Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

τηλεοπτικά

Τα περισσότερα κανάλια της τηλεόρασής μου (μια παλαιά έγχρωμη, βαρέων βαρών Philips, μοντέλο ’85) δεν μεταδίδουν πλέον το αναλογικό σήμα ορισμένων σταθμών. Απαιτείται αποκωδικοποιητής, προκειμένου να λαμβάνουν το νέο ψηφιακό σήμα. Ο αποκωδικοποιητής κοστίζει από 35 ευρώ και πάνω, αναλόγως με τις απαιτήσεις του τηλεορασάκια.
Επειδή έχω την άποψη ότι τα τηλεοπτικά προγράμματα μπαίνουν απρόσκλητα στα σπίτια μας –κανονικά θα έπρεπε να μας πληρώνουν, όταν τα βλέπουμε και όχι να τα πληρώνουμε, όπως πληρώνουμε την ΕΡΤ ή όπως μάς ζητούν να πληρώσουμε τώρα τους αποκωδικοποιητές, για να εξακολουθούμε να… μορφωνόμαστε από τα πανελλήνιας εμβέλειας ιδιωτικά κανάλια– δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω για πάρτη τους ούτε δεκάρα τσακιστή· ιδίως σε μιαν εποχή όπου το χρήμα φαίνεται μόνο με το κυάλι, και τα ραβασάκια καταφθάνουν με εξοντωτικούς ρυθμούς. Όχι ότι έβλεπα και πολύ τηλεόραση, αλλά να, τώρα, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κόψω και το ελάχιστο, γλιτώνοντας, μια και καλή, από ουκ ολίγους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Τουλάχιστον μέχρι να πάρω το εφάπαξ…

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΚΛΑΒΑΣ ένας άσσος της ενορχήστρωσης

Έχω την αίσθηση πως ο θάνατος του Κώστα Κλάβα, ή Κλάββα, τη Δευτέρα (16/7) στα 78 του χρόνια, πέρασε μάλλον απαρατήρητος. Είναι κρίμα –βεβαίως πιο πολύ κρίμα είναι το τέλος ενός ανθρώπου που σφράγισε την ελληνική μουσική, σε κάθε διάστασή της, για περισσότερο από 50 χρόνια–, αλλά και ίδιον της αδιαφορίας του κόσμου, που τρέχει συνήθως πίσω από το φανταχτερό και το προβεβλημένο. Προβεβλημένος ήταν όμως και ο Κλάβας στη δεκαετία του ’60, όταν διέπρεπε στο ελληνικό τραγούδι, και τον κινηματογράφο (ως συνθέτης soundtracks), αλλά και τις επόμενες δεκαετίες όταν ενορχήστρωνε άλμπουμ πασίγνωστων τραγουδιστών (Γιάννης Πάριος, Γιάννης Πουλόπουλος, Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Κώστας Χατζής, Δάκης, Ελπίδα κ.ά.).
Ο Κλάβας δεν διακρίθηκε μόνο στο χώρο του τραγουδιού, αλλά και σ’ εκείνον της λεγόμενης σοβαρής μουσικής (με δεκάδες έργα), ενώ υπήρξε και διακεκριμένος δάσκαλος (συνιδρυτής της Σύγχρονης Σχολής Μουσικής και ιδρυτής του Κεντρικού Ωδείου) από τα χέρια του οποίου πέρασαν πάμπολλοι κατοπινοί, γνωστοί και λιγότερο γνωστοί, συνθέτες και οργανοπαίκτες. Από τα τραγούδια του ίσως αξίζει ν’ αναφέρω το πρώτο του, το «Ένα γράμμα» σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη, που τραγούδησε η Ζωή Κουρούκλη στο Α Φεστιβάλ Τραγουδιού Ε.Ι.Ρ. το 1959, τον «Κισσό» σε στίχους Τάσου Μαστοράκη με τον Γιάννη Βογιατζή (από το Γ Φεστιβάλ Τραγουδιού Ε.Ι.Ρ., το 1961), το «Πέταξε ένα πουλί» σε στίχους Αλέξη Αλεξόπουλου με τον Γιάννη Βογιατζή και τη Νίκη Καμπά, που απέσπασε πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης (1963), το «Σου το’πα μια και δυο και τρεις» σε στίχους Κώστα Πρετεντέρη επίσης με τον Γιάννη Βογιατζή (1963) και βεβαίως τη «Μορφονιά» σε στίχους Αλέξη Αλεξόπουλου και πάλι με τον Βογιατζή (1964). Αρκετά απ’ αυτά τα τραγούδια γίνονταν επιτυχίες μέσα από τις ταινίες της περιόδου («Μικροί και Μεγάλοι εν Δράσει», «Αυτό το κάτι άλλο!», «Ο Τελευταίος Πειρασμός», «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης»…), ενώ άλλα τυπώνονταν σε δίσκους 45 στροφών και σήμερα ελάχιστοι τα θυμούνται («Ο τραγουδιστής», «Άσπρα πανιά» κ.ά.). Ήταν η εποχή των ορχηστρών –κάθε νυχτερινό μαγαζί της εποχής που μπορούσε να εξασφαλίσει μιαν ορχήστρα το έπραττε– και η Ορχήστρα του Κώστα Κλάβα ήταν μία από τις πιο δημοφιλείς.
Η ορχήστρα του Κώστα Κλάβα, μάλλον στου «Μοστρού», περί το 1963-64. Από αριστερά: Κρύσταλ τραγούδι, Κώστας Κλάβας πιάνο, Σταύρος Αυγερινός τραγούδι, Θανάσης Αραπίδης τενόρο σαξόφωνο (καθιστός), Κώστας (αγνώστου επωνύμου) μπάσο (στηρίζεται στο πιάνο), Τάκης Πασβάντης τρομπέτα, Μίμης Κλάβας ντραμς (πίσω από τον Πασβάντη), Κυριάκος Καπούκης τενόρο σαξόφωνο, ηλεκτρική κιθάρα (όρθιος, πίσω από τον Μίμη Κλάβα). Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Τάκη Πασβάντη και μου παραχωρήθηκε από τον Νίκο Μητρογιαννόπουλο.
Ο Κλάβας ήταν, ως γνωστόν, από τους βασικούς ενορχηστρωτές του Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης. Εκεί λοιπόν στο 11ον Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (20-22/9/1972) γνωρίστηκε με τον Κώστα Τουρνά (όταν οι Poll διαγωνίστηκαν με τις «Μολυβιές φωτογραφίες»), μια γνωριμία που θα επισφραγιστεί με τη συνεργασία τους στα «Απέραντα Χωράφια» [Polydor, 1973] και στα «Λευκά Φτερά» [Polydor, 1975].
Στο τεύχος 36 (9-10/2009) του περιοδικού τής Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών μουσικής πολύτονον ο Κώστας Κλάβας είχε δώσει μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στους Κωνσταντίνο Λυγνό και Χρήστο Μητσάκη. Αντιγράφω ένα μέρος των λόγων τού συνθέτη που έχει να κάνει με την παρουσία του στο τραγούδι και, κυρίως, στον κινηματογράφο.
«Το ’59 έγραψα το πρώτο μου τραγούδι το ‘Ένα γράμμα’ σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη για το φεστιβάλ του τότε Ε.Ι.Ρ., το οποίο πήρε έπαινο. Μάλιστα ήταν εκεί ο Κώστας Γιαννίδης –ο γνωστός Γιάννης Κωνσταντινίδης– και ο Άκης Σμυρναίος, που θεώρησαν ότι ήμουνα σε θέση να κάνω την ενορχήστρωση του τραγουδιού μου. Όπως ίσως ξέρετε οι ενορχηστρώσεις συχνά γίνονταν από άλλους. Το ’63 ήταν που πήρα πρώτο βραβείο στη Θεσσαλονίκη και ένα χρόνο πριν, το ’62, άρχισε ο κινηματογράφος. Ξέρεις ποια ήταν η πρώτη ταινία μου; ‘Αγάπη Γραμμένη με Αίμα’, που γυρίστηκε στο φαράγγι της Σαμαριάς, κάτι που με ενέπνευσε πολύ. Είναι η μόνη μου κινηματογραφική δουλειά από την οποία έχω κάνει και σουίτα. Από τις περισσότερες άλλες δεν έχω καν κρατήσει το υλικό.
Στο χώρο του σινεμά μάλλον μπήκα μέσω των τραγουδιών, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς. Ήρθε ο Ντίμης Δαδήρας, που ήταν σκηνοθέτης και μου ζήτησε να γράψω τη μουσική. Δουλεύαμε στην ορχήστρα της ραδιοφωνίας, θα είχαν ακούσει και τα τραγούδια, που τότε ήταν όλα γνωστά… Μπορεί και να ήμουνα τυχερός. Ποιος ξέρει; Η αλήθεια είναι πως μου ήρθε κάπως ξαφνικά. Πάντως κινηματογράφο δεν έβλεπα. Δεν με ενδιαφέρει. Έχω να πάω κινηματογράφο τριάντα ή σαράντα χρόνια.
Η μουσική ολοκληρωνόταν μέσα σε δέκα μέρες. Και με τι συνθήκες! Μας φωνάζανε τελευταία στιγμή και βλέπαμε τις εικόνες στη μουβιόλα. ‘Σε δέκα μέρες πρεμιέρα στον τάδε κινηματογράφο’. Υπάρχουν περιπτώσεις που έφτιαξα μία μουσική για δύο ταινίες και ο σκηνοθέτης την χρησιμοποίησε σε άλλες τρεις ή τέσσερις. Μου έλεγε ‘φτιάξε τίτλους’, ή οτιδήποτε άλλο, και μετά τα χρησιμοποιούσε, χωρίς να με φωνάξει για να δούμε τι θα βάλουμε και που…(…)
Μας κουτσοπληρώνανε με τα χίλια ζόρια. Με τους μουσικούς είχα συνεχώς προβλήματα: ‘Παιδιά ελάτε. Γράφουμε’. ‘Και πότε θα πληρωθούμε;’. ‘Απόψε’, τους έλεγα. Και βέβαια δεν πληρωνόντουσαν… Τελικά μου κόλλησαν το παρατσούκλι ‘ο Απόψε’.
Όμως με όλα αυτά αποκτούσα εμπειρία και ταχύτητα. Όταν εξελίχθηκα και έφτασα σ’ ένα σημείο, σταμάτησαν να με ζητάνε. Είχαν ανακαλύψει κάτι κυρίες που με το ένα δάχτυλο στα άσπρα πλήκτρα γράφανε κάτι βαλσάκια και υποτίθεται γράφανε σε στυλ Νίνο Ρότα, άλλο βέβαια που ο Νίνο Ρότα έχει γράψει και κοντσέρτα… Αυτή είναι η γνωστή ελληνική κατάντια».

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΣΙΟΣ εις μνήμην

Πέθανε σήμερα, σε ηλικία 80 ετών, ένας πολύ μεγάλος έλληνας τραγουδιστής, ο βαρύτονος Γιώργος Μούτσιος. Γνωστός, κυρίως, λόγω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο Γιώργος Μούτσιος ήταν ο ερμηνευτής των έργων «Το Καταραμένο Φίδι» [Fidelity EP 8901, 1958], «Τέσσερα Τραγούδια του Οδυσσέα Ελύτη από τον Κύκλο με την Κιμωλία» [Fidelity EP 8902, 1959], «Ο Κύκλος του C.N.S» [Fidelity EP 8905, 1959] και «Όρνιθες» [Fidelity EP 8908 και 8909, 1960], όλα τυπωμένα σε 7ιντσα extended play και βεβαίως εκ νέου του «Καταραμένου Φιδιού» σε LP πλέον [Lyra 3503, 1964] και των «Ορνίθων», ως “Les Oiseaux”, σε 2LP [EMI/Columbia GCX 109/110, 1964].
Να, εδώ, ένα πρώιμο, σύντομο βιογραφικό του, όπως το αντιγράφω από το LP τού Pablo CasalsEl Pessebre” [Investors Overseas Service 001, 1967]:Georges Moutsios first studied singing in his native Greece, subsequently going to Vienna where he studied at the Academy of Music under the direction of Elisabeth Radó. He has performed extensively in Leipzig, Berlin and Vienna where he has had great success with programs of contemporary Greek music and German classics. He has participated regularly in concerts and opera at the Athens Festival where he was first heard in EL PESSEBRE in 1966 under the direction of the composer”.
Ο Γιώργος Μούτσιος ήταν δηλαδή ένας διεθνής performer και αυτό το LP, με την ερμηνεία του (μαζί με άλλους) στο ορατόριο ειρήνης “El Pessebre” του Casals, που παρουσιάστηκε το βράδυ της 29ης Μαΐου του 1967 στο Victoria Hall της Γενεύης, το αποδεικνύει.
Τo 2000 κυκλοφορεί ένα CD με ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Γιώργου Μούτσιου, υπό τον τίτλο «Σπάνιες Ηχογραφήσεις» [Legend 2201150382]. Για εκείνο το άλμπουμ είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 100, 7/2001):
Είναι απορίας άξιον πώς ένας τόσο μεγάλος έλληνας τραγουδιστής όπως ο Γιώργος Μούτσιος να μην έχει τόσα χρόνια ένα popular άλμπουμ σε κυκλοφορία, προκειμένου να τον απολαμβάνουν οι θαυμαστές του. Φυσικά, υπάρχουν πάντα τα ανεπανάληπτα «Ο Κύκλος του C.N.S.», «Ο Κύκλος με την Κιμωλία», «Το Καταραμένο Φίδι», «Όρνιθες», οι ιστορικές ηχογραφήσεις του με τον Μάνο Χατζιδάκι δηλαδή, όμως ένας δίσκος με την επιβλητική φωνή του Μούτσιου ν’ αποδίδει Μίκη Θεοδωράκη, Δήμο Μούτση, Γιώργο Ρωμανό και ακόμη Πάνο Τριανταφυλλίδη, Θεόδωρο Σπάθη και φυσικά Χατζιδάκι και μάλιστα από ανέκδοτες έως τώρα πηγές, ήταν θείο δώρο! Ακούστε τον Γιώργο Μούτσιο να τραγουδά το «Τώρα νυφούλα μου χρυσή» από τον Ματωμένο Γάμο ή το «Αστέρι του βοριά» και κυρίως απολαύστε τον στο άγνωστο τραγούδι του Δήμου Μούτση «Ο ποιητής» (όταν ο συνθέτης βρισκόταν ακόμη εντός του κλασικού του οράματος, λίγο πριν ανακαλύψει τον Βαμβακάρη). Όχι απλώς ντοκουμέντο… πραγματικό απόκτημα!
Ο ίδιος ο Γιώργος Μούτσιος σημείωνε, μεταξύ άλλων, για την ίδιαν έκδοση:
«Όταν πριν 35 περίπου χρόνια (σ.σ. το 1965) τραγουδούσα αυτά τα τραγούδια κράτησα αντίγραφα για το προσωπικό μου αρχείο. Βέβαια, τότε δε φανταζόμουν ότι σήμερα (σ.σ. το 2000) θα βρίσκονταν στα χέρια σας μερικά από αυτά, για να σας ξυπνήσουν μνήμες μουσικές, μνήμες καρδιάς, με την αξέχαστη και ανεπανάληπτη μουσική όλων των μεγάλων συνθετών, τραγούδια και έργα των οποίων ερμήνευσα. Ανασκαλεύοντας τη μνήμη μου, θυμάμαι τον Μάνο που, για πρώτη φορά, μου εμπιστεύτηκε τη μουσική του και τραγούδησα το Καταραμένο Φίδι. Αυτό έγινε το 1951. Έκτοτε συνέχισα μαζί του ερμηνεύοντας όλα τα κλασικά τραγούδια του ή κύκλους τραγουδιών του. Η μαθητεία δίπλα του ήταν καθοριστική για μένα. Όπως και με τον Μούτση, που τότε έκανε τα πρώτα θαρραλέα βήματά του στη σύνθεση. Διηύθυνε την ορχήστρα και ο ίδιος έπαιξε φυσαρμόνικα. Φαίνεται ότι του ’φερα γούρι, γιατί μετά από αυτά τα πρώτα του βήματα στη σύνθεση, που ερμήνευσα, έμεινε ως συνθέτης στο χώρο με τη μετέπειτα μεγάλη καταξίωσή του. Ο Πάνος Τριανταφυλλίδης που πρόσφατα χάθηκε, συνεργάτης μου για αρκετά χρόνια, μου εμπιστεύθηκε να τραγουδήσω τις πρώτες του συνθέσεις που ο ίδιος έπαιξε στο πιάνο και διηύθυνε τη μικρή ορχήστρα μας».
Στο CD «Σπάνιες Ηχογραφήσεις» ο Γιώργος Μούτσιος τραγουδά ακόμη τη σύνθεση του Γιώργου Ρωμανού «Το φεγγάρι φάνηκε» (στίχοι Περικλής Θαλασσινός), με τη συμμετοχή του Δήμου Μούτση στη φυσαρμόνικα και του Γεράσιμου Μηλιαρέση στην κιθάρα. Γνωστή, ωραία μπαλάντα και με τη φωνή του Ρωμανού, αφού ακούγεται και από τον ίδιον το συνθέτη της στα LP «Μπαλλάντες» [Philips, 1965] και “In Concert & In the Studio” [Zodiac, 1968]. Και μιας και πιάσαμε/αγγίξαμε τα του ελληνορόκ να πω πως ο Μούτσιος συμμετείχε επίσης στην rock όπερα «Τρωικός Πόλεμος» [Philips 6331 079, 1975] των Γιάννη Πετρίτση - Γιάννη Κοζάτσα, υποδυόμενος τον Λαοκόωντα.
Αυτή η φωτογραφία δεν ξέρω πώς έφθασε στα χέρια μου. Τη βρήκα μετά από ψάξιμο. Δίπλα στον Γιώργο Μούτσιο πρέπει να είναι ο Χρίστος Χατζηστάμου του Athens Mastering.
Και κάτι ακόμη. Τα τέσσερα τραγούδια του Δήμου Μούτση που υπάρχουν στις «Σπάνιες Ηχογραφήσεις» είναι βασισμένα σε ποιήματα του πρόωρα χαμένου Ανδρέα Αγγελάκη. Ο Αγγελάκης είναι γνωστός στους φίλους του ελληνικού ροκ από τις συνεργασίες του με το ντουέτο Λήδα-Σπύρος, στα άλμπουμ «Ηλεκτρικός Αποσπερίτης» [Philips, 1972] και «Χαμένο Τίποτα δεν Πάει» [Philips, 1974] –ήταν ο βασικός τους στιχουργός–, αλλά και από την «Επικίνδυνη Ισορροπία» [Lyra, 1976] του Βλάσση Μπονάτσου και του Σπύρου (Βλασσόπουλου). Ο Γιώργος Μούτσιος είχε τραγουδήσει και επισήμως όμως Ανδρέα Αγγελάκη, στο άλμπουμ του Γιώργου Κουρουπού «Ελένη, Τραγούδι από την Ιλιάδα» [Lyra 3504, 1965]. Το LP αυτό είναι σπάνιο (το ακούω από κασέτα), αν και κάποια στιγμή επανεκδόθηκε (δυστυχώς, τώρα, και η επανέκδοση κοστίζει). Θυμάμαι πως πριν 2-3 χρόνια είχα βρει μία original, μέτριας κατάστασης, κόπια στην Πλατεία Αβησσυνίας, όμως ο τύπος που την πουλούσε ήθελε 40 ευρώ. Προφανώς έψαχνε για χαζό.
Το «Ω καλή μου Ξανθειά» (το… θι με έψιλον-γιώτα) από τους «Όρνιθες» (σε στίχους του Βασίλη Ρώτα μεταφρασμένους από το έργο του Αριστοφάνη) είναι ένα από τα πέντε ωραιότερα τραγούδια του Χατζιδάκι… Μέγας Μούτσιος…

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

η jazz στη Νορβηγία σήμερα

Σήμερα δίχως χθες δεν υπάρχει. Και αν η νορβηγική jazz είναι αυτή που είναι τώρα, τα πάντα ξεκίνησαν (όσον αφορά στην μοντέρνα έκφρασή της) πολλά χρόνια πριν, στις αρχές των sixties. Τα δεκάδες jazz clubs της χώρας δεν φιλοξενούσαν μόνο τη νέα γενιά, που τότε άνοιγε τα φτερά της, όπως επί παραδείγματι το Finn Melbye Quintet (με τον ντράμερ Jon Christensen στη σύνθεσή του), το Jan Berger Quartet, το Jan Garbarek Quartet, το Leif Simensen Quartet, το Åge Venås Quartet κ.ά., αλλά και την αφρόκρεμα των αμερικανών παικτών –Louis Armstrong (1961), Cannonball Adderley (1961), Count Basie (1962), John Coltrane (1963), Charles Mingus (1964), Oscar Peterson (1964-65) κ.ά.–, που είχαν πάντα την Σκανδιναυία (και βεβαίως τη Νορβηγία) στη συναυλιακή ατζέντα τους. Καθοριστική, εννοείται, όσον αφορά στην πορεία της τοπικής jazz μετά το 1965 υπήρξε οπωσδήποτε και η παρουσία του George Russell (1923-2009), μέσω του οποίου πυροδοτήθηκε και από ’κει και πέρα απελευθερώθηκε η εντόπια σκηνή από το «παραδοσιακό» της πλαίσιο, με την ταυτόχρονη τοποθέτησή της στη σύγχρονη jazz πραγματικότητα. Δεν ήταν μόνον οι ηχογραφήσεις τού Αμερικανού –στην πρώτη αποτύπωση τής “Electronic Sonata for Souls Loved by Nature” που έγινε το φθινόπωρο του ’66 στο Konserthuset της Στοκχόλμης (2LP στη Sonet το ’71), ακούμε, ανάμεσα σε άλλους, τους Jon Christensen, Arild Andersen, Terje Rypdal και Jan Garbarek...– δεν είναι μόνον οι παραγωγές του, όπως π.χ. το LP [Flying Dutchman] των Esoteric Circle (Garbarek, Rypdal, Andersen, Christensen), γραμμένο στο Όσλο το 1969, είναι και οι φιλικές του σχέσεις, οι διδασκαλίες, οι συμβουλές, το πνεύμα του αν θέλετε πίσω από κάθε άλμπουμ της norwegian jazz, που κυκλοφόρησε στη χώρα εκείνη την ιστορική εποχή.
Μάλιστα, τα κατορθώματα τής σκηνής είχαν φθάσει μέχρι και στην Ελλάδα των mid-sixties(!), με τον Κώστα Νίκα να γράφει επί λέξει στο περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί (τεύχος 57, 15/11/1966):  
«Το επίκεντρο της γενικής προσοχής στο Όσλο συγκεντρώνει το ‘Κλαμπ 7’ που διαθέτει γνωστούς για την αξία τους τζάζμεν: Ντέξτερ Γκόρντον (τενόρο), Τέρζυ Μπζόρκλαντ (πιάνο), Περ Λόμπεργκ (μπάσο). Κάθε Σάββατο παίζει το κουαρτέτο του Γιάν Γκαρμπάρεκ, ενώ την Κυριακή φιλοξενεί το κουιντέτο του Ντίτλερ Έκλοφ και την τραγουδίστρια Καρίν Κρογκ με το τρίο της».
Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, το 2007, θα κυκλοφορούσε το άλμπουμ “NRK Sessions/ Soul, afro-jazz and latin from the Club 7 scene” [Plastic Strip] ανθολογώντας δυνατά κομμάτια των Band No Name, Kjellerrock Jazzbandet, Karin Krog & Fred Noddelund, Geir Wentzels Orkester with Magni Wentzel και Tamma, γραμμένα στο φημισμένο νορβηγικό στέκι, που παρέμεινε ανοικτό από το 1963 έως το 1985. Φυσικά, δεν καθαρίζεις έτσι εύκολα με την ιστορία της jazz στη Νορβηγία, γι’ αυτό ας περάσω στα πιο καινούρια ονόματα, που, όμως, έχουν κι αυτά την ιστορία τους…
Εκείνο που προξενεί, εκ πρώτης, εντύπωση στην έκδοσηjazzCD.no/ jazz from Norway 2012” είναι το πλήθος των εταιριών που κυκλοφορούν jazz, ή περί την jazz, δίσκους στη χώρα. Είναι 23(!) τοπικές και ακόμη η πολυεθνική Universal Music As και βεβαίως η γερμανική ECM, που καταγράφει ένα (σοβαρό) κομμάτι του νορβηγικού jazz δυναμικού. Είκοσι τρία labels δηλαδή ανθολογούνται στον παρόντα οδηγό, ενώ τίποτα δεν αποκλείει να υπάρχουν κι άλλα. Και δεν είναι labels του ενός CD, αλλά πλήρεις εταιρείες (άπασες με site), μερικές εκ των οποίων και με ευμεγέθη κατάλογο. Κάποιες μάλιστα εξ αυτών είναι γνωστές και στην Ελλάδα, όπως η Rune Grammofon, η Hubro ή η Ozella Music
Στο πρώτο CD ανθολογούνται 14 κομμάτια (περί τα 70 λεπτά η διάρκεια) τόσο από ιστορικά, όσο και από νεότερα και σύγχρονα ονόματα. Το “Electra song” του Arild Andersen Quintet (Patrice Heral ντραμς, Marcin Wasilewski πιάνο, Markus Stockhausen τρομπέτα, Tommy Smith σαξόφωνα οι υπόλοιποι) είναι ανέκδοτο κι ένα από τα ωραιότερα της συλλογής. Ζωντανά ηχογραφημένο στο Kongsberg Jazzfestival 2011 το κουιντέτο αποδίδει με εντυπωσιακό τρόπο μία… sagn μελωδία του νορβηγού κοντραμπασίστα. Ξεχώρισα ακόμη το αεράτο πιάνο τρίο του Espen Eriksen με το “In the woods” από το “You Had Me at Goodbye” [Rune Grammofon, 2010], το… παλιομοδίτικο jazz-bluesTell me tomorrow” της Hilde Louise Asbjornsen από το “Divinat The Oceansound” [Sweet Morning, 2011], το κρουστό piano playing τού Eyolf Dale στο “Prolleprepp” από το σόλο πιάνο άλμπουμ “Hotel Interludes” [Curling Legs, 2011], το hard bopMinor stretch” των Real Thing από το “Back On Track” [Real, 2011], το καταλυτικό “Sa er jeg blakk dessverre” του ντράμερ Espen Rud και του σεξτέτου με το οποίο συμπαρατάσσεται, κομμάτι βγαλμένο από το “Dobbeldans/ Doublae Dance” [Curling Legs, 2011] και πάνω απ’ όλα το “Laat” των Excess Luggage, ενός παράξενου τρίο αποτελούμενου εκ των Vigleik Storaas πιάνο, Steinar Nickelsen όργανο και Hakon Mjaset Johansen ντραμς (το κομμάτι προέρχεται από το CDHand Luggage Only” στην Parallell κι είναι περυσινή κυκλοφορία).
«To Norwegian Jazz Forum είναι ένας εθνικός οργανισμός που αφορά σε μουσικούς, φεστιβάλ και κλαμπ, που ασχολούνται με την τζαζ στη Νορβηγία. Ο πρωταρχικός στόχος του οργανισμού είναι να εξαπλωθεί η τζαζ στο ευρύτερο δυνατό κοινό στη χώρα, διαδίδοντας τήν, εντός κι εκτός συνόρων, νορβηγική τζαζ, δουλεύοντας συγχρόνως για την αύξηση της χρηματοδότησης, προκειμένου να εκπληρωθούν οι στόχοι».
Αυτά τα ωραία αναγράφονται στο έσω μέρος του 3CD, αυτά τα ωραία συμβαίνουν στην βορειο-ευρωπαϊκή χώρα, εκεί όπου ένας εθνικός(!) οργανισμός αγωνίζεται για την προώθηση της τοπικής jazz και… ας πάμε παρακάτω…
Το δεύτερο δισκάκι διάρκειας 72:08 δεν μπορεί παρά να κινείται, και αυτό, στο ίδιο υψηλό επίπεδο. Οι Lord Kelvin είναι ένα ακόμη ιδιόμορφο τρίο αποτελούμενο μόνον από δύο πνευστούς (σαξόφωνα, κλαρινέτο, τρομπόνι) κι έναν ντράμερ. Το “Baron Kelvin of large”, από το άλμπουμ τους “Radio Has No Future” [Gigafon, 2011] αφορά στη ρυθμική… ανακολουθία τους. Οι In The Country είναι ένα από τα πιο γνωστά σχήματα της Rune Grammofon. Το κομμάτι που ανθολογείται εδώ δεν είναι άλλο από το “Brothers in arms” των Dire Straits, το οποίο προέρχεται από το “Sounds And SightsCD τους. Ο Steinar Raknes παίζει κοντραμπάσο και τραγουδά, δίχως άλλη συνοδεία, το “Corrina, Corrina” του Bob Dylan. Περιττό να πω πως, ως κίνηση, μοιάζει μοναδική και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο την ξεχωρίζω. Το Helge Lien Trio είναι ένα από τα πλέον αξιοπρόσεκτα jazz-trio του καιρού μας. Εδώ τους ακούμε στη romanceNatsukashii” από το φερώνυμο CD (2011) τους στην Ozella Music. Σεξτέτο οι Team Hegdal, αποτελούνται από δύο πνευστούς, μπασίστα, ντράμερ, βιολιστή και βιμπραφωνίστα. Το “Last call”, από το “Vol.2” [Ora Fonogram, 2011] είναι δυναμικώς περιπετειώδες, εμφανίζοντας «ζαπικά» ηχοχρώματα. Ο Karl Seglem είναι από τους πιο ξεχωριστούς νορβηγούς μουσικούς (φυσάει σε κέρατο κατσίκας και κάνει φωνητικά). Το “Gammal rorsle” από το “Ossicles” [Ozella Music, 2010] είναι ένα απίθανο folk-pagan track, που φανερώνει απλώς την πρωτοτυπία της νορβηγικής σκηνής – με τη διαφορά πως το εν λόγω κομμάτι δεν είναι μόνον πρωτότυπο, είναι και εξαιρετικό. Οι Cortex, έτσι όπως ακούγονται στο “Mitotic cycle” από το “Resection” [Bolage, 2010], συντηρούν τη μεγάλη παράδοση στη Σκανδιναυία (ήδη από τα sixties) του balkan και γενικότερα του jazz-ethnic sound. Πρόκειται για κουαρτέτο, που εδώ ακούγεται «πλακωμένο» σε οικείες μελωδίες. Η 13μελής Trondheim Jazz Orchestra παρουσιάζεται με τη σύνθεση “Eroiki” του σαξοφωνίστα της Eirik Hegdal. Το εύπλαστο track προέρχεται από το άλμπουμ “Triads and More” [Midtnorsk Jazzsenter] του 2010.
Πριν προχωρήσω στο τρίτο και τελευταίο CD της έκδοσης θα άξιζε ν’ αναφερθώ εν τάχει σε μερικά (από τα πάμπολλα) jazz festivals της Νορβηγίας, έτσι όπως παρουσιάζονται στην περιοδική έκδοση Listen to Norway/ festival focus #1 2011. Φεστιβάλ που φιλοξενούν Νορβηγούς και μη καλλιτέχνες και που απλώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. MaiJazz, NattJazz, Molde Jazz Festival, Oslo Jazz Festival, Trondheim Jazz Festival, Kongsberg Jazz Festival, Punkt Festival (στο Kristiansand) κ.λπ. – για να μείνω στα βασικά.
Τρίτο CD λοιπόν και αρχή με τους Zanussi 5. Τρία σαξόφωνα (άλτο, τενόρο, βαρύτονο) αλλά και μπάσο, ντραμς, σ’ ένα σχήμα επί του οποίου ηγείται ο μπασίστας Per Zanussi. ΤoThe afreet” προέρχεται από το “Ghost Dance” [Moserobie, 2010] και συνδυάζει groovy και ελεύθερα στοιχεία, ενώ σε εικονοκλαστικά πεδία κινείται και το Sekstett, γκρουπ μ’ ένα ακόμη ιδιόμορφο setting (κλαρινέτο, κιθάρα, τσέλο, κόρνο, τούμπα, μπάσο), που ακούγεται στο “6.1” από το άλμπουμ “Sekstett” [Conradsound, 2010]. Κιθάρα, μπάσο, ντραμς είναι τα όργανα που χειρίζονται οι τρεις Huntsville, με το “Star spangled pillow” από το “For Flowers, Cars and Merry Wars” [HUBRO, 2011] να αντιπροσωπεύει την guitar-oriented πλευρά της norwegianpsych jazz. Το ανέκδοτο “Swedish country” των Ballrogg ενώνει americana με nordic folk στοιχεία, την ώρα κατά την οποίαν το επίσης ανέκδοτο “Wake up” της Mari Kvien Brunvoll (φωνή, ηλεκτρονικά) βαθαίνει επί των ψυχο-ακουστικών αρχετύπων. Ανέκδοτο είναι επίσης και το “Time is” της 16μελούς Kitchen Orchestra της οποίας ηγείται ο γερμανός πιανίστας και συνθέτης Alexander von Schlippenbach (όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να είναι Νορβηγοί), με τις εκπλήξεις να συνεχίζονται έως το τέλος με το βαρύ πυροβολικό της Bergen Big Band και με μπροστάρη τον Terje Rypdal. Το “Don Rypero” από το “Crime Scene” [ECM, 2010] είναι μία από τις… αγριότερες ψυχεδέλειες της τελευταίας δεκαετίας…

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

JEFF HAMILTON veteran drum master

Το όνομα του ντράμερ Jeff Hamilton κάποιοι μπορεί να το έχουν στο νου τους από την πολυποίκιλη συνεργασία του (σε CD, DVD και συναυλίες) με την Diana Krall, όμως εγώ το θυμάμαι από το τρίο με τ’ όνομά του, το Jeff Hamilton Trio, για το άλμπουμ του οποίου “Symbiosis” [Capri, 2009] έγραφα μεταξύ άλλων στο τεύχος 201 του J&T: «Πρόκειται για ένα CD με τα περισσότερα από τα κομμάτια του να αφορούν σε στάνταρντ (Gershwin, Arlen, Hampton, Davis και τα τοιαύτα). Μοιάζει παράλογο; Θα έλεγα πως όχι. Φαίνεται πως έχει άλλο βάρος το να είσαι ‘καραβάνα’, επιμένοντας να παίζεις εκείνα με τα οποία ξεκίνησες, πάνω-κάτω, αλλάζοντάς τους τα φώτα. Και δεν εννοώ τίποτα ‘ασυνάρτητες’ εκδοχές, που θα έκαναν τα κομμάτια αγνώριστα, αλλά για λεπτολογημένες επεμβάσεις, μέσα στο γράμμα και το πνεύμα των αρχικών συνθέσεων. (Καταπληκτικό το stride πιάνο στο “Symbiosis” του Claus Ogerman – κομμάτι που αποθέωσε στο φερώνυμο LP ο Bill Evans.
Περαιτέρω, τουλάχιστον δύο ακόμη φορές στο παρελθόν είχα την ευκαιρία να αναφερθώ στον ντράμερ από την Indiana (γενν. το 1953). Μία αφορούσε στην παρουσία του στο άλμπουμ του κιθαρίστα Graham Dechter “Right On Time” [Capri, 2009] επίσης στο τεύχος 201 και μία στο “…Until the Sun Comes Up” [Capri, 2011] της Atsuko Hashimoto (τεύχος 219). Ο Jeff Hamilton λοιπόν είναι αυτός που με απασχολεί, και την αφορμή την παράσχει το πλέον πρόσφατο δισκάκι με το trio του (Christoph Luty μπάσο, Tamir Hendelman πιάνο) που έχει τίτλο Red Sparkle [Capri, 2012].
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Aint that a peach” ένα ξεσηκωτικό upbeat, που παραχωρεί τη θέση του στο “Bye ya” του Thelonious Monk και το οποίο μεταφέρεται από το πρωτογενές caribbean περιβάλλον του σ’ ένα περισσότερο… βραζιλολάτιν. Το “On and on” μία παλαιά επιτυχία (τραγούδι) του Stephen Bishop από το 1977, εδώ με το υπερ-τονισμένο drumming μετατρέπεται σε κάτι… απείρως σοβαρότερο, την ώρα κατά την οποίαν τα τρία στάνταρντ που ακολουθούν, το “Too marvelous for words” (Richard A. Whiting/Johnny Mercer), το “Laura” (David Raskin/Johnny Mercer) και το “A sleepinbee” (Harold Arlen/Truman Capote) παίζουν με τα tempi, εμφανίζοντας αντιδιαμετρικούς αισθητικούς χαρακτήρες (απολύτως σουινγκάτο το πρώτο, περισσότερο στοιχειωτικό το δεύτερο, noir με ακρογωνιαίο μπάσο το τρίτο). Το φερώνυμο (και πρωτότυπο) “Red sparkle” (σύνθεση του Hamilton) είναι ένα εξαιρετικό track με υπερταχύ παίξιμο στα ντραμς και με τον Hamilton να παίζει soli... σαν να μελωδεί. Τα δύο τελευταία κομμάτια έρχονται κι αυτά να επιβεβαιώσουν τη σημαντικότητα του άλμπουμ. Το “I know you oh so well” του Ray Brown χαρακτηρίζεται από το παίξιμο με δοξάρι τού Luty αναδεικνύοντας ακόμη περισσότερο την original μπαλαντική ατμόσφαιρα, με το έσχατο “In an Ellingtone” (του κοντραμπασίστα Luty) ν’ αποτείνει φόρο τιμής στον Duke, μέσω μίας λαμπερής bluesy σύνθεσης. Απλά πράγματα. 
Επαφή: www.caprirecords.com

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

AHMAD JAMAL the world is a ghetto

Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για μία μορφή της jazz history. Ο πιανίστας και συνθέτης Ahmad Jamal, γεννημένος ως Frederick Russell Jones το 1930 στο Pittsburgh της Pennsylvania (κάποια βιογραφικά είναι δανεισμένα από τη Wikipedia φυσικά), ξεκινά να παίζει πιάνο από πολύ μικρός επιδεικνύοντας ένα μοναδικό ταλέντο. 
Στα επτά του αρχίζει σοβαρότερες μουσικές σπουδές και, επαγγελματικώς πια, ξεκινά να περιοδεύει με την George Hudsons Orchestra αμέσως μόλις τελειώνει το Γυμνάσιο, το 1948. Δύο χρόνια αργότερα μεταβαίνει στο Σικάγο, ασπάζεται τον μουσουλμανισμό, αλλάζοντας το ονοματεπώνυμό του σ’ εκείνο που αναγνωρίζουμε όλοι μας, πραγματοποιώντας ταυτοχρόνως τις πρώτες εγγραφές του για την Okeh με τους The Three Strings (ήταν 1951)· το σχήμα συνοδείας αποτελούσαν, πλην του ιδίου, ο κιθαρίστας Ray Crawford και οι μπασίστες Eddie Calhoun (1950-52), Richard Davis (1953-54) και Israel Crosby (1954-57). Με αυτό το ειδικό setting (πιάνο, κιθάρα, κοντραμπάσο), με το οποίο καταγίνονταν επίσης οι πιανίστες Art Tatum και Nat “King” Cole, αλλά και συγκροτήματα όπως οι Soft Winds, ο Ahmad Jamal ηχογραφεί για την Parrot (1953-55) και την Epic (1955) παρουσιάζοντας μία… jazz δωματίου (με την απουσία των… ενοχλητικών ντραμς), αποκτώντας αμέσως μεγάλη φήμη (και στους κύκλους των μουσικών, βλ. Miles Davis).
Χαρακτηριστικό άλμπουμ αυτής της περιόδου είναι το “Ahmad Jamal Plays” [Parrot, 1955], που επανεκδόθηκε αργότερα και από την Argo ως “Chamber Music of the New Jazz”. Όμως ο ήχος τού τρίο τού Ahmad Jamal θ’ αλλάξει οριστικώς το 1957, όταν ο κιθαρίστας Crawford αντικαθίσταται από τον ντράμερ Vernel Fournier, με το σχήμα να εργάζεται πλέον ως in house τρίο στο Chicagos Pershing Hotel. Από εκεί και το άλμπουμ “At the Pershing: But Not for Me” [Argo, 1958], που, αρχικώς, θάφτηκε από τους κριτικούς με τη ρετσινιά τής easy music, αποκτώντας όμως, αμέσως, τεράστιο status για το ευρύτερο τζαζόφιλο κοινό· το οποίον (κοινό) διατήρησε το LP για περισσότερο από 100(!) εβδομάδες στο σχετικό chart του Billboard.
Στο τεύχος 229 του Jazz & Tζαζ (τον προηγούμενο Απρίλιο) παρουσιάστηκε το CD “Ahmad Jamal Trio & Strange Quintet” (επέλεξε ο Γιώργος Χαρωνίτης) με ηχογραφήσεις του σημαντικού πιανίστα από τη διετία 1960-61. Είναι η εποχή όπου ο Jamal κεφαλαιοποιεί την επιτυχία τού “But Not for Me” ανοίγοντας το κλαμπ/ρεστοράν The Alhambra στο Σικάγο. Από εκεί είναι ηχογραφημένα τα πρώτο οκτώ κομμάτια του CD (“Love for sale”, “Autumn leaves”, “We kiss in a shadow” κ.ά.) με τους Ahmad Jamal πιάνο, Israel Crosby μπάσο και Vernel Fournier ντραμς. Είχαν προηγηθεί (1960) οι εγγραφές με το παράξενο κουιντέτο του (το rhythm section, συν τον Joe Kennedy βιολί και τον παλαιό Ray Crawford κιθάρα), έξι από τις οποίες παρουσιάστηκαν στο ίδιο CD του περιοδικού.
Συνεχίζοντας να ηχογραφεί για την Argo (στην οποία θα παραμείνει μέχρι το 1965), ο Ahmad Jamal βρίσκεται πλέον στη Νέα Υόρκη όπου γνωρίζεται κάποια στιγμή με τον μπασίστα Jamil Nasser. Το πρώτο άλμπουμ της συνεργασίας τους ήταν το “Naked City Theme” [Argo, 1965], αλλά εκείνο που γνώρισε καλλιτεχνική επιτυχία ήταν το “Extensions, από την ίδια χρονιά, με τις τέσσερις συνθέσεις του –τη φερώνυμη του Jamal, την “Dance to the lady” του John Handy, την “This terrible planet” του Bob Williams και την “Whisper not” του Benny Golson– να αποδεικνύουν γιατί το τρίο τού Ahmad Jamal ήταν ένα από τα καλύτερα του καιρού του, αλλά και ο ίδιος ένας πιανίστας που θα μπορούσε να σταθεί στο αυτό ύψος με τους Bill Evans, Herbie Hancock και McCoy Tyner.
Αλλάζοντας label το 1966 (Cadet) και ντράμερ (Frank Gant), o Ahmad Jamal μπαίνει στην hippy era με το “Cry Young” [Cadet, 1967] ενθυμούμενος το “Nature boy” του Eden Ahbez κι έχοντας δίπλα του, πλην των Nasser και Gant, την Χορωδία Howard Roberts, που προσφέρει μία μαγική pop διάσταση στο εγχείρημα. 
Στο ίδιο ύφος και το “The Bright, the Blue and the Beautiful [Cadet, 1968] χτυπάει κόκκινο με το “Wild is the wind”, φέρνοντας τον Ahmad Jamal ακόμη κοντύτερα στα νεανικά ακροατήρια (εκείνα που άκουγαν ας πούμε… Harpers Bizarre – που τους θυμήθηκα;).
Με τα άλμπουμ του στην Impulse!, το ζωντανό στο κλαμπ Village Gate (στο Greenwich Village) At the Top: Poinciana Revisited” (1969), το “The Awakening” (1970) και τα live στο Montreux “Freeflight(1971) και Outertimeinnerspace(1972) o Ahmad Jamal χρησιμοποιώντας και ηλεκτρικό πιάνο κινείται σε περισσότερο προσωπικά, πνευματικά, space περιβάλλοντα. Το 11λεπτο “Poinciana”, ένα στάνταρντ τού παίκτη, εδώ αποκτά την πιο σαγηνευτική του διάσταση. Στο υπόλοιπο της δεκαετίας του ’70, με τις εγγραφές του να φιλοξενούνται κυρίως στην 20th Century, o Ahmad Jamal θα γίνει ακόμη περισσότερο pop (και funk), συνεργαζόμενος με ορχήστρες και ερμηνεύοντας War (“The world is a ghetto”) στο “Ahmad Jamal ’73”, Stevie Wonder (“Superstition”), Marvin Gaye (“Trouble man”), αλλά και “Spartacus love theme” και “Theme from M*A*S*H”... Κλασικός seventies ήχος (ακόμη και με blaxploitation στοιχεία), απολύτως μέσα στο πνεύμα της εποχής.
Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όντας περιζήτητος σε festival ανά τον κόσμο, ο Ahmad Jamal θα συνεχίσει να ηχογραφεί με ακατάπαυστους ρυθμούς (δέκα οκτώ άλμπουμ μέσα σε είκοσι χρόνια!) συνεργαζόμενος είτε σε τρίο και κουαρτέτα, είτε και σε μεγαλύτερα σχήματα, προβάλλοντας έναν προσωπικό όσο και ήπιο jazz λόγο, καθορισμένο από τα υπνωτικά vibes και τη φυσική ηχητική διαστρωμάτωση.
Στα τελευταία άλμπουμ του, το “It’s Magic” [Dreyfus Jazz, 2008], το “A Quiet Time” [Dreyfus Jazz, 2009], ή και στο πλέον πρόσφατο “Blue Moon” [Jazz Village, 2012], o Ahmad Jamal παραμένει στην εμπροσθοφυλακή της δικής του jazz, εμβαθύνοντας στο μελωδικό-λυρικό στοιχείο, εμπλουτίζοντάς το με χαλαρές ρυθμικές ατμόσφαιρες, τις οποίες αναλαμβάνει ο μόνιμος συνεργάτης του περκασιονίστας Manolo Badrena.
Ο Αμερικανός πιανίστας πρέπει να πρωτοήλθε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1997 (δεν γνωρίζω αν είχε έρθει παλαιότερα) παίζοντας σόλο, στη Σάνη της Χαλκιδικής. Σήμερα, απόψε, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, επανέρχεται στον ίδιο χώρο (στο Λόφο της Σάνης) έχοντας δίπλα του τους Reginald Veal μπάσο, Herlin Riley ντραμς και Manolo Badrena κρουστά.
Θεσσαλονίκη-Σάνη, απ’ όσο θυμάμαι, είναι καμμιά ώρα…

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

ΜΑΓΙΑ ΛΑΒΔΑ / ORILA βατραχομαχίες

Αρχικώς, και από πλευράς format, έχουμε μία παράξενη κυκλοφορία. Ένα τύποις 7ιντσο (μιας πλευράς και τριών κομματιών) που είναι ενσωματωμένο όμως σ’ ένα 12ιντσο. Περί τίνος πρόκειται; Ας μας τα πουν οι ίδιες οι επιτετραμμένες (έστω και σε τρίτο πρόσωπο) μέσω ενός e-mail που έλαβα πριν λίγο καιρό, σχετικό με την παρουσίαση τής έκδοσης. «Το πρώτο και το τρίτο κομμάτι αποτελούν αποτύπωση της εμπειρίας της Μάγιας Λάβδα στο Μπαλί, το καλοκαίρι του 2008, όπου γυρνώντας με την βιντεοκάμερά της αντιλαμβάνεται ήχους από βατράχια πίσω από μια πόρτα και τα ηχογραφεί (με την κάμερα). Επιστρέφοντας από το ταξίδι της συνειδητοποιεί ότι έχει ένα υλικό που ταιριάζει για κυκλοφορία, ήχους που αρμόζουν σ’ ένα βινύλιο με lock grooves για ατελείωτη mantra! Το δεύτερο κομμάτι προέρχεται από το ταξίδι τής orila στην Ταϊλάνδη το καλοκαίρι του 2009. Ουσιαστικά, αυτή η ηχογράφηση οφείλεται στην φάρσα ενός δυτικού, μόνιμου πλέον κατοίκου της περιοχής, όπου μετά από μιαν έντονη βραδινή μπόρα δηλώνει πως, ο εν λόγω ήχος, προέρχεται από νεροβούβαλους. Έτσι ξεκίνησε και η αναζήτηση της πηγής αυτού του αινιγματικού ήχου, για να καταλήξει στην αποκάλυψη της αλήθειας, σ’ ένα περιβάλλον μεγαλοπρεπούς φύσης και αρμονίας. Σε ανάμνηση του ταξιδιού αυτού προσθέσαμε ένα ασιατικό αερόστατο σε κάθε αντίτυπο του Mai Pen Rai. Μια και το πάθος λοιπόν με τα βατράχια φούντωνε ολοένα στην orila, αλλά και στη rekem, ενώσαμε τις ηχογραφήσεις, και τις ιδέες που είχαμε για αυτές, σε μία μορφή 7ιντσου χαραγμένου σε 12ιντση πλάκα. Το πρώτο και το τρίτο κομμάτι ηχογραφήθηκαν στις 22 Αυγούστου 2008 στο Ουμπούντ, του Μπαλί από την Μάγια Λάβδα, ενώ το δεύτερο ηχογραφήθηκε στις 13 Αυγούστου 2009 στο Κο Σαμούι, στην Ταϊλάνδη, από την orila».
Ας πω έτσι, εγκυκλοπαιδικώς, πως οι ήχοι των βατράχων είναι πολύ δημοφιλείς και ηχογραφούνται με (σχετική) μανία είτε από… αμφιβιολόγους, είτε από ηχο-πειραματιστές, είτε από απλούς συλλέκτες φυσικών ήχων. Ρίχνοντας, δε, κάποιος μια ματιά στο site http://allaboutfrogs.org/weird/general/songs.html παθαίνει μία μικρή... ταραχή, καθώς διαπιστώνει την εμβέλεια της ενασχόλησης, με καταγραφές χωρισμένες ανά ηπείρους, κράτη, είδη βατράχων κ.ο.κ. – εκεί όπου συναντάς και «κριτικές»(!) σχετικών ηχογραφήσεων, στις οποίες ενσωματώνονται και «αστέρια» καθότι υπάρχουν επιτυχημένες και λιγότερο επιτυχημένες εγγραφές!
Οι ηχογραφήσεις τής Λάβδα λουπάρουν (άρα διαρκούν όσο θέλει ο καθείς), ενώ η της orila (που είναι και η εκτεταμένη χρονικώς – άνευ λούπας) είναι η πιο… ιουρασική. Το 12ιντσοποιημένο 7ιντσο “Mai Pen Rai” [orila/rekem] είναι μία περιορισμένη έκδοση 200 αντιτύπων και προσφέρεται (αν προσφέρεται ακόμη) μαζί μ’ ένα οικολογικό ασιατικό αερόστατο, κλεισμένα άπαντα σε μιαν υφασμάτινη τσάντα.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

JAZZ & TZAZ 232/233

Στο καινούριο Jazz & Τζαζ ο Βαγγέλης Αραγιάννης γράφει για μερικούς σημαντικούς μουσικούς της jazz, που δραστηριοποιούνται τώρα στο Ισραήλ, όπως τους Omer Avital, Yuval Cohen, Assaf Kehati, Omer Klein κ.ά., ενώ ο Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με τον σαξοφωνίστα των Impellers Chris Evans-Roberts (το γκρουπ είναι ένα από τα καλύτερα βρετανικά του καιρού μας, κινούμενο γύρω από τη soul και το funk).
Με την περίπτωση του avant σαξοφωνίστα Noah Kaplan ασχολείται ο Γιάννης Μουγγολιάς, την ώρα που ο Θανάσης Μήνας ξεσκονίζει το δισκογραφικό και όχι μόνο Black Power, με αφορμή το βιβλίο τού Pat Thomas Listen Whitey: The Sights and Sounds of Black Power 1965-1975, αλλά και μιας σχετικής συλλογής τής εταιρείας Light In the Attic. Δύο κείμενα δικά μου αφορούν, το ένα, στην αμερικανίδα τραγουδοποιό Melody Gardot (στο εξώφυλλο) επ’ αφορμής του πρόσφατου άλμπουμ της “The Absence”, και το άλλο στην παρουσίαση του σημαντικότερου μουσικού βιβλίου που κυκλοφόρησε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, της Πειραματικής Μουσικής [εκδ. Οκτώ] του Michael Nyman. Φυσικά, όλη η σταθερή ύλη του περιοδικού είναι παρούσα. Jazz Eye (12th European Jazz Festival in Athens, Σάκης Παπαδημητρίου, Τηλέμαχος Μούσας, Δανάη Παναγιωτοπούλου, Fetameriganoi, Θάνος Ανεστόπουλος…), Live, Δισκοκριτικές, κείμενο για τις τελευταίες εκδόσεις της B-Other Side Records, Δισκορυχείον/βιβλιορυχείον, Τζαζ & Λογοτεχνία, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art
Στο CD “Petite Fleur Presents: Summer Jazz Flirt/ Fresh sounds from the greek scene” ο Νίκος Κ. Φωτάκης έχει ετοιμάσει μια ωραία συλλογή (γράφοντας και το σχετικό αναλυτικό κείμενο) αποτελούμενη από κομμάτια νέων ελληνικών jazz σχημάτων (Diminuita, Anamateur & Pros, Yiafka Playground 3, Next Step Quintet, The Wonder-Fall Quartet κ.ά.), πολλά εκ των οποίων ήταν έως τώρα αδισκογράφητα.