Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

ZZ QUARTET, RAMÓN VALLE, NOCTURNAL FOUR, AVERY SUNSHINE σύγχρονη jazz και μαύρη μουσική από το ρόστερ της γερμανικής εταιρείας In+Out Records

ZZ QUARTET: Midnight in Europe [IN+OUT Records, 2021]
Το ZZ Quartet είναι ένα σχήμα σύγχρονης jazz, ανακατεμένης με ποικίλα φολκλορικά στοιχεία, το οποίον αποτελείται εκ των Simone Zanchini ακορντεόν, live electronics, Ratko Zjaca ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά, Martin Gjakonovski ακουστικό μπάσο και Adam Nussbaum ντραμς. 
Πρόκειται βασικά για ένα πολυεθνικό συγκρότημα καθώς τα μέλη του προέρχονται από την Ιταλία (Zanchini), την Κροατία (Zjaca), την Βόρεια Μακεδονία (Gjakonovski) και τις ΗΠΑ (Nussbaum). Δεν γνωρίζουμε ποια είναι η έδρα τού ΖΖ Quartet, γνωρίζουμε όμως πως το “Midnight in Europe” είναι το τρίτο άλμπουμ του και πως είναι ηχογραφημένο live, τον Οκτώβριο του 2019, στο Milestone Jazz Club της Piacenza και στο ρεστοράν-οινοθήκη Cantina Bentivoglio της Μπολόνια, κατά την διάρκεια του Bologna Jazz Festival. Το ρεπερτόριο είναι αποκλειστικά πρωτότυπο –ήτοι συνθέσεις των... ΖΖ, δηλαδή των Zanchini- Zjaca–, με διάρκειες από τέσσερα μέχρι δεκατέσσερα λεπτά.
Η μπάντα παίζει πραγματικά πολύ καλά και για live ακόμη καλύτερα, με την γενικότερη επεξεργασία να είναι επίσης πολύ καλή, μεταφέροντας στον ακροατή όλη την έξαψη και την σαγήνη των παραστάσεων.
Το λέμε γιατί οι ZZ Quartet είναι αληθινά εξαιρετικοί, συνθέτοντας και αυτοσχεδιάζοντας έχοντας ως βάση ποικίλα παραδοσιακά ηχοχρώματα, τα οποία διανθίζουν με άψογα ενσωματωμένες «ακρότητες», ας τις πούμε έτσι, που μπορεί να αγγίζουν μέχρι και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στο μακρύτερο και πιο συναρπαστικό track τού “Midnight in Europe”, που τιτλοφορείται “Frida is vanished”  και που είναι σύνθεση του Zanchini.
Μεγάλη επιρροή, τουλάχιστον για τις συνθέσεις του Ιταλού της παρέας (οι πέντε από τις εννέα συνολικώς) είναι βεβαίως ο Nino Rota, τα soundtracks των ταινιών του Federico Fellini ειδικότερα, ενώ στα παιξίματα του κροάτη κιθαρίστα μπορείς να διακρίνεις από Jimi Hendrix, μέχρι Pat Metheny. Φυσικά και τα live electronics κάνουν την δουλίτσα τους, σε μερικά κομμάτια, σε επίπεδο «ατμοσφαιρών», με τα «μονά» μέτρα επίσης (τριάρια, πεντάρια κ.λπ.) να πρωταγωνιστούν, μεταφέροντας μνήμες Βαλκανίων.
Ένα πολύ ψαγμένο CD, με πολύ καλές συνθέσεις είναι το “Midnight in Europe”, που διαθέτει, προσέτι, τα πολύ καλά λόγια των Dave Liebman και Steve Swallow.
RAMÓN VALLE: Inner State [IN+OUT Records, 2020]
Μεγάλος πιανίστας, και όχι αναγκαστικώς σε ηλικία, ο 57χρονος Κουβανός Ramón Valle είναι γνωστός από πάμπολλες εγγραφές του τα τελευταία 30 χρόνια. Με άλμπουμ στην ACT παλαιότερα (στο πρώτο μισό των 00s) και σήμερα στην γερμανική In+Out Records, ο Valle είναι μια μορφή της σύγχρονης πιανιστικής jazz, προτείνοντας δίσκους «διαμάντια» σαν το παρόν “Inner State”.
Ζωντανά ηχογραφημένο στις 27 Μαΐου 2019 (τρία κομμάτια) στο Porgy & Bess της Βιέννης και στις 18 Νοεμβρίου 2019 (τέσσερα κομμάτια) στο Theaterstübchen του Kassel (Γερμανία), το CD αυτό (που κυκλοφορεί και σε audiophile διπλό βινύλιο) είναι απολύτως ενδεικτικό ή μάλλον εντελώς αποδεικτικό της αξίας και της πληθωρικότητας τού κουβανού πιανίστα.
Με συνθέσεις δικές του βασικά, πλην της version του στο “Hallelujah” του Leonard Cohen, κι έχοντας δίπλα του τους Omar Rodriguez Calvo κοντραμπάσο και Jamie Peet ντραμς, o Ramón Valle κατορθώνει να κερδίσει πανεύκολα ουσία και εντυπώσεις με το εκπληκτικό σετ του.  
Από το άνοιγμα με το “Free at last”, (από το παλαιό άλμπουμ του στην ACT “Piano Works IV: Memorias” του 2005, μιαν υπέροχη μπαλάντα, με έντονο, μελωδικό αυτοσχεδιαστικό στοιχείο) και το παιγνιδιάρικο “Little, irreplaceable things” (με το εντυπωσιακό «τζέιμσ-μποντικής» έμπνευσης οστινάτο στο τέλος), μέχρι το θεσπέσιο “Mamita yo te quiero” (ένα γρήγορο track, σε 5/4, μέσα από το οποίον αναδεικνύεται η άπιαστη βιορτουοζιτέ του) και το παλαιό και αγαπημένο του “Levitando” (από ένα άλμπουμ του τού 1994, που εδώ απλώνεται σ’ ένα 11λεπτο κομψοτέχνημα), ένα είναι σίγουρο.
Το “Inner State” είναι ένα «τέλειο» άλμπουμ, που ανταποκρίνεται πλήρως στη θέση και το στάτους τούτου του μεγάλου μουσικού (και των, το ίδιο άξιων, συνεργατών του).
NOCTURNAL FOUR: Light in the World [IN+OUT Records, 2020]
Ο Κροάτης Ratko Zjaca, που συμμετείχε και στο ZZ Quartet (δες πιο πάνω), είναι μέλος και των Nocturnal Four, χειριζόμενος εδώ, εκτός από ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά και guitar bass octave. Τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ είναι ο Renato Chicco hammond C3 organ, ο Stefano Bedetti τενόρο σαξόφωνο και ο John Riley ντραμς.
Δεν ξέρουμε πόσοι από εσάς έχουν υπ’ όψιν τους τούς εν λόγω παίκτες, όμως για τον Riley οφείλουμε να πούμε πως έχει μια τεράστια διαδρομή στα τζαζ πράγματα, που τον έχει φέρει, κατά καιρούς, δίπλα σε μέγιστα ονόματα σαν εκείνα των Woody Herman, Stan Getz, Milt Jackson, Miles Davis, Dizzy Gillespie, John Scofield, Bob Mintzer, Gary Peacock, Mike Stern, Joe Lovano, Franck Amsallem, Τhe Vanguard Jazz Orchestra, Τhe Carnegie Hall Jazz Band, John Patitucci και Bob Berg (όπως διαβάζουμε, όλα αυτά τα ονόματα, στην Wikipedia).
Αυτοί οι τέσσερις, λοιπόν, ηχογράφησαν τον Ιούλιο του 2019 το άλμπουμ “Light in the World”, που περιέχει εννέα συνθέσεις τού Ratko Zjaca, κινούμενες σε γόνιμα ηλεκτρικά τζαζ μονοπάτια.
Υπάρχει λοιπόν το groove, εδώ, λόγω hammond C3 –και είναι αληθινά απολαυστικό σε κομμάτια όπως το 8λεπτο αργό blues “River spirit”–, όπως υπάρχει και το γενικότερο soul-jazz feeling, χωρίς, όμως, σε κάθε περίπτωση, να αναπαράγεται ένας συγκεκριμένος ήχος, με όρους... μνημοσύνου.
Οι συνθέσεις τού Zjaca είναι γλαφυρές, ευφραδείς, κατανέμοντας περίτεχνα του χρόνους και παρέχοντας την δυνατότητα και στα τρία βασικά μελωδικά όργανα (κιθάρα, hammond και τενόρο) να «συνομιλήσουν» μεταξύ τους, μα και να «βγουν μπροστά», αναπτύσσοντας σεμνά και μετρημένα σόλι.
Όλα παίζονται στο επίπεδο της σύνθεσης, και βεβαίως στο... αυταπόδεικτο, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «άσσους» μουσικούς, που έχουν «σκάψει» σε μεγάλα βάθη στο χώρο, βγάζοντας στην επιφάνεια... πολύτιμα πετράδια.
Απολαυστικότατο άλμπουμ, φτιαγμένο με κέφι, διαθέτοντας θαυμάσιον ήχο και γενικότερα, παραγωγή.
AVERY SUNSHINE: Twenty Sixty Four [IN+OUT Records, 2018]
Η Avery Sunshine είναι μια σημερινή αμερικανίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός της soul και του r&b, τα άλμπουμ της οποίας έχουν κάνει κάποιαν εντύπωση τα τελευταία χρόνια και εκτός Αμερικής. Έτσι, αν και η Avery Sunshine ηχογραφεί εσχάτως για την καλή (αμερικανική) εταιρεία Shanachie, τα άλμπουμ της κυκλοφορούν και στην Ευρώπη, τυπωμένα από την (γερμανική) In+Out. Το πιο πρόσφατο απ’ αυτά έχει τίτλο “Twenty Sixty Four” (Shanachie-2017, In+Out-2018) και περιλαμβάνει τραγούδια, που είναι γραμμένα και ενορχηστρωμένα από την πιανίστα και synth player D. White-Johnson (που δεν είναι άλλη από την ίδια την Avery Sunshine) και τον μπασίστα, κιθαρίστα και... προγραμματιστή Dana Johnson.
Το άκουσμα είναι αρκετά... soulful, με smooth και lush επιστρώματα, με τα τραγούδια να εναλλάσσονται με ωραίο τρόπο, όντας ωραία και τα ίδια, καθώς είναι στηριγμένα πάνω στις κλασικές βάσεις του παρελθόντος.
Soul λοιπόν ή, αν θέλετε, σύγχρονο r&b, με πολλές-καλές στιγμές, είτε αυτές είναι πιο «μπαλαντικές» (“Jump”), είτε πιο «ρυθμικές» (“Used car”), είτε πιο... μεσαίες, όπως στο “Kiss and make it better”, που είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του CD.
Οι προσεγμένες ενορχηστρώσεις με horn section, strings (από αληθινό κουαρτέτο εγχόρδων), fender rhodes, συν όλα τα στάνταρντ όργανα και πολλά επιμέρους, αναλόγως των εκάστοτε απαιτήσεων, δείχνουν πως η παραγωγή δεν λυπήθηκε χρημάτων, προκειμένου να ετοιμάσει ένα άλμπουμ, που να στέκεται με άνεση, απέναντι στο χθες, κοιτάζοντας μπροστά.
Σε κάθε περίπτωση η Avery Sunshine είναι φωνάρα, μαύρη φωνάρα, που φανερώνει πολλά (διαθέτει πολλές δυνατότητες εννοούμε), αν την προσέξεις σε tracks, όπως το “Heaven is right here” για παράδειγμα.
 
Η In+Out Records εισάγεται από την AN Music

Κυριακή 11 Ιουλίου 2021

STEPHAN MICUS ο σαμάνος πάντα θα επιστρέφει

Νέο ECM-άλμπουμ για τον μύστη Stephan Micus, ο οποίος ανά σταθερά χρονικά διαστήματα μάς εφοδιάζει με καινούρια projects, ηχητικά ταξίδια δηλαδή, από αυτά που μόνον ο ίδιος ξέρει να διαμορφώνει και να ολοκληρώνει (το προτελευταίο άλμπουμ του ήταν το “White Night” από το 2019, για το οποίον υπάρχει review στο δισκορυχείον).
“Winter’s End” [ECM / ΑΝ Music, 2021] αποκαλείται το πιο νέο CD τού Stephan Micus (το 24ο στη σειρά για την γερμανική εταιρεία), ένα σόλο άλμπουμ δώδεκα συνθέσεων, το οποίο διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου (όπως συμβαίνει πάντα) από τον γερμανό συνθέτη και τραγουδιστή-βοκαλίστα. Εννοούμε πως ό,τι ακούγεται εδώ προέρχεται αυστηρά και μόνον από τον ίδιον, καθώς με τη βοήθεια των πολλαπλών εγγραφών ο Micus κατορθώνει να στήσει, για μιαν ακόμη φορά, ένα πλήρες ακρόαμα, συνδυάζοντας, με τον ιδιόμορφο προσωπικό τρόπο του, φωνές και παραδοσιακά όργανα που προέρχονται από κάθε μεριά τού κόσμου.
Πιο συγκεκριμένα στο “Winter’s End” ακούγονται: chikulo (μπάσο ξυλόφωνο από την Μοζαμβίκη), nohkan (φλάουτο από μπαμπού, του ιαπωνικού θεάτρου Νο), tongue drum (αφρικανικό κρουστό, που παίζεται με τα χέρια ή με μπαγκέτες), kalimba (το γνωστό όργανο με τις λάμες, που συναντιέται, στις ποικίλες παραλλαγές του, σε διάφορες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής), sinding (είδος δυτικοαφρικανικής άρπας), charango (το γνωστό κιθαρόνι των Άνδεων), suling (φλάουτο της μπαλινέζικης παράδοσης), nay (το γνωστό αρχαιο-αιγυπτιακό πνευστό) και sattar (τοξωτό έγχορδο των Ουιγούρων).
Τώρα, πώς γίνεται τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όργανα (από διαφορετικές χώρες, εποχές, πολιτισμούς κ.λπ.) να συνδυάζονται, με το συνιστάμενο αποτέλεσμά τους να παραμένει ακέραιο, ατόφιο και εν τέλει εκπληκτικό, αυτό είναι κάτι που μπορεί να αποδοθεί μόνο στην μαεστρία του Stephan Micus – ο οποίος έχει βρει τον τρόπο να ενώνει τα... ασύνδετα, με αυτό το low profile σκηνικό που στήνει. Γιατί αυτές οι δύο λέξεις, οι “low profile”, είναι η μαγική του συνταγή. Αυτό το «χαμηλό προφίλ» εξελίσσει μέσα στις δεκαετίες ο Γερμανός, και με αυτό πορεύεται από δίσκο σε δίσκο, χωρίς να μετακινείται σπιθαμή.
Ο εντυπωσιασμός που προσφέρουν οι προτάσεις του –και στο “Winter’s End” προφανώς συμβαίνει αυτό– στηρίζονται σε τούτη την αμετάκλητη απόφασή του να χρησιμοποιεί τα «όργανα του κόσμου» σε συνθέσεις δικές του, απλωμένες στο χρόνο, ανεξαρτήτως της διάρκειάς τους, δημιουργώντας μελωδίες που προκύπτουν σίγουρα μέσα από αυτοσχεδιαστικές προσεγγίσεις, από ταξίμια δηλαδή, πάνω στις οποίες χτίζει, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, περαιτέρω επίπεδα, με την ίδιαν όμως λογική. Της συμπαράστασης στο βασικό και πάντα low profile πρωταρχικό (μελωδικό) κύτταρο.
Την έχει δουλέψει πολλά χρόνια τώρα αυτήν την αλάνθαστη τεχνική, ή και μανιέρα πείτε την, ο Stephan Micus, κατορθώνοντας να εντυπωσιάζει σε κάθε καινούριο δίσκο του – καθώς τις πιο πολλές φορές, κάθε νέο άλμπουμ του αποτελεί τη συνέχεια του προηγουμένου του. Τα όργανα μπορεί να αλλάζουν, προφανώς, αλλά η συνταγή, και κυρίως το αποτέλεσμά της, είναι πάντοτε το ίδιο.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο σχεδόν πάντα έχουν ρόλο και οι φωνές. Όχι, βεβαίως, στην πλειονότητα των συνθέσεων, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει. Οι φωνές για τον Micus είναι ένα ακόμη όργανο, που μπορεί να έχει θέση σε μια σύνθεση και σε μιαν άλλην όχι. Πάντως τα κομμάτια με φωνητικά που υπάρχουν εδώ, όπως το “The longing of the migrant birds” και το “Sun dance” (ακούγονται τρία tongue drums, δύο chikulo και δεκατέσσερις φωνές!) είναι από τα εντυπωσιακότερα του “Winter’s End” – αληθινά αριστουργήματα.

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες, στα 67 χρόνια της, η ANGÉLIQUE IONATOS– σημαντική ελληνίδα τραγουδοποιός, με μεγάλη διαδρομή στην Γαλλία, που ανέδειξε, μέσα από τα άλμπουμ και τις συναυλίες της, την ελληνική ποίηση

Είχε κατορθώσει με το ιδιότυπο και σοβαρό έργο της να κάνει μεγάλο όνομα στην Γαλλία η Angélique Ionatos, ηχογραφώντας και κυκλοφορώντας εκεί περισσότερα από 20 άλμπουμ – από το 1972, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην δισκογραφία, μέχρι και το 2015.
Βραβευμένη από το ξεκίνημα της διαδρομής της, από την Académie Charles Cros, η Α. Ionatos μπόρεσε να δημιουργήσει μιαν «εικόνα» για την ελληνική μελοποιημένη ποίηση, εντελώς προσωπική, που εκτιμήθηκε πολύ μέσα στις δεκαετίες, βασικά από ένα μυημένο κοινό και την κριτική, προσφέροντας περαιτέρω αξέχαστα live και στην Ελλάδα, την οποία επισκεπτόταν ανά διαστήματα.
Είχε συνεργαστεί, φυσικά, και με έλληνες μουσικούς και τραγουδοποιούς η Angélique Ionatos, αν και ποτέ ένα δικό της άλμπουμ δεν τυπώθηκε από ελληνική εταιρεία. Φυσικά, κάποιες «εισαγωγές» στην ακμή τής εποχής τού CD (τέλη 90s-αρχές 00s) υπήρξαν, αλλά γενικά θα λέγαμε πως το έργο της δεν πέρασε ποτέ, πιο πλατιά, στην χώρα μας, παραμένοντας εν πολλοίς άγνωστο.
Γεννημένη το 1954 στην Αθήνα ως Αγγελική Ιωαννάτου και μεγαλωμένη στον Πειραιά, η νεαρή τραγουδοποιός, το 1969, θα μεταναστεύσει μαζί με την οικογένειά της στην Λιέγη, ξεκινώντας από εκεί, από το Βέλγιο, σιγά-σιγά την διαδρομή της – στην αρχή μαζί με τον αδελφό της Φώτη (
Photis Ionatos).
Ο Φώτης Ιωαννάτος, γεννημένος το 1950, ασχολείται κι αυτός, από μικρός, με τη μουσική, με τα ροκ συγκροτήματα, και το καλοκαίρι του ’67 φαίνεται να παίζει κιθάρα σε κάποιους Fables (μαζί και ο τραγουδιστής Φώτης Φραγκιάς, αργότερα στους Fantastic, που ηχογράφησαν το άγνωστο, αλλά πολύ συμπαθητικό «Κορίτσι του δάσους»).
Angelique και Photis Ionatos ηχογραφούν και κυκλοφορούν το 1972 τον πρώτο μεγάλο δίσκο τους, στην γαλλική εταιρεία Arc En Ciel, που είχε τίτλο “Résurrection / Ανάσταση”. Το άλμπουμ, που είναι χαρακτηριστικό τού political folk κλίματος της περιόδου, με αναφορές στον Martin Luther King (“I have a dream”) και γενικότερα στην έννοια της «ελευθερίας» είναι πολύ καλό, με περιεχόμενο ουσιαστικά τραγούδια (κι ένα instrumental), στα γαλλικά και τ’ αγγλικά. Δεν ήταν τυχαίο, φυσικά, πως το μοναδικό ελληνόφωνο τραγούδι τού LP είχε τίτλο “Liberté / Elevtheria”, περιγράφοντας μ’ έναν ποιητικό τρόπο αυτήν ακριβώς την έλλειψη (της ελευθερίας) στην Ελλάδα της δικτατορίας.
Είναι η εποχή όπου οι Angélique και Photis Ionatos εμφανίζονται στην γαλλόφωνη τηλεόραση, δίνοντας περαιτέρω πολλές συναυλίες, σε διάφορους χώρους, πάντα με αφορμές κοινωνικοπολιτικές.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/i-angelique-ionatos-anedeixe-mesa-apo-ta-almpoym-kai-tis-synaylies-tis-tin-elliniki

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 384

7/7/2021
Πέθανε η Αγγελική Ιωαννάτου, στην Γαλλία, στα 67 της.
H Angélique Ionatos, όπως ήταν γνωστή σε Ελλάδα και Γαλλία και όπου αλλού, υπήρξε σημαντική τραγουδοποιός, έχοντας καίρια άλμπουμ ήδη από τις αρχές των 70s (στην αρχή μαζί με τον αδελφό της Φώτη), έως και πριν από λίγα χρόνια.
Είχε δώσει και live στην Ελλάδα κάποιες φορές η Ionatos (την είχα δει στην Ρωμαϊκή Αγορά το 2001 - τώρα το επιβεβαίωσα), μελοποιώντας πολύ συχνά στα άλμπουμ της, ή σχεδόν πάντα, ελληνικά ποιήματα, επιλέγοντας ακουστικό ήχο (με έντεχνα, «προχωρημένα» ή και folk στοχεία).
“I Palami sou” από το 1979 είναι ένα από τα καλύτερα LP της...
https://www.youtube.com/watch?v=zuVHPjEo2g4

7/7/2021
Η Μαρίνα ήταν ένα από τα ωραία κορίτσια της εποχής, τέλη ’60-αρχές ’70, που έγινε τραγουδίστρια κατά τύχη.
Την άκουσε ο Μίμης Πλέσσας να σιγοτραγουδά, κάπου που δούλευε σαν γραμματέας (η Μαρίνα), και της πρότεινε να κάνει μαθήματα, για να «τοποθετήσει» τη φωνή της. Με τα πολλά η Μαρίνα τα κατάφερε και όταν άρχισε πλέον να τραγουδάει σε LP (μετά το 1973) διέθετε μία καλή ποπ φωνή, την οποίαν όμως έφθειρε γρήγορα (το «μέταλλό» της δεν ήταν σκληρό) εξαιτίας των συνεχών και απαιτητικών εμφανίσεών της στη Μέδουσα, δίπλα στον Γιώργο Μαρίνο.
Εμένα η Μαρίνα μού αρέσει περισσότερο όταν η φωνή της ήταν πλέον «εύθραυστη», μάλλον όταν είχε «σπάσει», μετά τα δύο πρώτα άλμπουμ της, και μάλιστα όταν τραγουδούσε ερωτικές μπαλάντες σαν και τούτη...
https://www.youtube.com/watch?v=0Vdw6BAamGs

6/7/2021
Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά...

6/7/2021
Το πρωί διάβασα πως πριν από λίγες μέρες πέθανε ο μεγάλος τραγουδιστής John Lawton στα 75 του. Το τραγούδι αυτό από το 1970 είναhι συγκλονιστικό – και πρώιμο «μεταλλικό» μνημείο!
Hey world, look out I’m coming
Friends pass me by, you saw me humming
Mars, Venus and stars, shaking their heads at me
No more today, tonight I’ll be riding the sky...
https://www.youtube.com/watch?v=VD_mytxCdeg

5/7/2021
Γιάννης Πουλόπουλος «Ταξίδι στο Κέντρο της Νύχτας» [εκδόσεις Χρυσή Διαθήκη, 1983]

5/3/2021
Ο πίνακας είναι επίσημος από το σάιτ της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Είναι οι θάνατοι στην Ελλάδα τις πρώτες 13 βδομάδες κάθε χρόνου από το 2015 έως το 2021. Δηλαδή οι θάνατοι την τριμηνία Γενάρης-Φλεβάρης-Μάρτης και λίγο από Απρίλη.
Η χειρότερη χρονιά ήταν το 2017 με 36.500 χιλιάδες θανάτους.
Φέτος, με κόβιντ, στους ίδιους μήνες, έχουμε 799 θανάτους λιγότερους από πέρσι (οι περσινοί αντίστοιχοι μήνες, ουσιαστικά, είναι μήνες χωρίς κόβιντ) και 2.126 θανάτους λιγότερους σε σχέση με το 2017. Τα στοιχεία για τις χρονιές 2020 και 2021 λένε ότι είναι προσωρινά. Ok… θα περιμένουμε και τα μόνιμα.
Προσωπικά, τα δικά μου συμπεράσματα δεν πρόκειται να τα δημοσιοποιήσω, ούτε σε κουβέντες θα εμπλακώ. Έχουν τελειώσει για μένα οι όποιες κουβέντες, για τα θέματα αυτά, προ πολλού.
Ο καθένας ας βγάλει, λοιπόν, τα δικά του συμπεράσματα, και ας αιτιολογήσει τα νούμερα με όποιον τρόπο εκείνος θέλει...

3/7/2021
Τον έφαγε ο Μουραμπάς τον Χέρμπι Χάνκοκ (γέλιο) στην «Αλίκη της Σύγχρονης Γενιάς», στην καλύτερη σκηνή του έργου με τις μηχανές.
Πήρε το “The thief” από το “Blow-up”, το λούπαρε (κόβοντας το απαράδεκτο, για τη ροή του κομματιού, σόλο στο κοντραμπάσο του Ron Carter) και το άφησε να τρέχει στους δρόμους...
Δυστυχώς δεν το έχει ανεβάσει κανένας αυτό το κλιπάκι, οπότε...
https://www.youtube.com/watch?v=oFJWW0w2km4

3/7/2021
Κάποιος Κώστας Μανιάτης, που γράφει σ’ ένα σάιτ ονόματι oneman.gr πήρε συνέντευξη από τον Αντύπα. Η συνέντευξη είναι ενδιαφέρουσα, αλλά ο Μανιάτης μάλλον είναι άσχετος με τη μουσική – οπότε άφησε διάφορες ευκαιρίες να πάνε χαμένες.
Όταν π.χ. ο Αντύπας φωτογραφίζεται μπροστά από την δισκοθήκη του, κραδαίνοντας έναν σπάνιο δίσκο του Χρύσανθου («Ο Χρύσανθος Τραγουδά Ματσούκα») κι εσύ δεν τον ρωτάς για τους δίσκους του, για το τι είναι όλα αυτά τα πράγματα που έχει και ακούει, τότε –για μένα έτσι;– είσαι άσχετος.
Να πούμε πως δεν είναι «ο Ματσούκας», δεν τραγουδάει ο Χρύσανθος τραγούδια κάποιου... Ματσούκα, αλλά τραγούδια από την περιοχή Ματσούκα του Πόντου.
Ακούστε στα σχόλια...

3/7/2021
Στην καρεκλάτη συναυλία των Νάιτ Στάλκερ, χθες στην Τεχνόπολη, ακούστηκαν όλα τα μεγάλα χιτ του συγκροτήματος. «Τα χριστιανόπουλα» (θα πάμε με φτερά), «Ίπι ίπι ούμε» (σας ευχαριστούμε), «Αχ πατρίδα μου γλυκιά» (πόσο σ’ αγαπώ βαθιά) και «Ποτέ δεν θα πειράξω» (τα ζώα τα καημένα)...

3/7/2021
Με αφορμή τα 50χρονα από το θάνατο του Jim Morrison (3 Ιουλίου 1971) –προσωπικά το ξέχασα, αλλιώς κάτι μπορεί να έγραφα– υπάρχουν ουκ ολίγα σαβουροκείμενα στα ελληνικά σάιτ, γραμμένα ή μεταφρασμένα από τους άσχετους του ροκ. Προσέξτε τώρα εδώ τι γράφουνε. Τα κεφαλαία δικά μου... και δεν έχω κάνει κατάχρηση κεφαλαίων, καθότι θα μπορούσα να «κεφαλαιώσω» όλο το κείμενο...
>>Μία μέρα συνάντησε τυχαία τον Ρέι Μάνζαρεκ, συμφοιτητή του στην Σχολή Κινηματογράφου, Θεάτρου και Τηλεόρασης του Πανεπιστημίου του Λος Αντζελες, του Ucla. Ο TΖΙΜ ΚΑΘΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ (γέλιο). «Εχω γράψει μερικά τραγούδια», ΕΙΠΕ στον Ρέι. «Τραγούδησε τα μου», τον ΠΡΟΕΤΡΕΨΕ εκείνος. «Δεν έχω τρομερή φωνή», ΣΗΜΕΙΩΣΕ ο Τζιμ πριν αρχίσει να σιγοτραγουδά αυτό που επρόκειτο να γίνει στη συνέχεια το «Moonlight Drive», ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια των Doors. «Δεν έχω ακούσει πιο όμορφους στίχους. Να ιδρύσουμε ένα συγκρότημα και να βγάλουμε ένα εκατομμύριο δολάρια», ΕΙΠΕ ο Ρέι. «Ακριβώς, αλλά το ένα εκατομμύριο δολάρια δεν έχει μεγάλη σημασία», ΣΗΜΕΙΩΣΕ ο Μόρισον. Πηγή: Protagon.gr<<
Υπάρχουν διάφοροι χαζοί, που κινούνται στα όρια του γελοίου, οι οποίοι για να δώσουνε μιαν αληθοφάνεια στην παπαρολογία που δημοσιεύουν, γράφουνε με μιαν έπαρση και μια βεβαιότητα, λες και ήταν εκεί οι ίδιοι, παρόντες, στα διάφορα περιστατικά τού χθες (όπου έριχνε τις ροχάλες του ο Hunter S. Thompson ξεφυτρώσανε τα σούργελα ψευτο-υποκατάστατά του).
Αντί να συντάξουν δυο λόγια, προσωπικά, δικά τους, τι έχουν καταλάβει οι ίδιοι, ας πούμε, από τα τραγούδια των Doors (αν έχουν καταλάβει κάτι, πράγμα για το οποίον πολύ αμφιβάλλω – δηλαδή δεν έχουν καταλάβει απολύτως τίποτα) σου γράφουν ή σου αναπαράγουν την μια βλακεία μετά την άλλη, για να το παίξουνε ότι τάχα είναι «μέσα στα πράγματα», αν και, στην πράξη, είναι ικανοί μόνο για να κρατάνε το... κλεφτοφάναρο στην Ιστορία.
Γράφτε ρε για τον Πέτσα, τον Σκέρτσο και την Πελώνη και αφήστε τα αυτά... ροκάδες της χλαπάτσας.

2/7/2021
Επιχειρούνε τα... σαΐνια να πλασάρουνε για «επιτυχία» το ότι «ξεσπιτώσανε» τον χρυσαυγίτη, που τους έφυγε μέσα από τα χέρια, και που κρυβότανε για 9 μήνες, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το υπουργείο ΠΡΟ-ΠΟ!
Ούτε σε κωμωδία με παπασούζες και ταμτάκους...

NIK BÄRTSCH ένα ξεχωριστό σόλο-πιάνο άλμπουμ στην ECM

Πενήντα ετών είναι πλέον ο ελβετός συνθέτης και πιανίστας της jazz και της πρωτοπορίας Nik Bärtsch, κάτι το οποίον συμπίπτει –δεν ξέρουμε αν το εορτάζει και ο ίδιος, δι’ αυτού του τρόπου– με την κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ του (CD / 2LP), σόλο πιάνο αυτή την φορά, το οποίον αποκαλείται “Entendre” [ECM / AN Music, 2021]. Το ρεπερτόριο είναι επιλεγμένο από προηγούμενες εργασίες τού Bärtsch, περιλαμβάνοντας συγκεκριμένα «μόντουλα», απ’ αυτά που έχουμε κατά καιρούς απολαύσει στις εγγραφές του στην ECM ή αλλού. 
Πιο συγκεκριμένα: 
Το πρώτο track είναι το “Modul 58_12”, που αποτελεί συνένωση προφανώς των “Modul 58”, από το άλμπουμ των Nik Bärtsch’s Ronin “Awase” [ECM, 2018] και “Modul 12” από το άλμπουμ των Nik Bärtsch’s Mobile “Continuum” [ECM, 2016]. Τα ανάλογα βεβαίως ισχύουν και για τα υπόλοιπα «μόντουλα», καθώς: το “Modul 55” προέρχεται από το άλμπουμ των Nik Bärtsch's Ronin “Llyrìa” [ECM, 2010], το “Modul 26” παρουσιάζεται στο άλμπουμ των Nik Bärtsch's Mobile “Aer” [Ronin Rhythm Records, 2006], με τα “Modul 13” και “Modul 5” να εμφανίζονται, κατά πρώτον, στο προσωπικό άλμπουμ του Nik Bärtsch “Hishiryō Piano Solo” [Tonus-Music-Records, 2002]. Από ’κει και πέρα το “Entendre” θα κλείσει με μια καινούρια σύνθεση, την “Déjà-Vu, Vienna”.
Είναι γνωστή στους φίλους της σύγχρονης μουσικής η δραστηριότητα και η σημαντικότητα αυτού του πιανίστα, που, είτε μόνος του είτε με τα κατά καιρούς συγκροτήματά του, δεν παύει να ψαύει οριακά πλαίσια, εκεί όπου μπορεί να συναντιούνται ο μινιμαλισμός, με την jazz και η σύγχρονη κλασική με την πρωτοπορία.
Μέσα από ασυνήθιστες συνθέσεις, βασισμένες σε ποικίλα μέτρα, αργές, μεσαίες ή γρήγορες, με εμφανείς επεξεργασμένες και απλωμένες μελωδίες ή άλλες βασισμένες σε στοιχειωτικά ρυθμικά patterns, με παιξίματα και επί του πληκτρολογίου, μα και «εντός» του πιάνου, με απροσδιόριστες εναλλαγές, όχι μόνο από σύνθεση σε σύνθεση, αλλά πολλάκις και εντός του ιδίου track, ο Nik Bärtsch προτείνει μια πιανιστική πινακοθήκη, ποικίλων χρωματισμών και εντυπώσεων από ακραία λιτή και μινιμαλιστική έως και σφόδρα ιμπρεσιονιστική, αρθρώνοντας έναν πιανιστικό λόγο εντελώς σύγχρονο, με «άγκιστρα» και στην σκέψη, μα και στο συναίσθημα.
Η «τέλεια» ηχογράφηση στο Auditorio Stelio Molo RSI, στο Λουγκάνο της Ελβετίας, τον Σεπτέμβριο του 2020, συντείνει, φυσικά, στο γενικότερο της απόλαυσης.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

DE PRESS νορβηγο-πολωνικό punk rock και new wave από τις αρχές του ’80 (επανεκδόσεις)

Οι De Press υπήρξαν και είναι (γιατί υπάρχουν ακόμη – έστω και με κενά έτη στην διαδρομή τους, έστω και με αλλαγμένη line-up) ένα από τα πιο αναγνωρισμένα νορβηγο-πολωνικά γκρουπ του punk-rock / new wave.
Σχηματίστηκαν στην σκανδιναυική χώρα το 1980 από έναν Πολωνό, τον Andrej Nebb, που τραγουδούσε και έπαιζε μπάσο, και από δύο Νορβηγούς, τον Jørn Christensen κιθάρες και τον Ola Snortheim ντραμς, κρουστά.
Οι De Press έδωσαν δύο στούντιο άλμπουμ νωρίς, το 1981-82, για να διαλυθούν λίγο πιο μετά, να ξαναφορμαριστούν στα χρόνια του ’90, να αλλάξουν μέλη στην πορεία κ.ο.κ.
Πάντως, εκείνα τα δύο άλμπουμ τους, από τις αρχές των eighties, θεωρούνται σήμερα must have για την νορβηγική (μα και για την πολωνική) σκηνή τού new wave και είναι αυτά που επανεκδίδονται τώρα από την (νορβηγική) Apollon Records, σε LP, CD και digital. Φυσικά τα άλμπουμ των De Press είναι φημισμένα και εκτός Νορβηγίας (και Πολωνίας), με τις original κόπιες, σε καινούριες καταστάσεις, να κοστίζουν πλέον αρκετά ευρώ.
DE PRESS: Block to Block [Apollon Records, 2021]
Το πρώτο LP των De Press είχε τίτλο “Block to Block” και είχε κυκλοφορήσει το 1981 από την (νορβηγική) Siberia Music (συμφερόντων Sonet). Στο ένθετο διαβάζουμε σ’ ένα κείμενο τού Andrej Nebb, γραμμένο τον Μάρτιο του 2021:
«Καλοκαίρι του 1981. Οι De Press κυκλοφορούν το “Block to Block”, περιοδεύοντας με τους Kjøtt και τους The Aller Værste! στην Πολωνία – με την χώρα να ανοίγει, προσωρινά, ξανά. Εκείνη την εποχή ό,τι ήταν να συμβεί συνέβαινε στο Γκντανσκ, εκεί όπου οι πολωνοί εργάτες από τα ναυπηγεία, κάτω από το συνδικάτο Αλληλεγγύη, υπό τον Λεχ Βαλέσα, διαπραγματεύονται για τα δικαιώματα των εργαζομένων με τον στρατηγό Γιαρουζέλσκι. 13 Δεκεμβρίου 1981. Η συμφωνία καταρρέει. Ο Γιαρουζέλσκι εμφανίζεται στην τηλεόραση, κηρύσσοντας τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Πίσω στο καλοκαίρι του ’81. Οι De Press επισκέπτονται τα γραφεία της Αλληλεγγύης, παρουσιάζοντας το “Block to Block” στον Λεχ Βαλέσα. Την ίδια νύχτα παίζουμε στα ναυπηγεία του Γκντανσκ. Στην αίθουσα το σύνθημα “κάτω η λογοκρισία” είναι παντού στους τοίχους. Η φωτογραφία (σ.σ. υπάρχει μια φωτογραφία στο ένθετο) τραβήχτηκε την επόμενη ημέρα από την παράσταση, από την Sissel Tolaas, μια καλλιτέχνιδα από το Μπέργκεν, δίπλα σε μια από τις Πύλες της πόλης».
Το πρώτο αυτό άλμπουμ των De Press, το “Block to Block”, περιέχει δεκατέσσερα κομμάτια – σχεδόν όλα με διάρκειες από δύο έως τρία λεπτά.
Υπάρχει λοιπόν αυτή η punk attitude, ο δυναμίτης που είναι έτοιμος να εκραγεί ή και που εκρήγνυται εν τέλει, καθώς η μπάντα παίζει εξόχως δυναμικά, σκληρά και αυθάδικα, τραγουδώντας μάλιστα αυτά τα punk-rock τραγούδια της σε τρεις διαφορετικές γλώσσες, νορβηγικά, πολωνικά και αγγλικά!
Το δέσιμο είναι προφανώς αυτό που πρέπει να ’ναι, δηλαδή τέλειο, τα τραγούδια κυλάνε και εναλλάσσονται χωρίς να το καταλαβαίνεις (σκεφτείτε έναν ήχο σαν τις Τρύπες τού πρώτου LP τους), με κομμάτια σαν τα “Kic me Rusia”, “Dobl steyshen”, “Peyshens” (αγγλόφωνο και φοβερό), “Moniuments” και “On top” να σε κολλάνε στον τοίχο, σαν να σε παρασύρει ωστικό κύμα.
Εξαιρετική μπάντα και περαιτέρω μια το ίδιο συμπαγής ομάδα τραγουδιών, που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο, ακόμη και σήμερα (σαράντα χρόνια αργότερα).
DE PRESS: Product [Apollon Records, 2021]
Το δεύτερο άλμπουμ των De Press είχε τίτλο “Product” κι είχε κυκλοφορήσει, και αυτό, από την Siberia Music το 1982.
Γενικώς θα λέγαμε πως το “Product” διαφέρει από το “Block to Block” καθότι είναι περισσότερο new wave και λιγότερο punk-rock (ή post-punk όπως το λένε), αν και πολλές φορές αυτά τα όρια είναι κάπως ακαθόριστα.
Το διέπει και αυτό η ίδια δύναμη, τόλμη και αποφασιστικότητα, στοιχεία, που, τέλος πάντων, έχουν δημιουργήσει ένα μύθο γύρω από το γκρουπ, ο οποίος καλά κρατεί ακόμη. Το βασικό συμπέρασμα τούτου του μύθου λέει πως οι De Press υπήρξαν / είναι το κορυφαίο συγκρότημα του νορβηγικού new wave – και ακούγοντας το “Product”, δεν μπορεί παρά να το επιβεβαιώσεις. Κι ας έχεις ελλείψεις σε νορβηγικά ακούσματα... πιστεύεις αυτά που διαβάζεις από τους Νορβηγούς.
Να πούμε επίσης πως τα εννέα από τα δέκα τραγούδια, που καταγράφονται εδώ, είναι τραγουδισμένα στα αγγλικά, με το τελευταίο track “Swienty pokoj” να αποδίδεται στα πολωνικά.
Κι εδώ η ποιότητα είναι αδιαμφισβήτητη και κομμάτια σαν τα “In a crowded room”, “Product” και “Total corruption” χτυπάνε στα ίσια τις κορυφές του στυλ.
Προσωπικώς, και ανά φάσεις, οι De Press του “Product” έφεραν στη μνήμη μου τους Sharp Ties (έγραψα για Τρύπες προηγουμένως σε σχέση με το “Block to Block”) και δεν παραξενεύομαι, φυσικά, γι’ αυτό...
Δυνατή κίνηση, από μιαν εταιρεία, την Apollon, που μας έχει απασχολήσει και στο παρελθόν με αξιόλογα συγκροτήματα (Brudini, Slomosa, The Opium Cartel κ.λπ.) και που είχε κυκλοφορήσει στο εξωτερικό και το “Under a Common Sky” των Electric Litany
Επαφή: www.apollonrecords.no