Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

δύο εξτρεμισμοί της Leo

Ο Γερμανός Gebhard Ullmann είναι ένας από τους πιο προχωρημένους κλαρινίστες της improv και avant σκηνής. Πριν λίγο καιρό, όντας μέλος του γκρουπ BassX3 –πρόκειται για ένα… μπάσο σχήμα όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, αποτελούμενο εκ των Chris Dahlgren κοντραμπάσο, αντικείμενα, Clayton Thomas κοντραμπάσο, αντικείμενα και Gebhard Ullmann μπάσο κλαρίνο, μπάσο φλάουτο– κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Transatlantic” [Leo, 2012], το οποίο είναι ζωντανά ηχογραφημένο, όπως συμβαίνει συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σε στούντιο στο Βερολίνο την 14/8/2009. Improv σχήματα αυτού του τύπου, των παράξενων settings δηλαδή, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Βασικά την καθολική επικοινωνία των συμμετεχόντων, η οποία έχει σφυρηλατηθεί μέσα από την παρουσία τους σε ποικίλους σχηματισμούς, την παραγωγή καινών ή καινοφανών ήχων που προέρχονται από το ακραίο, ενίοτε, παίξιμο των οργάνων (απροσδιόριστα ηχοχρώματα – αν δεν είσαι επιτόπου δύσκολα αντιλαμβάνεσαι την προέλευση εκείνων που ακούς).
Στο εναρκτήριο “Transatlantic (Part one)” το ηχητικό αποτέλεσμα σου δίνει την αίσθηση μιας ηλεκτρακουστικής κατασκευής, βασικό συστατικό της οποίας είναι οι βόμβοι και οι αναδράσεις. Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα απ’ αυτά. Ο κάπως (χαμηλών τόνων) εργοταξιακός ήχος προέρχεται απλώς από μία τιθάσευση, μία φραγή του παικτικού δυναμικού. Στο “The thing” η κατάσταση τείνει προς τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, με τον Ullmann να μελωδεί, πάνω σε αρκομπάσα υποστρώματα. Στο “The no piece” το μπάσο φλάουτο, που θα μπορούσε να μοιάζει με μπανσούρι, κρατά ανοικτό το αρχικό μελωδικό πλαίσιο, πριν αρχίσει να κλείνει αυτό (το πλαίσιο), σταδιακώς, μέσα σ’ έναν κυκεώνα από (δήθεν) κρουστά εφφέ πάνω από ένα μπάσο κοντίνουο. Το 12λεπτο “The epic” ξεκινά με παράξενους ήχους (κάτι σαν glockenspiel) πριν αρχίσει να γεμίζει από το κλαρίνο και τα δύο κοντραμπάσα. Το “Transatlantic (Part two)” συνεχίζει από ’κει όπου σταμάτησε το πρώτο μέρος – μία συνεχής, σαν βόμβος, γραμμή, που σπάει από τα χτυπήματα στις τάπες του μπάσο κλαρίνου, την ώρα κατά την οποίαν τα δύο “Berlin is full of lonely people”, με τον κάπως ελεγειακό τους χαρακτήρα, προβάλλουν μίαν άλλη διάσταση του τρίο. Το έσχατο γιγαντιαίο (σχεδόν 20λεπτο) “Transatlantic (Part three)” είναι μία προβολή στο άπειρο των δύο προηγούμενων… υπερ-ατλαντικών. Το συνεχές και ακαταπόνητο υπόστρωμα που υφαίνουν τα δύο κοντραμπάσα (και ό,τι άλλο) είναι η προσφερόμενη βάση επί της οποίας θα κτίσει ο Ullmann (βασικά με φυσήματα, που παράγουν τον ήχο της ανάδρασης).
Ως Voices & Tides αναγνωρίζονται η Franziska Baumann φωνή, ηλεκτρονικά και ο Matthias Ziegler φλάουτο, μπάσο και κοντραμπάσο φλάουτο, λούπες. Έως ώρας το ελβετικό ντούο έχει κυκλοφορήσει δύο CD, το πρώτο που είχε ως τίτλο το όνομά τους [Leo, 2007] και το “Tidal Affairs” [Leo, 2010], αμφότερα ενταγμένα εντός των πλαισίων της improv music· εκείνης, τέλος πάντων, που μπορεί να οριοθετηθεί ψυχο-αισθητικώς από το φλάουτο, τη φωνή και τα ηλεκτρονικά.
Ζωντανά ηχογραφημένοι σε στούντιο και σε πραγματικό χρόνο (εννοώ δίχως εκ των υστέρων επεξεργασίες, overdubs και τα τοιαύτα), οι Voices & Tides παράγουν ένα απολύτως περιπετειώδες άκουσμα, στηριγμένο φυσικά στον αυθορμητισμό και τη δημιουργική τους φαντασία. Παράξενοι ήχοι, ανέλπιστα τίμπρε, απροσάρμοστοι βοκαλισμοί, απουσία οιουδήποτε αρμονικού σχεδιασμού, ψήγματα μελωδισμού που ανατρέπονται πάνω στην ολοκλήρωσή τους, γενικώς (γενικώς λέω) μία εικονοκλαστική διάθεση που κονιορτοποιεί τα πάντα (σχεδόν) στην εμφάνισή της. Στο διάρκειας 11:25 “Plasma chat”, πάντως, αλλά και στα δύο επόμενα (και έσχατα) κομμάτια του CD, το αποτέλεσμα είναι περισσότερο συμβατικό, αποπνέοντας έναν κάπως kraut ταξιδευτισμό, ανακατωμένον άλλοτε με οπερατικά φωνητικά και άλλοτε με «υπό» λαρυγγισμούς, ψιθύρους και κατακερματισμένους φθόγγους, παρέχοντας, κατά τόπους, μιαν αλλόκοτη αίσθηση «σόλο πολυφωνίας».
Επαφή: www.leorecords.com

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ θεατρίνοι

Φοβερός ο δίσκος των Μωρά Στη Φωτιά, εκείνος ο παλαιός στην Ano Kato από το 1987. Το «Αδέλφια στην Κόλαση» και το «Μανιφέστο» είναι ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια της δεκαετίας του ’80· και όλος ο δίσκος εξάλλου, που αποτελεί μια βαθειά υπόκλιση στον ήχο του Brian Eno των πρώτων τραγουδιστικών LP του. Τον ξανάκουσα μετά από πολύ καιρό, πριν ρίξω στο πικάπ το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος το «Θεατρίνοι», που πρωτοκυκλοφόρησε σε CD το 1999 από τη Lazy Dog, και που επανατυπώνεται τώρα σε LP (420 αντίτυπα) από τις Labyrinth of Thoughts/ B-Other Side (με την άδεια της Baby Records, της εταιρείας που οδηγεί από το 2004 ο Στέλιος Σαλβαδόρ, ο leader ας πούμε του συγκροτήματος).
Δεν πρέπει να είχα ακούσει ολάκερους τους «θεατρίνους» την εποχή που πρωτοβγήκαν (απλώς κάποια τραγούδια ξέμπαρκα στην αρχή, μερικά στο YouTube αργότερα, και αλλού – έτσι δεν μπορείς να εκτιμήσεις εις βάθος), άρα, για μένα, είναι ένας καινούριος δίσκος. Κατ’ αρχάς να πω πως από την πρώτη line-up του συγκροτήματος (Στέλιος Σαλβαδόρ μπάσο, φωνή, Παύλος Παυλίδης κιθάρα, Γιώργος Παπαϊωάννου ντραμς) παραμένει, εδώ, μόνον ο Στέλιος «Σαλβαδόρ» Παπαϊωάννου, με την ομάδα να συμπληρώνεται από τους Θανάση Ζαχαρόπουλο ντραμς, Αχιλλέα Β. Τσίτουρα πλήκτρα και Θάνο Νάτσικα κιθάρες. Μία πρώτη κρίση. Ο δίσκος είναι εξαιρετικός. Δεν ξέρω αν είναι εφάμιλλος του… από το ’87 (θα χρειαστεί κάποιος χρόνος για να σιγουρευτώ), εκείνο που ξέρω είναι πως περιέχει τραγουδάρες. Ακούγοντας τρεις φορές, στη σειρά, την πρώτη πλευρά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κομμάτι. Τέλεια δεμένο κιθαριστικό rock, με τα πλήκτρα να παρεμβαίνουν ανά σημεία, εξαιρετικοί στίχοι, ερμηνείες που σού μένουν με την πρώτη. Το μεγάλο προσόν του Σαλβαδόρ ως τραγουδοποιού (πέραν των άξιων στίχων που γράφει) είναι ο τρόπος που συνθέτει. Τα κομμάτια του είναι περιπετειώδη. Δεν ακολουθούν τετριμμένες λογικές, δεν στηρίζονται σε μια μελωδία, ή σ’ ένα ρυθμικό σχήμα, έχουν κοψίματα, αλλαγές, έχουν σημεία, στιγμές όπου απογειώνονται. Δηλαδή, από ένα υψηλό επίπεδο μεταβαίνουν σ’ ένα υψηλότερο. Στριφογυρνά στο μυαλό μου η «Γυναίκα», το «Μόνος σου ξανά», η «Βαβυλωνία», τα «Διλήμματα» και πάνω απ’ όλα η μελοποίηση στο «Θεατρίνοι Μ.Α.» του Γιώργου Σεφέρη. Η ενσωμάτωση των λόγων του ποιητή στο όραμα του Σαλβαδόρ είναι απόλυτη. Θα την αποκαλούσα συγκλονιστική. Πολύ μεγάλη στιγμή, απ’ όποια πλευρά και να τη δεις.
Πηγαίνω στη δεύτερη πλευρά. Αν είναι του αυτού επιπέδου, τότε θα… αλλά ας μην προτρέχω. «Ο χαμαιλέων» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη μού προκαλεί τις ίδιες σκέψεις. Ο Σαλβαδόρ δεν μελοποιεί τυχαίως. Επιλέγει από τους «ξένους» στίχους μόνον όσους μπορεί να προσαρμοστούν, άνευ δυσκολιών, στα δικά του (μουσικά) μέτρα. Το τραγούδι είναι αξεπέραστο. Δεν είναι η ερμηνεία και ο τρόπος που τονίζονται φράσεις (και νοήματα), με τις λέξεις να αποκαλύπτουν πολλαπλές μελωδικότητες, είναι το ηχητικό ένδυμα που περιγράφεται ή υπονοείται (τι θα συνέβαινε άραγε σε μιαν άρτια παραγωγή που δεν θα φειδόταν χρημάτων;), δεν είναι το μοιραίο δίστιχο «σ’ όσους και να πάω τόπους/ ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους», είναι η συνολική λειτουργία του τραγουδιού που ευφραίνει τη ψυχή, που σε αναγκάζει αμέσως να το ψιθυρίσεις. Ακόμη και το «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο» σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη, που χρειάστηκε να το ακούσω κάμποσες φορές, γιατί με ξένισε κάπως το επιθετικό του ύφος, το βρήκα εν τέλει ταιριαστό με το ειρωνικό, σαρκαστικό πνεύμα των λόγων. Δυνατό τραγούδι και τα «Funk πάθη», με στίχους που καίνε («φόβοι και θόρυβοι, κλέφτες κι εχθροί/ αθώοι κι ένοχοι, σ’ ένα κελί»), όπως και το «Ανδρείκελα», αλλά και «Ο ηλεκτρονικός άνθρωπος ελέφαντας».
Το συμπέρασμα δεν μπορεί παρά να είναι ένα. Έλειψαν ελάχιστα από τους «θεατρίνους» (σίγουρα, μερικά όργανα, οπωσδήποτε μία επιφανέστερη αρχική παραγωγή) για να καταγραφούν ως ένα ύπατο ελληνικό άλμπουμ· όχι πως τώρα δεν είναι. To rock, επί του προκειμένου, είναι το λιγότερο. Ή το περισσότερο. Όπως το βλέπει ο καθείς…
www.labyrinthofthoughts.gr, www.b-otherside.gr

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

DAVID AXELROD μουσικές με design

Πριν λίγες μέρες ένας αναγνώστης του περιοδικού μού ζήτησε τηλεφωνικώς να του προτείνω μερικούς δίσκους του David Axelrod. Του είπα. Συγχρόνως θυμήθηκα κι ένα κείμενο που είχα γράψει για την περιπτωσάρα του αμερικανού συνθέτη πριν μερικά χρόνια (Jazz & Τζαζ τεύχος 153, 12/2005), το οποίον, αφού το ανασύρω, το προσαρμόζω κάπως και το αναδημοσιεύω…
Ακούγοντας λοιπόν τις groovy, με μία νοσταλγική αύρα να τις χαϊδεύει, μουσικές του David Axelrod, κυρίως από τα χρόνια του στην Capitol (1966-1970), αναρωτιέται κανείς τι άραγε είναι εκείνο που εμποδίζει, σήμερα, το να παράγονται τέτοιοι ήχοι. Το κυνήγι του εφήμερου; Η επιτυχία για την επιτυχία; Η απουσία οράματος; Ή μήπως η έλλειψη ταλέντου, που να συνδέεται απ’ ευθείας με μία φυσική διαδικασία; Τείνω προς το τελευταίο, επισημαίνοντας την αδυναμία, πια, του να συγκινούμαστε από τα απλά πράγματα, τις καθαρές γραμμές. Στην περίπτωση όμως του David Axelrod υπάρχει και κάτι ακόμη, που κάνει αυτομάτως τις μουσικές του (εκείνης της περιόδου) να βρίσκονται διαρκώς στην πρώτη ζήτηση. Η pop διάστασή τους, ή, άλλως, η τοποθέτησή τους στο κέντρο ενός τετραγώνου, οι γωνίες του οποίου γράφουν “jazz”, “rock”, “classical”, “exotica” – πράγμα όχι σύνηθες για την εποχή, αλλά πολύ φυσικό για τον Axelrod που ένοιωθε το ίδιο κοντά στο hard-bop και την soul jazz του Cannonball Adderley, στο ψυχεδελικό rock των Electric Prunes, στο ρομαντισμό του Debussy ή του Fauré, στην πασιφική ατμόσφαιρα του Baxter ή του Denny. Αποτέλεσμα αυτής της ολιστικής προσέγγισης ήταν η δημιουργία μιας φόρμας, που ήρθε να διαδεχθεί την space-age pop των προηγουμένων χρόνων, σκορπώντας στο lounge του καλοπερασάκια τα καλύτερα μπαχάρια.
Ο «Ευρωπαίος» Axelrod, κυρίως στις προσωπικές δουλειές του, αλλά και στις περισσότερες των παραγωγών του, θα διαγράψει μία ξεχωριστή πορεία, η ολοκλήρωση της οποίας συμπίπτει με το λεγόμενο πέρας της αθωότητας. Μάλιστα, την τελευταία δεκαετία το σκάψιμο που συντελείται στο ηχητικό επιστητό θα επαναφέρει και πάλι στο προσκήνιο τον σημαντικό δημιουργό, ο οποίος όχι μόνο ξαναμπαίνει στο στούντιο, αλλά βλέπει και το παλαιό του έργο να επανεκτιμάται όπως πρέπει, να επανεκδίδεται σε LP και σε CD, να απασχολεί DJs και απλούς ακροατές με τη δύναμη τού design του.
Γεννημένος το 1931 (ή κατ’ άλλους το 1933) στο Hollywood, ο Axelrod θα ανακατευτεί από πολύ νωρίς (1956) με τις παραγωγές, αν και μόλις το 1964 θα του δοθεί η δυνατότητα για κάτι περισσότερο σημαντικό, όταν θα καταλάβει υψηλή θέση στα κλιμάκια της Capitol στο L.A. Έχοντας την υποστήριξη του προέδρου της Allen W. Livingstone, ο Axelrod αναλαμβάνει καθήκοντα στο μαύρο τμήμα της εταιρείας, βγάζοντας διαμάντια. Πουλέν, ο Lou Rawls που πουλάει σαν τρελός, επιτρέποντας στον Axelrod να θέσει σε κίνηση τα πιο προσωπικά του σχέδια. Fan της jazz, δεν χάνει την ευκαιρία όταν ο Cannonball Adderley έρχεται στην Capitol μετά το 1964 (αν και ο Adderley πρωτοεμφανίστηκε στο label μ’ ένα άλμπουμ της Nancy Wilson, το 1961) να κάνει την παραγωγή σ’ ένα ξακουστό LP των sixties, στο “Mercy, Mercy, Mercy!/ Live atThe Club’” του 1966 (το “Mercy, mercy, mercy” ήταν βεβαίως το γνωστό θέμα του Joe Zawinul), δημιουργώντας ακόμη μία εμπορική επιτυχία, ένα διαχρονικώς καλοπουλημένο jazz άλμπουμ. Οι φίλοι του rock θα γνωρίζουν τον David Axelrod από τη συνεργασία του με τους Electric Prunes στα θρησκευτικά άλμπουμ “Mass in F Minor” [Reprise, 1968] και “Release of An Oath” [Reprise, 1968] (ο Axelrod δεν έκανε την παραγωγή, έγραψε όμως όλα τα κομμάτια και ενορχήστρωσε). Αλλά και οι φίλοι του πρώιμου ethnic θα έχουν ακουστά, οπωσδήποτε, για την κυρία Leta Mbulu, μία ηρωίδα της afro-pop από τη δεκαετία του ’60, η οποία κάτω από την καθοδήγηση του Axelrod παρουσίασε όντως πρωτότυπες ηχογραφήσεις.
Και με τις αυστηρώς δικές του ιδέες τι γινόταν όμως; Παραλλήλως λοιπόν με τις παραγωγές ο Axelrod ξεκινά το προσωπικό του ταξίδι, δημιουργώντας μέσα σε τρία χρόνια τρία θαυμάσια άλμπουμ ενός μοναδικού, όσο και ελκυστικότατου pop fusion, τα “Song of Innocence” (1968), “Songs of Experience” (1969) και “Earth Rot”(1970) –όλα στην Capitol– μεταφέροντας αύρα Morricone στα αμερικανικά ορχηστρικά συντρίμμια. Αυτό ήταν! Αν και όπως διαβάζω στο booklet της συλλογής “The Edge” [Capitol Jazz, 2005], από το οποίο δανείστηκα και κάποια στοιχεία, όταν καταχώριζαν τον Axelrod στο fusion του καιρού του ο ίδιος τσατιζόταν. Θεωρούσε ότι έπραττε κάτι όπως εκείνο των τριτο-ρευματικών (Gunther Schuller, John Lewis κ.λπ.), οι οποίοι έφερναν σε επικοινωνία την κλασική με την jazz. Ναι όντως. Με μία μόνη διαφορά. Ο τύπος έγραφε ελαφρά μουσική για τον πολύ κόσμο…
Σε κάθε περίπτωση πάντως, όλα τα παραπάνω μπορεί να λειτουργήσουν μόνον ως αφορμή για ένα περαιτέρω ψάξιμο. Ένα ψάξιμο που θα ξεκινά φερ’ ειπείν από τους άξιους ψυχεδελικούς Common People του “Of the People/ by the People/ for the People from The Common People” [Capitol, 1969] –ο Axelrod αναφέρεται στα thanks– και τους Pride με το φερώνυμο άλμπουμ [Warner Bros, 1970], για να καταλήξει στο all girl γκρουπ The Four King Cousins με το “Introducing…” [Capitol, 1968] και στον ορλεανικό soulman/funkster Willie Tee με τοIm Only a Man” [Capitol, 1968]. Φυσικά, όλο και κάτι ψιλά θα υπάρχουν ενδιαμέσως…

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

ΧΑΪΝΗΔΕΣ του αγρού και του άστεως

Σημαντικός δίσκος. Ένας από τους καλύτερους της προηγούμενης χρονιάς. Στο διπλό CD των Χαΐνηδων αναφέρομαι, το «Αγροτοκτηνοτροφικά & Μητροπολιτικά» [ΜΒΙ, 2011], ένα άλμπουμ που επιβάλλει τον Δημήτρη Αποστολάκη (βασικός συνθέτης-στιχουργός του γκρουπ) ως έναν από τους ισχυρούς πόλους του σύγχρονου ελληνόφωνου τραγουδιού. Δεσμώτης, αιχμάλωτος της κρητικής μουσικής παράδοσης, αλλά ταυτοχρόνως και ανοικτός στους ήχους της πόλης, ο Αποστολάκης, και βεβαίως οι άνθρωποι που είναι δίπλα του, συγκροτούν μία ακατανίκητη ομάδα κρούσης, που ώρες-ώρες μοιάζει να παίζει άνευ αντιπάλου.
Ξεκινώντας από το πρώτο 74λεπτο CD, θα έλεγα πως κάθε ένα από τα δώδεκα τραγούδια (που είναι εμπνευσμένα γενικώς και ειδικώς από παραδοσιακούς σκοπούς – όχι μόνο κρητικούς) είναι και μία ξεχωριστή περιπέτεια. Εξαιρετικοί τραγουδιστές-ερμηνευτές (Ζαχαριουδάκης, Ψαραντώνης, Ψαρογιώργης, Τζουγανάκης, Παπαδάκης, Αποστολάκης, Αβυσσινός, Κώτη…), μελωδίες που σε ταξιδεύουν, λόγια λαϊκώς ποιητικά, βγαλμένα με τον τρόπο της μαντινάδας και με την υψηλότερη αισθητική συγκρότηση. Όλα τα κομμάτια είναι έξοχα, αλλά κάποια είναι εξοχότερα, όπως οι «Κοντυλιές του Ιερώνυμου Μονκ», το «Βαρύς πολυθεανός αμανές», το «Καλαματιανό του δειλινού», οι «Κοντυλιές του Δον Χουάν Αντόνιο Κασέρες», το «Ριζίτικο της γερακίνας», που μας εισάγει κατά μίαν έννοια και στο δεύτερο μέρος…
Εδώ, στα «Μητροπολιτικά», που διαρκούν 54 λεπτά, οι Χαΐνηδες πραγματοποιούν το δικό τους σάλτο. Φυσικά, είχαν δείξει και αποδείξει την αστική διάσταση της τραγουδοποιίας τους και σε προηγούμενα άλμπουμ, όμως στο παρόν (με τη συμβολή και του Θοδωρή Ρέλλου) ανεβαίνουν πιο ψηλά με το «Εαρινό» και τα «Λιοντάρια». Στο τελευταίο (ζεϊμπέκικο) κομμάτι του CD, ο Αποστολάκης τα χώνει ελαφρώς και στους… κριτικούς γενικώς (που δεν αποφαίνονται με την καρδιά, όπως υπονοεί). Ας σηκώσω ευγενώς το γάντι και ας πω πως με την καρδιά αγαπάμε βεβαίως, αγαπητέ Αποστολάκη, αλλά σκεφτόμαστε με το μυαλό. Γι’ αυτό και βάζουμε υψηλό βαθμό στα «Αγροτοκτηνοτροφικά» σου…

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

ADAM PIERONCZYK για τον Komeda

Η μουσική του Krzysztof Komeda είναι διαρκώς παρούσα στην πολωνική σκηνή της jazz (ας επικεντρωθώ δηλαδή στην Πολωνία και στην jazz σκηνή της). Υπήρξε δηλαδή τόσο καθοριστική για τη γέννηση, την εξέλιξη και την ταυτοποίησή της, ώστε θα ήταν περίπου αδιανόητο ν’ αναζητηθεί κάποιος μουσικός της χώρας που να μην έχει μελετήσει το συγκεκριμένο έργο, που να μην έχει επηρεαστεί, κατ’ επέκταση, από τις βασικές του παραμέτρους. Αρκεί να σκεφθούμε πως ένα μόλις χρόνο μετά τον πρόωρο θάνατο τού Komeda, ο συνοδοιπόρος του τρομπετίστας Tomasz Stanko αφιέρωσε ένα ολάκερο άλμπουμ στη μνήμη του –αναφέρομαι στο “Music for K” [Muza, 1970] στο οποίο συνέπραξαν, εκτός του Stanko, οι Zbigniew Seifert, Janusz Muniak, Bronislaw Suchanek και Janusz Stefanski–, δίχως να λησμονώ την “Litania” του [ECM] είκοσι επτά χρόνια αργότερα (1997), μέσω της οποίας αναζωογονήθηκαν συνθέσεις από τα soundtracks που παρέδωσε ο Komeda, ή εμβλήματα όπως το “Svantetic”. Ακόμη, θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφερόμουν στο κουιντέτο Komeda Project –ένα κατά το μάλλον ή ήττον tribute γκρουπ που έχει δώσει δύο άλμπουμ μέχρι σήμερα, το “Crazy Girl” (2007) και το “Requiem” (2009), αμφότερα για την WM Records–, όπως επίσης και στον πολωνό πιανίστα Leszek Mozdzer  με το έργο του “Komeda” [ACT Music, 2011], που επαναφέρει τον πιανιστικό λυρισμό του τρανού απόντα στο προσκήνιο. Υπάρχει όμως και κάποιος-κάτι ακόμη. Ένας μουσικός, ο σαξοφωνίστας (και συνεργάτης του Tomasz Stanko) Adam Pierończyk, κι ένα CD ξεχωριστό, το “Komeda - The Innocent Sorcerer” [JazzWerkstatt, 2010], με το οποίο θα ολοκληρώσουμε τον κύκλο για την ώρα.
Αν υπάρχει κάτι που να διαφοροποιεί την προσέγγιση του σοπρανίστα-τενορίστα Adam Pierończyk στις μουσικές του Komeda από τις όποιες προηγούμενες, τούτο έχει να κάνει με το γεγονός της απουσίας τού πιάνου από το σχήμα του (σε πρώτη φάση σημαντικό). Δύο σαξοφωνίστες, ο Pierończyk και ο τενορίστας Gary Thomas, ο κιθαρίστας Nelson Veras, ο κοντραμπασίστας Anthony Cox και ο ντράμερ/ percussion player/ δακτυλογράφος Lukasz Zyta είναι το παικτικό προσωπικό, που αναλαμβάνει να αναπλάσει το “Kattorna”, το “Crazy girl” και όλα τα υπόλοιπα, μεταφέροντάς μας περισσότερο την αίσθηση των συνθέσεων του Πολωνού και όχι αυτό καθαυτό το ηχοχρωματικό τους πλέγμα. Όπως γράφει και ο Bert Noglik στις σημειώσεις: “Adam Pierończyk approaches Komeda by trying to understand the essence of his music rather than attempting to imitate his sound”. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν το “Wicker basket” που ανοίγει το άλμπουμ (γραμμένο, αρχικώς, για ένα cartoon του Mirosław Kijowicz από το 1965) διακρίνεται για την κάπως εσωστρεφή του διάθεση, την ώρα κατά την οποίαν το “Kattorna” (από την φερώνυμη, ομοερωτικώς προχωρημένη, ταινία του Henning Carlsen και φυσικά από το LPAstigmatic”), στηρίζεται βασικά σε μία συνομιλία σαξοφώνων (σοπράνο από τον Pieronczyk, τενόρο από τον Thomas), με το σοπράνο να προβάλλει την κλασική μελωδική γραμμή. Στο “Sleep safe and warm” από το “Rosemarys Baby” (1968) του Roman Polanski η ωραία κιθαριστική εισαγωγή παρέχει σταδιακώς χώρο για ένα κάπως avant ξεπέταγμα, με τη… γραφομηχανή να κρατάει το tempo, το κοντραμπάσο να δημιουργεί ένα (ηχητικό) βάθος πεδίου και με τα σαξόφωνα να γεμίζουν, πάνω σε μιαν εύπλαστη κατά τα λοιπά βάση. Το “Crazy girl” πρωτακούστηκε στο Jazz Jamboree του 1961 από το τρίο του Komeda (Lech Dudziak ντραμς, Roman Dylag μπάσο), με τον Bernt Rosengren στο τενόρο, για να συμπεριληφθεί και στο soundtrack της ταινίας του Polanski “Nóz w wodzie” (Μαχαίρι στο νερό), την επόμενη χρονιά. Αργότερα δε μπήκε και στο άλμπουμ “Ballet Etudes the Music of Komeda” [DEN. Metronome MLP 15132] του 1963, όταν δίπλα στον πολωνό πιανίστα βρέθηκαν οι Jan Wroblewski τενόρο, Roman Dylag μπάσο και Rune Carlsson ντραμς. Από τις πιο γνωστές συνθέσεις του Komeda – εδώ και από τις πιο περιχαρείς. Το “After the catastrophe” γράφτηκε στην Κολωνία προς τα τέλη του ’67 και πιθανώς να πρωτοηχογραφήθηκε για το Polish Radio το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς. Έτσι όπως ακούγεται εδώ είναι, ίσως, το πιο προχωρημένο κομμάτι τού “The Innocent Sorcerer”. Το “Roman II” (1958) είναι μία παλαιά σύνθεση του Komeda, τούτο όμως σε τίποτα δεν την εμποδίζει ν’ ακούγεται, στ’ αυτιά μου τουλάχιστον, εντελώς σημερινή. Το “Kattorna reprise” που κλείνει το άλμπουμ είναι το track εκείνο που προσεγγίζει, ως αίσθηση, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο το αυθεντικό κλίμα των παλαιών εγγραφών (και όχι γιατί δεν διαθέτει μπάσο-ντραμς). Είναι περισσότερο η καθαρότητα του σοπράνο και της κιθάρας, που εναποθέτουν μία ζεστή, οικεία αίσθηση.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

THE JOKERS βελγικό surf… 50 χρόνια πριν

Πριν λίγο καιρό έπεσε στα χέρια μου ένα ελληνικό δισκάκι, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα. Το υπέγραφε το συγκρότημα The Jokers, περιελάμβανε δύο κομμάτια, τα “Song of Delilah” και “Hully Gylly[sic] stop” κι είχε κυκλοφορήσει στην ελληνική-ελληνικότατη Lyra [κωδικός: 5002] το… χίλια εννιακόσια εξήντα κάτι (δεν αναφέρεται χρονιά στο single). Το αγόρασα επειδή ήταν πολύ φθηνό και δίχως να ξέρω περί τίνος πρόκειται. Βάζοντας λοιπόν το δισκάκι στο πλατώ έπαθα μια μικρή πλάκα, όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνον επειδή η πρώτη πλευρά του ήταν εξαιρετική. Το “Song of Delilah”, η γνωστή σύνθεση και τραγούδι των Victor Young, Jay Livingston και Ray Evans από το φιλμ του Cecil B. DeMilleSamson and Delilah” (1949), με το πρόωρο exotica αίσθημα, μετατρεπόταν σ’ ένα έξοχο μελωδικότατο instro (surf για… μπουνάτσα), που θα έκανε κάποιους, πολλούς ή λίγους δεν έχει σημασία, να τα χάσουν. Το έψαξα λίγο το θέμα...
Οι Jokers ήταν Βέλγοι (από την Αμβέρσα) και φαίνεται πως βρίσκονταν στη γύρα από το 1959 έως το 1971 (μπορεί και πιο μετά). Ηχογράφησαν πάνω από 30(!) singles, 6-7 LP (προφανώς σ’ αυτά περιλαμβάνονταν και τα tracks από τα δισκάκια), ενώ συνθέσεις τους κυκλοφόρησαν στην Ολλανδία φυσικά, στην Ισπανία, την Ιαπωνία και ακόμη στις ΗΠΑ, Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Νέα Ζηλανδία, Αυστρία, Ελβετία, σε όλη τη Σκανδιναυία, στη Νότια Αφρική, στο Ισραήλ και βεβαίως στην Ελλάδα (σ ένα βελγικό site αναφέρεται κάποια εταιρεία Icaros – ποια να είναι αυτή, μήπως η εκδοτική των Πατσιφά, Πλωρίτη, Καρύδη... θέλω να πω η Lyra;).
Μάλιστα, στο discogs, δίνεται ένα ακόμη 45άρι τους στη Lyra, το “Drina / Spanish hully gully” με κωδικό 5001 (update: το οποίο εντόπισα αργότερα). Προσωπικώς, όπως κοιτάζω το single με την “Delilah” το χρονολογώ (με το μάτι όπως λέμε) από το 1964 ή έστω το 1965 (στο ξεκίνημα εν πάση περιτπώσει και της Lyra, με το διεθνές της πλέον ρεπερτόριο). Για να γυρίσουμε όμως πλευρά και στο δισκάκι…
Το “Hully gylly stop”, που είναι βεβαίως “Hully gully stop”, είναι συντεθιμένο από δύο μέλη του γκρουπ, τον κιθαρίστα Ronald “Ronny” Sigo, τον ρυθμικό κιθαρίστα και τραγουδιστή Jos “Jerry” Clauwers, καθώς και από τον παραγωγό τους Terry Rendall (τα άλλα δύο μέλη των Jokers ήταν ο μπασίστας Jos “Joe” Raes και ο ντράμερ Gerald “Danny” Pepermans). Τo κομμάτι δεν είναι άσχημο, αλλά είναι hully gully
Πατήστε τώρα εδώ για ν’ ακούσετε τους Jokers στην απίθανη διασκευή του «χορού των σπαθιών» του Αράμ Χατσατουριάν. Τύφλα να έχουν οι Atlantics… που λέει ο λόγος…

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

ΤΑΚΗΣ ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ ένας θρύλος τρομπετίστας

Στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί (τεύχος 230) υπάρχει μία ξεχωριστή 4σέλιδη συνέντευξη του τρομπετίστα Τάκη Πασβάντη στους συνεργάτες Νίκο Μητρογιαννόπουλο (δική του και η φωτογραφία που βλέπετε πιο κάτω) και Γιώργο Αθητάκη. Η συνέντευξη έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, και επειδή ο Τάκης Πασβάντης είναι ο Τάκης Πασβάντης (ο τρομπετίστας του Μανώλη Χιώτη και άλλα τινά), και γιατί η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις ελαφρές, έως και jazz, ορχήστρες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, και γιατί γίνεται ξεχωριστός λόγος για τους μουσικούς της εποχής, τα κέντρα διασκέδασης, τις συνεργασίες… Τα ονόματα που αναφέρονται είναι δεκάδες και κάθε ένα από αυτά επιβάλει πιθανώς (ή προφανώς) μία περαιτέρω έρευνα. Ένα πολύ μικρό απόσπασμα από την συνέντευξη… Τα άπαντα στο τεύχος...
Κατασκευαστές για τρομπέτες υπήρχαν όταν ξεκινήσατε;
Κατασκευαστές ούτε τώρα υπάρχουν. Επισκευή κάνουνε. Υπάρχουνε ορισμένοι πολύ καλοί τεχνίτες. Εγώ πρόλαβα τον παππού τον Μάγγελ, στη Χαριλάου Τρικούπη.
Ποιες τρομπέτες θεωρείτε πως είναι  καλές; Ποιες προτιμούσατε;
Οι τρομπέτες οι καλές, οι σωστές, είναι οι βαριές, οι αμερικάνικες. Όλα τα χάλκινα τα αμερικάνικα. Δεν ξέρω οι άλλοι τρομπετίστες πώς νιώθανε, εγώ επειδή φύσαγα έντονα, είχα ορμή στο φύσημα, όταν έπαιζα με ελαφρύ όργανο δεν μπορούσα να ελέγξω απόλυτα τις νότες που έβγαζα. Και μετά από κανένα εικοσάλεπτο, γιατί παλιά παίζαμε σερί, δεν είχε διάλειμμα ούτε για τσιγάρο, έβλεπα το όργανο να με προδίδει. Στα είκοσι λεπτά απάνω η τρομπέτα άναβε, πώς λέμε ότι ζεσταίνεται το αυτοκίνητο; Άναβε και έβγαινε μουντός ο ήχος. Και γι’ αυτό σώθηκα με τις Κον. Μ’ αυτή την τρομπέτα φυσάς σολ και σου δίνει σολ. Και όταν λέμε βαριά τρομπέτα εννοώ στην ένταση που θέλει για να παίξεις. Δεν έχει σχέση με το πόσο ζυγίζει. Η βαριά τρομπέτα σε αντέχει στο φύσημα στο έντονο. Θέλει αέρα. Σε αντέχει στο φύσημα το πρεσαριστό. Και μπορεί να σου δώσει το πιο χαμηλό παίξιμο. Δεν σε προδίδει ούτε στο ήπιο παίξιμο ούτε στο φορτσάτο. Ενώ οι ελαφριές σε προδίδουν, και η πρώτη προδοσία είναι στα είκοσι λεπτά που θα παίξεις. Θυμάμαι πως οι τσεχοσλοβάκικες ήταν ελαφριές στο παίξιμο, ήταν ψιλοφάλτσες. Δεν ήταν καλές τρομπέτες. Εγώ φύσαγα πολύ, και θυμάμαι πως με την Κον έπαιζα απερίσκεπτα. 
Να περάσουμε σ’ ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο: κινηματογράφος. Θυμόσαστε σε πόσες ταινίες έχετε παίξει;
Σαν φιγκεράλ, σαν εικόνα δηλαδή, ή σαν υπόκρουση μουσική; Σαν υπόκρουση έχω παίξει σε πάρα πολλές. Με τον Μίμη Πλέσσα σ’ όλες τις ταινίες της Φίνος Φιλμ έπαιζα εγώ. Άλλοι συνθέτες με τους οποίους συνεργάστηκα, ήταν ο Χατζιδάκις, ο Θεοδοσιάδης, ο Κώστας Καπνίσης, ο Μουζάκης. Με τον Θεοδωράκη κάναμε τον Ζορμπά, δυο τρομπέτες, δε θυμάμαι, ποιος ήταν ο άλλος… Ο Κώστας Καριώτης ήταν ή ο Γιάννης ο Θεοδωρίδης; Δε θυμάμαι. Με τον Ξαρχάκο έχω δουλέψει στο θέατρο, στο μιούζικαλ «Μην πατάτε τη χλόη» που ανέβηκε στο Μετροπόλιταν…
Από ταινίες μπορείτε να μας πείτε κάποιες, ενδεικτικά, στις οποίες εμφανίζεσθε;
«Το παιδί και το δελφίνι». Ξένη παραγωγή, στ’ Αστέρια. Η ορχήστρα ήτανε η ορχήστρα των Αστεριών. Άλλες ταινίες «Ένας βλάκας και μισός», «Λαός και Κολωνάκι», «Φτωχαδάκια και λεφτάδες», «Μαριχουάνα στοπ», «Ο ανήφορος», σε όλες έχω παίξει εγώ μέσα. «Το μανούλι, η μανούλα και ο παίδαρος», Μιχαλόπουλος, Βλαχοπούλου, με τον Θεοδοσιάδη. Μάλιστα αν σου πέσει, μπροστά στους τίτλους είμαι εγώ, ξεκινάει με τον Τάκη… 

Τρία βίντεο στη συνέχεια, στα οποία η τρομπέτα του Τάκη Πασβάντη έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Το πρώτο αφορά στο «Λαός και Κολωνάκι» του Μανώλη Χιώτη από τη φερώνυμη ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη (1959). Το πνευστό τμήμα σουινγκάρει με δύναμη...
Το δεύτερο προέρχεται από την ταινία «Η Παριζιάνα» (1969) επίσης του Γιάννη Δαλιανίδη. Μουσική του Μίμη Πλέσσα βεβαίως, τραγούδι από τον Δημήτρη Ταμπόση (και όχι από τον Βαγγέλη Σειληνό) και τρομπέτα από τον Τάκη Πασβάντη (και όχι από αυτόν που βλέπουμε). Το “Sunshine for your dreams” είναι άσσος, αλλά και το break στο 46 δευτερόλεπτο είναι άλλο πράγμα…
Το τρίτο βίντεο αφορά σε μία τηλεοπτική παρουσίαση του «Μάμπο μπραζιλέιρο» (Γιώργος Μουζάκης-Κώστας Πρετεντέρης, μπορεί και Γιώργος Οικονομίδης στoυς στίχους) από τον Γιώργο Νταλάρα και την Μαριάννα. Ο Τάκης Πασβάντης φαίνεται κιόλας με την τρομπέτα του…

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

AZYMUTH top brazilian electro-funk

Για τους Azymuth (Jose Roberto Bertrami πλήκτρα, Ivan “Mamao” Conti ντραμς, κιθάρα, Alex Malheiros μπάσο, κιθάρα) αξίζει να πει κανείς πολλάαν κι εγώ θα πω λίγα. Πρόκειται, απλώς, για ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της βραζιλιάνικης σκηνής, ένα τρίο με τεράστια ιστορία (το ξεκίνημά τους χάνεται στα sixties) και κυρίως με την πρόνοια να εμφανίσει πριν 35+ χρόνια έναν ήχο (μια μοναδική συνύπαρξη ηλεκτρικής jazz α λα Herbie Hancock, soul-funk και αφιονισμένης samba), που θεωρήθηκε ως κάτι άλλο στην εποχή του… για να θεωρείται ως κάτι το ανεπανάληπτο σήμερα. Είναι πάμπολλα τα γκρουπ της σύγχρονης electro-jazz, που διασκευάζουν, ριμιξάρουν ή συνθέτουν κατά τα αζιμούθια πρότυπα, κερδίζοντας δόξα και χρήμα. Οι ίδιοι οι Azymuth, μονίμως σε κίνηση και πάντα σε δράση (έχουν εμφανιστεί και στην Αθήνα κανα-δυο φορές), αντιλαμβάνονται την αγάπη των επιγόνων και ευλογούν κάθε προσπάθεια που μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα.
Είναι λιγάκι δύσκολο να εντοπιστεί η αρχή των Azymuth. Οι πληροφορίες στο δίκτυο είναι συγκεχυμένες (ακόμη και στα βραζιλιάνικα sites), αν και ως τριπλέτα υπήρχαν σίγουρα πριν το ’69 όταν συμμετείχαν, ως Apolo IV, στο soundtrack της τηλεοπτικής σειράς Veu de Noiva [και δίσκος με τα στοιχεία: Philips 765.102], όπου απέδιδαν μία σύνθεση του Marcos Valle υπό τον τίτλο… “Azimuth”. Η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά τους είναι κατά πάσα πιθανότητα το άλμπουμ “Encontro” [Equipe EQC 847] από το 1970, όταν κάτω από το όνομα Projecto III και σε συνεργασία με τον κιθαρίστα Frederico M. De Oliveira, έδωσαν απλώς ένα δείγμα του τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Το “Encontro” που είναι πολύ σπάνιο στην αρχική του έκδοση, το ξανατύπωσε η Whatmusic.com το 2002 κι έτσι μπόρεσα κι εγώ να απολαύσω μία από τις πιο groovy-psych εκδοχές του “Summertime” και ακόμη το lush-funkyArabian nights”, όπως και το “Mustang côr de sangue” του Marcos Valle, που το είχε συμπεριλάβει και ο ίδιος ο συνθέτης του, ένα χρόνο νωρίτερα, στο φερώνυμο άλμπουμ.
Προστατευόμενοι του Valle κατά κάποιον τρόπο, οι Azymuth παρουσιάζονται για πρώτη φορά με τ’ όνομά τους, ως Conjunto Azimüth, στο soundtrackO Fabuloso Fittipaldi” [Philips 6349.068, 1973] (το “i” θα αντικατασταθεί από το “y” μετά το 1977, ώστε να μην τους μπερδεύει ο κόσμος πιθανώς με τους Βρετανούς Azimuth που ηχογραφούσαν στην ECM), όταν οι αδελφοί Marcos και Paulo Sergio Valle σκόραραν σ’ ένα άλμπουμ φόρο τιμής στον διάσημο βραζιλιάνο πιλότο της Formula 1 Emerson Fittipaldi. Επίσης φαίνεται πως συμμετείχαν στη συλλογή “Samba Acima do Normal” [Tapecar TC 016, 1973], ενώ και ως Group Seleção (οι τρεις βασικοί συν την τραγουδίστρια Fabiola) κατορθώνουν να ηχογραφήσουν κι ένα 45άρι για την Polydor [2249.008] το 1972.
Το 1975 ήταν όμως εκείνη η χρονιά που θα τους έκανε μεγάλες φίρμες στην πατρίδα τους, αφού το παρθενικό τους 4-track EP [Polydor 2249.037] χρησιμοποιήθηκε σε μια σαπουνόπερα(!) της εποχής, πράγμα το οποίον εξασφάλιζε άμεση αναγνωρισιμότητα. Τότε ήταν όταν κυκλοφόρησε και το πρώτο κανονικό τους άλμπουμ, που είχε ως τίτλο το όνομά τους [Som Livre 410.6003], ένα άπιαστο βραζιλιάνικο jazz-funk, που επρόκειτο να γράψει ιστορία. Από εδώ πιάνω το νήμα μέσω της βρετανικής Far Out
Το “Azimüth” LP δεν είχε κυκλοφορήσει εκτός Βραζιλίας λένε οι πληροφορίες, έτσι, αν δεν διέθετε κάποιος ένα σεβαστό ποσό (πάνω από 100 ευρώ) δύσκολα θα μπορούσε να το βρει και να το ακούσει. Τούτα όμως μέχρι το 2007, όταν η Far Out επανεξέδωσε εκείνο το κλασικό άλμπουμ σε LP [FARO 117LP] και σε διπλό CD, λύνοντας το πρόβλημα. Και γιατί διπλό; Γιατί περιείχε την κανονική ηχογράφηση του γκρουπ, αλλά κι ένα δώρο με remixes σχεδόν όλων των θεμάτων του πρωταρχικού άλμπουμ από σύγχρονα ονόματα. Ο τίτλος του: “Azymuth Re Mastered 2 CD Set” [Far Out FARO 117CD]. Προέχουν λίγα λόγια αρχικώς για το original
Τρία στοιχεία κάνουν εντύπωση στην περίπτωση των Azymuth (τους γράφω πλέον με “y”), ο συνδυασμός των οποίων αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν τους. Πρώτον, η φαζαριστή κιθάρα του Malheiros με το sixties άρωμα, τα διαστημικά funky vibes του Bertrami και ακόμη η ιδιαίτερη καλή τους σχέση με το easy-listening – ένα εντελώς απενοχοποιημένο μουσικό στυλ στη Βραζιλία. Το άλμπουμ είχε σχετικώς μεγάλη διάρκεια (για LP), σχεδόν 43 λεπτά, περιέχοντας δέκα tracks (3λεπτα, 4λεπτα, 5λεπτα, 7λεπτα), τα οποία έδιναν την ευκαιρία στο γκρουπ να αναπτύξει τις ιδέες του, όλες προσαρμοσμένες προς την κατεύθυνση μιας μουσικής με φιλικό πρόσωπο ικανή να ξεσηκώνει δίχως παρελκόμενα. Με υλικό πρωτότυπο και σχεδόν όλο συντεθιμένο από τον Bertrami, οι Azymuth χτυπάνε διάνα με όλα τα κομμάτια, ξεκινώντας από το slowLinha do horizonte” (επιτυχία στη Βραζιλία), περνώντας στα περισσότερο space-funkyMelo dos dois bicudos” και “Estrada dos deuces”, πριν κλείσουν με τον δυναμίτη “Periscopio”, δημιουργώντας έναν ήχο που κάλλιστα θα μπορούσε να είχε παραχθεί σήμερα στο τελειότερο στούντιο. Έτσι, μοιάζει λογικό ένα τόσο hip άκουσμα να προκαλεί δονήσεις και στη νεότερη σκηνή, με τα διάφορα ντανσοσχήματα και τους DJs να σκύβουν στο πρωτότυπο υλικό, επεκτείνοντάς το αναλόγως προς ποικίλες κατευθύνσεις.
Αν και τα πράγματα στρέφονται γύρω από απλές ιδέες –τόνωση κάποιων beats, προσθαφαιρέσεις ατμοσφαιρών, επιλογή ρυθμικών μοτίβων και από ’κει και πέρα μινιμαλιστική διαχείριση– σπανίως μπορείς να συναντήσεις, στο δεύτερο CD, κάτι που να κοντράρει το πρωτότυπο. Εξάλλου, δεν είναι ο στόχος τού remix αυτός. Ακούω ευχαρίστως τους Harmonic 33, τον Mark Robertson, τον Mr Beatnick, τον Volcov και όλους τους υπολοίπους, μα αν πρέπει κάπου να σταθώ, τότε δύο μόνον ονόματα οφείλω να σημειώσω. Recloose και Kirk De Giorgio. Ο πρώτος, ένας DJ που έχει τα υψηλά διαπιστευτήρια του Carl Craig, πράττει κάτι παραπάνω από ένα ευχάριστο καθήκον στο “Estrada dos deuces”, ενώ ο δεύτερος στο κατ’ αποκοπήν “Seems like this” σκαρώνει ένα killer ντανσικό, με εκστατικά vibes.
Όμως η Far Out έχει στο ρόστερ της αρκετά CD (και LP) των Azymuth, αφού η εταιρεία, μέσω του ιδιοκτήτη της Joe Davis, πρωτοστάτησε στην επαναφορά του γκρουπ στο δισκογραφικό προσκήνιο. Τρία απ’ αυτά τα άλμπουμ έχω τώρα στα χέρια μου και σας λέω μία γνώμη.
Το “Partido Novo” [Far Out FARO 063CD] του 2002 εμφανίζει βεβαίως την κλασική line-up (Bertrami, Malheiros Conti), προστίθεται όμως κι ένα τέταρτο μέλος ο κομπιουτεράς Roc Hunter, ο οποίος συνεισφέρει όσο να ’ναι στην αζιμούθια χορευτική – ο 00s ήχος δεν είναι αποκλειστικώς στηριγμένος στα παιξίματα, όσο, κυρίως, στην διευθέτηση μιας nu-jazz εκφραστικής. Το μπάσο, το ηλεκτρικό πιάνο, τα κρουστά και εν μέρει τα scat vocals έχουν κυρίαρχο ρόλο στην ηχογράφηση, η οποία αφορά… στην εποχή της. Το νωχελικό “Classic times” ξεχωρίζει.
Απεναντίας το “Brazilian Soul” [Far Out FARO 091CD, 2004] είναι ένα άλμπουμ το οποίον παρ’ ότι στηρίζεται σε καινούριο υλικό, στην ουσία καταγράφει, σε συμπύκνωση, τις τρεις μεγάλες περιόδους στην καριέρα των Azymuth. Την πρώτη εποχή, όταν το γκρουπ συνεργαζόταν με τραγουδιστές δημιουργώντας μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του (εδώ ερμηνεύουν οι Emilio Santiago, Roberto Menescal και Fabiola), τη δεύτερη εποχή, εκεί στα late seventies με τις εγγραφές στην Milestone και την κρουστή αντεπίθεση (εδώ οι περκασιονίστες Cidinho Moreira και Dom Chacal πιάνουν δουλειά) και την τρίτη, από τα μέσα των nineties μέχρι σήμερα, με τον περισσότερο electro ήχο τού Roc Hunter. Όλα «συνεργάζονται» όπως πρέπει σ’ ένα άλμπουμ που διαρκεί 77 λεπτά και το οποίον πιθανώς (πιθανώς λέω) ν’ αποτελεί την σημαντικότερη κατάθεση των Azymuth την τελευταία δεκαετία.
To “Butterfly” [Far Out FARO 134 CD, 2008] ξεκινά με το φερώνυμο κομμάτι τού Herbie Hancock (από το “Thrust” του ’74) αποδεικνύοντας το διαχρονικό πάθος, ναι, των Βραζιλιάνων για το χανκοκικό electro, φανερώνοντας προσέτι τη δύναμη του γκρουπ στην οικειοποίηση ενός classic, εντάσσοντάς το στο ευρύτερο easy πλάνο (τα lush strings των Rio Strings κάνουν τέλεια δουλειά). Βεβαίως, με κομμάτια όπως το “Avenida Rio Branco” (μαγικό, το πώς εξελίσσεται από μία σαξοφωνάτη elevator music σ’ ένα εντυπωσιακό electro groovy-funk, πριν μεταπέσει και πάλι, για να ξανασηκωθεί με μοχλό μια batucada) ή το “New dawn” (με τις κιθάρες του Arthur Verocai να φέρνουν κάτι από “Pretzel Logic”), οι Azymuth δείχνουν χαρακτήρα. Προσωπικώς έχω την αίσθηση –και λέω κάτι που δεν μου αρέσει, ούτε ως... ευφυολόγημα– πως οι φίλοι μας ήταν και παραμένουν οι «Steely Dan της Βραζιλίας», μεταφέροντας, χονδρικώς, το pop/jazz/electro των ευφάνταστων Αμερικανών στα δικά τους μέτρα. Και στο έσχατο “Butterfly” εκείνο που αντιλαμβάνονται όσοι τους αγαπούν είναι πως παρουσιάζονται συνεπέστεροι από ποτέ· από τότε που πάτησαν πόδι στη Far Out εννοώ.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

προτελευταίας εσοδείας…

Από τις αξιοπρόσεκτες και αξιομνημόνευτες περιπτώσεις του σύγχρονου ελληνικού-ελληνόφωνου pop/rock o Πέτρος Θεοτοκάτος τέσσερα χρόνια μετά το “a-political correct” έχει καινούριο CD· ο τίτλος του είναι «Ιστορίες με Βλέμματα» [Lyra, 2011], περιέχει δέκα τραγούδια και διαρκεί κάτι λιγότερο από 43 λεπτά. Τρίλεπτα και τετράλεπτα κομμάτια βασικά, τα οποία αναπτύσσονται με άνεση, είναι αρμονικώς δεμένα, έχουν ρέουσες μελωδίες, και βοηθούμενα από την παιδικότητα της φωνής τού ερμηνευτή προσφέρουν ένα ωραίο νεανικό ακρόαμα. Έχοντας ελάχιστα όργανα στη διάθεσή του (κιθάρα, μπάσο, ντραμς, συν κάποια σύνθια στο background, που μοιάζουν ετοιματζίδικα, αλλά κάνουν καλή δουλειά, αφήνοντας ένα κάπως 80s ηχόχρωμα), ο Θεοτοκάτος αφηγείται τις ιστορίες του, που έχουν ενδιαφέρον είτε αφορούν σε ερωτικά, είτε σε κοινωνικά, είτε σε υπαρξιακά ζητήματα. Και πράγματι, ακούγοντας ένα-ένα και με προσοχή τα κομμάτια του αντιλαμβάνεσαι την άνεση με την οποία γράφει ο Θεοτοκάτος, εκμεταλλευόμενος τις απλούστερες των συνταγών. Μπορεί, δε, να διακρίνεται μερικές φορές κι ένα ωραίο κλίμα, το οποίον όμως δεν είναι αφελές, ούτε ενοχλεί με τη γλαφυρότητά του. Δύσκολο, λοιπόν, να ξεχωρίσεις κομμάτι, ή κομμάτια, σ’ ένα άλμπουμ που κυλάει μέσα σ’ ένα συμπαγές, προσωπικό περιβάλλον.
Η επανεμφάνιση του συνθέτη Σταύρου Σοφιανόπουλου, τέσσερα χρόνια μετά «Το Κέρασμα» (2006), συνέβη πρόπερσι με το άλμπουμ «Κ.Π. Καβάφης, μια ανάγνωση» [Ankh Productions, 2010]. Εν αντιθέσει με τη λανθασμένη κοινή λογική που θέλει τα ποιήματα του Αλεξανδρινού να μελοποιούνται με τρόπους οι οποίοι επιβάλλονται επί των στίχων (επιχειρώντας εκείνοι –οι τρόποι– να κλέψουν τις εντυπώσεις), ο Σοφιανόπουλος επιλέγει μίαν άλλη μουσική προσέγγιση, περισσότερο συμβατή, οπωσδήποτε, με την εγγενή αυτοτέλειά τους· από την οποίαν αυτοτέλεια δεν απολείπει, έτσι κι άλλως, η μουσικότητα. Απαγγελία λοιπόν του καβαφικού λόγου και απαλή οργανική συνοδεία (ένα πιάνο, ένα τσέλο, μία έξτρα φωνή), προκειμένου τα ποιήματα να μην κονιορτοποιηθούν, ανάμεσα σε ακατανόητα κρεσέντα, συνηχήσεις και παραμορφώσεις (τα έχουμε ακούσει και αυτά). Ο Σταύρος Σοφιανόπουλος συνθέτει, ενορχηστρώνει και παίζει πιάνο (υποθέτω), ο ιστορικός/ιστορικός τέχνης και συγγραφέας του βιβλίου «Κωνσταντίνος Καβάφης Αιγύπτιος ποιητής Ελληνικής γραφής» Γιώργος Κουρούπης διαβάζει τα 36 ποιήματα, κάπου ακούγεται το τσέλο του Κώστα Θέου, κάπου αλλού η φωνή της Αθηνάς Δημητρακοπούλου… Η σεμνότητα κι οι ταιριαστοί χαμηλοί τόνοι είναι εκείνο που μένει από τη «μιαν ανάγνωση».
Μετά το προπέρσινο “Maria and the Photo Frame” (2010) και νέο άλμπουμ του Μάρκου Δεληβοριά γυρίζει στο πλατώ (ναι), τούτη τη φορά σε συνεργασία με τους… Φίλους του Παβαρότι. Ο τίτλος του είναι «Κάτω από τη Γη» [Lyra, 2011] και αποτελεί (και αυτό) μία ακόμη απόπειρα του καλού μουσικού προς την εξερεύνηση (ας την πω έτσι) των δυνατοτήτων της αγγλόφωνης μπαλάντας. Μπορεί βεβαίως, εδώ, τα περισσότερα από τα κομμάτια –όχι όλα– να έχουν στίχους ελληνικούς (κάτι που, ίσως, συμβαίνει για πρώτη φορά μετά από έξι άλμπουμ), όμως η ουσία δεν αλλάζει. Τα τραγούδια του Δεληβοριά εξακολουθεί να έχουν τα ίδια χαρίσματα. Απλές φόρμες, ωραίες μελωδίες, ενδιαφέροντες καθημερινούς στίχους. Top εδώ το… Κρανίο του Άρη Βελουχιώτη και τι βρήκε η σφαίρα εκεί (δεν το αποκαλύπτω…) και πολύ καλές οι εκδοχές των ιρλανδικών «Πώς να μην τραγουδήσω» (Φοίβος Δεληβοριάς), «Η ακτή του Μαλαμπάρ» (Κώστας Παρίσης) και “The coast of Malabar” (Μάρκος Δεληβοριάς).
Δεν γίνεται ν’ αποφύγεις τον κοινό λόγο. Ίσως δεν υπάρχει και λόγος για να τον αποφύγεις. Τα τραγούδια του Γιάννη Σπύρου, έτσι όπως καταγράφονται στο παρθενικό CD του «Καθένας έχει ένα δικό του χάρτη» [Lyra, 2011] είναι συμπαθή, ως προς όλες τις κατευθύνσεις. Αλλά, κυρίως, ως προς την εξωτερική τους παρουσία, υπό την έννοια ότι ο τραγουδοποιός εκτός από το να γράφει στίχους, μουσικές και να τραγουδά, επιμελείται των ενορχηστρώσεων, παίζοντας ταυτοχρόνως κιθάρα, μπάσο, τύμπανα και πλήκτρα. Υπάρχει, δηλαδή, ένα σφιχτό ενιαίο χρώμα στο άλμπουμ του, που το καθιστά συγκεκριμένο. Βεβαίως, τα περιθώρια βελτίωσης είναι πολλά (θα πρέπει να είναι), κυρίως όσον αφορά στους στίχους, που χωρίς να είναι αδιάφοροι μπορεί να γίνουν πιο ενδιαφέροντες, βεβαίως στον ήχο, που μπορεί (ενδεχομένως) να γίνει ακόμη πιο προσωπικός και, οπωσδήποτε, στις ερμηνείες, εκεί όπου ο Σπύρου θα πρέπει να ξεκόψει άμεσα από τις αναφορές του. Γνωρίζει ο ίδιος ποιες είναι αυτές.
Έχει τη γοητεία τού καλοφτιαγμένου, τού μετά λόγου γνώσης, το άλμπουμ της Καίτης Κουλιά «Γαλάζιο στον Ορίζοντα» [Μικρός Ήρως, 2011], το οποίον περιλαμβάνει διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών (κυρίως – καθότι υπάρχουν και μερικά επώνυμα) κατά βάση από τα Δωδεκάνησα. Τι δεν έχει; Μία φωνή με το κάτι παραπάνω, που να περνάει τούτα εδώ τα άσματα (και το άλλο… Ντιρλαντά ανάμεσα, το «Αγάντα γιαλέσα») σε κάποιαν άλλη διάσταση. Πολλά ζητώ; Τα ζήτησα και τα έλαβα, πάντως, από τον Χρίστο Τσιαμούλη και τους συνοδοιπόρους μουσικούς (Πάνος Δημητρακόπουλος, Ντάσο Κούρτι, Βασίλης Κετεντζόγλου, Σωκράτης Γανιάρης).
Κωδικοποιημένη και προκατασκευασμένη ελληνόφωνη ποπ, με στίχους ενίοτε κοινωνικώς ευαίσθητους, όπως και με σαφείς μελωδισμούς, που πέφτουν, δυστυχώς, πάνω σε ενορχηστρωτικά τετριμμένα. Ο Χρήστος «Όταν σβήνει η οθόνη» Γιαννόπουλος συνθέτει, οι Μάκης και Μανώλης Ευσταθίου γράφουν λόγια, η Αναστασία άδει στα… «Χρώματα της Άνοιξης» [Protasis, 2011]. Ανάμεσα και μια αχρείαστη version τού “Duniya mein hum aaye hain” του Naushad (στην ελληνική εκδοχή των Μπάμπη Μπακάλη-Δημήτρη Γκούτη, το γνωστό τοις πάσι «Δεν με πόνεσε κανείς»), που παρουσιάζεται ως… παραδοσιακό.
Δεν γνωρίζω αν είναι «αμιγώς λαϊκά τραγούδια» τα όσα ερμηνεύει ο Μανώλης Μητσιάς (κι η Γιώτα Νέγκα) στο άλμπουμ «Συντομογραφίες» [Lyra, 2011] των Βασίλη Δημητρίου-Γιάννη Κακουλίδη. Προσωπικώς, έχω άλλην αίσθηση για το λαϊκό τραγούδι. Δεν είναι δηλαδή θέμα ρυθμών και «έντεχνης» στιχουργικής, αλλά, βασικά, λαϊκής υψηλής δημιουργικής. Τραγούδια, δηλαδή, που να διαθέτουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, που να τα κάνουν αδάμαστα από το χρόνο. Δεν του βγαίνουν του Βασίλη Δημητρίου· ίσως να ευθύνεται κι η φωνή του Μανώλη Μητσιά, που ακούγεται στ’ αυτιά μου αρκούντως γερασμένη. Απεναντίας, του βγαίνουν οι μελωδίες στις μπαλάντες («Κι εγώ να λιώνω», «Τώρα είσαι μια φωτογραφία»)· ίσως να ευθύνεται το ταμπεραμέντο του συνθέτη, που δεν είναι λαϊκό (με την έννοια του Καλδάρα, του Πάνου, του Ζαμπέτα), ίσως, δε, και η φωνή της Νέγκα, που είναι νέα και ωραία.
Προπέρσινο ήδη το «Τα Όνειρα δεν Ξυπνάνε» [Lyra, 2010] του Δημήτρη Αρναούτη, άρα με καθυστέρηση θα σημειώσω κι εγώ την ξεχωριστή περίπτωση του νέου τραγουδοποιού, που συνίσταται, χονδρικώς, στον ιδιότυπο σαρκασμό στίχου και ερμηνείας, ο οποίος φανερώνει άνθρωπο που παρατηρεί και συγκινείται από τον κρυμμένο έσω κόσμο (του κόσμου), στη μελωδική ευστροφία, στην καλή γνώση των ενορχηστρωτικών λύσεων (π.χ. οι πνευστές γραμμές), στο γενικότερο εν τέλει κλίμα που αποπνέουν τα τραγούδια, στοιχεία που φανερώνουν δηλαδή πως ο Αρναούτης πορεύεται με σχέδιο, έχοντας, διυλίσει εντός του ακούσματα που ξεπερνούν κατά πολύ την ηλικία του. Το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι εκείνο που θ’ αποκαλούσαμε «υπεράνω κριτικής», πιθανώς, όμως, κάποια στιγμή να γίνει.
Βόμβοι είναι μία ομάδα καλλιτεχνών, που μπαίνει σε μια τάξη κάτω από την μπαγκέτα του Νίκου Ξύδη. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της καταγράφεται σ’ ένα άλμπουμ με τον ίδιον τίτλο [7], που κυκλοφόρησε πρόπερσι (2010) και το οποίον ακούγεται με ενδιαφέρον και… ενάμιση χρόνο αργότερα. Οι Βόμβοι έχουν περί πολλού εκείνο που θ’ αποκαλούσαμε διαχρονική ελληνικότητα. Η παράδοση, το Βυζάντιο, το δημοτικό τραγούδι, το λαϊκό τραγούδι και από ’κει και πέρα το ελληνοποιημένο rock, ου μην και το ανάλογο hip-hop και από πάνω ένας στίχος περιπαικτικός, κοινωνικώς ευαίσθητος, που επιχειρεί να αποτυπώσει μιαν αίσθηση αντίστασης απέναντι σε μια πραγματικότητα, που όσο περισσότερο τη ζούμε, τόσο λιγότερο την καταλαβαίνουμε. Το αποτέλεσμα είναι οπωσδήποτε συμπαθές, με όλους τους συμμετέχοντες (Ελένη Βιτάλη, Ανδρέας Θωμόπουλος, Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, Τάκης Βαμβακίδης, Βαλέρια Κουρούπη, Πέτρος Γιωρκάτζης) να υποστηρίζουν με δόνηση εσωτερική τους στίχους του Πάνου Πενταρίτσα. Μικρό δείγμα: «Κι ο πιο ατάλαντος εγώ, είπα σκουλήκι να γενώ/ να σκάψω και να μάθω!/ Μα μεσ’ τα χούματα ο φτωχός/ ζήλεψα τ’ άστρα και το φως κι είπα να ξαναπάθω».
Ρίχνοντας μια ματιά στο track list του “Duende” [Lyra, 2011] της Ελένης Πέτα και του Παναγιώτη Μάργαρη και βλέποντας εκεί, στη θέση 7, το “Oh!... mon amour” του Christophe (εννοώ πως το έχει πει ο Christophe) είπα… δεν μπορεί, τούτος εδώ θα είναι ένας καλός δίσκος. Και όντως. Οι δύο μουσικοί, η Πέτα (που παίζει και βιολοντσέλο στο άλμπουμ) και ο κιθαρίστας Μάργαρης παρουσιάζουν μία σειρά 14 θεμάτων (των Pink Floyd, των Kinks, των Madredeus, των Police, του Juan Manuel Serrat, του Μίκη Θεοδωράκη, του Astor Piazzolla…, υπάρχει και το φερώνυμο original ανάμεσα), ενορχηστρωμένα από τους μουσικούς (καλεσμένος και ο Al Di Meola) και τραγουδισμένα από την Πέτα, που δείχνει για ακόμη μία φορά τη στροφή της προς ένα περισσότερο ενδιαφέρον ρεπερτόριο. Ωραίες οι versions, με την κλασική κιθάρα του Μάργαρη να πρωταγωνιστεί και τη φωνή τής Πέτα ώριμη και εκφραστική.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

o ROGERIO DUPRAT και η banda tropicalista

Να κι ένα άλμπουμ που φανερώνει τι ακριβώς ήταν η tropicalia στη Βραζιλία, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Τίποτ’ άλλο από μια φόρμα, ένα πλαίσιο ηχητικής (και πολιτικοκοινωνικής ενίοτε) δράσης εντός του οποίου δραστηριοποιούνταν rock μπάντες, folk τραγουδιστές, συνθέτες της avant-garde, τζαζίστες, easy διασκεδαστές και διάφοροι άλλοι κύριοι και κυρίες, όχι σπανίως με… ευτελή pop κίνητρα. Η περίπτωση του πιο αναγνωρισμένου πίσω προσώπου αυτής ταύτης της κίνησης, του ενορχηστρωτή Rogerio Duprat, τούτο ακριβώς αποδεικνύει. Δείτε.
Ο άνθρωπος, που συνέλαβε επί της ουσίας τον ήχο της tropicalia, κάνοντας παραγωγές και ενορχηστρώσεις σε άλμπουμ των Caetano Veloso, Gilberto Gil, Gal Costa, Os Mutantes, Tom Ze και φυσικά στον δίσκο σύμβολο του είδους το “Ou Panis et Circencis” [Philips, 1968], όταν αποφάσισε να βγει μόνος του προς τα έξω μέσω μιας προσωπικής δουλειάς, της “A Banda Tropicalista do Duprat” [Philips, 1968, αλλά και επανέκδοση στην el/Cherry Red το 2005], επέλεξε όχι έναν ήχο προβοκατόρικο για να ντύσει τις επιλογές του –σαν εκείνον του Ze π.χ. ή του Veloso–, αλλά ένα pop/lounge μόρφωμα, που να θυμίζει πιο πολύ τους κεντροευρωπαίους arrangers του είδους στα πολύ καλά τους (André Popp, Paul Mauriat, Franck Pourcel…) και όχι τον σοφιστικέ George Martin, όπως θέλουν να νομίζουν οι εγγλέζοι δημοσιογράφοι. Μάλιστα για να μην υπάρξει μπέρδεμα (πολλά χρόνια μετά, όταν το πράγμα θα είχε ξεχαστεί – λέτε γι’ αυτό να το επιχείρησε;) ονόμασε το περιστασιακό του γκρουπ, το οποίο σε τέσσερα κομμάτια ήταν οι Mutantes(!), Banda Tropicalista do Duprat, ξεκαθαρίζοντας τι είναι η tropicalia· τουλάχιστον για ’κείνον που αποφάσισε, ποιο θα ήταν το εξωτερικό περίβλημά της. Να ποια είναι τα σημαντικά που αφήνει να φανούν τούτο το υπέροχο ελαφρύ άλμπουμ που παίζει με τους Beatles (“Flying”, “Lady Madonna”), τους Cowsills (το “The rain, the park and other things” αποδίδουν οι Mutantes – βρε τους αφιλότιμους!), το “Honey” του Bobby Goldsboro (του Bobby Russell δηλαδή) και φυσικά το “Baby” του Caetano Veloso.
Για την tropicalia υπενθυμίζω και αυτό... http://diskoryxeion.blogspot.com/2011/05/tropicalia-and-beyond.html