Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ '68 ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ ΙΙ


β. Underground Record Club
Κι ενώ στο γαλλικό Μάη «η επανάσταση έγινε με μουσική υπόκρουση τραγουδιών pop, που διακόπτονταν κάθε μισή ώρα στο ‘ράδιο Λουξεμβούργο’ και στον σταθμό ‘Ευρώπη 1’, από δελτία ειδήσεων για τα οδοφράγματα» όπως γράφουν οι Πάτρικ Σίηλ και Μωρήν Μακκόνβιλ στο βιβλίο τους «Η γαλλική επανάσταση του 1968» (εκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982), στην Ιαπωνία οι μουσικές που συνόδευαν τις φοιτητικές δράσεις ήταν τοπικής «κατασκευής», folk κυρίως (oι Ιάπωνες προφέρουν ‘fork’, γιατί στη γλώσσα τους δεν υπάρχει το λάμδα), rock στην πορεία αλλά και jazz, σαφέστατης δυτικής, δηλαδή αμερικανικής προέλευσης, μεταφέροντας εν ολίγοις στα δικά τους μέτρα την αποδεδειγμένη ισχύ των τραγουδιών του Dylan ή της Odetta, ερμηνεύοντας φυσικά στη δική τους γλώσσα. Υπήρξε δηλαδή η ανάγκη να δημιουργηθεί κάτι καινούριο, που να μην είχε καμία σχέση με την προηγηθείσα GS (Group Sounds) σκηνή, με τον ήχο δηλαδή συγκροτημάτων τύπου Spiders, Tigers, Οut Cast, Carnabeats και των συναφών, που δημιουργούσαν κάτω από την επίδραση των Ventures και των Astronauts (έδωσαν συναυλίες στην Ιαπωνία τον Ιανουάριο του ’65) και φυσικά των Beatles (επισκέφθηκαν τη χώρα τον Ιούνιο του ’66), διοχετεύοντας την αγωνιστικότητα της περιόδου σε πιο «απαιτητικές» φόρμες. Η εταιρία URC (Underground Record Club), η οποία ιδρύεται μέσα στο 1968, έρχεται λοιπόν για να καταγράψει τα νέα ηχητικά δεδομένα, εκείνα φερ’ ειπείν που σάρωναν στον σταθμό της Shinjuku (ένα «ανοικτό» καλλιτεχνικό πάλκο συν τοις άλλοις) τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, βοηθώντας με αποφασιστικό τρόπο στην δημιουργία μιας protest folk σκηνής.
Ένα από τα πιο κλασικά άλμπουμ που εκδόθηκαν στην URC το 1969 ήταν το διπλό LP “4th Folk Camp Concert”, ηχογραφημένο το διήμερο 15-16 Αυγούστου, στο οποίο η νέα γενιά των singers-songwriters Nobuyasu Okabayashi, Kenji Endo και Wataru Takada ερμηνεύουν συνθέσεις των Leadbelly, Bob Dylan και Tom Paxton, φτιάχνοντας ένα πρώτο κλίμα, πάνω στο οποίο θα «πατήσουν» μερικά από τα ανερχόμενα καινούρια συγκροτήματα της εποχής, ανάμεσά τους και οι Itsutsuno Akai Fusen (Πέντε Κόκκινα Μπαλόνια), η πιο σπουδαία μπάντα στην ιστορία του ιαπωνικού folk. Έχοντας προβάρει έναν πολύ ντελικάτο ήχο, που στηριζόταν στις ακουστικές κιθάρες, το βιμπράφωνο (χωρίς να αποκλείονται τα ηλεκτρικά όργανα) και βεβαίως στις φωνές, οι Itsutsuno Akai Fusen «έπαιζαν» με τις παραδοσιακές μελωδίες, δημιουργώντας μία «μαγική» ατμόσφαιρα, τραγουδώντας φυσικά στη γλώσσα τους. Το πρώτο τους άλμπουμ προέρχεται από το 1969, ενώ το πιο σημαντικό τους φαίνεται πως ήταν το διπλό “Monument” από το 1972 (κυκλοφορεί και σε διπλό CD). Γνωστότερο μέλος των Itsutsuno Akai Fusen υπήρξε ο κιθαρίστας Takashi Nishioka, κινητήρια δύναμη πίσω από το project Tokedashita Garasubako (σημαίνει μάλλον «Λυωμένο Γυάλινο Κουτί»), ο οποίος έγραψε το 1970 για την URC ένα πανέμορφο psych-folk άλμπουμ σε συνεργασία με μέλη των Jacks, των Blues Creation, των Apryl Fool και των Folk Crusaders. Οι τελευταίοι υπήρξαν ένα από τα πιο διάσημα folk γκρουπ στο δεύτερο μισό των sixties, δραστηριοποιούμενοι έξω από την URC. Tραγουδούσαν σε διάφορες γλώσσες (αγγλική, ισπανική, ιαπωνική) κλασικά θέματα (“Guantanamera”, “La bamba”, “Jordan’s river”), θυμίζοντας συγκροτήματα όπως οι Kingston Trio, οι Weavers και τα συναφή. Πιο χαρακτηριστικό τους άλμπουμ υπήρξε το “Harenchi” στην Capitol, μάλλον από το 1968. Κιθαρίστας τους ήταν ο Kazuhiko Kato, που τον συναντάμε στο «Λυωμένο Γυάλινο Κουτί», αλλά και αργότερα στους Sadistic Mika Band, ένα από τα πιο γνωστά ιαπωνικά rock γκρουπ των seventies στη Δύση. Μία άλλη μπάντα που διακρίθηκε στα διάφορα κοινωνικο-πολιτικά events στα τέλη των sixties ήταν οι Yasumi No Kuni, προσωπικό όχημα του τραγουδοποιού Teruyuki Takahashi. H μοναδική ολοκληρωμένη δουλειά τους κυκλοφόρησε από την URC το 1972 και περιελάμβανε 7 κομμάτια που είχαν πρωτοεμφανιστεί σ’ ένα split LP του ’69 (μαζί με κάποια θέματα του Noboyasu Okabayashi), συν 5 ακόμη από ένα δεύτερο δικό τους άλμπουμ που ποτέ κανείς δεν είδε. To στυλ τους, με ακουστικές και ηλεκτρικές στιγμές, έβγαζε μια «τρέλα», που θύμιζε κάποιες φορές Van Dyke Parks, κυρίως στα περισσότερο έντονα κομμάτια τους όπως π.χ. το “Let’s drop dead”. Δίπλα στον Takahashi παρατάσσονταν τρεις ακόμη μουσικοί, ο Hitoshi Tanino μπάσο, ο Hiro Tsunoda ντραμς και ο Takasuke Kida φλάουτο, vibes, σαξόφωνα, πλήκτρα, όλοι μέλη των Jacks, του πιο σπουδαίου ιαπωνικού rock γκρουπ των sixties.
Μπαίνοντας στο 1970, εμφανίζονται στη σκηνή οι Happy End, μία από τις καλύτερες και πιο συνειδητοποιημένες rock μπάντες της περιόδου (για πολλούς Ιάπωνες υπήρξαν, απλώς, το κορυφαίο συγκρότημα της χώρας). Μέσα σε λίγα χρόνια καταφέρνουν να ηχογραφήσουν τρία άλμπουμ, το “Happy End” το 1970, το “Kaze Machi Roman” το 1971, αμφότερα στην URC, καθώς κι ένα ακόμη για την Bellwood το 1973, όλα ένας εκλεπτυσμένος συνδυασμός του ήχου των Band και των Little Feat με την δική τους «ιαπωνικότητα». Τραγουδούσαν φυσικά στην μητρική τους γλώσσα και είχαν ως μπασίστα τον Haruοmi Hosono (πριν στους ψυχεδελικούς Apryl Fool – θα γίνει παγκοσμίως γνωστός, αργότερα, ως μέλος της Yellow Magic Orchestra, μαζί με τους Ryuichi Sakamoto και Yukihiro Takahashi). Αξίζει επίσης να πούμε πως οι Happy End απετέλεσαν την backing band του Nobuyasu Okabayashi, όταν ο τελευταίος «έστριψε» προς τον ηλεκτρισμό (κατά το πρότυπό του, τον Βοb Dylan) το 1971. Xαρακτηριστικό είναι το 45άρι τους στην URC “Ie wa detakeredo / Kimi wo matteiru”. Tέλος, αξίζει να μνημονεύσουμε και μία γυναικεία παρουσία, την τραγουδοποιό Sachiko Kanenobu και το άλμπουμ της “Misora”, πάντα στην URC το 1972, που κινείται κοντά στην «εύθραυστη» folk της Joni Mitchell. Την Κanenobu συνοδεύει, παίζοντας σχεδόν όλα τα όργανα που ακούγονται στον δίσκο της, ο Haruomi Hosono.
Φυσικά, πολύ υλικό διατίθεται σε CD, αφού οι Ιάπωνες ήδη από τα τέλη των eighties προβαίνουν σε περιποιημένες εκδόσεις από τον κατάλογο της URC. Kλασικές θεωρούνται οι συλλογές “History of Japanese Folk” (1989) με θέματα των Itsutsuno Akai Fusen, Wataru Takada, Ryo Kagawa, Kenichi Nagira, Goro και Isato Nakagawa, Shiba, Saito Tetsuo κ.ά., που φανερώνουν τις ποικίλες διαστάσεις της τοπικής “fork scene” – από Dylan και Ry Cooder, μέχρι rag guitar και... ιαπωνική old-timey. Σήμερα, εκείνες οι εκδόσεις έχουν αντικατασταθεί από άλλες νεώτερες, τις οποίες βρίσκει εύκολα κανείς στο ιαπωνικό Αmazon (παραγγέλνεις, με λίγη προσοχή, και ας μην καταλαβαίνεις τη γλώσσα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου