απαιτούνται συνθήκες. Θετική προδιάθεση, απενεργοποίηση κάθε τοξικής παρέμβασης, ευσταθή εσωτερική ισορροπία – καταστάσεις που μπορεί να δημιουργήσουν μόνον η αποδοχή μιας φυσικής θεωρίας ή, ενδεχομένως, μιας θρησκείας. Στην περίπτωση του Κ.Βήτα έχω την αίσθηση πως ισχύει το δεύτερο. Ένας προσωπικός χριστιανισμός, που περιζώνεται από το τρίπτυχο που οριοθετούν οι λέξεις «αγάπη», «πραότης», «ωραιότης». Το ίδιο έπρατταν κι οι Poll, εκεί στις αρχές του ’70 – με μία ουσιώδη διαφορά. Δεν ήξεραν... Η γνώση, με άλλα λόγια, είναι ό,τι μετατρέπει τη… χρηστότητα του Κ.Βήτα σε τραγουδοποιία σημερινή. Ό,τι τον κάνει να βλέπει στη λάσπη το αστέρι.
Η «Διάνοια» είναι μπαλάντα σπάνιας κοπής. Τελείως hippy, βουτηγμένη σε μία folky ατμόσφαιρα, σε κάνει… άλλον άνθρωπο. Ο παραληρηματικός «Ναυαγοσώστης» έχει κάτι το υπερβατικό· δύσκολα μένεις ατάραχος. Το «Δωμάτιο», ένα καταπληκτικό 2λεπτο τραγούδι (αποδίδει ο Βασιλικός), μου θύμισε 4AD, David Sylvian… τέτοια πράγματα. Το «Τραίνο» μία άλλη αφηγηματική στιγμή, για φωνή και κιθάρα μόνο, μεταφέρει κάτι από τη φανταστική πινακοθήκη των τραγουδιών του Γιώργου Ρωμανού (στα sixties). Φυσικά, ενδιαμέσως περιπλανιέσαι (και) στις πιο ερημικές ατραπούς του Κ.Βήτα, που σε κρατούν σε μια κατάσταση… ψύχους· στη «Μια ζεστή μέρα» φερ’ ειπείν, στο «Άκρο» ή την «Εξορία». Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι out. Καλύτερα, μία διελκυστίνδα ανάμεσα στο έσω και το έξω διάστημα, έτσι όπως αιμοδοτείται αυτή από ατελείωτα δημιουργικά κβάντα.
(3/2010)

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

της επόμενης κίνησης…

Ο Χρήστος Οικονομίδης πρέπει να είναι ο Οικονομίδης του... mid-90s γκρουπ Επόμενη Κίνηση, αν δεν πρόκειται περί συνωνυμίας –κάποτε τους είχα δει, ίσως όχι και τόσο αυθαίρετα, ως κάποια electro-punk συνέχεια των Εν Πλω–, ο συνθέτης περαιτέρω της «Γλυκειάς Ζωής» [Ανεξάρτητη Παραγωγή, rec.1999-00] και του “Piano Music I” [Μουσική Εταιρία Αθηνών, rec. 2001-03], άλμπουμ για τα οποία έχω γράψει κριτικές, παλαιά, στο Jazz & Τζαζ. Το πιο πρόσφατο CD του Οικονομίδη έχει τίτλο «Έρως, ζώο αγέρωχο και ηχηρό» [Orion Music, 2011] και περιλαμβάνει 13 τραγούδια, βασισμένα σε ποιήματα των Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, Μαρίας Πολυδούρη, Γιώργου Ιωάννου, Μάτσης Χατζηλαζάρου, Τάσου Λειβαδίτη, Μελισσάνθης κ.ά.
Μία βασική παρατήρηση. Οι ποιητές δεν… συνάδουν (λογικό). Τούτο οδηγεί, εκ των πραγμάτων, τον Οικονομίδη στην υιοθέτηση διαφορετικών μελοποιητικών προσεγγίσεων, οι οποίες (προσεγγίσεις) ενώ θα μπορούσε να αποδυναμώνουν την έννοια του άλμπουμ (ως ενότητα), δεν το πράττουν, τελικώς, εξαιτίας ενός ενορχηστρωτικού συνεχούς. Ξεχώρισα το «Ω μη με βλέπετε που κλαίω» (Μ. Πολυδούρη) για την πηγαία μελωδική γραφή του και την ωραία ερμηνεία της Μόρφως Τσαϊρέλη (αν και η φωνή της, εδώ, πιάνει τα ηχοχρώματα της Αλεξίου), το «Όλα μπορείς να τα σωπάσεις» για την αντίστοιχη (αν και δυσκολότερη) καθυπόταξη των στίχων του Ιωάννου (αποδίδει με την άνεση του φτασμένου ο Δώρος Δημοσθένους – εξαιρετικό τραγούδι), καθώς και τη «Μιλένα» [Ι. Σούσης], που αποδίδει ο ίδιος ο συνθέτης με μιαν αδιόρατη (εφηβική) αφέλεια.
«Δύο ηρωίδες, η νεαρή, ανέμελη και κυνική Κλαίρη (Ράσμι Σούκουλη) και η μεσόκοπη, καταπτοημένη, καταθλιπτική αλλά και ραδιούργα Δανάη (Αλεξάνδρα Παυλίδου) ζουν σε διπλανά διαμερίσματα. Μία σειρά όμως από απλά, σκληρά και επώδυνα γεγονότα τις κάνουν να γνωριστούν και να έρθουν πιο κοντά». Αναφέρομαι στην ταινία Τρυφερότητα του Παναγιώτη Καραμήτσου, που προβλήθηκε πρόπερσι και βεβαίως στη μουσική της, ένα τραγουδιστικό soundtrack [Legend] συντεθιμένο από τον Μάριο Τσάγκαρη, ο οποίος στα μέσα των 90s βρισκόταν κι αυτός στην Επόμενη Κίνηση μαζί με τον Οικονομίδη (ωραία σύμπτωση!).
Το εξής περίεργο συμβαίνει εδώ. Ένα κάπως άγνωστο συγκρότημα στο οποίο έχουν συμβάλλει διάφοροι (ένας είναι ο Κώστας Παρίσης, οι υπόλοιποι πιθανώς να είναι κάποιοι εκ των “thanks”) εμφανίζεται με διαφορετικά ονόματα (No Woman’s Fuzz, Hungry Hairy Mice, Mind the Crap, Not Known Person, Fake Dots και δε συμμαζεύεται), προτείνοντας διαφορετικού ύφους αγγλόφωνα τραγούδια, τα οποία ενώνει, πάντως, η παραγωγή. Υπάρχει 80s electro και rock στοιχείο (αυτό που αποκαλείται γενικώς post-punk), μπαλάντες, girlish pop, ακόμη και κάποιες ελληνικές αναφορές ξεπετάγονται εδώ κι εκεί. Η ουσία είναι, πάντως, πως το όλον πράγμα στέκει, ιδίως αν αναφερόμαστε σε τραγούδια όπως το “I’m going down” (Not Known Person) ή το “Kill a star” (Faceglue).

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

οι Super Grup Electrecord, o Πάριος και ο Αφγανός… Elvis Presley

Χθες στο παζάρι δίσκων, στο Athens A Go Go, βρήκα και αγόρασα με 1 ευρώ –ανάμεσα σε διάφορα άλλα μικροπράγματα– ένα ρουμάνικο 45άρι τού Super Grup Electrecord. Το συγκρότημα το γνώριζα επειδή είχα ήδη ένα LP του, το “Sugar Baby Love” [Electrecord STM-EDC 01114, 1976 ή '77] εντός του οποίου υπάρχει η φοβερή διασκευή στο “Do it good” των K.C & The Sunshine Band (lead track στο πρώτο φερώνυμο άλμπουμ του αμερικανικού disco-funk γκρουπ από το 1974). Οι Ρουμάνοι δεν το αποδίδουν απλώς καλύτερα από τους πρώτους διδάξαντες, αλλά το γεμίζουν και με το πιο αγριεμένο funk (μέχρι και space σύνθια έχουν ρίξει ανάμεσα) που θα μπορούσε ποτέ να φανταστώ, φθάνοντάς το στο τέρμα. Απορώ πώς δεν το έχουν ανακαλύψει οι διάφοροι ποντικοί, ώστε να το χώσουν σε κάποια συλλογή... Οι Super Grup Electrecord. Οι Ρουμάνοι μπορεί να μοιάζουν με κατσαπλιάδες, όμως όταν πιάνουν τα όργανά τους, τους δίνουν και καταλαβαίνουν.
Οι Super Grup Electrecord ήταν μια μπάντα για όλες τις δουλειές την οποίαν διηύθυνε ο τενόρο σαξοφωνίστας, και από τους αναγνωρισμένους τζαζίστες στη χώρα, Dan Mindrila – τους αποτελούσαν δε οι Dan Aldea 12χορδη κιθάρα, moog synthesizer, Alexandru Avramovici κιθάρα, Dan Dimitriu μπάσο, Adrian Iliescu τρομπέτα, Cornel Meraru τρομπόνι και Corneliu Ionescu φυσαρμόνικα (ιδρυτικό μέλος του prog γκρουπ Sfinx - πέρασε και από τους Sideral, τους Sincron, τους Phoenix κ.ά.). Στο σχήμα έπαιρναν μέρος, ως guests, διάφοροι σολίστες ανάμεσα στους οποίους και ο Gil Dobrica (1946-2007), ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές της pop μούζικας στη χώρα (rock, jazz, soul και τα λοιπά, είχε περάσει και αυτός από τους Sfinx). Η σκληρή, βραχνή, συγκοπτόμενη ερμηνεία του στο “Do it good” είναι απίστευτη. Στέλνει δε στο σπίτι τους πλείστους όσους… αντικομμουνιστές soulmen εκείνης της περιόδου.
Το 45άρι λοιπόν του Super Grup Electrecord που αγόρασα στο παζάρι ήταν το “Morning sky/ El Bimbo” [Electrecord 45 STM-EDC 10.502, 1975 ή '76]· και δεν μου χτύπησε μόνον το συγκρότημα, αλλά και το κομμάτι της δεύτερης πλευράς, το περίφημο “El Bimbo”. Το αποκαλώ «περίφημο» γιατί το “El Bimbo” είναι ένα από τα κομμάτια με τα οποία μεγάλωσα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ακουγόταν παντού στην Ελλάδα, είτε από τους Bimbo Jet, μία γαλλική disco μπάντα στην οποίαν ηγούντο οι Claude Morgan και Laurent Rossi (γιός του Tino Rossi), είτε από τον Georgie Dann, είτε από την Grand Orchestre του Paul Mauriat, είτε από τον Γιάννη Πάριο, ο οποίος το τραγουδούσε με τους ελληνικούς στίχους τού Πυθαγόρα ως «Ποτέ δεν σε ξεχνώ»· είχε και βγει και σε 45άρι, γιατί το θυμάμαι στα τζουκ-μποξ, υπάρχει όμως και στο LP τού Πάριου «Έρχονται Στιγμές» [Minos MSM 238, 1975]. Φυσικά, οι εκδοχές των Bimbo Jet, η version I με τα χορωδιακά φωνητικά και η version II με το… «Παναγιά μου, Παναγιά μου», είναι οι πλέον κλασικές και αναγνωρίσιμες, εκείνες που χορεύονταν στα πάρτυ της Μεταπολίτευσης. Ίσως γι’ αυτό κι εγώ αγόρασα, καιρό αργότερα, το LP “Versions Originales, Non Stop International Hits” στην EMIAL του Λαμπρόπουλου [2C 062 – 13052, 1975], στο εξώφυλλο του οποίου διάβαζες εν είδει αυτοκόλλητου: «πρώτη και αυθεντική εκτέλεση του El Bimbo». Τώρα, για το πόσο πρώτη και αυθεντική ήταν θα τα πούμε σε λίγο… Το “Versions Originales/ Non Stop International Hits” περιττό να το πω είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ (εγώ το βρίσκω θαυμάσιο δηλαδή), με υπέροχα (και χωρίς κενά, ελέω party message) euro-disco-lounge κομμάτια μεταξύ των οποίων λάμπει το “Diabolic man” κάποιων… Diabolic Man, ένα βαρέων-βαρών space-disco-funk, που στέλνει για βρούβες ακόμη και τους Can/Holger Czukay (της… disco era). Και για να ξαναγυρίσω στους Super Grup Electrecord να πω πως η εκτέλεση των Ρουμάνων μού φαίνεται η πιο άξια όλων. Έχει όλο το funky περιτύλιγμα των Γάλλων, τη μεγαλοπρέπεια της ορχήστρας τού Mauriat, ποικίλα εφέ και ακόμη μία ισχυρή ομάδα στα φωνητικά από το Grupul 5T, που άδει σαν σε τελικό της Eurovision. Τι δεν έχει; Πάριο και στίχους του Πυθαγόρα δεν έχει, αλλά μικρό το κακό…Ρίχνοντας μια ματιά στα credits του “El Bimbo” παρατηρώ πως αλλού αναφέρεται ως συνθέτης του κομματιού ο Claude Morgan (Bimbo Jet, Γιάννης Πάριος) και αλλού ο Georgie Dann (Super Grup Electrecord). Σε άλλες εκδοχές μπορεί να αναφέρονται άλλοι... Δεν ξέρω αν πρέπει να μου κάνει εντύπωση, δηλαδή, το γεγονός ότι κανείς δεν αναφέρει το όνομα του Αφγανού Ahmad Zahir (1946-1979), ενός θρύλου της τοπικής pop μουσικής στη δεκαετία του ’70 με δεκάδες ηχογραφήσεις που έφυγε πολύ γρήγορα από τη ζωή (πολλοί λένε πως τον έφαγαν οι κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν καταλάβει την εξουσία στη χώρα από τον Απρίλιο του ’78, αλλά απ’ ό,τι διάβασα δεν είναι εξακριβωμένο – αντιλαμβάνεστε τώρα το τι παίζεται με την εκμετάλλευση τέτοιου είδους γεγονότων). Ο Zahir πρέπει να ηχογράφησε το “El Bimbo”, το δικό του “Tanha shodam”, το 1971 (όπως γράφεται και αναπαράγεται σε διάφορα sites), αλλά το τραγούδι δεν περιλαμβάνεται στις δύο συλλογές που έδωσε προσφάτως στην κυκλοφορία η ισπανική Guerssen με ηχογραφήσεις του από τα 70s, δηλ. το LP “Hip 70s Afghan Beats!” [Guerssen GUESS 084LP, 2011] και το 2LP “Volume 2, Afghan 70s psychedelic folk-pop” [Guerssen GUESS 093LP, 2012], ώστε να υπάρχει και μία γραπτή, τρόπον τινά, τεκμηρίωση. Αυτοί οι ροκάδες δεν καταλαβαίνουν με τίποτα… το λέω και το ξαναλέω…