Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ blues με σφιγμένα δόντια

Την γαλλική ταινία του Ροβήρου Μανθούλη Le Blues Entre les DentsΜπλουζ με Σφιγμένα Δόντια, όπως έγινε γνωστή στην Ελλάδα), παραγωγής 1973, την είδα για πρώτη φορά την 19/2/1996 στο Γαλλικό Ινστιτούτο (μάλλον αργά δηλαδή, παρότι την «κυνηγούσα» από τα χρόνια του ’80), στο πλαίσιο του προγράμματος Κινηματογράφος & Πραγματικότητα (Cinéma et Réalité), ενώ, έκτοτε, την ξαναείδα κανα-δυο φορές ακόμη.
Ο Ροβήρος Μανθούλης θα είχε μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου έστω και αν είχε γυρίσει μόνο το Πρόσωπο με Πρόσωπο (1966) – ταινία που προβλήθηκε και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και η οποία είχε σταθεί αφορμή για να τον γνωρίσει ευρύτερα ο ευρωπαϊκός καλλιτεχνικός χώρος (δες κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2009/12/face-to-face.html). Το Πρόσωπο με Πρόσωπο βγαίνει σε «βιαστική» εμπορική προβολή την 19/12/1966, για να ακολουθήσει επιτυχημένη πορεία σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, όπως εκείνα της Hyères, του Pesaro, του Locarno, της Μόσχας και της Ουτρέχτης. Στο φεστιβάλ της Hyères (Γαλλία) η ταινία προβάλλεται την 21/4/1967, την ημέρα του πραξικοπήματος δηλαδή. Μετά την προβολή δημοσιογράφοι, που είχαν πληροφορηθεί εν τω μεταξύ τα γεγονότα της Αθήνας, πολιορκούν τον σκηνοθέτη, ο οποίος καταγγέλει την στρατιωτική επέμβαση (όπως διαβάζω στο πρόγραμμα τού Κινηματογράφος & Πραγματικότητα). Εις απάντηση, ή όχι, το καθεστώς (που από κάπου μπορεί να πληροφορήθηκε, στην πορεία, το γεγονός) απαγορεύει την προβολή της ταινίας τον Οκτώβριο του ’67«καθ’ άπασαν την επικράτειαν, λόγω γενικωτέρας θέσεως» (Έλληνες Σκηνοθέτες/ Ροβήρος Μανθούλης/ Πρόσωπο με Πρόσωπο, Εξάντας, Αθήνα 1976). Με τον σκηνοθέτη να ριζώνει στην Γενεύη και το Παρίσι μπαίνει συν τω χρόνω στα σκαριά μια συνεργασία με την γαλλική τηλεόραση (θα κρατήσει χρόνια), καρπός της οποίας υπήρξε η πολύ επιτυχημένη σειρά Α l'affiche du Μonde. Μέσω αυτών των εκπομπών-ντοκιμαντέρ ο Μανθούλης θα έρθει σε επαφή με κάθε μουσικό παρακλάδι του τέλους των sixties, υπογράφοντας μια σειρά από μικρού μήκους ταινίες για τους –κρατείστε την αναπνοή σας– Johnny Hallyday, Jacques Brel, The Beatles, Tiny Tim, John Mayall, Donovan, Joan Baez, Booker T. & the M.G.'s, Sun Ra, Marion Williams, Joe Dassin, Principal Edwards Magic Theatre(!), Flaming Youth(!), Μίκη Θεοδωράκη, Raimon, Julien Clerc, Jose Feliciano κ.ά. Η ταινία όμως εκείνη που τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις των ευρωπαίων (κυρίως) κινηματογραφόφιλων ήταν, βασικά, το Le Blues Entre les Dents. Να τι γράφει ο ίδιος ο Μανθούλης στο βιβλίο του Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια [Εξάντας, Αθήνα 2006]...

Από το 34Χ24 triple-folded διαφημιστικό φυλλάδιο της ταινίας
«Το 1971 αποφασίζεται να ιδρυθεί ένα Τρίτο Κανάλι Γαλλικής Τηλεόρασης (σ.σ. France 3). Επί δύο χρόνια γυρίζονταν ταινίες για να δημιουργηθεί ένα στοκ. Ανάμεσα σ’ αυτές μας παράγγειλαν μια σειρά από δύο ντοκιμαντέρ για τα μπλουζ. Όλα αυτά τα χρόνια που δούλεψα για τη Γαλλική Τηλεόραση, την κρατική βέβαια –αλλά τότε δεν είχε άλλη– ποτέ δεν μου ζήτησαν σενάριο. Έδινα μόνο τον τίτλο και το θέμα. ‘Θέμα: Μπλουζ’. Όταν άρχισα να μελετάω από πιο κοντά τα μπλουζ είδα πως σ’ όλη τους την ιστορία εξέφραζαν τον πόνο ενός ολόκληρου λαού και πως αυτός ο πόνος συνέχιζε να υπάρχει, γιατί η κοινωνική θέση των Μαύρων δεν είχε αλλάξει, ούτε η οικονομική τους κατάσταση, ούτε η ψυχολογία τους(…) Σκέφτηκα λοιπόν πως χρειαζόταν να γυριστεί παράλληλα και μια ιστορία, μια μυθοπλασία που να είναι κατευθείαν βγαλμένη από την πραγματικότητα. Έπεισα τον παραγωγό μου να γυρίσουμε και μια πειραματική ταινία για το σινεμά. Έτσι γυρίστηκαν τρεις ταινίες. Οι δύο πρώτες για το Τρίτο Κανάλι είχαν τίτλο ‘Ανεβαίνοντας τον Μισισιπή’ (En Remontant le Mississippi), ενώ η ταινία για το σινεμά ‘Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια’ (Le Blues Entre les Dents). Και οι τρεις γυρίστηκαν σε ενάμιση μήνα, τον Γενάρη-Φλεβάρη του 1972, διασχίζοντας τις ΗΠΑ κατά μήκος και πλάτος. Πρώτα γυρίστηκε η ‘φιξιόν’ για το σινεμά –που μόνο φιξιόν δεν ήτανε– σε 12 μέρες, στο Χάρλεμ και στο Μπρονξ. Μοντάραμε βέβαια πρώτα το ‘Ανεβαίνοντας τον Μισισιπή’. Όταν το είδαν στην τηλεόραση αποφάσισαν να εγκαινιάσουν το Τρίτο Κανάλι μ’ αυτό το ντοκιμαντέρ, μια Κυριακή βράδυ, στις 3 Γενάρη του 1973. Δεν είναι πολλές οι ταινίες που έχουν εγκαινιάσει κανάλι. Η ταινία για το σινεμά βγήκε στις αίθουσες τον ίδιο χρόνο, τον Σεπτέμβρη, και έμεινε τρεις μήνες, χάρη στις κριτικές ασφαλώς».
Πότε προβλήθηκε για πρώτη φορά το Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια στην Ελλάδα; Δεν είμαι απολύτως βέβαιος, αν και η κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη από την εφημερίδα Το Βήμα τής 3/2/1976, όπως αναδημοσιεύεται στο βιβλίο Λεξικό Ταινιών με Κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη/ Τόμος ΙΙ/ Κ-Μπέργκμαν [Αιγόκερως, Αθήνα 1982], πιθανώς να δείχνει το «πότε;». Για την μορφή της ταινίας δεν έχω να πω πολλά –τα λέει ο αείμνηστος Ραφαηλίδης εξάλλου– αν και θέλω να σημειώσω τον επιτυχή συνδυασμό ντοκιμαντέρ και ταινίας με υπόθεση. Πράγματι, είναι άλλο πράγμα να βλέπεις τον Furry Lewis (1893-1981), έναν σημαντικότατο bluesman που για 30 χρόνια (1929-1959) ήταν δισκογραφικώς χαμένος, να χειρίζεται με τέτοια δύναμη και πάθος την κιθάρα του, ή τον Bukka White (1909-1977) να αυτοσχεδιάζει μπροστά στο «μάτι» της κάμερας. Στην ταινία εμφανίζονταν ακόμη ο Roosevelt Sykes (1906-1983), ο Sonny Terry (1911-1986) με τον Brownie McGhee (1915-1996), ο B.B. King, οι αχώριστοι, τότε, Buddy Guy και Junior Wells (1934-1998), o Mance Lipscomb (1895-1976) και ακόμη o πολύ τρανός Robert Pete Williams (1914-1980) – μία blues «κατηγορία» μόνος του. Από την άλλη μεριά, η μυθοπλαστική εικόνα της ζωής του νέου μαύρου ζευγαριού (που πήγαζε, λες, μέσα από τα ίδια τα τραγούδια), υπογράμμιζε, με έκδηλο τρόπο, την καθημερινή και βιωμένη σκληρότητα, με όλη εκείνη τη μοιρολατρική αντίληψη που διαπνέει σχεδόν κάθε διάστασή της. Όπως γράφει και ο Christian Zimmer στο βιβλίο του Κινηματογράφος και Πολιτική [Εξάντας, Αθήνα 1976]: «Το μπλουζ είναι επίσης μια τέχνη εγκατάλειψης, που προσφέρει στον μαύρο ένα καθαρό αισθητικό ξεπέρασμα των προβλημάτων του και που μ’ αυτόν τον τρόπο του αφαιρεί τον πόθο για ένα πολιτικό ξεπέρασμα.(…) Κι εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Ζαλισμένος από το να τραγουδάς τη ζωή σου, καταλήγεις να ξεχνάς ότι ίσως πρέπει να την αλλάξεις». Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως της κουβέντας που μπορεί να αναπτυχθεί γύρω από τα blues, η ταινία του Ροβήρου Μανθούλη αποτελεί υπόδειγμα μουσικού ντοκιμαντέρ, και πρόδρομος όσων άλλων (σχετικών) θ’ ακολουθούσαν.
Όσον αφορά στο βιβλίο Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια θα έλεγα πως είναι πολλάκις διαφωτιστικό, καθότι αποτελεί το χρονικό της εξέλιξης των γυρισμάτων, αλλά όχι μόνον αφού συνδυάζεται με «αλήθειες» ευρύτερης αξίας σχετικές με την αφροαμερικανική μουσική παράδοση. Για ορισμένες απ’ αυτές, ελάχιστες, μπορεί, προσωπικώς, να έχω σχηματίσει μίαν άλλη άποψη, αλλά σε γενικές γραμμές οι «αλήθειες» τού Μανθούλη, που λειτουργούν με την συμπυκνωμένη δύναμη του σλόγκαν, αξίζουν τόσο (θα έλεγα) όσο και οι μαρτυρίες των ανθρώπων. Πόσω μάλλον, όταν προέρχονται όχι από κάποιον μουσικογραφιά, με τα όποια αισθητικής ή άλλης φύσεως κολλήματα, αλλά από έναν παρατηρητή της κάμερας, που ναι μεν διάβασε και συλλογίστηκε, αλλά που, ταυτοχρόνως, είδε. Σταχυολογώ μερικές: 
«Η γενιά της αμφισβήτησης άκουγε ποπ και ροκ, οι μικροαστοί φανκ, σόουλ και Τζέιμς Μπράουν».
«Εμείς λέμε ‘τα μπλουζ’. Στα αγγλικά η λέξη είναι στον ενικό». 
«Όσο τα μπλουζ ανεβαίνανε στα βόρεια και στις μεγαλουπόλεις χάνανε την αθωότητα της υπαίθρου και ερχόμενα σε επαφή με πιο επαγγελματίες μουσικούς κερδίζανε σε τεχνική και ύφος».
«Τα ρεμπέτικα και τα μπλουζ δεν μεταφράζονται». 
«Η λαϊκή ποίηση απευθύνεται σε κοντινούς ανθρώπους, δεν γράφεται για το ευρύ κοινό».
«Όταν σφίγγουν τα δόντια οι μπλούζμεν αυτολογοκρίνονται». 
«Στις αμερικανικές φυλακές οι τρόφιμοι είναι μαύροι κατά 80%».
«Τα μπλουζ έχουν δύο ρίζες. Τα τραγούδια της δουλειάς, τα work songs και το γκόσπελ, τους θρησκευτικούς ύμνους». 
«Η Αμερική έχει ένα καλό: τις δημόσιες σχέσεις».
«Το Ράικερς Άιλαντ ήταν ένα νησάκι στο Ανατολικό Ποτάμι, όχι πολύ μακριά από το Χάρλεμ. Μόνο μια φυλακή είχε. Σκέφθηκα πως θα υπάρχουν μπλούζμεν εκεί, δεν γινόταν να μην υπάρχουν. Πήρα τη φυλακή στο τηλέφωνο και βεβαιώθηκα». 
«Τα μπλουζ είναι μοιρολατρικά τραγούδια, δεν έχουν διέξοδο. Ο Μπι Μπι Κινγκ κατάφερνε, όταν ήθελε, να τα γυρίσει σε ποζιτιβίστικη γιορτή».
«Να και δύο μπλούζμεν που είχαν τηλέφωνο» (σ.σ. αναφερόμενος στους Sonny Terry & Brownie McGhee). 
Αξίζει, τέλος, να πω λίγα λόγια για τον Επίλογο που συμπληρώνει την έκδοση, επειδή κι εκεί διαβάζουμε ενδιαφέροντα στοιχεία. Βασικά, καταγράφονται εν τάχει ολιγόλογα βιογραφικά, ή μάλλον μία απλή εντύπωση (προτιμότερο) για κάποιους bluesmen, οι οποίοι κρίνονται ως σημαντικοί από τον συγγραφέα – από τον Lead Belly και τον Big Bill Broonzy, μέχρι τον Buddy Guy και τον Junior Wells. Ανάμεσά τους εμφανίζονται και κάποιοι λευκοί, όπως π.χ. η Janis Joplin, αλλά το όνομα που, προσωπικώς, με είχε παραξενέψει (όταν διάβαζα το βιβλίο) ήταν εκείνο της Karen Dalton (1937-1993). Μία ξεχωριστή τραγουδίστρια που ηχογράφησε μόλις δύο LP ενόσω ζούσε (χωρίς ούτε ένα δικό της τραγούδι ανάμεσα – αλλά και τι μ’ αυτό, αφού όλα τα μετέτρεπε σε δικά της!) και η οποία φαίνεται πως είχε ως είδωλό της την Billie Holiday. «Την ανακάλυψα σ’ ένα γύρισμα που έκανα στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης, στο κλαμπ Gaslight» γράφει ο Μανθούλης. «Όταν μεταδόθηκε το φιλμ από την Γαλλική Τηλεόραση το 1970, έσπασαν τα τηλέφωνα ‘ποια είναι και που είναι’. Ο Σταρκ, μάνατζερ της Μιρέιγ Ματιέ, έσπευσε στη Νέα Υόρκη να την κλείσει, αλλά η Ντάλτον είχε εξαντληθεί τόσο από τις ουσίες που έπαιρνε, ώστε δεν ήταν σε θέση να τραγουδήσει πια».
Η συνύπαρξη της κινηματογραφικής τέχνης με την ίδια την ζωή (ή έστω με την αποτύπωσή της στο φιλμ), δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε ακίνδυνη. Ο Ροβήρος Μανθούλης, στο 56σέλιδο πρόγραμμα των εκδηλώσεων Κινηματογράφος & Πραγματικότητα/ Φεβρουάριος ’96, υποστηρίζει πως σ’ αυτή τη σχέση ενεδρεύει συχνά… η δημαγωγία, ή, αντίθετα, η αφομοίωση του έργου από το κέλυφος της πραγματικότητας, ή ακόμα, το χειρότερο απ’ όλα, η ποιητική αφυδάτωση. Στο Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια η ποίηση μοιάζει κάπως σαν ανεξόφλητος λογαριασμός. Σαν κάτι που έρχεται από πολύ μακριά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο, αλλά καταγραμμένο ίχνος…
Tip (δια χειρός Μανθούλη). «‘Τι γίνεται η παλιά μας φίλη;’ με ρώτησε κάποτε ο Γκάτσος στο πατάρι του Λουμίδη. ‘Ποια; Η Λίλη Μακ;’ τον ρώτησα ξαφνιασμένος.‘Όχι βρε αδερφέ. Η Ποίηση!’»

3 σχόλια:

  1. Πολύ καλή η ταινία-ντοκυμαντέρ του Μανθούλη. Θυμάμαι την είχα δει πριν 6-7 χρόνια στο πάλαι-ποτέ Φιλίπ στην Κυψέλη. Το βιβλίο δε το χω διαβάσει, αλλά φαίνεται ενδιαφέρον. Θέλω να σταθώ όμως στην Karen Dalton. Είναι απίστευτο πως αυτή η φωνή αγνοήθηκε. Απ ότι κατάλαβα το πρόβλημα με τα ναρκωτικά δε της επέτρεψε να συνεχίσει, αν και εδώ http://www.wirz.de/music/daltofrm.htm λέει πως συμμετείχε στο Alleged In Their Own Time των Holy Modal Rounders που ηχογραφήθηκε το 73, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει. Επίσης είναι περίεργο που πρωτοδισκογράφησε το 69 στα 32 της. Βέβαια βγήκαν πρόσφατα κάποιες ηχογραφήσεις της απ το 62-63, αλλά και πάλι μου κάνει εντύπωση που τα χρόνια που η Folk ήταν στα ντουζένια της δεν την <> κάποια εταιρία.
    Τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν κάποιες συλλογές και επανεκδόθηκαν οι δίσκοι της
    Σπύρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Ροβήρος Μανθούλης κινηματογραφεί την Karen Dalton...

      http://www.ina.fr/video/I12256924/karen-dalton-it-hurts-me-too-video.html


      Διαγραφή
  2. Ροβήρος Μανθούλης / Φώτης Μεσθεναίος / Principal Edwards Magic Theatre.
    Αξίζει να το δείτε…

    http://www.ina.fr/video/CPF07009905/un-opera-pop-le-theatre-magique-de-monsieur-edouard-video.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή