Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΙΙ

Δύο δεκάδες τούρκικα CD έφτασαν στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό. CD διαφόρων μουσικών ειδών. Ορισμένα jazz, κάποια άλλα πιο παραδοσιακά, μερικά improv, rock κ.λπ. Όλα τα άλμπουμ εισάγονται από την Recordisc και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2016/03/blog-post_27.html. Το δεύτερο ακολουθεί τώρα...
NEKROPSI: Aylık/ Monthly [A.K. Müzik Yapım Org., 2014]
Οι Nekropsi είναι ένα τουρκικό rock συγκρότημα, την πορεία του οποίου την έχω παρακολουθήσει. Έχω ακούσει εννοώ και τα τέσσερα CD του, ενώ για τα πρώτα δύο (το “Mi Kubbesi” του 1996 και το “Sayı 2” του 2006) αν θυμάμαι καλώς είχα γράψει κριτικές στο Jazz & Tζαζ. Τώρα, θα πούμε λίγα λόγια για το πιο πρόσφατο άλμπουμ αυτής της μπάντας από την Κωνσταντινούπολη, που εξακολουθεί να διατηρεί στο κυρίως μουσικό σώμα της ενδιαφέροντα ηλεκτρονικο-προγκρέσιβ στοιχεία. Οι Nekropsi είναι τέσσερις: ο Cem Ömeroğlu κιθάρες, ο Gökhan Goralı κιθάρες, ο Kerem Tüzün μπάσο και ο Cevdet Erek ντραμς, με όλους να κάνουν προγραμματισμό, χειριζόμενοι επίσης ηλεκτρονικά και άλλα όργανα. Το “Aylık/ Monthly” είναι ένα βαρύ και κάπως σύνθετο άλμπουμ, με ισχυρή electro συνείδηση, πλήρως ενταγμένη μέσα σ’ ένα rock περιβάλλον. Οι περισσότερες από τις συνθέσεις των τούρκων μουσικών διακρίνονται για την χαρντροκάδικη «ριφολογία» τους – με τόνους από riffs δηλαδή να κατακλύζουν κάθε μικρό ή μεγαλύτερο χώρο. Υπάρχουν tracks θέλω να πω στο “Aylιk”, που είναι σκέτα riffs (όπως το “Rüzgarlar”), άλλα όπως το “Pusula”, που, χωρίς να αποφεύγουν τις μικρές αυτές επαναλαμβανόμενες κιθαριστικές φράσεις, βγάζουν μια κάποια σκοτεινή μελωδία («ακούω» εδώ ύστερους Hawkwind) και άλλα όπως το “İstanbul’a dönüş”, που ακούγονται πιο κοντά στην americana των Feelies. Περιπετειώδες instrumental άκουσμα, που ανά τόπους σε φτιάχνει. Πολύ.
WeeD: Ghostwatch [A.K. Müzik Yapım Org., 2014]
Τρίο είναι οι WeeD (Şevket Akıncı κιθάρες, mini MOOG, Murat Çopur μπάσο, Şenol Küçükyıldırım ντραμς, κρουστά), όμως δυσκολεύεσαι να πεις αν πρόκειται για ένα jazz ή για ένα rock τρίο. Ίσως κάτι ανάμεσα, ίσως πότε το ένα και πότε το άλλο. Ορχηστρικά κι εδώ κομμάτια, μέσης και κάπως μεγαλύτερης διάρκειας (8λεπτα, 9λεπτα), επικεντρωμένα στις αργές μελωδικές αναπτύξεις, κινούμενα προς μιαν ήσυχη και κάπως νωχελική ηχητική ατμόσφαιρα. Όλο το παιγνίδι γίνεται, βασικά, από τις κιθάρες του Akıncı, που ακούγονται πολύ κοντά στο στυλ τού Terje Rypdal – με το άκουσμα να εμφανίζει γενικότερα nordic χαρακτηριστικά. Εδώ, ακόμη και οι αγγλικοί τίτλοι των tracks προδίδουν πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα εντελώς δυτικό άκουσμα. (Δεν το λέω σώνει και καλά ως μειονέκτημα).
TAMER TEMEL: Bir Kedi Kara [A.K. Müzik Yapım Org., 2013]
Ο Tamer Temel είναι σαξοφωνίστας (της jazz) και το “Bir Kedi Kara” ένα προσωπικό CD του από το 2013. Δίπλα στον σαξοφωνίστα υπάρχει πιανίστας (Serkan Özyılmaz), κιθαρίστας (Eylül Biçer), βιμπραφωνίστας (Kenny Wollesen) και βεβαίως μπάσο, ντραμς (Volkan Topakoğlu, Cem Aksel). Όλοι μαζί αποδίδουν τις συνθέσεις τού Temel (εννέα στον αριθμό), που διακρίνονται για τη μελωδική ευφράδεια και τις μελετημένες αναπτύξεις τους, παρέχοντας χώρο στους έξι οργανοπαίκτες ώστε να δείξουν τις επικοινωνιακές, πρώτα-πρώτα, ικανότητές τους. Υπάρχουν κομμάτια που σε κερδίζουν αμέσως με τον μελωδικό τους διάκοσμο, όπως το φερώνυμο “Bir kedi kara” και άλλα, όπως το 9λεπτο “çakıl”, που εμφανίζουν μεγαλύτερη περιπέτεια – πάντα εντός των ορίων ενός καλώς μελετημένου αυτοσχεδιασμού.
MÜZİK HAYVANI: doc bir [A.K. Müzik Yapım Org., 2013]
Περί συλλογής πρόκειται και μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσας. Δηλαδή εκπληκτικής! Έντεκα tracks από έντεκα τούρκους μουσικούς που κινούνται στο χώρο του avant/ noise/ electronic/ experimental rock και που δείχνουν, αν μη τι άλλο, το βάθος και το υψηλότατο επίπεδο των «δύσκολων» ήχων στη γείτονα. Όλα τα κομμάτια ηχούν εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, χωρίς αυτό να προκαλεί «προβλήματα» στην παρακολούθηση του CD. Εδώ, μιλάμε για εντυπωσιακές ώρες-ώρες μουσικές, από αυτές τέλος πάντων που δεν έχουμε την ευκαιρία να τις ακούμε (συχνά) στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι είναι πολύ μπροστά και αυτή η απίστευτη συλλογή, απλώς, το αποδεικνύει. Φοβερά κομμάτια από Emre Ozis (“Evrim Manipülatörleri”), Emir Emre (“Electroconvusive”), Tolga Tüzün (“L'esprit De L'escalier”), Koyu Beyaz (“Szell”), χωρίς να υστερούν σε τόλμη και φαντασία κανένα από τα υπόλοιπα.
YAKAZA ENSEMBLE: İçbükeydış [A.K. Müzik Yapım Org., 2012]
Κουαρτέτο είναι οι Yakaza Ensemble με μέλη τους Eray Düzgünsoy αφγανικό ρεμπάμπ (λύρα), Fakih Kademoğlu νέι, σαξόφωνο, Ceren Erendor βιολοντσέλο και Ömer Sarıgedik ηλεκτρονικά, μπάσο. Αν και οι μουσικές τους είναι κατά βάση ανατολίτικων προδιαγραφών –οι μελωδίες τους π.χ. διατηρούν τις χαρακτηριστικές ελικοειδείς αναπτύξεις– στην πράξη και στην εκφορά τους δεν αρνούνται και τα δυτικά πλαίσια. Ιδίως όταν το βιολοντσέλο σε ρόλο πρώτο και τα ηλεκτρονικά σ’ ένα πίσω πλάνο παίρνουν κεφάλι στις ενορχηστρώσεις. Τέτοια σχήματα, πάντως, έχουμε και στην Ελλάδα, αν αυτό σημαίνει κάτι. Που σημαίνει.
YAHYA DAI QUARTET: Ümitvar Mavi [A.K. Müzik Yapım Org., 2011]
Αυτό που μου κάνει εντύπωση στα νέα συγκροτήματα της τουρκικής jazz είναι το γεγονός πως δεν παίζουν διασκευές – διασκευές αμερικανικών στάνταρντ, ή ιστορικών κομματιών των fifties-sixties. Προτιμούν, δηλαδή, να προβάλλουν το δικό τους συνθετικό υλικό από το να αποδίδουν κομμάτια άλλων. Τούτο δείχνει, βεβαίως, την εμπιστοσύνη που τρέφουν στις δικές τους δυνάμεις – κάτι από μόνο του σημαντικό. Ο σαξοφωνίστας Yahya Dai είναι μουσικός με κάποια ιστορία πίσω του. Παίζει από τις αρχές του ’80  σε γκρουπ, ενώ έχει συνεργαστεί με τους Önder Focan, Özdemir Erdoğan, Cahit Berkay κ.ά. Στο παρόν δισκάκι τον συναντάμε με το δικό του κουαρτέτο δίπλα στους Ercüment Orkut ηλεκτρικό πιάνο, Kağan Yıldız κοντραμπάσο και Ediz Hafızoğlu ντραμς. Ο Dai χειρίζεται διαφόρων ειδών σαξόφωνα (άλτο, τενόρο, σοπράνο) και ακόμη ένα ηλεκτρονικό πνευστό, το EWI, παρέχοντας στις συνθέσεις (δικές του και του Orkut) ηχοχρωματική ποικιλία. Αργά και mid-τέμπο blues και μπαλάντες είναι το υλικό του Ümitvar Mavi”, υλικό σε κάθε περίπτωση ολοκληρωμένο και άψογα εκτελεσμένο, που φανερώνει και το (γνωστό από παλαιά) υψηλό τζαζ επίπεδο των τούρκων μουσικών.
FORABANDIT: Port [A.K. Müzik Yapım Org., 2014]
Να κι ένα συγκρότημα, σ’ αυτή τη σειρά των άλμπουμ, που προβάλλει σύγχρονη τουρκική μουσική, στηριγμένη σ’ αυτό το κλασικό anadolu ιδίωμα. Χοντρικώς, οι Forabandit, φέρνουν στη μνήμη τους θρυλικούς Üç Hürel από τα seventies, και παρότι δεν υπάρχουν ηλεκτρικές κιθάρες στο setting τους, το αποτέλεσμα διατηρεί την ίδια δύναμη. Το συγκρότημα είναι τρίο με πιο γνωστό μέλος του τον περκασιονίστα Bijan Chemirani, ενώ δίπλα του στέκονται ο Sam Karpienia σε μαντοτσέλλο, τραγούδι και ο Ulaş Özdemir σε φωνή επίσης και μπαγλαμά. Οι Forabandit δηλαδή είναι ένα τραγουδιστικό γκρουπ με θέματα (στα στιχάκια τους) ερωτικά και κοινωνικά. Το “Gardaş” (Αδελφός) είναι ένα αντιπολεμικό track με στίχους σαν και τούτους («ο αδελφός μου δεν ξέρει για πιο λόγο πολεμάει, πρέπει όμως να κρατάει το στόμα του κλειστό»). Εξαιρετικό.
MUTANT: Blues in Z [A.K. Müzik Yapım Org., 2011]
Επτά κιθαρίστες (Şevket Akıncı, José Blasco, Deniz Güngören, Giray Gürkal, Cansun Küçüktürk, Eylül Biçer, Bakış Üstün) συνευρίσκονται κάτω από την επωνυμία Mutant, δημιουργώντας στο “Blues in Z” ένα απροσδόκητο όσο και εξαιρετικό άκουσμα. Το ύφος είναι πειραματικό, με πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία (μελωδικής βάσης) με άλλοτε μικρότερη και άλλοτε κάπως πιο εμφανή σχέση με το blues. Δανειζόμενοι στοιχεία από το drone sound του ’60 και τον μινιμαλισμό της ίδιας και της επόμενης δεκαετίας, και ανακατεύοντας, στα μάλλον-μικρά-σε-διάρκεια δώδεκα κομμάτια τους, στοιχεία εξτρεμιστικού κιθαρισμού (Robert Fripp, Henry Kaiser, Raoul Björkenheim…), οι Mutant έφτιαξαν ένα άλμπουμ που είχε ως σκοπό να ξεχωρίσει από την αρχή. Και συνέβη.
ÇΑĞIL KAYA: Bir Parça Ay Biraz Kuş [A.K. Müzik Yapım Org., 2014]
Γεννημένη στην Άγκυρα η τραγουδοποιός Çağıl Kaya είναι μία από τις ανερχόμενες ας-τις-πούμε-και-τζαζ προσωπικότητες της γείτονος. Το “Bir Parça Ay Biraz Kuş” υπήρξε το ντεμπούτο άλμπουμ της από το 2014 κι εκείνο που της έδωσε την ώθηση βασικά, ώστε να εξελιχθεί σ’ ένα από τα ονόματα που «παίζουν» (όπως διαπίστωσα) τώρα στην Τουρκία. Jazz, funk, soul, μπαλάντες (με στίχους στην τουρκική πάντα) περιλαμβάνει το παρόν CD, που κερδίζει βεβαίως και από την πολύ καλή μπάντα συνοδείας (πιάνο, σαξόφωνα, βιμπράφωνο, μπάσο, ντραμς). Η ωραία εύπλαστη φωνή τής Kaya, καθώς και η εμφανής θεατρικότητα στις ερμηνείες της δείχνουν πως έχουμε να κάνουμε με μιαν αξιοπρόσεκτη περίπτωση, ικανή στο άμεσο μέλλον να δώσει ακόμη πιο «προσωπικές» ηχογραφήσεις.
CENTURY: S/T [A.K. Müzik Yapım Org., 2009]
Οι Century είναι κουαρτέτο, τζαζ κουαρτέτο, καθώς αποτελούνται από τους Şevket Akıncı κιθάρες, Robert Reigle τενόρο σαξόφωνο, Demirhan Baylan μπάσο και Şenol Küçükyıldırım ντραμς. Το ύφος τους είναι το δυναμικό fusion, στο οποία ανιχνεύονται πολλά πειραματικά progressive στοιχεία. Κομμάτια, για παράδειγμα, όπως το εισαγωγικό 12λεπτο “M”, εμπεριέχει μιαν… ιαπωνική improv τρέλα, με θαυμάσιες παράλληλες διαδρομές από το τενόρο και την κιθάρα, με το επόμενο “Teorema” να ξεκινά αργά και περισσότερο εικονοκλαστικά, πριν εξελιχθεί προς ένα σκληρό ηλεκτρικό, όσο και αυτοσχεδιαστικό, ντελίριο. Το “Century” έχει τέσσερα κομμάτια –ένα κι ένα!– με το έσχατο 26λεπτο “Pixote” να «σκοτώνει». Γαμάτο άλμπουμ!!

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

SAVOLDELLI, CASARANO, BARDOSCIA ένα αληθινά μεγάλο jazz gig… τιμή για τους Pink Floyd

Δεν υπάρχει υπονοούμενο. Τόσο ο τίτλος The Great Jazz Gig in the Sky [MoonJune, 2016], όσο και το front cover, σε πρώτη φάση, δείχνουν με τι έχουμε να κάνουμε. Μ’ ένα tribute θέλω να πω στο “The Dark Side of the Moon” των Pink Floyd, που ηχογραφήθηκε τον Φλεβάρη του 2013 και που μιξαρίστηκε τρία χρόνια αργότερα κάπου στην Ιταλία. Στην εγγραφή πήραν μέρος οι Boris Savoldelli φωνή, φωνητικούς θορύβους, ηλεκτρονικά, Raffaele Casarano σαξόφωνα, ηλεκτρονικά και Marco Bardoscia κοντραμπάσο, ηλεκτρονικά, ενώ ως «βοήθειες» ακούμε τους Dewa Budjana κιθάρα, WK569 ηχητικό μανιπουλάρισμα στο background και Maurizio Nobili αφήγηση. Αν και η ιδέα δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας στέκει, ως αποτέλεσμα, εξαιρετικά, καθότι οι τρεις βασικοί παίκτες (και όσοι σιγοντάρουν) δεν αντιγράφουν νότα προς νότα το έπος των Floyds, ούτε επιχειρούν να το αναστήσουν στο πλαίσιο μιας… ορθής διασκευής. Βασικά, τού αλλάζουν με προσοχή τα φώτα σε επιμέρους θέματα, μετατρέποντάς το σε κάτι «άλλο» – αν και ποτέ σε κάτι αγνώριστο. Κι αυτό είναι ένα κατόρθωμα. Από τη μια μεριά να μην πέσεις στην εύκολη απόφαση μιας κάποιας τυπικής διασκευής και από την άλλη να μην αυτοσχεδιάσεις στον… γάμο του Καραγκιόζη.
Οι παίκτες, να το πούμε, δεν είναι τυχαίοι και ειδικώς ο Savoldelli, για τον οποίον έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον – για το άλμπουμ του “Protoplasmic” του 2009, όταν συνεργάστηκε με τον Elliott Sharp ή για το “Biocosmopolitan” του 2011. Από πάνω του, δηλαδή από μέσα του, δεν περνούν μόνο τα φωνητικά· βασικά περνάει η άποψη πως η φωνή δεν μπορεί παρά να είναι το σημαντικότερο όργανο στην ορχήστρα, ακόμη και όταν μας συντροφεύει, απλώς, o απόηχός της. Έτσι, ο Savoldelli δεν τραγουδά μόνον, με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο, αλλά δημιουργεί κιόλας ένα πρωτότυπο φωνητικό background, που συντελεί έτι περισσότερο προς το ξεχωριστό της εγγραφής.
Έπειτα είναι τα δύο υπόλοιπα όργανα. Το σαξόφωνο και το κοντραμπάσο. Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστηρίζαμε πως, και σ’ αυτή την περίπτωση, η ποικιλία των χρωματισμών συντείνει σε μια μορφή τού “Dark Side…” εντελώς απρόβλεπτη, αλλά ποτέ –το λέμε και πάλι– εκτός τόπου και χρόνου. Έτσι, και παρότι η παρουσία της κιθάρας είναι λίαν περιορισμένη στην εγγραφή (ο Ινδονήσιος Dewa Budjana ακούγεται μόνο στο μεγαλοπρεπές “Us and them”), η έλλειψή της πρακτικά
εκμηδενίζεται.
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως το “The Great Jazz Gig in the Sky” των Savoldelli, Casarano και Bardoscia θα πάρει με άνεση μιαν υψηλή θέση ανάμεσα στα υπόλοιπα dark-side-tributes, που, πλάκα-πλάκα, δεν είναι και λίγα.
Επαφή: www.moonjune.com

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

ξέρετε τι είναι αυτό;

Είναι το πρώτο ελληνικό rock n’ roll, που ηχογραφήθηκε ποτέ από νεανικό συγκρότημα. Είναι οι Forminx βεβαίως. Προέρχεται από την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου Ο Θόδωρος και το Δίκανο του 1962…

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

στους BIG NILS τραγουδά η Coco Gordon-Moore

Πρώτη φορά έρχομαι σ’ επαφή, ακούω δηλαδή τραγούδια των Big Nils – μιας τετραμελούς punk μπάντας από το Northampton της Μασαχουσέτης. Είναι τυχαία μπάντα οι Big Nils; Δεν ξέρω... Εκείνο που ξέρω είναι πως τραγουδίστρια στο γκρουπ είναι η Coco Gordon-Moore, θυγατέρα της Kim Gordon και του Thurston Moore (των Sonic Youth)… και αυτό ίσως να την κάνει (την μπάντα) λιγότερο τυχαία. (Tα υπόλοιπα μέλη των Big Nils είναι οι Zoe Wardlaw κιθάρες, φωνή, Lilly Daiber μπάσο, φωνή και Sen Morimoto ντραμς).
Το 45άρι που έχω στη διάθεσή μου κυκλοφόρησε το 2012 [ABSCESS/ Recordisc] και περιλαμβάνει τρία τραγούδια των Big Nils. Το πρώτο, που έχει τίτλο “Bitch gutsssssss” είναι ένα αυθάδες στην αρχή και θορυβώδες track, με την Coco ν’ ακούγεται σαν μια απεγνωσμένη ρέπλικα της Exene Cervenka. Δεν μπορώ να πω πως με κράτησε (το track). Τώρα, το “Will” που κλείνει την Side A μοιάζει σαν μια συνέχεια του πρώτου. Εννοώ πως κι εδώ υπάρχει ένα διαρκές υπόστρωμα πάνκικου θορύβου, πάνω στο οποίο (υπόστρωμα) εδράζεται η φωνή και ό,τι άλλο. Η φωνή; Ναι, η φωνή. Που χωρίς να είναι αξέχαστη, θέλει να είναι ξεχωριστή. Το προσπαθεί... Στο τελευταίο track του single (Side B), το “Looking through my eyeballs”, έχουμε, μάλλον, την πιο δυνατή και ολοκληρωμένη στιγμή των Big Nils. Το κομμάτι ρέει «σωστά», πάντα μέσα στον πανικό και το θόρυβο, με το μπάσο να κάνει καλή δουλειά και με τη φωνή τής Coco ν’ ακούγεται περισσότερο πειστική, τόσο σ’ ένα καθαρώς αφηγηματικό πλαίσιο, όσο και σ’ ένα δεύτερο εικονοκλαστικό. Ίσως ένα long-play να μας έδινε πληρέστερη εικόνα...

RICH HALLEY 5 the οutlier

Πέρυσι γράψαμε για δύο CD των Rich Halley 4 – το “Creating Structure” και το “Eleven”. Τώρα, για τις ανάγκες τού επόμενου άλμπουμ τους, του “The Outlier” [Pine Eagle, 2016], το αμερικανικό jazz/ improv κουαρτέτο από το Πόρτλαντ του Όρεγκον μετατρέπεται σε κουιντέτο και άρα σε... Rich Halley 5, με την προσθήκη του βαρυτονίστα και μπασοκλαρινετίστα Vinny Golia –ενός 70χρονου μουσικού με καριέρα που ξεκινά στα seventies, φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας–, δίχως ν’ αλλάζει, ούτε κατά το ελάχιστον, τον αισθητικό προσανατολισμό του.
Βασικά η improv-jazz έχει, και εδώ, την πρωτοκαθεδρία. Υπάρχει, θέλω να πω, ένας, ώρες-ώρες, μανιακός αυτοσχεδιασμός, που πιάνει κορυφή ήδη από τα πρώτα tracks (“Recipe for improvisers”, “Urban crunch”) και που συνεχίζεται, με άγριους και επίμονους σαξοφωνισμούς, στο τρίτο κατά σειρά κομμάτι, το “Around the fringes”. Τούτο δεν σημαίνει, φυσικά, πως τα «τραγούδια» (όπως θα τα έλεγαν και οι Αμερικανοί) είναι... απροσάρμοστα. Οι Rich Halley 5 δεν είναι κανα γκρουπάκι της γειτονιάς, που τώρα ξεκινά ψάχνοντας το δρόμο του. Ο Halley φερ’ ειπείν παίζει μουσική από τα sixties, ενώ και οι υπόλοιποι της παρέας (πέραν του Golia), έχουν, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, τη δική τους ιστορία.
Κάθε κομμάτι από τα δέκα τού “The Outlier” έχει μια ξεχωριστή λογική στη  διαδρομή τού χρόνου του. Οι αυτοσχεδιασμοί, εννοώ, δεν είναι ουρανοκατέβατοι, και το τελικό αποτέλεσμα πάντοτε σχετίζεται με την μελωδικο-αρμονική δουλειά που αναπτύσσεται στα επιμέρους μέτρα. Υπάρχουν tracks που διαθέτουν μια «κολτρεϊνική» αφήγηση, όπως το “Long blue road” (με τους Halley και Golia να κατεβάζουν «παπάδες»), άλλα που είναι κάπως πιο... αρχιτεκτονικά, προσεγγίζοντας  περισσότερο την «κοουλμανική» παράδοση (“The way through”) και άλλα που ακούγονται... ιεροτελεστικά, κοντά στο «αϋλερικό» χάσιμο, όπως το “The nuthatches” (που διαθέτει και δυναμικό τρομπόνι). 
Σε κάθε περίπτωση το ψάξιμο και η πίστη στην καρδιά της jazz των sixties είναι τα πιο βασικά γνωρίσματα της μουσικής των Rich Halley 5, ενός γκρουπ που, είτε στη μορφή του κουαρτέτου, είτε στην παρούσα του κουιντέτου, έχει πράγματα να προτείνει και να δώσει.
Επαφή: www.richhalley.com

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Το Κοράκι

Βασική επιρροή της τραγουδοποιίας του Θάνου Ανεστόπουλου υπήρξε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, o κορυφαίος αμερικανός ρομαντικός ποιητής-λογοτέχνης που έχει τύχει επαρκούς μελοποίησης στο εξωτερικό (Joan Baez, Alan Parsons, Antony And The Johnsons…), ενώ σοβαρές απόπειρες χρήσης του λόγου του έχουν γίνει ακόμη και στην Ελλάδα (South of No North, Ροδάμα, Φλώρος Φλωρίδης…).
Σε μια συνέντευξή του στο Lifo.gr και στον Φώτη Βαλλάτο (3/5/2012) ο Θάνος Ανεστόπουλος σημείωνε:
«Πρέπει να το παραδεχτώ στον εαυτό μου επιτέλους ότι ο Πόε ήταν ίσως η μεγαλύτερή μου αγάπη και μια από τις αίτιες που με έκαναν να αναθεωρήσω τα πάντα γύρω από τα πάντα. Αλλά δεν τον βάζω σε κάποιο καλούπι σώνει και καλά τύπου dark ποίηση, γιατί, όπως και ο Ντοστογιέφσκι, έγραψε και μίλησε με μοναδικό τρόπο για τον πιο μύχιο κι εσωτερικό ανθρώπινο ψυχισμό, διεγείροντας και αφυπνίζοντας τα μυαλά και τις ψυχές μας».
Μία από τις ωραιότερες μελοποιήσεις ποιημάτων του Πόε από συγκροτήματα της ποπ/ροκ κουλτούρας συνέβη το 1969, όταν το αμερικανικό ψυχεδελικό γκρουπ Glass Prism τύπωσε το LP του “Poe Through the Glass Prism” [RCA Victor].

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ λίγες σκέψεις με αφορμή το πρόωρο τέλος

Έφυγε από τη ζωή ο τραγουδιστής των Διάφανων Κρίνων Θάνος Ανεστόπουλος. Μπορεί να ήταν γνωστά, βεβαίως, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια, όμως η αναγγελία του θανάτου του ήταν εκείνη που μας έσφιξε την καρδιά σήμερα το πρωί. Ο Ανεστόπουλος είτε με τα Κρίνα, είτε μόνος του, στην πιο προσωπική διαδρομή του, έδωσε, πρόλαβε να δώσει, σαφές και πεντακάθαρο στίγμα, αφήνοντας πίσω του τραγούδια για να τον θυμόμαστε πάντα.
Την ώρα που γράφω αυτά τα λίγα λόγια ακούω τις τελευταίες ηχογραφήσεις του, έτσι σαν μνημόσυνο. Το άλμπουμ των Διάφανων Κρίνων «…κι η αγάπη πάλι θα καλεί» (2008), καθώς και το προσωπικό του «Ως το Τέλος» (2012), που σηματοδοτούσε την ακόμη πιο κλειστή και εσωστρεφή πορεία τού έσχατου καιρού.
Μένω στα οργανικά ντεμαράζ των Κρίνων, που σκάνε με γδούπους, στους πεσιμιστικούς, ρομαντικούς και σαρκαστικούς στίχους, στις καθαρές-βαριές ερμηνείες. Η προμετωπίδα εξάλλου με τη μελοποίηση του καρυωτακικού «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…» θα δίνει πάντα ξεκάθαρο στίγμα.

Η συνέχεια εδώ…

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

MYRIAD3 φεγγάρια

Δεν είμαι 100% σίγουρος αν οι Myriad3 είναι Καναδοί, φαίνεται όμως πως η βορειοαμερικανική χώρα είναι μια κάποια βάση τους. Με τρία άλμπουμ έως ώρας στην κατοχή τους, οι... Μυριάδες που είναι τρεις φυσικά (Chris Donnelly πιάνο, synth, Dan Fortin κόντρα & άταστο μπάσο, synth, Ernesto Cervini ντραμς, κρουστά), δείχνει να έχουν την jazz ως βάση, δίχως τούτο να αποτελεί τροχοπέδη για τις ποικίλες ηχητικές περιπλανήσεις τους. Το λέω, επειδή οι μουσικές του γκρουπ στο “Moons” [ALMA Records, 2016], που είναι σχεδόν όλες πρωτότυπες, δεν σχετίζονται με το blues (και ό,τι εκείνο συμπαρασύρει μέσα στον τζαζ κόσμο), όσο με τη romance και τη γενικότερη ευρωπαϊκή παράδοση.
Θα μπορούσε να γράψει κάποιος για ένα σχήμα που άρχεται από τους e.s.t. φερ’ ειπείν –δίχως τη δική τους περιπέτεια, αλλά με πιο επικεντρωμένες και επεξεργασμένες μελωδικές αναφορές– για να καταλήξει κάπου πέρα. Το εισαγωγικό κομμάτι για παράδειγμα, που έχει τίτλο “Skeleton key”, είναι ένα θαυμάσιο δείγμα minimal ελαφράς μελωδίας, με το πιάνο να δημιουργεί συνθήκες «χασίματος». Σε ακόμη πιο αργό τέμπο το “Stoner” θα μπορούσε να φέρνει στη μνήμη ακόμη και David Sylvian, με το “Sketch 8” να παραπέμπει σε παλαιό John Carpenter (στην εισαγωγή) και με το φερώνυμο “Moons” να αποκαλύπτει, σε αδρές γραμμές, όλα τα «υλικά» της μουσικής των Myriad3. Γερές μελωδίες, με λίγες νότες σε αργά και μεσαία tempi, με το μπάσο να απλώνεται στο χώρο, και με τα ντραμς να κρατούν το ρυθμό με συνεχείς και συχνά ανεπαίσθητους ρούλους.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ομάδα είναι οι Καναδοί, με τα κομμάτια τους να συναγωνίζονται το ένα το άλλο σε πρόδηλη ωραιότητα και εσωτερική δύναμη.
Επαφή: www.almarecords.com

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

η ΚΑΙΤΗ ΓΑΡΜΠΗ έχει πει το ωραιότερο ελληνικό «Τζίνι»

Όπως διαβάσαμε σ’ ένα άρθρο της Athens Voice της 27/7/2016 (μεταφέρω τα λόγια τού Θοδωρή Μανίκα):
«Εγώ βρήκα ένα τραγουδάκι που το ξέρουμε και το αγαπάμε όλοι, αλλά αυτό δεν αλλάζει την αλήθεια, πως ήδη ως απλά οκτάχρονα τσογλανάκια στα τέλη των σίξτις, το περιφρονούσαμε ο-μό-φω-να και τώρα θα το διασκευάσω και θα ακούγεται σαν σύγχρονο πανκ έπος! Ξέρεις κάναν κωλοπετσωμένο πιτσιρίκο να πει το νέο “Τζίνι”, να σπάσουμε τα κοντέρ;».
Ο Θοδωρής Μανίκας σκοπεύει να διασκευάσει (ή ήδη το έχει κάνει) «Το τζίνι» (Enrico Pianori – Νίκος Ελιναίος), που είχαν επίσης διασκευάσει οι Βόρειοι, κάνοντάς το επιτυχία, το 1968. Για την ιστορία του τραγουδιού μπορείτε να δείτε εδώ... http://diskoryxeion.blogspot.gr/2011/02/to-tzini.html
Το νέο «Τζίνι» δεν το έχω ακούσει ακόμη (δεν ξέρω εσείς), αλλά αν πάρω γραμμή από εκείνα που γράφει ο Γιάννης Νένες στο ίδιο άρθρο της A.V. τότε και-να-με-συμπαθάτε εγώ κρατάω ήδη πολύ μικρό καλάθι. Λέει ο Νένες: 
«Το νέο “Τζίνι” του Μανίκα µπαίνει µε µία ανατολίτικη κάπως, αφηγηµατική ηλεκτρική κιθάρα που παραπέµπει στον τρόπο που η “Μισιρλού” του Dick Dale σε παρασέρνει στην ιστορία της. Και αµέσως µετά εµφανίζεται το τζίνι: µπαίνει η υπέροχη badass φωνή του πιτσιρικά Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου που ταιριάζει απόλυτα µε τη surf punk εκδοχή που έχτισε ο Θ. Μανίκας. Το κοµµάτι τρέχει όµορφα, οι καταλήξεις του είναι άγριες και η ροκιά του παίζει ανάµεσα στον κυνισµό και το κιµπαριλίκι ενός δανδή του ροκ-εν-ρολ. Κάπως έτσι όπως θυµόµαστε τον Μανίκα να κατηφορίζει τη Σόλωνος, τέλη ’70, µε µερικούς δίσκους στο χέρι».
Κατ’ αρχάς να πω πως πρώτα ρίχνεις το κομμάτι να το ακούσει ο κόσμος (ώστε να βγάλει τα συμπεράσματά του) κι ύστερα επιχειρείς να το υπερασπίσεις. Δεν το προαναγγέλλεις... λες και θα γκρεμιστεί ο Όλυμπος. Εντάξει, για το «Τζίνι» πρόκειται... και η δική μου γνώμη είναι πως το original ιταλικό, το “Armando Cacini”, είναι ωραιότερο από το ελληνικό των Βορείων (κάτι όχι αυτονόητο). Θέλω να πω πως θα προτιμούσα μια διασκευή του στην ιταλική (από τον Tonino Carotone ας πούμε – απορώ πως δεν του σφύριξε κανας Έλληνας την ιδέα), παρά στην ελληνική και μάλιστα από την... υπέροχη badass φωνή του πιτσιρικά Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου.
Ο Μανίκας κατά καιρούς έχει βρεθεί πίσω από καλές διασκευές. Ό,τι καλύτερο έχει επιμεληθεί σε επίπεδο παραγωγής βρίσκεται στο άλμπουμ «Μια Γρανίτα για τον Χιώτη» [Lyra, 1986], εκεί όπου ο Σταύρος Λογαρίδης μάς τελειώνει με τα «Ηλιοβασιλέματα», ενώ από κοντά ακολουθούν όχι οι δίσκοι του (οι δίσκοι τού Μανίκα εννοώ) με τον Μαργαρίτη (που πλέον τον βαριέμαι αφόρητα –τον Μαργαρίτη– εγώ, που πριν 30 χρόνια έπινα νερό στ’ όνομά του), αλλά εκείνα τα τραγούδια που είχε επιμεληθεί για την Γιάννα Κομνηνού & τους Αισθηματίες το 1992 στο label Ιπτάμενοι Δίσκοι («Πώς καταντήσαμε έτσι;», «Την αρχή ποιος θα την κάνει;» κ.λπ.). Εδώ, πάντως (στην περίπτωση του «Τζίνι») φρονώ πως ξεκινάει από εντελώς λάθος βάση.
Το καλύτερο ελληνικό «Τζίνι» δεν είναι το... «με φωνάζουνε τζίνι» των Βορείων, αλλά το «Τζίνι» του Γιάννη Νικολάου (από τους Λαθρεπιβάτες), που είχε πει κάποτε (το 1990) η Καίτη Γαρμπή (στο LP «Γυαλιά Καρφιά»). Το κομμάτι είναι τρομερό! Τρελή ποπ-ροκιά με ηχητικές αναφορές σε Billy Ocean (“Loverboy”,Get outta my dreams, get into my car”…), oriental «γιοφύρια» και δυνατά κιθαροσόλι από τον Δημήτρη Μπαρμπαγάλα. Και με την Καίτη Γαρμπή στα ωραία της, στα πολύ ωραία της, όταν ήταν ακόμη μια καλή ποπ τραγουδίστρια και όχι η... nineties μπουζουκλερία.
Θοδωρή Μανίκα άσε τα surf, τις Μισιρλούδες και τα garage-punk (αυτά είναι για τους καρφωμένους σιξτάδες) και δες-άκου το funk στην κομματάρα της Καιτάρας...