Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 9

11/3/2017
Το Ποτάμι είναι ένα από τα πιο αστεία κόμματα που εμφανίστηκαν μεταπολιτευτικά στην Ελλάδα. Οι μόνοι που το παίρνουν στα σοβαρά είναι οι του protagon (και κάτι παρεμφερείς παραφυάδες), οι οποίοι αναρωτιούνται για το… « πώς θα πορευτεί;» και για το «πόσες επιλογές έχει;». Συγκλονιστικά ερωτήματα, μα την αλήθεια, οι απαντήσεις των οποίων αφορούν άμεσα τις ζωές μας!
Εγώ, πάντως, αν έβλεπα το Σταύρο Θεοδωράκη θα τον ρωτούσα μόνο αν... εμπνεύστηκε το φόντο-λινάτσα από το “Exercises” των Nazareth… Τίποτ’ άλλο. 

10/3/2017 
Εμένα αυτό το βίντεο με τον κατάκοιτο Μίκη Θεοδωράκη, που περιεργάζεται ένα κέντημα, και που ανέβηκε στο ιντερνέτ μέσω της κόρης του, δεν μου άρεσε καθόλου. Και δεν αναφέρομαι σε αισθητικούς λόγους. 

9/3/2017 
ΝΙΚΙΤΑ Σ. ΧΡΟΥΣΤΣΟΦ
«Ο Υψηλός Προορισμός της Λογοτεχνίας και της Τέχνης» [Μέλισσα, 1964]
Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο με λόγους και συνεντεύξεις τού Νικίτα Χρουστσόφ (ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο διάστημα 1953-1964), στο οποίο μιλάει ακόμη και για την τζαζ!!
Εδώ επιλέγω κάτι που λέει για τον Στάλιν. Άλλη φορά η τζαζ…
«(…) Το κόμμα καταδίκασε και καταδικάζει με τον πιο αδιάλλαχτο τρόπο τις κατάφωρες παραβάσεις των λενινιστικών κανόνων της κομματικής ζωής, τις αυθαιρεσίες και την κατάχρηση εξουσίας από τον Στάλιν, που έκαναν σοβαρή ζημιά στην υπόθεση του κομμουνισμού. Παρ’ όλα αυτά, όμως, το κόμμα αποτίει τον οφειλόμενο φόρο τιμής στις υπηρεσίες που προσέφερε ο Στάλιν προς το κόμμα και προς το κομμουνιστικό κίνημα. Εμείς και σήμερα πιστεύουμε πως ο Στάλιν ήταν αφοσιωμένος στον κομμουνισμό, ήταν μαρξιστής, αυτό είναι αδύνατο να το αρνούμαστε και δεν πρέπει να το αρνούμαστε. Το φταίξιμό του ήταν ότι έκανε χονδροειδή λάθη θεωρητικού και πολιτικού χαρακτήρα, παρέβηκε τις λενινιστικές αρχές στη διακυβέρνηση του κράτους και στην καθοδήγηση του κόμματος, έκανε κατάχρηση εξουσίας που του είχε εμπιστευθεί το κόμμα και ο λαός.(…) 
Ο Στάλιν στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν ένας βαριά άρρωστος άνθρωπος, ένας καχύποπτος που έπασχε από μανία καταδίωξης. Το κόμμα εξιστόρησε λεπτομερειακά στο λαό πως ο Στάλιν δημιούργησε ορισμένες “υποθέσεις”, όπως ήταν η υπόθεση του Λένινγκραντ, η “υπόθεση των γιατρών” και άλλες. Αλλά, σύντροφοι, τέτοιες “υποθέσεις” θα ήταν αρκετά πιο πολλές, αν όλοι οι στενοί συνεργάτες τού Στάλιν, την περίοδο εκείνη, συμφωνούσαν σε όλα μαζί του. Σε μια ομιλία μου κάποτε αφηγήθηκα πως ο Στάλιν σκόπευε να διογκώσει τη λεγόμενη υπόθεση του “αντεπαναστατικού κέντρου Μόσχας”. Αλλά, όπως είναι γνωστό, σ’ αυτό δε βρήκε πειθήνιους συνεργούς, και τα στελέχη της κομματικής οργάνωσης Μόσχας δεν έπεσαν θύματα νέων μαζικών διωγμών.(…)». 

9/3/2017 
ΦΟΛΟΛΟΓΙΚΑ
Αυτά είναι από το πατσαβούρι που ακούει στο όνομα «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης».
Δε λέω, τους φτύσατε το Σεπτέμβριο του ’15 οπότε είναι όλα ok… 

6/3/2017 
Αυτό το γαλλικό τραγουδάκι από το 1967 ήταν πολύ προφητικό. Σε κάποια στιγμή οι Rover [CBS] ακούγονται να λένε: «Σε 50 χρόνια από τώρα ο κόσμος θα έχει αλλάξει… στις Βρυξέλλες, το Λονδίνο και το Παρίσι θα βλέπεις μιναρέδες ν’ ανυψώνονται στον ουρανό» και «σε 50 χρόνια από τώρα ο πρόεδρος της Αμερικής θα είναι μαύρος και ασπρομάλλης».
Πέσανε μέσα οι άτιμοι… 


6/3/2017
Πριν είχαμε το «εμβληματικό», τώρα έχουμε το «τοξικό». Λέξεις της αρκούδας. 

6/3/2017
>>Ένα διήμερο με διαλέξεις, συζητήσεις, περφόρμανς, dj sets και προβολές για το τέλος της ηχογραφημένης μουσικής και το μέλλον της<<
Αυτό που διαβάζουμε στο σάιτ της Στέγης είναι χοντρή ανοησία – απ’ όποια πλευρά και να το δεις. Ρε μάγκες μου, αν μιλάτε για το «τέλος της ηχογραφημένης μουσικής», τότε δεν υπάρχει «μέλλον». Το έχετε διαγράψει (δίχως να το αντιληφθείτε). Αφήνω δε το γεγονός πως «τέλος» δεν θα υπάρξει ποτέ – για τον εξής απλό λόγο (και όχι δεν είμαι μελλοντολόγος). Υπάρχει, ήδη, τόση άπειρη ηχογραφημένη μουσική, ώστε θα πρέπει να ζήσουμε δέκα ζωές για να την ακούσουμε. Οπότε στα τέτοια μας, αν πρόκειται να πεθάνει (η ηχογραφημένη μουσική) από τούδε και στο εξής… Δεν θα χάσουμε και τίποτα τρομερό, δηλαδή, από τη γενικώς σαβούρα που παράγεται στις μέρες μας. Θα λυπηθώ για μερικά ονόματα, ok, που δεν θα πιάνω τους δίσκους τους στα χέρια μου, αλλά και πάλι… μικρό το κακό.
Όσον αφορά στο live – αυτό κι αν είναι φενάκη. Κανένας σοβαρός μουσικός δεν θα εγκαταλείψει ποτέ το στούντιο προς χάριν ενός-κάποιου περιστασιακού μπιζαρίσματος. Είναι αστείο να λέγεται και να πλανάται κάτι τέτοιο. 

6/3/2017
Κυριακές βράδυ, παραδοσιακά, βλέπω κανα βιντεάκι με παλιό ποδόσφαιρο. Είναι το μόνο που μ’ αρέσει να βλέπω, καθώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο το ψιλοσιχαίνομαι για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (αισθητικούς, κοινωνικούς, τεχνικούς κ.λπ.).
Είδα λοιπόν απόψε εκτεταμένα στιγμιότυπα, όπως λέμε, από ένα θρυλικό αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλου ’74, στην τότε Δυτική Γερμανία, όταν οι Ανατολικοί νίκησαν τους Δυτικούς μ’ ένα γκολ του Σπάρβασερ (ή Σπαρβάτσερ ή και Σπαρβάχερ, όπως τον άκουγες τότε στην Ελλάδα). Ντροπή για τη δυτική μεριά (να χάσει στο «σπίτι» της από τους… κομμουνιστές) και ιστορική νίκη για τη ανατολική, που είχε πολύ καλή Εθνική κι είχε κερδίσει παλικαρίσια.

5/3/2017
Αυτή η διαφήμιση της μπύρας ΑΛΦΑ, για την οποία… κλαίει, λέει, το ιντερνέτ είναι εντελώς κάλπικη. Μιλάμε για μεγάλη παραμύθα. Όλοι οι ρόλοι είναι κάλπικοι, ακόμη και οι χώροι, έτσι όπως είναι φωτισμένοι και φωτογραφημένοι (η λαχαναγορά είναι σαν μπαρόδρομος). Η δε μελούρα τείνει να είναι απελπιστικά ξανθοπουλική, χωρίς, όμως, τον original κακοφτιαγμένο κατατρεγμό τού ξανθοπουλικού μελό.
Ο σενιαρισμένος φοιτητής, που πάει χαράματα στο Ρέντη να βοηθήσει τον πατέρα του και μετά στη σχολή νυσταγμένος, που πιάνει δουλειά… ψηλά, σε εταιρεία (πώς περνάει έτσι ο χρόνος!), καθώς, ως ικανός και με καλές σπουδές, δεν πήγε χαμένος στην Ελλάδα των μνημονίων, και που δεν ξεχνάει, κιόλας να πάει να σηκώσει… χαμηλά κανα καφάσι στον ελεύθερο χρόνο του.
Προσέξτε ρε διαφημιστές μην ξηλώσει το παιδί κανα μανίκι… 

5/3/2017
Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Πάριου το έχει γράψει ο Καρβέλας, πάνω σε στίχους της σπουδαίας (έχω λόγο που το λέω), αλλά πρόωρα χαμένης Βαρβάρας Τσιμπούλη. Υπάρχει στο «Έρχονται Στιγμές» του ’75 κι είναι αυτό εδώ… 


4/3/2017
Για πολλά γέλια (περισσότερα και από του Σαπέν)
Κάδρα στον τοίχο κάνουνε μόνο τους πεθαμένους ή τους… καταζητούμενους.
(Η κεφάλα του Τσακαλώτου κρύβει το μακαρίτη το Γεννηματά και τον Τίμο Χριστοδούλου). 

4/3/2017
Οι πιο αλύπητα εκτός τόπου και χρόνου τίτλοι που τυπώθηκαν τελευταία σε περιοδικό.
Αν το Grexit μάς επιβληθεί ο Τσίπρας θα το κάνει ΜΟΝΟ σε πλήρη συνεννόηση με τους Γερμανούς, η δε μελλοντική πολιτική του επιβίωση περνάει ΜΟΝΟ μέσα από συγκυβέρνηση με τον Μητσοτάκη (καθότι τούτος είναι και ο διακαής πόθος των Γερμανών).
Σε κάθε άλλη περίπτωση θα τον βλέπουμε να λουφάζει στα ορεινά της Βουλής παρέα με το φίλο του τον Καραμαλή (χωρίς «ν»).

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ και οι ΙΧΩΡ σ’ ένα ινδοπρεπές σπάνιας ψυχεδελικής μετάβασης άλμπουμ

Να πω από την αρχή πως εδώ έχουμε να κάνουμε με το καλύτερο, ωραιότερο, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, άλμπουμ με σιτάρ (με το σιτάρ πρωταγωνιστή εννοώ), που ηχογραφήθηκε ποτέ στον τόπο μας. Κι αυτό από μόνο του, για μένα (υποθέτω και για άλλους), έχει τη σημασία που έχει.
Άκουσα για πρώτη φορά τον Δημήτρη Ρουμελιώτη και τους Ιχώρ, live, πριν καμμιά δεκαπενταριά χρόνια έχοντας γράψει, εντυπωσιασμένος, τα σχετικά, τότε, στο Jazz & Τζαζ. Ακόμη περισσότερο είχα «φύγει» από ένα demo, που είχε φτάσει εκείνη την εποχή στα χέρια μου (από τον ίδιο τον Ρουμελιώτη προφανώς) και το οποίο, δυστυχώς, δεν κατόρθωσε να βρει, μέσα στα χρόνια, μια διέξοδο προς τη δισκογραφία. Πάντως, τώρα, χαίρομαι διπλά… και γιατί βλέπω, επιτέλους, ένα άλμπουμ των Ιχώρ σε κύκλο, και γιατί σ’ αυτό το CD αναγνωρίζω tracks από ’κείνο το παλαιό demo (όπως τη «Χαρμολύπη» φερ’ ειπείν).
Το συγκεκριμένο άλμπουμ των Ιχώρ ηχογραφήθηκε το περασμένο καλοκαίρι-φθινόπωρο από τους Δημήτρη Ρουμελιώτη σιτάρ, φωνή, Satnam Ghai τάμπλας, Λυδία Ρουμελιώτη κανόνας, Δανάη Ρουμελιώτη βιολί, Γιάννη Ευσταθόπουλο κρουστά, Ορέστη Ζαφειρόπουλο τσέλο και αποτελείται από έξι μεγάλης διάρκειας, γενικώς, συνθέσεις (του Ρουμελιώτη), με τη μικρότερη ν’ αγγίζει τα έξι λεπτά και με τη μεγαλύτερη να ξεπερνάει τα δέκα οκτώ. Τονίζω τις διάρκειες, καθότι στην περίπτωσή μας έχουμε να κάνουμε με ινδοπρεπείς συνθέσεις, που θέλουν το χρόνο τους (και στη δισκογραφία), για να αναπτυχθούν και να δείξουν.
Έτσι λοιπόν, και στηριζόμενος σε ινδικές παραδοσιακές ragas, που αφορούν συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, ψυχολογικές διαθέσεις κ.λπ. (Simhendra Madhyamam, Asawari, Piloo, Khamaj, Bhairav, Kirwani, Bhairavi) ο Ρουμελιώτης απλώνει-αναπτύσσει μια σειρά συνθέσεων, που έχουν τη μαγεία και τη δύναμη να σε «ταξιδεύουν». Κάτι που οφείλεται, βεβαίως, στα παιξίματα του σιτάρ, που διατηρούν δια παντός και αιωνίως αυτή την ανείπωτη ψυχεδελική αύρα, αλλά και στις συνθέσεις αυτές καθ’ αυτές και στον τρόπο που εκείνες ενοργανώνονται. Εννοώ πως η παρουσία-συμμετοχή των υπολοίπων μουσικών είναι εξ ίσου σημαντική, μεταφέροντας, όλοι τους, στις συνθέσεις τού Ρουμελιώτη έναν εντυπωσιακό groovy αέρα.
Εξ ίσου επιτυχές (και κάτι παραπάνω!) είναι περαιτέρω και το μπόλιασμα των συνθέσεων στο «Ιχώρ» με το ελληνικό στοιχείο, που δεν είναι άλλο από τον λόγο. Τον υπερβατικό ποιητικό λόγο του Νικηφόρου Βρεττάκου στο «Τον κόσμο που ονειρεύτηκα…» [«Ακούω βροντές μες στη σιωπή, σάμπως να περπατούν λουλούδια! Όπως (καθώς απαρχής της ζωής μου), εβάδιζα πάνω σε χαλίκια κι αγκάθια, πότε μ’ έναν ιβίσκο στ’ αυτί μου και πότε μ’ έναν κρίνο στο χέρι μου, είχα την αίσθηση πως με φωτογράφιζαν άγγελοι»], αλλά και του ίδιου του Ρουμελιώτη στο φοβερό έσχατο track «Μετάγγιση» («Διόνυσος και Χριστός, εσάστησαν παρέα/ Και σαν εστάθη κι ο ουρανός και πάγωσε κι η μέρα/ Διόνυσος και Χριστός επάγωσαν παρέα/ κι έσβησε κι ο ουρανός κι έκλαψε κι η μέρα»), που είναι από μόνο του ικανό να σε «στείλει».
Δεν έχω άλλα λόγια να πω γι’ αυτό το εκπληκτικό άλμπουμ!

8 ελληνικά άλμπουμ του τελευταίου καιρού, που αξίζουν πέρα για πέρα τα λεφτά τους

Jazz-groove, progressive, avant, έντεχνο, κιθαριστικό ποπ-ροκ και garage από The Man from Managra, Music Soup, B-Sides, Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ κ.ά.

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

για το PRAXIS του Κώστα Γιαννουλόπουλου

Θέλω κάποιος να μου πει αν ξέρει σίγουρα, όχι αν θυμάται μέσες-άκρες, αν έγιναν Φεστιβάλ PRAXIS (υπεύθυνος ο Κώστας Γιαννουλόπουλος) το 1981 και το 1987. Ευχαριστώ.
(Ετοιμάζω κείμενο για fanzine. Για κάθε πληροφορία θα υπάρχει credit στο περιοδικό εννοείται).
Αφίσα: Δημήτρης Θ. Αρβανίτης

UPDATE:
το κείμενο για το PRAXIS είναι έτοιμο εδώ... 

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

οι GANDI είναι Κερκυραίοι

Gandi αποκαλείται ένα καινούριο ελληνικό συγκρότημα (σχηματίστηκε το 2013), με το “Time and Youth” [L39, 2017] να αποτελεί το πρώτο... αρκετά ολοκληρωμένο άλμπουμ τους. Η μπάντα είναι βασικά πενταμελής (Θοδωρής Μπογδάνος μπάσο, Οδυσσέας Μανιδάκης φωνή, πιάνο, κιθάρα, Σπύρος Σπυράκος κιθάρα, Torsten Tilmans ντραμς, Γιώργος Βουτσινάς κιθάρες, φωνή), ενώ για την ηχογράφηση τού “Time and Youth” ακούμε και «βοήθειες» σε τρομπέτα, βιολί, μπάσο κλαρίνο, τρομπόνι, σύνθια, τσέλο, βιμπράφωνο, φωνητικά… οπότε καταλαβαίνετε. Αλλά μπορεί και όχι… Το λέω, επειδή ο ήχος των Gandi είναι αρκετά «σφιχτός», χωρίς ενορχηστρωτικές ακροβασίες. (Τα παραπάνω όργανα, εννοώ, παίζουν ρόλους δεν πρωταγωνιστούν σώνει και καλά). Οκτώ είναι τα tracks που ακούγονται στο CD, τα περισσότερα μέσης διάρκειας (υπάρχουν, ανάμεσα, τρία 6λεπτα κι ένα 8λεπτο), τραγουδισμένα στην αγγλική. Ας πούμε κάτι παραπάνω…
Οι Gandi είναι μια στρωμένη μπάντα. Παίζουν εννοώ με γνώση και σύνεση υποστηρίζοντας με άνεση τα τραγούδια τους – τα οποία είναι, γενικώς, χαμηλών τόνων. Όχι υποτονικά. Τείνουν προς την ηλεκτρική ροκ μπαλάντα και κυρίως προς το ευρωπαϊκό-ρομαντικό κομμάτι της – με έμφαση στη μελωδία και τη σωστή-δημιουργική επεξεργασία της. Υπάρχουν και αναφορές… περισσότερο στους ας-τους-πούμε συμπατριώτες τους (Κερκυραίους) Electric Litany, παρά στις μπάντες τού Π.Ε. Δημητριάδη (και των υπολοίπων). Δεν εννοώ πως οι Gandi είναι επηρεασμένοι σώνει και καλά, περισσότερο ή λιγότερο από τους μεν ή τους δε, αλλά πως δεν είναι εύκολο να αγνοείς εκείνο που συμβαίνει (και) στη μικρή, αλλά τόσο έντονα φωτισμένη, γειτονιά σου.
Πέραν λοιπόν από το πόσο… Κερκυραίοι μπορεί ν’ ακούγονται οι Gandi η ουσία είναι πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μερικά πολύ ωραία κομμάτια, με πρώτο ανάμεσά τους το “[Untitled]” (μετά το φερώνυμο, μετά το “An ideal friend”…), χωρίς να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα tracks. Ίσως σε μερικά να απαιτείται μια μεγαλύτερη πειστικότητα, μια πιο έντονη «προσωπική» σφραγίδα, αλλά αυτό είναι κάτι, φρονώ, που θα μπορέσει να διευθετηθεί καλύτερα στο μέλλον.
Τα βασικότερα και σημαντικότερα υπάρχουν ήδη.

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

MOSTLY OTHER PEOPLE DO THE KILLING νέο φοβερό CD

Όπως με την περίπτωση τού “Mauch Chunk” [Hot Cup, 2015], του πιο προηγούμενου στούντιο άλμπουμ των Mostly Other People Do the Killing (MOPDtK), έτσι και με το “Loafer’s Hollow” [Hot Cup, 2017] το concept είναι κάπως ιδιαίτερο. Όπως ιδιαίτεροι, δηλαδή εκπληκτικοί και εξαιρετικοί, είναι πάντα οι MOPDtΚ σε όποια μορφή διαλέξουν για να μας επανασυστηθούν (εκείνη του σεπτέτου, του κουιντέτου, του κουαρτέτου ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο). Έτσι, αν στο “Mauch Chunk” ο τίτλος αφορούσε στην πόλη Mauch Chunk, ένα πρώην εμπορικό, διαμετακομιστικό και τουριστικό κέντρο στην ανατολική Πενσυλβάνια, που στα μέσα του 20ου αιώνα μετονομάστηκε σε Jim Thorpe, στο “Loafer’s Hollow” έχουμε μιαν ανάλογη περίπτωση – την κοινότητα Loafer’s Hollow, νότια του Pittsburgh (στην Πενσυλβάνια πάντα), που κι εκείνη μετονομάστηκε κάποια στιγμή σε Library. Ο Moppa Elliott, μπασίστας των MOPDtK και βέρος… Πενσυλβανιώτης, στρέφεται εσχάτως γύρω από την ιστορία της Πολιτείας του, συνδέοντας περαιτέρω τις μουσικές του (όλα τα tracks τού “Loafer’s Hollow” είναι δικά του) και με λογοτεχνικές αναφορές, προσφέροντας για μιαν ακόμη φορά ένα ακρόαμα υψηλών απαιτήσεων.
Έτσι λοιπόν, εδώ, υπάρχουν πέντε συνθέσεις αφιερωμένες στους James Joyce, Kurt Vonnegut, Thomas Pynchon, Cormac McCarthy και David Foster Wallace (συν τρεις ακόμη, για να κλείσει το άλμπουμ), που δανείζονται τίτλους από διάφορα βιβλία ή κεφάλαια βιβλίων ή τοπωνύμια των αγαπημένων, στον Elliott, συγγραφέων. “Mason and Dixon” (από Pynchon), “Glenn Riddle” (πόλη στο “Infinite Jest” του Foster Wallace) κ.λπ.
Άιντε εντάξει θα πει κάποιος μ’ όλα αυτά… από μουσικής πλευράς όμως τι γίνεται;
Όσοι γνωρίζουν τη δισκογραφική παρουσία των MOPDtK (παρεμπιπτόντως είχαν παίξει live και στην Αθήνα, στη Στέγη, τον Οκτώβριο του ’15) ξέρουν με το τι έχουν να κάνουν. Χοντρικά, μ’ ένα από τα πιο σημαντικά σημερινά τζαζ σχήματα σ’ ένα σετ, που ξεκινάει από πολύ παλιά (από τις δεκαετίες του ’20 και του ’30), για να εξακοντιστεί στο μέλλον. Η line-up σεπτέτου (Steven Bernstein τρομπέτες, Jon Irabagon τενόρο, σοπρανίνο, Dave Taylor μπάσο τρομπόνι, Brandon Seabrook μπάντζο, ηλεκτρονικά, Ron Stabinsky πιάνο, Moppa Elliott μπάσο, Kevin Shea ντραμς) δίνει τη δυνατότητα στο σχήμα ν’ αναπτύξει πολλά και ποικίλα genres, από την jazz του ’20, το dixie και αργότερα το swing και τον τύπο α λα Jelly Roll Morton, μέχρι την country-jazz, το free-improv και τα νεότερα ακούσματα, που σχετίζονται πάντα με το old-timey – ανακατεμένα όλα μ’ έναν τρόπο, που, από αισθητικής πλευράς, μπορεί να φέρνει στη μνήμη μας ακόμη και τον Frank Zappa (ή και άλλους πιο πρόσφατους μοντερνιστές).
Γιατί, εδώ, δεν είναι το είδος της ηχητικής «εικόνας», που αναπλάθουν οι MOPDtK, αλλά ο τρόπος που λειτουργούν – εκείνος ο δικός τους ανατρεπτικός τρόπος, από τον οποίον δεν απουσιάζουν ποτέ η παικτική ουσία, η έκπληξη και το χιούμορ.
Επαφή: www.hotcuprecords.com

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Χ. ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑΣ – Λ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ στων αγίων τα νερά

Άγνωστα προς εμένα ονόματα, εκείνα του συνθέτη Χάρη Γκατζόφλια και του στιχουργού Λάζαρου Αντωνιάδη, εμφανίζονται στη δισκογραφία μ’ ένα CD-book, που έχει τίτλο «Στων Αγίων τα Νερά» [Μετρονόμος, 2016] περιέχον εφτά «έντεχνα» (όπως τα λέμε) τραγούδια, τα οποία ερμηνεύονται από διαφόρους. Τρία λέει ο πολύ καλός (γνωστός από παλαιότερα) Θοδωρής Βουτσικάκης και από ένα οι Πάνος Ζώης, Κική Τσαλίκη, Κωνσταντίνα Πάλλα και Μέλα Γεροφώτη/ Πάνος Ζώης/ Νόνικα Μαλκουτζή.
Τα τραγούδια είναι περιποιημένα στην ενορχήστρωσή τους, ας ξεκινήσουμε από ’κει, χωρίς όμως αυτή η «περιποίηση» να τους δίνει κι ένα ας-το-πούμε καινοτόμο ηχόχρωμα (ίσως με την πιο… στυγνή εκμετάλλευση του τρομπετίστα Παντελή Στόικου, το τελικό αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικότερο). Από μουσικής-συνθετικής πλευράς τα πράγματα είναι οπωσδήποτε ενδιαφέροντα, καθότι οι μελωδίες του Γκατζόφλια είναι στιγμές-στιγμές ευρηματικές («Βάρκα σκηνή», «Θα ’ρθει ο καιρός»), την ώρα κατά την οποίαν οι στίχοι τού Αντωνιάδη δεν είναι από εκείνους που αποκρυπτογραφούνται (πάντα) εύκολα – και τούτο είναι ένα θεματάκι, καθότι άλλο η ευρηματικότητα και άλλο η επιμελημένη δυστροπία. Από πλευράς φωνών ένα θα πω (ή θα ξαναπώ). Άμα έχεις στη διάθεσή σου τον Βουτσικάκη, γιατί να χρησιμοποιήσεις άλλους τραγουδιστές; Που μπορεί να είναι καλοί, εντάξει, αλλά δεν προσφέρουν (επί του προκειμένου) κάτι περισσότερο ή διαφορετικότερο.
Θα επιμείνω λοιπόν και θα πω πως το να γράφεις για μια συγκεκριμένη φωνή μπορεί να καταστεί (όταν έχεις το μελωδικό ταλέντο δηλαδή – που το έχει ο Γκατζόφλιας) από μόνο του το κρίσιμο σημείο σ’ έναν «έντεχνο» δίσκο. Να τον σφραγίζει και να τον καθορίζει εννοώ. Μην το υποτιμούμε αυτό. Οι φωνές είναι εκείνες, που φέρνουν τα τραγούδια στον κόσμο. Μια δεύτερη φωνή θα χρησιμοποιηθεί, ενδεχομένως, για κάποια από τα… δώδεκα τραγούδια ενός άλμπουμ (όταν απαιτείται κάτι τέτοιο), αλλά μια τρίτη και μια τέταρτη θα είναι πάντα too much για ένα άλμπουμ επτά θεμάτων.
Επαφή: www.metronomos.gr

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

DOMOTIC / MATTI BYE δύο σάουντρακ

Ο Domotic είναι Γάλλος (πραγματικό όνομα Stéphane Laporte) και το “Le Démon Des Hautes Plaines” [Tona Serenad, Clapping Music, 2015] το σάουντρακ που συνέθεσε για τη φερώνυμη ταινία κάποιου Tom Gagnaire. Δεν το έψαξα και πολύ με την ταινία (φαίνεται πως πρόκειται για western), καθώς δεν την έχει καταχωρισμένη ούτε ο IMDb, κι είπα να επικεντρωθώ εντελώς στο σάουντρακ αγνοώντας τα της εικόνας.
Ο Domotic δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ημι-ηλεκτρονικό score, που απλώνεται στις δύο πλευρές ενός LP (εφτά και εφτά τα κομμάτια ανά πλευρά), ανακαλώντας στη μνήμη μου τον Βαγγέλη Παπαθανασίου των early seventies ή ακόμη και τους Goblin της ίδιας εποχής (σε κομμάτια όπως το “Meurtre d’un pêcheur” φερ’ ειπείν).
Οι μικρές διάρκειες (μόνο ένα track από τα δεκατέσσερα ξεπερνά τα τρία λεπτά), καθώς και η γενικότερη διάθεση να περιγραφεί ένα σάουντρακ υπαινικτικό, με ξαφνικές percussive εντάσσεις και σύντομες μελωδικές γέφυρες με samples φωνών και πλήκτρα πολλά (philicorda, fender rhodes, synths) συντελούν προς ένα οπωσδήποτε ευπρόσωπο OST… με τη σωστή έννοια παλιομοδίτικο.
Ωραία η βινυλιακή έκδοση.
Το “Den Allvarsamma Leken” [Rotor, 2016] είναι ένα σουηδικό φιλμ σε σκηνοθεσία τής Pernilla August, βασισμένο σ’ ένα παλιό (σουηδικό) μυθιστόρημα τού Hjalmar Söderberg από το 1912. Το μυθιστόρημα, από τα λίγα που διάβασα στο δίκτυο, πρέπει να έχει να κάνει με τον έρωτα και την αγάπη ενός ζευγαριού, ιδωμένα μέσα από διαφορετικές οπτικές (ρομαντισμός, λαγνεία, πίκρα κ.λπ.) και κάπως έτσι υποθέτω θα είναι και στο φιλμ – αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει. Βεβαίως η μουσική τού πολύ καλού Matti Bye (έχουμε ξαναγράψει γι’ αυτόν στο δισκορυχείον) θα μπορούσε από μόνη της να παραπέμπει σε μια τέτοια ιστορία, αναπτυγμένη στο βορειοευρωπαϊκό «απλωμένο» τοπίο, παρά το γεγονός πως η αυτονομία της είναι ισχυρή.
Ρομάντζες λοιπόν, αλλά όχι φτηνές. Δυνατά θέματα, έκδηλου όσο και βαρέως συναισθηματισμού που διοχετεύονται, κυρίως, μέσω του πιάνου (ο ίδιος ο Bye) και των εγχόρδων (τσέλο, βιολιά, βιόλες, μαντολίνο) και που σε κάθε περίπτωση, μπορούν να συναγωνιστούν ανάλογα αριστουργήματα του παρελθόντος (και του είδους). 
Δεν ξέρω τι λέει και αν αξίζει η ταινία, όμως το σάουντρακ, κι έτσι όπως αναπτύσσεται μέσω μικρών θεμάτων (ενός-δυο λεπτών) στις δυο πλευρές ενός LP, με αφήνει σχεδόν άφωνο (“Den allvarsamma liken” κ.λπ.).
Διαμάντι.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

JOSH GREEN & THE CYBORG ORCHESTRA

Κλεισμένο σε slim paper sleeve, και άρα με ελάχιστες, πάνω του, πληροφορίες, το CD “Telepathy & Bop” [Joshua Green Music, 2016] του Josh Green και της Cyborg Orchestra σε κερδίζει με τη δύναμη και ενίοτε με την πρωτοτυπία τής μουσικής που περιέχει.
Βασικά έχουμε να κάνουμε με μια 16μελή μπάντα –ανατρέχουμε για πληροφορίες στο δίκτυο– σύγχρονης μουσικής χοντρικά, καθότι εδώ συνδυάζονται τζαζ ηχοχρώματα, ανακατεμένα με προχωρημένα κλασικά. Jazz-avant να το πεις αυτό που ακούς στο“Telepathy & Bop”; Πιθανώς… Πρόκειται, μάλλον, για έναν καλό χαρακτηρισμό.
Η ποικιλία των οργάνων που είναι, φυσικά, πολύ περισσότερα από τους εκτελεστές τους, καθότι υπάρχουν οργανοπαίκτες που χειρίζονται πέντε και έξι όργανα, όπως ο Todd Groves (EWI, φλάουτο, άλτο, τενόρο, κλαρινέτο, κοντραμπάσο κλαρινέτο), οι πολλές και ποικίλες επιρροές-αναφορές τού Josh Green (είναι ο συνθέτης και των εννέα tracks), που μπορεί βέβαια να ξεκινούν από την jazz και τη σύγχρονη κλασική και να φθάνουν μέχρι το rock, το tango, ακόμη και το tropical, και βεβαίως η ρηξικέλευθη ενορχηστρωτική ματιά, που μπορεί να περιλαμβάνει από «ζαππισμούς», μέχρι αναφορές στην Carla Bley και τον Ligeti, είναι τα κύρια γνωρίσματα της μουσικής στο “Telepathy & Bop”, που διαχέεται σε στιβαρές, αλλά καθαρές δέσμες.
Δύσκολο να ξεχωρίσεις κομμάτι εδώ (αλλά ας πω τέλος πάντων για το έσχατο “Soir bleu: A rag of sorts”, που έφερε στη μνήμη μου στιγμές από το “The Grand Wazoo”, συνδυάζοντας hints από Astor Piazzolla), καθώς η ενότητα, η δύναμη και η ζωντάνια των συνθέσεων τού Green δεν είναι ούτε από τα συνήθη, ούτε από τα αναμενόμενα.

εννέα χρόνια χωρίς την ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ

Δεν ξέρω τι με οδηγεί, αλλά ορισμένες ταινίες του παλαιού ελληνικού σινεμά τις βλέπω πάντα σαν υπνωτισμένος. Ενώ ξέρω ότι είναι καρικατούρες, κακέκτυπα των, πολύ περισσότερο hip, αντίστοιχων ιταλογαλλικών με την Laura Antonelli ή την Edwige Fenech, ενώ βλέπω ότι λειτουργούν με σχήματα και προφάσεις καλλιτεχνίας, αγγίζοντας συχνά τα όρια ενός κάκιστου γούστου, εντούτοις με «εξαναγκάζουν» να στήνομαι κάθε φορά στην οθόνη και να τις χαζεύω. Μία τέτοια είναι η «Αναζήτησις...» του Ερρίκου Ανδρέου.
Μου αρέσει να τη βλέπω και να τη ξαναβλέπω στην τηλεόραση (και όχι στο DVD ή στο YouTube ας πούμε), επειδή νομίζω ότι έτσι συμμετέχω κι εγώ κάπου, ότι μεθώ μαζί με άλλους και πως, όλοι μαζί, σε ανοικτή θέαση και ακρόαση (Σπανός γαρ), τα δίνουμε όλα στο μόνον της ζωής μας το πάρτυ. Ψάχνοντας την Έλενα...
Η Έλενα Ναθαναήλ μπορεί να ήταν πολλά ενδεχομένως, μα, πάνω απ’ όλα, ήταν οι ρόλοι της. Είναι οι φιγούρες που έβγαλαν στον αφρό τη δική μας εφηβεία στην ασπρόμαυρη TV, όταν, μαθητές ακόμη, πέφταμε από το… μπαλκόνι, στην προσπάθεια να διακρίνουμε το μαρμαρένιο στήθος της στη λίμνη, σ’ εκείνη την απίθανη υποβρύχια λήψη από το «Φόβο» του Κώστα Μανουσάκη.

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 8

3/3/2017
η ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΡΑ, η «ιέρεια του underground» όπως χαζά την αποκαλούν στην A.V., σε δυνατή φάση αυτοκριτικής
– Πιστεύεις ότι κάπου αυτό που πρεσβεύατε εντάχθηκε τεχνηέντως στην αποδεκτή πραγματικότητα, στο σύστημα εν ολίγοις;
– Αισθάνομαι, μερικές φορές, πως έχω δουλέψει χωρίς να το θέλω ΣΑΝ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ υπέρ της παγκοσμιοποίησης. Και αυτό με ΒΑΡΑΙΝΕΙ. Όσα πιστεύαμε τότε και ήμασταν πρωτοπόροι, σήμερα εισχώρησαν ΥΠΟΒΟΛΙΜΑΙΑ στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Η επαναστατικότητα εκείνη νοθεύτηκε, έγινε αυτό που μας επιβάλλεται.
(Athens Voice, 12.03.2014)

2/3/2017
ΜΕΣΑ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗΣ και ΟΧΙ ΜΑΖΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ
Αυτά είναι εισιτήρια του 1997-98. Κάνετε σύγκριση με μισθούς και με μεροκάματα τού τότε, για να δείτε τι σημαίνει σήμερα το 1,40. Απλώς υπενθυμίζω πως 25 δρχ. σημαίνει 7,3 λεπτά του ευρώ και πως οι 75 δρχ. είναι 22 λεπτά του ευρώ. Το ακριβότερο εισιτήριο έχει σχεδόν εφταπλασιαστεί!!
Αυτή είναι η ΜΟΝΗ ΚΛΟΠΗ
(σ.σ. κλοπή φυσικά υπήρχε και επί δραχμής, αλλά επί ευρώ το πράγμα έπιασε ταβάνι) 

1/3/2017
Το 1981 ο Χατζιδάκις μάζεψε όλους τους κουκουέδες, τους ρηγάδες, τους μαοϊκούς, τους μουλούδες, συν κάτι ψιλοανάρχες κι έφτιαξε τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας. Τώρα, μπορεί να παρεισέφρησε και καμμιά δεξιάτζα ανάμεσα, αλλά βασικά το εμφανισιακό στυλ της αριστεράς ήταν εκείνο που έδινε κι έπαιρνε. Βγήκαν δυνατοί τραγουδοποιοί από ’κει, μια σκηνή δηλαδή (ας την πούμε έτσι), που δόξασε το «άλλο» ελληνικό τραγούδι στα χρόνια του ’80.
(Τους πήραν χαμπάρι, όλους αυτούς, στις εκθέσεις για τα έιτις; Μπαααα….)

1/3/2017
ΝΑ ΜΗΝ ΑΜΕΛΗΘΕΙ ΑΥΤΟ
Το θέμα με το δυστύχημα, για μένα, εξαντλήθηκε, όσον αφορά στο τι συνέβη, στα πρόσωπα κ.λπ. Υπάρχει, όμως, κάτι, που το έθιξα και στο πρώτο-πρώτο ποστ και που δεν έχει εξαντληθεί. Και τούτο έχει να κάνει με το αν το συγκεκριμένο πάρκιν (και άλλα παρόμοια) πληρούν αυστηρούς κανόνες ασφαλείας. Χωρίς να έχω κάνει κάποια αυτοψία (είμαι και μηχανικός συν ό,τι άλλο) από τις εικόνες και μόνο τής κάμερας βλέπω προχειροδουλειά και πράγματα που δεν μου αρέσουν.
Βρωμάει θέλω να πω η κατάσταση με τις κατουρίστρες…

28/2/2017
Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, αλλά εγώ δεν κατανοώ πώς είναι δυνατόν να χάνεις παιδί και γυναίκα, με τέτοιο αποτρόπαιο τρόπο, και να βγαίνεις την άλλη μέρα και να κάνεις δηλώσεις στα κανάλια.
Ζούμε σε απρόσωπες εποχές, σε άθλιες θα έλεγα.
Έχει χαθεί κάθε έννοια προσωπικής θλίψης και πόνου.
Η ανάγκη να μείνεις για λίγο, βουβός, με τον εαυτό σου.
Όλα θέαμα.

28/2/2017
>>Σαν δημοσιογράφος επέμενα στην εξής πρόταση: Τα σχολεία να κάνουν ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ επισκέψεις στα επείγοντα του ΚΑΤ. Να βλέπουν τα ανοιγμένα κεφάλια, τα αναπηρικά καροτσάκια, τους γύψους, τις βίδες. Τον θρήνο έξω από τις εντατικές<<
Αυτές τις μαλακίες τις γράφει ο Σταύρος Θεοδωράκης.
Αν είναι δυνατόν να χάνουν τα μαθήματά τους οι μαθητές των ΝΥΧΤΕΡΙΝΩΝ για να βλέπουν ανοιγμένα κεφάλια!
ΥΓ. Ανοιγμένα κεφάλια μόνο στα Ζόμπι του Ρομέρο, πουθενά αλλού (στην πραγματική ζωή εννοώ)

28/2/2017
Οι μαοϊκοί τού ΕΚΚΕ υπήρξαν στα σέβεντις οι μεγαλύτεροι εχθροί του ροκ στην Ελλάδα. Μια δεκαετία αργότερα, δύο πρώην ΕΚΚΕτζήδες, ο Αντρέας Μικρούτσικος και ο Γιάννης Κούτρας, έδωσαν το καλύτερο ΨΕΥΤΟΡΟΚ τραγούδι, που ακούστηκε ποτέ στη χώρα. Καλύτερο απ’ όλα του Βασ. Παπακωνσταντίνου και των συν αυτώ…


27/2/2017
Και κάτι ακόμη για το δυστύχημα στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας, επειδή λέγονται διάφορα.
Το να εστιάζει κάποιος στο «γιο του ιδιοκτήτη του Τζάμπο» είναι παντελώς λάθος. Υπάρχουν ουκ ολίγοι φτωχομπινέδες, που έχουν σκοτώσει στους δρόμους, με τα σαράβαλά τους, αθώους ανθρώπους.

27/2/2017
Πειράζει που εμένα τα παραδοσιακά «γαμοτράγουδα» (της Δόμνας Σαμίου και όποιου άλλου) δεν μου λένε απολύτως τίποτα;
Δεν ξέρω πώς ακριβώς λειτουργούσαν στις παλιές κοινωνίες και πώς συνδυάζονταν με άλλα δρώμενα, όμως αυτή η σύγχρονη ξεκάρφωτη παράθεσή τους (Αποκριές – Καθαρή Δευτέρα) μου φαίνεται εντελώς δήθεν.
Προσωπικά, προτιμώ άλλα γαμοτράγουδα…
“Slicka min clitta” από την… Belinda.
(Όλοι καταλαβαίνετε τι σημαίνει. Αν όχι υπάρχει και ο translator... σουηδικά είναι).

27/2/2017
Δύο πράγματα για το δυστύχημα στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας.
1. Πρέπει να σταματήσει πάραυτα αυτό το λέγε-λέγε τής δήθεν ασφάλειας των (ακριβών) αυτοκινήτων, γιατί έχει ολέθρια αποτελέσματα. Ακούνε και μαλάκες. Δεν υπάρχει ασφάλεια σε εξωπραγματικές ταχύτητες, ενώ παίζεται αν σώζεσαι (και δεν μιλάμε για μετωπική), ακόμη και με 60-70 χιλιόμετρα. 
2. Το θέμα με το συγκεκριμένο δυστύχημα είναι το αν υπήρχε περίπτωση να τη γλιτώσουν οι αθώοι. Αν το πάρκιν δηλαδή θα μπορούσε, τεχνικά, να είναι με κάποιο τρόπο πιο προστατευμένο απέναντι στους εγκληματίες των δρόμων.

27/2/2017
Τα ΟΣΚΑΡ είναι τα μόνα κινηματογραφικά-καλλιτεχνικά βραβεία που έχουν ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΞΙΑ, καθώς εξαργυρώνονται στα ΤΑΜΕΙΑ. Και αυτή είναι η μαγκιά τους.
Όλα τ’ άλλα –κάτι Κάννες, κάτι Βερολίνα, κάτι Βενετίες, κάτι… Θεσσαλονίκες– μοιάζουν μπροστά τους με επαρχιωτισμούς, του τύπου… Σαράφης στο Παρίσι και τώρα… Σαράφης στη Λάρισα.
Πέραν τούτου όλο αυτό το άψογο προϊόν που λέγεται ΟΣΚΑΡ με άφηνε και με αφήνει παντελώς αδιάφορο. Περισσότερο και από το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ή μπάσκετ…

26/2/2017
Με ενοχλεί αφόρητα στο facebook το γεγονός πως ενοχοποιείται η διαφωνία, ακόμη και όταν είναι ευγενική (αλλά απόλυτη). Στο blog (μου) δεν συμβαίνει αυτό, καθότι υπάρχει η ανωνυμία και στήνονται σωστοί καυγάδες (τις περισσότερες φορές). Στο facebook κινδυνεύεις με το παραμικρό να σε αποκλείσει ο άλλος. Να σε διαγράψει από «φίλο» και άλλες τέτοιες αηδίες. Άμα πιάσω τον εαυτό μου να κάνει τέτοιου τύπου μαλακίες, για ψύλλου πήδημα, θα το κλείσω το μαγαζί. Ας με διαγράψουν όποιοι θέλουν, δεν πρόκειται να διαγράψω κανέναν. Ασχολούμαι με σοβαρότερα ζητήματα.

25/2/2017
Στις 12, στο Πρώτο, γίνεται η κηδεία του Κούνδουρου.
Ελπίζω όσοι πάνε να μην είναι πάνω από τον τάφο του με τα κινητά και τις φωτογραφικές, δείχνοντάς μας την κάσα να κατεβαίνει στο χώμα και μετά βουρ στα φέισμπουκ για λάικ.
Ντροπή.

25/2/2017
Κι εγώ στο κόλπο.
Πρωτοκάθισα μπροστά σε κομπιούτερ το 1983, σ’ ένα UNIVAC, τρυπώντας κάρτες και προγραμματίζοντας σε BASIC και FORTRAN. Θα σέβεστε. 

24/2/2017
Είδα κάτι μαντράχαλους να σχολάνε από Γυμνάσιο-Λύκειο πριν λίγη ώρα.
"Ρε" τους λέω, "γιατί σχολάτε από τις 12";
"Τετράωρο σήμερα" μου λένε "λόγω αποκριάς"...
Μπουρδέλο... 

24/2/2017
Διαβάζω διάφορα για τις ταινίες του Κούνδουρου (τις έχω δει σχεδόν όλες). Η μόνη ολοκληρωμένη ταινία του ήταν ο Δράκος, όλες οι άλλες (με μικρή εξαίρεση το Μπορντέλο) είναι πιο πολύ πειράματα παρά ολοκληρωμένες αφηγήσεις. Το ότι ο ίδιος προερχόταν από τον εικαστικό χώρο μάλλον τον εμπόδισε, παρά τον βοήθησε να αναπτύξει, όπως θα άξιζε, την κινηματογραφική γραφή του. Έτσι όπως ήταν πληθωρικός, το ίδιο πληθωρικές (ιδεολογικά, στυλιστικά) υπήρξαν και πολλές ταινίες του, που κατέπιπταν όμως εσωτερικά. Ίσως η σημαντικότερη προσφορά τού Κούνδουρου, μετά τον Δράκο, να είναι το θεατρικό του «Η Απολογία του Θεόφιλου Τσάφου» [Κείμενα, 1976 / Αιγόκερως, 2011], στο οποίο σκιαγραφείται η ψυχοσύνθεση ενός δολοφόνου πρώην ΕΣΑτζή, όπως και η κοινωνία, παράλληλα, που τον είχε «φτιάξει» με τέτοιο τρόπο ώστε να τον οδηγήσει στο έγκλημα.

23/2/2017
ΤΑ ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΗΛΑ, ΠΡΙΝ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ, ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟΥΣ KAI ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ
Αυτόν τον τύπο με την απίστευτη φάτσα, τον Κώστα Σταυρινουδάκη (αριστερά στη φωτό), που έπαιζε και στο Δράκο και ήταν κολλητός του Βέγγου σε διάφορες ταινίες, τον "έκλαψε" ποτέ κανένας;
(Βέβαια μπορεί και να ζει ακόμη ο άνθρωπος – ποιος να ξέρει...) 

23/2/2017
ΑΘΩΩΘΗΚΕ ΠΑΜΨΗΦΕΙ Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΛΕΤΙΔΗΣ
Ο καλύτερος δήμαρχος της πόλης, όπως με πληροφορούν φίλοι από την Πάτρα, τις τελευταίες δεκαετίες.
Μπράβο του! Κι επειδή αθωώθηκε και γιατί προσφέρει στην πόλη.
Τώρα… λεζάντες του τύπου «ΦΑΣΙΣΤΑΚΙΑ, Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΑΣ», που θυμίζουν κάτι από χουλιγκάνικους ψευτοτσαμπουκάδες, είναι απλώς γελοίες.

23/2/2017
Κάποιοι μου λένε πως ο Μάνεσης έπαιζε στους «Απέναντι» του Πανουσόπουλου κ.λπ. Αν το θυμούνται μπράβο τους. Εγώ δεν το θυμόμουν, παρότι πριν γράψω τις λίγες λέξεις του προηγούμενου ποστ κοίταξα το IMDb και είδα όλη τη φιλμογραφία του. Δεν τον θυμάμαι δε ούτε στους «Αμαρτωλούς» του Δαλιανίδη από το 1971, την πρώτη του, όπως φαίνεται, ταινία. Εκείνο που είχα στη μνήμη μου εκείνο έγραψα. Τον Μάνεση των φτηνών ταινιών του πρώτου μισού των έιτις και των ακόμη πιο φτηνών βιντεοταινιών του δεύτερου μισού. Περιττό να πω πως τον Μάνεση δεν τον θυμάμαι καθόλου ούτε από την τηλεόραση, καθώς δεν έχω δει ούτε μισό επεισόδιο των «Απαράδεκτων», των «Δύο Ξένων» κ.λπ.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ μοναξιά

Για τον Σωτήρη Κοματσιούλη έχω γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον, άρα, για το ποιος είναι ή ποια είναι η πορεία του στο τραγούδι, δεν θα ξαναγράψω, καθότι όλα αυτά είναι γνωστά, πλέον, στους αναγνώστες τού blog. Εδώ, θα επικεντρωθούμε στην πιο πρόσφατη δουλειά του, τη «Μοναξιά», που είναι ένα ιδίοις εξόδοις άψογο (ηχογραφικά) CD-R με δεκαέξι παλαιά και καινούρια τραγούδια του. Τραγούδια, που για πρώτη φορά μπαίνουν σ’ ένα δίσκο ή δισκάκι, ασχέτως αν κάποια απ’ αυτά τα γνωρίζουμε από καιρό (από το YouTube) ή από άλλες (δισκογραφημένες) εκτελέσεις.
Ο Κοματσιούλης είναι ένας τραγουδοποιός με κοινωνικές ευαισθησίες – πάντα ήταν δηλαδή, αν κρίνουμε από τα τραγούδια του από τα early seventies. Ο ίδιος ζει εντός αυτού του δυστυχισμένου, αλλά περήφανου κομματιού τής ελληνικής κοινωνίας, του τμήματος εκείνου τέλος πάντων που κουβαλάει στις πλάτες του τη ρεμούλα τής πασοκικής και νεοδημοκρατικής κομματοκρατίας-κλεπτοκρατίας, καθώς και την επέκτασή της, το επακόλουθο έγκλημα των μνημονίων. Του κομματιού εκείνου της κοινωνίας, εννοώ, που αγωνίστηκε και αγωνίζεται για την καθημερινή επιβίωση, επενδύοντας μόνο στις δικές του δυνάμεις. Έτσι, ως μέλος αυτού του ταλαίπωρου υποσυνόλου ο Κοματσιούλης δικαιούται να έχει γνώμη γι’ αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στη χώρα, και για τα οποία ο ίδιος, όπως και μυριάδες άλλοι, δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη. Και αυτή η γνώμη δεν μπορεί παρά να είναι βαρύνουσα, όπως είναι βαρύνουσα η γνώμη καθενός που υποφέρει, δίχως να έχει ρωτηθεί, δίχως να έχει φταίξει. Όταν λοιπόν ο Κοματσιούλης τραγουδάει… «οι ξεφτίλες ελίτ στην τιβί αλωνίζουν/ τη φρικτή παρακμή πιο πολύ την τονίζουν/ τρόμος επικρατεί στη φτωχή μας τη χώρα/ χούντα ήτανε τότε, χούντα είναι και τώρα»… ξέρει πολύ καλά τι λέει, και τα λέει έτσι όπως ακριβώς πρέπει. Με λόγια απλά και καίρια, χωρίς περιστροφές, για να τα καταλαβαίνουν όλοι. Διότι αυτό είναι… «παρακμή» (έτσι αποκαλείται το συγκεκριμένο track), το να σε κυβερνάει μια εγκληματική οικονομική χούντα, η χούντα των μνημονιακών «θεσμών», με τα εν Ελλάδι εκάστοτε τσιράκια της.
Κι επειδή, εδώ, μιλάμε για τραγούδια και όχι για σκέτα αντιμνημονιακά μανιφέστα, ο Κοματσιούλης έχει επιλέξει, γι’ αυτά ακριβώς τα tracks, τις καλύτερες των μουσικών του, ώστε όλα εκείνα που σκέφτεται να μπορεί να τα τραγουδήσει ο καθένας με άνεση, χωρίς τινές συγκαταβάσεις. Οι μουσικές, θέλω να πω, μετράνε, καθώς στη «Μοναξιά» έχουμε τραγούδια απλά, το ξαναλέω, αλλά περίτεχνα. Ροκ, λιγότερο ροκ, φάνκ, ρέγγε, ντίσκο ακόμη και χιπ-χοπ ή άλλα χορευτικά, φτιαγμένα σε φημισμένα στούντιο του εξωτερικού (τα παλαιότερα) ή σε σύγχρονα αθηναϊκά – σε παραγωγές πληρωμένες από τον ίδιο τον τραγουδοποιό (από την τσέπη του).
Να πούμε λοιπόν πως τα κομμάτια διαπερνούν μια περίοδο 46 χρόνων (1970-2016) και πως δεν είναι όλα κοινωνικά – είναι και ερωτικά, αγάπης να τα πούμε. Το πιο παλαιό είναι «Ο κλέφτης του… ψωμιού» και προέρχεται από το 1970 από τη ροκ περίοδο των Lovers (του sixties γκρουπ του Κοματσιούλη). Το τραγούδι έχει «πειραχτεί» στο στούντιο, ενώ έχει γραφτεί και καινούρια φωνή. Παρά ταύτα η βάση του (μουσική, στίχοι, τα περισσότερα όργανα) είναι γραμμένα τότε. Εξαιρετικό κομμάτι, θα το κατέτασσα με άνεση στα καλύτερα τραγούδια του ελληνικού ροκ της εποχής (αν είχε βγει τότε). Τραγούδια γραμμένα το 2016 υπάρχουν διάφορα, όπως το «Μια Ελλάδα στα μαύρα» που είναι κάπως χιπ-χοπ, το ωραίο ερωτικό reggae-ska «Τόσο φως», η ροκιά «Λουκέτα και ερημιά» («όπου κι αν κοιτάξεις λουκέτα κι ερημιά/ θέλεις να ουρλιάξεις/ σε πνίγει η παγωνιά φτάσαμε στο τέλος/ κι ελπίδα τώρα καμμιά»), η φοβερή «Παρακμή» με την ηλεκτρική κιθάρα του Σπύρου Ρουχωτά να πετάει φωτιές… Έχουμε, εννοείται, τραγούδια και από την αγγλική φάση του Κοματσιούλη, στα late seventies, με τον Mike Timoney των 10cc, όπως και από τα eighties-nineties με μουσικούς από τους Lovers, όπως και άλλα πολλά γραμμένα τα πιο πρόσφατα χρόνια. Όλα καλά ή και πολύ καλά ή και πάρα πολύ καλά. Ξεχωρίζω το λαϊκό, αλλά με ροκ αντίληψη «Οδύσσεια του ξεριζωμού» (1980), που για μένα είναι ίσως το πιο απρόσμενο κομμάτι του CD (αυτή η μείξη ροκ και λαϊκού, χωρίς μπουζούκι, με το φλάουτο και το όργανο να υποστηρίζουν τη μελωδία είναι «άποψη»), βεβαίως το χορευτικό “Thank you my love” του 1997, που αν πήγαινε Eurovision θα έσκιζε (εγώ, ξέρετε, δεν υποτιμώ εκ των προτέρων τίποτα) και φυσικά τη δυνατή φανκιά από το 2012 “Please, don’t leave me now” (με τον Ρουχωτά και πάλι να κόβει και να ράβει).
Ο Σωτήρης Κοματσιούλης, για μιαν ακόμη φορά δείχνει ότι το λέει η περδικούλα του και πως δεν ξέχασε να γράφει τραγούδια που να αφουγκράζονται (ανάμεσα σε άλλα) και τις σημερινές δύσκολες καταστάσεις. Και αυτά να είναι τραγούδια καλά, γερά, τοποθετημένα, όχι σαχλαμάρες.
Προσωπικά, δεν ξέρω –γιατί δεν υπάρχει– κανέναν από τη γενιά του (από τους μουσικούς τού ελληνικού ροκ τού ’60 εννοώ) που να το πράττει, σήμερα, καλύτερα.
Επαφή: τηλ. 6986 696683
 

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΑΛΟΥΣΗΣ ο ξωμερίτης

Δεν ξέρω τίποτα για τον Στέλιο Λαλούση και πιθανώς να είναι πρωτοφανέρωτος. Να εμφανίζεται δηλαδή μ’ αυτό το CD, που έχει τίτλο «Ο Ξωμερίτης» [BLB Records and more…, 2016] και που τυπώνει μιαν ανεξάρτητη εταιρεία από τη Νίκαια. (Μ’ αρέσει αυτό. Και η Νίκαια και η ανεξαρτησία από τη Νίκαια). Μουσική και στίχους σχεδόν σε όλα τα κομμάτια έχει γράψει ο Λαλούσης, ενώ τραγουδά κιόλας παίζοντας, περαιτέρω, ακουστικές & κλασικές κιθάρες και φυσαρμόνικα.
Το άλμπουμ είναι από συμπαθητικό έως καλό. Ο Λαλούσης είναι καλός τραγουδοποιός και τα καταφέρνει εξ ίσου καλά και σε όλα τα επιμέρους θέματα, οπότε; Οπότε ο «Ξωμερίτης» είναι ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, κινούμενο σ’ αυτό το χώρο της «έντεχνης» ροκ μπαλάντας, που έφτιαξαν τα τελευταία 20-30 χρόνια ο Μάλαμας και ο Θ. Παπακωνσταντίνου. Έχει εξαντληθεί αυτό το είδος; Αισθητικώς… μάλλον, αλλά στιχουργικώς όχι. Υπό την έννοια πως πάντα θα υπάρχει η ανάγκη για λόγια σημερινά, που να περιγράφουν τη σύνθετη, δύστροπη πραγματικότητα. Υπάρχουν τέτοια στον «Ξωμερίτη»; Εν σπέρματι ή και σε κάποια συγκεκριμένα tracks ναι, υπάρχει αυτός ο αντί-λόγος («Κατήφορος», «Αόρατος περίπατος»), ασχέτως αν πάντα θα προσδοκούμε κάτι περισσότερο καίριο και διαυγές.
Έχω ακούσει πολλές φορές το άλμπουμ του Λαλούση, για να μπορέσω να γράψω αυτά τα λίγα λόγια. Ξανά και ξανά. Και φοβάμαι πως όσες πιο πολλές φορές το ακούω, όλο και περισσότερες αδυναμίες θα εντοπίζω. Παρά ταύτα θα επιμείνω πως ο «Ξωμερίτης» είναι ένα καλό, ευγενών προθέσεων άλμπουμ, από το οποίο απουσιάζουν οι αιχμές – κι αυτό είναι το μόνο (σοβαρό) ζόρι. Χρειάζεται, δηλαδή, περισσότερο με-τη-σωστή-έννοια θράσος σε κάθε πτυχή τής τραγουδοποιίας τού Λαλούση. Και αισθητικά, να ξεφύγει από τα δοκιμασμένα (και κάπως πεπαλαιωμένα πρότυπα) προτείνοντας τραγούδια, που αληθινά να ξεχωρίζουν (καλύτερα ακόμη και από το φερώνυμο τραγούδι, που είναι το ωραιότερο του CD) και στο στιχουργικό κομμάτι. Νομίζω πως θα το κάνει. Δείχνει να έχει τις δυνατότητες να το κάνει – να το βασανίσει πιο πολύ δηλαδή.
Επαφή: www.blbrecords.com

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

ALISON KRAUSS στο πρόσφατο LP της “Windy City”, που ανέβηκε στη θέση 9 τού Billboard 200, περιλαμβάνεται και το “All alone am I” του Μάνου Χατζιδάκι

Η Alison Krauss είναι μια σημαντική αμερικανίδα τραγουδίστρια, με μεγάλη ιστορία πίσω της, που δεν είναι όσο θα έπρεπε, και θα της άξιζε, γνωστή στην Ελλάδα. Και τούτο συμβαίνει επειδή η Krauss (διακεκριμένη βιολίστρια επίσης) δεν τραγουδάει φτηνή ή λιγότερη φτηνή ποπ (ασχέτως αν κάποια κομμάτια της έχουν και παλαιάς κοπής ποπ στοιχεία), ροκάκια ή χιπχοπάδικες ασυναρτησίες.
H Krauss είναι βασικά τραγουδίστρια της country, του bluegrass και του ευρύτερου folk των Απαλαχίων, είδη που, στην Ελλάδα, δεν χαίρουν ιδιαίτερης φήμης και εξάπλωσης στους μουσικόφιλους, καθώς συνδέονται με τη… συντηρητική, βλάχικη Αμερική και άλλα τέτοια ανιστόρητα συναφή. Λέω «ανιστόρητα» επειδή όσο «συντηρητική» μπορεί να είναι η country music, άλλο τόσο, για να μην πω και περισσότερο, είναι και προοδευτική. Θ’ άξιζε να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτή την προοδευτική-κοινωνική ιστορία της, αλλά δεν θα το κάνουμε τώρα…
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ της Alison Krauss λέγεται “Windy City” και κυκλοφόρησε την 17η Φεβρουαρίου, πριν λίγες μέρες δηλαδή, από την Capitol. Μπήκε δε, αμέσως, στο Billboard 200, στη θέση 9 – και δεν ήταν αυτή, φυσικά, η παρθενική εμφάνιση τής Krauss στο αμερικάνικο τσαρτ των άλμπουμ. Παλιότερα, το CD της “Raising Sand” με τον Robert Plant (των Led Zeppelin) είχε φθάσει μέχρι το No2 (2007), ενώ και το “Paper Airplane”, με το συγκρότημά της, τους Union Station, είχε φθάσει μέχρι το No3 (2011). Άλλα άλμπουμ της εμφανίστηκαν, βεβαίως, και σε πιο κάτω θέσεις, πράγμα που δείχνει πως η Krauss ήταν, είναι και παραμένει ένα πολύ μεγάλο όνομα, για την country scene, στην Αμερική.
Στο “Windy City” η Krauss και ο παραγωγός της Buddy Cannon επιλέγουν δέκα τραγούδια από το παρελθόν, για να τα διασκευάσουν. Τραγούδια που είπαν σε πρώτες εκτελέσεις ο «πατέρας του bluegrass» Bill Monroe (“Poison love”), ο σπουδαίος Glen Campbell (“Gentle on my mind”), ο αειθαλής κι ένας από τους πιο γνωστούς outlaws και-στη-χώρα-μας Willie Nelson (“I never cared for you”), o country hero Eddy Arnold (“You don’t know me”), αλλά και η pop, country κ.λπ. τραγουδίστρια Brenda Lee – και το μυαλό όλων μας πάει κατ’ ευθείαν στο σωστό κομμάτι… είμαι σίγουρος.

Η συνέχεια εδώ…