Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

MONIKA έξι καινούρια τραγούδια

Το ένα κάποιο hype που προκάλεσε το εξώφυλλο και η συνέντευξη της Monika στο Jazz & Τζαζ (#237, 12/2012) συνέπεσαν με τις συναυλίες της στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (2-6/1/2013) και βεβαίως με την κυκλοφορία του EP Primal [Archangel Music], στο οποίο ακούγονται έξι καινούρια τραγούδια της νεαρής singer-songwriter. Προάγγελοι ενός επερχόμενου τρίτου άλμπουμ, τα έξι καινούρια τραγούδια της Monika δεν αποτελούν, αναγκαστικώς, μιαν ενότητα. Περιγράφουν, κυρίως, έναν κύκλο επιρροών-αναφορών, μία βάση ενδεχομένως πάνω στην οποία θα πατήσει μία πλήρης δισκογραφική εργασία.
Η Monika βρίσκεται σε μια φάση ψαξίματος. Αυτό είναι πολύ λογικό, για έναν νέον άνθρωπο κατ’ αρχάς που ανακαλύπτει συνεχώς καινούρια πράγματα (μέσω των ακουσμάτων του) και που προσπαθεί να ενσωματώσει κάποια απ’ αυτά, σταδιακώς, στο προσωπικό του πλάνο. Δύο τινά (για αρχή). Η Monika γνωρίζει να γράφει στέρεες μελωδίες (κάτι όχι προφανές – το αντίθετο θα έλεγα) και περαιτέρω έχει την ικανότητα να τις αποδίδει ερμηνευτικώς υψώνοντάς τες. Τούτο διαπιστώνεται στο πρώτο κομμάτι του άλμπουμ, το “Birds”, το οποίο διαθέτει μία… θα την αποκαλούσα υποτυπώδη οργανική συνοδεία, αφήνοντας «γυμνές» σχεδόν μελωδία και φωνή. Αυτή η αίσθηση του a cappella, φαίνεται πως δεν ήταν μόνον «αίσθηση». Το επόμενο τραγούδι, το “Hand in hand”, είναι ένα spiritual· θα μπορούσε να ήταν δηλαδή, για να είμαι ακριβής. Τα chorus vocals (πραγματικά ή με overdubs δεν έχει σημασία) και η μελωδική γραμμή παραπέμπουν κατ’ ευθείαν εκεί, και βεβαίως στη soul των sixties (The Temptations, Marvin Gaye, τέτοιες καταστάσεις…). Αλλά και ως εισαγωγή στο επόμενο τραγούδι να το δεις, πάλι μέσα πέφτεις. Το “Make me fly” είναι ένα δυνατό, «μπιτάτο» κομμάτι, με το όργανο να το χαρακτηρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη και τη Monika να αποδίδει με αυτοπεποίθηση (πολύ ωραία τα κουπλέ, αν και από το ρεφρέν λείπει το ξεπέταγμα). Το “Moonlight” είναι κάπως παραφορτωμένο ενορχηστρωτικώς και με τα τύμπανα πολύ μπροστά. Έχει, βεβαίως, μία πληθωρικότητα ως «άποψη», το οποίον όμως αποβαίνει εις βάρος της μελωδίας. Απεναντίας το “Forever yours” που ακολουθεί, έτσι όπως ακούγεται στο μεγαλύτερο μέρος του μόνο με πιάνο και φωνή (κάπου μετά τη μέση μπαίνει, για λίγο, ένα πνευστό και προς το τέλος η ορχήστρα) είναι άψογο. Το “Primal” θα κλείσει με το “Dreaming of this year”. Μάλλον το ωραιότερο τραγούδι του 25λεπτου CD. Ωραία, σεμνή η συνοδεία. Μελωδία που σου μένει, και με την Monika να τραγουδά με την πειθώ μεγάλης ερμηνεύτριας. Κρίμα που δεν το ευνοεί ο επικαιρικός στίχος (κυκλοφόρησε κάπου μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς το “Primal” και το “Dreaming of this year” είναι bonus track).
Αναμένοντας το πλήρες άλμπουμ…

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

ΜΠΙΛΗ ΒΕΜΗ 1954-2012

Την ποιήτρια Μπίλη Βέμη δεν την είχα υπ’ όψιν μου. Πριν λίγο καιρό όμως, όταν έπεσαν στα χέρια μου, σχεδόν ταυτοχρόνως, δύο περιοδικά που την αφορούσαν (τα τεύχη των οποίων τα χώριζαν 41 χρόνια), μπορώ να πω πως… ανατρίχιασα. Το περιστατικό ή μάλλον τα περιστατικά είναι παράξενα, μα είναι πέρα για πέρα αληθινά. Διηγήθηκα την ιστορία σε μια φίλη, που αρέσκεται να ασχολείται με τις παραδοξότητες, και μου είπε να το ψάξω. «Καλά» της είπα, «στο ανέφερα επειδή εσύ τα γουστάρεις κάτι τέτοια, εγώ… ξέρεις, δεν ασχολούμαι». «Γράψε το στο blog τουλάχιστον», μου είπε «θα έχει ενδιαφέρον…». Το γράφω τώρα…
Ξεφυλλίζοντας ένα τεύχος του περιοδικού Κούρος (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος του 1971) έπεσα πάνω σε μια παρουσίαση της Μπίλης Βέμη από τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Η νεαρή ποιήτρια, τότε μόλις 17 ετών, είχε στείλει ένα απέριττο βιογραφικό και μερικά ποιήματα προς δημοσίευση στον Κούρο, τα οποία ο Χρηστάκης εξετίμησε σημειώνοντας τα ακόλουθα: «Η Μπίλη Βέμη γράφει από 12 ετών. 13 προς 14 εξέδωσε ποιητική συλλογή με τίτλο ‘Νέλτο’, σήμερα πριν τελειώσει το γυμνάσιο εξέδωσε νέα συλλογή με τίτλο ‘Ο κόκορας τον θεμελίων’. Δημοσιεύουμε δύο (σ.σ. δηλαδή τρία) ποιήματα, επισημαίνοντας την ποίησή της , που πέτυχε ό,τι αγωνίζονται να πετύχουν οι έλληνες: υπερβατικές καταστάσεις».

Ο κόκορας των θεμελίων

Ήσυχα ήσυχα
άνοιξε η καταπακτή
που οδηγούσε στο βάθος του σπιτιού
καθόταν εκεί και τραγουδούσε
χωρίς το χυμένο αίμα του
ο κόκορας των θεμελίων

Απ’ την καταπακτή
χάθηκαν πρώτα τα ποντίκια
έφτασαν κοντά στον τραγουδιστή
και πέθαναν
μετά κατέβηκαν ο σκύλος
και η γάτα
και πέθαναν
ο παππούς και η μητέρα
και πέθαναν
ο πατέρας και ο μεγάλος αδερφός
με τη σειρά
κι όταν ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα
τραβήχτηκαν και τα παιδιά

Ήταν το πιο κρυφό μέρος του σπιτιού

Εκεί άλλαζαν βάρδιες κι αγρυπνούσαν τα παιδιά
μεταγγίζοντας χυμό απ’ τους νεκρούς
στις φλέβες του πουλιού
να φέγγει το τραγούδι του
τη νύχτα

Μία μέρα αργότερα, την επομένη δηλαδή, έπεσε στα χέρια μου το πιο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Εντευκτήριο (#98, 8-10/2012). Αν ξεφύλλιζα το συγκεκριμένο τεύχος μετά από ένα μήνα, ή έστω μια βδομάδα, μπορεί να μη θυμόμουν την περίπτωση τής Βέμη (και βεβαίως τ’ όνομά της). Όμως, αφού το είχα διαβάσει (το όνομά της) την προηγουμένη ακριβώς στον Κούρο αποκλείεται να το ξεχνούσα μέσα σε μια μέρα. Το κείμενο στο Εντευκτήριο ήταν σε μαύρο φόντο, ξερό, αναγγέλοντας, απλώς, το μοιραίο… «Μπίλη Βέμη, (Στρυμωνοχώρι Σερρών, 12.11.1954 – Βερολίνο, 11.12.2012)». Πάγωσα. Την μια μέρα ένα περιοδικό, 40+ χρόνια παλαιό, με πληροφορούσε για την ύπαρξη τής καλής ποιήτριας και την επομένη ένα άλλο περιοδικό, σημερινό, με πληροφορούσε για τον θάνατό της.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

BABY TRIO urban jazz

Αν και δεν είχα από πουθενά καμμίαεσωτερική πληροφόρηση ήμουν σίγουρος πως το καινούριο άλμπουμ του Baby Trio (Γιώργος Κοντραφούρης και Συντροφία), το “Urban Jazz” [Puzzlemusik, 2012], δεν θα είχε ουδεμία σχέση ούτε με το EP “A New Snack” [Puzzlemusik, 2008], ούτε με το full-length CD “The Main Course” [Puzzlemusik, 2009]. Θέλω να πω –έχοντας δει και το σχήμα 2-3 φορές live στο μεσοδιάστημα– πως, από τη μια μεριά, υπάρχει μία εξέλιξη, μία μετάβαση σε ακόμη πιο «προσωπικά» πράγματα, και από την άλλη μία διάθεση να ερευνηθούν οι… ήχοι της πόλης, να μετατραπεί σε ακόμη πιο… street η jazz του τρίο. Τρίο; Βασικά, ναι. Ο Γιώργος Κοντραφούρης είναι πάντα στο όργανο, στο πιάνο, στα keyboards και στα live electronics, ο Κωνσταντίνος Στουραΐτης παίζει τις κιθάρες και ο Βασίλης Ποδαράς είναι ο ντράμερ. Από ’κει και πέρα υπάρχουν δύο tracks, στα οποία ακούγεται ο προηγούμενος κιθαρίστας του σχήματος, ο Αλέξανδρος Βήχος, ενώ υπάρχει ακόμη τραγούδι (άδει ο Dean Bowman – από τις ηγετικές φιγούρες της νεοϋορκέζικης downtown scene ήδη από τις αρχές του ’90), τρομπόνι (Αντώνης Ανδρέου) και πρόσθετα κρουστά (Άγγελος Πολυχρόνου).
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Urban jazz”, ένα track στο soul-jazz στυλ (εκσυγχρονισμένο, βεβαίως, μέσω των vibes του τώρα) με δυνατό τρομπόνι από τον Ανδρέου, ωραία κρουστή διαχείριση και με τους Κοντραφούρη, Στουραΐτη να συνοδεύουν, βγαίνοντας όμως και «μπροστά». Το “Jazz is…” χαρακτηρίζεται από τα… νεοϋορκέζικα φωνητικά του Bowman. Η κουλτούρα του δρόμου είναι πανταχού παρούσα, σ’ ένα old school soul-funk κομμάτι, που θυμίζει early 70s Oscar Brown, Jr. Το λιγότερο από δύο λεπτά “Prelude from a far asteroid” είναι ό,τι λέει ο τίτλος του· ένα πρελούδιο που δίνει την ευκαιρία στον Κοντραφούρη να αυτοσχεδιάσει στο πιάνο, προσφέροντας μία πανικόβλητη εισαγωγή εκείνου που θ’ ακολουθήσει. “Blues from a far asteroid” λοιπόν και… να στ’ αυτιά μας ένα 7λεπτο extra groovy track, με ποικιλία κίμπορντ (όχι μόνο hammond δηλαδή) και με τρομερή δουλειά από τον Κοντραφούρη στο… μπάσο. Το “The messenger - for McCoy Tyner” είναι ένα κομμάτι με φωνητικά. Ο Bowman είναι εξαιρετικός γι’ ακόμη μία φορά, όπως και ο αρχηγός στο όργανο (με το ωραίο σόλο του). Το “Dont be so cool” είναι μία από τις πιο συναρπαστικές συνθέσεις του άλμπουμ. Ένα soul κατά βάση κομμάτι που φέρνει στο προσκήνιο κάτι από τον ήχο της Stax (δεν ευθύνεται μόνο το τρομπόνι, του Ανδρέου και τα κρουστά του Πολυχρόνου), παρ’ όλες τις electronic αποκλίσεις του. Το σχεδόν τρίλεπτο “Time Angel meets Billy Pod” έχει έναν κάπως progressive χαρακτήρα, ανακαλώντας στη μνήμη μου το fusion των Jade Warrior, την ώρα που το “The other theme” μάς επαναφέρει σε πιο οικεία acid περιβάλλοντα. Το προτελευταίο track έχει τίτλο “Undercover prelude” και στηρίζεται σε μία deep-funky γραμμή. Ρυθμικότατο, χορευτικότατο, με το πιάνο (αντί του hammond) να πρωταγωνιστεί, είναι ό,τι πρέπει για εισαγωγή στο έσχατο “Undercover” – ένα κομμάτι που δείχνει, συν τοις άλλοις, και την αγάπη του Κοντραφούρη (είναι ο συνθέτης) για το τρομπόνι. Ο Ανδρέου έχει φυσικά τη μερίδα του λιονταριού, αλλά και ο Στουραΐτης έχει χώρο για ν’ απλώσει το δικό το σόλο, όπως και ο Κοντραφούρης που… γρυλλίζει υπογείως, φτιάχνοντας παιγνίδι.
Το “Urban Jazz” είναι ένα πολύ καλό CD, που φανερώνει δύο κυρίως πράγματα. Την επαφή του Baby Trio με την καθημερινή, ή εν πάση περιπτώσει την τακτή, ζωντανή άσκηση και βεβαίως τις δυνατότητες της εγχώριας σκηνής, που δεν έχει να ζηλέψει και πολλά όσον αφορά στο πάθος και την ποικιλία από τις σκηνές του εξωτερικού (όσο μπορώ να κρίνω από τη δισκογραφία δηλαδή). Πάμε καλά! Πάμε μπροστά!
Επαφή: puzzlemuzik@gmail.com

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

ERDEM HELVACIOĞLU προετοιμασμένο πιάνο

Έχω γράψει κι άλλες φορές (και στο blog και στο Jazz & Tζαζ) για τον τούρκο κιθαρίστα-πειραματιστή Erdem Helvacıoğlu, με αφορμή ποικίλες ηχογραφήσεις του, ξεκινώντας από το “Altered Realities” (2006) και το “Wounded Breath” (2008) και φθάνοντας μέχρι τις συνεργασίες του με τον Per Boysen στο “Sub City 2064” (2010), την Ros Bandt στο “Black Falcon” (2010) και την Sirin Pancaroglu στοResonating Universes” (2011). O Erdem Helvacıoğlu, ο οποίος πριν από ένα χρόνο περίπου (τον Απρίλιο του ’12) επισκέφθηκε την Αθήνα, παρουσιάζοντας δουλειά του στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, έχει μία συνεχή και πυκνή δραστηριότητα, που καλύπτει τόσο τις παραστάσεις (προφανές), όσο και τη δισκογραφία (ακόμη πιο προφανές!). Αρκεί να πω μόνον πως, μέσα στο 2012, κυκλοφόρησε έξι τουλάχιστον άλμπουμ, είτε σόλο, είτε σε συνεργασία με κάποιον άλλον! Για δύο απ’ αυτά θα πω λίγα λόγια στη συνέχεια
Το ARTER-space for art είναι ένας πολιτιστικός χώρος (με κατεύθυνση τη σύγχρονη Τέχνη και την πρωτοπορία), που άνοιξε τον Μάιο του 2010 στη συνοικία Beyoğlu της Κωνσταντινούπολης. Εκεί, στο διάστημα 10-26/2/2012 παρουσιάστηκε το project τού Erdem Helvacıoğlu Freedom to the Black, ένα δεκάλεπτο έργο, όσον αφορά στο ηχητικό του μέρος επηρεασμένο από το “Piano Piece” του George Maciunas (1931-1978) –κεντρική φιγούρα του κινήματος Fluxus–, που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά το 1970, από τον γάλλο ντανταϊστή καλλιτέχνη (ας τον πω έτσι) Ben Vautier. Η βασική ιδέα του “Piano Piece” ήταν να καρφωθούν, ένα προς ένα, τα λευκά πλήκτρα ενός όρθιου πιάνου, αφήνοντας ελεύθερα προς κίνηση μόνον τα μαύρα (ο συμβολισμός ήταν προφανής). Ο Helvacıoğlu χρησιμοποίησε ηχογραφήσεις εκείνου του πρώτου πιάνου, το οποίο εκτιθόταν συγχρόνως στο ARTER και τις οποίες «εμπλούτισε», παρεμβαίνοντας στο σώμα και στα… σπλάχνα τού οργάνου με ψαλίδια, ωτοασπίδες, παιγνίδια, μπαγκέτες, σφυριά, κατσαβίδια και διάφορα άλλα αντικείμενα, καταγράφοντας τη βοηθεία 17 μικροφώνων κι ενός λογισμικού το τελικό αποτέλεσμα. Το ακουστικό ενδιαφέρον είναι αναμενόμενο. Πρόκειται για ένα εξωφρενικής έντασης και δύναμης track που σμπαραλιάζει την ακοή (χωρίς να είναι θόρυβος), υποβοηθούμενο από την μοναδική καθαρότητα και το πολυεπίπεδο τής ηχογράφησης. Άκουσα το CD σε απλό στερεοφωνικό, αλλά το πήγα και σε φίλο που διαθέτει τετραφωνικό σύστημα για να το ακούσω όπως πρέπει.... Το δισκάκι “Freedom to the Black” είναι ένθετο στο φερώνυμο 74 σελίδων δίγλωσσο βιβλίο (τουρκική/αγγλική), το οποίον περιέχει κείμενο του Melih Fereli (από το ARTER) για το έργο και την ιστορία του, εικόνες με όλα τα συμπράγκαλα της έκθεσης, καθώς και μία εκτεταμένη και πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη τού Helvacıoğlu (στον Fereli).
Όντας μέσα στο… προετοιμασμένο-πιάνο κλίμα, ο Helvacıoğlu κυκλοφόρησε μέσα στο ’12 ένα πλήρες άλμπουμ 48λεπτης διάρκειας, υπό τον τίτλο Eleven Short Stories στην αμερικανική εταιρεία Innova Recordings· βασικά ένδεκα prepared ασκήσεις, που έχουν κινηματογραφική αφετηρία. Όπως λέει ο ίδιος ο τούρκος πειραματιστής την αφορμή την πήρε από το έργο (από την εντύπωση του γενικότερου έργου και όχι από συγκεκριμένες ταινίες) των Kim Ki-Duk, David Lynch, Krzysztof Kislowski, Θόδωρου Αγγελόπουλου, Jane Campion, Anthony Minghella, Ang Lee, Atom Egoyan, Darren Aronofsky, Alejandro Gonzalez Inarritu και Steven Soderbergh. Το αποτέλεσμα δικαιώνει τον Helvacıoğlu (εντυπωσιακό το “Six clocks in the dim room”), ανεξαρτήτως της κινηματογραφοφιλικής έμπνευσης· καθότι οι αναφορές στον Αγγελόπουλο ή τον Kislowski θα μπορούσε να είναι προφανής, αλλά όχι και στον Kim Ki-Duk ή τον David Lynch.
Τα υπόλοιπα τέσσερα άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο Erdem Helvacıoğlu μέσα στο 2012 είναι τα “Timeless Waves” [Sub Rosa], “Planet X” (με τον Ulrich Merlin) στην Innova, “Fields and Fences” (με τον Bill Walker) στην Far East West και “Erlik Khan” (με τον Bruce Tovsky) στην Periphery.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ Greece Goes Modern

Όταν είχαμε συναντηθεί με τον Μίμη Πλέσσα (πρέπει να ήταν Απρίλιος του 2005) –με αφορμή την επικείμενη (τότε) επανακυκλοφορία του άλμπουμ «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda», που είχε μοιραστεί με το 148-149 τεύχος του Jazz & Τζαζ, τον Ιούλιο του ’05– ένα από τα πρώτα πράγματα που είχα ρωτήσει τον αγαπημένο έλληνα συνθέτη αφορούσε σ’ ένα… μυστήριο δικό του άλμπουμ, που είχε τυπωθεί από την Pan-Vox το 1967 υπό τον hip τίτλο Greece Goes Modern. Είχα πληροφορηθεί διάφορα σχετικά δια στόματός του, αλλά βασικά το γεγονός πως τα master tapes εκείνου του δίσκου ήταν από καιρό χαμένα· όπως χαμένο ήταν και το LP εξάλλου, στη φυσική μορφή του. Είχα ακούσει μερικά θέματα από το “Greece Goes Modern” προ 15ετίας, αντιγραμμένα σε μια κασέτα, αλλά ολάκερο το έργο –γιατί περί έργου επρόκειτο– το άκουσα πριν κανα χρόνο, όταν άρχιζε να το ανεβάζει σταδιακώς ο Nick Pat στο YouTube, αποκαλύπτοντάς μας έναν «άλλο», έναν διαφορετικό Μίμη Πλέσσα. Και να λοιπόν, τώρα, 45-46 χρόνια αργότερα(!) να έρχεται η ώρα της επανέκδοσης εκείνου του άλμπουμ σε 350 αντίτυπα βινυλίου (ήδη sold out – αλλά αυτά που θέλω να γράψω θα τα γράψω), ύστερα από τις συντονισμένες προσπάθειες της εταιρείας B-Other Side, του fanzine Belle Vue, αλλά και του Θανάση Ξανθάκου από το δισκάδικο Plan 59, ο οποίος επιμελήθηκε το νέο mastering. Πρόκειται για γεγονός! Στο πλατώ λοιπόν ένα αντίτυπο τού “Greece Goes Modern”, το οποίον ακούω, τώρα, σαν να είναι η πρώτη φορά.
Το άλμπουμ… συγκροτήθηκε στη βάση μιας διαφήμισης για την μπύρα Fix. Ήταν 1966 όταν ο Μίμης Πλέσσας συμμετείχε στην καμπάνια του συγκεκριμένου προϊόντος, έχοντας την φαεινή ιδέα να εναρμονίσει για… jazz-rock σύνολο δέκα σκοπούς της ελληνικής υπαίθρου, δίνοντάς τους ένα νέο ανεπανάληπτο άρωμα. Χρειαζόταν, φυσικά, ένα συγκρότημα (The Orbiters) για το «ανέβασμα» του έργου, το οποίο βρέθηκε, πάραυτα, στα πρόσωπα των μονίμων συνεργατών τού συνθέτη (Andrea Ortega φλάουτο, σαξόφωνο, Igor Raniets ντραμς, Τίτος Καλλίρης ηλεκτρική κιθάρα, Νίκος Γκίνος κλαρίνο, Ανδρέας Ροδουσάκης κοντραμπάσο, Μίμης Πλέσσας philicorda) και βεβαίως χρειάστηκε η συμβολή του ζεύγους Gesar, οι οποίοι και τύπωσαν, προς χάριν του έλληνα μαέστρου, το πρώτο long play τους στην ετικέτα Pan-Vox. Πόσοι το πήραν τότε χαμπάρι; Πολύ λιγότεροι απ’ όσους θα το ανακαλύψουν σήμερα…
Τι κάνει λοιπόν ο Πλέσσας; Δανείζεται δέκα ελληνικού σκοπούς (χορούς) –δύο από τον Μοριά («Λεμονάκι», «Καλαματιανό»), δύο από την Ήπειρο («Ο Μενούσης», «Βασιλικός»), δύο από τα Επτάνησα («Γιαλό να πας», «Η πέρδικα»), δύο από τη Θεσσαλία («Καραγκούνα», «Τρία παιδιά»), δύο από τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη («Καράβι απ’ τη Χιό», «Κρητικός»)– τους οποίους και προσαρμόζει, με αληθινή έμπνευση, στους ρυθμούς της εποχής (το shake βασικά, αλλά και την bossa-nova, δίχως ν’ αφήνει την jazz εκτός σχεδιασμού), παίρνοντας από τα μέλη τού γκρουπ πρώτης τάξεως παιξίματα (οι fuzzy κιθάρες του Καλλίρη π.χ. είναι μάλλον πρωτάκουστες για την Ελλάδα του ’66-’67). Το αποτέλεσμα είναι, γενικώς και ειδικώς, απίθανο! Ο «Μενούσης», η «Καραγκούνα», τα «Τρία παιδιά», ο «Βασιλικός» (που θα μπορούσε να θυμίζει και… Mode Plagal!) είναι πολύ μπροστά για-και-από την εποχή τους και όσον αφορά στην ιδέα (να αποδοθούν δηλαδή παραδοσιακοί σκοποί με ηλεκτρικά όργανα), αλλά και όσον αφορά στην εκτέλεση. Κάποτε λέγαμε για τον Σαββόπουλο, την Κωχ, αργότερα για τον Παπάζογλου, τον Πορτοκάλογλου, και δεν ξέρω ’γω για ποιους άλλους ακόμη, που έπαιξαν στο ίδιο ή σε παρόμοιο «γήπεδο». Μπορεί ο Πλέσσας να μην ήταν ο πρώτος που το επιχείρησε (είχαν προηγηθεί οι Forminx ας πούμε με το “Madjouranas shake” το 1965), ήταν όμως ο πρώτος που το ανέπτυξε σε πλήρη μορφή, έχοντας προηγηθεί όλων των προαναφερομένων. Ενώ, και όσον αφορά στη δισκογραφία, το “Greece Goes Modern” μόνο με το «Χωρίς Σύνορα» των Κυριάκου Σφέτσα/Greek Fusion Orchestra θα μπορούσε να συγκριθεί· ασχέτως αν και από ’κείνο προηγείται κατά 13 ολόκληρα χρόνια…

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ πριν την ώρα τους

Πόσους λόγους παραπάνω θα πρέπει να έχουν οι Κύπριοι για να μας σιχαίνονται; Παραδώσαμε, με το έγκλημα της χούντας, το 37% του νησιού στους Τούρκους (πέραν των νεκρών και των αγνοουμένων), «κουρέψαμε», δηλαδή εξαφανίσαμε με το PSI κεφάλαιο ίσο με το 20% του ΑΕΠ της χώρας, σπρώχνοντας το νησί στην οικονομική καταστροφή και τώρα τι; Ποια είναι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης στο ζήτημα; Σπεύδει, προφανώς, να συμφωνήσει μ’ εκείνο που πρότειναν οι Γερμανοί, αλλά συμπαραστέκεται (νοερώς) στους Κυπρίους; Οποία κοροϊδία, οποία αισχύνη. Οι άνθρωποι δεν δέχονται ούτε να συζητήσουν στη Βουλή, επειδή, λένε, πως ο ΣΥΡΙΖΑ, που ζήτησε την κουβέντα, είχε αναφερθεί προεκλογικώς σε «κούρεμα» των ελληνικών καταθέσεων! Και λοιπόν; Είναι σοβαρός λόγος αυτός, για να μην συζητηθεί ένα τέτοιο ζήτημα; Αλλά και τι να πουν οι “yes men” της κυρίας Merkel;
Ένα είναι σίγουρο, με την εν Ελλάδι γελοιότητα. Αν το «κούρεμα» στις καταθέσεις επιβαλλόταν σ’ εμάς, θα είχε ψηφιστεί… χθες, χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι. Οι Κύπριοι όμως το παλεύουν (όπως πάλεψαν και με το κατάπτυστο Σχέδιο Annan), παρότι όλοι τους είχαν ξεγραμμένους, μετά από τα (απαράδεκτα) γερμανικά τελεσίγραφα. Για να δούμε πώς θα καταλήξει αυτή η ιστορία…

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

greek jazz & beyond…

Ρίχνοντας μια ματιά στο ονόματα των μουσικών που αποτελούν το DKQ (Dimitris Kakavoulis Quartet) και που αναγράφονται στο μέσα μέρος του digipak Curves[Private Pressing, 2012], αναγνώρισα εκείνα του τενορίστα Δημήτρη Κόλλια (μέλος παλαιότερα των Pyros Ether) και του μπασίστα Περικλή Τριβόλη (από τους Nukeleus του Σάμι Αμίρη)· οι υπόλοιποι δύο που αποτελούν τους DKQ είναι ο Δημήτρης Κακαβούλης πιάνο και ο Λέανδρος Φράτνικ τύμπανα.
Αν και το μπροστινό μέρος του cover με παραπέμπει σε εξώφυλλα spiritual jazz από τα late 60s-early 70s, η μουσική του αθηναϊκού γκρουπ είναι περισσότερο γήινη, παρουσιάζοντας ισχυρούς δεσμούς τόσο με την ελληνική παράδοση («Σιγανοπαπαδιά»), όσο και με το γενικότερο latin (“Mondo azul”) και το κλασικό hard bop (“DoDeDahDum”) με τις όποιες blues ή αφρικανικές αναφορές. Η ουσία, σε κάθε περίπτωση, είναι πως έχουμε να κάνουμε, για ακόμη μια φορά, μ’ έναν καλοπαιγμένο και καλοηχογραφημένο ελληνικό δίσκο, που δείχνει (και αυτός) τις δυνατότητες και τα ποικίλα «πρόσωπα» της σκηνής. Στην «Σιγανοπαπαδιά» φερ’ ειπείν καταγράφεται η δύναμη και η ικανότητα του γκρουπ να οικειοποιείται παραδοσιακά μοτίβο, επεξεργασμένα με άψογο τρόπο από αρμονικής πλευράς ανακαλώντας στη μνήμη μου ένα έργο ορόσημο του στυλ, το «Χωρίς Σύνορα» [EMI/ Columbia, 1980] του Κυριάκου Σφέτσα. Από την άλλη, σε κομμάτια όπως το “Conviction in blue” δείχνουν πόσο ωραία τα καταφέρνουν και στον μελωδικό τομέα (στα tracks δεν υπάρχουν credits, άρα να υποθέσω πως η δουλειά είναι ομαδική), με τα soli και τους αυτοσχεδιασμούς να πατούν γερά πάνω στη μελωδία, αποτυπώνοντας ένα ωραίο κομμάτι «σύγχρονης», ας την πω έτσι, jazz. Αλλά και όταν αποφασίζουν να επιταχύνουν, όπως στο “Now what you thought”, οι DKQ αποδεικνύονται «μανούλες». Με rhythm section στην αρχή σε μπάσο-ντραμς-πιάνο και με σολιστικό όργανο το τενόρο και εν συνεχεία σε μπάσο-ντραμς και με σολιστικό το πιάνο οι τέσσερις μουσικοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, παρουσιάζοντας ένα άψογο κομμάτι. Το “Curves” θα ολοκληρωθεί με το «Βράδυασε», ένα track που ξεκινά με σόλο πιάνο (θυμίζει Ran Blake), για να ολοκληρωθεί με όλο το γκρουπ παρόν και με το τενόρο και το πιάνο να αυτοσχεδιάζουν διαδοχικώς πάνω σε μιαν ισχυρή ρυθμική βάση.
Επαφή: rimshot_d@talk21.com
Η ελληνική παροικία στον κατάλογο της Konnex αβγατίζει. Μετά τον πιανίστα Αντώνη Ανισέγκο με τα άλμπουμ “Amoebas 5” [Konnex KCD 5131, 2004] και “Phoobsering” [Konnex KCD 5157, 2005] (αυτό με τον Frank Paul Schubert) και τον κιθαρίστα Τάσο Σπηλιωτόπουλο με το “Wait for Dusk” [Konnex kcd 5166, 2006], ένα ακόμη CD, δύο ακόμη έλληνες μουσικοί έρχονται να προστεθούν στο ρόστερ τής γερμανικής εταιρείας. Αναφέρομαι στο άλμπουμ τού Iori Trio που έχει ως τίτλο το όνομά του [Konnex KCD 5290, 2012], ένα σχήμα το οποίον αποτελούν οι Τάσος Σαββόπουλος κιθάρες, Δημήτρης Χρηστίδης ντραμς και ο Σλοβένος Bostjan Simon τενόρο σαξόφωνο. Οι Iori Trio, όπως παρατηρείτε, είναι ένα συγκρότημα χωρίς μπασίστα και πιανίστα. Τούτο τους προσφέρει μιαν επιπρόσθετη ελευθερία, οπωσδήποτε, ίνα κινηθούν σε… αχαρτογράφητους δρόμους, εκεί όπου οι συνεχείς ρυθμικές εναλλαγές, οι «διακεκομμένες» μελωδίες, οι αυθόρμητες εκρήξεις και βεβαίως οι χαμηλές εντάσεις οδηγούν σ’ ένα εξωφρενικό (με τη θετική έννοια το λέω) ώρες-ώρες αποτέλεσμα. Ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα θα ανέφερα το 7λεπτο “Scepter”, που ξεκινά ως ένα αβαντ-γκαρντίστικο free jazz κομμάτι, πριν εξελιχθεί σ’ ένα φλογερό jazz-rock με σαφή ρυθμική δυναμική (έφερε στη μνήμη μου παλαιόν –και όχι μόνον παλαιόν– John Abercrombie). Πολύ καλό. Υπάρχουν φυσικά και τα πιο low-profile θέματα, όπως το “Equanimity”, το “Debonair” με τις «κρατημένες» μελωδικές φράσεις του σαξοφώνου, τις ωραίες αρμονικές προσαρμογές και τον υποβολιμαίο ρυθμικό ρόλο της κιθάρας (πριν μπει κι αυτή στο παιγνίδι των soli), αλλά κυρίως το έσχατο “Ubi sunt” (πρόκειται για ένα track για σόλο ηλεκτρική κιθάρα), το οποίον αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις συνθετικές-αυτοσχεδιαστικές ικανότητες του Τάσου Σαββόπουλου (την απόπειρά του δηλαδή να συνομιλήσει με τον εαυτό του, μέσα σ’ ένα κλίμα… ασκητικής προσήλωσης).
Επαφή: www.konnex-records.de
Είναι πολύ τιμητικό για μία πρωταφανέρωτη ελληνική (swinging) μπάντα να συμμετέχει με τραγούδι της σε συλλογή «ξένης» εταιρείας μαζί με κομμάτια των Jamie Cullum, Bryan Ferry, Eartha Kitt, Anita ODay, The Puppini Sisters κ.ά. Για τους Speakeasies Swing Band ο λόγος, που σχηματίστηκαν πριν τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, και στο τραγούδι τους “Bright lights late nights”, το οποίο ακούγεται στο γερμανικό άλμπουμ “Swing Style Vol.3” [Lolas World, 2012]. Ταυτοχρόνως με την «έξω» παρουσία τους, οι έλληνες μουσικοί κυκλοφόρησαν κι ένα 12ινστσο βινύλιο (500 αντίτυπα) με τέσσερα κομμάτια τους υπό τον τίτλο Bathtub Gin[Liquid Bass, 2012], στο οποίο καινοτομούν· καινοτομούν επί της ουσίας δηλαδή. Που έγκειται η πρωτοτυπία τους; Στο γεγονός ότι εν αντιθέσει με τα περισσότερα από τα ελληνικά swinging γκρουπ του καιρού μας δεν προβάλλονται μέσα από διασκευές «κλασικών» κομματιών της ιστορίας, επιχειρώντας να γράψουν δικά τους τραγούδια, κάποια εκ των οποίων (ένα εκ των οποίων) έχει και ελληνικό στίχο! Φυσικά, swing με ελληνικό στίχο ακούν οι Έλληνες από τη δεκαετία του ’30, τούτον όμως επ’ ουδενί δεν μειώνει την προσπάθεια των Speakeasies Swing Band να διαμορφώσουν ένα νέο πρότυπο σουινγκάτης δυναμικής (παρότι οι λέξεις δεν ακούγονται όλες, ολοκληρωμένες και όπως πρέπει), που να αφορά στο σήμερα· καθότι «Η ιστορία του Ζορμπά», ενός άλλου Ζορμπά (όχι του γνωστού), θα μπορούσε να είναι και σημερινή (με τους πάσης φύσεως γκλαμουράτους απατεώνες, που κατέκλυσαν τη χώρα – νησιωτική τε και ηπειρωτική). Όμως και τα αγγλόφωνα κομμάτια της μπάντας είναι μια χαρά, δείχνοντας πως οι Speakeasies Swing Band (Κατερίνα Σισίννι φωνητικά, Παναγιώτης Καρνούτσος σόλο κιθάρα, Γιάννης Νταλιάνης ρυθμική κιθάρα, Παναγιώτης Βουλγαράκης κοντραμπάσο, Ηλίας Γκίρμπας κλαρινέτο, Θάνος Αναγνωστόπουλος βιολί, Μανώλης Σταματιάδης πιάνο, Στέργιος Κόιας ντραμς) είναι μουσικοί που ξέρουν τι ζητούν, προβαίνοντας από καιρού εις καιρόν και στις λελογισμένες ενορχηστρωτικές ανατροπές, δίχως να επηρεάζεται το γενικότερο πλάνο (στη θερεμίνη της May Roosevelt στο εξαιρετικό “Black swamp village” αναφέρομαι).
Επαφή: contact@liquidbass.gr
Από το site της εταιρείας Hidden Track διαβάζω το βιογραφικό τού κιθαρίστα Τάσου Τσαλαπάτη: «Ο Τσαλαπάτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Ξεκίνησε σε μικρή ηλικία μαθήματα κλασικής κιθάρας και πιάνου. Συνέχισε με μαθήματα ηλεκτρικής κιθάρας με καθηγητή τον Γιάννη Δρόλαπα και jazz κιθάρας με καθηγητή τον Παναγιώτη Σαμαρά. Έχει συμμετάσχει στην Bienalle νέων μουσικών στην Αθήνα το 2001 κα έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με τους Pat Mαrtino, John Scofield και Mike Stern. Εμφανίζεται για πολλά χρόνια με το κουαρτέτο του, παρουσιάζοντας τις συνθέσεις του στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας». Εκείνο που παρουσιάζει ο Tassos Tsalapatis στο άλμπουμ του Heterotopia [Hidden Track, 2011] είναι μία σειρά groovy συνθέσεων –επτά δικές του και μία του κιμπορντίστα του γκρουπ Μιχάλη Κατσαρού–, οι οποίες πάλλονται τη βοηθεία acid, latin, contemporary, electro-jazz ακόμη και reggae ηχοχρωμάτων. Οι τέσσερις μουσικοί (Τσαλαπάτης κιθάρες, Κατσαρός πιάνο, keyboards, Παρασκευάς Κίτσος μπάσο, Σπύρος Καραμήτσος ντραμς) απόλυτοι κυρίαρχοι των οργάνων τους εμφανίζονται με τη σιγουριά του επαγγελματία, βοηθώντας περαιτέρω με τα παιξίματά τους στην ανάδειξη του υλικού. Καλοφτιαγμένο και ευχάριστο άλμπουμ, προσεγμένο και στον τομέα ηχογράφησης-παραγωγής, που δείχνει (και αυτό) το υψηλό επίπεδο της εγχώριας jazz σκηνής.
Επαφή: www.hiddentrack.gr
«Το Σεπτέμβριο του 2009, μετά από την καταστροφική πυρκαγιά στην Πεντέλη, η πρώτη μορφή ζωής που ξεπήδησε μέσα από τις στάχτες, ήτανε τα κυκλάμινα. Σαν νότες μίας αισιόδοξης μουσικής προσπαθούσαν να αλλάξουν τη διάθεση που μου προκαλούσε η θέα του καμμένου τοπίου. Και πάντα το κατάφερναν». Αυτό το μικρό σημείωμα, εν είδει επεξήγησης, αναγράφεται στο booklet του άλμπουμ «φτάνουν λίγες νότες… για ν’ αλλάξει ο κόσμος» [Protasis, 2011] του πιανίστα (και συνθέτη) Κώστα Μπουκουβάλα. Πρόκειται για μία σειρά δώδεκα πιανιστικών συνθέσεων-ασκήσεων, συνολικής διάρκειας 57 λεπτών, ρομαντικής οπωσδήποτε εκκίνησης και αναλόγου (ρομαντικού) περιεχομένου. Βεβαίως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν λίγες νότες, ή έστω περισσότερες, έστω και πιανιστικές, είναι ποτέ δυνατόν να μεταβάλλουν τη ροή του κόσμου; Φρονώ πως ο Μπουκουβάλας αναφέρεται σε μία εσωτερική επανάσταση/ανάταση (του ατόμου), η οποία δύναται να υποβάλλεται από την αέναη δύναμη της φύσης, από την ικανότητά της εν ολίγοις να ανασυντίθεται από τις στάχτες της. Αν είναι έτσι, τότε εντάξει. Η μουσική όντως μπορεί να ομορφύνει τη ζωή μας· και γιατί όχι και η συγκεκριμένη μουσική που έχει τη χαρά της αφήγησης και τη χάρη της ονειροπόλησης.
Συνεχίζω αυτή την γραπτή/ ηχητική περιπέτεια μ’ ένα παράξενο άλμπουμ, το Bass Fairy Tales[Subways, rec. 5/2011] των Δημήτρη Οικονομάκη (Dimitris Ikonomakis) και Τάκη Καπογιάννη (Takis Kapogiannis), έναν instrumental δίσκο, που έχει ως βάση του το κοντραμπάσο (με δοξάρι από τον Καπογιάννη, με τσίμπημα από τον Οικονομάκη). Jazz δίσκος; Θα μπορούσε να το πούμε, αλλά όχι μόνον jazz. Υπάρχουν κλασικά, ρομαντικά/μελωδικά, ισπανικά, tango και λοιπά folk στοιχεία, τα οποία αναδύονται από το εκάστοτε setting. Κι εδώ είναι μία ακόμη ιδιαιτερότητα του “Bass Fairy Tales”. Σε κάθε σύνθεση, από την πρώτη έως την εβδόμη, προστίθεται διαδοχικώς κι ένα διαφορετικό όργανο. Έτσι, στην πρώτη (“Solo”) ακούμε μόνο κοντραμπάσο, στη δεύτερη (“Duet”) κοντραμπάσο και κιθάρα, στην τρίτη (“Trio”) κοντραμπάσο, κιθάρα και φλάουτο, στην τέταρτη (“Quartet”) κοντραμπάσο, κιθάρα, ακορντίνα, σοπράνο σαξόφωνο κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα είναι στιγμές-στιγμές συναρπαστικό, υπό την έννοια ότι ενώ αντιλαμβάνεσαι διαρκώς την παρουσία του βαθυχόρδου ως κάτι σαφές και «κάθετο», διαπιστώνεις παραλλήλως και την ιδιότητα τού οργάνου να στήνει, μόνο του κατ’ ουσίαν, ένα πολυμορφικό σκηνικό, επί του οποίου συμβάλλουν τα επιμέρους ηχοχρώματα. Όχι μόνο για τους λάτρεις του οργάνου.
Το τελευταίο CD έχει τίτλο Seven Miles East [Private Pressing, 2012] και μας έρχεται από την Κύπρο. Υπεύθυνοι ο πιανίστας Marios Takoushis και ο μπασίστας Gabriel Karapatakis. Οι δυο τους, μαζί με τον λυράρη Ζαχαρία Σπυριδάκη, τον σαξοφωνίστα David Lynch και τον ντράμερ Στέλιο Ξυδιά εμφανίστηκαν πέρυσι στο 12th European Jazz Festival στο Γκάζι, δίνοντας μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της διοργάνωσης. Τώρα, έχω στο πλατώ το δεύτερο CD τους, ηχογραφημένο προσφάτως στη Μεγαλόνησο από τους ίδιους μουσικούς. Η jazz των Τακούση/ Καραπατάκη (συνθέτες ολάκερου του υλικού) είναι πολυδιάστατη. Χονδρικώς, θα την αποκαλούσα ethnic-jazz, δίχως, όμως, να την προσδιορίζω στις λεπτομέρειές της. Υπάρχει μία μεσογειακή αίσθηση (που μπορεί να περιλαμβάνει από την Κρήτη και την Κύπρο, έως και τα ασιατικά μεσογειακά παράλια), υπάρχει ο μελωδικός διάκοσμος που είναι παντού και πάντα φανερός (με κορυφαία στιγμή, ίσως, «Το βαλς του ξεχασμένου Απρίλη»), αλλά από ’κει και πέρα υπάρχει μία επεξεργασία και μία ανάπτυξη των θεμάτων που φανερώνει μουσικούς με ιδιαίτερη έφεση όχι μόνο στη σύνθεση, αλλά και στον αυτοσχεδιασμό. Τούτο δε το διαπιστώνει ο καθείς ακούγοντας μία προς μία όλες τις συνθέσεις. Από το εισαγωγικό “Lazarus smile” (με τα scat/ συνοδευτικά φωνητικά του Τακούση να τονίζουν και με το παραπάνω τη «γλυκιά» μελωδία) και το 11λεπτο “Three steps above” (με τη στακάτη ρυθμική εισαγωγή, τα «έξω» ηχοχρώματα της κρητικής λύρας και την μελετημένη ανάπτυξη), μέχρι τα trad μοτίβο τού «Στα λόγια του γιασεμιού», το duo (πιάνο, μπάσο) τού “Seven moments in a clear day” και το 13λεπτο ζωντανό East lost garden” (ένα από τα κομμάτια που φανερώνουν το ταλέντο των κυπρίων μουσικών και των συνεργατών τους στο να διαχειρίζονται τη μεγάλη φόρμα, με ξεχωριστό αποτέλεσμα) ένα είναι σίγουρο. Οι Τακούσης/ Καραπατάκης θα μας απασχολήσουν και στο μέλλον με αναπάντεχα ακούσματα.
Επαφή: www.mt-gk.com

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ αυτοβιογραφία

Πριν λίγες ημέρες είχα μία τηλεφωνική συζήτηση μ’ ένα φίλο, σχετική με την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη. Μου έλεγε πως είχε μπερδευτεί ψάχνοντας στο δίκτυο επειδή –διαβάζοντας διάφορα sites με αντικρουόμενες πληροφορίες– δεν μπορούσε να καταλήξει εν σχέσει με το συγκεκριμένο βιβλίο. Πότε πρωτοβγήκε (είναι προφανές ότι βγήκε το 1973), από ποιον εκδοτικό οίκο (κάποιοι γράφουν για Παπαζήση το ’73, αλλά αυτό είναι λάθος) και αν η επανατύπωση του ’78 ήταν ίδια ακριβώς με την έκδοση του ’73. Εντάξει, όλα αυτά δεν έχουν και πολλή σημασία για κάποιον που θέλει απλώς να απολαύσει μια εξαιρετική αφήγηση (και τίποτα άλλο) –να υπενθυμίσω πως το βιβλίο είχε μοιραστεί και από την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία της 17/10/2009, εδώ και η σχετική ανάρτηση http://diskoryxeion.blogspot.gr/2009/10/blues.html– αλλά υπάρχουν ορισμένοι που το ψάχνουν το θέμα και προς άλλες κατευθύνσεις, θέλοντας να βεβαιωθούν και για τα τυπικά· που ορισμένες φορές δεν είναι και τόσο τυπικά…
η πρώτη ανεξάρτητη έκδοση του 1973
Δεν ξέρω από πού ακριβώς προέρχονται οι σχετικές παρεξηγήσεις (πιθανώς από πλημμελές ψάξιμο ή αμάθεια), αλλά μπορεί και από κάτι άλλο. Στον πρόλογο του βιβλίου η Αγγελική Β. Κάιλ, που είχε παρουσιάσει το 1973 τη συγκεκριμένη έκδοση γράφει: «Η πολιτική κατάσταση είχε αλλάξει (σ.σ. αναφέρεται στην δικτατορία) και ο Μάρκος δεν ήθελε να υποβάλλει την ιστορία της ζωής του στην προληπτική λογοκρισία. Ήταν σίγουρος ότι δεν θα επιτρεπόταν η έκδοσή της. ‘Δεν το παίρνεις να το βγάλεις εκεί στην Αμερική που είναι ελεύθερα;’»
Δεν ξέρω, αλλά πιθανώς ορισμένοι να παρερμηνεύουν το σχετικό σημείο και να νομίζουν πως το βιβλίο, με τις χασισοπεριγραφές και τους τεκέδες, ήταν αδύνατον να κυκλοφορούσε επί δικτατορίας και πως τελικώς κυκλοφόρησε το 1978. Πιθανώς –«πιθανώς» λέω– σ’ αυτήν την παγίδα να πέφτει και ο Τέος Ρόμβος, ο οποίος στην πρόσφατη έκδοση Το Αθηναϊκό Underground [ATHENS voice books, Αθήνα 2012] γράφει κάπου: «Εκείνο τον καιρό (σ.σ. το 1978) διάβασα την Aυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη που είχε μόλις κυκλοφορήσει και συγκλονίστηκα». Φυσικά, η Αυτοβιογραφία κυκλοφορούσε από το 1973. 
Λάθος, άλλου τύπου, καταγράφεται και στο δανικό, αλλά στη γλώσσα μας γραμμένο βιβλίο των Suzanne Aulin & Peter Vejleskov Χασικλίδικα Ρεμπέτικα Ανθολογία-Ανάλυση-Σχόλια [Museum Tusculanum Press/ University of Copenhagen, Copenhagen 1991]. Στη βιβλιογραφία του αναφέρεται ως πρώτη έκδοση στον Παπαζήση το 1973 και ως δεύτερη (ξανά στον Παπαζήση) το 1978. Στην πραγματικότητα η πρώτη έκδοση είναι ανεξάρτητη, ιδιωτική, αυτοέκδοση (πείτε την όπως θέλετε) της Αγγέλας Κάιλ.
Ρίχνοντας μια ματιά εκ των υστέρων στο δίκτυο –μετά την κουβέντα με τον φίλο δηλαδή– διαπίστωσα και άλλα τινά. Πρώτον, πως δεν υπάρχει ούτε μια φωτογραφία του εξωφύλλου της πρώτης-πρώτης έκδοσης (σαν να μην υφίσταται), παρά μόνον εκείνη των εκδόσεων Παπαζήση (κρατώ πάντως μιαν επιφύλαξη επειδή μπορεί και να μην έψαξα καλά). Δεύτερον, υπάρχουν πάμπολλα sites που βρίθουν από ποικίλες ανακρίβειες. Το πιο χοντρό; Στο σχετικό λήμμα της Wikipedia διαβάζουμε στις πηγές το εξής: «Markos Vamvakaris - Autobiography (Μάρκος Βαμβακάρης- Αυτοβιογραφία - Εκδ. Παπαζήση, 1978) published by Papazisi, 1978 (in Greek)». Σ’ ένα επίσημο site, από τα πλέον δημοφιλή του internet (και πρώτο σε πρόσβαση για τους μη Έλληνες) δεν καταγράφεται η έκδοση του 1973, αλλά μόνον εκείνη του ’78.
Τέλος πάντων. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1973, σε ασπρόμαυρο εξώφυλλο (χωρίς τα κόκκινα γράμματα του Παπαζήση), με τη χαρακτηριστική κεφάλα του Μάρκου και χωρίς το όνομα της Αγγέλας Κάιλ στο μπροστινό μέρος του εξωφύλλου (αναγραφόταν πίσω, στο κάτω μέρος). Είχε δε 333 σελίδες. Ακριβώς τις ίδιες με την έκδοση του Παπαζήση (1978), ακριβώς τις ίδιες με την έκδοση της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας το 2009 (στην οποίαν έκδοση έχει διατηρηθεί και το πολυτονικό – δεν θα κάθονταν, φυσικά, οι της εφημερίδας να δακτυλογραφήσουν ξανά το κείμενο).
η δεύτερη έκδοση στον Παπαζήση το 1978
Κι επειδή έχουμε αποκριά, ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίον ο Μάρκος αναφέρεται στη συριανή αποκριά, όταν ήταν παιδί, στην δεκαετία του 1910…
«Οι αποκριές εκεί κρατάνε σαράντα μέρες. Όλος ο κόσμος εόρταζε τις αποκριές με τραπέζια, με χαρές, με παιχνίδια, με χίλια δυο. Εγώ τότε ήμουνα μικρός και χόρευα καλά.
Στη Σύρα τότε ο κόσμος αγαπούσε το χορό. Χόρευαν πολλούς χορούς. Της γκάιντας, τους αποκριάτικους αυτούς που μάθαιναν τα ζεμπέκια και χορούς μικρασιάτικους, τούρκικους, της Πόλης και της Θράκης. Αλλά εμείς οι Συριανοί φημιζόμαστε ιδίως για το ζεμπέκικό μας(…).
Τις αποκριές εκεί πέρα εγινόντουσαν τα ζεμπέκια. Μαζευόντουσαν μέχρι σαράντα νομάτοι. Διατηρούσαν χοροδιδασκαλείο. Πριν τις αποκριές δυο μήνες ανοίγαν και μαθαίναν τα ζεμπέκια χασάπικο, σέρβικο, χασαποσέρβικο, ζεμπέκικο. Μέσα σ’ αυτή την κάμαρα μαθαίναμε χορό διάφοροι, όσοι δεν ξέρανε και όσοι ήταν να ντυθούν, να γίνουν ζεμπέκια. Και την Καθαρή Δευτέρα βγαίναμε και τελείωνε. Τα οποία εδώνανε λεφτά για να γίνουν ζεμπέκια. Εκείνο τον καιρό εδώνανε εικοσιπέντε με τριάντα δραχμές, πολλά λεφτά, είχαν αξία τα λεφτά, και κάναν φορεσές από μετάξι. Ντυνόντουσαν με τουζλούκια, με κοντογούνια, με στηθιές, με βράκες και καπέλα ωραία, με μετάξια, με πούλιες με χίλια δυο πράματα, με μαντήλια μεταξωτά. Μα τι να σας πω δηλαδή, αυτό το πράμα μου φαίνεται σαν όνειρο. (…)
Στις σαράντα μέρες, κάθε Κυριακή επληρώναμε μια λατέρνα, οργανάκι που λένε, και μας έπαιζε το οργανάκι και χορεύαμε με τα ζεμπέκια στις αλάνες. (…)
Το οργανάκι δεν έπαιζε τ’ αποκριάτικα. Το οργανάκι έπαιζε βαλς, καντρίλιες, συρτά, καλαματιανά, χασάπικα, ζεμπέκικα, σέρβικα. Αυτού του καιρού. Η Σύρα είχε πολλά οργανάκια. Ήτανε πλημμυρισμένη. (…)
Έπαιζα το τούμπανο απ’ την ηλικία έξι χρονών και ακολουθούσα τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου δε και άσσος από τη γκάιντα, το τουλούμι, το οποίο, επειδής ήτανε φουκαράς ο πατέρας μου και γω ήμουν το μεγαλύτερό του παιδί, όταν ερχόντουσαν οι απόκριες, εφεύγαμε από πάνω από τη Χώρα και κατεβαίναμε κάτω στην Ερμούπολη που ήταν οι ταβέρνες και μέσα πίνανε κρασά διάφοροι τύποι αθρώποι. Γκάιντα ο πατέρας μου, τούμπανο εγώ.(…) Έπαιζα ρυθμούς του συρτού, μπάλους, κρητικά. Αυτά ήταν τα τραγούδια της γκάιντας. Αν είχα τούμπανο τώρα θα σου έκανα όλους τους ρυθμούς. Θυμάμαι τους σκοπούς, όμως όχι τα λόγια. Έπαιξα με τον πατέρα μου τις απόκριες τρεις τέσσερες χρονιές. (…)
Στις αποκριές, Σάββατο και Κυριακή, μπορώ να πω ότι οικονομάγαμε μαζί με τον πατέρα μου τριάντα, σαράντα, πενήντα δραχμές από φιλοδωρήματα. Όπως καθόμαστε εκεί στο τραπέζι βάζανε ένα δίφραγκο, ένα τριάρι. Όλο συρτά έπαιζαν αυτές οι γκάιντες, τα οποία και τώρα ακόμα τα ακούμε αυτά. Μπορεί να τα θυμάμαι γιατί ανακατεύτηκα να μάθω και γκάιντα, την οποίαν έπιασα και εκαθάρισα και έπαιζα, όχι όμως όπως ο πατέρας μου. Αυτό έγινε όταν ήμουνα μικρό παιδί, πριν να φύγω απ’ τη Σύρα. Τραγούδι δεν είχε. Γκάιντα και ταμπούρλο, κι ο κόσμος σηκωνόταν και χόρευε.
Όταν πέρναγε η αποκριά πήγαινε κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Π.χ. έπλεκε κοφίνια, πήγαινε στο κάρβουνο, διάφορες χειρωνακτικές δουλειές».
Όλα καλά λοιπόν… και οι Κύπριοι να μην ξεχνούν. Γιατί, ενώ είναι εκπαιδευμένοι στο να μην ξεχνούν φαίνεται πως κάτι ξέχασαν στην πορεία.