Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

NATE WOOLEY το έκτο μέρος τού jazz-avant project Seven Storey Mountain, προϊόν ενός αμερικανού μουσικού που τον γνωρίζει καλά και η ελληνική σκηνή

Πολύ ιδιαίτερος (αμερικανός) τρομπετίστας της σύγχρονης jazz, avant και improv σκηνής, ο Nate Wooley μάς έχει απασχολήσει αρκετές φορές στο δισκορυχείον – και μάλιστα με υλικό ελληνικού ενδιαφέροντος. Συνεργάτης του Moppa Elliott στο φοβερό “Jazz Band / Rock Band / Dance Band” [Hot Cup, 2019], μέλος των Beam Splitter στο “Rough Tongue” [Corvo Records, 2017] και συνoδοιπόρος των Phil Wachsmann, Paul Lytton, Sten Sandell και Φλώρου Φλωρίδη (WLSFW) στο (ελληνικό) “Featuring” [Puzzlemusik, 2018], ανάμεσα σε πολλά άλλα, o Nate Wooley έχει ένα ακόμη ελληνικό άλμπουμ, το Third” [Rekem Records, 2014], όταν συνεργάστηκε με τον συμπατριώτη του κιθαρίστα Chris Forsyth.
Η πιο νέα δουλειά τού Nate Wooley, που στρίβει τώρα στο player, αποκαλείται “Seven Storey Mountain VI” [Pyroclastic Records, 2020] και αποτελεί, προφανώς, το έκτο μέρος τού συγκεκριμένου project, του Seven Storey Mountain, το οποίον κινείται σταθερά μέσα στα χρόνια, ξεκινώντας (στην δισκογραφία) το 2009, και φθάνοντας στο τώρα. Ορίστε όλες οι προηγούμενες εκδόσεις:
1. Nate Wooley / Paul Lytton / David Grubbs: Seven Storey Mountain [USA. Important Records, 2009]
2. Nate Wooley / Chris Corsano / C. Spencer Yeh: Seven Storey Mountain [USA. Important Records, 2011]
3. Nate Wooley: Seven Storey Mountain III-IV [USA. Pleasure of The Text Records, 2013]
4. Nate Wooley: Seven Storey Mountain V [USA. Pleasure of The Text Records, 2016]. 
Αυτό το VI μέρος τού Seven Storey Mountain παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την 23η Νοεμβρίου 2019, στην Saint Peters Episcopal Church στο Manhattan, με 14μελή ορχήστρα και 18μελή χορωδία, για να ηχογραφηθεί την επόμενη μέρα (24/11/2019), μόνο με την 14μελή ορχήστρα, στο στούντιο Oktaven Audio, στο κοντινό Mt Vernon. Αυτή η ηχογράφηση αποτέλεσε το CD “Seven Storey Mountain VI”, για το οποίο θα γράψουμε τώρα.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μία 45λεπτη σύνθεση, χωρίς κενά, και χωρίς υπομέρη, η οποία, χοντρικώς κινείται στο χώρο της avant-garde. Η jazz, το folk, οι φωνές, τα samples, τα ηλεκτρονικά, τέλος πάντων ό,τι παράγεται ή χρησιμοποιείται από τους 14 μουσικούς, που χειρίζονται τρομπέτα, βιολιά, ντραμς, pedal steel κιθάρα, ηλεκτρικές κιθάρες και πλήκτρα, μπαίνει σε μία τάξη από τον Nate Wooley, δημιουργώντας ένα πολύ ιδιαίτερο, ένα πολύ «ζωντανό» και πολύ δημιουργικό ηχογράφημα, ικανό να οδηγήσει τον ακροατή σ’ ένα –γιατί όχι– noisy ψυχεδελικό ταξίδι.
Όπως γράφει ο ίδιος ο Nate Wooley, στο booklet που συνοδεύει το άλμπουμ, το “Seven Storey Mountain VI” δομείται γύρω από ένα τραγούδι της Peggy Seeger, το “Reclaim the night”, που ακούγεται στο άλμπουμ της Different Therefore Equal” [UK. Blackthorne Records, 1979], με παράλληλη αναφορά, όσον αφορά στο στιχουργικό κομμάτι, στον κλασικό συνδικαλιστικό ύμνο “Union maid” (από το ρεπερτόριο του Woody Guthrie κατ’ αρχάς), στην εκδοχή, όμως, της folkist Bobbie McGee, που είναι καταγραμμένη στο άλμπουμ της “Bread and Raises / Songs for Working Women” [USA. Collector Records, 1981]. Παραλλήλως και το “Reclaim the night” είναι ένα πολύ δυνατό φεμινιστικό τραγούδι, με σπουδαίους, συγκλονιστικούς θα τους χαρακτήριζα, στίχους από την Peggy Seeger (δες το εξώφυλλο του άλμπουμ), οπότε όλο το Seven Storey Mountain VI”, πέραν του ηχητικού κομματιού του, διαθέτει και ένα, φύσει και θέσει, προοδευτικό προφίλ.
Στο booklet υπάρχει πλήρης περιγραφή του έργου από τον Nate Wooley, όπως υπάρχει, ακριβώς στη μέση, κι ένα έγχρωμο δισέλιδο με την σχηματική πορεία του έργου, ανά λεπτό (από το πρώτο, έως το τεσσαρακοστό πέμπτο). Καταγράφεται, δηλαδή, το πού «μπαίνουν» τα σύνθια, πού οι λούπες, πού το πιάνο, το όργανο, οι φωνές, τα ντραμς κ.ο.κ. Αυτό βοηθάει, όσο να ’ναι στην παρακολούθηση του έργου, το οποίον, σε κάθε περίπτωση, ακούγεται με απαράμιλλη άνεση, γιατί είναι συναρπαστικό στην εξέλιξή του, συνολικώς εμπνευσμένο, με συνεχείς αλλαγές και ηχητικές προσθαφαιρέσεις, με έξοχους συνδυασμούς ετερόκλητων στοιχείων, διαθέτοντας μιαν ένταση και μια δυναμική όμοιες των οποίων έχουμε συνηθίσει ν’ ακούμε σε ανάλογα έργα του Frederic Rzewski, του Alvin Curran και άλλων φημισμένων συνθετών της avant-garde των sixties-seventies.
Έξοχος δίσκος!
Επαφή: www.natewooley.com

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 295

7/10/2020
Πάνω στο σαθρό, «επαγγελματικό» πρωτοσέλιδο της ΕφΣυν πάτησε ο ΠΘ, για να βγει και να το παίξει σήμερα... αντιφασίστας.
Αν είναι δυνατόν (και για να μείνουμε στα πλέον πρόσφατα), το κόμμα που συγκυβέρνησε με το ακροδεξιό Λάος του Καρατζαφέρη (που πρόλαβε να στεγάσει μέχρι και τον γεροΠλεύρη), το κόμμα που διατηρούσε δίαυλο επικοινωνίας με την ΧΑ μέσω Μπαλτάκου, το κόμμα που σύρθηκε να κυνηγήσει την ΧΑ, επειδή δεν του έβγαιναν τα κουκιά για να κυβερνήσει, το κόμμα που έχει φασίστες-μεταμελημένες Μαγδαληνές σε καίριες θέσεις ευθύνης, το κόμμα που ασκεί σκληρή, διαρκή και βίαιη κατασταλτική πολιτική προς πάσα έναν, που δεν του κάθεται στο μάτι, το κόμμα που εφαρμόζει το ίδιο σκληρές και απάνθρωπες οικονομικές πολιτικές, που κάνουν τα ρετάλια του Πινοσέτ, να τρίβουν τα χέρια τους όπου γης, αυτό το κόμμα λοιπόν, πανηγυρίζει σήμερα για την καταδίκη της ΧΑ. Ωιμέ!
Η υποκρισία και η κοροϊδία έχουν και τα όριά τους... Μάλλον δηλαδή...

7/10/2020
HET-ФАШИЗМУ! Νιέτ - Φασίζμ! Όχι στον φασισμό!
(από κείνους που είχαν τον τρόπο, πριν γίνουν... πιτσαδόροι)

6/10/2020
«H συνεισφορά του Cornelius Cardew εκτιμάται εκ νέου όχι μόνον από τη γενιά των μουσικών, των καλλιτεχνών και των πολιτικών ακτιβιστών που συμμετείχαν στο κίνημα, για να ανοίξουν νέους δρόμους, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, αλλά και από τη σημερινή γενιά. Σε όλους αυτούς ανήκει η μεγαλύτερη κληρονομιά του Cardew, το να συμβαδίζεις δηλαδή με τις απαιτήσεις της εποχής, έξω από κάθε δογματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας ή περιορισμούς στο ανθρώπινο πνεύμα, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας».
Sandra L. Smith (2011)
[πρώην ηγέτιδα του Communist Party of Canada (Marxist–Leninist)]

4/10/2020
Από το βιβλίο του Κώστα Γιαννουλόπουλου "Ανθολογία Συγκεκριμένης Ποίησης" [Νεφέλη], που τυπώθηκε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '80 (δεν υπάρχει χρονιά στο βιβλίο).
Ανθολογούνται κυρίως ξένοι, αλλά και λίγοι Έλληνες, οπτικοί ποιητές.

7/10/2020
Κάποια κινηματογραφική συντάκτρια γράφει στο popaganda:
>>Η Δίκη των 7 του Σικάγο»: Ο Άαρον Σόρκιν πάλι αγχωμένος να βρεθεί στην «σωστή πλευρά της Ιστορίας<<
Στο τέλος του άρθρου της διαβάζεις:
>>* σημ. Popaganda: Ο μεταφρασμένος τίτλος του φιλμ στα ελληνικά αναφέρεται στην «πόλη των ανέμων» χρησιμοποιώντας τη γενική «…του Σικάγου». Η κινηματογραφική συντάκτρια αρνείται να το υιοθετήσει. Την στηρίζουμε.<<
Όταν η ταινία έχει μεταφραστεί επίσημα στα ελληνικά «Η Δίκη των 7 του Σικάγου» κι έχει κυκλοφορήσει αφίσα κ.λπ. είναι τελείως μ@λακία εσύ να επιμένεις στο «του Σικάγο».
Δεν μπορεί οι σινεφίλ (για να μην πω οι Έλληνες και γελάσει και το παρδαλό κατσίκι) να χωρίζονται (και) σ’ αυτούς που γράφουν «του Σικάγο» και σ’ εκείνους που γράφουν «του Σικάγου». Υπάρχουν άλλα πολύ σοβαρότερα ζητήματα, για να κονταροχτυπηθούμε...
Για μένα είναι και τα δύο σωστά. Παλιά, ως νεότερος γραφιάς, για να το παίξω κάπως και να ξεχωρίσω, έγραφα «του Σικάγο», αλλά στην πορεία, καθώς όσο περνούν τα χρόνια, γράφεις όλο και με λιγότερα κόμπλεξ, έχω υιοθετήσει το «του Σικάγου».
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν θα κατακεραυνώσω κανέναν επειδή γράφει γενικώς «του Σικάγο» (το θεωρώ αδιάφορο σαν ζήτημα), αλλά αν όποιος γράψει «Θέμα Συνείδησης», αντί για «Θέμα Συνειδήσεως» (η ταινία), «Ας είμαστε ρεαλιστές» αντί για «Ας είμαστε ρεαλισταί» (το τραγούδι του Τόλη) και «Αναζήτηση...», αντί για «Αναζήτησις...» (η ταινία) θα τον θεωρήσω ανίδεο και άσχετο.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

η Αμερικανίδα MARIA SCHNEIDER είναι μία από τις σημαντικότερες συνθέτριες της σύγχρονης τζαζ – το πιο πρόσφατο άλμπουμ της “Data Lords” επιχειρεί να φέρει σε ηχητική επικοινωνία τον φυσικό με τον ψηφιακό κόσμο

Η αμερικανίδα συνθέτρια, arranger και bandleader Maria Schneider, που βαδίζει προς τα 60 χρόνια της, είναι μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της σύγχρονης μουσικής και της τζαζ – με μεγάλη προσφορά, βασικά μέσω της Maria Schneider Orchestra. Μιας ορχήστρας που εμφανίστηκε στην δισκογραφία το 1994, με το άλμπουμ “Evanescence” στην γερμανική εταιρεία Enja, και που μέσα από λίγους σχετικά δίσκους κατόρθωσε να φθάσει σιγά-σιγά στις μέρες μας.
Η Schneider από το 2000 και μετά ηχογραφεί για μια σημαντική δισκογραφική εταιρεία, την artistShare, η οποία υπήρξε πρωτοπόρα όσον αφορά στο περιώνυμο crowdfunding. Μάλιστα έχει κι ένα σχετικό ρεκόρ. Είναι η πρώτη εταιρεία που κατάφερε να αποσπάσει Grammy για παραγωγή της, δίχως το συγκεκριμένο άλμπουμ να υπάρχει στα καταστήματα (ένα άλμπουμ, που το είχαν πληρώσει από την αρχή έως το τέλος του οι fans και κυκλοφορούσε μόνο στο ίντερνετ). Λέμε για τοConcert in the Garden” της Maria Schneider Orchestra από το 2004.
Το
Data Lords, τυπωμένο πριν από λίγο καιρό, για την πάντα μπροστά από τα πράγματα artistShare, είναι το πιο πρόσφατο άλμπουμ τής Maria Schneider, ένα ακόμη μεγαλεπήβολο project, που φέρει εις πέρας η ορχήστρα της.
Πρόκειται για ένα διπλό CD, κλεισμένο σε μιαν απλή, χάρτινη, αλλά πολύ ωραία σχεδιασμένη συσκευασία από τους Aaron Horkey και Cheri Dorr, στην οποία περιέχεται ένα booklet 70 σελίδων (με στοιχεία, κείμενα και φωτογραφίες).
Το άλμπουμ αποτελείται από δύο μέρη (ένα σε κάθε CD), με το πρώτο να αποκαλείται “The Digital World” και με το δεύτερο “Our Natural World”. Στο πρώτο καταγράφονται πέντε συνθέσεις της Schneider και στο δεύτερο έξι. Αλλά ας δούμε, κατ’ αρχάς, κάποια γενικότερα πράγματα σε σχέση με το συγκεκριμένο project.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/articles/music_articles/298294/i-amerikanida-maria-schneider-einai-mia-apo-tis-simantikoteres-synthetries-tis-sygxronis-tzaz

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

LAFAYETTE GILCHRIST το μεγάλο άλμπουμ “Now” ενός σημαντικού πιανίστα της jazz

Για τον 53χρονο μαύρο πιανίστα της jazz Lafayette Gilchrist, που ζει στην Βαλτιμόρη,  γράψαμε πέρυσι εδώ στο blog, καθώς αναφερθήκαμε με τα καλύτερα λόγια στο άλμπουμ του Dark Matter[CDcds, 2019]. Τώρα, έχουμε στο player ένα ακόμη άλμπουμ τού Gilchrist, το εξαιρετικό 2CD Now [Lafayette Gilchrist Music, 2020], που είναι σε παραγωγή δική του και που πιάνει τον αμερικανό μουσικό σε πολύ μεγάλη φόρμα – και αυτόν ειδικώς, και το τρίο του συνολικώς. Είναι οι Lafayette Gilchrist πιάνο, Herman Burnie μπάσο και Eric Kennedy ντραμς, λοιπόν, σε μια σειρά, ηχογραφημένων, με πολύ, όρεξη, δύναμη και μεράκι, σκοπών, οι οποίοι περιβάλλονται και από ισχυρή κοινωνική συναίσθηση. Το τελευταίο μπορεί να μην μας το αποκαλύπτει η (σκέτη) μουσική φυσικά, αλλά υπάρχουν οι σχεδόν προγραμματικοί τίτλοι των κομματιών και διάφορα άλλα που βρίσκεις στο διαδίκτυο, και που δείχνουν πως η περίπτωση του Gilchrist είναι και ιδιάζουσα και κάτι πολύ παραπάνω από ενδιαφέρουσα.
Με επιρροές απ’ όλα το σώμα και την ιστορία της πιανιστικής jazz (στην προηγούμενη αναφορά μας είχαμε γράψει περί stride πιάνου, piano-rolling τύπου Νέας Ορλεάνης κ.λπ.) και πέραν αυτής (funk, hip hop, reggae κ.λπ.), και με σαφείς και πιο ειδικές επιρροές από Earl Hines, Willie Smith και Memphis Slim, μέχρι Bud Powell, Randy Weston και McCoy Tyner, ο Lafayette Gilchrist, δίνει με το “Now”, ένα πιανιστικό παλίμψηστο, που θα εκτιμηθεί δεόντως όχι μόνον από την συγκυρία, αλλά και από την ιστορία! Αυτό νομίζουμε.
Πέραν, λοιπόν, από τα καταπληκτικά κομμάτια, που εμφανίζονται στο “Now”, σχεδόν όλα του Gilchrist και όλα πρωτότυπα –θα μπορούσα να διακρίνω από το πρώτο CD, το εισαγωγικό “Assume the position”, το εκπληκτικό “Rare essence”, όπως και το “On your belly like a snake”, και από το δεύτερο το “Enough” και το απίστευτα λυρικό “Get straight to the point”– εκείνο που, πρώτον, θα πρέπει να ειπωθεί είναι πως τέτοια jazz δεν είναι εύκολο να την ακούσεις από Ευρωπαίους, Ασιάτες κ.λπ., παρά μόνον από Αμερικανούς, και δη από μαύρους Αμερικανούς. Είναι τόσο γόνιμη η αφομοίωση τής ιστορίας τής μεγάλης μαύρης μουσικής από τον Lafayette Gilchrist, όλη η ιστορία της, με αποτέλεσμα, ώρες-ώρες, δηλαδή ανά στιγμές, να χάνεις την επαφή με κάτι το απτό και γήινο –καθώς τέτοια είναι συνήθως όλα όσα ακούμε–, μένοντας άναυδος απ’ όσα περιλαμβάνονται στο “Now”, καθώς «χάνεσαι» και «φεύγεις» από το πρώτο κιόλας track. Νοιώθεις, με άλλα λόγια, κι εσύ, ο χι ψι τυχαίος ακροατής, για τον οποίον η jazz δεν αποτελεί ζώσα και κυτταρική παράδοση, πως εδώ συμβαίνει κάτι πολύ μεγάλο, κάτι τρανό και εντυπωσιακό, που δεν έχεις, συχνά, την ευκαιρία να το παρακολουθήσεις. Κι είναι έτσι ακριβώς. Το “Now” είναι ένα καταπληκτικό άλμπουμ, ένα σπάνιας ουσίας και ομορφιάς 2CD, για το οποίον, σε πρώτη φάση, παρακαλάς να μην τελειώσει.
Δεύτερο σημαντικό, για το οποίο θα πρέπει να γίνει λόγος. Είναι τα κρυμμένα μυστικά τού “Now”, τα οποία θα πρέπει να ψάξεις λίγο για να τα ανακαλύψεις.  
Το “Assume the position”, για παράδειγμα, πήρε αφορμή από την αστυνομική βία της γνωστής σειράς του HBO The Wire, το “Bmore careful”, που θα μπορούσε να... αναλυθεί σε Baltimore careful, έχει επίσης να κάνει με την κρατική βία στην Βαλτιμόρη (πόλη στην οποία ζει ο Gilchrist από το 1987 – έχει γεννηθεί στην πρωτεύουσα Washington, D.C.), ενώ το “Old shoes come to life” σχετίζεται μ’ ένα επεισόδιο του Tonetalks, μιας εκπομπής στο YouTube στην οποίαν ο δικηγόρος Antonio Moore διερευνά το οικονομικό χάσμα, μεταξύ των διαφόρων φυλών στην Αμερική κ.λπ.
Γενικώς, πίσω από κάθε track τού “Now” υπάρχει μιαν ιστορία, που σχετίζεται με την καθημερινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, έτσι όπως την βιώνει ένας μαύρος μουσικός τής jazz, ο Lafayette Gilchrist εν προκειμένω, που δεν είναι μόνον κοινωνικά ευαισθητοποιημένος, αλλά και από μουσικής πλευράς εξαιρετικώς καταρτισμένος.
Το αποτέλεσμα στο “Now” είναι πέραν πάσης περιγραφής. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό άλμπουμ.
Επαφή: www.facebook.com/LafayetteGilchristMusic/

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 294

2/10/2020
Υπάρχουν ορισμένα πράγματα, που έχουν σφηνωθεί στο μυαλό μου από παλιά, και που δεν είμαι πλέον σίγουρος αν τα είχα διαβάσει κάποτε ή μου τα είπαν κάποιοι.
Για τον Herman Brood, που ήταν το μεγαλύτερο τζάνκι της Ολλανδίας, και «εικόνα» για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, «ξέρω» λοιπόν πως εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70, με αρχές ’80, τον είχαν πιάσει και στην Ελλάδα για ναρκωτικά, και πως είχε κάνει και φυλακή στην Χαλκίδα.
Δεν ξέρω βέβαια αν είναι αλήθεια, δεν ξέρω αν θυμάμαι καλά, οπότε αν κάποιος ξέρει κάτι παραπάνω επ’ αυτού ας μας πει. Γι’ αυτό εξάλλου κάνω το ποστ...

2/10/2020
Πάντως, για να επανέλθω στη λίστα του Rolling Stone, εγώ απορώ (τρόπος του λέγειν) πώς κάποιοι (νέοι ακροατές, άνθρωποι της μουσικής βιομηχανίας, αλγόριθμοι, δεν μ’ ενδιαφέρει...) βάζουν σε τέτοιες λίστες, με τα greatest όλων των εποχών, πρόσφατα άλμπουμ.
Κατ’ εμέ πρέπει να περάσει τουλάχιστον μια 15ετία, για να χωνευτεί ένα άλμπουμ, και για να θεωρηθεί «μεγάλο». Δεν είναι δυνατόν δίσκοι 5ετίας ας πούμε να έχουν το ίδιο στάτους με κλασικά άλμπουμ των Beatles, του Bob Dylan, του James Brown, του David Bowie, των Pink Floyd, του Michael Jackson και λοιπά.
Αυτά τα άλμπουμ είναι μεγάλα, γιατί έχουν επηρεάσει δισεκατομμύρια ανθρώπους μέσα στις δεκαετίες, διαφορετικές γενιές, διαφορετικές κουλτούρες, ενώ αναδείχθηκαν και σε μιαν εποχή επίσης διαφορετική, όπου ο άνθρωπος συμπεριφερόταν αλλιώς και σε σχέση με τη μουσική, και γενικότερα.
Δεν θα ήταν άστοχο θέλω να πω οι λίστες αυτού του τύπου να διακρίνονταν στα “greatest” πριν από το 2000 και στα “greatest” μετά το 2000. Δηλαδή ακόμη και το 2050, όταν θα έχουν περάσει 35 χρόνια από τα άλμπουμ του 2015, πάλι θα άξιζε να υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός. Επίσης ο ίδιος διαχωρισμός θα πρέπει να αφορά και στις πωλήσεις, στα ρεκόρ, στις θέσεις στα charts κ.λπ. Είναι άλλο να πουλάς 10 εκατομμύρια δίσκους και κασέτες το 1980 και άλλο τα 100 εκατομμύρια των υπηρεσιών streaming σήμερα. Δεν υπάρχει σχέση. Δεν γίνεται να συγκρίνεις ανόμοια πράγματα.
Όσο καλός, λοιπόν, και να είναι ο Kendrick Lamar π.χ., όσο καλοί να είναι οι δίσκοι του (κι εμένα μ’ αρέσει, χωρίς να τρελαίνομαι, το “To Pimp a Butterfly”, που δεν είμαι φαν αυτής της μουσικής, αλλά αναγνωρίζω πως κάτι έχει να προτείνει σαν άλμπουμ) δεν μπορεί να λογαριάζονται, ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, ως ίδιας αξίας με το “The Dark Side of the Moon” και με το “Blonde on Blonde”.
Για μένα αυτό είναι εκτός τόπου και χρόνου, για να μην γράψω για ύβρι (τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή).

2/10/2020
Τον περασμένο μήνα ανακοινώθηκαν από το discogs οι 30 ακριβότεροι δίσκοι, που πουλήθηκαν τον προηγούμενο Ιούλιο (εγώ τώρα είδα τη λίστα). Ανάμεσά τους κι ένα ελληνικό άλμπουμ στην θέση 9, το γνωστό του συγκροτήματος Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης, που έπιασε 2105 δολάρια ή περί τα 1800 ευρώ. Με την ευκαιρία να και μια κριτική...
[άλλη μια φορά έχω δει ελληνικό δίσκο να μπαίνει σε τέτοια 30άδα, ήταν το πρώτο 45άρι του Νταλάρα]

ALLIGATOR

[Άσχετο κείμενο της 10ης Δεκεμβρίου 2011, που έφυγε από την θέση του, επειδή κάτι πειράξαμε και επανήλθε μπροστά. Έχει αλλάξει τελείως ο blogger. Μέχρι να μάθουμε όλα τα νέα τερτίπια του θα περάσει κάποιος χρόνος, και θα συμβαίνουν διάφορα...] 

Η γνωστή blues εταιρία από το Σικάγο, η Alligator Records, συν τω χρόνω συγκεντρώνει στο roster της πολλούς από τους blues ήρωες της τελευταίας 15ετίας. Βεβαίως, χάνει και κάποιες πολύτιμες μονάδες (Corey Harris), αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Ο λόγος, επί του προκειμένου, για τον Tommy Castro και το πρώτο άλμπουμ του για το label του Bruce Iglauer, που έχει τίτλο “Hard Believer” (2009). Ok, υπάρχει κι εδώ εκείνο που θ’ αποκαλούσαμε ήχος Castro – θα σας πω σε λίγο σε τι συνίσταται – όμως κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τη συμβολή του παραγωγού John Porter (διάβασα στο site τής εταιρίας πως έχει φτιάξει ήχο για τους B.B. King, Elvis Costello, Buddy Guy, Keb Mo, The Smiths, Otis Rush, Billy Bragg, Roxy Music) στο συνολικό άκουσμα. Ηχογραφημένο στην εστία του Castro, το San Rafael της California, το “Hard Believer”, είναι γεμάτο από πρωτότυπα και διασκευές (ανάμεσά τους το εξαίρετο “Ninety-nine and one half”, που είπε και ο Buddy Guy, γραμμένο από την τριάδα Eddie Floyd/ Wilson Pickett/ Steve Cropper και πρωτο-τραγουδισμένο από τον Wilson Pickett, το 1966, αλλά και το “Gotta serve somebody” του Bob Dylan), τα οποία και οι οποίες ξεσηκώνουν. Βαρύς ήχος λοιπόν, με ωραίο horn τμήμα, με funky και big city blues άκρες και, πάνω απ’ όλα, με τη φωνή και την κιθάρα του Castro στα ακρότατά τους (“Backup plan”), το “Hard Believer” είναι το άλμπουμ εκείνο που έλειπε από το λευκό κατάλογο του Αλιγάτορα. Με το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας του να… κείται στο roster της εταιρίας απ’ το Σικάγο, ο Tinsley Ellis (έχει εκεί, με το παρόν, 9 άλμπουμ) ξαναχτύπησε το 2009 με το “Speak No Evil”, ένα ακόμη rock-blues έργο, που δεν κρύβει τους στόχους και τις αναφορές του. Ο Ellis είναι φαντεζί κιθαρίστας. Κι αυτό δεν το αποδεικνύει μόνο στα δεκάδες live – όπως λένε οι φήμες – που δίνει κάθε χρόνο, αλλά και στο στούντιο (κάπου στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Atlanta), ηχογραφώντας αποκλειστικώς δικές του συνθέσεις, σκληροπυρηνικού rock-blues. Λέω και ξαναλέω rock-blues και όχι blues-rock μια και το κλασικό electric blues (του Σικάγου ή άλλο) μόνον ως ψήγμα μπορεί να ανιχνευθεί εδώ κι εκεί. Ο Ellis, που παίζει και καθαρά, αλλά και με διάφορα πεντάλια, επιχειρεί συχνάκις στο Hendrix-ικό περιβάλλον, κατορθώνοντας με συνθέσεις όπως η “Amanda” όχι απλώς να μεταφέρει στο τώρα κάτι από τον αέρα του Γύφτου, αλλά και για να δείξει πως το… σπαραξικάρδιον άσμα, πάντα θα έχει κάτι να πει στον μέσο νότιον Αμερικάνο. Από τις αρχές του νέου αιώνα στην Alligator, οι Holmes Brothers δίνουν το τέταρτο CD τους για τον Bruce Iglauer, το οποίον έχει τίτλο “Feed My Soul” (2010). Τα τραγούδια, που κινούνται στο γνωστό gospel, soul, blues, rock ύφος του γκρουπ (Sherman Holmes μπάσο, Wendell Holmes κιθάρα, πιάνο, φωνή, Popsy Dixon ντραμς, φωνή – συν 6 guests ανάμεσα στους οποίους διακρίνουμε την Joan Osborne, που έχει κάνει και την παραγωγή) είναι πλήρως χαρακτηριστικά της κοινωνικής φυσιογνωμίας του συγκροτήματος, αφού σε πολλά και διαφορετικά κομμάτια θίγονται σημερινά προβλήματα. Στο “Dark cloud” φερ’ ειπείν μιλούν για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά. Στο “Edge of the ledge” αναφέρονται στα καθημερινά ζόρια που σχετίζονται με τις (χαμένες) δουλειές, το χρήμα και τις τράπεζες. Στο “Fair weather friend” έχουν ένα λόγο για τους χαμένους φίλους (και κατ’ επέκτασιν για την αξία της φιλίας), ενώ στο “Rounding third” το ρόλο του… χαμένου αναλαμβάνει πλέον η γυναίκα· αν και, κατά τους Holmes, αυτό δεν είναι και τόσο πρόβλημα… Το εισαγωγικό “Dark cloud” είναι ένα δυναμικό groovy gospel-rock, το “You’re the kind of trouble” θα μπορούσε να θυμίζει (όχι στα φωνητικά) κάτι ανάμεσα σε Dire Straits και J.J. Cale, το “Rounding third” είναι φτιαγμένο από τα υλικά των τραγουδιών των Creedence Clearwater Revival, την ώρα κατά την οποίαν οι μπαλάντες (με όλα τα επί μέρους χαρακτηριστικά τους) δίνουν και παίρνουν στο “Feed my Soul”. Πάντα πιστοί στο παρελθόν τους οι Αδελφοί Holmes. Και η δεύτερη κυκλοφορία των Smokin’ Joe Kubek and Bnois King στην Alligator – είχε προηγηθεί το “Blood Brothers” το 2008, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε την 20ετή σχεδόν παρουσία τους με live και ηχογραφήσεις – έρχεται να υπογραμμίσει τη σημασία αυτής της μπάντας (γιατί περί μπάντας πρόκειται) στο καθημερινό blues circuit. Το “Have Blues Will Travel” (2010), που ως τίτλος με παραπέμπει στο “Have love will travel” του Richard Berry, το οποίο στοίχειωσαν οι Sonics στα mid-sixties, είναι ένα ωραίο, επιστημονικώς ηλεκτρισμένο blues CD, το οποίο δεν αναλώνεται μόνο στα δυναμικά παιξίματα από την ομάδα των τεσσάρων (Smokin’ Joe Kubek lead κιθάρα, slide και ρυθμική, Bnois King lead και ρυθμική, John Morris μπάσο, Adrian Marchi ντραμς), αλλά προβάλλει κιόλας εκείνες τις κοινωνικές αγωνίες, που κατατρώγουν τα σωθικά της λαϊκής Αμερικής. Στο φερώνυμο κομμάτι, ας πούμε, οι φίλοι μας τραγουδούν “I lost my job and everything started to unravel, it’s time to get out of town, have blues, will travel”, ενώ στο “Payday in America” τους ακούμε να λένε “God, I hate my job, the last 40 hours I feel like I’ve been robbed”. Τα απλά κοινωνικά μηνύματα, τα οποία συνδυάζονται με τις κλασικές ερωτικές σκοτούρες, δίνουν πνοή σε μερικά απολύτως στιβαρά μπλουζοτράγουδα· από τα καλύτερα που κυκλοφορούν στην πιάτσα. Η κρίση, που χτύπησε, χτυπά και θα χτυπά (και) την αμερικανική κοινωνία δε θα μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη, όπως είδαμε και παραπάνω, την blues στιχουργική· η οποία από τον καιρό της Great Depression, εδώ που τα λέμε, έχει προβάλλει γνώμες, έχει καταγράψει απόψεις. Έτσι, λοιπόν, στο πρώτο τραγούδι του νέου του CD “Bare Knuckle” (2010), που έχει τίτλο “Please Mr. President”, o Guitar Shorty απευθύνεται ανοιχτά στον πρόεδρο Obama, λέγοντάς του, ανάμεσα σε άλλα διάφορα πως… κοίταξε να δεις, δεν ξέρω πώς να γίνω τομάρι, ούτε έμαθα να κλέβω και να ληστεύω, αλλά αν πρέπει να μεγαλώσω τα παιδιά μου, θα πρέπει κι εγώ κάποια δουλειά να κάνω. Γαμπρός του Jimi Hendrix (είχε παντρευτεί στο Seattle, προς τις αρχές των 60s, την ετεροθαλή αδελφή του), ο Guitar Shorty (που ξεκίνησε να ηχογραφεί το 1957 – ένα 45άρι στην Cobra) δεν χάνει την ευκαιρία και σήμερα, στα 71-72 του, να διατηρεί το ίδιο παθιασμένο κιθαριστικό παιγνίδι (λέγεται πως είχε επηρεάσει ακόμη και τον Jimi, ο οποίος τον έβλεπε να σκυλιάζει στις σκηνές του Seattle στα early sixties), προσφέροντας αγέρωχα τραγούδια. Εξαιρετικές οι ενοργανώσεις (στα συν η παρουσία ρυθμικής κιθάρας), με πολύ ωραία δουλειά στα πλήκτρα από τον Alex Alessandroni. Εν τέλει, ένα καθημερινό κοινωνικό blues άλμπουμ, από 'κείνα που έχει ανάγκη ο τόπος. Ο κάθε τόπος... 
Επαφή: www.alligator.com 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

JAZZ-ROCK και FUSION 10 άλμπουμ με αξία

Τον Μάρτιο του 2010 είχα δημοσιεύσει, σε δύο αναρτήσεις, εδώ στο blog, ένα θέμα, που αφορούσε σε 10 κάπως... σκοτεινά jazz-rock / fusion άλμπουμ από την ιστορία. Σήμερα, με μια λάθος κίνηση, έσβησα το δεύτερο μέρος (τα 5 άλμπουμ) κι έτσι, επειδή τα κείμενα υπήρχαν ακόμη στην κρυμμένη μνήμη του google, είπα να τα ανασύρω και να τα ξαναπροβάλλω. Σε ένα κείμενο πλέον, μαζί και τα δέκα άλμπουμ. Καλό διάβασμα και καλή ακρόαση.
Διαβάζοντας το δυνατό βιβλίο του Stuart Nicholson Jazz-Rock [Canongate, Εδιμβούργο 1998] αντιλαμβάνεσαι αμέσως πως το jazz-rock είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα είδος μουσικό. Είναι στην ουσία η προσπάθεια μιας ομάδας ανθρώπων στη Βρετανία, την Αμερική και αλλαχού (καθ’ όλη τη διάρκεια των sixties, και μετά απ’ αυτά) να εκμεταλλευτούν την ηλεκτρική ενίσχυση, παρουσιάζοντας έναν ήχο σύγχρονο που να στέκεται, χονδρικώς, ανάμεσα στο bop (hard ή... λιγότερο hard) και το electric blues –ανάλογα από πια βάση ξεκινούσε ο καθείς– ενώνοντας επί της ουσίας καταστάσεις, που, σε μεγάλο βαθμό, είχαν κοινή μήτρα. Το παράξενο είναι πως παρ’ ότι το jazz-rock είναι, επί της ουσίας, ένα αμερικανικό προϊόν, η αρχή του υπήρξε βρετανική. Το λέει καθαρά και ο Nicholson στο βιβλίο του, το... υποστηρίζουν, ακόμη καθαρότερα, και όσοι έχουν ακούσει άλμπουμ των Alexis Korner, Graham Bond, John Mayall και Cream (τις εγγραφές τους πριν το ’67).
Οι δίσκοι οι οποίοι θα παρουσιαστούν στη συνέχεια, χαρακτηριζόμενοι ως «σκοτεινά κεφάλαια» του fusion, είναι όλοι αμερικανικοί. Για δύο λόγους. Πρώτον γιατί φτιάχτηκαν από μουσικούς με ριζοσπαστικές διαθέσεις, άλλοτε μέσα σε pop και άλλοτε σε underground περιβάλλοντα και δεύτερον, γιατί ήθελα να γράψω περισσότερο για τον Jim Pepper, παρά για τον Eric Clapton...
1. THE FREE SPIRITS – Out of Sight and Sound – ABC S-593 – 1967
Το “Out of Sight and Sound” των Free Spirits είναι ηχογραφημένο στο New Jersey, στο τέλος του 1966, από τον Rudy Van Gelder, σε παραγωγή του Bob Thiele.
Γενικώς, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα proto-psych άλμπουμ, ενταγμένο περισσότερο (δηλαδή απολύτως) στο rock στρατόπεδο, παρά στο jazz. Pop, με την ευρύτερη έννοια, τραγούδια συντάσσουν τα Ελεύθερα Πνεύματα, τα οποία (τραγούδια) στην πορεία λαμβάνουν περίεργες διαστάσεις – κάτι που μπορεί να αναζητηθεί, με σιγουριά, στις προσωπικότητες των μουσικών που τους αποτελούσαν, δηλαδή των Larry Coryell lead κιθάρα, σιτάρ, φωνή, Columbus Baker ρυθμική κιθάρα, Chris Hills μπάσο, Jim Pepper τενόρο, φλάουτο, Bob Moses ντραμς.
Αλλοιωμένοι blues ρυθμοί, pop αρμονικά φωνητικά, προσεγμένη και όχι μπρούτα garage αισθητική, και βεβαίως τα πνευστά του Pepper να μετατοπίζουν, συχνά, το κέντρο βάρους προς τζαζικότερες καταστάσεις (“Cosmic daddy dancer”, “Storm”). Έτσι ανοίγει το κεφάλαιο...
2. STEVE MARCUS – Tomorrow Never Knows – Vortex 2001 – 1968
Το όνομα του Steve Marcus μπορεί να μην λέει, αμέσως, πολλά, λέει όμως πολύ περισσότερα αυτό εδώ το πρώτο του άλμπουμ από το 1968, ένα από τα πιο ελπιδοφόρα (τότε) και απολαυστικά (σήμερα) jazz-rock έργα.
Τι έπραξε εδώ ο σοπρανίστας, τενορίστας Marcus; Πήρε πασίγνωστες pop επιτυχίες της εποχής (τα “Eight miles high” των Byrds, “Mellow yellow” του Donovan, “Listen people” των Herman’s Hermits, “Rain” και “Tomorrow never knows” των Beatles – υπάρχει και μία original σύνθεση του Gary Burton), αλλάζοντάς τους τα φώτα.
Δεν είναι μόνο τα δικά του εντελώς απελευθερωμένα, ενίοτε χαοτικά, soli, είναι το γεγονός ότι παρασύρει στα μέτρα του και τους υπόλοιπους συμπαίκτες, δημιουργώντας έναν ήχο, τον οποίον πολύ δύσκολα –στιγμές-στιγμές– αιτιολογείς.
Αν μιλήσω για Evan Parker, Derek Bailey, Cecil Taylor και Spontaneous Music Ensemble θα με πάρετε με τις πέτρες; Και όμως, και όμως. Τι “Mellow yellow” είναι αυτό που ακούμε;
Τα... αληθινά ονόματα των μουσικών είναι: Steve Marcus σαξόφωνα, Larry Coryell ηλεκτρική κιθάρα, Mike Nock πιάνο, Chris Hills μπάσο, Bob Moses ντραμς (τα 3/5 των Free Spirits δηλαδή, συν τον άσσο νεοζηλανδό πιανίστα Mike Nock).
3. GARY BURTON – Throb – Atlantic SD 1531 – 1969
Για το “Throb” του Gary Burton είχα γράψει στο «δισκορυχείον» του τεύχους 175 του Jazz & Τζαζ. Ξαναγράφω, τώρα, επειδή θέλω να υπενθυμίσω τη σημαντικότητα αυτού του δίσκου στην ευρεία fusion αισθητική – καθότι εδώ δεν επικοινωνεί μόνον η jazz με το rock, αλλά και τα δυο τους με την country. Φυσικά, η προσπάθεια αυτή του αμερικανού μουσικού δεν ξεκίνησε με το παρόν long play, άγγιξε όμως με συνθέσεις όπως εκείνες του Michael Gibbs φερ’ ειπείν (“Turn of the century”, “Throb”, “Triple portrait”, “Some echoes”), μιαν αισθητική κορύφωση.
Cool και «ακαδημαϊκός» ανέκαθεν ο Burton, βρήκε εδώ το μπελά του... Τα αγέρωχα παιξίματα των Jerry Hahn ηλεκτρική κιθάρα, Richard Greene βιολί (τότε στους Sea Train), Steve Swallow μπάσο και Bill Goodwin ντραμς προσφέρουν, σε αφθονία, όλην εκείνη την απαραίτητη «ένταση», που έχουμε μάθει ν’ αναζητούμε στις τζαζ-ροκικές ηχογραφήσεις.
4. LARRY CORYELL – Coryell – Vanguard VSD 6547 – 1969
Τεράστιο κεφάλαιο για το jazz-rock ο τεξανός κιθαρίστας Larry Coryell. Το έχετε ήδη διαπιστώσει... Από τη μεγάλη σε όγκο και σημασία δισκογραφία του επιλέγουμε το “Coryell”, ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη το 1969, εξ αιτίας του ακρογωνιαίου 9λεπτου instro “The jam with Albert”.
Πάνω σ’ έναν αρχέτυπο ρυθμό που καθορίζουν το μπάσο του Albert Stinson και τα ντραμς του Bernard Purdie (έτσι πες μου), ο Larry Coryell στήνει έναν κιθαριστικό θίασο (lead, ρυθμικό και δεν ξέρω τι άλλο), σπάζοντας κανόνες. Έχω την αίσθηση, για να μην πω τη βεβαιότητα, πως εκείνη την εποχή ο Τεξανός ήταν ο μοναδικός ηλεκτρικός κιθαριστής που μπορούσε να «κοντράρει» στα ίσια τον Jimi Hendrix. Μπορεί να μην διέθετε την ίδια «περσόνα» μ’ εκείνον (στο πάλκο βασικά), διέθετε όμως (λέμε εμείς – δεκτές οι αντιρρήσεις) την ίδια φαντασία στο στούντιο. Είναι απίστευτα αυτά που πράττει εδώ, αιώνιο σεμινάριο για κάθε κιθαρίστα.
Διαπρέπει, εννοείται και στα υπόλοιπα θέματα –όχι μόνο στο jam– έχοντας δίπλα του μουσικάρες. Ron Carter και Chuck Rainey μπάσο, Mike Mandel όργανο, Jim Pepper φλάουτο.
5. SPONTANEOUS COMBUSTION – Come and Stick Your Head In – Flying Dutchman FDS-102 – 1969
Με το όνομα αυτό αναγνωρίζονται δύο τουλάχιστον συγκροτήματα στη μουσική ιστορία, οι Βρετανοί που ηχογραφούσαν στη Harvest και τούτοι εδώ οι Αμερικάνοι, που έγραψαν ένα(;) άλμπουμ για την εταιρία Flying Dutchman του Bob Thiele.
Οδηγημένοι από έναν περιστασιακό συνεργάτη του Frank Zappa, τον περκασιονίστα Gary Coleman, οι Spontaneous Combustion παρουσίασαν ένα ευφάνταστο jazz-rock, με ουκ ολίγες αισθητικές καινοτομίες. Αν και επρόκειτο για στούντιο εννεαμελές γκρουπ, το οποίο φαίνεται να «μαζεύτηκε» κάτω από την παρότρυνση και τις ευλογίες του Thiele, το αποτέλεσμα της δουλειάς του δεν είναι ό,τι θα αποκαλούσαμε, με την κακή έννοια, «επαγγελματικό», αλλά ένα αληθινό strange trip σε ήχους και διαθέσεις.
Προσέξτε line-up: Jimmy Gordon, John Guerin ντραμς, Dennis Budimir, Mike Deasy κιθάρες, Tom Scott (ναι), Jim Horn πνευστά, Mike Melvoin πλήκτρα, Larry Knechtel ηλεκτρικό μπάσο, Gary Coleman κρουστά.
Αν και υποτίθεται ότι οι «διπλοί» οργανοπαίκτες ήταν επιλεγμένοι ώστε να παίζουν ξεχωριστά τα jazz και rock passages (όντως), στην πραγματικότητα εκείνο που ακούγεται είναι ένα ανελέητο fusion (ποιος νοιάζεται για το ποιος παίζει τι;), που κάποιες στιγμές αγγίζει τα όριά του. Ιδίως στο 10λεπτο “Time stitch”, εκεί όπου το στούντιο μετατρέπεται σε δέκατο μουσικό σπρώχνοντας την «κατασκευή» στο άπειρο... (Όχι, φλάουτο δεν παίζει ο Eric Dolphy...).
6. CHICO HAMILTON – El Exigente (The Demanding One Chico Hamilton) – Flying Dutchman FDS-135 – 1970
Έχω την αίσθηση –θα ’θελα να κάνω λάθος– πως ο μέγας ντράμερ Chico Hamilton δεν χαίρει μεγάλης και διαχρονικής εκτίμησης στο «στενό» jazz στρατόπεδο. Καλά, για το rock δεν το συζητώ. Μάλλον, γιατί υπήρξε ένας πράγματι απρόβλεπτος μουσικός· τουλάχιστον μετά τα μέσα των sixties, όταν άρχισε να φλερτάρει με τον ηλεκτρισμό, το rock, το funk και τις λοιπές... δημοκρατικές δυνάμεις.
Το “El Exigente” είναι ένα άλμπουμ (πάντα στην Flying Dutchman του Bob Thiele) το οποίο, αν και σημαντικό, όπως θα επιχειρήσω να δείξω, πέρασε νύχτα. Πιθανώς γι’ αυτό το λόγο να το αλίευσα κι εγώ στο Μοναστηράκι, πριν από μερικά χρόνια, από τις «προσφορές». Πιθανώς γι’ αυτό το λόγο να το προσπερνά και ο Stuart Nicholson στο πολύ καλό βιβλίο του.
Ροκάρει στο “El Exigente” ο El Chico, όχι αγρίως, μα σίγουρα τζαζ-ροκικώς. Και «ψυχεδελίζει» θα έλεγα, ακόμη-ακόμη, στην 14λεπτη b-side, με τον κιθαρίστα Bob Mann (αργότερα στους Dreams, και πιο αργότερα στους Mountain, σ’ εκείνο το βρωμερό live στην Osaka!) να λαμβάνει τα σχετικά εύγε.
Παράξενο άλμπουμ, ίδιον της φυσιογνωμίας του Hamilton, το “El Exigente” διαθέτει θέματα που λες και ξεπήδησαν από το (άρτι προηγηθέν) άλμπουμ της Liberation Music Orchestra (“I came and saw the beauty of your love”) και άλλα που προβοκάρουν μόνο και μόνο με τους τίτλους τους (το μεταλλικό “Swingin’ on a sitar” – σιτάρ δεν υπάρχει στο άλμπουμ).
Ο Hamilton είναι ο «ηγέτης», όμως εκείνος που κερδίζει ίσες εντυπώσεις είναι ο ηλεκτρο-αλτίστας Arnie Lawrence (ψάξτε τον). Α... μην το ξεχάσω. Μπάσο κρατά ο Steve Swallow.
7. JEREMY STEIG – Legwork – Solid State SS 18068 – 1970
Αν το φλάουτο στο rock λέγεται “Ian Anderson” και στην jazz “Eric Dolphy” ή “Roland Kirk”, στο jazz-rock έχει επίσης ένα όνομα. Λέγεται “Jeremy Steig”. Εννοώ στο jazz-rock circuit της εποχής, αφού η καριέρα του Steig ξεκίνησε νωρίς στα sixties, καταλήγοντας έως τις μέρες μας. Και μεγάλος παίκτης, με... φυσικές (multiphonics παίξιμο) και στούντιο τεχνικές (διπλές-τριπλές εγγραφές), τις οποίες δούλευε παραλλήλως με τον Roland Kirk, αλλά και «ανοιχτό μυαλό» όσον αφορά στη διάχυσή του σε ποικίλα fusion πεδία, ο Jeremy Steig έδωσε σπουδαία άλμπουμ στην πρώτη περίοδο του είδους, τα οποία εκτιμούνται σήμερα από διαφόρων ομάδων μουσικόφιλους – το “Legwork” π.χ. θεωρείται funky treasure, δίχως να το χαρακτηρίζει κάποια τέτοια σαφή κατεύθυνση.
Άλμπουμ πλήρες, όσον αφορά στο κεφάλαιο “Steig”, το “Legwork” δεν είναι εκείνο που θα λέγαμε το κλασικό jazz-rock LP (π.χ. η παρουσία του κιθαρίστα Sam Brown – από την Liberation Music Orchestra – είναι περιοροσμένη σε σόλο), όμως σ’ ένα επίπεδο κλασικού fusion η απόλαυση που παρέχει είναι μεγίστη (το 8λεπτο “Hot head” είναι πλήρως αποκαλυπτικό της προσωπικότητας ενός σπάνιου μουσικού). Γειωμένο το rhythm section των Eddie Gomez μπάσο, Don Alias ντραμς.
8. CHARLES LLOYD – Warm Waters – Kapp KS 3647 – 1971
Είναι πολλοί εκείνοι που θεωρούν το “Warm Waters” ως το χειρότερο άλμπουμ στην μακρόχρονη καριέρα του Charles Lloyd – μην τους πιστεύετε! Ο λόγος; Το γεγονός ότι αποτέλεσε το απόλυτο pop ατόπημά του. Βεβαίως, ο Lloyd φλέρταρε εντόνως στα sixties με τα νεανικά ακροατήρια, που συνέρεαν στο τζαζ φεστιβάλ του Monterey ή στο Fillmore Auditorium, για να τον ακούσουν μαζί με τον Keith Jarrett και τον Jack DeJohnette, όμως θα πρέπει να δεχθούμε πως τα περίφημα άλμπουμ του από εκείνη την εποχή (το “Love-In”, το “Forest Flower”, το “Dream Weaver”) δεν είχαν καμμία σχέση με «ψυχεδέλειες» και τα τοιαύτα. Post-bop έπαιζε ο άνθρωπος, με κάποιες free ή και ολίγες soul εκτροπές. Τα οπτικά εφέ, τα «φάρμακα», ο χώρος (Frisco), η εποχή («καλοκαίρι της αγάπης»), τo κοινό – δεν ήταν αρκετά όλα εκείνα για το μεγάλο προσωπικό του pop boom. Έτσι, έμενε κατά κάποιον τρόπο ένα κενό στη ψυχή αυτού του ιδιαίτερου δημιουργού, το οποίο φάνηκε να γεμίζει αυτομάτως με το “Warm Waters”.
Έχοντας δίπλα του τον άσσο κιθαρίστα John Cipollina, τους Beach Boys (Mike Love, Brian Wilson, Carl Wilson, Alan Jardine), τον Dave Mason, τον Billy Cowsill (των Cowsills – τι ωραίος ξεπεσμός!), αλλά και τον ντράμερ James Zitro (από το ρόστερ της ESP-Disk), ο Lloyd εμφανίζεται εδώ «χιπι-οδέστερος» από ποτέ, φτιάχνοντας ένα άλμπουμ που θα μπορούσε με άνεση να πρωταγωνιστεί... τέσσερα καλοκαίρια πριν. Ο ίδιος παίζει φλάουτο, ηλεκτρικό πιάνο, όργανο, τενόρο, πιάνο και τραγουδά(!) με μιαν ελευθερία που ποτέ δεν είχε πριν, την ώρα που η υποχθόνια κιθάρα του «υδράργυρου» Cipollina (“Rusty toy”) σε βγάζει αμέσως από τη δύσκολη θέση...
9. JIM PEPPER – Pepper’s Pow Wow – Embryo SD 731 – 1971
Ινδιάνος στην καταγωγή, από τα γένη των Kaw και Creek, ο Jim Pepper (1941-1992), έκανε κι αυτός τη δική του επανάσταση, παντρεύοντας όχι μόνον την jazz με το rock, αλλά και τα δυο τους με τις μουσικές των native Americans. Έχοντάς τον ήδη συναντήσει ως μέλος των Free Spirits, αλλά και στο team του Larry Coryell στο “Coryell”, είναι σαν να παραδεχόμαστε (να το πράξουμε) πως ο Pepper υπήρξε ουσιαστικός τζαζ-ροκ πρωτοπόρος.
Και όντως· το άλμπουμ του “Pepper’s Pow Wow” δεν αφήνει περιθώρια για μισόλογα. Έχοντας στις αποσκευές του (από την εποχή των Everything Is Everything κι εκείνου του άλμπουμ τους στην Vanguard) τον τελετουργικό ινδιάνικο ύμνο “Witchi tai to” (κομμάτι που ετίμησαν πολλοί στη διαδρομή –αναμεσά τους ο Jan Garbarek– και το οποίον, εδώ, ανοίγει το άλμπουμ), ο Jim Pepper κατορθώνει να συγκροτήσει ένα σπάνιας ομορφιάς LP, που μετεωρείται πάνω από το folk, την jazz και το rock, με ίδιο τρόπο.Το native vocal section είναι απίθανο· ο δε συνδυασμός του με τις πενιές του Coryell και τα σαξόφωνα του Pepper (στο “Yon a ho” π.χ.), δημιουργεί ένα πρωτόγνωρο σύμπλεγμα.
Υλικό; Κατά βάση πρωτότυπο, πλην των versions των “Senecas (As long as the grass shall grow”) και “Drums”, αμφότερα του Pete La Farge· ενός folkist στον οποίον είχα αφιερώσει ένα παλαιό δισκορυχείον, στο τεύχος 141 του J&T.
Jim Pepper φωνή, τενόρο, σοπράνο, κρουστά και ακόμη οι Gib Pepper φωνή, κρουστά, Ravie Pepper φλάουτο, φωνή, κρουστά, Larry Coryell κιθάρα, Tom Grant πιάνο, φωνή, κρουστά, Chuck Rainey, Jerry Jemmott μπάσο, Billy Cobham, Spider Rice ντραμς... ως πνεύματα προγόνων.
10. FRIENDS – Friends – Oblivion od.3 – 1973
Το άλμπουμ των Friends το αγόρασα κάποτε (στο Μοναστηράκι) για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί είχα βρεθεί μπροστά στη βρετανική του έκδοση από το ’75 στην Caroline/Virgin (ένα label που υπολήπτομαι) –το original ήταν από το ’73– και δεύτερον γιατί συμμετείχε στους Φίλους ο John Abercrombie. Αν και γνώριζα το «ποιόν» του καλού κιθαριστή από την εποχή των Dreams και βεβαίως, από το «ταίριασμά» του με την ECM, εντούτοις «έπεσα έξω» όταν πρωτόεβαλα το δίσκο στο πικ-άπ. Δεν ήταν ούτε το ένα (γνήσιο proto-fusion), ούτε το άλλο (ήχος ECM). Επρόκειτο για ένα βαρύ, compact τζαζ-ροκικό παραλήρημα, με θαυμάσια αυτοσχεδιαστική προσέγγιση μέσω των soli της κιθάρας (κοντά στο στυλ του άσσου βρετανού guitar-man Οllie Halsall) και των ηλεκτρο-σαξοφώνων του Marc Cohen, την ώρα που το ρυθμικό τμήμα (Jeff Williams ντραμς, Clint Houston μπάσο) συνόδευε σε... κλωτσοπατινάδα. Το 13λεπτο “Loose tune” είναι καταπληκτικό κομμάτι, με τον Aber θυελλώδη όσο ποτέ. Αλλά και το “5/8 tune” δεν υπολείπεται...

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 293

1/10/2020
Πάνε τώρα οι γιάνκηδες, τα αμερικανάκια να πούμε, να φτιάξουνε λίστες με τα 100, 200, 500 καλύτερα όλων των εποχών και δεν έχουν ακούσει την τύφλα τους. Οι θρασύτατοι!
Να ρε δισκάρα για τα 500. Εγώ τέτοια θα έβαζα μέσα. Ένα αριστούργημα του γαλλικού φολκ, από τους Tri Yann (Τρεις Γιάννηδες). Φοβερό άλμπουμ αυτό και πάμφθηνο σε original βινύλιο. Γιατί τα αριστουργήματα είναι για τις δισκοθήκες όλου του κόσμου...
https://www.youtube.com/watch?v=M4ZBwWxT_u8

1/10/2020
Είδα λίγο τη λίστα του Rolling Stone με τα 500 Greatest Album of All Time. Και όταν λέω «λίγο» το εννοώ, γιατί είδα μόνο τα 50 πρώτα – δεν μ’ ενδιαφέρουν τα υπόλοιπα, βαριέμαι...
Κατ’ αρχάς τι σημαίνει Greatest; Τα καλύτερα, τα επιδραστικότερα, τα εμπορικότερα-επιδραστικότερα; Κάθε ένα είναι και διαφορετικό.
Τα καλύτερα, πάντως, δεν είναι με τίποτα. Τα επιδραστικότερα μπορεί. Τα εμπορικότερα-επιδραστικότερα ίσως – ισχύει για κάποια οπωσδήποτε. Όπως για το “Rumours” των Fleetwood Mac π.χ., που φιγουράρει στη θέση 7 και που εγώ δεν θα το έβαζα ούτε μέσα στα... 5000 δικά μου «καλύτερα». Άσε που για μένα δεν έχει νόημα το 1,2,3, αλλά μόνο η αλφαβητική σειρά. (Ίσως –συζητείται κι αυτό– με 4-5 εξαιρέσεις, να ξεχωρίσεις ένα άλμπουμ π.χ. από κάθε δεκαετία).
Για μένα αυτές οι λίστες που καταρτίζονται από άσχετους με τη μουσική, αλλά πολύ σχετικούς με τη μουσική βιομηχανία, δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα. Νόημα έχει, και μάλιστα μεγάλο, η προσωπική λίστα του φαν. Του κάθε φαν.
Μ’ αρέσει να διαβάζω, πάντα διάβαζα, λίστες ανθρώπων που ξέρουν καλά ένα είδος π.χ. και που καταρτίζουν τα 50 τους. Τα 50 για ’κείνους. Έχει ενδιαφέρον. Γουστάρω να διαβάσω λίστα και από ανθρώπους που ξέρω ότι μπανίζουν από μουσική γενικότερα, και που τους εκτιμώ, ως γραφιάδες πρώτα. Έλληνες ή ξένους. Αλλά τώρα να διαβάζω λίστες ανώνυμες, στις οποίες συμμετέχει κάθε καρυδιάς καρύδι, και που έχουν μέσα και τζαζ, για να μην τους πούνε ασόβαρους... τους αρχοντοχωριάτες που διαλέγουν –από δεκάδες αριστουργήματα της τζαζ, βρήκαν θέση στην 50άδα μόνο για το “Kind of Blue” και μάλιστα στη θέση 31, όταν κάτι αηδίες σαν το “Kid A” των Radiohead είναι στη θέση 20– το θεωρώ σκέτο χάσιμο χρόνου.
Τζαζ λοιπόν δεν έπρεπε να υπάρχει. Άλλο πράμα η τζαζ, δεν λέω καλύτερο ή χειρότερο, λέω άλλο. Μην την ανακατεύετε με την Beyoncé και τον Bob Marley. Και πού είναι το world ρε άχρηστοι στην 50άδα; Αφού βάλατε τζαζ, ρίξτε κι ένα world. Δεν έπρεπε να υπάρχει ένας Ravi Shankar π.χ., που έκανε επανάσταση στα σίξτις, ανοίγοντας τεράστιους δρόμους στις επικοινωνίες των ήχων (από τότε και μέχρι σήμερα);
Τέλος πάντων, δεν είναι να συζητάς πολύ γι’ αυτά. Και ούτε θα συζητήσω στα σχόλια (αρκεί να μην προκληθώ). Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.
Α, ναι, ξέχασα το σημαντικότερο. Αμερική-Αγγλία παίζει μόνο στην 50άδα (αν εξαιρέσεις την Τζαμάικα). Όλος ο άλλος κόσμος είναι ανύπαρκτος.

30/9/2020
Αρκετά συγκροτήματα στο prog rock μοιάζουνε με άλλα, όμως είναι λίγα εκείνα που δεν μοιάζουν με κανένα...
https://www.youtube.com/watch?v=WDmhP6YiN6s

30/9/2020
Ήχος και Φως στην Ακρόπολη του 1959. Ο Καραμανλής τα είχε βρει με τους Γάλλους, που είχαν την πατέντα, και κάπως έτσι, την 28η Μαΐου εκείνης της χρονιάς, το «πολυθέαμα» αναπτύχθηκε στον Ιερό Βράχο.
Υπήρχε θεατρικό κείμενο (Jean Baelen) με αναφορές στην αρχαιότητα φυσικά, που υποστήριξε 12μελής ομάδα ηθοποιών υπό τον Andre Castelot, πρωτότυπη... εθνικόφρων μουσική από τον συνθέτη της Εθνικής Σχολής Πέτρο Πετρίδη, τεχνική κάλυψη από την Philips και οργάνωση γενικότερα από τον Pierre Arnaud (που συνεργάστηκε και πιο μετά με τον ΕΟΤ, για την προβολή των σπηλαίων του Διρού), με το event να αποτυπώνεται και σε δίσκο (LP) λίγα χρόνια αργότερα (προς το 1963-64), ο οποίος στην πρώτη έκδοσή του συνοδευόταν από LP-sized θήκη με slides και έξτρα booklet.
Το πακέτο το πουλάνε σήμερα διάφορα σάιτ πάνω από 25 ευρώ (ο δίσκος δεν υπάρχει στο discogs). Εγώ κάποτε είχα αγοράσει πολύ φθηνά (γιατί δεν νομίζω ότι αξίζει κανείς να δώσει πολλά γι’ αυτό το άλμπουμ) μια επανέκδοση από το 1971 ή ’72 (το λέω, γιατί παρότι πουθενά δεν αναγράφεται χρονιά, στο back cover διαφημίζεται το άλμπουμ «Μια Βραδυά με την Μαρινέλλα», που είχε τυπωθεί από την Philips το 1971), μια επανέκδοση που δεν είχε τα slides, αλλά είχε το booklet με τις φωτογραφίες και το γαλλικό κείμενο.
Λογικά το άλμπουμ θα έχει βγει κι άλλες φορές, μέσα στα χρόνια, με διαφορετικά back covers, αφού το Ήχος και Φως (Son et Lumiere) δεν έγινε μόνο μια χρονιά (το 1959), και ούτε έγινε μόνο στην Αθήνα. Φωτίστηκε και η Ρόδος, η Κέρκυρα, το Ναύπλιο μάλλον κ.λπ.
[αφορμή πήρα από τον αποψινό φωτισμό της Ακρόπολης]

29/9/2020
Όταν ο Ian Dury είχε έρθει στα μέρη μας για να παίξει στην ταινία «Ο Παράδεισος Ανοίγει με Αντικλείδι» (1987) του Βασίλη Μπουντούρη, είχε δώσει μια συνέντευξη –την οποία δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι την έχω κάπου φυλαγμένη– στην οποία εκθείαζε Τα Παιδιά απ’ την Πάτρα... ότι είναι ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα, που είχε ποτέ ακούσει live και τέτοια. Τον είχαν πάει στην Αχαρνών 77... (Σίγουρα πάντως έχω φωτό του Dury με την αγαπημένη Λυδία Λένωση, που έπαιζε στην ταινία).
Τώρα, βέβαια, στη ρεμαλοΕλλάδα, άμα άκουγες Ian Dury και έλεγες ταυτόχρονα ότι σου αρέσουν και τα Παιδιά απ’ την Πάτρα, οι άσχετοι εϊτάδες και δεν ξέρω ποιοι άλλοι ακόμη θα σ’ έπαιρναν με τις πέτρες. Δείτε εδώ τι λέει ο άνθρωπος...
[Μάγκες μου αυτά αρέσουν στους ξένους, δεν τους αρέσουν τα δικά μας, που μοιάζουν -όντας χειρότερα- με τα δικά τους]
https://www.youtube.com/watch?v=HCkCWEG3oU0

29/9/2020
Το βρήκα σήμερα, στην ευρύτερη γειτονιά, με 1 ευρώ. Μόλις το πρωτοείδα μου φάνηκε για μουσική έκδοση της πλάκας, σαν κάποιες του Χρονά, κι είπα να το αφήσω, αλλά μετά είδα πως είναι ιταλικό βιβλίο, με αυθεντικό τίτλο στα αγγλικά όμως... Jim Morrison: An American Rebel... ο οποίος στα ελληνικά γίνεται «Ένας Θρυλικός Αντιαμερικανός»! Του έριξα ένα ξεφύλλισμα στο μάνι-μάνι και όταν κάπου πήρε το μάτι μου το Living Theatre, γραμμένο σωστά (όχι Living Theater δηλαδή, όπως το γράφουν «όλοι» στην Ελλάδα), πέρασε τον ποιοτικό έλεγχο και το αγόρασα...

27/9/2020
Συγκλονιστικό τραγούδι, σχετικό με τα δικαιώματα της γυναίκας. Εκπληκτική Peggy Seeger. Τι ν' ακούσεις μετά απ' αυτό; Τίποτα.
Reclaim the night and win the day
We want the right that should be our own
A freedom women have seldom known
The right to live, the right to walk alone without fear
A husband has his lawful rights
Can take his wife whene'er he likes
And courts uphold time after time
That rape in marriage is no crime
The choice is hers and hers alone
Submit or lose your kids and home
When love becomes a legal claim
Call it duty, but rape's the name
https://www.youtube.com/watch?v=qe6TqapzX3k

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

BEN ROSENBLUM / NEBULA PROJECT ένας νέος συνθέτης, πιανίστας και ακορντεονίστας, στον χώρο της jazz

Ένας νέος συνθέτης, στον χώρο της jazz, είναι και ο πιανίστας-ακορντεονίστας Ben Rosenblum. Νέοι, όμως, είναι και όλοι όσοι τον συνοδεύουν σ’ αυτό το τελευταίο άλμπουμ του, το Kites and Strings [One Trick Dog, 2020], που είναι το πρώτο του με το σχήμα Nebula Project, και τρίτο του με τον ίδιον ως leader. Το ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι νεαροί φαίνεται από τις φωτογραφίες του gatefold digipak – δεν χρειάζεται να κοιτάξεις τα βιογραφικά τους. Ας τους αναφέρουμε λοιπόν: Ben Rosenblum πιάνο σε δύο tracks, ακορντεόν, Wayne Tucker τρομπέτα, Jasper Dutz τενόρο σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, Rafael Rosa κιθάρα και Marty Jaffe μπάσο. Επιπλέον, στην εγγραφή, και σε διάφορα tracks, υπάρχουν και guests σε ντραμς, κρουστά, βιμπράφωνο, τρομπόνι και πιάνο.
Το “Kites and Strings” είναι ένα ethnic-jazz CD – περισσότερο jazz και λιγότερο ethnic. Εννοούμε πως τα «ξένα» ηχοχρώματα είναι ωραία τοποθετημένα, δίχως να κυριαρχούν, καθ’ όλη την διάρκεια των συνθέσεων, προσφέροντας στις συνθέσεις αυτό το «κάτι», το ικανό σε κάθε περίπτωση, να της πάει (τις συνθέσεις) κάπου αλλού.
Η ενορχήστρωση διαθέτει πέραν των ethnic ηχοχρωμάτων (τα οποία υποστηρίζουν π.χ. το ακορντεόν, η τρομπέτα και το μπάσο κλαρίνο σε πρώτο πλάνο), ωραία jazz patterns (που σχετίζονται άλλοτε με την latin jazz και άλλοτε με πιο straight jazz κατευθύνσεις) και ακόμη rock και κλασικές fusion καταδείξεις (στην διασκευή του “Philadelphia” του Neil Young π.χ., όπως και στο πρωτότυπο “Bright above us”).
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Cedar place”, που είναι κατά μίαν έννοια αφιερωμένο στον σημαίνοντα πιανίστα Cedar Walton – κάτι που δείχνει, όσο να ’ναι, τις πιο στέρεες, τζαζ, επιρροές τoύ Ben Rosenblum. Το δεύτερο track, που έχει τον ίδιο τίτλο με τον δίσκο, το “Kites and strings”, είναι κατά βάση ένα fusion κομμάτι (χωρίς να είναι ηλεκτρικό), καθώς συνδυάζει λατινοαμερικάνικα και βαλκανικά στοιχεία. Ρυθμός... ακανόνιστος και «μνήμες» σκόρπιες, από τελείως διαφορετικά πλάτη. Πολύ ωραία η μελωδία στο “Halfway to Wonderland” (το klezmer εδώ φαίνεται να είναι μιαν αναφορά) και απολαυστικό το “Motif from Brahms (op.98)”, που συνδυάζει jazz και κλασική όχι με τον... χειρουργικό τριτο-ρευματικό τρόπο. Πολύ καλή η διασκευή στο “Somewhere” του Leonard Bernstein, με την τρομπέτα και το μπάσο-κλαρίνο να προσθέτουν σε λυρική οικειότητα, με το… βουλγαρικό κλείσιμο “Izpoved” (γνωστό από το ρεπερτόριο των Le Mystère Des Voix Bulgares), να εντυπωσιάζει με την απλή και συγχρόνως ουσιαστική εναρμόνισή του.
Ένα παράξενο άλμπουμ, από έναν μουσικό που θέλει και μπορεί να προσφέρει κάτι ιδιαίτερο και ίσως διαφορετικό.
Επαφή: www.benrosenblummusic.com

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

JAMES BASDANIS το “Diddycoy” είναι ένα rock EP, με κιθαριστικό ενδιαφέρον

Ο James Basdanis ή και Δημήτρης Μπασδάνης είναι κιθαρίστας, ηλεκτρικός κιθαρίστας και το πρόσφατο Diddycoy [JB Music, 2020], ένα EP/CD τριών κομματιών, δεν είναι η πρώτη του δουλειά. Τα κομμάτια έχουν 4λεπτη-5λεπτη διάρκεια, τίτλους “Diddycoy”, “Unbalanced” και “The conium”, είναι γραμμένα στο Rana Studio στα Ιωάννινα και στο Studio Pazl στην Αθήνα (τα κρουστά) και ακούγονται σε αυτά το Anatolian Trio – δηλαδή οι James Basdanis κιθάρες, Nick Tangas μπάσο και George Memos ντραμς. Επίσης υπάρχουν επιπλέον κρουστά σ’ ένα κομμάτι και σ’ ένα άλλο πλήκτρα.

Τα κομμάτια είναι ορχηστρικά προφανώς (αν και ακούγονται και φωνές, και πιο πολύ ως «χρώματα»), είναι κιθαριστικά, διαθέτοντας περαιτέρω παραδοσιακές και ευρύτερα oriental αναφορές. Μπορεί, ίσως, να ειπωθεί πως υπάρχουν επιρροές από Socrates και Γιάννη Σπάθα – αν κι εγώ θα προσέθετα κι ένα ακόμη ελληνικό άλμπουμ, που μου ήρθε στη μνήμη, καθώς άκουγα το “Diddycoy”. Λέω για το “Expressionists View” του Foko, από το 1995.
Μπορεί λοιπόν αυτό το ύφος του ελληνικού-ελληνικού progressive να μην είναι κάτι άγνωστο σαν ήχος, όμως σε κάθε περίπτωση είναι ένα γόνιμο και οπωσδήποτε ενδιαφέρον μονοπάτι, στο οποίο πάντα θα υπάρχουν κι άλλα ακόμη περιθώρια εξερεύνησης. Και εδώ, σ’ αυτό το μικρής διάρκειας δισκάκι, ο Basdanis κινείται προς αυτή την κατεύθυνση – ιδίως με το τελευταίο track του “Diddycoy
Κατά τα λοιπά χρειάζεται περισσότερο υλικό, προκειμένου να βγουν ακόμη πιο ορθά συμπεράσματα.
Επαφή: www.jamesbasdanis.bandcamp.com/album/diddycoy