Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα hugh hopper. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα hugh hopper. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

MOONJUNE I

Μία σημερινή αμερικανική εταιρία, με έδρα τη Νέα Υόρκη, στην αιχμή του Canterbury sound; Γιατί όχι; Είναι θέμα διάθεσης και επιλογών, και ο Leonardo Pavkovic της MoonJune Records φαίνεται πως έχει και τις δύο. Το “Dedicated To You... But You Weren’t Listening” [MJR017, 2007] των Delta Saxophone Quartet (DSQ) είναι ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα “Canterbury” άλμπουμ. Ως γνωστόν “Dedicated to you but you weren’t listening” είναι μία σύνθεση του Hugh Hopper, διάρκειας 2:41, από το “Volume Two” [Probe, 1969], δεύτερο άλμπουμ των Soft Machine. Υπάρχει επίσης κι ένα σχεδίασμα 33 δευτερολέπτων με τον ίδιο τίτλο (του Hopper εννοείται), το οποίο ακούγεται στο “Dedicated To You But You Weren’t Listening” LP [Vertigo, 1971] του Keith Tippett Group. Είναι φανερό λοιπόν πως το βρετανικό κουαρτέτο σαξοφώνων (Graeme Blevins σοπράνο, Peter Whyman άλτο, σοπράνο, Tim Holmes τενόρο, σοπράνο, Chris Caldwell βαρύτονο, σοπράνο) το απασχολεί βασικά η μουσική του Hugh Hopper – o ίδιος «εγκρίνει», παίζοντας μπάσο και κάνοντας λούπες στο “Facelift” – έτσι όπως αποτυπώθηκε αυτή μέσα από τα άλμπουμ των Soft Machine. Και λέμε «βασικά», γιατί στο μιας ώρας CD καταγράφονται ακόμη τρεις συνθέσεις του Karl Jenkins, μία των Ratledge/Wyatt (ένα medley των “Out-bloody-rageous” και “Moon in June”, υπό τον τίτλο “Outrageous moon”, το οποίο έχει επιμεληθεί ο Morgan Fisher) και ολίγες δικές τους. Γενικώς, απαιτεί κότσια αυτό που πράττουν οι DSQ. Να έρθεις δηλαδή αντιμέτωπος με μερικές από τις σημαντικότερες avant στιγμές της ροκ κουλτούρας, αντιμετωπίζοντάς τες κάπως σαν chamber classics. Και αυτό είναι το σημαντικό για τη μουσική του DSQ πρώτα-πρώτα, αλλά, αν θέλετε, και για τις μουσικές των Softs εν συνεχεία. Το γεγονός δηλαδή ότι μάς αποκαλύπτεται μία άλλη διάσταση των συνθέσεων του ιστορικού γκρουπ, μακρυά π.χ. από το πειραματικό jazz-prog, τις electro, atonal και 12φθογγικές παρεκκλίσεις, μέσω των οποίων διέπρεψαν οι σπουδαίοι Βρετανοί πριν 40 χρόνια, κοντά όμως στο μπαρόκ (τον Bach βασικά), την αγγλική pastoral music και τον μινιμαλισμό, που είναι η καλώς κρυμμένη βάση. Άλλη άποψη; Πυρηνική άποψη. Ο Hugh Hopper όμως πρωταγωνιστεί και στο επόμενο project, ονόματι Humi, το ντουέτο του δηλαδή με την κιμπορντίστα Yumi Hara Cawkwell. Το άλμπουμ τους “Dune” [MJR019] κυκλοφόρησε πρόπερσι και είναι ενδεικτικό, και αυτό, της παντοτινής άνθησης – και καλής, ευτυχώς, εμπορικής πρόσβασης – που βιώνει σήμερα η πάλαι ποτέ σκηνή του Canterbury. Δημιουργικοί μουσικοί, που γνωρίζουν τον τρόπο να ξεπερνούν την... άνοια, προσφέροντας παθιασμένους ήχους. Από τον Αύγουστο του 2007 μαζί, οι Yumi Hara και Hugh Hopper (1945-2009) αυτοσχεδιάζουν με γνώμονα ένα εν τω γεννάσθαι fusion ανάμεσα στον κλασικό «σοφτ-μασινικό» κόσμο και την ιαπωνική minimal, φωνητική και μουσική, folk παράδοση. Το μπάσο, οι πάντα αγαπημένες λούπες και τα ηλεκτρονικά του Βρετανού, σε συνδυασμό με τη φωνή, τα πλήκτρα και τα κρουστά τής Ιαπωνίδας συνθέτουν ένα δίπτυχο που μπορεί ναι μεν να μη «σοκάρει» (αν και ορισμένοι το βλέπουν ως συνέχεια του, όντως, ριζοσπαστικού άλμπουμ του Hopper “1984” από το 1973), αλλά που έχει την τέχνη να σε παρασύρει, μέσω του απροσχημάτιστου μελωδικού και αρμονικού του οίστρου.
http://diskoryxeion.blogspot.com/search?q=hugh+hopper. Από το Winnipeg της καναδικής Manitoba, οι Mahogany Frog έχουν όνομα «έτοιμο από καιρό» για progressive rock. «Βαρύ» συγκρότημα, γενικώς, στηριγμένο σε ογκώδη παρατεταγμένα keyboards (στο παλιομοδίτικο, τεχνοκρατικό εξώφυλλο πλήκτρα πετάγονται από κάτι σαν... φρυγανιέρα), το οποίο και με το πέμπτο άλμπουμ του “Do 5” [MJR020, 2008] δεν φαίνεται να το βάζει κάτω. Αποτελούμενοι από τους Graham Epp, Jessie Warkentin ηλεκτρικές κιθάρες, micromoog, farfisa, keys, ηλεκτρικό & ακουστικό πιάνο, τρομπέτα, Scott Ellenberger μπάσο, keys, κρουστά, τρομπέτα και J.P. Perron ντραμς, ηλεκτρονικά, οι Mahogany Frog ξεκινώντας από... βεβαρημένους Yes, ELP και Camel (προσθέστε και δεκαπλασιάστε) οδηγούνται και προς περισσότερο εκλεπτυσμένες καταστάσεις (“Demon jigging spoon”, “Lady Xoc & shield jaguar”), που θα μπορούσε να τους φέρουν κοντά στo neo-prog των Stereolab π.χ. ή των Tortoise. Φυσικά, jazz-rock/fusion, canterbury και avant στοιχεία παρεισφρέουν συχνότατα στα μουσικά τους patterns, κομπλεξάροντας, έτσι, ακόμη πιο πολύ τις από τη... μάνα τους «πυκνές» συνθέσεις. Αποτέλεσμα; Ενώ από τα εννέα, συνολικώς, tracks είναι μόλις τρία εκείνα που ξεφεύγουν από τα 4 ½ λεπτά (το άλμπουμ διαρκεί 47:03), η αίσθηση του γιγαντισμού που αφήνει το “Do 5” είναι διαρκής και μόνιμη. Δίνω μία εικόνα, δεν απορρίπτω... Το progressive rock καλά κρατεί· και όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και στην Ιταλία, εκεί όπου η μεγάλη παράδοση στο είδος από τα 70s δεν είναι εύκολο να λησμονηθεί. Οι D.F.A. είναι ένα από τα κορυφαία, σήμερα, σχήματα στη χώρα (στο χώρο τους) και παρότι έχουν ηχογραφήσει και εμφανισθεί εκτενώς στα πάτρια εδάφη το πιο πρόσφατο(;) CD τους “4th” κυκλοφορεί στην Αμερική από την MoonJune [MJR021, 2008]. Δεν είναι ν’ απορείς. Ιάπωνες και Αμερικανοί είναι γνωστοί λάτρεις του είδους. Τετράδα οι D.F.A. (Alberto De Grandis ντραμς, κρουστά φωνητικά, Alberto Bonomi keys, ηλεκτρικό & ακουστικό πιάνο, φλάουτο, Silvio Minella κιθάρες, Luca Baldassari μπάσο), ξεκινούν από ’κει όπου τελείωσαν οι Arti & Mestieri (οι οποίοι βρίσκονται ξανά σε δράση – η Moonjune, μάλιστα, κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια ένα δικό τους live στην Ιαπωνία το 2005!), προκειμένου να επαναφέρουν τα κλασικά ιταλικά art/τζαζ-ροκικά vibes ξανά σε χρήση. Περισσότερο μελωδικοί σε σχέση με άλλους, παλαιούς και σύγχρονους, αγγλο-αμερικανούς συνοδοιπόρους, οι D.F.A. με σαφείς αναφορές στο ιταλικό classic-rock, αλλά και στην απίστευτα επιδραστική μανιέρα των Matching Mole και των Hatfield & the North, ξέρουν τον τρόπο να μη μένουν «πίσω», παράγοντας μουσικές που ναι μεν ηχούν τεχνοκρατικές, δίχως όμως να στερούνται ψυχής και πάθους. Πανάξιο το 19λεπτο “Mosoq Runa”. Θα διέπρεπε και στα seventies.

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ CANTERBURY 20 Άλμπουμ

Η έννοια της «σκηνής» είναι απολύτως καθορισμένη. Σημαίνει κοινές αισθητικές ή άλλες πεποιθήσεις, κοινούς χώρους, κοινό «κοινό» που ακολουθεί, κρίνει και στηρίζει, χαλαρούς-φιλικούς δεσμούς και σχέσεις ανάμεσα στους μουσικούς και τα συγκροτήματα, σημαίνει σίγουρα ελευθερία κινήσεων την οποίαν, ενδεχομένως, κατευθύνει ένα κοινό label, ένα fanzine, ένα ή περισσότερα blogs... Υπό αυτήν την έννοια είναι δύσκολο να μιλάμε για σκηνές... 20, 30 και 40 ετών, αφού είναι φύσει αδύνατη η ακεραία διατήρηση όλων τούτων για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οπότε; Οπότε ακολουθούμε κάποιες συμβάσεις γκρουπάροντας γεγονότα και καταστάσεις, που δεν ταυτίζονται αναγκαστικώς, εμφανίζουν όμως κάποια κοινά σημεία – έτσι, κάπως, προσεγγίζεται και η λεγόμενη «σκηνή του Canterburuy». Συμβάσεις, εν τέλει, που είναι τόσο ανοιχτές, ώστε να μπορεί να συμπεριλάβουν ακόμη και τους Henry Cow ή τους Camel – για να μην πω τους Assagai, τους Trinity, την Carla Bley, τον Jack Bruce, τον Graham Collier και τον Phil Manzanera. Εν πάση περιπτώσει. Η λίστα που ακολουθεί είναι όσο… επιτρέπεται στενή, προκειμένου να βγει το καλύτερο δυνατό νόημα. 1. The Wilde Flowers – Story, Tales of Canterbury – AUS. Voiceprint VP 123 CD – 1994
Από ’δω αρχίζουν όλα. Πρόκειται για το γκρουπ από το οποίο ξεπήδησαν κατ’ ουσίαν οι Soft Machine και οι Caravan. Για πολλά χρόνια νομίζαμε πως δεν υπήρχε τίποτα δικό τους ηχογραφημένο... μέχρι το 1994, όταν η Voiceprint κυκλοφόρησε ένα βιβλιαράκι/CD σε δύο χιλιάδες αντίτυπα, εντός του οποίου καταγράφονταν τρία sessions των Wilde Flowers (16/3/1965, μέσα του ’65, άνοιξη ’66). Από το συγκρότημα πέρασαν οι Kevin Ayers, Hugh Hopper, Brian Hopper, Richard Sinclair, Robert Wyatt, Graham Flight, Richard Coughlan... και βεβαίως από τις μουσικές τους rock n’ roll, r&b, soul και πρώιμα ψυχεδελικά ηχοχρώματα. Κορυφαίο τραγούδι τους το “No game when you loose”, σύνθεση του Hugh Hopper, με ωραία δραματική ερμηνεία από τον Robert Wyatt. (Πλήρες εορτολόγιο των Wilde Flowers υπάρχει στο τεύχος 57 του Jazz & Tζαζ, 12/1997. Αν έχετε το περιοδικό ξεφυλλίστε το). 2. Soft Machine – Virtually – USA. Cuneiform RUNE 100 – 1998
Το “Virtually” αποτελεί σταθμό για την jazz-avant περίοδο των Soft Machine και ως έργο ηχεί καλύτερα από τα επίσημα “Third”, “4” και “5”, τα οποία και ανασκευάζει εκ θεμελίων. Ζωντανά ηχογραφημένο στην τότε Δυτική Γερμανία (23/3/1971) για το Radio Bremen 2, το παρόν χορταστικό CD περιλαμβάνει τρία tracks από το “Third” (Facelift, Slightly all the time, Out-bloody-rageous), όλο(!) το “4”, δύο συνθέσεις από το “5” (All white, Pigling band), συν τα “Eammon Andrews” και “Neo-caliban grides”. Κάτι σαν best of δηλαδή. Η jazz που παρουσιάζουν οι Softs (Elton Dean, Mike Ratledge, Hugh Hopper, Robert Wyatt) είναι εντελώς προσωπική και, ως αντίληψη, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον compact sound του Miles Davis την ίδια εποχή (στο τεύχος 100 του Jazz & Τζαζ υπάρχει ευρύτερο αφιέρωμα στο γκρουπ). 3. Arzachel – Arzachel – UK. Evolution Z 1003 – 1969
Canterbury rock, psych, jazz, improv... όλα τούτα οι Arzachel; Ας πω ναι· κυρίως γιατί είχαν στη σύνθεσή τους μουσικούς που διέπρεψαν σε… περισσότερο Canterbury μπάντες, όπως τους Steve Hillage κιθάρες, φωνή, Mont Campbell μπάσο, φωνή, Clive Brooks ντραμς, Dave Stewart όργανο. Το συγκρότημα βασικά αποκαλείτο Uriel και βρέθηκε μαζί από το τέλος του ’67 μέχρι και το καλοκαίρι του ’68, για να μετονομαστεί εν συνεχεία σε Egg (δίχως τον Hillage). Λόγοι συμβολαίου των Egg με την Deram τούς ανάγκασαν να υιοθετήσουν το βραχύβιο όνομα Arzachel, καταφέρνοντας να γράψουν ένα άλμπουμ για μικρή εταιρία, στο οποίο όλοι οι μουσικοί συμμετείχαν με ακατανόητα ψευδώνυμα. Το άλμπουμ είναι αστέρι. Ηγείται (και αυτό) της βρετανικής spacey psych σκηνής (ένας συνδυασμός πρώιμων Pink Floyd, Nice και ψυχεδελικών Bluesbreakers) με τους Hillage και Stewart να τρίζουν τα δόντια τους στους Clapton/Green και Emerson/Wright. Τα εκτεταμένα κομμάτια στη δεύτερη πλευρά επικοινωνούν με το... χάος, το “Leg” όμως, ένα fake “Rollin’ and tumblin’”, είναι εκείνο που τα κάνει όλα θρύψαλα. 4. Caravan – If I Could Do It All Over Again, I’d Do It All Over You – UK. Decca SKL-R – 1970
Δύσκολα ξεχωρίζει κάποιο από τα τρία πρώτα άλμπουμ των Caravan – ένα αρχέτυπο γκρουπ του Canterbury sound. Το παρόν με τον μακρύ τίτλο ήταν το δεύτερό τους, απολύτως χαρακτηριστικό του δικού τους psych-romance στυλ, με τα συναισθηματικά jazzy περάσματα, τις folk και classic καταβολές και βεβαίως το rock στήσιμο. Το “With an ear to the ground...” είναι ένα από τα ομορφότερα θέματα στην ιστορία του είδους, ενώ το εκτεταμένο “Can’t be long now” φανερώνει, απλώς, τις δυνατότητες των Caravan να στήνουν μεγαλεπήβολα θέματα εκμεταλλευόμενοι το συνθετικό και παικτικό τους τάλαντο. Τέσσερις συν ένας στο στούντιο της Decca, για ένα άλμπουμ που θα γράφει πάντα ιστορία: Richard Coughlan ντραμς, κρουστά, Richard Sinclair μπάσο, Pye Hastings κιθάρες, φωνή, David Sinclair πλήκτρα, Brother James (προφανώς για τον Jimmy Hastings πρόκειται) σαξόφωνο, φλάουτο. 5. Kevin Ayers and The Whole World – Shooting At the Moon – UK. Harvest SHSP 4005 – 1970
Με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν αργότερα οι Whole World θα μπορούσε να ήταν ένα super group, αφού είχαν στη σύνθεσή τους τον David Bedford όργανο, τον άσσο Lol Coxhill σαξόφωνα, τον Mick Fincher ντραμς, τον Mike Oldfield κιθάρες και βεβαίως τον Kevin Ayers φωνή και κιθάρες. Το “Shooting at the Moon” –δεύτερο LP του Ayers, μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine– ήταν το αποτέλεσμα μιας συνθετικής ιδιοτροπίας (για να μην πούμε ιδιοφυίας)· της καθ’ όλα επιτυχημένης προσπάθειας του βρετανού μουσικού να συνενώνει απλές, μελιστάλακτες μπαλάντες, με psych rock, punky ακρότητες και avant πειράματα. Το παίξιμο είναι απ’ όλους απολαυστικό (ιδίως από τον νεαρότατο Oldfield που... ξεκοιλιάζει την κιθάρα του στο “Lunatics lament”), με τις ηχητικές εκπλήξεις να διαδέχονται η μία την άλλη. Το “Shooting At the Moon” είναι κορυφαίο. 6. Egg – UK. The Polite Force – Deram SML 1074 – 1970
Τρίο ήταν βασικά οι Egg· ο ντράμερ Clive Brooks, o keyboard player Dave Stewart, ο μπασίστας Mont Campbell (τα 3/4 των Arzachel δηλαδή). Τo “The Polite Force” ήταν το δεύτερο άλμπουμ της καριέρας τους, εκείνο στο οποίο κατόρθωσαν, με μαγικό τρόπο να συνδυάσουν, τα φαινομενικώς ασυνδύαστα. Την αγάπη τους για τον Bach και την avant ηλεκτρονική στο “Boilk”, την jazz και τους παράξενους για Βρετανούς ρυθμούς (5/8 και 9/8) με την rock δυναμική στο “Contrasong”, το ενδιαφέρον τους για το βαρύ progressive rock στο “A visit to Newport Hospital”, την πίστη τους στη λειτουργία της μεγάλης φόρμας στο “Love piece no. 3”. Αν ένας μουσικός ξεχωρίζει πρωτίστως για τον ήχο του, διακριτός ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, τότε, ναι, ο ήχος του οργανίστα Dave Stewart ήταν τέτοιος. 7. Carol Grimes... and Delivery – Fools Meeting – UK. B&C CAS-1023 – 1970
Κι εδώ τα ονόματα των μουσικών δεν αφήνουν περιθώρια για δεύτερες σκέψεις... Steve Miller πιάνο, φωνή, Phil Miller κιθάρες, Roy Babbington μπάσο, Pip Pyle ντραμς, Carol Grimes φωνή, κρουστά, Lol Coxhill σαξόφωνα (ως guest). Φυσικά τα φωνητικά και οι στίχοι της Grimes κυριαρχούν, ποιος μπορεί όμως ν’ αγνοήσει τις κιθάρες του Phil Miller, ίσως τις πιο χαρακτηριστικές (και διαχρονικές) όλου του Canterbury sound; Οι συνθέσεις είναι εξαιρετικές. Συμπαγείς και όχι μεγάλης διάρκειας, κρύβουν ταυτοχρόνως συναισθηματισμό και δύναμη. Το “Miserable man” είναι κομμάτι κλάσης (και δεν είναι το μόνο), ενώ η μοναδική τους διασκευή στο “Is it really the same?” του Keith Jarrett (από το “Love-In” του Charles Lloyd) είναι απίστευτη, με τα απανωτά σόλο του Coxhill και του Miller να σε στέλνουν. 8. Daevid Allen – Banana Moon – FR. Byg Actuel 45 529.345 – 1971
Το “Banana Moon” –υπενθύμιση του πρώτου γκρουπ που έφτιαξε ο Daevid Allen στη Γαλλία προς τα τέλη του ’67 (εδώ, πάντως, ακούγονται οι Gary Wright, Gerry Fields, Archie Legget, Barry St-John, Maggie Bell, Robert Wyatt, Pip Pyle, Nick Evans και Christian Tritsch)– είναι ένα απολύτως ξεχωριστό έργο. O αυστραλός μουσικός (από την αρχική μορφή των Softs), παραλλήλως με την εξέλιξη των Gong, συντάσσει ένα άλμπουμ απολύτως χαρακτηριστικό της… τρέλας και κυρίως της ανεξαρτησίας που κουβαλούσε ως καλλιτέχνης. Δύο στιγμές από το “Banana Moon” στο πάνθεον τού έτσι ή αλλιώς Canterboury sound. Κατ’ αρχάς η version του “Memories”, του υπέροχου τραγουδιού του Hugh Hopper, που γίνεται ακόμη ωραιώτερο μέσω της στοιχειωτικής ερμηνείας του Wyatt. Έπειτα το μακρύ “(Stoned innocent Frankenstein) and his adventures in the Land of Flip”, ένα freaky, με punk κιθάρες, αυτοβιογραφικό κομμάτι, γύρω από τις γαλλικές περιπέτειες του Allen το Μάη του ’68 και μετά απ’ αυτόν· ο άνθρωπος, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν τα πήγαινε, ποτέ, καλά με την εξουσία.9. Elton Dean – Elton Dean – UK. CBS 64539 – 1971 
 Ο Elton Dean δεν ζει. Πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια αφήνοντας όμως μεγάλα άλμπουμ και ακόμη μεγαλύτερα παιξίματα, μερικά εκ των οποίων καταγράφονται σ’ αυτή την πρώτη προσωπική δουλειά του από το 1971. Πρόκειται για LP-κόσμημα της british jazz. O Dean παίζει βεβαίως το αγαπημένο του saxello (ακόμη άλτο και ηλεκτρικό πιάνο), ενώ τον συνοδεύουν οι Phil Howard ντραμς, Mark Charig κορνέτα, Neville Whitehead μπάσο και σε κάποια tracks οι Mike Ratledge και Roy Babbington. Όσο και αν το πνεύμα των Softs βαραίνει επάνω απ’ τους… σκορπιούς (στο “Blind badger” φερ’ ειπείν), εντούτοις το άλμπουμ, γενικώς, διαφέρει. Και ως ήχος (η παρουσία του Ratledge είναι συμβολική) και ως ατμόσφαιρα, με το σχεδόν μανιακό παίξιμο του Dean να υπερβαίνει ό,τι είχε καταγράψει έως τότε. (Εδώ και το “Neo-caliban grides”, που δεν έλειπε από τα live των Soft Machine εκείνη την εποχή). Σπουδαίος δίσκος. Για σκληρούς jazz-heads... 10. Khan – Space Shanty – UK. Deram SDL-R 11 – 1972
Οι ροκάδες όρθιοι. Μετά τους Arzachel, οι Khan φαίνεται πως ήταν το επόμενο project του κιθαρίστα Steve Hillage· ένα τρίο (Nick Greenwood μπάσο, Eric Peachey ντραμς), που βοηθήθηκε, ειδικώς για αυτήν την ηχογράφηση, από τον Dave Stewart (στους Egg ακόμη τότε). Το “Space Shanty” ξεκινά με εντυπωσιακό τρόπο (“I need you and you need me/ Also I need to be free/ Free as the word free can mean/ To stand secure outside this dream”), για να εξελιχθεί σ’ ένα concept space έργο, που θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί μ’ ένα “Ziggy Stardust” φερ’ ειπείν (κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά), αν δεν επρόκειτο, τελικώς, για ακόμη ένα opus της Canterbury μυθολογίας. Τα σόλι των Hillage και Stewart είναι, για ακόμη μία φορά, μεγαλειώδη, ενώ κομμάτια όπως το “Driving to Amsterdam” δύσκολα αντιμετωπίζονται... 11. Matching Mole’s – Little Red Record – UK. CBS 65260 – 1972 
«Για κοίτα τους ανθρώπους στην κορφή/ Πώς κατεβαίνουν από τη δεξιά λωρίδα/ Στο Βέλγιο, την Ελλάδα, την Πορτογαλία/ Στη Γαλλία και την ηλιόλουστη Ισπανία» (από το “Righteous rhumba”, στίχοι Robert Wyatt, μουσική Phil Miller). Το πιο πολιτικοποιημένο άλμπουμ της Canterbury scene; Αναμφισβήτητα. Από το εξώφυλλο κιόλας το “Little Red Record” των Matching Mole (το γκρουπ που οδήγησε ο Robert Wyatt μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine) επιβάλλεται με την... μαοϊκή του κοκκινάδα. Bandiera rossa, κόκκινο αστέρι, το «κόκκινο βιβλίο», αλλά κι ένα αυτόματο στο χέρι του πολεμιστή (“I’ll kill if I must” ακούμε κάπου), έτοιμο ν’ αναλάβει δράση. Ακραίες καταστάσεις; Τις σήκωνε η εποχή. Μουσικώς (David McRae πλήκτρα, Brian Eno πλήκτρα, Robert Wyatt ντραμς, Phil Miller κιθάρες, Bill McCormick μπάσο, Robert Fripp παραγωγή) το άλμπουμ είναι top of the top, με hints από Soft Machine και Mothers of Invention και κυρίως με μιαν αισθητική παιξίματος (οι McRae και Miller γαζώνουν), που θ’ αποδειχθεί πολλάκις επιδραστική για την ανάπτυξη του Canterbury sound στην ηπειρωτική, πλέον, Ευρώπη. Δεύτεροι, πίσω μόνον από τους Hatfield and the North... 12. Gong – Radio Gnome Invisible Part I, Flying Teapot – UK. Virgin V2002 – 1973 
Οι Gong του Daevid Allen… ένα σύνολο που κινείται μεταξύ space-rock, jazz, psychedelia και progressive, με θεματολογία hippie και pre new-age. Γύρω του μια εικονογραφία γεμάτη χρώματα, τρελούς αυλητές, ιπτάμενες τσαγιέρες, νάνους και ξωτικά, διαστημικές πόρνες και άλλα αλλόκοτα πλάσματα – μαζί του ταξιδεύουν η Gilly Smyth και ο Steve Hillage. Το 1973 ήταν η χρονιά εμφάνισης του πρώτου μέρος της τριλογίας “Flying Teapot/ Angels Egg/ You”, του “Radio Gnome Invisible Part I, Flying Teapot” δηλαδή, εκεί όπου η ειρωνική πλευρά και η δημιουργική new-age δίνουν χώρο και ευκαιρίες σε μια μουσική ζωντανή, χαρούμενη, γεμάτη good vibrations, που φωτίζει με χαμόγελα, εγκάρδια και ειλικρινή, το πρόσωπο, συχνά σοβαρό και βλοσυρό της προοδευτικής μουσικής. Στην μπάντα ακόμη οι Francis Moze μπάσο, Tim Blake πλήκτρα, Didier Malherbe πνευστά, Christian Tritsch κιθάρες, Laurie Allan ντραμς και Rachid Houari κρουστά. (Τα πλάγια γράμματα ανήκουν στον φίλο Σπύρο Σερλεμέ). 13. Hatfield and the North – Hatfield and the North – UK. Virgin V2008 – 1973
Αν και συγκρότημα… τρίτης γενιάς, οι Hatfield and the North θεωρείται πως επικρατούν σε ό,τι θα μπορούσε να ονομάζουμε «αυθεντικό Canterbury feeling». Περισσότερο και από τους Soft Machine ή τους Caravan δηλαδή. Παράξενο; Μπορεί. Υπάρχει, όμως, λόγος. Οι Hatfields συνδύαζαν στοιχεία και από τους δύο –και το ριζοσπαστικό avant πνεύμα των Softs, του “Third” και του “4” και την «ρομάντζα» των Caravan– πέφτοντας, συγχρόνως, σε μιαν εποχή όπου το ευρωπαϊκό prog rock βρισκόταν στα πολύ επάνω του, κατορθώνοντας να επηρεάσουν το σύνολο σχεδόν των σχετικών συγκροτημάτων. Τους αποτελούσαν, βεβαίως, μέλη προγενέστερων ομάδων. Richard Sinclair μπάσο, τραγούδι, Phil Miller κιθάρες, Pip Pyle ντραμς, Dave Stewart πλήκτρα και ακόμη, ανάμεσα σε άλλους οι Geoff Leigh (ex-Henry Cow) σαξόφωνο, φλάουτο και Robert Wyatt (σε αμαξίδιο) τραγούδι. Το πρώτο τους LP είναι απολύτως ενδεικτικό του μοναδικού τους λαϊκού περφεξιονιστικού στυλ. Νομίζω δε πως ακόμη και ολόκληρο το “Rock Bottom” ο Wyatt το στήριξε σε κομμάτια όπως το “Calyx” (σύνθεση του Miller), στο οποίο εξάλλου τραγουδά. 14. Robert Wyatt – Rock Bottom – UK. Virgin V2017 – 1974
Το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Wyatt μετά το ατύχημα· ένα ατύχημα που δεν του επέτρεψε να σταθεί στα πόδια του ξανά. Απόλυτο χτύπημα για κάθε άνθρωπο, κάτι παραπάνω για έναν ντράμερ. Παρά ταύτα θα βρει το σθένος ο τραγουδοποιός να συνθέσει και πάλι, μεταγγίζοντας τη δύναμη της... γυνής και της θάλασσας στην αγέρωχη ψυχή του. Η πρώτη πλευρά του δίσκου –“Sea song”, “A last straw”, “Little Red Riding Hood hit the road”– είναι ό,τι πιο σπαρακτικό γράφτηκε ποτέ σε βινύλιο (συγκρίνω με το “Rehearsals for Retirement” του Phil Ochs π.χ. και με δυο-τρία άλλα). Αλλά και η b side με τα δυο τραγούδια για τη σύζυγο Alfreda Benge και το απίθανο σόλο του Mike Oldfield στο “Little Red Robin Hood hit the road” αρκούν για το τέλειο. Βοήθησαν όλοι. Richard Sinclair, Laurie Allan, Hugh Hopper, Ivor Cutler, Mongezi Feza, Gary Windo, Fred Frith, Mike Oldfield, Nick Mason.15. Isotope – Isotope – UK. Gull GULP 1002 – 1974
Μοναδικός ήχος, ενός περισσότερο επικοινωνιακού fusion, που δεν έτυχε όμως ευρύτερης αναγνώρισης. Εννοούμε πως οι Isotope δεν απέκτησαν τη φήμη των Hatfields ή ακόμη και των ύστερων Softs στα ευρωπαϊκά prog κυκλώματα στα μέσα του ’70, παρ’ ότι το άξιζαν και θά’πρεπε. Έχοντας στη σύνθεσή τους μία τετράδα οργανοπαικτών κλάσης –Brian Miller πλήκτρα, Nigel Morris ντραμς, Jeff Clyne μπάσο, Gary Boyle κιθάρες– το μάλλον υποτιμημένο αυτό γκρουπ παρέδωσε μια σειρά ηλεκτρικών συνθέσεων που ανάγκασαν τον Steve Lake (γνωστό ECM-παραγωγό) να μιλήσει, τότε, για το βρετανικό ισοδύναμο των Tony Williams’ Lifetime. Ίσως ευθυνόταν για τούτο η υπερ-δεξιοτεχνία και η ταχύτητα του ντράμερ Nigel Morris, αλλά και το βιρτουόζικο παίξιμο των Miller και Boyle, που τοποθετούσαν αυτομάτως τους Isotope σε άλλο επίπεδο. Δυστυχώς, γι’ αυτούς, η πορεία τους θα παραμείνει σκιώδης ακόμη και όταν οι Hugh Hopper μπάσο και Laurence Scott πλήκτρα θα πάρουν τις θέσεις των Clyne και Miller, ηχογραφώντας το άλμπουμ “Illusion” την ίδια χρονιά. 16. Quiet Sun – Mainstream – UK. Island HELP 19 – 1975
Πάντα εκτιμούσα το μοναδικό LP των Quiet Sun, αν και δεν είχα σκύψει ποτέ στην ιστορία του. Τώρα το κάνω. Το γκρουπ σχηματίστηκε το 1970 από τον Bill MacCormick μπάσο, τον Charles Hayward ντραμς, τον Dave Jarrett πλήκτρα και τον Phil Manzanera κιθάρες. Canterbury sound γενικώς και διάλυση το 1972, ίνα μπει ο Manzanera στους Roxy Music, ο MacCormick στους Matching Mole, o Hayward σε κάτι εμβρυικούς This Heat και ο Jarrett σε κάποιο κολέγιο για να διδάξει μαθηματικά. Το 1975 και καθώς ο Manzanera έγραφε το προσωπικό του άλμπουμ “Diamond Head” έστειλε πρόσκληση στους παλιούς του φίλους να μπουν στο στούντιο της Island και να παίξουν ό,τι έπαιζαν μαζί, 3-4 χρόνια πριν. Έγινε. Το “Mainstream” ολοκληρώθηκε άμεσα (και μάλιστα με τη συμμετοχή του Brian Eno) και ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα εμβλήματα της σκηνής, λόγω της παρουσίας του Manzanera και της πληκτρονικής του ποικιλίας. Κορυφαίες συνθέσεις (Bargain classics, Mummy was an asteroid), από μουσικούς με... ούμπαλα. 17. Steve Hillage – Fish Rising – UK. Virgin V2031 – 1975
Μέσα κι έξω από τους Gong, ο Steve Hillage βρίσκει την ευκαιρία να ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του ’74 την ηχογράφηση του πρώτου του άλμπουμ. Του πήρε μερικούς μήνες μέχρι να το ετοιμάσει, όμως άξιζε τον κόπο. Το “Solar musick suite” (με το “Canterbury sunrise” ανάμεσα) πιάνει σχεδόν όλη την πρώτη πλευρά του δίσκου και είναι αυτό που λέμε… κομμάτι συγκλονιστικό. Οι κιθάρες του Hillage και τα πλήκτρα του Stewart είναι από άλλο πλανήτη. Η δύναμη και το παικτικό πάθος δεν περιγράφονται και, στιγμές-στιγμές, νοιώθεις πως τόσο βαρύ compact sound δύσκολα μπορεί ν’ ακούσεις ακόμη και από τρεις... Metallica μαζί (συγχωρείστε μου την υπερβολή) . Ο... heaviest Canterbury sound; Σίγουρα. Steve Hillage φωνή, κιθάρες, Miquette Giraudy κρουστά, Didier Malherbe τενόρο, Lindsay Cooper μπασούν, Tim Blake synths, Dave Stewart ηλεκτρικό πιάνο, Mike Howlett μπάσο, Pierre Moerlen ντραμς, κρουστά. 18. Hugh Hopper – Hopper Tunity Box – UK./NOR. Compendium FIDARDO 7 – 1977
Αν και το “1984” [CBS, 1973] είναι για τους περισσοτέρους (και για το Wire...) το κορυφαίο άλμπουμ του Hugh Hopper (1945-2009) –πρόκειται όντως για το πιο ριζοσπαστικό, αν και ο ίδιος ο Hopper το θεωρεί μάλλον βαρετό (συμφωνώ)– είναι το παρόν “Hopper Tunity Box” που γράφει ανεπανάληπτη ιστορία. Νομίζω πως ο Hopper δεν είχε ποτέ υπό τας διαταγάς του μία τόσο σημαντική ομάδα μουσικών (Elton Dean, Mark Charig, Frank Roberts, Dave Stewart, Mike Travis, Richard Brunton, Gary Windo, Nigel Morris) προκειμένου να τακτοποιήσει τις ιδέες του και νομίζω, επίσης, πως ποτέ άλλοτε δεν έπαιξε ο ίδιος μπάσο, κιθάρα, recorders, σοπράνο και κρουστά σ’ ένα άλμπουμ. Κάτι σημαίνει αυτό. Καταπληκτικό LP, με τον Hopper να παραθέτει επτά δημιουργικές συνθέσεις, εξερευνώντας το δικό του ανεξερεύνητο (μέχρι και funk παίζει στο “Crumble”). Η έξοχη διασκευή στο κλασικό “Lonely woman” του Ornette Coleman δεν είναι η... σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τούτο συμβαίνει με το “Gnat prong”, εκεί όπου ο Dave Stewart ξανα-στοιχείωνει με το παίξιμό του μία σύνθεση για το top-10 του είδους. Δες κι εδώ: http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/01/hugh-hopper-lonely-sea-and-open-sky.html 19. National Health – National Health – UK. Affinity AFF 6 – 1978 
 Στο λυκόφως του Canterbury sound στα seventies οι National Health (Dave Stewart πλήκτρα, Phil Miller κιθάρες, Neil Murray μπάσο, Pip Pyle ντραμς) ήταν εκείνοι που θα έδειχναν χαρακτήρα. Και όχι μόνο. Καθότι απέδειξαν σε δύσκολη συγκυρία, με το punk και το post-punk ν’ αλωνίζουν στο Νησί, πως θα μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική μουσική πρόταση, που ν’ αγνοεί τη λειτουργικότητα του 3λεπτου δίχως όμως την δεινοσαυρική «ξεπέτα». Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Η υπόθεση είχε πάρει πια εντελώς διαφορετική τροπή και ό,τι και να έπρατταν οι φίλοι μας ένα ήταν σίγουρο, το κλίμα είχε αλλάξει. Ανεξαρτήτως, στο “National Health”, όπως και στο επόμενο “Of Queues and Cures” [Charly] που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα, γράφτηκε το πρώτο τέλος μ’ έναν τρόπο που θα έκανε τους πάντες να ριγήσουν. Ποιους πάντες; Όσους αντιμετώπιζαν το rock, τη ροκοειδή jazz και τη ροκοειδέστερη avant, ως το σημαντικότερο fusion από καταβολής ηλεκτροφόρου μούζικας. 20. Delta Saxophone Quartet – Dedicated To You... But You Weren’t Listening – USA. MoonJune MJR017 – 2007 
 Ο «ήχος του Canterbury» δεν έπαψε ποτέ ν’ απασχολεί, έστω και εν σπέρματι, τη μουσική επικαιρότητα· ακόμη και στα δύσκολα χρόνια του ’80, ακόμη και σήμερα (ιδίως σήμερα). Οι DSQ είναι ένα τέτοιο, σημερινό, γκρουπ, που πήρε το ελευθέρας κάποιων επιφανών… καντερμπεριστών, ίνα απλώσουν τα δικά τους σχέδια, φτιάχνοντας ένα άλμπουμ που θα το θυμούνται και αυτοί κι εμείς για πολλά ακόμη χρόνια. Το βρετανικό κουαρτέτο σαξοφώνων (Graeme Blevins σοπράνο, Peter Whyman άλτο, σοπράνο, Tim Holmes τενόρο, σοπράνο, Chris Caldwell βαρύτονο, σοπράνο) το απασχολούν οι μουσικές των Soft Machine – ο Hugh Hopper εγκρίνει, παίζοντας μπάσο και κάνοντας λούπες στο “Facelift” – αποκαλύποντάς μας μιαν άλλη διάσταση των συνθέσεων του ιστορικού γκρουπ, μακρυά π.χ. από το πειραματικό jazz-prog, τις electro, atonal και 12φθογγικές παρεκκλίσεις, μέσω των οποίων διέπρεψαν οι σπουδαίοι Βρετανοί πριν 40 σχεδόν χρόνια, κοντά όμως στο μπαρόκ (τον Bach βασικά), την αγγλική pastoral music και τον μινιμαλισμό, που είναι η καλώς κρυμμένη βάση. Νέα βάση...

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

HUGH HOPPER the lonely sea and the open sky...

Γνώριζα για την κατάσταση της υγείας του Hugh Hopper (1945-7/6/2009). Είχε λευχαιμία. Μου είχε μιλήσει σχετικώς ο ντράμερ Χρήστος Στασινόπουλος, που τα τελευταία χρόνια συνεργαζόταν μαζί του και διατηρούσε κάποιαν επαφή. Ήταν ο άνθρωπος που είχε μεσολαβήσει ώστε να έρθει ο Hopper και να παίξει στην Ελλάδα – και με τους Soft Machine Legacy, αλλά και με έλληνες μουσικούς (Αλέκος Καρακαντάς, Κώστας Καραμήτρος, Χρήστος Στασινόπουλος...) τον Ιανουάριο του ’08 στο Rodeo. Υπάρχει μάλιστα και το ντοκουμέντο, πλέον, “Flight of the condor” στο άλμπουμ “Light In the Dark” [Christass, 2008] των Chris Stassinopoulos & Friends
Λίγο καιρό πριν χαθεί, ο Hopper είχε «ευλογήσει» το εξαίρετο CD των Delta Saxophone Quartet “Dedicated To You... But You Weren’t Listening”, ενώ αποτελούσε, εσχάτως, το ήμισυ του duo Humi. (Το άλλο μισό η keyboard player Yumi Hara Cawkwell. Πολύ ενδιαφέρον το “Dune”, στην αμερικανική MoonJune. Θα γράψω γι' αυτό σε προσεχές post). 
Η καριέρα του Hugh Hopper ξεκινά το 1963, όταν, μαζί με τον Robert Wyatt, συμμετέχουν στο Daevid Allen Trio – του αυστραλού κιθαρίστα Daevid Allen – παίζοντας μπάσο. Λίγο μετά, μαζί με τους Brian Hopper, Robert Wyatt, Kevin Ayers, Richard Sinclair και Graham Flight, θα σχηματίσει τους Wilde Flowers, παραμένοντας στην μπάντα μέχρι τον Μάρτιο του ’67, για να μπει τελικώς στους Soft Machine τον Φεβρουάριο του ’69, γράφοντας μαζί τους τα highlights LP “Volume Two”, “Third”, “Fourth”, “Five” και “Six”
Τον Μάιο του ’73 θα ξεκινήσει την προσωπική του διαδρομή συνεργαζόμενος με μεγάλα ονόματα της progressive jazz και του rock (Carla Bley, Lindsay Cooper, Stomu Yamashta, Robert Wyatt κ.ά.), ηχογραφώντας, μέχρι πρότινος, περισσότερο από 20 προσωπικούς δίσκους.
Το 1990 ο Hugh Hopper είχε δώσει μία μεγάλη συνέντευξη στο «αφιερωμένο» στην Canterbury scene αγγλικό fanzine Facelift (δημοσιεύθηκε στο τεύχος no 5, Μάρτιος 1991). Μεταφράζω για ’σας ένα απόσπασμα, που έχει διαχρονική αξία...

Τι θυμάσαι από τον πρώτο καιρό με τους Wilde Flowers; 
Του καθενός η μνήμη είναι επιλεκτική. Για παράδειγμα ο Robert (Wyatt), όποτε συζητάμε για κάτι, θα θυμηθεί όντως. Εγώ, υποτίθεται, ότι ήμουν αυτός που είχε καλή μνήμη των γεγονότων – εκείνος, υποτίθεται, πως δεν είχε καθόλου μνήμη. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, κι έτσι πολλά απ’ αυτά θα μπορούσε να είναι τελείως λάθος ή αλλοιωμένα...

Πάντως φαίνεται να υπάρχει μιαν αντίθεση ανάμεσα στον πειραματισμό των πρώτων σχημάτων με τον Daevid Allen και τους Wilde Flowers, που ήταν πιο κοντά στο κυρίαρχο ρεύμα... 
Απλά, πρόκειται για τη δεδομένη συγκυρία. Ήταν περισσότερο η προσέγγιση του Daevid αυτή. Δεν ήξερα, ακόμη, πολλά πράγματα περί μουσικής. Έπαιζα μόνο λίγο μπάσο. Δεν ήξερα για τη μορφολογία, για τη θεωρία της, ενώ ο Daevid είχε ήδη κάποια βάση· την τζαζ, την φρι τζαζ, τον Terry Riley... τέτοια πράγματα. Όταν συγκροτήθηκαν οι Wilde Flowers οι Beatles ήταν ήδη τόσο σπουδαίοι, που ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ήταν για... πέταμα. Ήταν μια λαμπρή μουσική. Έτσι ενδιαφερθήκαμε να γράψουμε τραγούδια. Από την άλλη, ο Robert ενδιαφερόταν ν’ αρχίσει μόνο με τζαζ, δεν τον ενδιέφερε καθόλου το ροκ. Βαθμιαία παρασυρθήκαμε σ’ αυτό. Αλλά κι αυτό έγινε μέσω του Daevid. Κάποια στιγμή είχε φύγει για το Μαρόκο ή κάπου προς τα ’κει και όταν γύρισε, έξι μήνες αργότερα, ήρθε στο σπίτι μου και μου ’πε: «σωστά, θα ξεκινήσουμε αυτό το ροκ γκρουπ, για να βγάλουμε λεφτά». Το χρήμα ήταν το ζητούμενο στην αρχή, δεν ήταν η μουσική. Και βεβαίως οι Wilde Flowers γίνονταν στην πορεία όλο και πιο στρέιτ· αρχίσαμε ν’ ακούμε πολύ σόουλ μουσική, James Brown και τέτοια. Καταλαβαίνεις, δεν είναι όλα για πέταμα. Υπάρχουν «καλά» και «κακά» πράγματα, και ανακατεύεσαι και με τα δύο.
Έχω ακούσει ότι έχεις φτιάξει εκατοντάδες tape-loops. Είναι όντως έτσι; 
Υπερβολές. Πιθανώς να έφτιαξα μερικές δεκάδες. Όταν έκανα το άλμπουμ “1984”, το 1973, ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να μπω σ’ ένα μεγάλο στούντιο και να κάνω αυτό που έκανα στο σπίτι μου, χάνοντας τον καιρό μου, παίζοντας με μαγνητοταινίες και λούπες. Δεν ήξερα ότι αυτό το πράγμα θα είχε επιτυχία. Πάντως δεν νομίζω πως θα μ’ ενδιέφερε να ξανακάνω κάτι τέτοιο (σ.σ. το ξανάκανε το 2002 στο άλμπουμ “Jazzloops”). Με δυσκολία ακούω πια το “1984”. Πρέπει να είσαι πάρα πολύ προσηλωμένος για να το ακούσεις, και δεν καπνίζω πια... Συνεχίζεις όμως να παίζεις το “Miniluv” από ’κείνο το άλμπουμ... 
Δεν είναι το ίδιο. Το παίζω όπως είναι περίπου στον δίσκο “Hopper Tunity Box”, παρά όπως είναι στο “1984”. Τώρα μ’ ενδιαφέρει να παίζω περισσότερο με ανθρώπους, παρά να κάθομαι σπίτι και να παίζω με το μαγνητόφωνο. Έχω αλλάξει. Είναι ωραίο να γράφεις ένα μουσικό κομμάτι, αλλά βρίσκω αληθινά μεγαλύτερη ευχαρίστηση, όταν αυτό αναπτύσσεται ζωντανά σε κάτι.

Στο “Hopper Tunity Box” χρησιμοποίησες πολλά εφέ, που δημιουργήθηκαν πέρα από κάθε φυσική δυνατότητα εκτέλεσης. Μέχρι που νομίζεις ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται η τεχνολογία; 
Νομίζω ότι η τεχνολογία έχει καταφέρει να συμβαδίσει με το παρόν. Όντως, το είδος της μουσικής που έκανα στο “Hopper Tunity Box” δεν μπορεί να παρουσιαστεί απόλυτα ζωντανά, γιατί έκανα διάφορα πράγματα όπως π.χ. να επιταχύνω το μπάσο, να παίζω ένα σοπράνο σαξόφωνο μέσα σ’ ένα μεταλλικό φύλλο στερεωμένο σ’ ένα αντηχείο, και μετά να το επιβραδύνω ή να το επιταχύνω πάλι! Φυσικά, θα μπορούσες αυτό να το παίξεις ζωντανά, αν και ένα μεταλλικό φύλλο δεν είναι κάτι που μπορείς να το αγοράσεις σ’ ένα μουσικό κατάστημα...

Θα έκανες ποτέ sampling; 
Ναι. Νομίζω πως ένα μεγάλο μέρος από την πρώιμη περίοδο της δουλειάς μου είναι στην πραγματικότητα σάμπλιν. Πολύ υλικό στο “1984” είχε παραχθεί από το κροτάλισμα μιας χτένας ή το τσαλάκωμα κομματιών χαρτιού. Δεν νομίζω ότι πολύ απ’ αυτό το υλικό ήταν επιτυχημένο, αλλά θυμάμαι πως καθόμουν τρεις ή τέσσερις ώρες στο Αdvision (σ.σ. λονδρέζικο στούντιο) προσπαθώντας να καταγράψω τον ήχο ενός κουνουπιού, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσω σε μια λούπα. Το σάμπλιν είναι σπουδαίο. Ναι, όμως, αν πάρεις τον κόσμο της pop, το sampling δεν γίνεται με καμμία ακεραιότητα... 
Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλάμε για «ακεραιότητα», γιατί αυτοί δεν ήρθαν για την «ακεραιότητα», ήρθαν για να γίνουν διάσημοι· και νομίζω ότι πολλοί απ’ αυτούς είναι πράγματι εξαιρετικοί. Η κόρη μου παρακολουθεί το Top of the Pops, κι αρχίζω κι εγώ να παρακολουθώ ό,τι δεν έβλεπα για 15 χρόνια. Είναι η ίδια ιστορία: 1% από αυτά είναι καλά. Τα υπόλοιπα μπορεί να είναι για πέταμα ή διασκευές ή μετριότητες ή να τα έχεις ακούσει χιλιάδες φορές πριν, αλλά συχνά μέσα σ’ ένα 15νθήμερο θα βρεις κάτι με καλόν ήχο. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε είδος μουσικής... Το 90% της «κλασικής» είναι βαρετό.

Μιλάμε, όμως, για μια περίπτωση μετάβασης στο περιθώριο... 
Εντάξει. Έχεις όμως αυτό το λίγο 1% των ανθρώπων, που έχουν τη σπίθα της μεγαλοφυΐας, έχοντας τη δύναμη να κάνουν κάτι με ό,τι υπάρχει στο χώρο. Θα μπορούσες να βάλεις έναν περκασιονίστα να παίξει σ’ αυτήν εδώ την καρέκλα και να είναι αυτό το σπουδαιότερο πράγμα που έχεις ακούσει στη ζωή σου – αν έχει τη σπίθα βέβαια. Τούτο δεν έχει καμία σχέση με τον εξοπλισμό, την τεχνολογία και τα τοιαύτα· με όσους τρέχουν, ας πούμε, να επενδύσουν στη νέα μόδα. Αν βγάζουν, τώρα, λεφτά από αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική. Έχω την αίσθηση ότι πολύς κόσμος πικραίνεται και απογοητεύεται, σκεπτόμενος την «ακεραιότητα» που λέγαμε λίγο πριν, όμως πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα όπως ακριβώς είναι. Αν θέλω να γράψω τη μουσική μου και δεν πληρώνομαι γι’ αυτό, τότε είναι δικό μου το πρόβλημα. Δεν είναι ούτε του... σύμπαντος, ούτε του... θεού. Αν κάποιος άλλος τύχει να έχει κάτι, που ο κόσμος θέλει να το αγοράσει, τότε περίφημα – ίσως ν’ αγοράσουν ένα γρήγορο αυτοκίνητο και να τρακάρουν την επόμενη μέρα! Είναι πρόβλημά τους, αλλά δεν έχει να κάνει με την «ακεραιότητα». Υπάρχουν πολλοί μουσικοί που πικραίνονται γι’ αυτά τα πράγματα, ιδίως της τζαζ. Ζηλεύουν πολύ αυτούς που βγάζουν πολλά λεφτά και τους μισούν γι’ αυτό. Δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Αλλά νομίζω πως συζητούν για λάθος πράγμα. Θα έλεγες ότι η μουσική είναι ένα τόσο μεγάλο μέρος της ζωής σου, όσο και τότε με τους Soft Machine; 
Είναι διαφορετικά τώρα. Στους Soft Machine έπαιζα πολύ περισσότερα, αλλά πιθανότατα δεν το διασκέδαζα και τόσο. Όταν παίζεις σ’ ένα συγκρότημα σαν εκείνο, είσαι στην πραγματικότητα εκεί, γιατί σ’ έχουν «κλείσει» να το κάνεις 18 μήνες πριν. Μπορεί, ας πούμε, να μη θέλεις απαραίτητα να παίξεις μια συγκεκριμένη νύχτα. Δεν ήμουν ιδιαίτερα ευτυχισμένος στους Soft Machine, δεν ήταν η πιο ευτυχισμένη, μουσικά, περίοδος της ζωής μου. Έχω ζήσει καλύτερες περιόδους...

Ακόμη και τώρα πολλοί σε συσχετίζουν με κάτι που συνέβη χρόνια πριν, με τη «σκηνή του Canterbury». Σ’ ενοχλεί αυτό; 
Όχι. Ειλικρινά όχι. Είναι κατανοητό. Στην πραγματικότητα κι εγώ το χρησιμοποιώ. Αν θέλω π.χ. να κάνω ένα συγκρότημα να προχωρήσει, αναφέρω το γεγονός ότι ήμουν κάποτε στους Soft Machine. Είναι απατηλό. Κανονικά θα έπρεπε να με ρωτήσουν: «τι κάνεις σήμερα;». Χρησιμοποιώ, λοιπόν, κι εγώ το σύστημα όπως δουλεύει. Καμιά φορά κάποιοι με πλησιάζουν στα live και μου λένε: «γιατί δεν παίξατε όλα τα κομμάτια των Soft Machine;», το οποίο είναι σωστό από τη μεριά τους, και τότε τους λέω «ναι, δεν τα παίξαμε, αλλά σας άρεσαν αυτά που παίξαμε τώρα;». Και σου απαντούν: «ναι, μας άρεσαν, αλλά γιατί δεν παίξατε το ‘third’, το ‘fourth’, το ‘five’...». Αυτό μόνο μ’ ενοχλεί, γιατί είναι πολύ στενόμυαλοι.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

MOONJUNE II

Οι In Cahoots υπάρχουν από το 1982, ως προσωπικό όχημα του κιθαρίστα Phil Miller (ex-Delivery, Matching Mole, Hatfield & the North, National Health). Με βάση την ιστορία του γκρουπ, όπως αυτή καταγράφεται στο site τους (www.philmiller-incahoots.co.uk), πρωτο-δισκογράφησαν το 1988. Το “Conspiracy Theories” [MJR013] είναι το πλέον πρόσφατο (έβδομο) άλμπουμ τους, το οποίο κυκλοφορεί από την MoonJune εδώ και τέσσερα χρόνια. Από τους In Cahoots πέρασαν «επώνυμοι» μουσικοί της σκηνής, όπως οι Elton Dean, Hugh Hopper και Pip Pyle, με τους περισσότερους απ’ αυτούς (Pete Lemer, Simon Finch, Annie Whitehead, Didier Malherbe, Dave Stewart, Barbara Gaskin, Richard Sinclair, Simon Picard) να συμμετέχουν στην παρούσα ηχογράφηση (Λονδίνο, 2004). Οι συνθέσεις, συνήθως μεγάλης διάρκειας, δείχνουν αναμφισβήτητα μουσικούς «παικτικής» κλάσης, όμως δεν παρουσιάζουν (όλες) το ενδιαφέρον που... υποδηλώνουν τα ονόματα. Υπάρχουν, σίγουρα, στιγμές που ξεχωρίζουν (“End of the line”), τα σόλο, ιδίως από τον Lemer στο πιάνο και τον Malherbe στο σοπράνο, το φλάουτο και την ντουντούκ δεν είναι αναλώσιμα, ενώ και ο Miller, που είναι υπέρ το δέον διακριτικός, όταν αποφασίζει να βγει μπροστά «καθαρίζει» με άνεση. Το πιο βασικό πρόβλημα – αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο – είναι o ήχος των In Cahoots, που θυμίζει «εξευγενισμένους» Hatfields. Μα πολύ εξευγενισμένους όμως. Γλυκά, γλυκά και «στρογγυλά» παιρνούν και τα 71 τα λεπτά... Το CD το υπογράφουν τέσσερις· κατά τον «παλιό καλό καιρό». Hugh Hopper μπάσο, Simon Picard τενόρο, Steve Franklin πλήκτρα, Charles Hayward ντραμς, ο τίτλος του είναι “Numero D’Vol” [MJR014] και βγήκε στην αγορά το 2007. Όσοι ακούγονται εδώ, περιττό να το πούμε, είναι παίκτες με ιστορία. Αρκεί να θυμήσω πως ο Charles Hayward πέρασε από τους Quiet Sun, ενώ υπήρξε η κινητήρια δύναμη πίσω από τους This Heat, πως ο Simon Picard έπαιξε με τους In Cahoots και με δεκάδες άλλους και πως ο Steve Franklin πέρασε κι αυτός από τους In Cahoots, έχοντας συνυπάρξει με τους Elton Dean, Pip Pyle, John Etheridge, Paul Rutherford και Marcio Mattos. Για τον Hugh Hopper δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα... Ό,τι ακούμε στο “Numero D’Vol” είναι η επί τόπου επαφή τεσσάρων μουσικών, οι οποίοι συνθέτουν αυτοσχεδιάζοντας ή αυτοσχεδιάζουν συνθέτοντας. Αν και ποτέ δεν μπορεί να είσαι σίγουρος για το τι πραγματικώς συμβαίνει, αντιλαμβάνεσαι αμέσως πως η «επαφή» έχει λειανθεί μέσα από προγενέστερες sessions, μια και δεν μπορεί να είναι μόνον η διαισθητική επικοινωνία που προδιαγράφει το τελικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν θέματα που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, όπως π.χ. το “Earwigs enter”, με το ανεπανάληπτο φαζ μπάσο του Hopper, τα κιμπορντικά «χαλιά», τα σαξοφωνικά σόλο του Picard και το ελεύθερο drumming του Hayward, όμως, γενικώς, και αυτό το 65λεπτο άλμπουμ θα αναζητήσει τους ακροατές του στο φανατικό πυρήνα του Canterbury sound, παρά σε όσους... περιστρέφονται τριγύρω.Ο πιανίστας Alex Maguire είναι από τα πιο πρόσφατα μέλη της Canterbury παρέας. Έχει σπουδάσει δίπλα στους John Cage και Howard Riley, υπήρξε ιδρυτής των Psychic Warrior (μέλος τους ο Elton Dean), με τους οποίους κυκλοφόρησε το πολύ καλό φερώνυμο CD στην Hux το 2004, ενώ, ανάμεσα σε άλλα, λέγεται ότι αντικατέστησε επαξίως τον Dave Stewart στην πιο πρόσφατη «έκδοση» των Hatfield & the North. Στο “Brewed In Belgium” [MJR022, 2008], το Alex Maguire Sextet «πιάνεται» ζωντανό, από μία παράσταση κάπου στο Βέλγιο τον Οκτώβριο του ’07. Τέσσερα από τα μέλη του σεξτέτου, οι Jean-Paul Estivienart τρομπέτα, Damien Polard μπάσο, Laurent Delchambre ντραμς και Michel Delville synth guitar είναι μέλη των Wrong Object, ενώ ο πέμπτος της παρέας είναι ο σαξοφωνίστας Robin Verheyen. Οι συνθέσεις είναι όλες σύγχρονες (εκτός του “Seven for Lee” του Elton Dean, από ένα παλαιό βινύλιο της Ogun) και ως αίσθηση είναι πιο κοντά στον κλασικό avant-jazz ήχο των Softs από οποιαδήποτε άλλη σχετική (καινούρια) ηχογράφηση, που έχει πέσει στην αντίληψή μου. Σύγχρονη progressive jazz από ένα σχήμα, που, αν το δεις «ζωντανό», μόνο κέρδος θά’χεις...

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

SOFT MACHINE LEGACY Live at The New Morning

Επειδή συνηθίζω ν’ ακούω τη μουσική, αδιαφορώντας για παραϊστορίες, μύθους, αφορισμούς, τσιτάτα και βεβαίως... νομικής φύσεως ζητήματα (που μπορεί να αφορούν στους ίδιους τους οργανοπαίκτες, αλλά όχι σ’ εμάς) λέω ευθαρσώς πως τo CD και DVD “Live at The New Morning” [inakustik, 2006], ηχογραφημένο στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2005, δεν έρχεται σε ευθεία κόντρα με την παρουσία και την προσφορά των Soft Machine, ούτε «φτύνει» πάνω στην ιστορία τους. (Τουλάχιστον δε «φτύνει» περισσότερο από τα μισά επίσημα άλμπουμ τους…). Soft Machine Legacy λοιπόν, πιθανώς λόγω απαιτήσεων του Mike Ratledge ή και του Robert Wyatt, που δεν συμμετέχουν στο παρισινό live, αλλά με την παρουσία του Hugh Hopper (1945-2009), του John Marshall, του John Etheridge και κυρίως του Elton Dean (1945-2006), που είναι όλα τα λεφτά, δύο μόλις μήνες πριν εγκαταλείψει… Γενικώς, jazz-rock. Αλλά το jazz-rock των Soft Machine, το στηριγμένο στο… προγραμματισμένο ένστικτο, στη δεξιοτεχνία, σε μία εφηρμοσμένη φιλοσοφία που θέλει το μουσικό όχι μπροστά από την εποχή του και άλλα τέτοια λόγια του αέρα (όταν είναι λόγια του αέρα…), αλλά οχυρωμένον πίσω από τις γνώσεις και το ταλέντο του. Προσωπικώς, ακούγοντας το “Seven for Lee” (του Elton Dean) ή το κλασικό “Kings & queens” (του Hugh Hopper) από το “Fourth” δεν ένοιωσα, απαραιτήτως, να μου λείπει κάτι από ’κείνες τις old days, τότε όταν η ανεπιτήδευτη... βαρειά κουλτούρα των Softs ξεπηδούσε μέσα από κάθε fuzz, μέσα από κάθε riff. Ναι, ok, λείπει το ηλεκτρικό πιάνο του Mike Ratledge, ναι, δεν θα μου έλειπε η ηλεκτρική κιθάρα του John Etheridge, όμως, το ξαναλέω, στο “Live at The New Morning” κρίνω ό,τι βλέπω. Κι εκείνο που βλέπω και ακούω έχει νόημα, πέραν από κολλήματα και προκαταλήψεις. Εδώ (http://is.gd/gfyPQ) δυο λόγια για το “Steam” [MoonJune MJR016, 2007] προτελευταίο άλμπουμ των Soft Machine Legacy, καθότι, πριν από λίγες εβδομάδες, η MoonJune έδωσε και το “Live Adventures” [MJR036] με ηχογραφήσεις από τις πόλεις Linz (Αυστρία) και Habach (Γερμανία), για το οποίο θα τα πούμε σε προσεχή ανάρτηση.
Τέλος, εδώ (
http://is.gd/gfzLG) μία αλησμόνητη, για μένα, συνέντευξη του Hugh Hopper.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

οι SOFT MACHINE LEGACY επί σκηνής

Το “Live Adventures” [MoonJune, 2010] είναι ό,τι πιο καινούριο (αν και προπέρσινο) που κυκλοφορεί κάτω από το ιστορικό όνομα Soft Machine ή έστω το… λιγότερο ιστορικό Soft Machine Legacy. Ένα 58λεπτο άλμπουμ, ζωντανά ηχογραφημένο στο Linz της Αυστρίας (22/10/2009) και στο Habach της Γερμανίας (23/10/2009), πολύ κοντά στα σύνορα με την Αυστρία, και το οποίο βρίσκει το γκρουπ με νέα σύνθεση, καθότι οι θάνατοι των Elton Dean (2/2006) και Hugh Hopper (6/2009) ανέτρεψαν το πιο πρόσφατο σοφτ-μασινικό σκηνικό. Έτσι, σήμερα, ή μάλλον τότε, προς τα τέλη του ’09 δηλαδή, στην μπάντα συμμετείχαν τρεις καραβάνες, ο κιθαρίστας John Etheridge, ο μπασίστας Roy Babbington και ο ντράμερ John Marshall, ενώ τη θέση του Elton Dean είχε καταλάβει – όπως έχω ξαναγράψει – ο τενορίστας (και φλαουτίστας) Theo Travis.
Αυτό που ακούμε στο “Live Adventures” είναι ένα πλέγμα συγχρόνων και παλαιών συνθέσεων (“The nodder” από το Alive & Well: Recorded in Paris, “Song of Aeolus” από το Softs, “Gesolreut” από το Six, “Facelift” από το Third), οι οποίες κινούνται σε fusion οπωσδήποτε δρόμους, με έντονα κάποιες φορές εντός τους τα improv, funk, ακόμη και τα μεταλλικά στοιχεία, δίνοντας ξεχωριστό τόπο δράσης τόσο στην κιθάρα του Etheridge, όσο και στο τενόρο του Travis (ένας… τυπικός σοφτ-μασινικός, που δεν μπαλώνει μόνον τρύπες).
Ξεκινώντας από τις παλαιές συνθέσεις, θα έλεγα πως ιδίως στην περίπτωση του συντομευμένου “Facelift” έχει γίνει δημιουργική δουλειά, υπό την έννοια ότι ο Travis (βασικά) τραβάει όλο το κουπί, επιφορτισμένος από την απουσία των πλήκτρων, την ώρα κατά την οποίαν στο “Gesolreut” (το original αποτελεί προσωπικό, διαχρονικό αγαπημένο) οι Babbington και Marshall είναι εκείνοι που κρατούν ψηλά τη σημαία. Όσον αφορά στα “Song of Aeolus” και “The nodder”, τούτα από τη φύση τους βρίσκονται πιο κοντά στη σημερινή… ψυχολογία του γκρουπ και συνεπώς δεν υπάρχει κανένα μικρό ή μεγάλο πρόβλημα στο ξανάνιωμά τους.
Σχετικώς, τώρα, με τα πιο καινούρια κομμάτια, θα έλεγα πως όλα κινούνται σε ικανοποιητικό συνθετικό επίπεδο, αναλογιζόμενος την ιστορική προσφορά και τη συνέχεια του συγκροτήματος. Από το εισαγωγικό, κάπως abstract, “Has riff II” και τα jazz-funk “Grapehound” και “In the back room” (αμφότερα του Etheridge), μέχρι τα εξαιρετικά και περισσότερο κοντά στο κλασικό ύφος των Softs (εκεί στα early 70s) “The relegation of Pluto” και “The last day” (αμφότερα του Travis) ένα είναι φανερό. Πως οι Soft Machine (Legacy), ελέω Travis βασικά, έχουν κάθε λόγο όχι απλώς να υπάρχουν, αλλά και ν’ απασχολούν.
Επαφή: www.moonjune.com

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

DAEVID ALLEN / GONG τώρα… θλιβερός ο λόγος

Με αφορμή τον θάνατο του Daevid Allen (1938 - 13/3/2015) πριν λίγες μέρες ανασύρω δύο σχετικά κείμενα που έγραψα πριν 17-18 χρόνια, το ένα για το Jazz & Τζαζ και το άλλο για το ZOO, επειδή εξακολουθεί να παρουσιάζουν ένα σχετικό ενδιαφέρον. Τότε ο λόγος δεν ήταν θλιβερός, τώρα είναι.

Ήταν Δεκέμβριος του 1997, όταν ένας αναγνώστης του Jazz & Τζαζ είχε ζητήσει πληροφορίες για τον Daevid Allen. Είχα απαντήσει με το κείμενο που θα διαβάσετε στη συνέχεια (δημοσιεύτηκε στο τεύχος 57 του περιοδικού)…

Ο Daevid Allen, Αυστραλός που βρέθηκε αρχικώς στον… Πειραιά (με καράβι από την Αυστραλία) και εν συνεχεία στο Παρίσι και το Λονδίνο το χειμώνα του ’61, υπήρξε φίλος του William S. Burroughs, με τον οποίον γνωρίστηκε (όπως και με τον Terry Riley) σε προχωρημένο σώου της γαλλικής πρωτεύουσας. Το πρώτο του γκρουπ υπό τον τίτλο Daevid Allen Trio (οι άλλοι δύο ήταν ο Robert Wyatt και ο Hugh Hopper) εμφανίσθηκε στο Λονδίνο το 1963. Μάλιστα, προσφάτως (σ.σ. το κείμενο, επαναλαμβάνω, είναι γραμμένο το 1997), οι ασπάλακες των στούντιο ανέσυραν ηχογραφήσεις της εποχής εκείνης, οι οποίες και είδαν το φως της δισκογραφίας υπό τον τίτλο “Live 1963”.
Στους Soft Machine o Daevid Allen συμμετείχε για ένα χρόνο περίπου (Αύγουστος ’66 – Σεπτέμβριος ’67), με τους οποίους και ηχογράφησε εκτός του γνωστού LP ένα single (“Love makes sweet music/ Feelin’ reelin’ squeelin’”), στο οποίο έπαιζε μπάσο, κιθάρα, κάνοντας και backing vocals. Η ιστορία με τη βίζα του είναι πάνω-κάτω γνωστή, όταν και δεν του επετράπη η είσοδός του στη Βρετανία, μετά την επίσκεψή του με τους Soft Machine στο Saint-Tropez.
Την περίοδο ’67-’69 έπαιζε μ’ ένα σχήμα στο Παρίσι ονόματι Banana Moon (υπάρχουν ηχογραφήσεις σε πρόσφατο CD υπό τον τίτλο “Je Ne Fum’ Pas des Bananes”), ενώ ανάμεσα στον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του ’69 ηχογραφεί το άλμπουμ “Magick Brother, Mystic Sister” στη γαλλική BYG του συμπατριώτη μας Jean Georgakarakos – τον οποίον ο Allen θα τιμήσει αργότερα, δίνοντάς του τη θέση που του ταίριαζε στο πάνθεον των Gong, με το όνομα… Jean Kastro Kornflakes.
Οι Gong σχηματίζονται τον Νοέμβρη του 1969 και τα πολύ πρώιμα χρόνια συμμετείχαν σ’ αυτούς οι γνωστοί jazzmen Barre Phillips κοντραμπάσο και Burton Greene πιάνο. Οι δεκάδες αλλαγές μελών βεβαίως δεν είναι του παρόντος, αν και θα πρέπει να τονιστεί από εκείνη την περίοδο η σημασία του άλμπουμ “Camembert Electrique” από το 1971.
Εκείνη περίπου την εποχή, προς τα τέλη του ’71 δηλαδή, αποτέλεσε μέλος του γκρουπ και ο Kevin Ayers. Τότε ήταν, όταν ο Allen κυκλοφόρησε το πρώτο και καλύτερο προσωπικό άλμπουμ του (το “Magick Brother, Mystic Sister” θεωρείται ως το πρώτο άλμπουμ των Gong όχι γιατί το γκρουπ είχε ακόμη τότε σχηματοποιηθεί, αλλά γιατί η λέξη “Gong” φαίνεται στο εξώφυλλο και μάλιστα με γράμματα μεγαλύτερα από εκείνα του ονόματος του Daevid Allen). Ο τίτλος του ήταν “Banana Moon” και συμμετείχε σ’ αυτό και ο Robert Wyatt, που τραγουδούσε για ακόμη μία φορά το “Memories”. Η κλασική τριλογία τους (“Flying Teapot”, “Angel’s Egg”, “You”) αποτελεί για πολλούς ό,τι καλύτερο ηχογράφησαν ποτέ, αν και προσωπικά το “You” είναι αυτό που με συγκινεί περισσότερο. Προς τα τέλη των seventies το κυριότερό τους παρακλάδι (γιατί υπήρξαν και οι Planet Gong, οι Mother Gong, οι Paragong και οι Pierre Moerlen’s Gong) ηχογραφούν ορισμένα ενδιαφέροντα fusion άλμπουμ (προτείνω το “Gazeuse!” από το 1977) διατηρώντας κάπως τη φήμη της μπάντας, στην οποίαν πλέον δεν συμμετείχε ο Daevid Allen, αφού προτιμούσε να ηχογραφεί προσωπικούς δίσκους (ενδιαφέρον παρουσιάζει το “N' Existe Pas!” από το 1979).
Ο Allen, και πρέπει να το πούμε αυτό, είναι ο μόνος από την ομήγυρη των Gong, που εξακολουθεί να ηχογραφεί ενδιαφέροντα άλμπουμ.
Η τελευταία αξιοπρόσεκτη δουλειά του που έπεσε στα χέρια μου ήταν το “Dreamin a Dream” (rec. 1993-94), που αποδεικνύουν ότι ο δημιουργικά… φαντασιόπληκτος αυτός Αυστραλός έχει ακόμη πράγματα να πει. Το θέμα είναι σίγουρο πως δεν εξαντλείται εδώ και γι’ αυτό, με κάποια μελλοντική αφορμή, θα επανέλθουμε με περισσότερα στοιχεία.

Και η μελλοντική αφορμή δόθηκε μερικούς μήνες αργότερα, όταν έγραψα ένα κείμενο στο περιοδικό ZOO (#11, Σεπτ-Οκτ 1998) προσθέτοντας στοιχεία σε αφιερώματα που είχαν προηγηθεί από τον Νίκο Κοντογούρη στη Σκηνή του Canterbury και τους Gong… Εδώ, επιλέγω να μεταφέρω τα των Gong/ Daevid Allen

Το πρώτο συγκρότημα που σχημάτισε ο Daevid Allen στη Γαλλία ήταν οι Bananamoon. Πριν από τέσσερα χρόνια μάλιστα εμφανίστηκε ένα CD με τίτλο “Je Ne FumPas des Bananas” [Legend KZLM 1505 1], που περιείχε υλικό από την περίοδο ’67-’69, ηχογραφήσεις δηλαδή του Allen με τους Bananamoon, οι οποίοι αποτελούνταν από τους Patrick Fontaine μπάσο, Marc Blanc ντραμς, Daevid Allen κιθάρες, ενώ συχνά εμφανίζονταν μαζί τους η Gilli Smyth και κάποιος τύπος ονόματι Daniel Laloux. Το CD περιλαμβάνει πολλά ενδιαφέροντα κομμάτια, σε πρωτόλειες αλλά συναρπαστικές εκτελέσεις, όπως το freeGoldilox”, ή το “Un oeuf for you” με το γνωστό στους φίλους του γκρουπ riff από το “Stoned innocent Frankenstein”, αν και το πιο ωραίο κομμάτι του άλμπουμ είναι σίγουρα το “East-ce que je suis (Garçon ou fille)”, που λίγο καιρό μετά αποτέλεσε το πρώτο single των Gong. Από τους Bananamoon ξεπήδησε μάλιστα ένα από τα καλύτερα γαλλικά συγκροτήματα της εποχής, οι Ame Son.(…)
Την ίδιαν εποχή που κυκλοφόρησε το “Je Ne Fum’…” εμφανίστηκε στην αγορά κι ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον CD των Gong, με τον τίτλο “Camembert Eclectique” [GAS CD 001]. Μάλιστα για να μην υπάρξει κανενός είδους μπέρδεμα, επειδή το “Eclectique” με το “Electrique” οπτικώς μπορεί να ταυτιστούν (πέραν του ότι τα εξώφυλλα των δύο άλμπουμ μοιάζουν αρκετά, αν και έχουν εντελώς διαφορετικό φόντο), υπήρχε στο άνω μέρος του art-cover η σημείωση “Not what you think…”. Και όντως. Οι συνθέσεις που υπάρχουν εδώ χρονικώς τοποθετούνται μεταξύ των ετών 1969-1971 και καλύπτουν, επαρκώς θα έλεγα, (αφού το CD διαρκεί μια ώρα) το διάστημα ανάμεσα στα πρώτα δύο LP του γκρουπ. Το υλικό που ερμηνεύεται εμφανίστηκε κατά καιρούς σε διάφορες μορφές (“Hyp hypnotise you”, “Big city energy”), ενώ υπάρχουν και πρωτότυπες στιγμές. Ενδιαφέρον έχει επίσης η line-up της μπάντας εκείνη την εποχή, μιας και παρουσιάζονται εδώ κάποια καινούρια μέλη. Έχουμε λοιπόν τους Daevid Allen κιθάρα, Gilli Smyth φωνητικά, Daniel Laloux κρουστά, horn, Didier Malherbe σαξόφωνα, φλάουτο, Christian Tritsch μπάσο, Dieter Gewissler βιολί και Raschid Houari ντραμς.
Οι συνεργασίες των μουσικών που πέρασαν κάποια στιγμή της καριέρας τους από τους Gong είναι σίγουρα δεκάδες και ίσως, συγχρόνως, να είναι αδύνατη μια οριστική καταγραφή τους.(…) Ίσως, όμως, εδώ, θα έπρεπε να αναφέρω κάτι που μου είχε πει παλαιότερα ο Αλέκος Καρακαντάς (κιθαρίστας στους Juniors, We Five, μπάντα Γιώργου Ρωμανού, Axis κ.λπ.), ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι Axis είχαν εμφανισθεί στη σκηνή τόσο με τους Gong όσο και με του Magma.
Το εξαιρετικό live LP των GongGong Est Mort” [Tapioca TP 10002/10003] είναι ηχογραφημένο στο Hippodrome του Παρισιού την 28/5/1977. Οι συνθέσεις είναι όλες των μελλών του γκρουπ, εκτός από δύο στην τρίτη πλευρά και τις δύο της τέταρτης, που συνυπογράφονται από κάποιους Gong C.O.I.T. (Gong Compagnie Opera Invisible de Thibet) – τρέχα-γύρευε δηλαδή. Στη μεγάλη εσωτερική φωτογραφία ποζάρουν άπαντες. Μόνο το πρόσωπο του Steve Hillage (αυτός πρέπει να είναι) είναι καλυμμένο, επειδή ο γνωστός κιθαρίστας ανήκε ακόμη τότε στην Virgin.
Την 8 και 9 Οκτωβρίου 1994, στο Forum του Λονδίνου, γιορτάστηκαν τα 25χρονα της μπάντας. Η συναυλία που διήρκεσε συνολικά 24 ώρες έδωσε την ευκαιρία σε δεκάδες μουσικούς από διάφορους σχηματισμούς να παίξουν πάλι μαζί μετά από χρόνια. Στην εκδήλωση πήραν μέρος οι Classic Gong (Allen, Smyth, Malherbe, Moerlin, Blake Howlett), Shapeshifter’ Gong, Mothergong, Planet Gong, Pierre Moerlen’s Gong, Tim Blake’s Crystal Machine, Didier Malherbe’s Fluvius Band, Pip Pyle Band, Here & Now, Kangaroo Moon, Short Wave, Lady June και Kevin Ayers. Το live απαθανατίστηκε σ’ ένα διπλό CD και κυκλοφόρησε ως “25th Birthday Party” [GAS/ Voiceprint VPGAS 101 CD, 1995].
Ακόμη η γαλλική Spalax εμφάνισε ένα τριπλό CD με τον τίτλο “Radio Gnome Trilogy” και στο οποίο περιλαμβάνονται τα γνωστά τρία LP του γκρουπ (“Flying Teapot”, “Angels Egg”, “You”). Η προσφορά του κουτιού, όμως, ήταν άλλη. Υπάρχει εδώ το σπάνιο booklet από την original έκδοση του “Angels Egg”.
Τελευταία  προσωπική δισκογραφική εμφάνιση του Daevid Allen που γνωρίζω είναι το CDDreamin a Dream”. Εκδόθηκε από την GAS το 1995 και είναι περισσότερο ακουστικό (συμμετέχουν οι Graham Clark και Bill Bacon από τους New York Gong).
Το 1994 ο Daevid Allen κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο Gong Dreaming 1 από τις GAS Publications, μέρος, όπως καταλαβαίνετε, μιας σειράς αναμνήσεων από την ιστορία του (από τους Soft Machine μέχρι τους Gong). Πιθανώς να έχουν κυκλοφορήσει και τα υπόλοιπα μέρη (σ.σ. το Gong Dreaming 2/The Histories & Mysteries of Gong from 1969-1975 εκδόθηκε στην SAF Publishing το 2009).

Και κάτι ακόμη. Οι Gong με τον Daevid Allen είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα δύο φορές (τρίτη δε θυμάμαι). Την πρώτη τον Νοέμβριο 2000 (4 και 5) είχαν παίξει στο Ρόδον (Αθήνα) και στον Μύλο (Θεσσαλονίκη) αντιστοίχως, ενώ τη δεύτερη τον Οκτώβριο 2001 (6 και 7) στους ίδιες πόλεις και στους ίδιους χώρους. Τη δεύτερη φορά τους είχα δει κι εγώ στο Ρόδον σ’ ένα εξαιρετικό live. Από ’κει και η φωτογραφία του Daevid Allen, τραβηγμένη από το φίλο Λευτέρη Αρβανίτη.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 381

22/6/2021
Είναι τύχη να πέσεις πάνω σε τόμους παλιών περιοδικών, γιατί με μία κίνηση μαζεύεις το άπαν. Ο 12ος τόμος του περιοδικού «Συζήτησις» περιλαμβάνει, σκληρόδετα, και τα δώδεκα τεύχη τού 1971.
Η «Συζήτησις» ήταν ένα «σκεπτόμενο» χριστιανικό έντυπο, δηλαδή «σοβαρό», το οποίο καταπιανόταν και με θέματα που αφορούσαν στη νεολαία. Ναρκωτικά, σεξ, μουσική ροκ κ.λπ.
Στον συγκεκριμένο τόμο υπάρχουν πάμπολλες αναφορές στο ροκ, κινούμενες μέσα από συντηρητικά στερεότυπα φυσικά, και ποικίλα κείμενα του στυλ «Η νέα επανάστασις της αμερικανικής νεολαίας», στα οποία περιγράφονται εμμέσως οι συνθήκες που γέννησαν το xian-rock (χριστιανικό ροκ) στην Αμερική, με αναφορές σε Beatles, George Harrison, The Jesus Revolution, The Jesus People (που «προέρχονται κατ’ ευθείαν από τους χίππυς», όπως διαβάζουμε) και άλλα διάφορα.
Αν τα περιοδικά κυκλοφορούσαν τότε με premium CD σίγουρα η «Συζήτησις» θα πρότεινε κομμάτια των Poll («Ψάχνω να βρω τον φίλο μου»), των Blue Birds («Ο ξύλινος σταυρός»), του Σωτήρη Κοματσιούλη («Επιδρομή από τον Άρη») κ.λπ. (γέλιο).

20/6/2021
Από τα κάπως υποτιμημένα αριστουργήματα του Canterbury sound. Hugh Hopper…
https://www.youtube.com/watch?v=vDJ66qtRYUY

19/6/2021
Κολλητά σε μιαν έκδοση της Virgin από το 1983, το “Rock Bottom / Ruth is Stranger than Richard” πρέπει να είναι το πρώτο 2LP που αγόρασα ποτέ. Σίγουρα το αγόρασα πριν το “Freak Out!”, πριν το “The Allman Brothers Band at Fillmore East”, πριν τo “Third”, πριν «Το Άξιον Εστί»...
Εκπληκτικό τραγούδι αυτό, όπως και όλα τα υπόλοιπα, εξάλλου, εκείνων των δύο δίσκων. Robert Wyatt…
https://www.youtube.com/watch?v=VKM0LTdxkzw

18/6/2021
Άλλη εκτέλεση. Άλλο πράμα εκτέλεση. Αλέκα Κανελλίδου...
https://www.youtube.com/watch?v=n-CCgw4ybHU

18/6/2021
>>Έγκλημα στα Γλυκά Νερά: Οι δύο ώρες της φρίκης - Τα στοιχεία που δείχνουν ότι ο Μπάμπης είχε πάρει την απόφαση να σκοτώσει την Καρολάιν<<
Γράφουν τα θρασίμια... ο «Μπάμπης», λες και είναι ο κολλητός τους, που πήγαινε ξέρω ’γω να ζητήσει το κορίτσι του σε γάμο και όχι ένας υπάνθρωπος, που πήγαινε να δολοφονήσει τη γυναίκα του.
Σου περνάνε ύπουλα και υποδόρια μιαν αίσθηση ότι... κοίταξε να δεις, κατά βάθος ο «Μπάμπης» είναι καλό παιδί, πιλότος, που βρέθηκε σε μια κακιά στιγμή, εκεί όπου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας κ.λπ.

18/6/2021
Με την λέξη «επίδειξη» γενικώς έχω ένα θέμα, επειδή αναγκαζόμουν να συμμετέχω, ως μαθητής, σε «γυμναστικές επιδείξεις» και άλλες, άλλου τύπου... εθνικοπατριωτικού να πούμε, υπό τα όμματα των «επισήμων», χωρίς να το επιθυμώ και κατόπιν ισχυρών πιέσεων από τα σχολεία.
Βλέπω όλες μα όλες τις «επιδείξεις» με καχυποψία – μια καχυποψία, που έχει αγγίξει ακόμη και αθλητικά γεγονότα με... πανανθρώπινη, υποτίθεται, σημασία.
Σωτήριον «μεταξικόν» έτος 1938...

18/6/2021
Πολύ λίγα πράγματα μπορούν να συμβούν (και έχουν συμβεί) στο Καλλιμάρμαρο, χωρίς να σέρνουν πίσω τους την «κατάρα» μετατροπής του χώρου σε τέμενος χουντοαισθητικής.

18/6/2021
Εντάξει, εγώ δεν ασχολούμαι με το αστυνομικό δελτίο εις βάθος, απ’ έξω-απ’ έξω κοιτάω κάποια λίγα πράγματα, αλλά μου κάνει εντύπωση το γεγονός πως... όλοι είχαν καταλάβει πως ο πιλότος ήταν ένοχος, φθάνοντας μάλιστα κάποιοι να πουν πως οι αστυνομικοί τον κάλυπταν κιόλας! Αν είναι δυνατόν!
Εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα. Πίστευα, δε, αυτά που έλεγε ο πιλότος, καθότι δεν θα μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο –μιας και δεν είμαι αστυνόμος Μπέκας, για να διεξάγω έρευνα, ούτε βεβαίως... Κλουζώ–, παρότι έχω διαβάσει Γιάννη Μαρή και κυρίως τις νουβέλες του «Ακριβώς στις 12 και 15’» και «Η μελωδία του θανάτου», που καταπιάνονται με τα «τέλεια» συζυγικά εγκλήματα (ο σύζυγος να σκοτώνει την σύζυγο).
Συγχαρητήρια λοιπόν στην αστυνομία, και στους αληθινούς επιθεωρητές της, που δεν πίστεψαν στο θέατρο τού εγκληματία (περί... αλλοδαπών δολοφόνων), διαλευκάνοντας αυτό το φρικτό φονικό και βάζοντας όλα τα επιμέρους πράγματα στην θέση τους.

18/6/2021
Περικλής Περάκης «Απονιά»...
https://www.youtube.com/watch?v=XSdSidY5Ujg

17/6/2021
Όποιοι το έχουν διαβάσει ή δει... ξέρουν. Γιάννης Μαρής «Ακριβώς στις 12 και 15'»...