Κυριακή 13 Μαΐου 2012

2L8 νέες μάχες

Οι 2L8 έξι χρόνια μετά τοArmed Angels, Frustrated Youth, The Art of Self Deceit and Music Industry” [Poeta Negra, 2005] και τρία μετά τοHe & She, angry enough to keep loving in the dark ages” [Inner Ear, 2008] επέστρεψαν μένα ακόμη παράξενο, ξεχωριστό και αυτοδύναμο άλμπουμ. Έχει τίτλο “New Battles Without Honor and Humanity” και κυκλοφορεί σε ανεξάρτητη παραγωγή [No More Happy Music] από το τέλος του 2011. Κάποιες ιδιαιτερότητες τις πληροφορούμαι αμέσως-αμέσως, ρίχνοντας μια ματιά στο δίκτυο και περιεργαζόμενος το packaging. Διαβάζω λοιπόν πως το “New Battles…” χρηματοδοτήθηκε από το ίδιο το κοινό του, όταν την 14/2/2011 οι 2L8 ζήτησαν… από τους φίλους τους να αποδείξουν έμπρακτα την αγάπη τους και να βρεθούν αρωγοί σε μία καινοτόμο διαδραστική μουσική ενέργεια. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν μ’ ένα άλμπουμ ειδικών συνθηκών· κάτι που το διαπιστώνει ο καθείς κοιτάζοντας εκ πρώτης και το εξώφυλλό του. Αυτό, το cover, δεν είναι παρά μία… πειρατική παραποίηση του εμβλήματος των Anonymous, του γνωστού διαδικτυακού γκρουπ, που πολεμά on line μέσα από το hacktivism, υποστηρίζοντας, βασικά, την ελευθερία στο net, συμπαρατασσόμενο με το Pirate Bay π.χ., παίζοντας σημαντικό ρόλο στην anti-Stop Online Piracy Act μάχη και άλλα διάφορα. Το ακέφαλο λοιπόν σώμα των Anonymous έχει, στην περίπτωσή μας, το κεφάλι του κλόουν, δηλαδή του Κ. (Κωνσταντίνος Βοζίκης), του βασικού δημεγέρτη των 2L8. Κατά τα λοιπά υπάρχει το σκληρό εξώφυλλο, ένα σχήμα μικρού βιβλίου που εμπεριέχει τα δύο CD, όπως κι ένα 48σέλιδο booklet με τους στίχους των τραγουδιών, comic, σχέδια και λοιπές πληροφορίες.
Πρώτο CD το επονομαζόμενο “Sunlight” (71:56) και αρχικό κομμάτι η “Agenda”, εκεί όπου καθορίζονται οι αγωνίες των 2L8. Διαβάζω αγγλιστί και αποδίδω ελληνιστί: «Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια καθοριστική στιγμή στην ιστορία. Είμαστε αντιμέτωποι με τη διαιώνιση των διαφορών μεταξύ των κρατών (αλλά και των εσωτερικών διαφορών μέσα στα ίδια τα κράτη), την επιδείνωση της ένδειας, της πείνας, των ασθενειών και του αναλφαβητισμού, με την ταυτόχρονη επιδείνωση των οικοσυστημάτων, από τα οποία εν πολλοίς εξαρτάται η ευημερία μας. Ωστόσο, η ενσωμάτωση του περιβάλλοντος και των ανησυχιών μας για ανάπτυξη, και βεβαίως η μεγαλύτερη προσοχή μας σε αυτά τα ζητήματα, θα οδηγήσει σταδιακά στην εκπλήρωση των βασικών αναγκών, στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων, στην καλύτερη προστασία και διαχείριση των οικοσυστημάτων, όπως και σε ένα ασφαλέστερο και πιο ευνοϊκό μέλλον. Κανένα κράτος δεν μπορεί να τα επιτύχει αυτά από μόνο του· αλλά, όλοι μαζί μπορούμε. Σε μια παγκόσμια σύμπραξη για την αειφόρο ανάπτυξη. ΑΓΩΝΙΣΟΥ!!».
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα που είναι οπωσδήποτε μαχητικό και που, στη διαδρομή, ενσωματώνει όλα τα βασικά ζητήματα (η άδολη αγάπη, ο έρως, η ανάγκη μιας ελεύθερης και ανεκτικής κοινωνίας, οι ίσες ευκαιρίες…) με τα οποία προχωρά (και) το τραγούδι, οι 2L8 συντάσσουν μία σειρά από τραγούδια –γράφω αρχικώς για ’κείνα του “SunlightCD– που έλκουν την καταγωγή τους όχι από το brechtian punk του “He & She”, αλλά από ένα είδος πιο straight ahead punk-rock των 80s (post-punk το λένε…), που δεν εγκαταλείπει τις electro-prog αναφορές. Εξαιρετικά τα “Fight” και “To calm our brothers fears” (αμφότερα με φωνή, κιθάρα, μπάσο, ντραμς), καταπληκτικό το αυθάδες στην αντιμετώπισή του “Respect the brightness of our souls”, ένα 4λεπτο τραγούδι που το ακούς ξανά και ξανά με την ίδια πάντα προσμονή και άσσος το σπαρακτικό στην ουσία του “Fading”, ένα άσμα που θα το ζήλευαν πολλοί ψαγμένοι πανκο-νταρκάδες (και όχι μόνο στην Ελλάδα). Δεν είναι μόνον η υφέρπουσα και πανταχού παρούσα μελωδία, είναι και οι ελεγειακοί στίχοι, τα φωνητικά, η ενοργάνωση, τα πάντα. Διαβάζω το όμορφο κόμικ του Παναγιώτη Πανταζή, που συμπλέει απολύτως μ’ ένα από τα κεντρικά ζητήματα του άλμπουμ (ίσως το κεντρικότερο), που δεν είναι άλλο από τη δύναμη των αληθινών αισθημάτων και προχωρώ στην ακρόαση του “Moonlight”…
To 71:37 CD ξεκινά με το παραληρηματικό “Greatness falls” με ωραία δουλειά στον φωνητικό τομέα, που αφήνει κάτι από τα τολμήματα των Joy Division, δίχως όμως τη δική τους απελπισία. Εκεί, στο πρώτο μισό του δεύτερου CD, υπάρχουν εξαιρετικά τραγούδια. Το “A moment!!!” με το βιολί και κυρίως τη βιόλα να υποδηλώνει το «βελβετικό» απόθεμα που κουβαλά εντός του ο K., το “Lover” που θα μπορούσε να γίνει (αν το επιθυμούσαν οι 2L8 – είναι θέμα παραγωγής δηλαδή) ένα ασυναγώνιστο power-pop hit, το “Lost pictures” που σε ταρακουνά με τη ρυθμική μονοτονία του, τις εναλλαγές punky και αριστοκρατικών φωνητικών, τις διαπεραστικές κιθάρες. Αλλά και από το δεύτερο μισό δεν μπορεί να μη μείνεις γοητευμένος από την μπαλάντα “Dont follow me” (που αφήνει, περισσότερο από άλλα tracks, κάτι από τη δραματουργία των Tiger Lillies), το θορυβώδες-εξοντωτικό, αλλά pop κατά βάθος “Love is gone”, το “Close your eyes when orbiting new planets”. (Ανακάλεσα στη μνήμη μου κάτι από τα space/prog ρίγη του “Delayed” των Σουηδών Älgarnas Trädgård. Απίστευτο; Μπορεί.)
Η ουσία είναι πως οι 2L8 κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα άλμπουμ σχεδόν δυόμισι ωρών(!), που ακούγεται με άνεση· αρκεί ν’ αποφασίσεις να το πράξεις. Που έχει τα μουσικά σκαμπανεβάσματά του, ok, αλλά έχει και μία concept-στιχουργική συνέπεια διαρκώς σε πρώτο πλάνο. Κι είναι αυτή, εν τέλει, η πίστη στη δύναμη του λόγου, που καλύπτει και με το παραπάνω τις όποιες, ενδιάμεσες (και αδιάφορες), ηχητικές αδυναμίες.
Επαφή: www.2l8.gr , info@2l8.gr

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

JAZZ & ΤΖΑΖ 230

Το καινούριο Jazz & Tζαζ είναι αφιερωμένο στo 12th European Jazz Festival της Αθήνας, που θα πραγματοποιηθεί στο Γκάζι, με ελεύθερη όπως πάντα είσοδο, στο διάστημα 23-27 Μαΐου. Δεκατέσσερα συγκροτήματα (από Αυστρία, Σουηδία, Βέλγιο, Κύπρο, Ολλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Δανία, Πολωνία, Τσεχία, Λετονία, Ελλάδα, Πορτογαλία και Λουξεμβούργο) θα βρεθούν στη σκηνή, με την παρουσία της σουηδής τραγουδίστριας Viktoria Tolstoy (στο εξώφυλλο) να κεντρίζει ήδη το ενδιαφέρον. Για όλα αυτά υπάρχουν αναλυτικές πληροφορίες από τον Γιώργο Χαρωνίτη στις σελίδες 30-37 του περιοδικού.
Επίσης, στο ίδιο πάντα τεύχος, ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για τον αμερικανό σαξοφωνίστα Tim Berne και την πρόσφατη παρουσία του στην ECM, όπως και για τον Σταύρο Λάντσια με αφορμή τον δίσκο του “Diary of Dreams”, o Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με τον James Keovongsak, ντράμερ των Third Coast Kings (μία από τις καλύτερες soul μπάντες του Michigan), ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος εστιάζει στον… τελευταίο δίσκο του Frank ZappaFeeding the Monkies at Ma Maison”, και βεβαίως οι Νίκος Μητρογιαννόπουλος και Γιώργος Αθητάκης συνομιλούν μ’ έναν θρύλο έλληνα τρομπετίστα –τον τρομπετίστα τού Μανώλη Χιώτη!– τον κύριο Τάκη Πασβάντη.
Παρούσα, φυσικά, και όλη υπόλοιπη ύλη του περιοδικού. Jazz Eye (κείμενα για τους Πέτρο Κλαμπάνη, Jon Lundbom, Michael Kiwanuka, Karantamba, Marshall Gilkes), Live, Δισκοκριτικές, Blues Boom!, μία αναφορά στις τελευταίες κυκλοφορίες της Leo Records, Δισκορυχείον, Jazz & Λογοτεχνία (για τον Andre Hodeir), Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art
Στο CDSentimental Journeyηχογραφήσεις του άλτο σαξοφωνίστα Jackie McLean της περιόδου 1956-1960.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

νόμιμη ή παράνομη;

Πήρε το μάτι μου μια τηλεοπτική διαφήμιση, ένα τρέιλερ, για κάποιαν εκπομπή που θα προβληθεί τις επόμενες ημέρες και η οποία αφορά σε μια συνέντευξη τού αρχηγού τής Χρυσαυγής. Έχω τύχει ήδη σε μια-δυο κουβέντες, δια ζώσης, με φίλους, ενώ διάβασα και διάφορα στο δίκτυο – απ’ αυτά που πάνε κι έρχονται ως έπεα πτερόεντα.
Μοιάζει δύσκολο το θέμα. Βασικά, υπάρχουν δύο κυρίαρχες απόψεις, που προβάλλουν, εκ πρώτης, τρανταχτά επιχειρήματα. Η πρώτη λέει πως πρέπει να είμαστε φειδωλοί, έως απαγορευτικοί, όσον αφορά στην προβολή της Χρυσαυγής (π.χ. ο δήμαρχος Μπουτάρης είπε πως πρέπει να κηρυχθεί παράνομη η εν λόγω οργάνωση), ενώ η δεύτερη πως δεν υπάρχει ουσιαστικό πρόβλημα, πως δεν είναι δυνατόν να κινδυνεύσουμε περισσότερο από τη δημοσιότητά της. Προσωπικώς, τάσσομαι υπέρ της δεύτερης άποψης, με κάποιους αστερίσκους όμως.
Επειδή τον τελευταίο καιρό, και με αφορμή την ελεύθερη διακίνηση των αρχείων στο διαδίκτυο, έχει αναπτυχθεί μία σχετική προβληματική (δεν είναι ίδιες οι καταστάσεις, ως προς τα αποτελέσματα μοιάζουν) νομίζω πως πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί (σε πρώτη φάση) ακόμη και σε υπόνοιες απαγορεύσεων που δεν ορμούνται από κάποια προφανή παράβαση του Ποινικού Νόμου, καθότι το πράγμα μπορεί να εξελιχθεί, τάχιστα, σε… χιονοστιβάδα. Ας πούμε, έχω παρατηρήσει το τελευταίο διάστημα να διατυπώνονται στα social media απόψεις του στυλ «το ΚΚΕ είναι φασιστικό κόμμα», «πως πρέπει να κηρυχθεί παράνομο, επειδή εμπνέεται από την Οκτωβριανή Επανάσταση» και άλλα ανάλογα, που σημαίνει πως, με απερίσκεπτες κουβέντες, δίνουμε δικαίωμα στον κάθε τυχάρπαστο, στον κάθε αγράμματο, να δημιουργεί κλίμα, λέγοντας ό,τι του κατέβει. Λέω πως, πριν δυο χρόνια, δεν ακούγονταν ευρέως τέτοιες κουβέντες (ήταν τελείως περιθωριακές), σήμερα όμως βρίθει το διαδίκτυο από τις κοτσάνες των μεταμοντέρνων «δημοκρατών». Πού θα φθάσουμε; Αν ο καθείς προβάλλει τα όποια –λογικοφανή στους άνοες–, επιχειρήματά του προκειμένου να στηρίξει την οποιαδήποτε απαγόρευση, είναι πολύ λογικό (ναι, πολύ λογικό) να οδηγηθούμε σύντομα σε μια κοινωνία πνιγμένη στα index· στις λίστες δηλαδή με τα τι μπορούμε να λέμε δημοσίως ή όχι, με τα τι μπορούμε να υποστηρίζουμε άνευ συνεπειών ή με. Εφιάλτης.
Η Χρυσαυγή από τη στιγμή που θ’ αποφασίσει να κινηθεί εντός της νομιμότητας (να μην απειλεί δημοσιογράφους, πολύ περισσότερο να μην βιαιοπραγεί κ.λπ., κ.λπ.), από τη στιγμή που θ’ αποδεχθεί τους κανόνες τής λεγόμενης αστικής δημοκρατίας (εξάλλου, οσονούπω, θ’ αρχίσει να πέφτουν και τα φράγκα από τον κρατικό προϋπολογισμό) θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται και τα υπόλοιπα κόμματα. Κάθε άλλη αντιμετώπιση, που θα την θέτει στο περιθώριο της κοινωνίας (εκεί όπου ήταν δηλαδή), θα την καθιστά ταυτοχρόνως περισσότερο επικίνδυνη· και για καθέναν από εμάς, και για την κοινωνία, και για την Δημοκρατία.
Για να καταλήξω, το πρόβλημα για μένα –και είναι το πιο σοβαρό απ’ όλα– συνίσταται στο ποιος θα βρεθεί απέναντι στη Χρυσαυγή, και τι είδους διάλογο θα έχει μαζί της. Υπάρχουν ρεπόρτερ, δημοσιογράφοι που είναι μόνο για φρου-φρου κι αρώματα. Που νοιάζονται μόνο για τα «νούμερα» των εκπομπών τους, που είναι ανειδίκευτοι στην πολιτική φιλολογία (δεν έχουν ανοίξει ούτε ένα σχετικό βιβλίο στη ζωή τους, αραδιάζοντας συνήθως ό,τι αρπάζουν από ’δω κι από ’κει), που η πολιτική δεν είναι το φόρτε τους (καθότι ασχολούνται και με χίλιες-δύο παπαρίες) και που εν πάση περιπτώσει ενδιαφέρονται μόνο για τις δήθεν «αποκαλύψεις», τους «μυστικούς διαδρόμους» και τα ρέστα, πουλώντας χάντρες και καθρεφτάκια στους ιθαγενείς της τηλοψίας. Αυτοί οι εκφραστές της κοινής γνώμης, συχνά, αποδεικνύονται το ίδιο επικίνδυνοι με την κάθε Χρυσαυγή.
Νόμιμη ή παράνομη λοιπόν; Οπωσδήποτε νόμιμη, αλλά με τα μάτια δεκατέσσερα.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

MANU DIBANGO africadelic & africavision

Τον θυμάμαι πριν από 16 χρόνια στο Λυκαβηττό (12/6/1996) να βάζει φωτιά στις κερκίδες –που λέει ο λόγος– με το αθάνατο «μαμακό μαμασά μακομακοσά...», αλλά και με την afro version του “Never on Sunday”(!), ποιόν, τον μεγάλο καμερουνέζο διασκεδαστή (ναι) Manu Dibango, τον άνθρωπο που έφτιαξε εγκαίρως το δικό του groovy σύμπαν, μαυρίζοντας για πάντα την όψη της disco πίστας. Αυτά, τότε (όχι το ’96), το μακρινό ’73, όταν όλος ο κόσμος (ακόμη και η πτωχή αλλά... τίμια Ελλάς) ίδρωνε και ξεΐδρωνε υπό τους ήχους της “Soul Makossa” και της “Pepe soup”. Να όμως εδώ δύο εκδόσεις, που έρχονται να φωτίσουν δύο διαφορετικά στιγμιότυπα της καριέρας του Dibango, επιβεβαιώνοντας εκείνο το οποίον όλοι ξέρουμε ή υποπτευόμαστε. Πως ο κύριος αυτός υπήρξε (είναι δηλαδή) ένας ολοκληρωμένος δημιουργός, με το έργο του σκόρπιο και σχετικώς απρόσιτο έτοιμο να ταρακουνήσει.
Τη διετία 1972-73 ο Dibango ήταν ένας… καταζητούμενος performer. Έχει σκοράρει ξεκινώντας από την περιοχή του, τριπλάροντας συμπαίκτες, αντιπάλους, διαιτητές, δοκάρια... Ήταν φυσικό οι δουλειές του να ήταν περιζήτητες παντού· στην TV, το σινεμά, το θέαμα, τη διαφήμιση, τις διοργανώσεις (αθλητικές ή μη). Παραχωρείται... Και ευτυχώς. Δύο library άλμπουμ που έγραψε εκείνη την εποχή αποτελούν σήμερα απόλυτα funky opus, για τα οποία DJs και λοιποί ενδιαφερόμενοι χώνουν κάμποσα ευρά.
Το πρώτο είχε τίτλο “African Voodoo” [FR. Ψ/PSI 3036, 1972], είχε, περαιτέρω, ένα πανέμορφο ασπρόμαυρο εξώφυλλο (με τα παρατεταγμένα ειδώλια σε πρώτο πλάνο) και κυρίως ήταν γεμάτο από αφρικανικούς ρυθμούς, αναμειγμένους με soul/ funky και spiritual υλικά. Δυστυχώς, 40 χρόνια μετά, το άλμπουμ αυτό φαίνεται πως δεν έχει επανεκδοθεί. Απορώ τι περιμένουν…
Την ίδια εποχή ο Dibango ξαναμπαίνει στο στούντιο, για μία ακόμη πιο γκρουβάτη συνέχεια. Ο νέος δίσκος θα είχε τίτλο “Africadelic”, θα πρωτοκυκλοφορούσε και αυτός ως library(;), σε γαλλική ετικέτα Mondiophone [MON 8] και μάλιστα θα έφερε το όνομα African Pop Group(!) στο έμπροσθεν μέρος του εξωφύλλου. Καθαρός Dibango φυσικά (το όνομά του αναγραφόταν και στο οπισθόφυλλο και στο label). Δεκαετίες μετά (2006), το επίσης γαλλικό label hi&fly ξανατύπωσε την… αφρικαδέλια (σε βινύλιο και CD), δίνοντας τότε τη δυνατότητα και στους έλληνες ακροατές (το λέω επειδή η επανέκδοση εμφανίστηκε και στα εγχώρια δισκάδικα) να τη βρουν και να την ακούσουν. (Όσοι, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν την παλαιά έκδοση τής Minos από το 1975!). 
Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις τι ακούγεται μέσα στα 32 μόλις λεπτά τού “Africadelic”. Ο καμερουνέζος μουσικός αραδιάζει δώδεκα κομμάτια (το μικρότερο έχει διάρκεια 1:47, ενώ το μεγαλύτερο 4:03), βασισμένα σε εξοντωτικούς ρυθμούς, με σεισμικά breaks από το σαξόφωνό του, την ηλεκτρική κιθάρα ή το hammond, προσφέροντας ένα εξαντλητικό για ’μας, αλλά ανεξάντλητο για ’κείνον, dance-set, με χωνεμένες επιρροές από latin-rock μέχρι boogaloo, από acid-jazz μέχρι tribal-folk και από jazz-rock μέχρι spiritual-psych. Οι τίτλοι είναι προγραμματικοί, δίνοντας πληροφορίες. The panther, Soul fiesta, Africadelic, African battle, Black beauty, African carnaval, Moving waves, Afro-soul, Oriental sunset, Monkey beat, Wa-wa, Percussion storm. Απλώς, έξοχο!
Στο AfricaVision Vol.3, Le Cinema de Manu Dibango [Buda Musique, 2007] καθρεφτίζεται η ευρύτητα και το ανάστημα του μεγάλου καλλιτέχνη. Μουσικές για παντελώς άγνωστες αφρικανικές ταινίες, γυρισμένες μεταξύ των ετών 1971-2004. Ένας άλλος Dibango εδώ, σφόδρα προσανατολισμένος στην ανάγκη να επενδυθούν εικόνες, να υπηρετηθούν ιδέες σκηνοθετών πολύ δημοφιλών στις πατρίδες τους, αλλά, μάλλον αγνώστων έξω απ’ αυτές (οι Καμερουνέζοι Jean-Pierre Dikongue-Pipa και Bassek Ba Kobhio, ο Γκαμπονέζος Philippe Maury, ο Idrissa Ouedraogo από την Μπουρκίνα Φάσο, ο Σενεγαλέζος Ousmane Sembene –το “Ceddo”, που κινείται γύρω από την επιβολή του μουσουλμανισμού και του καθολικισμού στη Δυτική Αφρική τον 16ον και τον 17ον  αιώνα υπάρχει στο YouTube με γαλλικούς υπότιτλους– κ.ά.). Τα θέματα εμφανίζουν έναν εξωτισμό, καλύτερα έναν εμπνευσμένο συνδυασμό… πεντατονίας, δυτικών τρόπων, ακόμη και ινδικής ρυθμολογίας, προβάλλοντας ένα ηχητικό μωσαϊκό που ακούγεται πάντα με ενδιαφέρον. Δυστυχώς, δεν μπορεί να πει κανείς περισσότερα όταν αγνοεί τα φιλμ. Και να γράφεις για soundtracks, δίχως να έχεις δει τις αντίστοιχες ταινίες είναι κομματάκι επικίνδυνο. (Στο 36 σελίδων καλαίσθητο booklet κυριαρχεί η μακροσκελέστατη συνέντευξη/αφήγηση του Manu Dibango, στην αγγλική και την γαλλική, στην οποία αναφέρεται με λόγια σοφά/στρωτά στην περιπετειώδη διαδρομή του).

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

MUSICA LONTANA

Ζωντανά ηχογραφημένη στο Πολιτιστικό Κέντρο Αλέξανδρος στη Θεσσαλονίκη την 10/9/2010, στο πλαίσιο της 8ης Συνάντησης Jazz και Δημιουργικής Μουσικής, η ελληνο-ιταλική παρέα υπό την ονομασία Musica Lontana καταγράφει την ωριαία, on stage, παρουσία της σ’ ένα άλμπουμ, που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες (8/2011) από τη βρετανική Leo Records. Οι Vittorino Curci άλτο σαξόφωνο, φωνή, Vincenzo Mastropirro φλάουτα, φωνή, Γεωργία Συλλαίου φωνή, Σάκης Παπαδημητρίου πιάνο, Χρήστος Γερμένογλου ντραμς και Αγαμέμνων Μάρδας κοντραμπάσο (παλαιό μέλος των Moot Point να υπενθυμίσω), εδώ, σ’ ένα ρεπερτόριο που παρέχει την αφορμή για μία γενικότερη αντιμετώπιση εκείνου που θ’ αποκαλούσαμε jazz δρώμενο· υπό την έννοια πως στην εγγραφή εκτός της μουσικής υπάρχει τραγούδι και ποιητική αφήγηση, από την οποίαν (αφήγηση) δεν απολείπει η θεατρικότητα.
Το άλμπουμ ανοίγει με τη φερώνυμη σύνθεση του Vincenzo Mastropirro, η οποία στηρίζεται και στηρίζει τους στίχους του Vittorino Curci. Ακούμε του στίχους σε απαγγελία από τον Curci και τη Γεωργία Συλλαίου (στην ιταλική και την ελληνική αντιστοίχως), πριν ξεκινήσει ν’ αναπτύσσεται το κομμάτι, με το πιάνο του Σάκη Παπαδημητρίου να προσφέρει την πρώτη ώθηση. Τα γεμίσματα στα ντραμς και τη φωνή, το αεικίνητο μπάσο και κυρίως το ρομαντικό φλάουτο του Mastropirro προσφέρουν στη “Musica lontana” μία… τελική mediterranean αίσθηση. Στη 10λεπτη “A museche” των ιδίων συντελεστών, ακούμε την απαγγελία του ποιήματος στις δύο γλώσσες (ελληνική, ιταλική), όπως και την τραγουδιστική/ βοκαλιστική επικοινωνία ανάμεσα στη Συλλαίου και τον Curci (υποθέτω), με το πιάνο να προκαλεί/ σχολιάζει και με τον αλτίστα να παίζει soli πάνω σ’ ένα γρήγορο τέμπο. Το περίπου κλείσιμο με την εντυπωσιακή συνομιλία μπάσου-κρουστών δικαιολογημένως προκαλεί το χειροκρότημα. ΤoCirte Volte” (πάλι Mastropirro, Curci στα credits) ξεκινά ως πιανιστική romance, με τη Συλλαίου ν’ απαγγέλει τους στίχους και εν συνεχεία να τραγουδά με το γνωστό της deep haunted τρόπο, σ’ ένα κομμάτι από τα πλέον υποβλητικά του άλμπουμ. Κι εδώ το φλάουτο του Mastropirro συνεργεί τα μέγιστα στην κάπως υποχθόνια ατμόσφαιρα. Στο “Malati du Viaggeo Παπαδημητρίου σε τζαρετική αποστολή συνοδεύει τους στίχους του Curci, τους οποίους απαγγέλει (στη γλώσσα μας) και τραγουδά η Γεωργία Συλλαίου, σε μία σύνθεση στην οποία το φλάουτο εκ νέου ολοκληρώνει την αφήγηση (λίγο πριν το σύντομο τελικό κρεσέντο). Η “Liturgia del buon principio” (μουσική και ποίηση από τον Vittorino Curci), είναι το πιο σύντομο στο χρόνο track του δίσκου. Σχεδόν a cappella απαγγελία, με δημιουργικά παράσιτα μεταξύ των στροφών. Απεναντίας, στο “Epitaph of Seikilos” το γνωστό αρχαιο-ελληνικό σπάραγμα, η σχεδόν 11λεπτη εκδοχή του, προσφέρει την ευκαιρία στους μουσικούς (και κυρίως στον Σάκη Παπαδημητρίου, που έχει την ευθύνη της ενορχήστρωσης) να διαμορφώσουν μία συνολική εκφραστική πλατφόρμα, η οποία περιλαμβάνει έξοχα soli, βεβαίως τραγούδι, αλλά και στιβαρό ομαδικό παίξιμο, αποδεικνύοντας κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό. Το υψηλό επίπεδο επικοινωνίας όλων ανεξαιρέτως των συντελεστών τής Musica Lontana. Ίσως, η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ. Παράλληλη απαγγελία των στίχων του Curci στην ιταλική και την ελληνική, για την εισαγωγή στο “Dinastia del puri”, κι από ’κει και πέρα μία χαρακτηριστική του ύφους τού Παπαδημητρίου σύνθεση, με την Γεωργία Συλλαίου αρκούντως υποβλητική και με την μπάντα σε ταύτιση με διαρκή συνοδεία και καταλυτικά γεμίσματα από το rhythm section (Μάρδας, Γερμένογλου). Το τελευταίο κομμάτι, ένα blues του Σάκη Παπαδημητρίου υπό τον τίτλο “Film noir” το οποίο στηρίζει και στηρίζεται σ’ ένα κείμενο της Γεωργίας Συλλαίου (αποδίδει η ίδια) είναι χαρακτηριστικό της, από έτη, δημιουργικής εμμονής των δύο μουσικών στην αποτύπωση ενός συγκεκριμένου σινεφίλ κλίματος, σε μία εξω-κινηματογραφική κατά τα λοιπά παράσταση. Η μουσική συνεχίζει την πορεία της, ενώ το φιλμ έχει τελειώσει, με τη μηχανή προβολής να γυρίζει δίχως τέλος…
Επαφή: www.leorecords.com

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

SANTANA και RINGO STARR

Κατά καιρούς έχει κυκλοφορήσει ποικίλο υλικό των Santana τής προ-Woodstock και “Santana” εποχής (εννοώ του πρώτου φερώνυμου άλμπουμ τους, από τον Αύγουστο του ’69). Το υλικό –όσο τέλος πάντων δεν περιλαμβάνεται στο “Santana Live at the Fillmore”, που ηχογραφήθηκε τον Δεκέμβριο του ’68 και πρωτοεκδόθηκε από την Columbia-Legacy το 1997–, φαίνεται πως ξαναμαζεύεται εδώ, σ’ ένα 2CD που έχει τίτλο On the Road to Woodstock [Rokarola, 2011] και το οποίον περιλαμβάνει 19 κομμάτια, έχοντας συνολική διάρκεια περί τα 143 λεπτά.
Δύσκολο να πεις πότε γράφτηκε το εν λόγω υλικό και με ποιαν ακριβώς line-up. Κάποια κομμάτια, πιθανώς, να προέρχονται από μία session του Νοεμβρίου ’68, ενώ άλλα αποτελούν, σίγουρα, υλικό από τα Pacific Recording Studios του κιθαρίστα των Mojo Men Paul Curcio, στο San Mateo της California κάπου προς τις αρχές του ’69(;). Δυστυχώς, στο παρόν CD δεν αναγράφεται τίποτα το ουσιαστικό, ούτε καν μία line-up, από ’κείνες ας πούμε που βρίσκονται σπαρμένες στο internet και οι οποίες φέρουν μαζί τους Carlos Santana κιθάρα, Gregg Rolie φωνή, πλήκτρα, Neil Schon κιθάρες, David Brown μπάσο, Chepito Areas, Michael Carabello και Michael Schrieve κρουστά. Παρότι η πρώτη έκδοση αυτών των κομματιών χάνεται στα χρόνια (πιθανώς στα 80s), και παρότι δεν ξεχνώ ένα 2CD της Charly υπό τον τίτλο “Awakening”, στα τέλη των 90s, που θα μπορούσε να ήταν μια καλή διπλή αρχή, η παρούσα στέκεται, μάλλον, παραπάνω. Τα tracks, κλασικά (“Soul sacrifice”, “Jingo” “Persuasion”, “Fried neckbones and home fries”) ή λιγότερο κλασικά, φανερώνουν το γνωστόν τοις πάσι· πόσο δυνατή jam μπάντα ήταν η Santana Blues Band, συνδυάζοντας το φανταχτερό παίξιμο της κιθάρας του Carlos, τα groovy πλήκτρα του Rolie και βεβαίως το σήμα κατατεθέν percussion section. Τι άλλο; Το εξής… Όταν είδα στα credits τού “With a little help from my friends” το όνομα P. Curcio (και κανένα άλλο!) θυμήθηκα εκείνο το ανεκδιήγητο… Πλωμαρίτης-Lennon-McCartney, έτσι μ' αυτή τη σειρά (τουλάχιστον στην περίπτωσή μας υπήρχε περισσότερο τακτ).
Και μιας κι ο λόγος για τα σκαθάρια να και μια τριπλή CD-συλλογή του Ringo Starr και της All Starr Μπάντας τους, υπό τον τίτλο The Anthology… So Far/ With a little help from my friends [Eagle Rock Entertainment, 2010], η οποία περιλαμβάνει ηχογραφήσεις του από το 1989 και εντεύθεν (πόσο εντεύθεν θα σας γελάσω, αφού στις σημειώσεις δεν παρέχεται καμμία σχετική πληροφορία).
Το κομβόι τού Ringo Starr, το οποίον άλλαξε έξι τουλάχιστον φορές έως τις αρχές των ’00s, συμπεριλαμβάνοντας στις κατά καιρούς συνθέσεις του τους καλύτερους των καλυτέρων (Clarence Clemons, Rick Danko, Levon Helm, Dr. John, Nils Lofgren, Billy Preston, Joe Walsh, Dave Edmunds, Todd Rundgren, Randy Bachman, John Entwistle, Gary Brooker, Jack Bruce, Peter Frampton, Simon Kirke και… και… και…) αποτέλεσε μία ζωντανή, και βεβαίως περιοδεύουσα, καταγραφή της rock history, αφού οι συμμετέχοντες απέδιδαν τα πάντα, από “Norwegian wood”, “Boris the Spider” και “American woman” μέχρι “Yellow submarine”, “Sunshine of your love”, “A whiter shade of pale” και “All right now”.  Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μια λαϊκή γιορτή, με καλεσμένους απαξάπαντες.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

μισό συμπέρασμα

Τα περισσότερα από τα συμπεράσματα των εκλογών είναι ήδη γνωστά. (Άνοδος της Αριστεράς, κατακρήμνιση του Πα.Σο.Κ. και της Ν.Δ., ισχυρή αντι-μνημονιακή ψήφος κ.λπ.). Ένα, ίσως, δεν έχει συνειδητοποιηθεί και τόσο…
Με την αποχή στο 36,2% και με τα κόμματα εκτός Βουλής στο 19,02% (των εγκύρων), περί το 50% του πληθυσμού (που εκλέγει) δεν αντιπροσωπεύεται στη Βουλή. Το νούμερο δεν είναι απλώς πρωτοφανές. Είναι απίστευτο. Η Δημοκρατία μας –θες γιατί κάποιοι προτίμησαν να μείνουν στα σπίτια τους, θες γιατί η ψήφος ορισμένων άλλων (πολλών) πετάχτηκε στα σκουπίδια (λόγω αθλίου εκλογικού νόμου)– αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα.
Για τα υπόλοιπα θα δούμε…

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

τι θα ψηφίσουμε λοιπόν;

ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Δεν υπάρχει τίποτα στον τρόπο που πολιτεύεται το Πα.Σο.Κ που να έχει την κατανόησή μου. Ακόμη και την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου φρόντισε να δείξει πως είναι ένα κόμμα σφόδρα καθεστωτικό, που ρέπει (και) προς τον ολοκληρωτισμό. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των οροθετικών γυναικών, η διαπόμπευση επί της ουσίας αυτού του μικρού μέρους της κοινωνίας (το οποίο δεν έπεσε από τον ουρανό – εντάξει;), φανερώνει όχι μόνον αναλγησία και εκδικητικότητα, αλλά και τον πιο οδυνηρό συμβολισμό τού… σκοπού που αγιάζει τα μέσα.
Ν.Δ.
Χρειάζεται κόπος και κουράγιο ώστε να μην ξεχνάς, και η Νέα Δημοκρατία στηρίζει την ύπαρξή της στους… λωτοφάγους ψηφοφόρους. Απαιτείται αναίδεια και θράσος, ένα κόμμα που δεν άφησε τίποτα όρθιο στην τελευταία φάση που κυβέρνησε να απαιτεί να ξαναψηφιστεί, προβάλλοντας, στις πρώτες θέσεις, τους ίδιους κατά βάση ανθρώπους. Εκείνους δηλαδή που μετέτρεψαν το «σεμνά και ταπεινά», στη μεγαλύτερη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος την περίοδο 2007-2009. Ένα νούμερο. Οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης (χωρίς τους τόκους) το 2004 ήταν 75,3 δις, το 2008 ήταν 105,9 δις, ενώ το 2009 ήταν 112,7 δις. Δεν χρειάζεται τίποτ’ άλλο.
Κ.Κ.Ε.
Το Κ.Κ.Ε. ελέγχεται για την άρνησή του να συνδράμει σε κυβερνητικό σχήμα. Πώς είναι δυνατόν η Ε.ΑΡ. του Κύρκου και το Κ.Κ.Ε. του Φλωράκη να τα βρίσκουν πριν τις εκλογές του ’89 (για τους γνωστούς ταπεινούς και τετριμμένους λόγους – κάθαρση, διάλυση του Πα.Σο.Κ. κ.λπ.) και σήμερα, για πολύ σοβαρότερους, ο Τσίπρας και η Παπαρήγα να μην μπορούν ν’ ανταλλάξουν κουβέντα; Το αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να ταρακουνήσει τον Περισσό (σε συνδυασμό μ’ εκείνο του «μισητού» αντιπάλου). Πρόβλεψη κάνω…
ΣΥ.ΡΙΖ.Α
Σημαντικό προεκλογικό λάθος (για να μην το χαρακτηρίσω παιδαριώδες) η αναφορά τού Τσίπρα σε στήριξη ή ανοχή αλλότριων (μη αριστερών) κομμάτων, στο ενδεχόμενο ενός μετεκλογικού κυβερνητικού συνασπισμού. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να συμβεί «μετά», δεν το λες από πριν. Λέω «ακόμη κι αν υποθέσουμε», γιατί το ζήτημα είναι πολύ πιο σοβαρό. Δεν μπορεί η Αριστερά να κυβερνήσει, με τη στήριξη (ή την ανοχή) εθνικιστών, συνομωσιολόγων και λαϊκιστών. Η χώρα δεν διακυβερνάται μόνον ως προς την οικονομία, αλλά και ως προς την παιδεία, τον πολιτισμό, την κοινωνία.
ΛΑ.Ο.Σ.
Ο Καρατζαφέρης είναι «άσσος» στο παιγνίδι με τα media και «πολύ σκληρός για να πεθάνει». Πήρε τον Κύρτσο, την Μπάρμπα, τη σύζυγο Πασχάλη… μέχρι και επιστολή από τον Πούτιν εμφάνισε δύο ημέρες πριν τις εκλογές. Φυσικά, όλα αυτά δεν συνιστούν πολιτική. Αλλά υπάρχουν στις εκλογές και κάποιοι που ψηφίζουν με τέτοια κριτήρια. Αν θα είναι αρκετοί, ώστε να μπει στη Βουλή, θα φανεί την Κυριακή.
ΔΗ.ΣΥ.
Η Ντόρα Μπακογιάννη δεν πείθει (τους Δεξιούς). Δεν ξέρω γιατί. Ευθύνεται το ότι είναι κόρη του Μητσοτάκη (και άρα ένα σύμβολο του εγχώριου νεποτισμού); Ή μήπως το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να θυμηθεί κάτι θετικό να της πιστώσει –έστω κάτι– από την παρουσία της στα διάφορα πόστα (υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση του πατέρα της, δήμαρχος Αθηναίων, υπουργός Εξωτερικών); Το ότι πήγε κόντρα στον λαϊκισμό του Σαμαρά δεν αρκεί. Εξάλλου και η ίδια είχε δηλώσει, παλαιότερα, φαν του Καρβέλα και της Βίσση…
Κοινωνική Συμφωνία
Να μία καλή περίπτωση για όσους ψήφιζαν Πα.Σο.Κ και που, τώρα, δεν θέλουν να το δουν ούτε ζωγραφιστό, διανύοντας όμως τη μικρότερη απόσταση. Η Κατσέλη, εν αντιθέσει με πολλούς άλλους, πάλεψε μέσα στο πρώην κυβερνών κόμμα για κάτι καλύτερο. Και παρήγαγε. Ο νόμος Κατσέλη για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών έχει σώσει μερικές χιλιάδες οικογένειες από το εκτελεστικό απόσπασμα.
Ανεξάρτητοι Έλληνες
Για να είμαι φιλαλήθης δεν έχω ακούσει τι προτείνουν (ίσως δεν ενδιαφέρομαι κιόλας). Μέσες-άκρες γνωρίζω κάποια πράγματα – βασικά πως είναι ένα κόμμα της λαϊκής Δεξιάς. Νομίζω πως δεν τους «έπαιξαν» και τα κανάλια. Έχω ένα σοβαρό πρόβλημα μαζί τους (που είναι μάλλον αισθητικής φύσεως). Απεχθάνομαι τις συνομωσιολογίες.
Δημοκρατική Αριστερά
Με ενοχλεί η λέξη «δημοκρατική» στον τίτλο του κόμματος. Με προσβάλει. Δηλαδή εγώ που ψηφίζω Αριστερά και δεν θα τους ψηφίσω δεν είμαι δημοκράτης;
Δράση
Ο Μάνος είναι ξεπερασμένος πολιτικός. Ως νεοφιλελεύθερος (και από θεωρητικής απόψεως ενάντιος στου φόρους) ελέγχεται για την υπέρογκη αύξηση στην τιμή της βενζίνης, όταν ήταν υπουργός στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αν τον έπαιρναν χαμπάρι θα τον διέγραφαν δια παντός από τη… νεοφιλελεύθερη διεθνή.
Οικολόγοι-Πράσινοι
Δεν ξέρω γιατί, αλλά όποτε ακούω για Πράσινους θυμάμαι πάντα τους βομβαρδισμούς στο Βελιγράδι. Ίσως τούς αδικώ. Τους εγχώριους Πράσινους εννοώ.  
Ένωση Κεντρώων
Καμμιά φορά, παράωρα, χαζεύω τον Βασίλη Λεβέντη στο γυαλί και… σχεδόν πάντα κοιμάμαι με το πιο γλυκό μειδίαμα.
Κόμμα Φιλελευθέρων
Του Ελευθερίου βεβαίως-βεβαίως…
Χρυσή Αυγή
Φον Τζίφρεν, Χερ Χαρούπογλου και τα ρέστα… Δεν είναι για γέλια.
Δημοσθένης Βεργής
Τον είδα ένα βράδυ στην TV κι έλεγε τα συνήθη. Ότι μας καλεί, λέει, σε πάρτυ στη Μύκονο μετά τις εκλογές. Το ερώτημα είναι ένα. Μετά Τζούλιας ή άνευ; Το άφησε ανοιχτό, έως πολύ ανοιχτό…
ΟΧΙ
Καζάκης-Παπαθεμελής. Το παγκάρι της δραχμής.
Κίνημα δεν Πληρώνω
Έως ώρας έχω (κάτι φραγκοδίφραγκα) και πληρώνω.
Κίνημα Εθνικής Αντίστασης
Δεξιά... τής Δ Εθνικής.
Κ.Κ.Ε. (μ-λ) – Μ-Λ Κ.Κ.Ε.
Η συνεργασία τους έδωσε τροφή για περιπαικτικά (και ενίοτε βλακώδη) σχόλια στα social media. Αν αθροίσουν τα ποσοστά που πήραν στις προηγούμενες εκλογές θα είναι επιτυχία.
ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α
Όποιος ψάχνει το E.K.K.E. είναι εδώ.

SHAOLIN TEMPLE DEFENDERS soul-funk masterplan

Οι Shaolin Temple Defenders είναι ένα από τα καλύτερα, σύγχρονα, γαλλικά soul-funk σχήματα. Με καριέρα που πλησιάζει τη δεκαετία, με τέσσερα άλμπουμ στην κατοχή τους, αμέτρητα live και κυρίως με διάθεση να περιγράψουν ένα συνολικό μαύρο ήχο, που να μην αρνείται το σύγχρονο groove, ακόμη και τις hip-hop φωνητικές και ρυθμικές δομές, το 8μελές συγκρότημα βρίσκεται πάντοτε εν δράσει.
Ως γνωστόν η μαύρη μουσική έχει μεγάλη παράδοση στη Γαλλία ήδη από τα early seventies. Δέκτης τραγουδιστών και οργανοπαικτών από τον Νέο Κόσμο, η χώρα κατόρθωσε από πολύ νωρίς να φτιάξει μία στιβαρή soul-funk σκηνή (αφήνω την jazz, αφού εκεί τα πράγματα είναι κάπως πιο γνωστά), δίνοντας χρώμα σε όλη τη δεκαετία· ξεκινώντας δηλαδή από τα πιο straight ahead συγκροτήματα στο πρώτο μισό της και φθάνοντας έως τη δημιουργία της euro-disco μετά το 1975. Να υπενθυμίσω μερικά ονόματα; Ας το κάνω… Bobby Boyd Congress, Lafayette Afro-Rock Band, Ice, Cane and Able, Bad Child κ.λπ., κ.λπ., μουσικοί και ομάδες μουσικών δηλαδή, που έφευγαν από το ένα σχήμα για να φτιάξουν ένα επόμενο, ή που συμμετείχαν ταυτοχρόνως σε δύο ή περισσότερα, σπέρνοντας το σπόρο της συγκοπής στη γαλλική επικράτεια. Οι Shaolin Temple Defenders (STD), έχοντας βαθειά τις ρίζες τους στον James Brown, στους Meters και βεβαίως στον ήχο της Stax, είναι από ’κείνους που κάνουν σήμερα τη διαφορά.
Το συγκρότημα δημιουργείται το 2003 στην Bordeaux και στην αρχή ήταν 7μελές. Ο Lion of Bordeaux ήταν στα φωνητικά, ο Pierre Petit στις κιθάρες, ο Cedric Lacaze στο όργανο, ο Jeremy Ortal στο μπάσο, ο Mickey Fourcade στα ντραμς, η Laure Frejacques στην τρομπέτα και ο Vincent Le Fort στο φλάουτο και στα σαξόφωνα (τενόρο και βαρύτονο). Το πρώτο τους άλμπουμ έρχεται τρία χρόνια αργότερα (2006), βγαίνει για την Soul Beats Records, είχε τίτλο “Chapter I: Enter the Temple” και αποτελεί ένα διαμάντι της νέας soul (βασικά) και funk σκηνής. Οι STD αλωνίζουν στο στούντιο και στηριγμένοι στα εύπλαστα (άλλοτε smooth και άλλοτε hard driving) φωνητικά του Lion of Bordeaux (πραγματικό όνομα Emmanuel Guerin-Ponjouanine) και φυσικά στο ρυθμικό και το πνευστό section, δημιουργούν καταπληκτικά κομμάτια όπως το “Manimal” (με το πνεύμα των JBs πανταχού παρόν), το “Burn, kill and love” (μία αφόρητη μπαλάντα, με χαμοντικό backing και περιγραφικά πνευστά που αναστατώνει), το “Dont wanna be” (δυναμικό track με το βαρύτονο να σέρνει το χορό και την τρομπέτα τής Frejacques να κόβει και να ράβει), το “Funky chick” (που θα το χαρακτήριζα ως… extra groovy chick, με το τενόρο και το hammond να προσφέρουν απανωτά breaks) ή ακόμη και το έσχατο σπιντάτο “Soulville Bordeaux” με το ιερό προσκύνημα στους Sam & Dave (“Soul man”, Stax era δηλαδή). Σαράντα επτά λεπτά άγριας soul καταπόνησης και πάμε παρακάτω…
Τα τελευταία 6-7 χρόνια οι τραγουδίστριες που βρέθηκαν δίπλα στον James Brown διατρέχουν μία δεύτερη (ή και τρίτη) καριέρα, απολαμβάνοντας δόξες και τιμές από τα νεότερα ακροατήρια. Η Martha High είναι μία απ’ αυτές (μία άλλη είναι η Marva Whitney, μία άλλη η Lyn Collins). Την Martha High την ακούσαμε προσφάτως στο “The Shakedown” [Freestyle, 2010] των Speedometer (περιόδευσε, μάλιστα, μαζί τους), είχε όμως προηγηθεί η συνεργασία της με τους STD, που αποτελούσε κατ’ ουσίαν την αποτύπωση της γαλλικής περιοδείας τους (Μασσαλία, Bobigny, Ollioules, Bourgoion Jallieu…) το 2007. Το άλμπουμ “W.O.M.A.N.” [Soul Beats, 2008] είναι ένα… tribute σε μεγάλες στιγμές της soul, έτσι όπως τις διατηρεί στην επικαιρότητα η Martha High. Τα “W.O.M.A.N.” και “Id rather go blind” της Etta James, τα “Think” και “Gotta have a job (You dont work, you cant eat)” του James Brown (το δεύτερο από το ρεπερτόριο της Marva Whitney), το “Crumbs off the table” της Laura Lee, το “Clean up woman” της Betty Wright, το “Summertime”, αλλά και το φοβερό “Im a good woman” της Barbara Lynn –το ξανακούσαμε πριν τρία χρόνια από την Ersi Arvizu, η οποία το είχε πει και με τους El Chicano, πίσω, στο 1971– αποτελούν, όλα, ένα καυτό set, το οποίον η κυρία φέρει, άψογα, εις πέρας, έχοντας δίπλα της ακλόνητους συμπαραστάτες τους Shaolin Temple Defenders. Και όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις το παίξιμο των τελευταίων είναι, γενικώς, διακριτικό, αφήνοντας πλείστα όσα περιθώρια στη φωνή να δείξει και ν’ αναδειχθεί· ακόμη και στα 11λεπτα (“Id rather go blind”) και 12λεπτα κομμάτια (“Summertime”).
Τον Φεβρουάριο του 2009 κυκλοφορεί το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ των Shaolin Temple Defenders, αν υποθέσουμε πως το προηγούμενο καταχωρίζεται στη δισκογραφία της Martha High. Τούτο μοιάζει να το επιβεβαιώνει το ίδιο το γκρουπ τιτλοφορώντας το ως “Chapter II: Gettin’ the Spirit” [Soul Beats/ ma prod]. Ρίχνοντας, μάλιστα, μια ματιά στο οπισθόφυλλο του CD βλέπουμε πως το σχήμα είναι πλέον 8μελές (κάποιος ήρθε, κάποιοι αντικαταστάθηκαν;), πως η μείξη και το mastering έγινε στο Leeds από τον Eddie Roberts (κιθαρίστας των New Mastersounds) και πως, κι εδώ, τα γυναικεία φωνητικά δεν απολείπουν. Στο “Message to the Soul Sisters” ακούγεται η Dionne Charles (συνεργάτιδα των New Mastersounds κ.ά.), όπως και η Martha High στο “Dont tell me its over”, ένα ωραίο mid-tempo με ερμηνεία αγέραστη. Γενικώς, το άλμπουμ στέκεται σε υψηλό επίπεδο, με τα κομμάτια δυναμίτες να κυριαρχούν, αλλά και τις soul ballads να προσφέρουν ενδιαμέσως τα απαραίτητα διαλείμματα. Τα πνευστά είναι πάντα το ατού, αλλά και το hammond όργανο παίρνει αρκετό χρόνο για να ξεδιπλώσει τη σχετική γκρούβα. Κομμάτια όπως τα “International soul”, “Watch your step”, “Let yourself go!”, “Seven deadly corners” και “We live together” είναι φωτιά και λαύρα, ενώ instros τύπου “Southern bug-a-loo” και “The west side strut” μπαίνουν κατ’ ευθείαν στα πιο απαιτητικά «ντανσφλόρια». Και δεν τελείωσα…
«Σε μιαν εποχή όπου οι δυτικές κοινωνίες προωθούν την ανάπτυξη τεχνολογιών, με στόχο να κάνουν πιο εύκολη κάθε στιγμή της ζωής μας, κάπως σαν να επιταχύνουν τον ερχομό του φυσικού μας τέλους, οι μοναχοί Shaolin έχουν αποφασίσει να επιβραδύνουν αυτή τη διαδικασία. Θέλουν μεν να προχωρήσουν πράγματα μέσα στο χρόνο, αλλά από την άλλη θέλουν και να κρατήσουν έναν πιο ανθρώπινο ρυθμό, πιο στενά δεμένο με το φυσικό κύκλο. Αυτή η επιθυμία αντανακλάται σ’ εμάς μέσα από μία μουσική αισθητική, που να συνδυάζει την κλασική soul και το funk με το σύγχρονο αστικό groove. Κάπως έτσι οι Shaolin Temple Defenders θα αιωρούνται στο χρόνο, έως ότου βρουν τη δική τους ισορροπία μέσα στη μουσική τους». Είναι τα λόγια που διαβάζω στο οπισθόφυλλο του πιο πρόσφατου άλμπουμ των Shaolin Temple Defenders, που έχει τίτλο “Take It Slow” [Soul Beats/ ma prod] και το οποίον κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2010. Στην line-up οι επτά προηγούμενοι (Lion of Bordeaux, Pierre Petit, Cedric Lacaze, Jeremy Ortal, Mickey Fourcade, Laure Frejacques, Vincent Le Fort) συν τον κονγκέρο-περκασιονίστα Franck Leymeregie. Βοήθειες ακόμη από τον Vincent Pollet-Villard στο πιάνο, τον BrunoPatchworksHovart σε επιπρόσθετα κρουστά, τον Alban Fourquet σε επιπλέον τρομπέτες, αλλά και τους Joubys (με το δικό τους “London Busking” επίσης στην Soul Beats, δες εδώ http://is.gd/ktvBnF), την Gang of Divas, την Bordeaux Sunday Gospel Family κ.ά. σε backing vocals. Το άκουσμα είναι για άλλη μια φορά εντυπωσιακό, ή μάλλον εντυπωσιακότερο από κάθε άλλη φορά. Το συγκρότημα περνά την καλύτερή του φάση, και το γεγονός ότι εμφανίζεται σίγουρο για το υλικό και κυρίως για τις ενορχηστρώσεις του, προσθέτει και στις βοήθειες άλλο βάρος. Με υλικό πρωτότυπο (σε τρία κομμάτια υπάρχουν αναφορές-διάλογοι στις ταινίες “Black Caesar” του ’73, “Platoon” του ’86 και “Kung Fu Hustle” του 2004) και με τους παικταράδες να τα δίνουν όλα στο στούντιο, δεν μπορεί παρά να περιμένεις το καλύτερο. Το “Growing up”, που ανοίγει το CD, μπαίνει με χίλια, το wah-wah κυριαρχεί, τα πνευστά σκοτώνουν, το όργανο ζωγραφίζει. Το “Take it slow”, με τη συμμετοχή του MC Gift of Gab από τους Blackalicious, συνδυάζει funk και hip-hop με τρόπο που δύσκολα θ’ αμφισβητήσεις. Το “I know what is” ανεβαίνει από τα backing vocals, που του δίνουν μία deep gospel χροιά, ενώ το “Lonely walker” με τα πνευστά ντεμαράζ, τα τσιτωμένα φωνητικά τού Lion και το chorus μας πάει πίσω στην εποχή της Philly Soul. Το ορχηστρικό “The duty” με τις ωραίες πενιές του κιθαρίστα Pierre Petit (δική του σύνθεση είναι εξάλλου) και το φλάουτο τού Le Fort να του δίνει μία κάπως jazzy αύρα αρχίζει και, δυστυχώς, τελειώνει πριν καν το καταλάβεις. Το “Mr Dandy” βουτηγμένο ακόμη περισσότερο σ’ ένα Stax αίσθημα και με το όργανο να περιγράφει α λα Booker T, δίνει τη σκυτάλη σ’ ένα από τα καλύτερα κομμάτια τού άλμπουμ, το “Fall silent”, με τη γειωμένη μπασογραμμή και την αυθάδη ερμηνεία του Lion of Bordeaux. Στο τέλος, το “Bring me back home” με το swirling όργανο και τους συνδυασμούς main και backing vocals να συνεπαίρνουν ολοκληρώνει την ακρόαση με τον πιο ευχάριστο τρόπο.
Κάποια ακόμη στοιχεία που ψάρεψα από το διαδίκτυο… Οι Shaolin Temple Defenders, το 2009, είχαν 6 tracks στην playlist του Craig Charles, στη φημισμένη, εξ όσων διαπίστωσα, εκπομπή του BBC 6 “The Craig Charles Funk Show”, ακόμη έχουν αποσπάσει τις καλύτερες των κριτικών από περιοδικά και ΜΜΕ (TF1, France O, RFO, Arte, Trace Tv , MCM, France 3, FIP, France Bleu, Vibrations, World Sound, Blues Magazine, Longueur dOndes, SoulBag Mag, Soul R&B, WeGofunk, Fonkadelica…), ενώ ως συγκρότημα του πάλκου έχουν εμφανιστεί στα Montreal International Jazz Festival, Francofolies of La Rochelle, Bobital festival, έχουν περιοδεύσει στην Ιταλία και την Ελβετία, έχουν ανοίξει για τον Sly Stone στο Olympia, στο Παρίσι (23/7/2007)… Και η ζωή προχωρά…

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

…και για μια χούφτα κασέτες

Και για του λόγου το αληθές να και δυο κασέτες από τις ραδιοφωνικές εκπομπές που ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση και τις οποίες ξέθαψα από ένα χαρτοκιβώτιο.
Η πρώτη (εκπομπή) είχε τίτλο «22 Χρόνια Ελληνικό Ροκ», με τη συγκεκριμένη να μεταδίδεται στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ την 13/3/1986. Παρουσιαστής ήταν ο Γρηγόρης Βάιος. Σήμα της το “Miss Marples theme” με τους M.G.C. Το… track list περιελάμβανε την… greek-americana «Σακραφλατία» (1977) του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη, το pop Honalulu baby” (1975) με την Mariangela, το φεστιβαλικό «Ο θάνατος του κλόουν» (1976-77) με τον Ιπποκράτη Εξαρχόπουλο, το light-prog Metro music man” (1977) με τους Ypsilon, το… ας το πω ελαφρoρόκ «Μου μίλησαν» (1977) με τον Ηλία Ασβεστόπουλο, το οργανικό “Sunset” (1977) με τους Sunset (το γουστάρω πολύ), τη λυρική μπαλάντα «Καλοκαίριασμα στη Νικαριά» (1977) του Περικλή Χαρβά, το φαζαριστό «Μια αγάπη καινούργια» (1977) με την Τζέσσικα, τις κλασικές στον ήχο ελληνοροκιές «Τι μένει σε μένα» (1975) και «Δάκρυα» (1978) των Janis Gravel και Gravel αντιστοίχως, το συμπαθέστατο «Κουρδιστά ανθρωπάκια» (1978-79) των Ωρίωνες… Ελληνικό ροκ δηλαδή από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70.
Η δεύτερη εκπομπή ήταν το «Στούντιο 13» με motto το… ένα μουσικό ταξίδι στους άγνωστους χώρους του ροκ, που ακουγόταν στο Δεύτερο Πρόγραμμα (μάλλον) με παρουσιαστή τον Πητ Κωνσταντέα. Ως σήμα έπαιζαν τα πρώτα λεπτά από το “Spanish galleon” των Lucifers Friend, βγαλμένο μέσα από το άλμπουμ “Banquet” (1974). Την 26/10/1989 είχαν ακουστεί από το «Στούντιο 13» τραγούδια των συγκροτημάτων Tear Gas (τα καταπληκτικά σκληρά “Woman for sale” και “Where is my answer” από το δεύτερο άλμπουμ τους, του 1971), Crow (το “Easy street” από το “Mosaic” του 1971), Bangor Flying Circus (το psych-jazz Ode to sadness” από το φερώνυμο LP τού 1969), Patto (το πυρωμένο “Red glow” από το κίτρινο LP του 1970, με την κιθάρα του κορυφαίου Olly ή Ollie Halsall να σκοτώνει), Stone the Crows (το “Sad Mary” και το ανατριχιαστικό “Danger zone” του Percy Mayfield, αμφότερα βγαλμένα από τον καλύτερο δίσκο του γκρουπ, το “Ode to John Law” του 1970), Warhorse (το κλασικό στον ήχο του hard-prog Burning” από το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος), May Blitz (το “I dont know” από το επίσης πρώτο LP του άξιου power trio) και Alan Bown (το αγαπημένο “Pyramid” από το “Listen” του 1970). Ωραία πράγματα

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

ΧΙΛΝΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ για μια χούφτα βινύλια

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2005
Εξάρχεια, 5.00 μ.μ.
Ο μονόλογος του Φώντα

«Πόσοι δίσκοι έχουν περάσει από τα χέρια μου; Σε πόσα πικάπ έχουν παίξει; Πόσες κασέτες έχω γράψει στη ζωή μου και πόσα CD; Μερικές φορές νομίζω ότι έχω περάσει στη Ζώνη του Λυκόφωτος, ότι είμαι καταδικασμένος να κάνω τις ίδιες κινήσεις ξανά και ξανά. Βγάζω τον δίσκο από τον φάκελό του κι από το πλαστικό εσώφυλλο, τον κοιτάζω να δω αν έχει δαχτυλιές ή γρατσουνιές, αν είναι στραβός. Τον ακουμπάω προσεκτικά στο πλατό του πικάπ. Πιάνω απαλά τον βραχίονα και τον αφήνω εξίσου απαλά στο βινύλιο. Αυτή είναι η ζωή μου.
Και τώρα ο άλλος έρχεται και μου λέει ότι είμαι γραφικός, ένα είδος υπό εξαφάνιση. Ποιος αγοράζει πια δίσκους; μου λέει. Αφού μπορείς να τα κατεβάσεις όλα από το ίντερνετ. Και εντάξει, πες ότι τα κατεβάζεις όλα από το ίντερνετ. Αλλά πότε τα ακούς; Και πώς τα ακούς; Από τα ηχειάκια του υπολογιστή; Δεν μας παρατάς ρε μεγάλε. Κάποτε στήναμε ομηρικούς καβγάδες για το ποια ηχεία είναι καλύτερα, βάζαμε δόσεις για προενισχυτή και καινούργιο ενισχυτή. Και κάθε δίσκο που παίρναμε τον ακούγαμε με θρησκευτική προσήλωση. Τον λιώναμε. Κοιτούσαμε το εξώφυλλο με τις ώρες και ανακαλύπταμε διαρκώς καινούριες λεπτομέρειες. Καθαρίζαμε σχολαστικά το βινύλιο πριν από κάθε ακρόαση και είχαμε μάθει να διακρίνουμε το καλό, το μαύρο δυτικοευρωπαϊκό βινύλιο από το ξασπρισμένο καφέ των ανατολικών χωρών. 
Πόσες κασέτες… Σε φίλους που ήταν στις μαύρες τους, για δώρο στα πάρτι, για ταξίδια στα νησιά, σε γκόμενες, στις μανάδες των κοριτσιών μας για να τις καλοπιάσουμε… Ακόμη θυμάμαι όταν βγήκαν για πρώτη φορά χρωματιστά βινύλια, κόκκινα, μπλε, κίτρινα… Τα Μικροαστικά του Κηλαηδόνη, το Wave της Πάτι Σμιθ, ένα του Χέντριξ… Και τη χαρά μας όταν το εξώφυλλο είχε στίχους. Και τώρα ο φλώρος μού λέει ότι και το ραδιόφωνο είναι πεθαμένη ιστορία, όπως ο αραμπάς που έδωσε τη θέση του στο αυτοκίνητο. Ποιο, ρε φίλε, το ραδιόφωνο; Που μας συνόδευε όλες τις δύσκολες βραδιές; Που μας ξελάσπωνε στις ώρες της αμηχανίας; Εδώ εγώ καθόμουνα και έγραφα τις εκπομπές του Πετρίδη για να τις έχω στο αρχείο μου…».(…)
Ο Φώντας (Κυριακίδης) είναι ένας από τους βασικούς χαρακτήρες (αν όχι ο βασικότερος) του μυθιστορήματος της Χίλντας Παπαδημητρίου «Για μια χούφτα βινύλια» [εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2011]. Είναι ο ιδιοκτήτης του δισκάδικου Rip it Up, γύρω από τον οποίον εξυφαίνεται η ιστορία. Διαβάζοντας προσφάτως το βιβλίο –κι επειδή το όνομα τού ήρωα δεν είναι σύνηθες ούτε στην καθημερινότητα και πολύ περισσότερο στη λογοτεχνία– ορισμένες φορές σε κάθε εμφάνισή του (σε κάθε εμφάνιση του ήρωα εννοώ) ήταν σαν να παρακολουθούσα, σε δράση, ένα δεύτερο εαυτό μου.
Δεν έχω πολλά κοινά σημεία με τον Κυριακίδη, έχω κάποια… Ας πούμε εγώ ποτέ δεν θα… τέλος πάντων… Επίσης, δεν θα έβλεπα διαφορές στο χρώμα ανάμεσα στα… κομμουνιστικά και τα καπιταλιστικά βινύλια, ούτε θα είχα γράψει ποτέ εκπομπές του Πετρίδη απ’ το ραδιόφωνο –παρότι είχα γράψει εκπομπές του Γρηγόρη Βάιου ή του Πητ Κωνσταντέα–, τον οποίον (Πετρίδη) άκουγα απλώς (κυρίως τα καλοκαίρια). Έτσι, αν υπάρχει κάτι που να με αντιπροσωπεύει, συνδέοντάς με μέ τον ήρωα του βιβλίου (σ’ αυτό τουλάχιστον το απόσπασμα), τούτο έχει να κάνει βασικά με τις κασέτες.
Έχω γράψει άπειρες κασέτες. Και ακόμη γράφω. Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά είναι αλήθεια. Τελευταία φορά συνέβη πριν κάποιες μέρες για ένα φίλο απ’ το YouTube (πώς λέγαμε παλαιά για ένα φίλο από την Άρτα; – αναλόγως). Κασέτες που έχουν ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας (και έξω από τη χώρα – οπωσδήποτε έξω), κασέτες που απευθύνονταν είτε σε κολλητούς (γιορτές, γενέθλια κ.λπ.), είτε σε μουσικόφιλους (συνήθως με απαιτητικά κομμάτια), είτε στον εαυτό μου (υλικό για τα φορητά ραδιοκασετόφωνα των διακοπών), είτε σε γκόμενες (όπως λέει και ο Κυριακίδης) – μια κίνηση που επείχε για την παρέα μου (να μην πω για τη γενιά μου) το ρόλο της… τούρτας ή του λουλουδικού της προηγούμενης εποχής. Ό,τι είχαμε να πούμε, πριν το πούμε με το στόμα μας, το έλεγαν οι επιλογές μας μέσω μιας φθηνής MC