Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

DiZZY DiZIGN δυνατό progressive άλμπουμ από μια ελληνική μπάντα που ανεβαίνει

Τέσσερα plus χρόνια μετά το “Dizality”, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του ’11, οι DiZZY DiZIGN από την Κυπαρισσία δίνουν ένα ακόμη εξαιρετικό άλμπουμ, κινούμενοι, πάντα, μέσα στο χώρο του σύγχρονου progressive. Μάλιστα, το “exposure L” που κυκλοφορεί σε gatefold βινύλιο από την B-otherSide και σε 250 συνολικώς αντίτυπα (30 εκ των οποίων είναι ντυμένα με χειροποίητο εξώφυλλο, φτιαγμένο από καραβόπανο) είναι βήματα μπροστά από το προηγούμενό τους, πράγμα που σημαίνει πως το συγκρότημα ωριμάζει, και περαιτέρω επεκτείνεται σε κάθε χώρο του σημερινού mellow prog, μεταφέροντας στις συνθέσεις του όλα εκείνα τα στοιχεία που θα το κάνουν να ξεχωρίσει. Ποια είναι αυτά;
Πρώτον και βασικό η διαμόρφωση των κομματιών. Δίχως να καταφεύγουν σε τετριμμένες συνταγές και ανούσιες αναπαραγωγές από την ηχητική… πινακοθήκη των seventies, οι DiZZY DiZIGN έχουν τον τρόπο να κρατούν το ενδιαφέρον του ακροατή, από την αρχή έως το τέλος, προτείνοντας απλά, αλλά λειτουργικά σχήματα. Δεύτερο σημαντικό στοιχείο στο “exposure L” είναι τα παιξίματα. Χωρίς ποτέ να είναι εξεζητημένα, διατηρούν σε κάθε περίπτωση έναν δημιουργικό περφεξιονισμό, που τα κάνει συμβατά με τις υψηλότερες των απαιτήσεων. Θέλω να πω, με απλά λόγια, πως είναι απολαυστικό να τους ακούς σε κομμάτια όπως το “Likelihood”, για παράδειγμα. Τρίτον, ξέρουν να μετέρχονται τα πιο δικά μας μουσικά στοιχεία (εδώ δημοτικά και βυζαντινά) και να τα εντάσσουν ωραία στις συνθέσεις τους, δίχως να ξενίζουν (“Poisoned cogwheel”, “Dawns”). Και κάπως έτσι… όλο αυτό το πλέγμα σού παρέχει ανά πάσα ώρα και στιγμή τη βεβαιότητα πως το συγκρότημα ξέρει πού ακριβώς πατά και πού πηγαίνει.
Από ’κει και πέρα συγκεκριμένες ροκάδικες επιρροές μπορεί ν’ ανιχνευθούν –δεν υπάρχει λόγος– και αυτές σχετίζονται με τα βασικά συγκροτήματα του art rock, όπως τα είχαμε περιγράψει και παλαιότερα, τους Genesis για παράδειγμα, τους King Crimson ή τους Van der Graaf Generator. Πουθενά όμως, και σε καμμία περίπτωση, δεν θα πει κάποιος πως… εδώ υπάρχει αντιγραφή ή αναμάσημα. Τα πάντα κυλούν με τους ρυθμούς και τις ιδέες του γκρουπ, και αν κάτι χωρά κι άλλης βελτίωσης τούτο έχει να κάνει μόνο με τα φωνητικά – που είναι και το πιο δύσκολο όλων, όχι μόνο για τους DiZZY DiZIGN, αλλά και για τα περισσότερα καινούρια συγκροτήματα του είδους.
Ποιοι αποτελούν το εξαιρετικό αυτό συγκρότημα; Πέντε αδέλφια (να υποθέσω δηλαδή)! Έχουμε και λέμε λοιπόν: Δημήτρης Σαμπαζιώτης κιθάρες, εφφέ, φωνητικά, Διονύσης Σαμπαζιώτης ντραμς, Παναγιώτης Σαμπαζιώτης μπάσο, εφφέ, Στέφανος Σαμπαζιώτης πλήκτρα, εφφέ, φωνητικά και Θανάσης Σαμπαζιώτης άλτο σαξόφωνο, εφφέ, φωνητικά.
Κλείνοντας θα έλεγα πως μουσικοί, όπως τούτοι εδώ οι φίλοι μας από την Κυπαρισσία, και άλμπουμ, όπως το “exposure L” τιμούν και με το παραπάνω τη σύγχρονη progressive παραγωγή όχι μόνο στη χώρα, αλλά και πέραν αυτής.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

PIERO PICCIONI ταινίες και δίσκοι

Σε κάποια κείμενα που έχω υπ’ όψη μου από παλαιά, αφιερωμένα στον ιταλό μαέστρο Piero Piccioni (Πιέρο Πιτσόνι 1921-2004), δημοσιευμένα σε περιοδικά του εξωτερικού, στο Soundtrack ας πούμε ή το Il Giaguaro, έχω παρατηρήσει πως όσοι γράφουν για ’κείνον σπανίως, ή μάλλον, ποτέ, δεν αναφέρουν το όνομα τού Ennio Morricone. Περίεργο… αν και από μια πλευρά μοιάζει λογικό κάτι τέτοιο.
Και οι δύο αποτελούν τα ιερά τέρατα του ιταλικού soundtrack –ο Piccioni, όπως αναφέρει ο Claudio Fuiano στην επανέκδοση τού άλμπουμ “Fumo di Londra” έχει γράψει μουσικές σε περισσότερες από 300 ταινίες, αν και ο IMDb.com αναφέρει… μόλις 193–, και οι δύο έζησαν στην ίδιαν εποχή, διεκδικούσαν τις ίδιες δουλειές, ήταν το ίδιο ταλαντούχοι (μέσα στη διαφορετικότητά τους), είχαν το ίδιο ανοιχτό πνεύμα στις ενορχηστρώσεις, δεν έβλεπαν καμμία διαφορά, όσον αφορούσε στη δουλειά τους, ανάμεσα σε μια κωμωδία με τον Alberto Sordi ή σ’ ένα giallo, συνεργάζονταν με τους ίδιους σκηνοθέτες ή τεχνικούς, απευθύνονταν στο ίδιο κοινό. Συνεπώς, οι καριέρες τους, έπρεπε να είναι καλά περιφρουρημένες.
Δεν γνωρίζω αν μεταξύ τους υπήρχε κάποια κόντρα, φανερή ή λιγότερο φανερή, αν αντάλλασσαν «καλημέρα» όπως λέμε ή όχι, γνωρίζω όμως πως στον «τρελό» κόσμο των συλλεκτών είναι δύσκολο να συναντήσεις κάποιον που να μαζεύει μετά μανίας, συγχρόνως, τις δουλειές του ενός και του άλλου…
Παρ’ όλα αυτά Picconi και Morricone έχουν συνεργαστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους (πιθανώς να υπάρχουν κι άλλες) κι αυτή ήταν στο soundtrack του “Fumo di Londra”, όταν ο Morricone ενορχήστρωσε το “You never told me”, που ανοίγει το OST. Στο ίδιο OST συμμετείχαν και οι Cantori Moderni του Alessandro Alessandroni, καθώς και η Edda dell’ Orso, όλοι συνεργάτες (και) του Morricone. Φαίνεται λοιπόν πως οι δύο μαέστροι, κάποιες φορές, και πρακτικά δηλαδή, δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

το ΕΛΛΗΝΙΚΟ FOLK και FOLK-ROCK από τα sixties έως τις μέρες μας

Υπήρξε μέσα στα χρόνια ελληνικό folk, acid-folk, folk-rock και τα λοιπά; Υπήρξε και υπάρχει… αν και θα πρέπει κάπως να το ορίσουμε. Τροβαδούροι, λοιπόν, που μπορεί να διασκευάζουν παγκόσμια folk τραγούδια, άλλοι που μπορεί να διασκευάζουν ελληνικά δημοτικά (ή και λαϊκά), άλλοι που δεν διασκευάζουν σώνει και καλά παρουσιάζοντας πρωτότυπο υλικό επηρεασμένοι όμως από τον Dylan και την Baez παλιότερα, ή από τη σύγχρονη neo-folk κίνηση τώρα... Επίσης, αντίστοιχα συγκροτήματα, που μπορεί να διασκεύασαν για ηλεκτρική ορχήστρα (χρησιμοποιώντας συχνά και παραδοσιακά όργανα) δημοτικά, ρεμπέτικα ή λαϊκά… Γενικώς, το folk και κυρίως το folk-rock έχει «ψωμί» στην Ελλάδα και με την ευκαιρία ας θυμηθούμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις του…
Η Ευγενία Συριώτη είναι μία από τις πιο αξιοπρεπείς παρουσίες της σκηνής – και από τις πιο γνήσιες, και παλαιότερες, εκπροσώπους της folk μουσικής στην Ελλάδα (τουλάχιστον με τη σημασία που είχε ο όρος στις ΗΠΑ και την Αγγλία στη δεκαετία του ’60).
Γεννημένη στην Αθήνα, η Ευγενία Συριώτη σπούδασε πιάνο και φωνητική εδώ και στο Λονδίνο, για να γίνει  γνωστή στους μουσικόφιλους από τη συμμετοχή της στα έργα του Μάνου Χατζιδάκι «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» (1962/63) και «Όρνιθες» (1964). Έχει εμφανιστεί επανειλημμένως στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δίδαξε πιάνο και τραγούδι, ενώ διατήρησε, για μεγάλες χρονικές περιόδους, εκπομπές στην κρατική τηλεόραση («Τα τραγούδια του κόσμου», «Δύο τραγούδια κι ένα παραμύθι») με συνεργάτες τους Σταύρο Παπασταύρου, Κώστα Γεωργίου κ.ά. Ταξίδεψε στην Ευρώπη και την Αμερική όπου έδωσε σειρές συναυλιών αποσπώντας κολακευτικά σχόλια. Για τη folk διαδρομή της η ίδια σημειώνει:
«Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, άρχισα τα ταξίδια μου στην Αμερική, όπου ζούσε ο αδελφός μου Αντώνης ήδη από το 1951. Με τον αδελφό μου ήμασταν πολύ αγαπημένοι. Είχαμε μοιραστεί τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, τα παιδικά μας χρόνια στην Αγγλία και είχαμε την κοινή αγάπη της μουσικής. Εκείνος με έστρεψε προς τον δρόμο που είμαι ακόμη και σήμερα. Ο Αντώνης ζώντας στην Αμερική, είχε ακούσει μουσική που ήξερε ότι θα μ’ ενδιέφερε και που στην Ελλάδα δεν είχα ακούσει ζωντανά. Με πήγε παντού. Ακούσαμε spirituals, blues, την Judy Collins, την Joan Baez, τον Pete Seeger, τον Woody και τον Arlo Guthrie, τον Burl Ives, τον Willie Nelson, την Mahalia Jackson. Κι έτσι άρχισε το ταξίδι μου στον κόσμο. Άρχισα να αναζητώ φολκλορικά τραγούδια, να επεξεργάζομαι, να μεταφράζω… Τα τραγούδια του κόσμου. Από το ’57 έως σήμερα τα δούλεψα, τ’ αγάπησα, τα τραγούδησα…».
Πρόγραμμα από παράσταση της Ευγενίας Συριώτη και του Βασίλη Τενίδη - Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων 12/2/1970
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά η Συριώτη θα ξεκινήσει μια σειρά κονσέρτων κάνοντας γνωστά στο ελληνικό κοινό τραγούδια των Bob Dylan, Tom Paxton, Malvina Reynolds, Simon and Garfunkel, Leonard Cohen κ.ά. Σ’ εκείνα τα live πολύ συχνά την συνόδευαν διάφοροι ροκάδες της εποχής όπως ο κιθαρίστας Γιάννης Ψιμόπουλος (Blue Birds), ο πιανίστας Ντίνος Παπαβασιλείου (Idols), ο μπασίστας Λεωνίδας Λουλούδης (Blue Birds), ο ντράμερ Johnny Carr (Zoo) κ.ά.
Το πρώτο προσωπικό LP τής Ευγενίας Συριώτη είχε τίτλο «Ταξιδεύοντας» [Rod Strofes, 1970] και περιείχε λιτές ατμοσφαιρικές μπαλάντες, όπως και παραδοσιακά τραγούδια σε ιδιαίτερη folk ενοργάνωση από τον άξιο συνθέτη και κιθαριστή Βασίλη Τενίδη. Η Συριώτη και ο Τενίδης αποδίδουν στη γλώσσα μας σκοπούς από το Μεξικό, τη Χαβάη, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αρμενία, την Αγγλία, την Ουαλία, την Περσία και την Ελλάδα. Το όλον κλίμα παραπέμπει στα αντίστοιχα folk duos της εποχής, και βεβαίως της αλλοδαπής, π.χ. στους David και Marianne Dalmour, με την Ευγενία Συριώτη να δίνει μερικές απροσδόκητες ερμηνείες – φερ’ ειπείν στο χιώτικο «Πυργούσοι» ή στο «Τι κακό σου έχω κάνει», ένα folk-psych gem με σπηλαιώδη φωνητικά, ικανό να «χτυπήσει» τα καλύτερα της Shirley Collins και του Davy Graham.  

Η συνέχεια εδώ… 
http://www.lifo.gr/articles/music_articles/87265

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ FOLK ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ από τις «ρίζες», μέχρι την Joan Baez και τον Bob Dylan

Είναι αλήθεια πως από την αρχή κιόλας της μορφοποίησής του, στις αρχές του 20ου αιώνα, το folk στις ΗΠΑ συνδέθηκε με το αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα. Φυσικά, επειδή μιλάμε για ηχογραφήσεις, το όλον πράγμα δεν είναι δυνατόν να απαθανατίσει αυτή καθ’ αυτή τη γέννηση του λαϊκού εργατικού τραγουδιού, που συνδέθηκε άμεσα με την ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης Industrial Workers of the World (IWW), στο Σικάγο το 1905 – τα τραγούδια των wobblies δηλαδή, που αποτέλεσαν τη βάση των γνωστότερων σ’ εμάς protest songs των δεκαετιών του ’50 και του ’60.
Γράφει, σχετικώς, ο Umberto Fiori, κιθαρίστας και τραγουδιστής του ιταλικού συγκροτήματος Stormy Six, στο βιβλίο του «Μπομπ Ντύλαν, Τζο Χιλλ, Γούντυ Γκάθρυ, Ιστορία του αμερικάνικου λαϊκού τραγουδιού» [Νεφέλη, Aθήνα 1981]:
«Η παραγωγή εργατικών λαϊκών τραγουδιών δεν αρχίζει φυσικά στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα. Χωρίς να υπολογίσουμε την αγγλοσαξονική παράδοση που διατηρείται ζωντανή σε πολλές περιοχές, καθώς κι εκείνη των τραγουδιών της δουλειάς των νέγρων και των κάου μπόυς, τα παλιά επαγγελματικά συνδικάτα είχαν ήδη δημιουργήσει εκατοντάδες τραγουδιών. Ήταν όμως η παραγωγή wobbly –το “Little Red Songbook” είναι το πρώτο αξιόλογο παράδειγμα συλλογής λαϊκών τραγουδιών ‘από τη βάση’ που δεν ακολουθεί φιλολογικά κριτήρια– που καταγράφεται ως ‘αποφασιστική καμπή’ με τους πρωτεργάτες της (πρώτος απ’ όλους ο Τζο Χιλλ) να θεωρούνται οι γενάρχες του σύγχρονου κοινωνικού τραγουδιού στις ΗΠΑ».
Τα πάντα αρχίζει ν’ αποκτούν λαϊκή απήχηση λοιπόν μέσω του Joe Hill η ζωή του οποίου ως εργάτη, συνδικαλιστή και τραγουδοποιού και κυρίως ο τρόπος θανάτου του –εκτελέστηκε κατηγορούμενος αδίκως για φόνο, μέσω μιας στημένης δίκης– θα εμπνέει, έκτοτε, πλήθος δημιουργών (από τον Woody Guthrie και τον Pete Seeger, μέχρι τον Bob Dylan, τον Phil Ochs και την Joan Baez, και από τον Billy Bragg και τους Chumbawamba μέχρι τους Rage Against the Machine).
Σημειώνει ο Fiori:
«Το στυλ του Τζο Χιλλ είναι κάτι τελείως ξεχωριστό, κι όμως κανένα τραγούδι wobbly δεν φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα στο κίνημα απ’ τα δικά του, ακριβώς εξαιτίας της ιδέας που έχει ο δημιουργός μας για το ρόλο του και για τη λειτουργία των έργων του.(...) Ο Τζο Χιλλ δεν είναι πια ο λαϊκός τραγουδιστής της παράδοσης, αλλά μια νέα μορφή προλετάριου καλλιτέχνη. Όπως κάθε τραγουδοποιός, γράφει και αυτός κατά παραγγελία, με τη διαφορά ότι ο εντολέας του είναι το κίνημα κι ο σκοπός του η προπαγάνδα. Το τραγούδι δεν πρέπει να είναι μονάχα ευχάριστο, αλλά και πειστικό, δεν πρέπει μόνο να αφηγείται, να ψυχαγωγεί, να συγκινεί ή να πληροφορεί, αλλά και να παρουσιάζει επιχειρήματα υπέρ και κατά και να εκμεταλλεύεται τις ιδιαίτερες δυνατότητες και τις τεχνικές αυτής της σύντομης και λαϊκής μορφής ποίησης».

Η συνέχεια εδώ… 
http://www.lifo.gr/articles/music_articles/87260

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

ALEX DRAKOS TRIO tora σημαίνει... τώρα;

Ο ντράμερ Αλέξανδρος «Δράκος» Κτιστάκης είναι πολύ γνωστός στους φίλους της ελληνικής τζαζ σκηνής. Σίγουρα όλοι κάπου θα τον έχουν πετύχει να παίζει live, ενώ και στη σχετική δισκογραφία, τα πιο πρόσφατα χρόνια, τον ακούμε σε άλμπουμ του Γιάννη Κασέτα και των Funk Wizards, του Δημήτρη Καλαντζή κ.ά. Πριν λίγο καιρό ο Κτιστάκης ηχογράφησε το πρώτο προσωπικό CD του, που έχει τίτλο “Tora” [Puzzlemusik] και στο οποίο συμμετέχουν, εκτός από τον ίδιο, οι Γιάννης Παπαδόπουλος πιάνο και Ντίνος Μάνος μπάσο (αμφότεροι από τους Next Step Quintet). Αυτοί είναι οι βασικοί παίκτες και τα βασικά όργανα –το λέω, γιατί στην πράξη το αυτί μας «πιάνει» samples και πλήκτρα– ενώ ως guests ακούγονται σε συγκεκριμένες συνθέσεις και οι David Lynch φωνή, Κωστής Χριστοδούλου πλήκτρα, Τάκης Πατερέλης σαξόφωνα και Γιώργος Λιμάκης κιθάρα.
Το συνθετικό υλικό του άλμπουμ, μοιρασμένο χοντρικά στους τρεις παίκτες, φανερώνει κάτι γνωστό από καιρό. Πως οι μουσικοί που ασχολούνται με την jazz στην Ελλάδα έχουν διευρύνει τις επιρροές και τις αναφορές τους, αφού πλέον το rock, η pop, το electro, το ambient, μα και περαιτέρω ο κινηματογράφος, η ποίηση, ή η λογοτεχνία, βρίσκουν θέση, με τον τρόπο τους, στις εκάστοτε συνθέσεις. Εδώ, ας πούμε, στο “Tora”, δεν ακούμε μόνο τις φωνές του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Jiddu Krishnamurti, αλλά και άλλες διακριτές μουσικές αναφορές, ωραία ενταγμένες, οι περισσότερες, στο γενικότερο σύνολο.
Τώρα, θα ήταν σωστό ν’ αναζητήσει κάποιος τον πυρήνα των αναφορών τού Alex Drakos Trio (τον πυρήνα λέω) στο Esbjörn Svensson Trio (ή e.s.t.), ένα συγκρότημα που αγαπήθηκε πολύ (και) στην Ελλάδα και που, ως φαίνεται, έχει επηρεάσει καθοριστικώς κόσμο και κοσμάκη (στους μουσικούς που διακονούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την... euro-jazz στη χώρα αναφέρομαι κατ’ αρχάς). Υπό αυτήν την έννοια λοιπόν και το trio τού Αλέξανδρου Κτιστάκη είναι ένα trio που χρωστά πολλά στους e.s.t. –κάτι που το αποδέχονται και οι ίδιοι οι παίκτες σε κάθε περίπτωση με το κομμάτι τους “Esbjorn”–, πάνω στην αισθητική γραμμή των οποίων προσθέτουν ή αφαιρούν, αναλόγως με τις δικές τους προσωπικές ανάγκες και αγάπες (ήδη αναφέραμε ένα-δύο).
Όλες οι συνθέσεις του “Tora” ακούγονται… σαν να υπάρχει κάποιο concept πίσω τους – κι αυτό έχει να κάνει, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει δηλαδή (το concept), με μια ποιητικότητα. Κομμάτια θέλω να πω που περιγράφουν συγκεκριμένες συναισθηματικές διαθέσεις μέσω «ανοιχτών» και καλώς επεξεργασμένων μελωδιών, με το πιάνο, το μπάσο και τα ντραμς, τα βασικά όργανα δηλαδή, να αφηγούνται, συνήθως σε μέσα ή αργά tempi, μια πλήρη ιστορία. Υπάρχει, οπωσδήποτε, το απρόσμενο και η περιπέτεια στις συνθέσεις του “Tora”, αλλά υπάρχει και το σχέδιο, το σύνολο, που δίνει στο άκουσμα μιαν ιδιότητα «ολοκληρωμένου».
Ίσως, εν τέλει, η πιο απρόσμενη στιγμή του CD να είναι η διασκευή τού γκρουπ στο “Paint it black”, όμως κι αυτή καθυποτάσσεται στις γενικότερες διαθέσεις. Γίνεται «ένα» με τα υπόλοιπα tracks, δίχως να προκαλεί ή να εξέχει.

[Το ωραίο εξώφυλλο τού “Tora” φέρνει στη μνήμη μου (στα χρώματα και στο θέμα του δρόμου) εκείνο του “Metropolis” του Mike Westbrook – φοβερός δίσκος! Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τυχαίο γεγονός]. 

Επαφή: https://el-gr.facebook.com/puzzlemusik.label, https://el-gr.facebook.com/alexdrakospage

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

LAURA PERLMAN πολύτιμες στιγμές

Η Laura Perlman είναι μια από τις πιο αναγνωρισμένες music editors του Hollywood, αφού στον IMDb καταγράφονται 119 ταινίες στην ηχητική μπάντα των οποίων έχει δουλέψει – ανάμεσα σ’ αυτές και οι «Θέλμα & Λουίζ», «Ο Άνθρωπος της Βροχής», «Ο Σοφέρ της Κυρίας Ντέιζι», μέχρι τις πιο πρόσφατες “Footloose”, “The Karate Kid” κ.λπ. Θιασώτης της jazz, η Perlman τα τελευταία πολλά χρόνια (ξεκινώντας από το 2002) ταλαιπωρείται από τον καρκίνο, από τη μάχη με τον οποίον βγήκε νικήτρια μόλις προσφάτως. Αυτό το γεγονός, αυτή την καινούρια αρχή στη ζωή της, θέλησε να τη γιορτάσει ηχογραφώντας το “Precious Moments” [Miles High, 2015], ένα jazz άλμπουμ, στο οποίο να αποδίδει αγαπημένα της τραγούδια. Όπως σημειώνει και η ίδια: «Γεννήθηκα με την τζαζ στην καρδιά μου. Μεγάλωσα ακούγοντας τους Charlie Parker, John Coltrane, Miles Davis, Sarah Vaughan και Ella Fitzgerald μεταξύ άλλων. Βυθίστηκα στον κόσμο της τζαζ τραγουδώντας μόνη μου πάνω από τους δίσκους. Κάπως έτσι η μουσική διέρρευσε μέσα στην  ψυχή μου και ποτέ, από τότε, δεν με άφησε».
Δίπλα της, σ’ αυτό το project, η Perlman είχε τον φίλο του αδελφού της, τον πολύ καλό μουσικό (βιμπραφωνίστας) Mark Sherman, για τον οποίον έχουμε γράψει παλαιότερα και στο δισκορυχείον. Ο Sherman εκτός από μουσικός «τρέχει» και την γνωστή εταιρεία Miles High Records, και κάπως έτσι ήταν ακόμη πιο εύκολη η διευθέτηση του “Precious Moments”. Μαζεύτηκαν οι μουσικοί… η Perlman στο τραγούδι, ο Sherman στα vibes, όπως και οι αναγνωρισμένοι Bill Cunliffe πιάνο, Chris Colangelo μπάσο και Joe La Barbera ντραμς και το πράγμα ξεκίνησε. Επιλέχτηκε το ρεπερτόριο, γράφτηκαν οι ενορχηστρώσεις (σε οκτώ tracks ο Sherman σε δύο ο Cunliffe) και όλα τα υπόλοιπα πήραν σειρά. 
Όλα τα τραγούδια βεβαίως είναι κλασικά – αυτό που λέμε στάνταρντ. Το “I’ve never been in love before” του Frank Loesser από το “Guys and Dolls” (1950), το “I’ve grown accustomed to her face” από το “My Fair Lady” (1956), το “My favorite things” των Rodgers and Hammerstein, το “My foolish heart” του Victor Young και άλλα παρεμφερή. Η φωνή της Perlman, χωρίς να είναι εκείνο που θα λέγαμε «ανεπανάληπτη», είναι μια φωνή που ξέρει που πατάει, νοιώθοντας απολύτως ό,τι αποδίδει. Και πώς θα μπορούσε να μην συνέβαινε αυτό, θα μου πείτε, από τη στιγμή που ερμηνεύει κομμάτια ιστορικά με τα οποία, εν πολλοίς, μεγάλωσε; Έτσι, τόσο σε ευθεία και χαλαρή ανάγνωση, όσο και με τη χρήση ενός ελαφρού scat singing –και βεβαίως με τη συνοδεία τού άψογου κουαρτέτου τού Mark Sherman– η Perlman κατορθώνει, με απλά μέσα, να φτάσει μακριά.
Καλή υγεία να της ευχηθούμε πάνω απ’ όλα.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

BLACKMAIL το “7” ξανά, αλλά σε βινύλιο

Έχει έρθει η εποχή της βινυλιακής αξιοποίησης των CD, που κυκλοφόρησαν στην εποχή της παντοκρατορίας του μέσου, στα 90s και στα 00s – και διεθνώς, αλλά και στον ελληνικό χώρο. Έτσι, τον τελευταίο καιρό βλέπουμε διάφορα ψηφιακά άλμπουμ, από ’κείνη την εποχή, να τυπώνονται σε βινύλιο… και η Labyrinth of Thoughts, που δραστηριοποιείται στη χώρα εδώ και μερικά χρόνια, έχει σίγουρα πράγματα να μας πει, και να μας δώσει, σ’ αυτό το πεδίο. Και το έχει ήδη πράξει… βινυλιάζοντας Purple Overdose (το “Reborn” του ’99), Nightstalker (το “The Ritual” του 2000), Μωρά στη Φωτιά (το «Θεατρίνοι» του 1999 και το «Στο Δρόμο» του 2005), αλλά και Διάφανα Κρίνα (το «Κι η Αγάπη Πάλι θα Καλεί» του 2009). Τελευταίο σ’ αυτή τη σειρά είναι το “7” των Blackmail, που είχε κυκλοφορήσει (σε CD φυσικά) στην M Records το 2001. (Αν δεν με απατά η μνήμη μου η M ανήκε στην εταιρεία Μουσικοεκδοτική, και δεν τράβηξε πολύ στο χρόνο).
Το “7” έκλεινε την τότε πρώτη περίοδο των Blackmail (μια δεύτερη θα άνοιγε το 2011 με το “The Gift”), αποτελώντας το τρίτο στη σειρά άλμπουμ τους. Το συγκρότημα, στο οποίο συμμετείχαν ο George φωνή, κιθάρες (πρόκειται για τον Γιώργο Καρανικόλα από τους Last Drive), ο Matt κθάρες, ο RG μπάσο (ο Αργύρης Γεωργουλής που είχε περάσει και από τους Εκτός Ελέγχου) και ο Pan ντραμς, έπαιζε στο γνωστό σκληρό και κάπως… εσωστρεφές στυλ του (το αναμενόμενο από τις προηγούμενες δουλειές του), δημιουργώντας έναν τύπο “alternative rock”, όπως το λέγαμε τότε, με κάποια… υπερβατικά θα έλεγα χαρακτηριστικά. Όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στις μουσικές, που δονούνταν από συνεχή και ακαταπόνητα riffs, οδηγώντας τραγούδια όπως το “Levitation” (το θυμόμουν από τότε), το “The look of love” (από τα καλύτερα του δίσκου) ή το “NNY” – άπαντα στην πρώτη πλευρά.
Η δεύτερη άνοιγε με το πολύ καλό ορχηστρικό “Salsa brava”, που σ’ έμπαζε σ’ ένα άλλο κλίμα. Κι εδώ τα riffs μοιάζει να είναι το παν, όμως υπάρχει και η μελωδία, που παρέχει στο κομμάτι έναν κάπως… ψυχεδελικό αέρα. Το “Miss that train” που ακολουθεί είναι μια καλοσχεδιασμένη ροκιά, που με τα πρόσθετα φωνητικά, το σαξόφωνο και την τρομπέτα της… ξεφεύγει. Επιπρόσθετα στοιχεία κυρίως samples, ήχοι, θόρυβοι, αλλά και σαξόφωνο-τρομπέτα, υπάρχουν και στα υπόλοιπα tracks της Β Side, με τις κιθάρες του Καρανικόλα να κρατούν βεβαίως τα πρωτεία, σολάροντας και γεμίζοντας αναλόγως με τις εξελίξεις. Όλα τα κομμάτια που ακούγονται εδώ είναι εξαιρετικά (θα ξεχώριζα το “Only you”, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερο), σημειώνοντας πως… είτε έχουμε να κάνουμε με κομμάτια αγάπης να-τα-πούμε, ή με άλλα σκοτεινά-κοινωνικά, τα αποφασιστικά ροκάδικα vibes είναι, πάντα, εκείνα που πρέπει να ’ναι.
Πολύ καλός δίσκος, που αξίζει να επανεκτιμηθεί μέσα απ’ αυτή την έκδοση βινυλίου των 300 αντιτύπων και του νέου mastering.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

το garage δισκάκι των NERRVES

Οι Nerrves είναι ένα garage-punk σχήμα από την Αθήνα, που υπάρχει εδώ και λίγα χρόνια. Από λόγια που είναι ανεβασμένα στο facebook μαθαίνουμε: «Αφού έπαψαν να παίζουν σαν Vancouver o Στέλιος, ο Γιάννης και ο Νίκος δημιούργησαν τους Nerrves το 2013 . Το καλοκαίρι του 2015 και μετά από ένα live jam που κάνανε με τον Τζιόμυ βρήκανε αυτό που ψάχνανε για να προσδώσουν στη μουσική τους επιπλέον ψυχεδέλεια αλλά και τον ήχο κιθάρας μέσα από πλήκτρα».
Επηρεασμένοι περισσότερο, ή μάλλον κυρίως από το garage του ’80, με τα επιπλέον σκληρά κιθαριστικά vibes, οι Nerrves ηχογράφησαν πριν λίγους μήνες το πρώτο 45άρι τους στην Smash Records/ Dia de Los Muertos (230 αντίτυπα) που περιέχει τα κομμάτια “Pest” (2:50), “Worn out” (1:42) και “Random icon” (3:05).
Το πρώτο είναι ένα κλασικό 80s garage punk με ωραίες κιθάρες και «κιθάρες» και διπλά φωνητικά, που έχει την απαραίτητη… αυθάδεια τόσο του στυλ, όσο και των συγκεκριμένων εγγραφών. Το “Worn out” είναι ένα ακόμη πιο γρήγορο, σχεδόν δίλεπτο, track, με ωραία γραμμή και πλήρες δόσιμο (φωνητικό-οργανικό), με τους Nerrves να παίζουν δυνατά και πανικόβλητα, κοντά στην καλύτερη παράδοση των συγκροτημάτων του είδους.
Στη δεύτερη πλευρά υπάρχει ένα μόνο τραγούδι, το τρίλεπτο “Random icon”, που και αυτό διακρίνεται για τα προσεγμένα φωνητικά του (είναι, φρονώ, το ισχυρότερο ατού των Nerrves). Και σ’ αυτό το track το κιθαριστικό μέρος είναι πολύ δυνατό (και δυνατό και καλό!), με τον Στέλιο να βγαίνει κιόλας μπροστά και να σολάρει.
Σε γενικές γραμμές… τρία βαριά και εν γένει «σπιντάτα» garage-punk τραγούδια από ένα σχήμα που έχει μελετήσει και γνωρίζει τους κώδικες του είδους.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

δύο προτάσεις της more mars

Με τις δύο πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της η ελληνική more mars φθάνει τις 17… δείχνοντας, για ακόμη μια φορά, χαρακτήρα. Πειραματικές, noisy και ηλεκτρονικές εγγραφές, σκληρές ή λιγότερο, που δείχνουν συγχρόνως και τις διαθέσεις της νέας σχετικής σκηνής.
MOB: Heolstor [more mars, 2015]
Οι Mob είναι Έλληνες και είναι δύο, όπως διαβάζουμε στο site της more mars, o Γιώργος και ο Δημήτρης. Το ντούο παράγει και ηχογραφεί θόρυβο υψηλού volume, άγριο και απροσπέλαστο περαιτέρω, εξερευνώντας ηχητικά ακρότατα, δοκιμάζοντας ταυτοχρόνως και τις… αντοχές των ακροατών του. Αυτή η «προχωρημένη» διαδικασία εξέλιξης, που ουσιαστικώς υποδηλώνει τη στασιμότητα του ηχητικού γεγονότος, με τα αραιά  σκαμπανεβάσματα και τις απολύτως απαραίτητες μέσα στο χρόνο προσθήκες, είναι ένα πείραμα – με αποδέκτες, κατ’ αρχάς, τους ίδιους τους δημιουργούς του.
Και τα τέσσερα tracks, που έχουν μεγάλες διάρκειες (από εννέα έως δεκαπέντε λεπτά) καλύπτουν μία ειδική και πολύ συγκεκριμένη noisy διάσταση, που προέρχεται, όπως διαβάζουμε, από αναλογικά και χειροποίητα μηχανήματα. Όλα όσα ακούγονται εδώ έχουν οπωσδήποτε το νόημα τους, αλλά εμένα ως πιο ενδιαφέρον μού φαντάζει το τελευταίο από τα τέσσερα tracks, από το οποίο αναπηδά και μια κάποια αλληλουχία αιτίου και αιτιατού (μια λογική εξέλιξη τέλος πάντων) – ή έτσι τουλάχιστον εγώ νομίζω.
Η έκδοση είναι πολύ περιορισμένη (CD-R 80 αριθμημένων αντιτύπων) κλεισμένη σ’ ένα ωραία σχεδιασμένο 12σέλιδο booklet, διανθισμένο από ασπρόμαυρα πορτρέτα, που φέρνουν κάπως στη μνήμη την τεχνοτροπία του Enki Bilal.
SAVVAS METAXAS: Scenes [more mars, 2015]
Στον πειραματιστή Σάββα Μεταξά έχουμε αναφερθεί κι άλλες φορές στο δισκορυχείον, είτε γράφοντας για ένα LP των Good Luck Mr. Gorsky, στους οποίους είναι/υπήρξε μέλος, είτε λέγοντας λίγα λόγια για μια split κασέτα με τους Σπύρο Εμμανουηλίδη-Σάββα Μεταξά στη μια πλευρά και με τους Turbo Teeth στην άλλη. (Υπάρχουν τα ανάλογα κείμενα στο blog και όποιος ενδιαφέρεται τα βρίσκει). 
Ό,τι χρησιμοποιεί ο Μεταξάς στο “Scenes” από πλευράς οργάνων αναγράφεται στο back cover (Modular Synthesizer, Korg MS-20, Zoom H-2, Contact Mics) και αυτό σου δίνει, από την αρχή, μιαν αίσθηση προσανατολισμού και εν συνεχεία σιγουριάς. Μαντεύεις μερικά πράγματα… Αρχίζεις, δε, να μαντεύεις ακόμη περισσότερα καθώς διαβάζεις εκείνο το… “this album was created under strong influence of the Solaris ocean” στο μέσα μέρος του cover. Από το βιβλίο του Στάνισλαβ Λεμ ή από την ταινία του Ταρκόφσκι, ή από μιαν ανάμνηση του ενός ή του άλλου, ο Μεταξάς κατορθώνει να φτιάξει ένα… μετα-σάουντρακ, ας το πούμε έτσι, που έχει τον τρόπο να σε κρατάει. Και να σε κρατάει εντυπωσιακά! Η μουσική του έλληνα πειραματιστή παραμένει διαρκώς δημιουργική, καθ’ όλη τη διάρκεια της εγγραφής, καθώς μέσα από τα τέσσερα tracks του “Scenes” (διάρκειας από 6:30 έως 10:50) κατορθώνει να μεταφέρει όλην εκείνη την ηχητική προοπτική μιας… ταινίας φαντασίας. Είτε χρησιμοποιώντας τον θόρυβο (βασικά στο τελευταίο κομμάτι), είτε εκμεταλλευόμενος τις εκάστοτε και συνεχείς παρεμβολές στο κυρίως ηχητικό σώμα (στα υπόλοιπα θέματα), ο Μεταξάς δεν χάνει ποτέ το στόχο, προσφέροντας μια πλήρη και άκρως ενδιαφέρουσα καταγραφή.
60 μόλις αριθμημένα αντίτυπα σε ωραία σχεδιασμένο CD-R.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

NORBERT STEIN PATA MESSENGERS διαβάζοντας Rainer Maria Rilke

Ας χρησιμοποιήσω για αρχή, κάτι δανεισμένο από παλαιότερη ανάρτηση…
«Έχω αναφερθεί κι άλλες φορές στο παρελθόν στον Norbert Stein, έναν γερμανό σαξοφωνίστα που εμπνεόμενος από τις παραδοξότητες της παταφυσικής, επιχειρεί να καταγράψει, από καιρού εις καιρόν, μία το ίδιο παράδοξη και ανορθόδοξη jazz – αν κι εδώ που τα λέμε τίποτα στην jazz δεν μπορεί να λογιστεί ως ανορθόδοξο. Μπορεί η Παταφυσική του Alfred Jary (1873-1907) να πρέσβευε ασυναρτησίες –π.χ. ότι κάθε συμβάν είναι εντελώς μοναδικό, καθοδηγούμενο από τους δικούς του ιδιαίτερους φυσικούς νόμους– όμως στάθηκε στο πλευρό του ντανταϊστικού και σουρεαλιστικού κινήματος, ή και του Θεάτρου του Παραλόγου, όσον αφορά σε μια “τρελή” θεώρηση του επέκεινα, ενώ ακόμη και ο Borges έγραψε αριστουργήματα της λογοτεχνίας του φανταστικού, επηρεασμένος από τις παλαβομάρες της. Με τούτα κατά βάση πορεύεται και ο Stein, έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα πάνω από 20 προσωπικά CD, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο… πατα-τζαζικά».
Στο παρελθόν έχω γράψει κείμενα, σίγουρα, για τα άλμπουμ του Norbert Stein “Graffiti Suite” (2006), “Direct Speech” (2008), “Silent Sitting Bulls” (2010) και “Pata on the Cadillac” (2012)… αλλά μπορεί και για κάποιο ακόμη, που, τώρα, να μην το θυμάμαι. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του γερμανού σαξοφωνίστα και του συγκροτήματός του, των Pata Messengers, έχει τίτλο “Play Rainer Maria Rilke/ Das Karussell” [Pata Music, 2015], είναι εμπνευσμένο από την ποίηση του Rainer Maria Rilke (1875-1926) και… απλώνεται σε δύο διαστάσεις. Την jazz και την απαγγελία. Θέλω να πω πως στην περίπτωσή μας δεν έχουμε μελοποιήσεις ποιημάτων, αλλά απαγγελίες που προηγούνται των μουσικών μερών. Τις απαγγελίες ποιημάτων, ή καλύτερα αποσπασμάτων ποιημάτων του Rilke έχει αναλάβει η Ingrid Noemi Stein, ενώ οι Pata Messengers που ακολουθούν αυτοσχεδιάζοντας είναι οι: Norbert Stein τενόρο σαξόφωνο, Nicola Hein ηλεκτρική κιθάρα, Joscha Oetz κοντραμπάσο και Etienne Nillesen διάφορα κρουστά.
Έψαξα και βρήκα στο δίκτυο μερικά από τα ποιήματα του Rilke, που χρησιμοποιεί ο Stein και είναι μεταφρασμένα στη γλώσσα μας. Τρία απ’ αυτά τα παραθέτω στη συνέχεια, προκειμένου να μπούμε σ’ ένα κάποιο νόημα…

Wie soll ich meine seele halten (How shall I hold my soul)
Πώς να γίνει την ψυχή μου να κρατήσω
να μην κραίνει την ψυχή σου; Πώς να γίνει την ψυχή μου
να υψώσω σ’ άλλα πράγματα, που στέκουν πάνωθέ σου:
αχ πώς θάθελα να γίνει να την κρύψω
σε μια θέση μεσ’ στην σκοτεινιά χαμένη
ήρεμη και μπιστική και ξένη,
να μη φτάνει να δονιέται, σαν τα βάθη σου δονιούνται. 
Kι’ όμως κάθε τι που και τους δυο μας μάς αγγιάζει
σε μια δοξαριά μας συνεπαίρνει,
που από δυο χορδές μιαν αρμονία φέρνει.
(Μετάφραση Δημήτρης Λιαντίνης, liantinis.gr) 

Freilich ist es seltsa, die erde nicht mehr zu bewohnen (It is truly strange to no longer inhabit the earth) 
Βέβαια, είναι παράξενο στη γη πια να μην κατοικείς,
Συνήθειες, που μόλις τις έμαθες, πια να μην έχεις, σε ρόδα και σε πράγματα άλλα,
που όλα μια υπόσχεση ήταν, την σημασία ανθρώπινου μέλλοντος πια να μη δίνεις:
κι αυτό που υπήρξες, μέσα στην ατελεύτητη αγωνία των χεριών, πια να μην είσαι
και τ’ όνομα το δικό σου, σαν ένα σπασμένο παιγνίδι μην το εγκαταλείψεις.
Παράξενο, ό,τι λαχταρούσες, να μην λαχταράς πια! Παράξενο,
όλα, το κάθε τι που ήταν δεμένο, τόσο ελεύθερο να βλέπεις να κυματίζει.
Κοπιαστικό ’ναι και το νεκρός να ’σαι κι είναι επανόρθωση γιομάτο, έτσι,
ώστε, λίγο-λίγο λίγη να νιώσεις αιωνιότητα: Μα οι ζωντανοί, όλοι,
πέφτουν στο λάθος, περίσσια να τους ξεχωρίζουν.
Οι άγγελοι (λένε) δε θα ’ξεραν, πολλές φορές, αν περπατάνε
ανάμεσα σε ζωντανούς ή πεθαμένους.
Το αιώνιο ρέμα, περνώντας κι απ’ τα δυο Βασίλεια, παρασέρνει, πάντα,
όλες τις ηλικίες και, πάνω κι απ’ τα δύο Βασίλεια, δεσπόζει η φωνή του. 
(μετάφραση Άρης Δικταίος, poihshkaipoihtes.blogspot.gr)

Lösch mir die augen aus: ich kann dich sehen (Extinguish thou my eyes: I still can see thee) 
Βγάλε τα μάτια μου: μπορώ να σε δω
Κλείσε τ’ αυτιά μου: μπορώ να σε γρικήσω
Και χωρίς πόδια μπορώ σ’ εσέ να ’ρθω,
Και δίχως στόμα μπορώ να σ’ εξορκίσω.
Σπάσε τα μπράτσα μου: θα σε κρατά η καρδιά μου
Πνίξε μου την καρδιά, μα το μυαλό μου θα χτυπά.
Κι αν ρίξεις στο μυαλό μου τη φωτιά,
θα σε κρατώ μες το αίμα μου κλεισμένον. 
(Μετάφραση Άρη Δικταίος, logotexnikesmikrografies.blogspot.gr)

Ψάχνοντας λίγο στο δίκτυο (discogs, popsike και αλλαχού) διαπίστωσα πως υπάρχουν πάμπολλα άλμπουμ με ποίηση του Rilke (spoken word LP και CD εννοώ), αλλά μόλις ένα (ένα τουλάχιστον εντόπισα εγώ μ’ ένα πρώτο και όχι εντελώς βαθύ ψάξιμο), που χρησιμοποιεί τα ποιήματα του Rilke εντός του μουσικού κειμένου. Αυτό ήταν το “Herbstpathetique/ Bildnis - Elektroakustische Musik mit der Stimme von Gunda König” του αυστριακού συνθέτη της avant-electronic κ.λπ. Dieter Kaufmann από το 1972.
Όπως προείπα, ο Norbert Stein δεν μελοποιεί τα ποιήματα του Rilke (τα οποία διαβάζονται πριν από κάθε track), αλλά, εμπνεόμενος απ’ αυτά, δημιουργεί τα δικά του τζαζ-αυτοσχεδιαστικά περιβάλλοντα. Και αυτά τα περιβάλλοντα περικλείουν και βαθύ λυρισμό (χαρακτηριστικό και της ποίησης του Rilke), αλλά και οργανικές εκρήξεις, που δεν είναι άσχετες του γενικότερου, ποιητικού συναισθηματικού φορτίου. Για παράδειγμα στο 8λεπτο εισαγωγικό “Wie soll ich meine seele halten” το σόλο τενόρο μας εισάγει στη σύνθεση, που μοιάζει να αναπαριστά τις ερωτήσεις που απευθύνει ο Rilke, στο συγκεκριμένο ποίημά του, μεταφέροντας στην πορεία τον ποιητικό πόθο, μέσα από μια προσεκτική προβολή της μοναχικής εισαγωγής στο γκρουπ, με την κιθάρα του Hein να αναλαμβάνει τα περαιτέρω.
Στο 3λεπτο, τώρα, “Freilich ist es seltsa, die erde nicht mehr zu bewohnen” η ανάπτυξη διακρίνεται περισσότερο για την αφηγηματικότητά της, με το τενόρο να μελωδεί απλά και κατανοητά, με ελάχιστα ανεβάσματα των τόνων. Τέλος στο επίσης 3λεπτο “Lösch mir die augen aus: ich kann dich sehen” (επιλέγω να γράψω για τα συγκεκριμένα μεταφρασμένα ποιήματα, που ακολουθούνται από τα αντίστοιχα μουσικά κομμάτια) εκείνο που διακρίνεται είναι η συνοχή και η αποφασιστικότητα του κουαρτέτου τού Norbert Stein, των Pata Messengers, σ’ ένα πιο πολύ δυναμικό track, με συνεχή ροή και διαρκή ανεβοκατεβάσματα στο τενόρο, σ’ ένα κάπως ελεύθερο πλαίσιο. Το απαιτεί το ποίημα…
Επαφή: www.patamusic.de