Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

περουβιανοί και λοιποί σύντροφοι

To space rock, με τις όποιες διαφοροποιήσεις ή παρεκκλίσεις του, δεν σταμάτησε ποτέ να απασχολεί την ευρύτερη rock ομήγυρη. Πάντα θα υπάρχει ανάγκη για… αστρικά ηλιοβασιλέματα πνιγμένα μέσα σε διαστημικές ράγκες, πάντα ο… αιθεροβάμων rocker θα βρίσκει τρόπους και μεθόδους για να «φεύγει», δια του ήχου.
Οι Ayahuasca Dark Trip είναι ένα πολυεθνικό συγκρότημα, το οποίο αποτελούν οι Brayan A. Buckt κιθάρες, κρουστά, Buddy Van Nieuwenhoven κιθάρες, mixage, mastering, Pedro Ivo Araújo ντραμς, όργανο, Floris Moerkamp μπάσο, mixage, Robin Van Rooy ντραμς, εφφέ, Indrayudh Shome φωνητικά, κρουστά και Σήφης Καραδάκης… ηχητική σύγχυση. Το “Mind Journey” είναι το παρθενικό άλμπουμ τους. Κυκλοφόρησε ψηφιακώς τον Σεπτέμβριο του 2010, για να τυπωθεί, τώρα, για πρώτη φορά σε βινύλιο (300 κόπιες με poster) από μία νέα ελληνική εταιρεία, την Cosmic Eye. Το συγκρότημα έχει βγάλει ένα ακόμη άλμπουμ, το “The Unknown Trip at The Top of the Mountain” (2011) στην περουβιάνικη Buh, όπως έχει συμμετάσχει και στη συλλογή “Falling Down IIV” (2012), όμως αυτό το συγκεκριμένο LP είναι ό,τι πρέπει, προκειμένου να διακριβωθεί το lost in space υβρίδιό του.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Astral sunset” ένα αργό, κάπως τελετουργικό track το οποίον καθοδηγείται φυσικά από το rhythm section (με τις αρχικές κιμπορντικές ατμόσφαιρες να δίνουν μία out διάσταση), πριν σκάσουν οι ασιντικές κιθάρες και το πράγμα φύγει προς την κατεύθυνση του βαρύγδουπου. Υπάρχει βεβαίως, κάπου προς τη μέση, μία παύση εργασιών, αλλά το κλείσιμο με τα… λειτουργικά φωνητικά και την κιθαρο-κιμπορντική ομίχλη επιτείνει το κοσμικό χάσιμο. Το “Mind journey”, που ακολουθεί, συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Πρόκειται για ένα εντελώς heavy psychedelic track, ένας συνδυασμός Bevis Frond και ιαπωνικού avant-kraut τύπου Brast Burn (μοιάζουν και τα εξώφυλλά τους, ή, μάλλον, τα οπισθόφυλλά τους – του άλμπουμ των Brast Burn εννοώ με αυτό των Ayahuasca Dark Trip) με ινδοπρεπές φωνητικό τελετουργικό. Στη δεύτερη πλευρά κυριαρχεί το “To the holy mountain”, που θα μπορούσε να σχετίζεται με την βλάσφημη ταινία του Alejandro Jodorowsky “The Holy Mountain” (1973) – η ταινία να ενέπνευσε το κομμάτι δηλαδή. Βασικά, εδώ, παίζει μία θεμελιακή, κάπως σαν early Pink Floyd, μπασογραμμή, πάνω στην οποίαν εδράζονται εφφέ ανάποδων ταινιών, τα σχετικά φωνητικά, όπως και οι ανάλογοι μακρόσυρτοι space κιθαρισμοί. Πολύ ωραίο κομμάτι και εντελώς φευγάτο. Το έσχατο “Space raga” έχει ένα βομβικό υπόστρωμα, που λειτουργεί κάπως σαν τις συμπαθητικές χορδές του σιτάρ π.χ., με τις κιθαριστικές πενιές να μοιάζουν στην περίπτωσή μας τελείως αυτοσχεδιαστικές. Θα μπορούσε να εξελίσσεται επ’ άπειρον…
Η rock, ή περί το rock, σκηνή του Περού είναι πλέον ξακουστή στα… πέρατα του κόσμου, για να μην πούμε πως σε κάποιες χώρες, όπως την Ελλάδα π.χ., υπήρχαν πράγματα γνωστά ήδη από τη δεκαετία του ’60 – βλ. τις κυκλοφορίες των (St. Thomas) Pepper Smelter, των Belkings κ.ά. Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα –από εκείνες τις εκδόσεις εννοώ στις ετικέτες του Αντώνη Πλωμαρίτη– ένα ελληνικό label (το Cosmic Eye) αποφασίζει να τυπώσει σε βινύλιο (300 αντίτυπα, συν ένθετο) τις σημερινές εγγραφές ενός νέου συγκροτήματος από το Περού, που ακούει στο όνομα Montibus Communitas. Οι Montibus Communitas είναι εξαμελείς (Anna Cuadra βιολί, κρουστά, φωνή, Brayan Buckt κιθάρες, κρουστά, όργανο, φλάουτο του Πανός, quena, φωνή, Carlos Vidal μπάσο, Paul Saavedra synths, φλάουτο moceño, φωνή, Pedro Fukuda κιθάρες, κρουστά, όργανο, φλάουτο του Πανός, quena, φωνή, Sergio Zanabria κρουστά), σχετίζονται κατά έναν τρόπο με τους Ayahuasca Dark Trip (o Brayan Buckt είναι κοινό μέλος), με το άλμπουμ τους να ηχογραφείται «ζωντανά» σε στούντιο στη Λίμα, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του ’11.
Αν οι Ayahuasca Dark Trip είναι ένα «χαμένο» γκρουπ με σαφή, όσο και βαρβάτη ηλεκτρική κατεύθυνση, οι Montibus Communitas κινούνται περισσότερο προς ένα cosmic-electronic περιβάλλον, με σαφή folk ή και new-age, ακόμη-ακόμη στοιχεία. Θα μπορούσε να μιλήσουμε για κάτι που θυμίζει τον κλασικό (και σχετικό) κατάλογο της γερμανικής Pilz, ή καλύτερα έναν συνδυασμό κάποιων γκρουπ της Pilz (των Emtidi ας πούμε) με τους συμπατριώτες τους (Γερμανούς) Kalacakra – κι αυτό, ακούγοντας το πρώτο μεγαλόπνοο και ατελείωτο κομμάτι των Περουβιανών, που τιτλοφορείται “Amaru” (ένα αέναο ταξίδι προς το κοσμικό αχανές). Το “El rio al amanecer” που ακολουθεί, κλείνοντας την πρώτη πλευρά, ενώ κινείται στο ίδιο κλίμα προσθέτει κι ένα «φυσικό» ηχητικό οπλοστάσιο, μετατοπίζοντας το ακρόαμα προς πιο ambient καταστάσεις. Η δεύτερη πλευρά του “Montibus Communitas” προβάλλει κι αυτή δύο θέματα. Το πρώτο και μικρότερης διαρκείας “Salmo a Cristo” έχει αυτόν τον new-age χαρακτήρα, που γνωρίζουμε από τα labels τύπου Hearts of Space (το ορεινό ανάγλυφο του Περού δεν αφήνει ασυγκίνητο το συγκρότημα – το λέει και τ’ όνομά τους εξάλλου), ενώ το δεύτερο και εκτεταμένο “Semilla” είναι ένα ακόμη τριπαριστό kraut αποκύημα, με τα φωνητικά τής Anna Cuadra ν’ ακούγονται σαν από… σαμανική τελετή (ιδανικό soundtrack, υποθέτω, καθώς θα διαβάζεις το Ταξίδι στο Ιξτλάν του συμπατριώτη τους Carlos Castaneda – θα το δοκιμάσω…).

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

ξεφυλλίζοντας ΕΙΚΟΝΕΣ

Προχθές, ψάχνοντας για κάτι στο δίκτυο έπεσα πάνω σε μιαν ανάρτηση του retromaniax, εκεί που κάποιος fan του site, και του περιοδικού Εικόνες, είχε ανεβάσει «όλα» τα εξώφυλλα της περιόδου 1955-1967. Δεν ξέρω αν τα είχε σκανάρει από το σχετικό λεύκωμα των εκδόσεων Τσαγκαρουσιάνος [Αθήνα, 2005], ή από πρωτότυπα δικά του τεύχη (αυτό δεν έχει και τόσο σημασία), εκείνο που ξέρω είναι πως από τη σειρά έλειπαν μερικά (μπράβο του πάντως, επειδή ανέβασε τα περισσότερα!). Το λεύκωμα δεν το είχα αγοράσει, αλλά, όπως δείχνουν τα πράγματα και ο υπότιτλος του λευκώματος –«Το πλήρες αρχείο των εξωφύλλων 1955-1967» –μάλλον δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Στο forum της retromaniax κάποιος ανέφερε πως από το βιβλίο απουσιάζουν τα εξώφυλλα των τευχών 101-139 (πρέπει να το τσεκάρω αυτό, για να βεβαιωθώ), αλλά εμένα η απορία μου είναι άλλη. Γιατί οι Εικόνες σταματούν, για πολλούς, στο τεύχος 599 (14 Απριλίου 1967) και δεν πάνε παραπέρα; Γιατί τα 22 τεύχη των Εικόνων που εκδόθηκαν μέσα στο 1968 τα τρώει η μαρμάγκα; Επειδή εκείνα δεν τα εξέδωσε η Ελένη Βλάχου; Ή μήπως επειδή καταχωρίζονται στα «χουντοπεριοδικά» και άρα «παρ’ τα-πέτα τα». Και όμως αυτά τα τεύχη (του 1968) είναι συναρπαστικά, και ως ύλη (και ως απόψεις ακόμη-ακόμη) δεν συγκρίνονται με τις προ-δικτατορικές Εικόνες (είναι πολύ καλύτερα). Εξάλλου αναφερόμαστε στο 1968, στη χρονιά που παραλίγο, παρά τρίχα ή… παρά τριχιά, θα άλλαζε τον κόσμο. Τι να μας πει τώρα το ’58, όταν υπάρχει το ’68;
Πάρα ταύτα υπάρχουν αναγνώστες που αρέσκονται να βλέπουν μόνον εξώφυλλα και να… ταξιδεύουν. Αλλά και σ’ αυτό να μείνουμε –και να μην πιάσουμε τα κείμενα– τι παρατηρούμε; Κατ’ αρχάς το πρώτο και εκνευριστικότερο όλων. Οι εβδομαδιαίες Εικόνες επί Ελένης Βλάχου (31/10/1955-14/4/1967) ήταν το περιοδικό που θυμιάτιζε τη μοναρχία. Και την ελληνική, που μας νοιάζει περισσότερο, αλλά και τη διεθνή. Είναι απίστευτο, αλλά 50(!) εξώφυλλα των Εικόνων, μπορεί και περισσότερα, εικονίζουν βασιλιάδες, βασίλισσες, πριγκίπισσες, αυτοκράτειρες, διαδόχους, ακόμη και μωρά (βασιλικά) με τα μπιμπερό και με τις πάνες! Μόνο το 1964, τις 15 από τις 52 εβδομάδες εκείνου του έτους οι εστεμμένοι (ζωντανοί ή πεθαμένοι) έπιασαν πρώτο στασίδι στις Εικόνες. Κι ας ζοριζόταν ο κόσμος, κι ας ξενιτευόταν, κι ας διαδήλωνε για τη δημοκρατία, κι ας εκτελείτο στους δρόμους και τα πεζοδρόμια… οι Εικόνες εκεί, το χαβά τους. Όταν δολοφονείται ο Λαμπράκης (27/5/1963) οι Εικόνες κυκλοφορούν με εξώφυλλο έναν αστροναύτη κι ένα νυμφίδιο (τεύχη 397 της 31/5/1963 και 398 της 7/6/1963). Την 15η Ιουλίου του 1965 αποπέμπεται η εκλεγμένη κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, το παλάτι έχει έτοιμο αποστάτη πρωθυπουργό, καταλύοντας επί της ουσίας το σύνταγμα, λίγες μέρες αργότερα (21/7/1965) στις διαδηλώσεις που θ’ ακολουθούσαν σκοτώνεται ο Σωτήρης Πέτρουλας και οι Εικόνες τής 23/7/1965 (τεύχος 509) κυκλοφορούν με εξώφυλλο τον Κωνσταντίνο, την Άννα-Μαρία και το μωρό τους με υπότιτλο «Στο ωραιότερο βασιλικό ζεύγος του κόσμου – ένα ωραιότατο μωρό». Εντός του περιοδικού οι επιστολές του Κωνσταντίνου προς τον Γέρο, που αιτιολογούσαν, τάχα, το βασιλικό πραξικόπημα. ΝΤΡΟΠΗ και ΑΙΣΧΟΣ (για ένα περιοδικό, που υποτίθεται ότι έπιανε τον παλμό του κόσμου). Προσωπικώς, αυτό το εξώφυλλο, όπως και μερικά ακόμη θα τα διέγραφα με ένα κόκκινο Χ. Οι Εικόνες ήταν φιλοβασιλικό έντυπο (είναι γνωστό αυτό), αλλά από εκεί έως το… εξώφυλλο σίχαμα κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει απόσταση.
Λίγες μέρες πριν το πραξικόπημα οι Εικόνες κυκλοφόρησαν το «τελευταίο» τεύχος τους. Οι Συνταγματάρχες δια του λογοκριτικού μηχανισμού που είχαν κληρονομήσει απαιτούσαν πλέον καθημερινές εκθέσεις των φύλλων των εφημερίδων και των περιοδικών, ξεσκονίζοντας τις «ύλες» και αποψιλώνοντάς τες από τα ενοχλητικά αρθρίδια. Η Ελένη Βλάχου αντιδρά σ’ αυτήν την επιβαλλόμενη κατάσταση κλείνοντας τα έντυπά της (και μαζί τις Εικόνες). Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή όχι. Η ιστορία έχει προσμετρήσει τη στάση της μεταξύ των «πράξεων αντίστασης» απέναντι στη χούντα, αλλά εγώ, να μου επιτρέψετε, έχω μία λίγο διαφορετική άποψη. Η ιστορική εκδότρια ήταν μία αστή, ένα πρόσωπο της καλής αθηναϊκής κοινωνίας, που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτρέψει ούτε μύγα στο σπαθί της. Η αντίδρασή της δεν είχε ιδεολογικοπολιτικά κίνητρα (η Βλάχου δεν ήταν αριστερή, φιλοβασιλική ήταν). Ήταν η αντίδραση μιας εστέτ, ενός ανθρώπου κοσμοπολίτη που δεν θα ανεχόταν ποτέ να υποκύψει· να λογοδοτήσει μπροστά σ’ έναν καραβανά. Αυτό ήταν το «πρόβλημά» της. Ήταν ζήτημα ρόλων και κουλτούρας δηλαδή (κάτι το οποίο δεν το υποτιμώ, αλλά έως εκεί). Έτσι, λοιπόν, δεν τυπώθηκαν ποτέ στην Καθημερινή ή την Μεσημβρινή οκτάστηλοι τίτλοι του στυλ «Ο Στρατός απεσόβησεν αιματοκύλισμα» [Τα Νέα, 24/4/1967] και «Στρατός και λαός εώρτασαν εν εθνική εξάρσει το Πάσχα» [επίσης από Τα Νέα]. Το θέμα, όμως, είναι τι θα γινόταν αν όλοι οι υπόλοιποι εκδότες, οι καλλιτέχνες, οι τραγουδοποιοί υιοθετούσαν τη στάση τής Ελένης Βλάχου; Θα έμενε ο κόσμος επί χούντας χωρίς περιοδικά κι εφημερίδες; Χωρίς βιβλία και τραγούδια; Οι τραγουδοποιοί μας έπρεπε να το βουλώσουν δηλαδή, επειδή οι στίχοι τους θα έπρεπε να κατατεθούν στη λογοκρισία; Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και οι θεατρικοί συγγραφείς μας, οι ποιητές μας και όλοι οι υπόλοιποι; Δηλαδή ή φίμωμα ή λιβάνισμα; Άλλος δρόμος δεν υπήρχε; Ο κόσμος αγωνίστηκε (όσοι αγωνίστηκαν δηλαδή) με τον τρόπο που μπορούσε, όπως μπορούσε, κάποιοι λιγότερο, κάποιοι περισσότερο, προσφέροντας μια διέξοδο. Εκδότες έβγαλαν «ακατάλληλα» βιβλία και πριν την άρση της προληπτικής λογοκρισίας κάτω από τη μύτη του καθεστώτος, υπήρξε ένα ολόκληρο κύκλωμα «παράνομου» Τύπου, τραγουδοποιοί προσπάθησαν να παρακάμψουν τη λογοκρισία «μπουρδουκλώνοντας» κάποια λόγια, θίασοι «ανέβαζαν» έργα, τα οποία «κατέβαιναν» ή περικόπτονταν εν συνεχεία μετά τις σχετικές οχλήσεις κ.ο.κ. Αυτές ήταν πράξεις μικρής ή μεγαλύτερης αντίστασης. Αυτές στις οποίες «παιζόταν» κομματάκι η ζωή σου, η καριέρα σου, η επιβίωσή σου (η δική σου και της οικογένειάς σου). Να τι είχε πει ο Κάρολος Κουν στον Σπύρο Χατζάρα, στο περιοδικό Καλλιτεχνική Επιθεώρηση (Περίοδος Β, τεύχος 2, δεν αναφέρεται μήνας/έτος, μάλλον Φεβρουάριος του 1979), για την στάση τού ιδίου και του Θεάτρου Τέχνης επί Δικτατορίας, όταν αντιμετώπισε πρόβλημα με τη λογοκρισία: «Ο δημοκρατικός πνευματικός κόσμος άρχισε από την πρώτη στιγμή την ποικιλότροπη αντίσταση στο νέο καθεστώς. Μερικοί πίστεψαν ότι πρέπει να κηρυχτεί μια πνευματική απεργία διαρκείας με την αποχή των πνευματικών εργατών από τη δουλειά τους. Το Θέατρο Τέχνης δεν κράτησε μια τέτοια στάση, γιατί πίστευε πως δεν έπρεπε να νεκρωθεί η πνευματική ζωή του τόπου, θέση που ωστόσο αμφισβητήθηκε από ορισμένους.(…) Πάντως νομίζω ότι πολιτικά αυτή ήταν και η πιο σωστή απόφαση (σ.σ. να λειτουργήσει κανονικά το Θέατρο Τέχνης επί δικτατορίας). Κι αυτό γιατί η πνευματική απεργία μόνο σε βάρος των πνευματικών ανθρώπων και της δημοκρατικής σκέψης είναι». Η Ελένη Βλάχου προτίμησε να σιωπήσει, από το να κινηθεί ας πούμε στη γραμμή Κουν. Οκέι. Τίθεται λοιπόν σε κατ’ οίκον περιορισμό, πριν κατευθυνθεί προς το Λονδίνο στα τέλη του ’67…
Κάποια στιγμή, πιθανώς στις αρχές του ’68, φαίνεται πως η Βλάχου πουλάει τα δικαιώματα των Εικόνων στην Πάπυρος Πρεςς (Γιάννης Α. Πουρνάρας), η οποία επανακυκλοφορεί, πάντα σε εβδομαδιαία βάση, το περιοδικό, αρχής γενομένης με το τεύχος 601 τής 8/3/1968 (φαίνεται πως τεύχος 600 δεν τυπώθηκε ποτέ, αν και δεν είμαι σίγουρος). Οι νέες Εικόνες, έχουν ωραιότερη εκτύπωση, καλύτερο χαρτί, έχουν ράχη, έχουν «σωστά» γενικώς εξώφυλλα –μόνο σε ένα μάλλον, στο 604, εικονίζονται εστεμμένοι (της βασιλικής αυλής της Νορβηγίας!)– ενώ στα υπόλοιπα παρελαύνει κόσμος και κοσμάκης· ακόμη και ο Στάλιν(!) σε μια χειραψία του με τον Τρούμαν (τεύχος 602). Επίσης δεν γλείφουν εμμετικώς το καθεστώς, όπως οι… κομμουνιστικοί Μοντέρνοι Ρυθμοί (σε οκτώ τεύχη των Εικόνων του ’68 που έχω στη διάθεσή μου μόνο σε δύο σκάει φωτογραφία του Παπαδόπουλου στις εσωτερικές σελίδες και με αδιάφορες λεζάντες), έχοντας παραλλήλως το χρέος να μεταφέρουν στον έλληνα αναγνώστη κάτι από τον χαλασμό Κυρίου που συνέβαινε στον κόσμο το 1968.

Ο αυτοεξόριστος αμερικανός «Πρόεδρος» Sheldon Cholst, κρατώντας την μαύρη αστερόεσσα διακηρύσσει την αντίθεσή του στην αμερικανική πολιτική στην Ινδοκίνα (τεύχος 604, 29/3/1968).
Καλύπτεται λοιπόν σε διάφορα τεύχη ο πόλεμος στην Ινδοκίνα, όπου εντυπωσιάζει (ακόμη και σήμερα) η έγχρωμη φωτογραφία του Αμερικανού Sheldon Cholst στην πρωτεύουσα του Λάος (τεύχος 604, 29/3/1968), ο οποίος εμφανίζεται ως «αρχηγός της εξόριστης Αμερικανικής Κυβερνήσεως», κρατώντας την μαύρη αστερόεσσα! Ο Cholst ήταν ένας hippie ψυχίατρος και ποιητής που ζούσε στην Αθήνα και την Ύδρα στα μέσα του ’60, πειραματιζόμενος με τα ψυχοτρόπα. Μάλιστα είχε γράψει στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Residu, που είχε εκδώσει στην Αθήνα το 1965 ο Daniel Richter, το σχετικό... “Notes on the Use of Hashish”. Το 1968 ζούσε πλέον στο Λάος και αντιτιθόταν στην επίσημη αμερικανική εξωτερική πολιτική, όντας ιδιοκτήτης ενός μπάρ στην Βιεντιάνε (πρωτεύουσα του Λάος), όπου όταν δεν έπαιζε κιθάρα ο ίδιος ερμηνεύοντας αντιπολεμικά τραγούδια, μετέδιδε μελωδίες των «χίππυς», Beatles, ακόμη και Μπετόβεν. Στο ίδιο τεύχος οι Εικόνες καταπιάνονται με το φυλετικό ζήτημα στην Αμερική. Ο αρθρογράφος καταλήγει στο συμπέρασμα πως η πραγματική αιτία της φυλετικής προκατάληψης μεταξύ μαύρων και λευκών είναι ερωτική! «Οι μαύροι μισούν τους λευκούς, γιατί, με την δουλική θέση στην οποία τους κρατούν, τους έχουν στερήσει από τον ανδρισμό τους στον ψυχικό τομέα. Και οι λευκοί μισούν τους μαύρους γιατί τους θεωρούν πιο ‘πρωτόγονους’, και συνεπώς σεξουαλικά ισχυρότερους, στον σωματικό τομέα». Για να στηρίξει δε το συμπέρασμά του ο δημοσιογράφος επικαλείται τρία βιβλία (δύο από μαύρους συγγραφείς και ένα από λευκό) –το Ψυχή στον Πάγο, που μόλις είχε κυκλοφορήσει στην Αμερική, του Μαύρου Πάνθηρα Έλντριτζ Κλήβερ (Eldridge Cleaver), το Μια Άλλη Χώρα του Τζαίημς Μπάλντουιν (James Baldwin) και το Μαύροι, Όπως Εγώ του Τζων Χάουαρντ Γκρίφφιν (John Howard Griffin)– παραθέτοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Ψυχεδελικές ΕΙΚΟΝΕΣ. Η… επανακτηθείσα γαλήνη κάτω από το βλέμμα μιας ινδουιστικής θεότητας (τεύχος 602, 15/3/1968)
Στο τεύχος 602 (15/3/1968) μεταφράζεται ένα ιταλικό άρθρο, σχετικό με την ψυχεδέλεια! Γίνεται λόγος για το LSD, τα «ταξίδια», τις επιπτώσεις τους, τον Timothy Leary, το ψυχεδελικό θέατρο, τη διεσταλμένη συνείδηση… Δημοσιεύονται δε καταπληκτικές, έγχρωμες, ψυχεδελικές φωτογραφίες από το Millbrook, το νεοϋορκέζικο χωριό, το ορμητήριο του Δόκτορα. «Μέσω των ηχητικών κυμάτων των Μπητλς ‘Μια μέρα στη ζωή’, των Ρόλλινγκ Στόουν ‘Κάτι μου συνέβη χθες’, του Μπομπ Ντύλαν, του Άλλεν Γκίνζμπεργκ, οι νεαροί μύστες των απολαύσεων των παραισθησιογόνων φαρμάκων (όπως το Ελ Ες Ντη και διάφορα άλλα διεγερτικά ή κατευναστικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, αμφεταμίνες, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά) πολλαπλασιάζονται ολοένα σε βαθμό ώστε το κακό να παίρνη έκταση ολέθριας επιδημίας». Μπορεί να διαφωνεί κάποιος με ορισμένα συμπεράσματα (εξάλλου η έρευνα γύρω απ’ αυτά τα πράγματα δεν σταμάτησε το ’68), αλλά το κείμενο δεν είναι σκανδαλοθηρικό, ούτε τσαρλατανικό. Λέει κάποια πράγματα, και από ’κει και πέρα τα επεξεργάζεται ο καθείς όπως νομίζει. (Βεβαίως, με άλλο μάτι το διαβάζει κάποιος σήμερα, αλλιώς «καθόταν» το 1968). 

Rudi Dutschke (τεύχος 607, 19/4/1968)
Στο τεύχος 607 (19/4/1968) υπάρχει πλήρες ρεπορτάζ σχετικό με την απόπειρα δολοφονίας του μαρξιστή ηγέτη του γερμανικού φοιτητικού κινήματος Rudi Dutschke, εκεί όπου ο παρ’ ολίγον δολοφόνος του Josef Bachmann παρουσιάζεται ως ένας ελαιοχρωματιστής που του άρεσε να ζωγραφίζει τον… Χίτλερ (όντως). Το άρθρο διακοσμείται με φωτογραφίες από πορείες γερμανών φοιτητών, με το γνωστό πορτρέτο του Τσε να απεικονίζεται σε πλακάτ τέσσερις φορές!
Στο τεύχος 610 (10/5/1968) κάτι «παίζει» με τον Γαλλικό Μάη και τους αγρότες, αλλά δεν πληροφορούμαστε τίποτα σημαντικό. Στο επόμενο όμως τεύχος (611, 17/5/1968), υπάρχει δυνατό φωτορεπορτάζ, υπό τον υπότιτλο «Παρίσι Ώρα 0», όπου μεταξύ άλλων διαβάζεις: «Την Τετάρτη η Σορβόννη ήταν για τρίτη ημέρα ‘ξέφραγο αμπέλι’. Η νέα γενεά, που πολλοί την είχαν χαρακτηρίσει ως απολιτική και αδιάφορη, είχε απορρίψει το παλιό σύστημα της ανωτάτης παιδείας και απαιτούσε από τους γονείς της μια βασική αλλαγή. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες, την πραγματοποιούσε με την κατάληψη ‘όλων των εξουσιών’ στα πανεπιστήμια.(…) Οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης έδειχναν ότι ακόμη και οι κάτοικοι του Καρτιέ Λατέν, που είδαν τα αυτοκίνητά τους να καίγωνται στις ταραχές, τα έβαζαν με την αστυνομία και όχι με τον φοιτητικό κόσμο»!! Ρε, μπας και τζάμπα τους πληρώνανε τους λογοκριτές; Ρε, μπας και οι ταγματάρχες κοιμόντουσαν με τις αρβύλες;
Στο τεύχος 621 (26/7/1968) το εξώφυλλο είναι αφιερωμένο στο δράμα της Μπιάφρα (εικονίζεται ένα σκελετωμένο παιδί με υπότιτλο «Αύριο το πρωί θα έχει πεθάνη»). Τέτοιου τύπου «σκληρά» εξώφυλλα δεν θα έκαναν ποτέ οι Εικόνες επί Ελένης Βλάχου. Εκεί έπαιζαν μόνο τα… βασιλόπουλα.
Το τελευταίο τεύχος των Εικόνων (622, 2/8/1968) βγαίνει με τίτλο «Πράγα: Συνομιλίες υπό την Απειλή Επεμβάσεως. Θα τολμήση η Ρωσία;». Στις μέσα σελίδες γίνεται μία ενδιαφέρουσα γεωπολιτική ανάλυση της κρίσης στις σχέσεις Τσεχοσλοβακίας-ΕΣΣΔ, χωρίς ίχνος ξετσίπωτου αντικομμουνισμού. «Ήταν ανάγκη να βρεθή από τους Τσέχους μια κάποια λύση αποδεκτή από τους Σοβιετικούς που ταυτόχρονα δεν θα έθιγε και την βασική δημοκρατική μεταρρύθμιση του σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία. Ειδεμή…». Ειδεμή… Τα γνωστά… Στο ίδιο τεύχος υπάρχει αναφορά (με σχετικό φωτογραφικό υλικό) και στον… Μεξικανικό Μάη. «Ενώ η Πόλη του Μεξικού τελείωνε τις τελευταίες προετοιμασίες για την Ολυμπιάδα, ξαφνικά οι κεντρικοί δρόμοι μετεβλήθησαν σε πεδίο σκληρών μαχών που θυμίζει τον ‘ματωμένο Μάιο’ του Καρτιέ Λατέν. Η σύγκρουση κράτησε 5 1/2 ώρες. Οι φοιτηταί είχαν οχυρωθή πίσω από πυρπολημένα λεωφορεία και έρριχναν βροχή τις πέτρες και τα ‘κοκτέιλ Μολότωφ’ εναντίον των αστυνομικών και των στρατιωτικών δυνάμεων, που προσπαθούσαν να τους διαλύσουν με άρματα μάχης και μπαζούκας».
Ελληνικά πολιτικά ζητήματα δεν υφίστανται για τις Εικόνες. Άκρα του τάφου σιωπή. Ακόμη και η… αναμενόμενη χουντική προπαγάνδα εκλείπει· σ’ αυτό αναφέρομαι κυρίως, γιατί δεν νομίζω να περίμενε κανείς να καλύπτεται δημοσιογραφικώς ο «παράνομος» αντι-δικτατορικός αγώνας. Από ’κει και πέραν, όμως, υπάρχουν τα πολιτιστικά-καλλιτεχνικά νέα που έχουν πρόδηλο ενδιαφέρον. Εν ολίγοις…
Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι η έλξη του περιοδικού όχι προς το ποπ-ροκ, ας το πω έτσι (η φωτογραφία των MGC που βλέπετε πιο πάνω είναι η εξαίρεση), αλλά προς την… ελληνική μουσική avant-garde. Στο τεύχος 604 φιλοξενείται άρθρο και μικροσυνέντευξη του Γιάννη Χρήστου, υπό τον τίτλο «Ένα μουσικό φεστιβάλ όχι σαν τα άλλα». Ο Χρήστου φαίνεται πως είχε εξασφαλίσει 250 στρέμματα στη νότια πλευρά της Χίου, τα οποία θα μεταμόρφωνε σε «θεατρικό χώρο μεσαιωνικής εμπνεύσεως». Εκεί θα διοργάνωνε ένα φεστιβάλ που θα εμπνεόταν από το αντίστοιχο του Gian Carlo Menotti στο Spoleto, παρουσιάζοντας πριν απ’ όλα έργα συγχρόνων ελλήνων συνθετών, αλλά και σημαντικές δημιουργίες της ξένης πρωτοποριακής μουσικής. Για τη δική του μουσική λέει ο Χρήστου: «Η μουσική μου καθρεφτίζει τον καιρό μας. Το άγχος και την χαώδη ατμόσφαιρά του. Έχω φθάσει στο σημείο να μην μπορώ να εξηγώ τη δουλειά μου. Σήμερα μέχρι και τα όργανα έχουν αλλοιωθεί. Η τεχνική δεν με ενδιαφέρει. Ό,τι κι αν μεταχειρισθή κανείς είναι μουσική. Ακόμη και ο ήχος των αντικειμένων. Η μουσική είναι τώρα συνδυασμός καταστάσεων…». Στο τεύχος 610 υπάρχει μιαν αναφορά στον Θόδωρο Αντωνίου και στην πορεία του στη σύγχρονη μουσική, ενώ στο 611 καταγράφεται μια συνέντευξη του αρχιμουσικού Δημήτρη Αγραφιώτη. Κάπου αλλού –τώρα δεν μπορώ να το βρω– γίνεται λόγος για το πρωτοποριακό έργο του Νίκου Μαμαγκάκη. Στο 604 υπάρχει δισέλιδη αναφορά στο νέο κύμα (Πουλόπουλος, Χουλιαράς, Αστεριάδη, Χωματά, Σαββόπουλος, Ζωγράφος, Αρλέτα, Σπανός, Δαλάκου, Μαυρουδής, Πάνος Τριανταφυλλίδης) διανθισμένη με ωραίες φωτογραφίες.

Ο Maharishi Mahesh Yogi στο Hilton, στην Αθήνα (τεύχος 610, 10/5/1968)
Τέλος, στο τεύχος 610 (10/5/1968) καλύπτεται η επίσκεψη του Maharishi Mahesh Yogi στην Αθήνα. Μαθαίνουμε, μάλιστα, πως υπήρχε ελληνικό σωματείο, αναγνωρισμένο από το κράτος ήδη από το 1961, με 150 οπαδούς τού ινδού διδασκάλου, οι οποίοι οπαδοί… «αποφεύγουν τη δημοσιότητα ‘για τον φόβο των χίππις και των Μπητλς’ τα ονόματα των οποίων συνδέθηκαν (σ.σ. τώρα τελευταία… εδώ, γελάω μόνος μου) με αυτό του Μαχαρίσι». A ρε πατρίδα ατελείωτη! Όταν οι Έλληνες ανακάλυπταν τον Μαχαρίσι οι Beatles έτρωγαν ακόμη βελανίδια…
Το τελευταίο τεύχος των sixties Εικόνων ήταν το 622, όπως προανέφερα, που βγήκε στα περίπτερα την Παρασκευή 2 Αυγούστου του 1968. Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί έκλεισε το περιοδικό, όταν μάλιστα πουλούσε 60 χιλιάδες αντίτυπα την εβδομάδα! Κάποιοι στο δίκτυο λένε πως δεν άντεξε στο μαρκάρισμα τής λογοκρισίας, αν κι εγώ δεν το πιστεύω αυτό για τον εξής απλό λόγο. Μία εβδομάδα αργότερα (9/8/1968) κυκλοφόρησε από τους ίδιους εκδότες (Πάπυρος Πρεςς) το πρώτο τεύχος του νέου περιοδικού Επίκαιρα, το οποίο εκινείτο στην ίδια, γενικώς, γραμμή με εκείνη των Εικόνων. Ανοίγουμε όμως άλλο κεφάλαιο…

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

RΟKKURRΟ ισλανδική pop

Η pop μουσική στην Ισλανδία (με τις άπασες παραφυάδες της) είναι παλαιά ιστορία και δεν ξεκινά, ούτε τελειώνει στους Sugarcubes, στην Björk, στους Sigur Rós και στους múm. Ξεκινά, όπως σε όλον τον κόσμο, στα sixties με ονόματα όπως οι Hljómar, οι οποίοι ως Thor’s Hammer κατόρθωσαν να κάνουν (ανάμεσα σε άλλα) κι ένα δισκάκι στην αμερικανική Columbia το 1967 (“Show me you like me/ Stay”) σε παραγωγή του John Simon (γνωστός από τις δουλειές-παραγωγές του με τους Band, τους Big Brother and The Holding Company, τους Blood Sweat & Tears, τον Leonard Cohen…), ενώ μέλη τους (μέλη των Hljómar/ Thor’s Hammer δηλαδή) θα σχηματίσουν το 1969 τους Trúbrot, ένα κάπως σούπερ-γκρουπ για τα ισλανδικά δεδομένα, που κατόρθωσε να ηχογραφήσει τέσσερα αξιόλογα psych/prog LP στο διάστημα 1969-72 (τα δύο πρώτα επανεκδόθηκαν προσφάτως από τη γερμανική Shadoks). Στα seventies ένας καλλιτέχνης που υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής στη χώρα ήταν ο Megas, το άλμπουμ του οποίου “Á bleikum náttkjólum” [Iðunn, 1977], που έγινε σε συνεργασία με τους Spilverk þjóðanna ψηφίστηκε –όπως διάβασα στην Wikipedia– ως το καλύτερο ισλανδικό LP όλων των εποχών. Ο Megas επηρέασε άπαντες τους νέους της γενιάς του και βεβαίως την Björk, η οποία εμφανίστηκε με τους Sugarcubes, ή χωρίς αυτούς, σε τρεις τουλάχιστον δίσκους του στο διάστημα 1987-1990 (“Loftmynd”, “Höfudlausnir”, “Hættuleg Hljómsveit & Glæpakvendið Stella”). Αυτά εν ολίγοις για το πολύ παρελθόν, αφού από τα nineties και μετά τα γεγονότα και οι καταστάσεις γίνονται περισσότερο γνωστά, με τα ισλανδικά συγκροτήματα να σκάνε κατά δεκάδες, πρωταγωνιστώντας μάλιστα, κάποιες φορές, σε πανευρωπαϊκό ή ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο. Να ένα ισλανδικό συγκρότημα λοιπόν, που έχει και… ελληνικό ενδιαφέρον, και για το οποίον έχω γράψει παλαιότερα λίγα λόγια. Είναι οι Rökkurró…
Ας υπενθυμίσω λοιπόν πως η τραγουδίστρια των Rökkurró Hildur Kristín ακούγεται στο 7ιντσο των Ελλήνων Film “Harmur Fuglsins” που βγήκε από την Inner Ear το 2010, ενώ η ίδια εταιρεία κυκλοφόρησε ταυτοχρόνως σε LP και το δεύτερο άλμπουμ των Ισλανδών, το “Í Annan Heim”, για το οποίον είχα σημειώσει τότε: «Στον δίσκο κυριαρχεί η φωνή τής Hildur Kristín, με την παιδική χροιά της να μην εμποδίζεται από τις ενορχηστρώσεις του γκρουπ, στις οποίες τα έγχορδα έχουν το πάνω χέρι. Τούτο δεν σημαίνει πως απουσιάζουν τα κλασικά όργανα (κιθάρα, μπάσο, ντραμς – για pop, με την ευρεία έννοια, μπάντα συζητούμε), απλώς ότι αυτά, ο ρόλος των κλασικών δηλαδή, «υποσκάπτεται» από το πληθωρικό background. Χαρακτηριστικό δείγμα της art-pop αισθητικής των Rökkurró, το τραγούδι τους “Augun opnast”, που κλείνει την πρώτη πλευρά, με το αδιαπραγμάτευτο βαρύ στρώμα και το σαφέστατο αρμονικό υπόστρωμα. (Και) στη b side δεν μπορεί παρά να κυριαρχούν οι ερμηνείες της Kristín, οι οποίες, συχνά, μοιάζει σαν να ξεπηδούν μέσα από… ρωγμές του εδάφους, λειτουργώντας, συμπληρωματικώς εν σχέσει με τις μαγικές ενορχηστρώσεις. Στο “Fjall” π.χ., ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του άλμπουμ, η όλη επεξεργασία αφήνει μιαν αίσθηση προσευχής, ενώ στο έσχατο “Svanur” η εισαγωγή πιάνο-φωνή και η επακόλουθη στοιχειώδης ενοργάνωση παρέχουν σκυτάλη σ’ ένα λυρικό… ουρανομήκες κλείσιμο· ίδιον μιας σκηνής που σείεται από γήινες και υπερ-γήινες δονήσεις».
Τρία χρόνια πριν το “Í Annan Heim” η τότε ισλανδική πεντάδα (Arnór Gunnarsson, Árni Por Árnason, Björn Pálmi Pálmason, Hildur Kristín Stefánsdóttir, Ingibjörg Elsa Turchi) ηχογραφεί και κυκλοφορεί το “Það kólnar í kvöld...” [12 Tónar, 2007] ένα όμορφο ντεμπούτο άλμπουμ, γεμάτο από ενδιαφέρουσες μελωδίες, ενορχηστρωμένες σ’ ένα folk-pop ύφος, με το ακορντεόν και τις κιθάρες να κυριαρχούν στα περισσότερα κομμάτια, αλλά και με τα έγχορδα να προσθέτουν σε… ελεγειακό βάθος. Υπάρχουν και… ρυθμικά κομμάτια βεβαίως στο CD, όπως το “Ringulreið” ή το “Allt Gullið”, δίχως να υποτιμώνται τα περισσότερο αργά· απεναντίας, μπαλάντες όπως η “Heiðskýr heimsendir”, η “Í blíðu stríði” και κυρίως η “Dagur þrjú” δεν μπορεί παρά να μας παραπέμπουν στις early days του british folk, από ’κει όπου μπορούμε να αναζητήσουμε τα «καλύτερα χαρτιά» τού είδους.

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

SAM KULIK απόδραση από την κοινωνία…

«Άρχισα να γράφω αυτά τα τραγούδια πέρυσι, όταν τυχαίοι άνθρωποι μου έστελναν στίχους εις απάντηση μιας ανάρτησης στο διαδίκτυο την οποίαν τιτλοφόρησα ‘Ας γράψουμε μαζί ένα τραγούδι!’. Δεν είχα ιδέα τι είδους υλικό θα έφθανε στα χέρια μου και εξακολουθώ να μην έχω την παραμικρή ιδέα για τους περισσότερους απ’ αυτούς τους ανθρώπους που μου έστειλαν τα στιχάκια τους. Είναι ωραίο να συμβαίνει με αυτόν τον τρόπο... είναι σαν να βρίσκεις από τύχη κάποια ποιήματα στο δρόμο, σαν κάποιος να τα είχε αφήσει κάπου ώστε να τα βρεις εκεί κάποια στιγμή. Η βασική ιδέα είναι πραγματικά αντιγραμμένη από μερικές ηχογραφήσεις των δεκαετιών του ’60 και του ’70, τα ‘song-poems’· ένας τύπος προσφερόταν να ηχογραφήσει ένα τραγούδι με τα λόγια που κάποιοι θα του έστελναν. Υπάρχει κάτι που μου αρέσει σ’ αυτήν την μη-συνεργασία/ συνεργασία, την οποία βρήκα, πραγματικά, πολύ απελευθερωτική όσον αφορά εμένα ως συνθέτη – να δουλέψω δηλαδή μ’ αυτόν τον τρόπο (αν και θα ήθελα να προσθέσω πως, στην περίπτωσή μου, άφησα εντελώς απ’ έξω το χρηματικό μέρος). Ακόμη κι αν η παρουσία τους σ’ αυτό το άλμπουμ είναι το μόνο πράγμα που οι στιχουργοί, ρητώς, μοιράζονται από κοινού, παρατήρησα ότι όλοι οι στίχοι κάπως ομαδοποιούνταν· γύρω από την απόδραση από την κοινωνία ή από την ανάγκη, την ευχή, ν’ αλλάξουν κάποια πράγματα. Πολύ σωστό. Κάπως έτσι πήρα τον τίτλο από ένα παλιό song-poem τραγουδισμένο από τον Ron Davis και καλώντας μερικούς πολύ καλούς φίλους να συμμετάσχουν έκανα, τελικώς, αυτό το άλμπουμ. Ίσως είστε εδώ για να αποδράσετε, ίσως είστε εδώ ακριβώς για ν’ ακούσετε αυτή τη μουσική, μα σε κάθε περίπτωση είμαι ευτυχής που θα κάνουμε, μαζί, αυτό το μικρό ταξίδι».
Αυτά γράφει ο Sam Kulik στο άλμπουμ “Escape from Society” [Hot Cup, 2012] και αυτό ακριβώς ακούμε. Μία σειρά παράξενων, πραγματικά παράξενων τραγουδιών, στα οποία συμμετέχουν –πέραν του Kulik που χειρίζεται πνευστά, κιθάρες και τραγουδά– ο Kyle Forester μπάσο, πλήκτρα, ο Ian Antonio ντραμς, ο Matt Nelson σαξόφωνα, ο Moppa Elliott μπάσο σ’ ένα κομμάτι (ιδρυτής της Hot Cup Records και μέλος των Mostly Other People Do The Killing) κ.ά. Song-poems δηλαδή κατά τα παλαιά sixties-seventies πρότυπα, όταν οι σχετικές αγγελίες δημοσιεύονταν στις πίσω σελίδες των κόμιξ και των λαϊκών φυλλάδων. Κάποιος, λοιπόν, που έγραφε στιχάκια και προσδοκούσε να τα δει να γίνονται τραγούδια (και να γυρίζονται σε δίσκο), έσκαγε ένα ποσό (περί τα 200 δολάρια) εξαργυρώνοντας τη ματαιοδοξία του ή προσδοκώντας κάτι παραπάνω. Η αμερικανική δισκογραφία έχει να επιδείξει χιλιάδες song-poems singles, LP και κασέτες, κάποια εκ των οποίων «χτυπάνε» και τιμές στο eBay (που πιθανώς να σημαίνει πως ορισμένα δεν ήταν εντελώς για πέταμα). Ο Kulik αποδίδει τον δικό του φόρο τιμής σ’ αυτήν τη «θρυλική» πρακτική, προτείνοντας ένα απολύτως ενδιαφέρον άκουσμα, που θυμίζει τους «απροσάρμοστους» τραγουδοποιούς της ESP-Disk ή καλλιτέχνες του τύπου Daniel Johnston, Peter Grudzien και Johnny Arcesia. Out άκουσμα, με προφανή... key of Z χαρακτηριστικά.
Επαφή: www.hotcuprecords.com

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

JAZZ & TZAZ 238

Στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί ο Βαγγέλης Αραγιάννης γράφει για μία ιστορική συναυλία του Paul Winter Sextet στον Λευκό Οίκο, επί προεδρίας J.F. Kennedy (1962), με αφορμή την –μετά από 50 χρόνια– πρόσφατη έκδοσή της. Ο Θανάσης Μήνας επικεντρώνεται στην σημαντικότατη περίπτωση του αιθίοπα σαξοφωνίστα Getatchew Mekuria και τη συνεργασία του με τους Ολλανδούς The Ex, ο Δημήτρης Κατσουρίνης συζητά με τον πιανίστα και βασικό συνθέτη των [re:jazz] Matthias Vogt, με αφορμή το νέο CD του γερμανικού γκρουπ, που έχει τίτλο “Kaleidoscope”, ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για τις περιπτώσεις των πνευστών Rudresh Mahanthappa και Louis Sclavis, παίρνοντας ως βάση τις τρέχουσες δουλειές τους στις ACT Music + Vision και ECM αντιστοίχως, ενώ εγώ μεγεθύνω στις πρόσφατες progressive κυκλοφορίες της αμερικανικής MoonJune Records.
Το κεντρικό θέμα του περιοδικού αφορά σ’ έναν top έλληνα τζαζίστα, τον οργανίστα (και πιανίστα) Γιώργο Κοντραφούρη (στη φωτογραφία του εξωφύλλου). Συζητούμε με τον Κοντραφούρη, ενώ καταγράφεται για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση και με πλήρη αναλυτικά στοιχεία η ήδη υπάρχουσα δισκογραφία του (προσωπική και συμμετοχές), που ξεπερνά τα 70 άλμπουμ! Ξεκινάμε από την εποχή της συλλογής «Συνταγή Αντιθανάτου» (1986) και φθάνουμε μέχρι το άλμπουμ τού Φινλανδού Timo Lassy “In with Lassy” [Schema, 2012]. Ο Γιώργος Κοντραφούρης είναι ένα κεφάλαιο του χώρου και το περιοδικό το έχει αναγνωρίσει και το αναγνωρίζει.
Η υπόλοιπη ύλη είναι πάντα σταθερή και παρούσα. Jazz Eye (Dave Brubeck, Nalyssa Green, Ravi Coltrane, Jason Robinson, Intravenus & Elektronik Meditation, Morrico(r)ne(r), Ravi Shankar, Charles Mingus…), Live, Jazz & Λογοτεχνία (Eric Hobsbawm, Γιάννης Λειβαδάς), Δισκοκριτικές, Auditorium, Δισκορυχείον, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art, The Jazz Cat…
Στο CD “Concerts” ο Γιώργος Χαρωνίτης επιλέγει εγγραφές τού Dave Brubeck Quartet (Paul Desmond, Bob Bates ή Ron Crotty, Joe Dodge ή Lloyd Davis, Dave Brubeck) από την περίοδο 1953-54.