Τρίτη 6 Αυγούστου 2024

MAGNUS ÖSTRÖM & DAN BERGLUND 30 χρόνια από τον σχηματισμό των e.s.t.

Τριάντα χρόνια συμπληρώθηκαν πέρυσι (2023) από την δημιουργία των e.s.t. Ήταν 1993, όταν οι Esbjörn Svensson, Dan Berglund και Magnus Öström θα συγκροτούσαν αυτό το σχήμα, που θα άλλαζε την πορεία της jazz όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, δημιουργώντας νέα δεδομένα στο χώρο. Δυστυχώς, όλα αυτά θα τελείωναν, ως γνωστόν, τον Ιούνιο του 2008, με τον αδόκητο θάνατο του Svensson, όμως, στην πράξη, τίποτα ποτέ δεν τελειώνει, όταν μένουν πίσω οι συνεργάτες και βασικά ο κόσμος, που είναι εκείνος ο οποίος θα δίνει πάντα τροφή στα διάφορα... μεταθανάτια projects.
Έτσι λοιπόν οι δύο εναπομείναντες από τους e.s.t., ο κοντραμπασίστας Dan Berglund, με τον ντράμερ Magnus Öström, θα συνευρίσκονταν με τους Magnus Lindgren τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο, Joel Lyssarides πιάνο, Verneri Pohjola τρομπέτα και Ulf Wakenius ηλεκτρική κιθάρα, συγκροτώντας, στην πράξη, ένα σούπερ γκρουπ, που θα ερχόταν να αποδώσει την πρέπουσα τιμή στους e.s.t, τριάντα χρόνια μετά. Πώς; Πραγματοποιώντας δύο κονσέρτα, ένα στην Philharmonie της Κολονίας κι ένα δεύτερο στην εκκλησία Filadelfia στην Στοκχόλμη – με το πρώτο εξ αυτών, από τις 14 Οκτωβρίου 2023, να μετατρέπεται τώρα σε CD. Είναι το e.s.t. 30” [ACT Music + Vision / AN Music, 2024].
Το σετ είναι σαφές. Έξι κλασικά κομμάτια των
e.s.t., σαν τα “From Gagarins point of view”, “Seven days of falling”, “Eighthundred streets by feet”, “Tuesday wonderland”, “Elevation of love” και “Believe, beleft, below”, διασκευάζονται, εδώ, από μία ομάδα μεγάλων μουσικών, σολιστών (όλοι ανήκουν στο δυναμικό της ACT – τέλος πάντων έχουν βγάλει δίσκους εκεί), οι οποίοι αφήνονται αρκετά ελεύθεροι να περιπλανηθούν στις μουσικές του σουηδικού γκρουπ, δημιουργώντας κάτι νέο, που τοποθετείται βεβαίως πάνω στην παλαιά βάση.
Εδώ μπορεί να μην έχουμε ηλεκτρονικά, και άλλα τινά εφφέ που χρησιμοποιούσαν οι e.s.t., ούτε το στούντιο σαν έναν επιπλέον... οργανοπαίκτη, έχουμε όμως κιθαρίστα, τρομπετίστα και σαξοφωνίστα, που δίνουν στις μουσικές των Σουηδών μιαν άλλη διάσταση, ικανή και αυτή να περιγράψει την μαγεία των αυθεντικών συνθέσεων.
Όλα τα κομμάτια είναι ένα κι ένα, αλλά το 10λεπτο “Tuesday wonderland” είναι μια νέα (ανα)δημιουργία. Εξαιρετικό (live) CD!

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

TOMASZ STANKO QUARTET νύχτα του Σεπτέμβρη (ανέκδοτο άλμπουμ)

Για τον τρομπετίστα Tomasz Stanko (1942-2018) δεν χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω από το γεγονός πως θεωρείται, έως και σήμερα, έξι χρόνια μετά από τον θάνατό του, μία από τις ηγετικές προσωπικότητες της πολωνικής και κατ’ επέκταση της ευρωπαϊκής jazz. Η μεγάλη σε ποσότητα και ποιότητα δισκογραφία του, απλώς, το αποδεικνύει.
Ο Stanko εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ECM το 1976, με το άλμπουμ του “Balladyna”, για να έχει παρουσίες εκεί και σε κάθε επόμενη δεκαετία, δίνοντας πολύ σπουδαία άλμπουμ –ιδίως στα 90s και στα 00s– όπως ήταν, ανάμεσα σε άλλα, τα “Litania / Music of Krzysztof Komeda” (1997), “Leosia” (1997), “Soul of Things” (2002), “Suspended Night” (2004) και “Lontano” (2006).
Απ’ αυτή την πολύ καλή εποχή του, των mid-00s, η ECM φέρνει τώρα στο φως μια ανέκδοτη ηχογράφηση του Tomasz Stanko Quartet, υπό τον τίτλο September Night [ECM Records / AN Music, 2024] και μάλιστα ζωντανή από το Muffathalle του Μονάχου, που συνέβη στις 9 Σεπτεμβρίου του 2004. Είναι η φάση του άλμπουμ “Suspended Night”, με το κουαρτέτο του εκείνης της εποχής, το οποίον αποτελούσαν, πλην του ιδίου, οι Marcin Wasilewski πιάνο, Slawomir Kurkiewicz κοντραμπάσο και Michal Miskiewicz ντραμς.
Το ρεπερτόριο πάνω-κάτω είναι το αναμενόμενο. Πρωτότυπες συνθέσεις του
Stanko, και μόλις μία, το “Kaetano”, που υπογράφεται απ’ όλα τα μέλη του γκρουπ. Κομμάτια γνωστά σήμερα, όπως το Song for Sarah” από το “Suspended Night”, το “Euforila”, που υπάρχει σε διάφορα άλμπουμ του πολωνού τρομπετίστα, όπως στο ελληνικό του “Chameleon” (στην εταιρεία Utopia του Βαγγέλη Κατσούλη), μα και στο “Leosia”, επιπλέον το “Celina” από το “Matka Joanna” του 1995, μα και κομμάτια όχι γνωστά, όπως τα “Elegant piece” και “Theatrical”, δίνουν όλα αυτά την αφορμή στους έξοχους μουσικούς του κουαρτέτου να ξεδιπλώσουν τις ικανότητές τους, προσδίδοντας στις συνθέσεις ορμητικά δημιουργικά χαρακτηριστικά. Βεβαίως είναι και οι εκτεταμένες διάρκειες (με κάμποσα δεκάλεπτα κομμάτια ανάμεσα), που παρέχουν τη δυνατότητα στον αξιοθαύμαστο Wasilewski να «στρώσει παιγνίδι», να δημιουργήσει δηλαδή όλο εκείνο το, άλλοτε ρυθμικό και άλλοτε μελωδικό, υπόβαθρο, επί του οποίου η τρομπέτα του Stanko θα ακούγεται πάντα μαγική. Σίγουρα είχε μεγάλους πιανίστες δίπλα του ο Stanko, σε όλα τα χρόνια της δημιουργίας του, αλλά πιανίστες σαν τον Wasilewski δεν βρίσκεις κάθε μέρα. Γενικά η μπάντα αυτή ήταν φοβερή, κάτι που θα αποδεικνυόταν στην πορεία, όταν ως Marcin Wasilewski Trio θα διέπρεπε σε live και δισκογραφία.
Μόνο κομματάρες εδώ, σαν τις “Celina” και “Elegant piece” και μια παραγωγή του Manfred Eicher αντάξια της ιστορίας, και του γκρουπ και της ECM φυσικά.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

JOHN MAYALL μια μεγάλη μουσική απώλεια του τελευταίου καιρού – o κορυφαίος βρετανός bluesman ήταν πολύ αγαπητός και στο ελληνικό κοινό

Νεότεροι και παλαιότεροι μουσικοί φεύγουν συνεχώς από τη ζωή, αφήνοντάς μας πίσω τα καταπληκτικά άλμπουμ τους και μαζί ιστορίες και αναμνήσεις από τις παρουσίες τους στη χώρα μας. Και κάπως έτσι, στις 22 Ιουλίου, τα δυσάρεστα νέα θα αφορούσαν αυτή τη φορά τον Βρετανό John Mayall, έναν από τους πιο μεγάλους και διαχρονικούς στυλοβάτες του blues, που θα πέθαινε στα 90 χρόνια του.
Ο Mayall υπήρξε ένα κεφάλαιο από μόνος του για το blues και δη το ηλεκτρικό, από το μέσο των σίξτις και μετά, αφού ηχογράφησε δεκάδες δίσκους, δίνοντας εκατοντάδες live και παραμένοντας ενεργός για περισσότερο από 60 χρόνια. Πολλοί τον αποκαλούν «νονό», «παππού», «πατέρα» κ.λπ. του british blues, αν και αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν έχουν και πολύ νόημα. Σίγουρα ο Mayall δεν ήταν εκείνος που ξεκίνησε να κάνει γνωστό το blues στην Βρετανία, όταν υπήρχαν εκεί, από τα χρόνια του ’50 ήδη, ο Alexis Korner με τον Cyril Davies. Ήταν όμως εκείνος, που μαζί με τον Eric Clapton (μαζί και μόνοι δηλαδή) θα το πήγαιναν πιο μακριά απ’ όλους, γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες, μέσα στις δεκαετίες, και φέρνοντάς το μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια.
Μεγαλώσαμε, μουσικά, ακούγοντας και διαβάζοντας συχνά τον όρο
white blues. Πήγαινε και στους λευκούς Αμερικάνους (Mike Bloomfield, Paul Butterfield, Nick Gravenites) αυτός ο χαρακτηρισμός, που ξεκίνησαν να τραγουδούν blues την ίδια εποχή, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60, αλλά κυρίως αφορούσε τους Βρετανούς, που θα αγαπούσαν το blues περισσότερο και από τους Αμερικάνους, και που θα διαμόρφωναν στο δεύτερο πλέον μισό των 60s, το λεγόμενο blues-rock, εντάσσοντάς το και αυτό, επί ίσοις όροις, μέσα στο ψυχεδελικό περιβάλλον της περιόδου.
Ο Mayall ήταν ένας πολύ καλός συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής και ταυτοχρόνως πολυοργανίστας (έπαιζε σχεδόν όλα τα όργανα ενός «γεμάτου» γκρουπ της εποχής), έχοντας κι ένα ακόμη ιδιαίτερο ταλέντο – να εμφανίζει πάντοτε πολύ γερά συγκροτήματα. Διάλεγε, εννοώ, ό,τι καλύτερο υπήρχε στην πιάτσα από πλευράς μουσικών, και φυσικά όλοι τον εμπιστεύονταν ή και τον πίεζαν ακόμη, για να εμφανισθούν μαζί του.
Δεν είναι τυχαίο, εννοώ, πως από τα κατά καιρούς σχήματά του, τους Bluesbreakers κ.λπ., θα περνούσαν οι άσσοι κιθαρίστες Eric Clapton, Peter Green, Mick Taylor, Harvey Mandel, Freddy Robinson, Walter Trout, Coco Montoya και Buddy Whittington, οι μπασίστες John McVie, Jack Bruce, Tony Reeves και Larry Taylor, οι ντράμερ Hughie Flint, Aynsley Dunbar, Mick Fleetwood, Jon Hiseman, Keef Hartley και Paul Lagos, ενώ δεκάδες άλλοι μουσικοί θα μοιράζονταν στούντιο και πάλκα μαζί του, σαν τους Paul Butterfield, Gary Moore, Billy Gibbons, Otis Rush, DonSugarcaneHarris, Dick Heckstall-Smith, Alan Skidmore, Johnny Almond, Blue Mitchell, Steve Cropper, Chris Rea, Steve Miller, Billy Preston, Tommy Eyre, Jeff Healey, Jonny Lang, John Lee Hooker κ.ά. Ο Mayall τιμήθηκε όσο ελάχιστοι άλλοι μουσικοί της γενιάς του και αυτό το αποδεικνύουν οι αναρίθμητες συνεργασίες του. Όλοι ήθελαν να παίξουν μαζί του.
Κλασικοί δίσκοι του Mayall, και σχεδόν άπαντες απαραίτητοι για κάθε blues-rock δισκοθήκη (όπως λέγαμε παλιά), θεωρούνται όλοι της δεκαετίας 1965-1975 (εδώ δεν θα πρέπει να λησμονηθεί ο παραγωγός Mike Vernon και οι μηχανικοί ήχου Gus Dudgeon και Derek Varnals), ενώ δεν υπάρχει δίσκος του, από τους καμιά 70αριά που θα προλάβαινε να ηχογραφήσει έως εσχάτως, που να είναι μέτριος ή αδιάφορος. Ακόμη και στα ανερμάτιστα 80s ο Mayall θα έδινε, ανάμεσα σε άλλα, κι εκείνο το live στην πόλη Szeged, της Ουγγαρίας, που ως “Behind the Iron Curtain” (1985) θα κυκλοφορούσε και στην Ελλάδα από την Music-box, σε μια εποχή όπου το να παίζεις και να ηχογραφείς live στο... σιδηρούν παραπέτασμα, δεν ήταν κάτι αυτονόητο.
Χοντρικά, δίσκοι σαν τους “John Mayall Plays John Mayall” (1965), “Blues Breakers with Eric Clapton” (1966), “A Hard Road” (1967), “Crusade” (1967), “The Blues Alone” (1967), “Bare Wires” (1968), “Blues from Laurel Canyon” (1968), “The Turning Point” (1969), “Back to The Roots” (1971) και “Thru the Years” (1971) θεωρούνται και είναι αριστουργήματα του blues (του ηλεκτρικού βασικά) και προσωπικά τους βαθμολογώ με «άριστα», χωρίς να μπαίνω τώρα σε επιμέρους λεπτομέρειες.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/john-mayall-1933-2024-mia-megali-prosfati-moysiki-apoleia

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΝΟΣ ένα ιαπωνικό άλμπουμ σε κασέτα

Ο Γιώργος Κατσάνος (George Katsanos) είναι γνωστός μουσικός, που τον έχουμε δει και σε προσωπικούς δίσκους του και ως μέλος σχημάτων και ως συνεργαζόμενο. Θυμόμαστε, για παράδειγμα το άλμπουμ του (μαζί με τους Νίκο Γιούσεφ και Ειρήνη Τηνιακού) “Adagios from the Underground” [Underflow Record Store & Art Gallery, 2020], την παρουσία του στους Ward of Cause, στα άλμπουμ των Burgundy Grapes κ.λπ. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του Κατσάνου έχει τίτλο “Yuki” (2024) και κυκλοφορεί αυτή την εποχή σε κασέτα και digital από την γνωστή μας Submersion Records. Όπως διαβάζουμε στο μέσα μέρος του εξωφύλλου της κασέτας:
«Γεννήθηκα στην Αθήνα, Ελλάδα, αλλά πέρασα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια στην Ιαπωνία.
Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, που ήταν μηχανικός πλοίων, μετακομίσαμε στην Ιαπωνία και ζήσαμε πρώτα στο Χοκάιντο, μετά στην Ινοσίμα και μετά στη Χιροσίμα. Με μάγεψαν η ιαπωνική φύση και τα τοπία, η κουλτούρα της χώρας και ο ήχος της γλώσσας των ανθρώπων. Αυτά όλα θα άφηναν ένα μόνιμο αποτύπωμα στην ψυχή μου και πολλές ευχάριστες αναμνήσεις στο μυαλό μου. Έτσι, θεωρώ την Ιαπωνία ως δεύτερη πατρίδα μου. Αυτό το άλμπουμ ονομάζεται “Yuki”, που σημαίνει “χιόνι”. Θυμάμαι τις χιονισμένες μέρες στο Χοκάιντο σαν σε όνειρο παραμυθιού, όπως και τον πατέρα μου, που επίσης λάτρευε εκείνες τις μέρες. Τώρα που πέρασε στην άλλη πλευρά, κάθε φορά που χιονίζει, νιώθω το άγγιγμα του χιονιού στο πρόσωπό μου σαν χάδι από εκείνον. Ένα χάδι που μου λείπει τόσο πολύ»
.
Στο “Yuki” ο Κατσάνος χειρίζεται moog synthesizer, digital mellotron, kalimbas, ιαπωνικό ντραμ, ενώ χρησιμοποιεί και μηχανικούς ήχους ρολογιών, προκειμένου να περιγράψει όλες εκείνες τις εικόνες, που ανακαλεί στη σκέψη του η... ιαπωνικότητα. Οπωσδήποτε το κλίμα ambient είναι εκείνο που κυριαρχεί –με διαστάσεις ηλεκτρονικές φυσικά, μα ακόμη και ηλεκτροστατικές, πειραματικές, σινεματίκ, ονειρικές και τα ανάλογα– με το άκουσμα να είναι πλήρες, σίγουρα «εσωτερικό» και σε κάθε περίπτωση απολύτως ενδιαφέρον, με τα τέσσερα tracks (“Yuki I”, “Dreaming”, “Yuki II”, “Song for my father”) να... παραδίδουν τη σκυτάλη το ένα στο άλλο εντελώς ανεπαίσθητα, και με το έσχατο εξ αυτών να προκαλεί τα πιο ισχυρά συναισθηματικά vibes.
Μια αξιοπρόσεκτη παραγωγή.
Επαφή: https://submersionrecords.bandcamp.com/album/yuki

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 589

2/8/2024
Από τις Oblik Editions. Ανάμεσα και το "Ραντεβού στο Κύτταρο" [Όγδοο, 2024]...

1/8/2024
>>Για το Χόμπυ, δεν είμαι σίγουρη (αν έγραφα) –αλλά, για να το λες, κάτι θα ξέρεις. Έχω στα χέρια μου όλες κι όλες τρεις σελίδες, κομμένες από την Αθηναία και από το Πρώτο<<
Τζένη Μαστοράκη, στο «δισκορυχείον» 25 Μαΐου 2014
Αυτή η φωτό που βλέπετε παρακάτω είναι από το δισέλιδο της Τζένης Μαστοράκη «Ινδάλματα του πενταγράμμου απ’ όλο τον κόσμο» στο περιοδικό Χόμπυ, τεύχος της 7ης Οκτωβρίου 1965.
Η Τζένη, 16 ετών τότε, γράφει για τους Them και το “Here comes the night”, δίνοντας και μια σύνθεση του γκρουπ, που δεν ήταν κάτι αυτονόητο. Εντάξει υπάρχει ένα λαθάκι εδώ, αλλά γράφει για John (Jackie) McAuley, Billy Harrison (κιθάρα), Alan Henderson (μπάσο), Van Morrison και Peter Bardens (όργανο).
Εν τω μεταξύ ακόμη και σήμερα, που λέει ο λόγος, κανείς δεν ξέρει ποιος παίζει σε κάθε τραγούδι των Them. Για παράδειγμα, στο “Here comes the night” (που είχε κυκλοφορήσει τότε και σε ελληνικό 45άρι, και γι’ αυτό το λόγο γράφει η Τζένη στο Χόμπυ) κιθάρα παίζει, λέει, ο Jimmy Page!
Περιττό να πω πως εγώ γουστάρω αυτό το απλό και αφελές γράψιμο των σίξτις περισσότερο από το δήθεν ψαγμένο των έιτις, το επεξεργασμένο υποτίθεται τινών μουσικών περιοδικών, που στην βάση του είχε να κάνει με χοντρές ηλιθιότητες... και αυτό το είχα γράψει στο «δισκορυχείον» και το είχε διαβάσει και η Τζένη, τότε, το 2014.

1/8/2024
Αυτή η ιστορία με τα ρεμπέτικα, τα blues, τα tangos, τα fados κ.λπ., που τα ανακατεύουν σε προγράμματα, και τα παρουσιάζουνε σαν ένα έχει παλιώσει εντελώς. Βασικά, εγώ δυσκολεύομαι να πιστέψω πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να ακούν Βαμβακάρη και μετά καπάκι ν’ ακούσουν Αμάλια Ροντρίγκεζ, Κάρλος Γκαρντέλ και Μάντυ Ουώτερς. Τι δουλειά έχει ένας με τον άλλονε;
Τώρα... τα ρεμπέτικα μπορεί να είναι στα κύτταρα του κυρίου Μάτσα, όπως ο ίδιος διατείνεται, αλλά σε σχέση με το blues δεν πείθει. Όταν στα τρία ονόματα, που αναφέρει έχει τον Lead Belly, που δεν ήταν ακραιφνής bluesman, μα λαϊκός τραγουδοποιός (που έλεγε και blues, ανάμεσα σε πολλά άλλα) και κάποιον... ονόματι Ed lewis (που ίσως να εννοεί κάποιον πανάγνωστο φυλακόβιο, που είχε ανακαλύψει ο Alan Lomax κι έλεγε μερικά τραγουδάκια κι αυτός), αντί να κάνει λόγο για Bukka White, Son House, Robert Pete Williams κ.ά. (αφού την ψάχνει με τους φυλακόβιους), τότε αντιλαμβάνεσαι πολλά.

1/8/2024
>>»Η ιστορία έχει ως εξής. Μετά την επεισοδιακή συναυλία των Stones στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, τέσσερις ημέρες πριν την επιβολή της δικτατορίας, στις 17 Απριλίου 1967, τα ξένα γκρουπ σταμάτησαν να έρχονται στη χώρα μας. Όπως θα έχεις ακούσει, έγιναν πολλά επεισόδια, ο Mick Jagger και ο Keith Richards φάγανε και το "ξύλο" τους. Καθώς ήμουν σε μια εταιρεία που είχε κυρίως ξένο ρεπερτόριο, ως Έλληνας ένιωθα προσβεβλημένος λόγω του εμπάργκο. (…) Στη συνέχεια συνεννοήθηκα με ένα γραφείο που έφερνε καλλιτέχνες κυρίως από τη Ρωσία. Οι Police έκαναν δύο συναυλίες στο Σπόρτινγκ, οι οποίες ουσιαστικά κατάργησαν το εμπάργκο που είχε επιβληθεί ανοίγοντας τον δρόμο για τα επόμενα χρόνια.<<
Μην πιστεύετε όσα σας λένε. Είναι άσχετοι με αυτά τα θέματα. Ό,τι λένε το λένε μόνο για να εξάρουν τον εαυτό τους. Με την ιστορία έχουν τη χειρότερη των σχέσεων. Ποτέ δεν είδαν τη μουσική βαθιά, συνολικά και σε σχέση με τη κοινωνία και όσα παράλληλα διαδραματίζονταν τριγύρω. Ποτέ δεν σκέφτηκαν πάνω στη μουσική. Είναι δεκάδες οι ξένοι καλλιτέχνες και τα συγκροτήματα, που έπαιξαν ζωντανά στην Ελλάδα από το 1967 (Rolling Stones) έως το 1980 (Police). Δεν υπήρξε ποτέ κανένα εμπάργκο.

30/7/2024
Το πρώτο βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη, που ήταν η αιτία, για να βρεθούμε και να τα πούμε από κοντά...
[Θλίψη μόνο, αυτή τη στιγμή, για τον χαμό της]

30/7/2024
>>Καλημέρα Καλημέρα, Σημειώσεις Ενός Μονομανούς στην Athens Voice (official) με μερικά βιβλία για το καλοκαίρι. Έτσι όπως τα πολλά δεν χώρεσαν στην περιορισμένη έκταση της στήλης, τα φέρνω εδώ ως κείμενο και μάλιστα με ακυκλοφόρητη φωτογραφία. Επιπλέον, Πρωινά, στο Τρίτο, στις 8.00. Καλή ανάγνωση, καλή ακρόαση.
Βιβλία για το Καλοκαίρι
(...) Ένα από τα βιβλία που θα διαβάσω κατά τη διάρκεια των διακοπών -μα όλο και του ρίχνω ήδη ματιές- είναι το “Ραντεβού στο Κύτταρο” (Όγδοο) του Φώντα Τρούσα. Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1996 αλλά τώρα έρχεται συμπληρωμένο και μάλιστα διπλάσιο απ’ ό,τι ήταν στην αρχική του εκδοχή. Εδώ μπορεί κανείς να μελετήσει με προσοχή το ελληνικό ροκ και την ποπ μέσα από τη δισκογραφία των ετών 1965-1982 και με την ακρίβεια και την τεκμηρίωση που ο Τρούσας μας έχει συνηθίσει σε ένα προς ένα από τα γραπτά του. (...)<<

Ευχαριστώ τον Γιώργο Φλωράκη και την Λέσχη Ακρόασης (Creative Listening Club), για την αναφορά στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024]. Η φωτογραφία είναι μια προσαρμογή της δικής του.

30/7/2024
Νομίζω πως ήρθε η ώρα να τα δώσει...

29/7/2024
Καλά, και οι ψηφοφόροι του Αυτιά διαμαρτύρονται για όσα συνέβησαν στο Παρίσι;
Ρε πάτε δείτε καλύτερα αυτό το τραγουδάκι...
https://www.youtube.com/watch?v=tyrowWnlNnQ

29/7/2024
Πριν από δέκα μέρες πέθανε στα 59 του ο Toumani Diabaté, από το Μαλί. Έπαιζε κόρα. Το “Songhai” από το 1988, με Ketama και Danny Thompson το έχω σε βινύλιο ακόμα, και είναι από τους λίγους «άλλους» δίσκους των έιτις, που δεν ξεφορτώθηκα μέσα στα χρόνια, ενώ και αυτό που βλέπετε με τον Taj Mahal, από το 1999, ήταν φοβερή δισκάρα.
Για μένα τα 90s ήταν κάτι τέτοιοι δίσκοι, μετά από το... απογοητευτικό ροκ της εποχής.

29/7/2024
>>Να κι ένα πολύ ωραίο βιβλίο το οποίο, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν πρόκειται να αποχωριστώ από δίπλα μου αυτό το καλοκαίρι. "Ραντεβού στο Κύτταρο", όπου ο Φώντας Τρούσας, με απολαυστικό τρόπο γραφής, κάνει καταγραφή της δισκογραφίας της ελληνικής ποπ και ροκ μουσικής από το 1965 έως το 1982!! Με δυο λόγια... τις 350βάλε σελίδες του βιβλίου δεν χορταίνεις να τις ξεφυλλίζεις και να διαβάζεις ξανά και ξανά για συγκροτήματα, τραγουδοποιούς, τραγουδιστές, τραγουδίστριες, δίσκους... (...) Το βιβλίο του Φώντα Τρούσα είναι, εκτός από καλογραμμένο και με αξιοζήλευτη δομή, αποτέλεσμα μακρόχρονης έρευνας και η κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε αυτό είναι περασμένη ... από χίλια κοσκινα (όσοι τον παρακολουθούμε, ξέρουμε πολύ καλά την εμμονή του στις ΑΚΡΙΒΕΊΣ ΚΑΙ ΕΓΚΥΡΕΣ πληροφορίες)!!<<
Ευχαριστώ τον φίλο και τραγουδοποιό Κώστα Άγα, για όσα λέει για το "Ραντεβού στο Κύτταρο" [Όγδοο, 2024].

27/7/2024
Ηχούν πιο δυνατά, με κρότο, όταν τα διαβάζεις, παρά όταν τα ακούς μελοποιημένα...
Στη ζωή μας βρήκαμε ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε κι ήρθανε σκοτάδια.
Όλα γκρεμιστήκανε, δεν υπάρχει νόμος.
Στην καρδιά παράπονο και στα μάτια ο τρόμος.
Το σκυλί στην πόρτα μας έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι, προχωρούν οι άλλοι.
[Γκάτσος]

27/7/2024
Την τελετή των ολυμπιακών αγώνων του Παρισιού δεν την είδα. Επίσης δεν είχα δει ούτε την τελετή έναρξης των ολυμπιακών της Αθήνας, το 2004. Τώρα κάθισα και διάβασα το ημερολόγιο με τις αναμνήσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου στο lifo. gr., γύρω από το making of εκείνης της τελετής, και είδα μερικά βίντεο, που μου άρεσαν – πολύ. Δεν έχω την ολοκληρωμένη εικόνα του τι συνέβη στην Αθήνα του ’04, αλλά δεν πειράζει. Τις πιο πολλές φορές μ’ ενδιαφέρει να παίρνω σπαράγματα από δω κι από κει και να συνθέτω τη δική μου αφήγηση.
Ένα θέαμα μαζικό, που απευθύνεται σε εκατομμύρια ανθρώπους ου μην αλλά και σε δισεκατομμύρια, έχει κάτι το τρομακτικό. Η κλίμακα δρα εξουθενωτικά. Θαυμάζεις την αποστολή, το τάξιμο, την προσήλωση στο στόχο αυτών των καλλιτεχνών, το να φέρνουν εις πέρας κάτι τόσο πλατύ, που να απευθύνεται ταυτόχρονα σε όλες τις φυλές του κόσμου, σε όλους τους πολιτισμούς, σε όλες τις γλώσσες – σε φτωχούς και πλούσιους, σε τίμιους και άτιμους. Μεγάλη Τέχνη εις διπλούν. Και ως προς την κατασκευή της και ως προς τα μηνύματά της. Τι να πεις...
Νοιώθεις εκμηδενισμένος μπροστά σ’ αυτά τα μεγέθη και την πολυσημία τους. Και κάπως έτσι τρέχεις να «κρυφτείς» στο έργο κάποιων άλλων ανθρώπων, που απευθύνθηκαν μόνο στον εαυτό τους και σε πέντε-δέκα άλλους, και που δημιουργούν διαχρονικά, μέσα στην ιστορία, εκείνες τις μικρές αναλαμπές, που μπορεί να μετατραπούν αργότερα σε φωταψίες από τους επόμενους.
Κάθε τι μεγάλο πατάει γερά πάνω στα μικρά και τα ασήμαντα.
[Τρεις φωτό, από τρεις ταινίες του Κώστα Σφήκα. «Μοντέλο» (1974), «Αλληγορία» (1986), «Το προφητικό πουλί των θλίψεων του Πάουλ Κλέε» (1995)]

26/7/2024
Οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού είχαν πιο ενδιαφέρον από τους Ολυμπιακούς Αγώνες... Πόσο μάλλον αυτή, που είχε μέσα Johnny Hallyday & Silvie Vartan, Rocky Roberts, Digno Garcia y sus Carios, Peppino Di Capri, Aldemaro Romero and his Onda Nueva Group, Luis Aguilé, Aliza Azikri, Sarolta Zalatnay, Agostinho Dos Santos, Τέρη Χρυσό, J.B. Euson, Radoyka, Natalie Cole κ.ά.

26/7/2024
Νο. 1242 - MAY 7th, 1966

26/7/2024
Έξω από το εργοτάξιο στο Χίλτον τα τελευταία δύο χρόνια, έχουν τοποθετήσει πάνω στις λαμαρίνες κάτι φωτογραφίες παλαιών διασημοτήτων, για να τις βλέπει ο κόσμος και να θυμάται ή να αναλογίζεται τι σήμαινε κάποτε, το να διαμένει στο ξενοδοχείο, ένας Σινάτρα, ένας Μπελμοντό, ένας Τέλλυ Σαβάλας ή μια Έλλα Φιτζέραλντ. Δεν θα δεις πουθενά όμως μια φωτό που να σε συνδέει αμέσως με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό – κάποια, ας πούμε, από τις εκδηλώσεις του Ηλία Πετρόπουλου «Ρεμπέτικα Τραγούδια Τεκμήρια», από τον Απρίλιο-Μάιο του 1968.
Υπάρχει πάντα αυτή η τάση να δίνουν οι ξένοι νόημα σε ό,τι κάνουμε, και όχι εμείς οι ίδιοι. Αισθανόμαστε μειονεκτικά έναντι των δικών μας επιτευγμάτων, των δικών μας «ηρώων», και υπερθεματίζουμε σχεδόν δουλοπρεπώς σε οτιδήποτε μας αναβαθμίζει (υποτίθεται) μέσω της αλλοδαπής.
Εγώ δεν εναντιώνομαι στις φωτογραφίες των ξένων, εναντιώνομαι στο να μην υπάρχει ανάμεσα ο Τσιτσάνης, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Αντώνης Ρεπάνης, ο Γιάννης Δέδες και οι λοιποί που φαίνονται εδώ. Χίλτον ’68...

25/7/2024
Δεν έχω ακούσει μέτριο δίσκο του Mayall, ποτέ. Κι έχω ακούσει δεκάδες. Όλοι είναι από καλοί έως αριστουργήματα. Ακόμη και στα 80s δεν κατέβασε ποτέ τη σημαία. Πόσο μάλλον με κάτι τέτοιες υποτιμημένες δισκάρες από το 1974. The Latest Edition...

25/7/2024
Το κακό που επέφερε στον ελληνικό κινηματογράφο, για να μην πούμε, γενικότερα, για το σύγχρονο πολιτισμό η... βλάμισσα από το Κολωνάκι δεν έχει αποτιμηθεί.
Από το βιβλίο του Ε. Ζάχου-Παπαζαχαρίου, που έφυγε σήμερα από τη ζωή (εν ειρήνη...) «Η ΛΑΪΚΟΤΗΤΑ στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο» [Φαρφουλάς, 2010].
Λέει κι άλλα. Τέσσερα σκάναρα...

GIOVANI GUIDI / JAMES BRANDON LEWIS / THOMAS MORGAN / JOÃO LOBO νέος δίσκος στην ECM

Το παλαιό Giovanni Guidi Trio (Giovanni Guidi πιάνο, Thomas Morgan κοντραμπάσο, João Lobo ντραμς), που το γνωρίσαμε από τα ECM-άλμπουμCity Of Broken Dreams” (2013) και “This Is The Day” (2015) έχει πλέον μετασχηματιστεί (και) σε κουαρτέτο, με την άφιξη του σημαντικού αμερικανού τενόρο σαξοφωνίστα James Brandon Lewis, κι έτσι κάπως, τον Αύγουστο του 2023, θα ηχογραφηθεί το παρόν άλμπουμ, που αποκαλείται “A New Day” [ECM Records / AN Music, 2024].
Λέμε για ένα δίσκο που περιλαμβάνει επτά μόλις κομμάτια, πέντε πρωτότυπα, μία version του κλασικού “My funny Valentine” [Rogers & Hart] και μια εκτέλεση του παραδοσιακού καταλανικού “Cantos del ocells” (El cant dels ocells).
Το “A New Day” είναι ένας δίσκος χαμηλών τόνων, γενικώς, που στοχεύει, πρώτα και κύρια, στη δημιουργία ενός κάποιου κλίματος. Τι είδους; Έντονα συναισθηματικού, με μελωδίες ωραία επεξεργασμένες, τις οποίες προβάλλει άλλοτε ο νέος καλεσμένος James Brandon Lewis και άλλοτε ο Guidi, και με τους υπόλοιπους μουσικούς να διαμορφώνουν επιμελώς το ρυθμικό περιβάλλον. Είναι πάντα έτσι; Όχι. Γιατί στο “A New Day” καταγράφονται και κομμάτια όπως το “To a young student” (του Guidi) για παράδειγμα, στο οποίο ο πιανίστας ακολουθεί τη δική του λιτή διατύπωση με αυξομειούμενη ένταση, με τον κοντραμπασίστα να παρεμβαίνει με παίξιμο με δοξάρι και με τον ντράμερ να «γεμίζει» χρησιμοποιώντας mallets (σαξόφωνο δεν υπάρχει). Επίσης υπάρχουν tracks, που μοιάζουν περισσότερο πειραματικά, πιο ελεύθερα, σαν το “Means for a rescue”, με το σαξ και πάλι να απουσιάζει, και άλλα στα οποία το τενόρο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, όπως συμβαίνει με το “Only sometimes”. Η ευγλωττία και η άνεση του τρίο κυριαρχεί σε κομμάτια όπως το “My funny Valentine”, ενώ το κλείσιμο με το “Wonderland” φέρνει και πάλι το κουαρτέτο στο προσκήνιο σε μια σύνθεση, που επιβάλλεται δια της (αφηγηματικής) ομορφιάς της.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

VIBRAVOID νέος δίσκος

Για τους Γερμανούς Vibravoid, μια από τις μπάντες «κόσμημα» του σύγχρονου ψυχεδελικού ροκ, έχουμε γράψει πολλές φορές στο blog – αν και η τελευταία φορά, όπως διαπίστωσα τώρα, ήταν το 2018, όταν αναφερθήκαμε στους δίσκους τους “Vibrations from the Cosmic Void” και “Live at Rheinkraut Festival 2018”, αμφότερους στην Stoned Karma. Εν τω μεταξύ από το 2018 μέχρι και σήμερα οι Vibravoid έχουν τυπώσει πάνω από δέκα(!) άλμπουμ, με το πιο πρόσφατο απ’ αυτά, τοWe Cannot Awake[Tonzonen Records, 2024], να κυκλοφορεί στις 23 Αυγούστου. Τι ακούμε εδώ; Έξι tracks, πέντε στην πρώτη πλευρά και ένα στην δεύτερη, το 20λεπτο “We cannot awake”.
Διαβάζω πως οι Vibravoid είχαν να βγάλουν χρόνια κομμάτι-πλευρά. Προσωπικά δεν ξέρω αν, όντως, κάτι τέτοιο αληθεύει, αν και σε κάθε περίπτωση αυτό το φερώνυμο τεράστιο track, που κλείνει τον τελευταίο δίσκο τους, είναι σίγουρα κάτι διαφορετικό, δείχνοντας πως οι Γερμανοί έχουν χαράξει τον δικό τους δρόμο, βαδίζοντας αγέρωχα πάνω σ’ αυτόν, χωρίς διάθεση για επιστροφή. Το συγκεκριμένο track ξεκινά πολύ δυναμικά, με όλα τα όργανα (κιθάρες, μπάσο, ντραμς, πλήκτρα και εφφέ) να ακούγονται τσιτωμένα και «στο κόκκινο», έχει γρήγορο «μοτόρικο» τέμπο, «χαμένα» φωνητικά, ένα χαμήλωμα της έντασης, εκεί περί την μέση, για κανα πεντάλεπτο, με τα φωνητικά να κυριαρχούν, πάντα κινούμενα σ’ ένα ψυχεδελικό σκηνικό, πριν από το δεύτερο και τελευταίο ξέσπασμα, που θα πάει το κομμάτι μέχρι το τέρμα του, επαναφέροντάς το στο αρχικό πρότυπο.
Όμως και τα πέντε «μικρά» κομμάτια της πρώτης πλευράς έχουν ενδιαφέρον, με πρώτα ανάμεσά τους τα Byrds-ικά “Nothing is wrong” και “A comment of the current times”, με τα υπόλοιπα να κινούνται πάντα σ’ ένα γρήγορο τέμπο, καθώς ακούγονται σφιχτά και μετρονομημένα, εξάπτοντας τις αισθήσεις.
Έχουν το ύφος τους, τον τρόπο τους και την μανιέρα τους οι  Vibravoid, δεκαετίες τώρα, και όλα αυτά τα υπηρετούν, και στο “We Cannot Awake”, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Επαφή: www.tonzonen.de