Κυριακή 11 Αυγούστου 2024

TOUMANI DIABATÉ ένας μεγάλος μουσικός από το Μαλί, που πέθανε πριν από λίγες μέρες – συνέβαλε, με τους δίσκους και τις συνεργασίες του, όσο λίγοι στην έκρηξη της world music στα 80s και τα 90s

Μία από τις μεγαλύτερες μουσικές «επαναστάσεις», που ζήσαμε, όσοι θυμόμαστε καλά τα έιτις, ήταν η έκρηξη του world και του ethnic – στο δεύτερο μισό εκείνης της δεκαετίας. Η ποπ, το ροκ, η τζαζ, το blues και τα λοιπά, μπορεί να ακολουθούσαν την πορεία τους, αλλά συνάμα σαν ακροατής, ο καθένας και η καθεμία από εμάς, ένοιωθε, πως «τα πάντα» είχαν τελειώσει και πως ό,τι άκουγες, από ’κει και πέρα, ήταν απλώς αναμασήματα. Ευχάριστα και ωραία, που μπορεί να σου κρατούσαν καλή παρέα, στα κλαμπ και τα μπαρ, αλλά, εν πάση περιπτώσει, αναμασήματα.
Ήταν προφανές, θέλω να πω, πως το διαφορετικό δεν θα μπορούσε να προέλθει, πλέον, από τη Δύση, και από τα γνωστά κέντρα της ποπ, και πως θα έπρεπε, αυτά ακριβώς τα κέντρα, κάποιο μέρος τους τέλος πάντων, να την ψάξει προς άλλες κατευθύνσεις, αν ήθελε η μουσική να κάνει ένα βήμα παρακάτω.
Οι πολιτικές του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ήταν μια πολύ βασική αιτία, που έσπρωξε κάποιους ευαισθητοποιημένους και οπωσδήποτε υποψιασμένους μουσικούς της εποχής να ανοίξουν τη βεντάλια των επιρροών τους προς άλλες κατευθύνσεις. Ο πρώτος εξ αυτών (τουλάχιστον από τα μεγάλα ονόματα) ήταν ο Peter Gabriel, ο οποίος το 1980 τραγουδά το “Biko” (κομμάτι επηρεασμένο από τον θάνατο του νοτιοαφρικανού ακτιβιστή των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων Steve Biko το 1977), κάνοντας ποπ με afro στοιχεία, συνιδρύοντας το 1982 το φεστιβάλ WOMAD, πριν έλθει η ώρα να βάλει στα σκαριά και την Real World Records το 1989.
Ο δεύτερος ήταν ο Paul Simon, ο οποίος το 1986 κυκλοφορεί το πολύ επιτυχημένο LP “Graceland”, συνεργαζόμενος και με νοτιοαφρικανούς μουσικούς, δείχνοντας πως ο δρόμος δεν είναι άλλος από αυτόν του ανακατέματος δυτικών και αφρικανικών (εν προκειμένω) επιρροών, έτσι ώστε να μπουν οι βάσεις για ένα νέο είδος μουσικής, που δεν θα άφηνε ανεπηρέαστη και την ποπ. Να μην ξεχνάμε πως το 1988 ο Eddy Grant θα έσπαγε τα κοντέρ με το “Gimme hope Jo'anna”, δηλαδή μ’ ένα ακόμη τραγούδι κατά του απαρτχάιντ, κάτι που θα έκανε (από την μεριά του afro) και ο Mory Kanté από την Γουινέα με το “Yé ké yé ké” του την προηγούμενη χρονιά (1987).
Το 1986 δημιουργείται στο Λονδίνο η World Circuit Records, η οποία μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα τυπώσει απίστευτους δίσκους των Kanté Manfila, Ali Farka Toure, Jali Musa Jawara, Abdel Gadir Salim, Orchestra Baobab κ.ά., πριν ο Nick Gold, μαζί με τον Ry Cooder, προκαλέσουν σεισμό, λίγο μετά το μέσο των 90s, με τους περίφημους Buena Vista Social Club (1997).
Ένας άλλος πολύ σημαντικός παραγωγός της εποχής –λέμε πάντα για την δεκαετία του ’80– ήταν ο Αμερικανός Joe Boyd, τον οποίο ο κόσμος θα τον ήξερε ως «Βρετανό», αφού από τα σίξτις ήδη ήταν εγκατεστημένος στο Λονδίνο, δουλεύοντας στην πορεία με τους Pink Floyd, τους Fairport Convention, τους Incredible String Band, τον Nick Drake, την Vashti Bunyan, τις καναδές αδελφές McGarrigle κ.ά. Το 1980 ο Boyd θα ιδρύσει την περιώνυμη Hannibal Records αρχίζοντας, σταδιακά, να ηχογραφεί και καλλιτέχνες από την ανατολική Ευρώπη, τον «τρίτο κόσμο» και από αλλού, ή τέλος πάντων να κυκλοφορεί δίσκους τους, επιχειρώντας και αυτός τη δική του μεγάλη παρέμβαση.
Έτσι, το 1986, ο Boyd θα βγάλει άλμπουμ του Αιθίοπα Mahmoud Ahmed, έτη φωτός μπροστά από τις συλλογές “Éthiopiques”, που θα ξεκινούσαν το 1998, θα ηχογραφήσει τους Ούγγρους Muzsikás και την Márta Sebestyén, θα κυκλοφορήσει LP του Κουβανού Silvio Rodriguez, των Trio Bulgarka, των Ισπανών Ketama και Pata Negra και ήταν τότε, εκείνη την εποχή, όταν θα τύπωνε και το περίφημο LP Kaira” (1988) το πρώτο αυστηρά προσωπικό άλμπουμ του Μαλινέζου Toumani Diabaté στη Δύση (και όπου αλλού) σε παραγωγή της Lucy Durán. Γι’ αυτό τον μεγάλο μουσικό, που θα έφευγε από τη ζωή στις 19 Ιουλίου, στα 59 χρόνια του, θα πούμε πολλά στη συνέχεια.
Θυμάμαι τον αείμνηστο φίλο Γιάννη Αδαλόπουλο συνεργάτη και στο περιοδικό «
Jazz & Τζαζ» να μου λέει από εκείνη ήδη την εποχή, στο τέλος των έιτις, πως... το ροκ έχει πλέον τελειώσει και πως η νέα μουσική ήταν αυτή της Hannibal του Joe Boyd και όλων των άλλων παραγωγών, με ήχους από τους ξεχασμένους κόσμους. Το έβλεπα, το άκουγα, αλλά... Πάντα πίστευα στην απελευθερωτική δύναμη του ροκ, και τότε και σήμερα ακόμη (κάτι που είναι πλέον ψευδαίσθηση), αλλά εκείνα τα χρόνια μού φαινόταν κάπως βαρύ να το αποδεχθώ. Ο Γιάννης όμως επέμενε – και κάτω από το δικό του μουσικό ψηστήρι, να το πω έτσι, θα αγόραζα τελικά, τότε, το άλμπουμ “Songhai” [Hannibal, 1988] με τους Ketama, τον Toumani Diabaté και τον άσσο μπασίστα Danny Thompson (από Pentagle κ.λπ.), το οποίο έχω ακόμη στη δισκοθήκη μου, και εξακολουθώ να το απολαμβάνω, όπως και την πρώτη φορά.
Ο Γιάννης, που πίστεψε από νωρίς στους ήχους από τα πέρατα του κόσμου, όπως και στα αναρίθμητα crossovers που θα ακολουθούσαν, θα συναντούσε τον Toumani Diabaté σ’ ένα από τα ταξίδια του στο Αμπιτζάν της Ακτής Ελεφαντοστού, σε κάποιο φεστιβάλ world music, θα συζητούσε μαζί του, και τον Ιούλιο του 2000 εκείνη τη συζήτηση θα την μετέφερε και στο «Jazz & Τζαζ» (τεύχος #88). Είναι ό,τι ακολουθεί (με τα λόγια του Diabaté):
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/toumani-diabate-enas-megalos-moysikos-apo-mali-poy-pethane-prin-apo-liges-meres

Σάββατο 10 Αυγούστου 2024

YOMI SHIP, COLLAPSE UNDER THE EMPIRE νέο rock από την Αυστραλία και την Γερμανία

YOMI SHIP: Feast Eternal [Private Pressing, 2024]
Οι Yomi Ship είναι μια σύγχρονη instrumental rock μπάντα από το Περθ της Αυστραλίας. Αποτελούνται δε από τρία άτομα, τον Jarred Osborne, την Jade Champion και τον Nick Osborne, που παίζουν ό,τι ακούγεται σ’ αυτό το πρόσφατο ανεξάρτητο άλμπουμ τους, το οποίον αποκαλείται “Feast Eternal”.
Το ύφος των Αυστραλών είναι ιδιαίτερο, και αυτό δεν μπορεί παρά να τους κάνει να ξεχωρίζουν. Χοντρικά, δανείζονται στοιχεία από το σύγχρονο
post-rock, τα οποία συνδυάζουν με επιρροές από το παλαιό ψυχεδελικό rock, και βασικά τους πρώιμους Pink Floyd, ανακατεύοντας ενδιαμέσως και άλλες αναφορές, φολκλορικές ιαπωνικές ας πούμε – φέρνοντας στη μνήμη, σε κάποια κομμάτια τους, τους Jade Warrior.
Περαιτέρω, οι συνθέσεις των Yomi Ship βγάζουν αρκετή ένταση, είναι ηχογραφημένες δυνατά, και επιβάλλονται όχι μέσω του όγκου τους αναγκαστικώς (από τα δώδεκα tracks του CD μόλις δύο είναι πάνω από πέντε λεπτά), αλλά της ρυθμικής ακολουθίας τους, που είναι επιβλητική ακόμη και όταν οι διάρκειες είναι δίλεπτες. Πολλές φορές τα θέματα των Yomi Ship μοιάζουν κάπως σαν βάσεις, για κάτι ευρύτερο, που τελικώς δεν έρχεται, αλλά αυτό δεν το λέμε ως μειονέκτημα – καθότι ακόμη και αυτά τα σύντομα κομμάτια, σαν το “Premonitions” π.χ., ακούγονται ολοκληρωμένα. Ξεχωρίζουν επίσης το “The izoku”, το “Oni” (που είναι από τα πιο ψεχεδελικότροπα κομμάτια τους, με eastern αναφορές), το “Obakes grotto”, που είναι από τα πιο υποβλητικά (φέρνοντας στη μνήμη μου κάτι από Meckis Mark Men) και άλλα τινά. Ωραίο άλμπουμ!
Επαφή: www.yomiship.com, www.birdsrobe.com
COLLAPSE UNDER THE EMPIRE: Non-Album Singles + Bonus Tracks [Finaltune Records, 2024]
Οι Γερμανοί Collapse Under the Empire (Chris Burda και Martin Grimm βασικά, αλλά και με την προσθήκη του ντράμερ Nando Schäfer εσχάτως), είναι ένα σχήμα που κινείται σε μετα-ροκ περιβάλλοντα και που μας έχει απασχολήσει και πάλι στο blog. Το λέμε, γιατί έχουμε ήδη γράψει reviews για τα άλμπουμ τουRecurring” (2023), “Everything We Will Leave Beyond Us” (2020) και “The Fallen Ones” (2017), άπαντα στην Finaltune Records.
Το πιο νέο CD (και digital) των Collapse Under the Empire αποκαλείται “Non-Album Singles + Bonus Tracks” και περιλαμβάνει δεκαπέντε κομμάτια, στο γνωστό ορχηστρικό ύφος της μπάντας – ήτοι non album singles, όπως διαβάζουμε (από το 2014, το 2018, το 2019 και το 2022), bonus tracks από 2012 και το 2019, καθώς και unreleased tracks από το 2011 έως και το 2017.
Παρότι τα κομμάτια των Collapse Under the Empire προέρχονται από διαφορετικά sessions, χρόνια, εποχές κ.λπ., εντούτοις το αποτέλεσμα, έτσι όπως καταγράφεται στο άλμπουμ τους, είναι αρκετά καλό, δίχως να χάνεται κάπου η επαφή με τον ήχο τους. Εννοούμε, πως η ροή είναι άψογη εδώ, και οι κάπως σινεματίκ μουσικές των Γερμανών, με αυτό το εντυπωσιακό επικό στοιχείο, ακούγονται στη σειρά με τα υπόλοιπα CD τους, δημιουργώντας ένα τείχος από επάλληλους τοίχους – ηχητικούς τοίχους δηλαδή, ρυθμικά πακτωμένους και μελωδικά ατελείωτους. Συνεπείς! Τρομερό το νούμερο #5 “Non-album single (2019)” και άλλα διάφορα. 

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2024

TOXIC RABBITS, ILLY indie rock και electronica από Αθήνα και Θεσσαλονίκη

TOXIC RABBITS: Witches [Submersion Records, 2024]
Πέντε χρόνια μετά το City of Dead Lights” [Sound Effect Records, 2019] οι Toxic Rabbits βρίσκονται και πάλι στο προσκήνιο με το πιο νέο άλμπουμ τους, που αποκαλείται “Witches”. Η μπάντα κινείται πάντα στο χώρο του αγγλόφωνου κυρίως indie-rock (λέμε «κυρίως», επειδή υπάρχουν και κάτι λίγα ελληνικά λόγια εδώ), έχοντας στη σύνθεσή της την Δανάη Κασίμη που ερμηνεύει και γράφει τους στίχους των τραγουδιών, και ακόμη τους Dim Pap Man μπάσο, φωνή, Strange C κιθάρες και Γιώργο Δαμέλο ντραμς.
Οι Toxic Rabbits και σ’ αυτό το CD τους παρουσιάζονται με καλό ή και πολύ καλό υλικό. Δεν είμαι σίγουρος αν καταγράφουν, ταυτοχρόνως, και βήματα προς τα εμπρός (σε σχέση με το προηγούμενο άλμπουμ), εκείνο που ξέρω είναι πως τα τραγούδια τους εξακολουθούν να είναι δυνατά, στιβαρά, νευρώδη, καλοτοποθετημένα και καλοηχογραφημένα, με αποτέλεσμα το “Witches” να ακούγεται και αυτό με περισσό ενδιαφέρον.
Διατηρώντας πάντα τις ευαισθησίες τους στον στίχο, που παραμένει κοινωνικοπολιτικός, κινούμενος γύρω από τα θέματα του καιρού μας, το προσφυγικό ας πούμε (“Point zero”), εκφράζοντας ταυτοχρόνως τις αγωνίες του καθημερινού ανθρώπου, που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σ’ ένα ανάλγητο σύστημα εξουσίας (“The tower”, “Lion”, “Witches”), μ’ έναν τρόπο άμεσο, αλλά ταυτοχρόνως και ποιητικό, οι Toxic Rabbits είναι η μπάντα, που την ακούς ως κάτι άμεσο και γειωμένο με όσα συμβαίνουν δίπλα μας, τραγουδώντας για καταστάσεις που όλοι τις βιώνουμε και εν τέλει μας αφορούν.
Επαφή: https://submersionrecords.bandcamp.com/album/witches
ILLY: 5 Days On a Floating Board [Submersion Records, 2024]
Η Illy (Ηλιάνα Χρηστάκη) είναι μία συνθέτρια της ηλεκτρονικής από τη Θεσσαλονίκη. Βασικά, εδώ στο blog, την γνωρίζουμε από το άλμπουμ των Totsouko και IllyAT” [To Pikap Records, 2022], για το οποίο είχαμε γράψει παλαιότερα, αν και η Illy έχει παρουσίες και σε άλλα σχήματα (Rebecca Challis, Titicut Follies, Tsekouri Prioni Katsavidi), όπως διαβάζουμε στο discogs.
Στην πιο νέα δουλειά της, που αποκαλείται “5 Days On a Floating Board” και η οποία κυκλοφορεί σε κασέτα και σε digital, η Illy παραθέτει πέντε συνθέσεις της (από “Day 1” έως “Day 5”), μέσα από τις οποίες καταγράφονται και τα πιο ειδικά ενδιαφέροντά της.
Ας πούμε στο εισαγωγικό “Day 1”, που διαρκεί 2:38, η Illy παρουσιάζει ένα ambient υποβλητικό track, με ήχους που «χτυπάνε» δυνατά, πάνω σ’ ένα συνεχές background, με το “Day 2” να διαθέτει περισσότερα minimal χαρακτηριστικά, με σωρούς ήχους από synths να δημιουργούν στην πορεία μια κατάσταση έκστασης, πριν από την τελική «οπισθοχώρηση». Απεναντίας το “Day 3” μοιάζει πιο οριοθετημένο από ρυθμικής άποψης, παρότι και εδώ οι «αλλαγές» και τα «γεμίσματα» συμβαίνουν με ανεπαίσθητο τρόπο. Στο προτελευταίο track (“Day 4”), που έχει και την πιο μεγάλη διάρκεια, αφού αγγίζει τα οκτώ λεπτά, εκείνα που κυριαρχούν είναι τα πιο πειραματικά στοιχεία, μιας οπωσδήποτε απαιτητικής electronica, με το άλμπουμ να κλείνει μ’ ένα ακόμη ενδιαφέρον μινιμαλιστικό track, με σύντομες έντονες παρεμβάσεις περί τη μέση του. Ενδιαφέρον – όπως και όλη η κασέτα είναι ενδιαφέρουσα.
Επαφή: https://submersionrecords.bandcamp.com/album/5-days-on-a-floating-board

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 590

8/8/2024
>>(…)Ένα ιδιαίτερο ‘’άρωμα’’ αναδύεται από κάθε δισκογραφική χρονιά την οποία καταγράφει ξεχωριστά και με εμπεριστατωμένες πληροφορίες. Παλαιοί και νεότεροι ακροατές αυτής της μουσικής-και όχι μόνο- θα διαβάσουν μέσα από τις 360 σελίδες του, για έναν ασύνταχτο μουσικό κόσμο που ψυχαγωγούσε τα ‘’ανήσυχα’’ νιάτα και τους αιώνιους έφηβους. Οι παλαιοί θα ανασύρουν μνήμες αλήστου εποχής και οι νεότεροι θα ενημερωθούν και θα αναζητήσουν τους θησαυρούς αυτού τού παγκόσμιου μουσικού κύματος που ευδοκίμησε και στη χώρα μας. Ο συγγραφέας, εκτός από την καταγραφή δισκογραφίας της συγκεκριμένης μουσικής, παραθέτει και σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα, αποσπάσματα από συνεντεύξεις σε έντυπα και περιοδικά αυτής της εποχής, αναφορές σε μουσικά συγκροτήματα, σε δίσκους 45 και 33 στροφών, σε ονόματα γνωστά και άγνωστα, πρωταγωνιστές και κομπάρσους της ελληνικής ροκ και ποπ σκηνής.(…)<<
H φίλη ποιήτρια, λογοτέχνιδα και στιχουργός του ελληνικού τραγουδιού Βέρα Βασιλείου-Πέτσα γράφει για το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024]...

7/8/2024
Ο σύγχρονος ελληνικός στίβος ή κλασικός αθλητισμός, όπως τον λέμε, είναι για κλάματα. Δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα σε κάθε χώρα, ούτε με ενδιαφέρει, αλλά αυτό που εισπράττω εγώ από τον ελληνικό στίβο είναι αυτό που είπα (για κλάματα).
Στη δεκαετία του ’70, όταν ο επαγγελματισμός δεν είχε διαφθείρει τα πάντα σε μια φάση χωρίς επιστροφή (όπως τώρα), υπήρχε φοβερή ισορροπία σε κάθε αγώνισμα. Ενώ είχαμε αθλητές κλάσης (Παπανικολάου, Παπαγεωργόπουλος, Τζιωρτζής, Λάμπρου κ.ά.) υπήρχε βάθος σε όλα τα αγωνίσματα. Παντού είχαμε αθληταράδες και ο κόσμος γούσταρε να βλέπει ακόμη και τα πανελλήνια πρωταθλήματα, όταν καταρρίπτονταν συνέχεια ρεκόρ σε κάθε αγώνισμα.
Ήμασταν καλοί και στους δρόμους ταχύτητας, και στις μεσαίες, αποστάσεις, και στις μεγάλες (εκεί όπου έχουμε να δούμε έλληνα αθλητή της προκοπής κάτι δεκαετίες), και στα άλματα, και στις ρίψεις, και παντού. Γινόταν δουλειά σε βάθος, σε όλα τα αγωνίσματα, και με πολλούς αθλητές, δίχως να ενδιαφέρουν τα ολυμπιακά μετάλλια σώνει και καλά, ενώ τώρα υπάρχουν πάμπολλα αγωνίσματα που είναι «άγνωστα» για τον στίβο μας, όπως τα στηπλ, τα πέντε και δέκα χιλιόμετρα, κι ένα σωρό κι ακόμη.
Η γελοία λογική που κυριαρχεί είναι η εξής. Αφού στις μεγάλες αποστάσεις οι Κενυάτες ξέρω γω είναι ανίκητοι, δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθούμε – λες και ο στίβος είναι μόνο οι Ολυμπιάδες και τα μήτινγκ με λεφτά. Αλλά αυτό είναι. Το κράτος επικεντρώνεται, εννοώ σε 4-5 αθλητές που ξεχωρίζουν, πάνω εκεί επενδύεται χρήμα (από τους χορηγούς), και όλα τα υπόλοιπα τσιμέντο να γίνουν.
Εν τω μεταξύ αυτό συμβαίνει σχεδόν σε κάθε διάσταση της καθημερινής ζωής – με τη βιτρίνα να ξεσκονίζεται συνεχώς, όταν το κατάστημα μέσα είναι τελείως άδειο. Χώρα του τίποτα.

7/8/2024
Τον Αύγουστο βλέπω πάντα ταινίες με τον Αντρέα Μπάρκουλη, αυστηρά από τα σέβεντις όμως. Τα σίξτις του λίγο μ’ ενδιαφέρουν. Με ενδιαφέρει μόνο ο Αντρέας με περούκα. Επίσης μερικά από τα πιο καλά μου κείμενα, για τον Αντρέα, τα έχω γράψει Αύγουστο. Αντρέας και χασίσι 23 Αυγ. 2016, Αντρέας και Κρουαζιέρα του Τρόμου 23 Αυγ. 2021. Όπως βλέπετε και τα δύο είχαν δημοσιευθεί στο LiFO στις 23 Αυγούστου – την ημερομηνία που πέθανε. Δεν ξέρω αν φέτος θα τριτώσει το καλό, να γράψω ακόμη κάτι για τον Μπάρκουλη και να δημοσιευτεί την ίδια μέρα... Δεν έχω κάτι στο νου, αλλά ίσως βρω...

6/8/2024
Ελσίνκι, 1970, τρελή δισκάρα, ντράμερ ήταν ο τύπος, φαίνεται εξάλλου
https://www.youtube.com/watch?v=zy7yQWemcXo

6/8/2024
Το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024] συμπλήρωσε στα ράφια των βιβλιοπωλείων περισσότερο από 3 μήνες. Μετά την πρωτιά που κατηγάγαμε (καλά δεν το λέω;) στο πρώτο δίμηνο κυκλοφορίας του, στα βιβλία Τέχνης (ΤΕΧΝΗ-ΘΕΑΤΡΟ-ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ), του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, τώρα, στις πωλήσεις 6μήνου, το βιβλίο βρίσκεται στην τέταρτη θέση – και είναι και αυτό μια επιτυχία. Σας ευχαριστώ πολύ, εκ νέου. Η λίστα...
1. Διάφανα κρίνα / Έγινε η απώλεια συνήθειά μας / ΣΑΡΡΗΣ ΘΑΝΟΣ / Εκδότης: ΟΞΥ
2. Μαθήματα ζωγραφικής (χαρτόδετη έκδοση) / Χίος, 1981 / ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ / Εκδότης: ΑΓΡΑ
3. ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ / ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ / IBSEN HENRIK / Εκδότης: GUTENBERG
4. Ραντεβού στο Κύτταρο / Η ελληνική ποπ και ροκ μουσική μέσα από τη δισκογραφία της 1965-1982 (2η έκδοση αναθεωρημένη) / ΤΡΟΥΣΑΣ ΦΩΝΤΑΣ / Εκδότης: ΟΓΔΟΟ
5. Η ιστορία της τέχνης σε 21 γάτες / GOULD NIA / Εκδότης: ΦΟΥΡΦΟΥΡΙ
6. Ο ΤΥΧΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ / FO DARIO (NOBEL 1997) / Εκδότης: ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
7. Ο καθρέφτης και το μαχαίρι / ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΜΑΝΟΣ / Εκδότης: ΙΚΑΡΟΣ
8. Καλησπέρα και καλή βραδιά / Η βιογραφία του Βασίλη Καρρά / ΚΑΝΟΥΣΗΣ ΘΑΝΟΣ / Εκδότης: ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ
9. Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ / THE ART OF ACTING / ADLER STELLA / Εκδότης: ΙΝΔΙΚΤΟΣ
10. ΑΜΛΕΤ / SHAKESPEARE WILLIAM / Εκδότης: GUTENBERG

6/8/2024
Πόσο άσχημο θα φαινόταν αν έβλεπες να γράφει τη λέξη blues ως μπλουζ... Σωστός και ο Μπίγαλης...
[θα έβαλαν βέτο οι Τουρκογιώργηδες ]

5/8/2024
Βασικά είναι TO blues. Στον ενικό. Όπως TO rock. Όσο βλακώδες είναι να πούμε «η αξία των rock είναι», άλλο τόσο βλακώδες είναι και το «η αξία των blues είναι» (αλλά ok, αυτό έχει περάσει πια και τρώγεται - δηλαδή καταπίνεται). Και blues, όχι μπλουζ, γιατί μπλουζ, με ελληνικά γράμματα, ήταν εκείνα που χορεύανε στα σίξτις, στην Ελλάδα – και θα πρέπει κάπως να τα διακρίνουμε. Αφήνω το γεγονός πως η λέξη μπλουζ, όταν την βλέπεις γραμμένη, είναι σαν την μπλούζα, και είναι και αυτό ψιλοάθλιο. Μπλουζ, ας πούμε, είναι το “Françoise” των Vikings, που δεν έχει καμία σχέση με blues. Το ΤΗΣ μπλουζ τώρα είναι το γελοιδέστερον όλων... Χειρότερο και από το ΤΗΣ ροκ. Όταν το συναντάς κάπου ξέρεις ότι στη συνέχεια θα διαβάσεις μόνο σαχλαμάρες.

4/8/2024
Όταν γράφω ένα κείμενο έχω στο νου μου άλλα 20 κι έτσι είναι πολύ φυσικό να πηγαίνω από το ένα στο άλλο, να συμπληρώνω διάφορα, που μου έρχονται στο νου ξαφνικά και να ξεχνάω άλλα – που θέλω να τα γράψω και που, στο τέλος, μου διαφεύγουν.
Έτσι λοιπόν και στο κείμενο για τον John Mayall (δες προηγούμενο ποστ) που ανέβηκε σήμερα στο LiFO. gr, ενώ είχα στο νου μου να γράψω οπωσδήποτε για την ταινία που είχε γυρίσει, στα late 60s, ο Ροβήρος Μανθούλης, για τον John Mayall, για λογαριασμό της εκπομπής της γαλλικής τηλεόρασης “Α l'affiche du Μonde”... στο τέλος το ξέχασα.
Ξέχασα και κάτι άλλο, εν τω μεταξύ, αλλά δεν είναι τόσο σοβαρό αυτό. Για την ταινία του Μανθούλη, όμως, έπρεπε να το γράψω.
Δεν πειράζει, επανορθώνω τώρα…
https://www.youtube.com/watch?v=MVmZr7JnWvA

3/8/2024
Έξι δίσκοι από το 1982, που περιπλέουν το ελληνικό ροκ και για τους οποίους θα διαβάσετε στο "Ραντεβού στο Κύτταρο" [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία.
[Το καλύτερο καλοκαιρινό ανάγνωσμα, για όσους και όσες ενδιαφέρονται για την ελληνική μουσική και το τραγούδι]

2/8/2024
Μόνο το κουπί που τραβάνε οι Έλληνες είναι για χρυσό μετάλλιο...

2/8/2024
Με διαιτητή το Βέγγο θα νίκαγε η Ιταλίδα πάντως...

ALCESTICE είναι η Άλκηστη Ιωαννίδου και το “Watch Me” είναι ο τρέχων δίσκος της

Οι Alcestice είναι ή το αθηναϊκό γκρουπ ή το παρωνύμιο της Άλκηστης Ιωαννίδου, που τραγουδά, γράφοντας λόγια και μουσική σ’ αυτό το πρώτο κατά πάσα πιθανότητα άλμπουμ τους/της, που τιτλοφορείται “Watch Me” [Polyphoniki Records, 2024]. Ποιοι άλλοι βρίσκονται κοντά στην Άλκηστη; Οι Criss Razis κιθάρες, Kostis Vihos μπάσο και Tasos Peppas ντραμς. Μόνον αυτοί; Όχι. Υπάρχουν και οι Peny Sakellariou, Apostolos Kaltsas πλήκτρα και μπάσο αντιστοίχως σ’ ένα track, ο Tasos Antoniou ακουστική κιθάρα, ο Oliver Knight βιολί, ενώ τη μουσική δύο κομματιών (από τα εννέα που είναι χαραγμένα στο άλμπουμ) την έχουν γράψει οι Konstantinos Papathanasiou και Thanos Arapakis. Αυτά με τα ονόματα.
To
Watch Me είναι ένα rock άλμπουμ. Ένα rock άλμπουμ, που μπορεί ηχητικά να θυμίζει 90s, αλλά η βάση των τραγουδιών τής Alcestice σίγουρα μπορεί να αναζητηθεί σε ακόμη πιο παλαιές δεκαετίες. Εκείνο που κάνει εντύπωση, εδώ, είναι η σιγουριά της τραγουδίστριας, και τραγουδοποιού. Ο τρόπος που ερμηνεύει, με τη φωνή να τοποθετείται σχεδόν πάντα στο κόκκινο, αποκαλύπτοντας μια punky συνείδηση, και βεβαίως το πώς υπερασπίζεται η Alcestice αυτά τα όχι προφανή τραγούδια – μέσα από εύπλαστες ερμηνείες, σχεδόν θεατρικές ορισμένες φορές, υποστηρίζοντας με απόλυτη επάρκεια τα θέματά της, που περιστρέφονται, βασικά, γύρω από τα ζητήματα των σχέσεων.
Πίσω, τώρα, από την φωνή, που σωστά και δίκαια ακούγεται «πιο μπροστά» από τα όργανα, υπάρχει αυτή η μουσική βάση, η περασμένη πρωτίστως μέσα από τις κιθάρες του Ραζή (που δεν αρνούνται και την riff-ολογία), με το ρυθμικό τμήμα να είναι και αυτό τοποθετημένο στο ίδιο ύψος (με την κιθάρα), δημιουργώντας ένα ακόμη ακαταπόνητο (δεύτερο) επίπεδο.
Μου αρέσει ιδιαιτέρως, εννοώ, στο “Watch Me”, το recording / mixing / engineering του Πέτρου Πετρόπουλου, καθώς έτσι διαμορφώνεται ένας ήχος σωστά «επιθετικός», που δεν σ’ αφήνει να πάρεις ανάσα. Και κάπως έτσι θα προκύψουν, τελικώς, μερικά καταπληκτικά κομμάτια, εκεί προς το μέσον του δίσκου, όπως είναι το “Give me your blame”, το “Sissy (Where the whooping cranes hide)” και κυρίως το “How long will you chase me?”, που είναι ίσως το ωραιότερο του “Watch Me”.
Ενός δίσκου με ουσιώδες σκληρό και δυναμικό rock, που ευτυχεί σε όλες τις επιμέρους διαστάσεις του.
Επαφή: records@polyphoniki.gr

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2024

MEER, LARS BECH PILGAARD σύγχρονο pop rock, prog rock και avant rock

MEER: Wheels within Wheels [Karisma Records, 2024]
Αρκετά μετατοπισμένους προς την pop, με κάποια prog rock στοιχεία, πάντα, ενταγμένα στις συνθέσεις τους, ακούω τους Νορβηγούς Meer στο πιο πρόσφατο CD τους, που έχει τίτλο “Wheels within Wheels”. Τα λέω αυτά έχοντας κατά νου τον προηγούμενο δίσκο τους, το “Playing House” [Karisma Records, 2021], για τον οποίο είχα γράψει πως «κινείται στον χώρο του μελωδικού, ντελικάτου progressive rock, φέρνοντας στη μνήμη συγκροτήματα όπως οι Renaissance για παράδειγμα». Υπάρχουν αυτά τα στοιχεία και εδώ, το ξαναλέω, αλλά το νέο άλμπουμ (2LP, CD, digital) των Meer είναι σαφώς κάτι άλλο.
Γενικώς θα χαρακτήριζα το “Wheels within Wheels” ένα καλό και ψαγμένο άλμπουμ, σύγχρονης... progressive pop ανεξαρτήτως του πώς ηχούσε το γκρουπ στο “Playing House” και πώς τώρα. Ξαναλέμε, λοιπόν, για μια 8μελή μπάντα, με μεγάλες δυνατότητες επένδυσης και παρουσίασης των συνθέσεών της, την οποία αποτελούν οι Johanne-Margrethe Kippersund Nesdal φωνή, φωνητικά, Knut Kippersund Nesdal φωνή, φωνητικά, πλήκτρα, Eivind Strømstad κιθάρες, πλήκτρα, προγραμματισμός, φωνητικά, Åsa Ree βιολί, φωνητικά, Ingvild Nordstoga Sandvik βιόλα, φωνητικά, Ole Gjøstøl πιάνο, πλήκτρα, προγραμματισμός, όργανο, εκκλησιαστικό όργανο, φωνητικά, Morten Strypet μπάσο, φωνητικά και Mats Fjeld Lillehaug ντραμς, κρουστά, φωνητικά.
Οκτώ άνθρωποι είναι οπωσδήποτε πολλοί, και βεβαίως ικανοί, όταν πρόκειται να αποδώσουν συνθέσεις-τραγούδια σαν αυτές και αυτά που ακούμε στο “Wheels within Wheels”, το οποίο, σαν άλμπουμ, κυλάει αρκετά ευχάριστα, προσφέροντας πολλά καλά κομμάτια – αν και τα δύο τελευταία, τα “Something in the water” και “This is the end”, που γειτνιάζουν περισσότερο με το prog, είναι τα ωραιότερα.
Επαφή: www.karismarecords.no
LARS BECH PILGAARD: Folklórica [Momeatdad Records, 2024]
Ο Lars Bech Pilgaard είναι ένας δανός κιθαρίστας, που μας είναι γνωστός μέσω του συγκροτήματος SVIN, του οποίου είναι μέλος φυσικάένα ιδιαίτερο avant-rock σχήμα, τα άλμπουμ του οποίου “Introducing” [Tonzonen Records, 2022], “Virgin Cuts” [Mom Eat Dad Records, 2018] και “Missionær” [PonyRec, 2016] τα έχουμε παρουσιάσει στο blog. Πολύ ιδιαίτερο, όμως, είναι και το παρόν 2LP Folklórica”, που θα βρεθεί στα καταστήματα στις 30 Αυγούστου.
Σ’ αυτό το άλμπουμ ο Pilgaard είναι εντελώς μόνος του, παίζοντας κιθάρα (και μπάντζο) με τον δικό του τρόπο, με τα δικά του βοηθήματα και πρακτικές. Τι εννοούμε;
Στην πρώτη πλευρά του δίσκου, με τα τέσσερα tracks, ο Pilgaard χειρίζεται μόνο ηλεκτρική κιθάρα με e-bow, στην δεύτερη πλευρά με τα πέντε tracks χειρίζεται προετοιμασμένη ακουστική κιθάρα και μπάντζο, ενώ στην τρίτη και στην τέταρτη πλευρά, στην οποία καταγράφονται από ένα track, χειρίζεται μόνον ηλεκτρική κιθάρα.
Όπως αντιλαμβάνεστε ο πειραματισμός, εδώ, βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, με τον Pilgaard να δημιουργεί ποικίλων χρωματισμών «τοπία», άγρια γενικώς, ή μάλλον κομματάκι ακατέργαστα, που υπακούουν σε αυτοσχεδιαστικές πρακτικές. Τα κομμάτια προβάλλουν άλλοτε ρυθμικές, και άλλοτε μελωδικές αρετές, με τον δανό μουσικό να μην ενδιαφέρεται, τις πιο πολλές φορές, για μια κάποια καλλιέπεια ή ένα κάποιο τελικό φινίρισμα.
Οι καταβολές των ήχων του Pilgaard μπορεί να είναι πολλές. Μπορεί να ξεκινούν από τον John Fahey ας πούμε και αφού περάσουν από τον Fred Frith και τον Henry Kaiser να καταλήγουν σε ακόμη πιο abstract καταγραφές, εκεί όπου η κιθάρα μπορεί να ακούγεται σαν σύνθι, παράγοντας noisy μίνιμαλ μονοτονίες ή να «παίζει» με τις αναδράσεις. Η τρίτη και η τέταρτη πλευρά είναι ακόμη πιο «δύσκολες» και έξω από τα όρια» (σε σχέση με τις δύο πρώτες), με τον Lars Bech Pilgaard να πειραματίζεται χωρίς περιορισμούς, δημιουργώντας σκληρά και αδυσώπητα fully electrified περιβάλλοντα.
Επαφή: https://momeatdadrecords.bandcamp.com/album/folkl-rica