Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ENNIO MORRICONE – ΑΙΓΑΙΟ – ΤΣΙΤΣΙΟΛΙΝΑ

Ο Ennio Morricone ήταν, είναι και θα είναι πάντα στην επικαιρότητα – πόσω μάλλον τώρα, όταν υπογράφει το soundtrack της νέας ταινίας του Quentin Tarantino.
O Μαέστρος κατά καιρούς, θα πρέπει να το πούμε αυτό, έχει συνδέσει το έργο του και με τη χώρα μας – και μάλιστα κάμποσες φορές. Μία απ’ αυτές αφορούσε στη μουσική του για την ταινία τού Masuo Ikeda Dedicato al Mare Egeo, που προβλήθηκε το 1979 κι ήταν γυρισμένη στην Ιταλία και στο Αιγαίο (μάλλον στη Σίκινο).
Ο Ikeda (1934-1997), όπως διαβάζουμε στο μόλις δύο γραμμών λήμμα της Wikipedia, ήταν ζωγράφος, χαράκτης, εικονογράφος, γλύπτης, κεραμιστής, συγγραφέας και σκηνοθέτης. Ως συγγραφέας μάλιστα, το 1977, είχε τιμηθεί για την νουβέλα του «Αφιερωμένο στο Αιγαίο» (Eegekai ni sasagu) με το Βραβείο Akutagawa (από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά της Ιαπωνίας), θέτοντας έκτοτε… ως σκοπό της ζωής του να μετατρέψει το βιβλίο του σε ταινία.
Η Ilona Staller και η Stefania Casini στο “Dedicato al Mare Egeo”
Πώς ήρθε σε επαφή ο Ikeda με τους Ιταλούς δεν γνωρίζω ακριβώς – πιθανώς επειδή ήταν πιο εύκολο να βρει άκρη μ’ αυτούς, παρά με τους Έλληνες… Εκείνο, πάντως, που είναι προφανές, είναι πως διέθετε τα κεφάλαια ώστε να έχει τον Morricone ως συνθέτη του, τον Mario Vulpiani ως διευθυντή φωτογραφίας (από τους κορυφαίους στη γείτονα, γνωστότερος ίσως ως ο… φωτογράφος του Ferreri – Το Μεγάλο Φαγοπότι κ.λπ.) και βεβαίως μια σειρά καλών ηθοποιών που είχαν, άλλοι περισσότερο, και άλλοι λιγότερο, την ιστορία τους. Ανάμεσά τους η Όλγα Καρλάτου, o Claudio Aliotti (αυτός έπαιξε αργότερα στο… υπερτρομαχτικό Il Fantasma di Sodoma του Lucio Fulci), η Ilona Staller (γνωστή μας και ως Τσιτσιολίνα, αν και ακόμη τότε δεν είχε γυρίσει hard core) και κυρίως η Stefania Casini (πρωταγωνιστεί με τον Joe Dallesandro στο Blood for Dracula του Paul Morrissey, στη Suspiria του Dario Argento, αλλά και στο 1900 του Bernardo Bertolucci – είναι η Neve, που… παίζει με τα πέη του Ντε Νίρο και του Ντεπαρντιέ σ’ εκείνη την κλασική σκηνή).
Πώς ακριβώς είχε το στόρι;  

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ (1927-2016)

Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός(;) δίσκος της Άννας Συνοδινού, που κυκλοφόρησε το 1972 σε ετικέτα Olympic [SBL 1085] και που περιλαμβάνει απαγγελίες της (υπό τη συνοδεία τής μουσικής του Χρήστου Λεοντή και της φωνής τής Μαρίας Δημητριάδη) σε αποσπάσματα ποιημάτων και κειμένων των Ρήγα Φερραίου («Θούριος», «Ύμνος Εθνικός», «Ύμνος Πατριωτικός»), Μακρυγιάννη («Απομνημονεύματα»), Ανδρέα Κάλβου («Ωδαί») και Διονυσίου Σολωμού («Η Γυναίκα της Ζάκυθος», «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»).
Στον «Ύμνο», στο τέλος, η παραγωγή (Γ. Μακράκης) θα χώσει και μια στρατιωτική μπάντα…

MIKE REED’S PEOPLE PLACES & THINGS ένα νέος είδος χορού;

Ντράμερ είναι ο Mike Reed και τριπλέτα οι People Places & Things, αφού αποτελούνται από τους Greg Ward άλτο, Tim Haldeman τενόρο και Jason Roebke μπάσο. Για τις ανάγκες τού έκτου άλμπουμ τού κουαρτέτου, που έχει τίτλο “A New Kind of Dance” [482 Music, 2015], δίπλα στους προηγούμενους παρατάσσονται και οι Marquis Hill τρομπέτα και Matthew Shipp πιάνο – αμφότεροι σημαντικές μονάδες, με τον Shipp να αποτελεί, ως γνωστόν, μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση.
Τι συμβαίνει εδώ; Κάτι πολύ προφανές και απλό, αλλά συνάμα και συναρπαστικό. Κατ’ αρχάς το “A New Kind of Dance” είναι κάτι απ’ αυτό που λέει ο τίτλος του. Οπωσδήποτε ένα… τζαζ χορευτικό CD, με τον τρόπο που μπορεί να είναι (και είναι) χορευτικό ένα άλμπουμ του Ornette Coleman, και ενδεχομένως ένα “new kind” περαιτέρω – παρότι προσπαθώ ν’ αντιληφθώ τι ακριβώς εννοεί, μ’ αυτές τις λέξεις, ο Reed. Ίσως αυτό το «τι ακριβώς» να σχετίζεται εν τέλει με την ποικιλία του ρεπερτορίου που εμφανίζει το άλμπουμ, και κυρίως με μιαν ενοποιητική γραμμή που μπορεί να φέρνει κοντά μια πρωτότυπη σύνθεση του Reed, μ’ ένα κομμάτι του Duke Ellington και μ’ ένα βουλγάρικο παραδοσιακό. Για μας, ας πούμε, τους… τζαζ Βαλκάνιους, αυτή η ποικιλία ίσως να φαίνεται κοινή, αλλά μ’ έναν Αμερικανό δεν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Εκεί, η παράδοση της jazz είναι από μόνη της ένα τεράστιο κεφάλαιο, με άπειρες εσωτερικές διαδρομές και κατευθύνσεις, την ώρα που για την πάρτη μας, συχνά, είναι κάπως πώς-να-το-πούμε… λίγο απ’ όλα. Λίγο jazz, λίγο funk, λίγο world music, λίγο… ό,τι-άλλο-θέλετε (χωρίς αυτό να είναι κακό – απεναντίας!). Έτσι, και γι’ αυτό που πράττουν εδώ ο Mike Reed με τους People Places & Things, το “a new kind of dance”, είναι όντως ένα ποικίλο χορευτικό άλμπουμ, με συνθέσεις (απ’ όλο τον κόσμο, όπως λέμε), που έρχεται να «εκμεταλλευθεί» τη σύγχρονη ανάγκη για βαθύ και ακατέργαστο funk. Ένας αρμολοδισμός του σήμερα, που κοιτάει μέσα και πέρα από την Αμερική.
Φοβερή η εισαγωγή με το φερώνυμο track, με τον Shipp να σιγοντάρει και με τους πνευστούς να πατάνε γερά πάνω στο «σκληρό» rhythm section. To ίδιο θα σημείωνε κανείς και για την εκτέλεση του βουλγάρικου “Markovsko horo”, track που μας παραπέμπει πίσω στην σουηδική balkan jazz των early seventies, όπως και για εκείνη (την εκτέλεση) του “Kwela for Taylor”, που δείχνει όχι μόνο την επίδραση που έχει στους εν λόγω Αμερικανούς η νοτιοαφρικανική jazz, αλλά και η προσωπικότητα πιο συγκεκριμένα του (νοτιοαφρικανού) σαξοφωνίστα και φλαουτίστα Sean Bergin (1948-2012), που έζησε για πολλά χρόνια στην Ολλανδία. Μάλιστα, η τελευταία σύνθεση του CD, το “AKA Reib Letsma”, είναι του Bergin, κι είναι ένα χορευτικότατο shuffle, που δεν σ’ αφήνει ούτε δευτερόλεπτο ακίνητο.
Μην νομιστεί, βεβαίως, πως δεν υπάρχουν αργά tracks και πως όλες οι συνθέσεις του Reed (όπως το “Candyland”) είναι… πανικόβλητες. Όχι, υπάρχουν και οι πιο χαλαρές στιγμές στο “A New Kind of Dance”, όπως το “Reesie’s waltz” ας πούμε, όμως, ακόμη κι εκεί, η ρυθμική ακολουθία (ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με τον πιανίστα Shipp) είναι… εκτός ελέγχου.
Με δυο λόγια… ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

DWIKI DHARMAWAN top ινδονησιακό fusion

Ο κιμπορντίστας Dwiki Dharmawan, εξ’ όσων διάβασα στο δίκτυο, πρέπει να είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ινδονήσιους μουσικούς τα τελευταία 30 χρόνια. Με εκτεταμένη δισκογραφία, αρχικώς με το συγκρότημα Krakatau (με τους οποίους έχει ηχογραφήσει καμμιά δεκαριά άλμπουμ, από το 1986 κι εντεύθεν), ο Dharmawan είναι κι αυτός υπεύθυνος για την ανάμειξη της jazz με τις gamelan ρυθμολογίες, συνεχίζοντας στην παράδοση των… προγόνων του (Bubi Chen, Jack Lesmana κ.λπ.), καταθέτοντας τις δικές του προτάσεις μέσα στο γενικότερο world-fusion. Το “So Far So Close” [MoonJune, 2105] είναι ένα από τα λίγα δικά του άλμπουμ, που κυκλοφορούν στη Δύση, και το πρώτο σίγουρα για την νεοϋορκέζικη ετικέτα MoonJune Records. Μάλιστα είναι ηχογραφημένο στο L.A., τον προηγούμενο Γενάρη, από τον σπουδαίο Jeff Lorber, ενώ και οι συμμετοχές είναι εκείνες που πρέπει – καθ’ όσον έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πράγματι μεγάλο παίκτη. Έτσι, πέραν των γνωστών πια και στη Δύση συμπατριωτών του κιθαριστών Dewa Budjana και Tohpati (αμφότεροι με CD στην MoonJune), τον Dharmawan συνοδεύουν εδώ ο μπασίστας Jimmy Haslip, ο ντράμερ Chad Wackerman, ο πολύς Jerry Goodman (βιολί σ’ ένα track), καθώς και ο I Nyoman Windha σε μπαλινέζικα κρουστά και φλάουτο από μπαμπού, ένας επίσης αναγνωρισμένος μουσικός όπως πληροφορήθηκα εσχάτως.
Το “So Far So Close” είναι ένα, χοντρικώς, fusion άλμπουμ. Ένα fusion άλμπουμ όμως που τα σπάει, όπως λέμε, και που δεν έχει ουδεμία σχέση με ό,τι ανακαλεί ο καθένας μας σκεπτόμενος τα τετριμμένα fusions, που ακολούθησαν τη μεγάλη επανάσταση των τελών των sixties. Οι μείξεις που πραγματοποιεί ο Dharmawan εδώ είναι εντυπωσιακές (για πολλούς, που δεν έχουν ακούσει κάτι σχετικό με την indonesian jazz θα είναι σίγουρα και πρωτάκουστες), και ακόμη επί της ουσίας λειτουργικές και απολαυστικές, καθώς δεν καλύπτονται πίσω από τα λούστρα των παραγωγών και τα απλώς περφεξιονστικά παιξίματα. Υπάρχουν tracks στο “So Far So Close” που είναι «ταξίδια» σε κόσμους σκοτεινούς και αλλότριες παραδόσεις, όπως το 9λεπτο “Jembrana’s fantasy” και άλλα στα οποία η δεξιοτεχνία και η φαντασία των μουσικών συναγωνίζεται τη συνθετική έμπνευση και την μελετημένη ενορχήστρωση. Τα πλήκτρα του Dharamawan, που χειρίζεται fender rhodes, mini moog, clavinet της Hohner, hammond, Korg σύνθι και ακουστικό πιάνο, δεν καλύπτουν τα υπόλοιπα όργανα, αφού κάθε παίκτης έχει το ρόλο και το χρόνο του στις εκτελέσεις, με τα ινδονησιακά φωνητικά (από τους Dharamawan και I Nyoman Windha) να σε μεταφέρουν σε καταστάσεις έκστασης θρησκευτικής και «εσωτερικής» επικοινωνίας.
Το όλον άκουσμα, φυσικά, έχει και δυτικές χροιές, πολλές δυτικές χροιές θα έλεγα, χωρίς όμως ποτέ να ξεπέφτει στο προβλέψιμο και την ευκολία. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορούμε να κρατήσουμε από το “So Far So Close”, ένα CD που έρχεται να προστεθεί μεταξύ των καλυτέρων ινδονησιακών ηλεκτρικών fusions που ακούστηκαν ποτέ στη Δύση.
Επαφή: www.moonjune.com

ανήμερα των… Φώτων

Ένα τραγουδάκι... έτσι για το «καλημέρα» και το «χρόνια πολλά». Αργότερα θ’ αναρτήσουμε και κάτι ακόμη…

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

DEJAN TERZIC MELANOIA λαβύρινθος

Γεννημένος στην Banja Luka της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης πριν 46 χρόνια, ο ντράμερ της jazz Dejan Terzic έχει, να το πούμε, γερμανική κουλτούρα. Κι έτσι, ως μέλος της γερμανικής σκηνής, νοούνται και οι συνεργασίες του ή οι συμμετοχές του σε projects των Dusko Goykovich, Johannes Enders, Nils Wogram κ.ά. Προσωπική, ή καλύτερα… πιο προσωπική δισκογραφία ο Terzic εμφανίζει την τελευταία 15ετία είτε συνεργαζόμενος με τον ιταλό πιανίστα Antonio Faraò και τον κοντραμπασίστα Martin Gjakonovski, είτε υποστηρίζοντας τα δικά του γκρουπ, τους Underground και εσχάτως τους Melanoia. Το “Labyrinth” (2015) είναι μάλιστα το δεύτερο CD των Melanoia στην Enja/Α&Ν (το 2013 είχε προηγηθεί το φερώνυμό τους), ενός σχήματος που αποτελείται εκ των Hayden Chisholm άλτο, φωνή, Ronny Graupe 7χορδη κιθάρα, Achim Kaufmann πιάνο, fender rhodes και Dejan Terzic ντραμς, κρουστά.
Η εννέα από τις δέκα συνθέσεις του άλμπουμ ανήκουν στον Terzic και αυτό οπωσδήποτε συμβάλλει στην «πυκνότητα» τού “Labyrinth”. Δεν ξέρω που μπορεί να κολλάει ο «λαβύρινθος», όμως, και σε κάθε περίπτωση, η jazz του σερβοβόσνιου συνθέτη δεν είναι… πολυδαίδαλη, δεν χάνεται σε αναφορές και σχήματα, έχοντας να επιδείξει σαφή και κάπως αναμενόμενα χαρακτηριστικά – τουλάχιστον στα περισσότερα από τα tracks. Υπάρχουν θέματα δηλαδή, ιδίως τα μεγαλύτερα σε διάρκεια, που αγγίζουν τα δέκα λεπτά και τα οποία εμφανίζουν μια κάποια αυτοσχεδιαστική διάθεση (την προβάλλουν τα lead όργανα, το πιάνο, η κιθάρα και το άλτο), όμως τα περισσότερα (tracks) είναι πιο κοντά σε ό,τι θα αποκαλούσαμε… κεντροευρωπαϊκή τζαζ – κάτι ενδιάμεσο, θέλω να πω, του μεσογειακού λυρισμού από τη μια μεριά και του nordic κλίματος από την άλλη. Ο Terzic γράφει ωραίες μελωδίες, είναι αλήθεια αυτό, πάνω στις οποίες αναπτύσσονται και διαμορφώνονται οι αυτοσχεδιασμοί, με τους μουσικούς του να παρουσιάζονται την ίδιαν ώρα μεστοί και απέριττοι. Γενικώς, τα... τραντάγματα είναι χαμηλής ή μέσης στάθμης, όμως υπάρχουν κι ένα-δυο tracks, όπως το “Parasomnia” προς το τέλος για παράδειγμα, που ροκάρουν – δηλαδή… τζαζροκάρουν, μ’ έναν μάλλον απρόσμενο τρόπο. Υπάρχει επίσης ένα track, το “A dream within a dream”, όπου ο αλτίστας Chisholm διαβάζει το φερώνυμο ποίημα του Poe, με το γκρουπ να δημιουργεί ένα συμβατό… κυλιόμενο background.
Αν και σε γενικές γραμμές το “Labyrinth” φαίνεται ως κάτι… αναμενόμενο, στην πράξη είναι η συνοχή και η εσωτερική δύναμη των συνθέσεων που περιλαμβάνει, οι οποίες το τοποθετούν πολύ πιο πέρα…

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ στο “Consortium in Amato” – ο Π.Ε. Δημητριάδης γράφει και τραγουδάει για όσα θυμάται και ζει, και κυρίως για ό,τι αγαπάει

Δεύτερος δίσκος (CD) για τα Παιδιά της Παλαιότητας από την Κέρκυρα. Π.Ε. Δημητριάδης φωνή, όργανο, θόρυβοι, Μάριο Πλασκασοβίτης κιθάρες, πιάνο, σύνθια, μπάσο, Χριστίνα Παπαλίτσα τσέλο, Αριστοτέλης Κροκίδης ντραμς, Θοδωρής Άνθης κιθάρα, Νούμερο Μπλε μπάσο, συν κάτι… Παραπαίδια (έτσι αυτοαποκαλούνται) σε κιθάρες, μαντολίνα, σαξόφωνα, ακορντεόν κ.λπ. Ένας δεύτερος δίσκος, που στέκεται εξ ίσου ψηλά με τα «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» και που ξαναδείχνει κάτι που φαίνεται να λησμονιέται, ή που μας ξεφεύγει μες στα χρόνια…
Πως αν έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις, εδώ στον τόπο που πλανιέσαι, κάτι που να μαρκάρει όλα όσα σκέφτεσαι και βιώνεις, τότε θα το πεις στη γλώσσα των γονιών σου. Καλές οι άλλες γλώσσες, και ό,τι μαθαίνει ο καθείς κέρδος είναι, αλλά επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε με το τραγούδι, με το ελληνικό τραγούδι, το αποτύπωμα της ζωής μας – αυτής που ζούμε, καθώς και της άλλης, που, αν και μεταμφιέζεται διαρκώς σε χθες, στέκεται μπροστά μας κάθε τόσο.
Ο Π.Ε. Δημητριάδης στο “Consortium in Amato” [ραδΥο Κορέα/ Λ39/ Ανούσια Ένταση, 2015] γράφει γι’ αυτές ακριβώς τις ζωές, τις δικές του ζωές –σημερινές και χθεσινές– με γλυκό πόνο και αυταπάρνηση, και κυρίως με αγάπη.
Τα λόγια του είναι εμποτισμένα από τις θετικές αξίες του λελογισμένου χώρου, τις οποίες μετατρέπει, πάντα μέσα από μια τολμηρή στιχουργική (όχι μόνο σε σχέση με το τι θέλει να πει, αλλά και με το πώς θα το πει), σε εύφλεκτο υλικό ΚΑΙ για τον άνθρωπο της μεγαλούπολης.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

o μαοϊκός CAT STEVENS στην… Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του ’76

Λίγοι γνωρίζουν-θυμούνται τις περιπέτειες του Cat Stevens στην Ελλάδα του ’76. Ο σημαντικότατος αυτός τραγουδοποιός είχε κανονίσει να κλείσει το ευρωπαϊκό κομμάτι της Majikat Earth Tour περιοδείας του με συναυλία στην Αθήνα, τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, όμως, και δυστυχώς, είχε υπολογίσει χωρίς τους συμπατριώτες μας… ξενοδόχους. Όπως διαβάζουμε από συνέντευξή του στο theGuardian.com (18/7/2004): «Καταλήξαμε στην Αθήνα... Αυτό θα έπρεπε να είναι το σημαντικότερο σημείο της περιοδείας, επειδή με γύριζε πίσω στην ελληνική καταγωγή μου –από την πλευρά του πατέρα μου– αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια ελληνική τραγωδία. Ο χώρος ήταν “κλεισμένος” κατά το ήμισυ, καθώς υπήρχε ένα μεγάλος ποδοσφαιρικός αγώνας σε εξέλιξη, αλλά και οι εξετάσεις των μαθητών την ίδια στιγμή(...)».
Πότε ακριβώς θα γινόταν εκείνη η συναυλία; Την Τετάρτη 2/6/1976 στο Στάδιο Καραϊσκάκη, ή μήπως μια βδομάδα αργότερα την 9/6/1976; Εκείνη την ημέρα, πάντως, την Τετάρτη της 9/6/1976, διεξαγόταν ο τελικός του Κυπέλλου Ελλάδος. Και όλοι θυμούνται (αυτοί που θυμούνται) τι σήμαινε τηλεοπτική μετάδοση ελληνικού τελικού στα seventies. Δεν κουνιόταν φύλλο. Όλοι μέσα… καθ’ άπασαν την επικράτειαν. Μιλάμε για το φοβερό παιγνίδι Ολυμπιακού-Ηρακλή, που είχε λήξει 2-2 στον κανονικό αγώνα, είχε πάει στο 4-4 στην παράταση, κι είχε τελειώσει με νίκη του Ηρακλή 6-5 στα πέναλτυ. Ήταν ο αγώνας που είχε λάμψει, για πρώτη φορά στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, το αστέρι του Βασίλη Χατζηπαναγή, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνου του παιγνιδιού… μοίραζε σακούλες στους Πειραιώτες. Επίσης εκείνες οι μέρες όντως συνέπιπταν με τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, που σήμαινε πως ο μαθητόκοσμος δύσκολα θα κουνιόταν. Με θυμάμαι κι εμένα, στα νειάτα μου, να ματαιώνω ταξίδι για συναυλία λόγω Πανελληνίων ή Πανελλαδικών… πώς ακριβώς τις έλεγαν τότε... Μ’ αυτά και μ’ αυτά το live του Cat Stevens στην Αθήνα ματαιώθηκε, αλλά έγινε στη Θεσσαλονίκη. Ο Stevens είχε καταλύσει στο Pallini Beach, στο πρώτο «πόδι» της Χαλκιδικής κι εκεί είχε πάει για να τον συναντήσει και να μιλήσουν ο μακαρίτης ο Θανάσης Μάνθος.
Ο Cat Stevens στη Χαλκιδική με σπασμένο πόδι, τον Ιούνιο του '76
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 24 (1154) του περιοδικού Ο Ταχυδρόμος τής 10/6/1976. Λέει κάπου ο Cat Stevens:
«Είμαι μαοϊκός, αλλά με ποια έννοια. Είμαι μαοϊκός με την έννοια ότι θαυμάζω απεριόριστα τον Μάο και τον θεωρώ σαν τον πιο σπουδαίο άνθρωπο της εποχής μας. Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω κατά πόσον θα ήταν καλός για να κυβερνήσει τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι για την Κίνα αποδείχτηκε μοναδικός! Τόσα εκατομμύρια άνθρωποι πείναγαν και ο Μάο τους έδωσε να φάνε. Πρόσεξε: δεν είναι ούτε δέκα χιλιάδες, ούτε ένα εκατομμύριο, ούτε εκατό εκατομμύρια. Είναι οχτακόσια εκατομμύρια άνθρωποι! Καταλαβαίνεις τι σπουδαίο πράγμα είναι αυτό;».
Για να συνεχίσει ο Stevens, που ακόμη τότε δεν είχε ασπαστεί τον μουσουλμανισμό. (Η Majikat Earth Tour ήταν, μάλλον, η τελευταία περιοδεία του ως… Cat Stevens).
«Είναι μοιραίο να καταρρεύσει ο καπιταλισμός, γιατί είναι άδικο κοινωνικό σύστημα. Οι λίγοι εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Ο καπιταλισμός μοιάζει με ένα μπαλόνι που αιωρείται ξεκρέμαστο. Είναι αρκετά ξεφουσκωμένο και ξεφουσκώνει συνέχεια. Ε λοιπόν κάποτε θα το τρυπήσει μια καρφίτσα και τότε… φσσσ! Θα ξεφουσκώσει τελείως. Δεν είμαι καπιταλίστας. Εξάλλου την περιουσία μου δεν την έκανα εκμεταλλευόμενος τους ανθρώπους».
Για να ρωτήσει ο Μάνθος: «Ναι, αλλά σε μια σοσιαλιστική κοινωνία δεν θα κέρδιζες τόσα χρήματα όσα τώρα, κι ούτε θα ζούσες πολυτελή ζωή όπως τώρα…».
Και ο 28χρονος Cat Stevens: «Δεν με πειράζει αυτό. Είμαι πρόθυμος να δώσω όλα τα χρήματά μου στο κράτος εφόσον θα ξέρω ότι αυτό γίνεται για το καλό των συνανθρώπων μου. Δεν μ’ ενδιαφέρει η πολυτελής ζωή».
Λέει κι άλλα πολλά (και ωραία) ο Cat Stevens στον Θανάση Μάνθο σε μια δισέλιδη πυκνογραμμένη συνέντευξη, αλλά δεν μπορώ ν’ αντιγράψω άλλο…
εφ. Μακεδονία, 5/6/1976
Πάντως υπάρχει ένα μικρό μπέρδεμα σε σχέση με το πότε ακριβώς έγινε το live στη Θεσσαλονίκη. Στη Μακεδονία της εποχής, στο φύλλο της 5/6/1976 διαβάζουμε πως «απόψε δίδεται στο Παλαί ντε Σπορ η πρώτη από τις δύο συναυλίες του διάσημου τραγουδιστή Κατ Στήβενς…». Στον Ταχυδρόμο που ήταν εβδομαδιαίο περιοδικό, ο Μάνθος αρχίζει το κείμενό του ως εξής: «Σήμερα δίνει την τελευταία του συναυλία στην Ελλάδα». Τι σημαίνει αυτό το «σήμερα»; Την ημερομηνία κυκλοφορίας του περιοδικού (10/6/1976), όταν θα διάβαζε τα σχετικά το αναγνωστικό κοινό, ή την ημέρα που πάρθηκε η συνέντευξη; Και αν αφορούσε στην ημέρα που πάρθηκε η συνέντευξη, γιατί ο Μάνθος κάνει λόγο για «τελευταία» συναυλία; Δεν θα δινόταν, μετά τη Θεσσαλονίκη, και το live στην Αθήνα; Εκτός κι αν είχε ήδη ματαιωθεί (είτε δινόταν αυτό την 2/6, είτε την 9/6). Αλλά είναι, πάλι, και το… σπασμένο πόδι. Μήπως δεν έγιναν οι συναυλίες στη Θεσσαλονίκη την 5/6 και την 6/6 και εδόθη μία μόνον παράσταση λίγες ημέρες αργότερα, την 10/6/1976, όταν κυκλοφόρησε και ο Ταχυδρόμος; Λεπτομέρειες θα μου πείτε, αν και όχι και τόσο...
Όποιος αναγνώστης, τέλος πάντων, θυμάται κάτι ή ξέρει κάτι για τη συναυλία (ή τις συναυλίες) του Cat Stevens στη Θεσσαλονίκη, το 1976, ας το προσθέσει…

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ / SYD BARRETT δύο ποιήματα για την Emily

EMILY ANN 
– Πού ήσουνα, Emily Ann;

– Ήμουνα μέσα σ’ ένα δέντρο.
Έσκαψα στα κρυφά και μπήκα από τις ρίζες.
Στην αρχή έκατσα χάμω και φοβόμουνα,
Μετά βαρέθηκα και άνοιξα δυο τρύπες κι έβλεπα.

Είδα ένα κύριο με γυαλιά
Που πέταγε ψηλά μια μπάλα
Κι έτρεχε και την έπιανε.
Ήρθαν όμως κάτι παιδιά και του την πήραν.
Ήταν λιγάκι αλλοίθωρος, θαρρώ…

Ύστερα έβαλε την κοιλιά του ένα κουνέλι και σκοτείνιασε
Ξέρεις, τι μαλακιά που ’ν’ η κοιλιά του κουνελιού;
Τήνε γαργάλισα όμως λίγο κι έφυγε.
Και κοίταξα ξανά.
Κι εσύ;

– Emily Ann…

– Τι;

– Να, έτσι… Μ’ αρέσει να λέω τ’ όνομά σου… 
Emily Ann… Emily Ann… Emily Ann…


To ποίημα “Emily Ann” το έγραψε η Ολυμπία Καράγιωργα και υπάρχει στο βιβλίο της Τα Μεγάφωνα [Alvin Redman Hellas, Αθήνα 1966].

ΔΕΣ ΤΗΝ ΕΜΙΛΥ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ
Η Έμιλυ προσπαθεί, αλλά παρεξηγεί
Συνηθίζει να δανείζεται τα όνειρα κάποιου μέχρι αύριο
Δεν υπάρχει καμμία άλλη μέρα
Ας το παλέψουμε αλλιώς
Θα χάσεις το μυαλό σου και θα παίξεις
Δωρεάν Παιγνίδια για τον Μάιο*
Δες την Έμιλυ να παίζει

Αμέσως μόλις πέφτει το σκοτάδι η Έμιλυ κλαίει 
Κοιτάζοντας μέχρι αύριο, μέσα από θλιμμένα δέντρα, μόλις και μετά βίας έναν ήχο 

Δεν υπάρχει καμμία άλλη μέρα
Ας το παλέψουμε αλλιώς
Θα χάσεις το μυαλό σου και θα παίξεις
Δωρεάν Παιγνίδια για τον Μάιο*
Δες την Έμιλυ να παίζει 

Βάλε ένα φόρεμα που να φτάνει μέχρι το χώμα 
Αφήσου να σε πάρει ένα ποτάμι μια για πάντα, Έμιλυ, Έμιλυ 
Δεν υπάρχει καμμία άλλη μέρα
Ας το παλέψουμε αλλιώς
Θα χάσεις το μυαλό σου και θα παίξεις
Δωρεάν Παιγνίδια για τον Μάιο*
Δες την Έμιλυ να παίζει 

*“GAMES FOR MAY: Space-age relaxation for the climax of spring – electronic compositions, colour and image projections, girls, and THE PINK FLOYD”. «Παιγνίδια για τον Μάιο» είχε ονομαστεί το live των Floyds στο Queen Elizabeth Hall, την 12/5/1967. Πηγή: Nicholas Schaffner “The Pink Floyd Odyssey: Saucerful of Secrets” [Sidgwick & Jackson, London 1995].

Το “See Emily play” έχει στίχους (και μουσική) του Syd Barrett και ακούγεται στο δεύτερο 45άρι των Pink Floyd “See Emily play/ Scarecrow” [UK. Columbia DB 8214], που κυκλοφόρησε την 16/6/1967. Το δισκάκι τυπώθηκε και στην Ελλάδα το 1974 –“See Emily play/ The scarecrow” [Harvest HARG 1522]– αν και στο label αναγράφεται 1967! Όμως ετικέτα Harvest το 1967 δεν υπήρχε…

Το τραγούδι πρέπει να είχε μεταφραστεί για πρώτη φορά στη γλώσσα μας στο πρόχειρο βιβλίο Pink Floyd/ Τα Τραγούδια τους [Κεραμεικός, Αθήνα 1980] των Ζυγομαλάδων (ο Τόλης μετάφραση, ο Χρήστος επιμέλεια έκδοσης). Το λέω «πρόχειρο», γιατί οι περισσότερες μεταφράσεις, αν όχι όλες, ήταν «στο πόδι», έχοντας προκύψει από απλές ακροάσεις των τραγουδιών (τα πρωτότυπα lyrics, δηλαδή, είχαν βγει με το αυτί!). Αυτό σημαίνει πως οι Ζυγομαλάδες μετέφραζαν συχνά άλλα αντί άλλων! Για παράδειγμα ο στίχος “Free Games for May” ακούγεται ως... “Three games today”(!!) και μεταφράζεται ως «Τρία παιχνίδια σήμερα». Το ίδιο και σ’ ένα άλλο βιβλίο της εποχής, το Pink Floyd Κείμενα και Μεταφράσεις [εκδόσεις Ή Χριστός ή Πατάτες Γιαχνί, Αθήνα early 80s]. Δυστυχώς, αυτά διαβάζαμε στις αρχές του ’80…

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

οι OSIBISA στον «Τάφο του Ινδού» το 1975

Την Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 1975 το περιοδικό ΦΑΝΤΑΖΙΟ κυκλοφορεί το 344 τεύχος του με την Ελένη Ερήμου στο εξώφυλλο, μα και με τους Osibisa! Ο τίτλος «ΟΣΙΜΠΙΣΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ!» δείχνει κάτι το οποίον πολλοί σύγχρονοι γραφιάδες περί τα μουσικά (επαγγελματίες ή ερασιτέχνες) ακόμη αγνοούν. Πως ξένα ροκ live στην Ελλάδα γίνονταν και δίνονταν συνεχώς και από… αρχαιοτάτων χρόνων, αφού ποτέ δεν σταμάτησαν να έρχονται στη χώρα γκρουπ και καλλιτέχνες… και πριν τους Rolling Stones (17/4/1967), και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, και πριν τους Police στο Σπόρτινγκ και όλα τα μετέπειτα χρόνια (όπως όλοι αυτό το γνωρίζουν).
Το 1975, τον Σεπτέμβριο, οι Osibisa, ένα από τα κορυφαία συγκροτήματα του afro-rock (αν όχι το κορυφαίο) έρχονται για συναυλίες στην Ελλάδα. Παλαιότερα, σ’ ένα σχόλιο της Πρωτοχρονιάς του 2013, είχαμε γράψει πως τα live των Osibisa πραγματοποιήθηκαν την 27/9/1974 στη Θεσσαλονίκη και την 28/9/1974 στην Αθήνα (ενώ είχαν παίξει και στην Πάτρα). Δεν ξέρω αν είχαμε γράψει λάθος, τότε, και αν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες αφορούσαν το 1975 και όχι το 1974. Μπορεί να ήλθαν το 1974 βεβαίως και να ξαναήλθαν και το 1975…
Όποιοι, τέλος πάντων, μπορούν να δώσουν επιπλέον και σίγουρα στοιχεία για το θέμα ας το κάνουν…
Από το πρώτο LP των Osibisa, με το κλασικό εξώφυλλο του Roger Dean, που κυκλοφόρησε το 1971 στη Μεγάλη Βρετανία από την MCA [MDKS 8001] σε παραγωγή του Tony Visconti, επιλέγω ν’ ακούσουμε ένα αγαπημένο track – το “Music for gong gong” (Osei, Tontoh), μιαν επιτομή του afro-rock. Το συγκρότημα εκείνη την εποχή αποτελείτο από τον Γκανέζο Teddy Osei τενόρο, φλάουτο, κρουστά, φωνή, τον Γκανέζο Sol Amarfio ντραμς, τον επίσης Γκανέζο Mac Tontoh τρομπέτα, φλούγκελχορν, καμπάσα, τον Spartacus R από την Γρενάδα σε μπάσο, κρουστά, τον Wendell Richardson από την Αντίγκουα σε lead κιθάρα, φωνή, τον Robert Bailey από το Τρίνινταντ σε όργανο, πιάνο, τιμπάλες και τον Νιγηριανό Loughty Lasisi Amao σε τενόρο, βαρύτονο και κόνγκας. Μεγάλες στιγμές! 
ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ 2016!