Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

ένα βίντεο του 2004 αποδεικνύει γιατί ο PRINCE, εκτός από σπουδαίος performer, συνθέτης και τραγουδιστής, ήταν και εντυπωσιακός κιθαρίστας

Δεν είναι απαραίτητο να είσαι «παικταράς» για να συνθέσεις μεγάλα τραγούδια. Δεν είναι «παικταράς» ο Bob Dylan ας πούμε, ούτε υπήρξε παικταράς ο John Lennon. Ορισμένες, όμως, φορές το ταλέντο να γράφεις και να παρουσιάζεις ωραία τραγούδια συνδέεται και με την παικτική δεξιοτεχνία, και καμμιά φορά όλα αυτά μαζί «χτυπάνε» κορυφή, όπως στην περίπτωση του Prince.
Το 2004 (ήταν 15 Μαρτίου) σχηματίστηκε ένα στιγμιαίο σούπερ γκρουπ στην Αμερική, στο Waldorf-Astoria Hotel της Νέας Υόρκης, για να καλωσορίσει στις τάξεις τού Rock and Roll Hall of Fame τον ήδη τότε στον… άλλο κόσμο George Harrison.
Στη σκηνή θα βρεθούν για να τιμήσουν τον σπουδαίο Beatle, που είχε γράψει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια των Σκαθαριών (“Here comes the sun”, “Something”, “Taxman”, “It’s all too much”, “While my guitar gently weeps”, “Within’ you without you”…) οι φίλοι του από τους Traveling Wilburys, ο Tom Petty και ο Jeff Lynne δηλαδή, και ακόμη ο Steve Winwood, ο γιός του Dhani Harrison και βεβαίως ο Prince.
Το κομμάτι που επέλεξαν να αποδώσουν live ήταν το θρυλικό “While my guitar gently weeps”, ένα… απλό αριστούργημα από το “The White Album” των Beatles, το οποίο αντιμετωπίστηκε όπως θα του άξιζε. Όπως θα άξιζε και στο τραγούδι, αλλά και στη φήμη όλων αυτών των ανθρώπων.

Η συνέχεια εδώ…

το τεύχος-φάντασμα των ΕΙΚΟΝΩΝ, που επρόκειτο να κυκλοφορήσει την 21/4/1967

Οι παλιές εβδομαδιαίες ΕΙΚΟΝΕΣ των δεκαετιών του ’50 και του ’60 έχουν δύο ζωές. Η πρώτη, επί Ελένης Βλάχου, ξεκινά με το παρθενικό τεύχος του περιοδικού της 31/10/1955 και ολοκληρώνεται με το 599 της 14/4/1967.
Η δεύτερη περίοδος της Πάπυρος Πρεςς κάνει αρχή με το τεύχος 601 της 8/3/1968 και ολοκληρώνεται με το 622, που βρέθηκε στα περίπτερα την 2/8/1968.
Όμως κάτι λείπει ενδιαμέσως. Κάτι απουσιάζει. Υπήρξε ποτέ το τεύχος 600 των ΕΙΚΟΝΩΝ; Πώς, δηλαδή, από το 599, που κυκλοφόρησε μια βδομάδα πριν το πραξικόπημα, πηγαίνουμε στο 601, σχεδόν ένα χρόνο μετά; Τι έγινε εκείνο το… 600; Τυπώθηκε ποτέ ή απλώς παρακάμφθηκε ένα νούμερο… έτσι, για κάποιο λόγο;
Πηγή: royalchronicles.gr
Φίλος που γνωρίζει ότι αυτά τα πράγματα μ’ ενδιαφέρουν και τα ψάχνω μού έστειλε πριν λίγο καιρό ένα link σχετικό, και βεβαίως διαφωτιστικό που αφορούσε στο τεύχος-φάντασμα των ΕΙΚΟΝΩΝ, το υπ’ αριθμόν 600.
Υπάρχει, λοιπόν, μιαν ανάρτηση σ’ ένα βασιλικό site, το royalchronicles.gr, το οποίο δίνει όλες τις απαντήσεις. Κάποιος συλλέκτης, φίλος και θιασώτης προφανώς της εν Ελλάδι μοναρχίας, είχε στην κατοχή του το συγκεκριμένο τεύχος #600 – ένα αληθινό collector’s item, αφού ελάχιστα μόλις αντίτυπά του φαίνεται πως διασώθηκαν. Για ποιο λόγο διασώθηκε το συγκεκριμένο; Ίσως γιατί είχε ένα ακόμη «βασιλικό» εξώφυλλο…
Ήταν γνωστή η προσήλωση της αείμνηστης Ελένης Βλάχου (1911-1995) στον βασιλικό θεσμό. Πολλά τεύχη των ΕΙΚΟΝΩΝ, περισσότερα από 50, είχαν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο «βασιλικά» εξώφυλλα, ενώ τέτοιο ήταν και το #600, αφού εκεί εικονίζονταν, βολτάροντας στην Ακρόπολη, η πριγκίπισσα Μαργκρέτε της Δανίας (η σημερινή βασίλισσα Μαργαρίτα Β΄) με τον τότε μνηστήρα της (και νυν σύζυγό της) κόμη Ενρύ ντε Λαμπόρ ντε Μονπεζά.

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΠΡΑΝΙΔΗΣ η θρυλική αντιχουντική αφίσα BUS ONLY

Το 1975 έγινε στην Αθήνα μία Παγκόσμια Έκθεση Γελοιογραφίας με θέμα τον Αντιφασισμό, στην οποία συμμετείχαν δεκάδες σκιτσογράφοι από πάρα πολλές χώρες. Μέρος εκείνων των σκίτσων είχαν κυκλοφορήσει σ’ έναν θαυμάσιο τόμο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που άνοιγε μ’ ένα πρώτο κείμενο τού τότε υφυπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως Τάκη Λαμπρία, όπως και μ’ ένα δεύτερο για τη σημασία της γελοιογραφίας (και του γελοιγράφου) της Ελένης Βλάχου.(…)
Στην έκθεση εκείνη του 1975 είχαν παρουσιάσει αντιφασιστικά σκίτσα τους 26 έλληνες γελοιογράφοι-σκιτσογράφοι (τόσοι, τουλάχιστον, ανθολογούνται στην έκδοση). Ένα απ’ αυτά τα σκίτσα, αφίσα, πείτε το όπως θέλετε, για το οποίο θα πούμε τώρα λίγα λόγια ήταν και το περίφημο BUS ONLY του Δημήτρη Σαπρανίδη.(…)
Το οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους του περιοδικού αντί, από τον Μάιο του 1972 με το... BUS ONLY του Δημήτρη Σαπρανίδη
Τον Μάιο του 1972 κυκλοφορεί από τον Χρήστο Παπουτσάκη το πρώτο τεύχος του περιοδικού αντί. Στο οπισθόφυλλο μια διαφήμιση ενός ποστεράδικου στη Λόντου στα Εξάρχεια, του Δελφινιού. Εκεί, στη διαφήμιση, ανάμεσα στα πόστερ του Τσε, του Jimi Hendrix και των Santana, ανάμεσα στον Δον Κιχώτη του Picasso και τον Καραγκιόζη με το Κολλητήρι, υπήρχαν και δύο αντιδικτατορικές αφίσες – η μία ήταν το BUS ONLY του Δημήτρη Σαπρανίδη (και η άλλη πιθανώς δική του να ήταν).(…) 

Το όλον εδώ…
http://www.lifo.gr/now/san_simera/98085

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

οι Thunderclap Newman, η μούφα ταινία «Φράουλες και Αίμα» και άλλα ενδιαφέροντα…

Πριν λίγο καιρό, ήταν 4/4/2016, εδώ στο δισκορυχείον στο cbox, ο spacefreak μας πληροφόρησε για το θάνατο του Andy “Thunderclap” Newman. Ο Newman ήταν 73 ετών κι είχε πεθάνει λίγες ημέρες νωρίτερα, την 30/3. Εκείνη τη στιγμή μού πέρασε από το μυαλό να γράψω άμεσα λίγα λόγια, όμως οι διάφορες υποχρεώσεις με εμπόδισαν να το κάνω. Ας το κάνω τώρα λοιπόν, επεκτείνοντας το θέμα μας και σε άλλα σχετικά και ενδιαφέροντα…
Ο Andy Newman ήταν πιανίστας και βασικό μέλος των Thunderclap Newman, ενός βρετανικού γκρουπ που είχε σχηματιστεί με τις ευλογίες των Who (και βασικά του Pete Townshend) στα τέλη των sixties. Τα άλλα μέλη της μπάντας ήταν ο ντράμερ Speedy Keene (είχε γράψει για τους Who το “Armenia city in the sky” από το LP “The Who Sell Out”) και ο κιθαρίστας-μπασίστας Jimmy McCulloch (από τους One in a Million, αργότερα στους Stone the Crows και στους Wings του Paul McCartney). Τόσο ο Keene όσο και ο McCulloch δεν βρίσκονται στη ζωή, οπότε, μετά το θάνατο και του Newman, όλα τα μέλη των Thunderclap Newman ροκάρουν πλέον στη… γειτονιά των αγγέλων (όπως θα λέγανε και τα βλακώδη ελληνικά δελτία).
Το τραγούδι που χαρακτήρισε τους Thunderclap Newman ήταν το “Something in the air” (γραμμένο από τον Keene), το οποίο πήγε No 1 τον Ιούλιο του ’69 στην Αγγλία, φθάνοντας μέχρι και το Νο 37 τού Billboard Hot 100 τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Μεγάλη επιτυχία δηλαδή που ακούστηκε παντού και βεβαίως στην Ελλάδα, αφού «κόπηκε» στο σχετικό 45άρι – λέμε για το “Something in the air/ Wilhelmina [International Polydor Production NHH 288].
To κομμάτι μιλούσε για την επανάσταση (που ήταν στη μόδα τότε, η… λέξη όχι η επανάσταση) και θα μπορούσε να αφορά όχι μόνο στους… ψεύτικους ήρωες της ταινίας The Strawberry Statement (1970), αλλά ακόμη και στους πιο αληθινούς, εκείνους του Ice (1970), ιδίως όταν άδονταν τα στιχάκια “Hand out the arms and ammo / We’re going to blast our way through here”. Οι λογοκριτές, επί χούντας, δεν το είχαν πάρει χαμπάρι; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Κατά πάσα πιθανότητα όχι. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν τους ένοιαζε, επειδή τα λόγια ήταν τραγουδισμένα στ’ αγγλικά…
Το “Something in the air” ακούστηκε πολύ, πάρα πολύ, και γιατί μπήκε στην ταινία The Magic Christian (σκην. Joseph McGrath) το ’69, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Peter Sellers και Ringo Starr, αλλά και γιατί ήταν μέρος του soundtrack τού The Strawberry Statement (σκην. Stuart Hagmann) την επόμενη χρονιά. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω πως τα soundtracks πάντα βοηθούν τα τραγούδια ν’ ακουστούν περισσότερο. Φυσικά το “The Strawberry Statement” (double LP) κυκλοφόρησε κανονικά και στην Ελλάδα εκείνη την εποχή σε ετικέτα Reprise [RS 0318/19], την οποίαν Reprise αντιπροσώπευε η Lyra. Όχι, ούτε αυτό το «έκοψε» η χούντα… αν και με την ταινία κάτι συνέβη…

Το The Strawberry Statement, που μεταφράστηκε στη χώρα μας με τον αβανταδόρικο τίτλο Φράουλες και Αίμα, ήταν… βασισμένο από ελάχιστα έως καθόλου(!) στο βιβλίο του συμπαθούς και πάντως μετριοπαθούς και συντηρητικού φοιτητή James Simon Kunen, ο οποίος ήταν τότε (όταν το τύπωνε το 1969) στα 19 του. Το βιβλίο ήταν ένα ψιλοενδιαφέρον ημερολόγιο των γεγονότων που συνέβησαν τον Απρίλιο του ’68 στο Columbia University της Νέας Υόρκης (αλλά όχι μόνον αυτό), τη φοιτητική αναταραχή εννοώ, ιδωμένο μέσα από τη ματιά ενός ανθρώπου που μπήκε στο χορό πέφτοντας απ’ τα σύννεφα…
Ο Kunen δεν είχε καμμία σχέση με την αριστερά, τη Νέα Αριστερά, την όποια αριστερά, την αναρχία ή την όποια αναρχία, τα κινήματα ή τα όποια κινήματα, αφού, όπως γράφει και ο ίδιος με έναν κάποιο κυνισμό… «οι σχέσεις μου με την αριστερά περιορίζονταν μάλλον στο γεγονός ότι καμμιά φορά τραβούσα κουπί στην αριστερή πλευρά της βάρκας». 
Περαιτέρω συμπονούσε τους αστυνομικούς και έβλεπε ως αναγκαία την παρουσία τους στην κοινωνική ζωή («Αφήστε τον αστυφύλακα! φωνάζω. Και το κάνω γιατί από τη μια μεριά τον λυπάμαι…», «όλος ο κόσμος συμφωνεί ότι υπάρχουν καλοί αστυφύλακες και κακοί αστυφύλακες, όλοι όμως συμφωνούν ότι πρέπει να υπάρχουν αστυφύλακες, ότι πάντοτε υπήρχαν, δεν έχω κανένα σχέδιο για την κατάργηση των αστυνομικών δυνάμεων…»), ενώ, ανάμεσα σε άλλα διάφορα (ήταν π.χ. λάβρος αντικαπνιστής, μιλώντας για «καρκινάκια που πρέπει να σταματήσουν»), ήταν αντίθετος (αυτός ένας λευκός…) με τον ριζοσπαστισμό οργανώσεων όπως οι Μαύροι Πάνθηρες, γράφοντας πως «δεν μου αρέσει το μίσος» και πως «δεν πιστεύω ότι πρέπη να αντιμετωπίζεις το μίσος με το μίσος». 
Γενικώς σαν άτομο και σαν… οραματιστής ο Kunen δεν πρέπει να διέφερε καθόλου από τον τύπο του φοιτητή που περιέγραφε ο Jerry Rubin (τα κεφαλαία δικά του) στο Do It! [1970, στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη το 1980]:  
«Το πανεπιστήμιο φτιάχτηκε για ανθρώπους που θέλουν να πετύχουν, να τρέχουν σαν τα ποντίκια ποιος θα φτάσει πρώτος. Είναι ο ανταγωνισμός για το δίπλωμα, για τους βαθμούς, για τα βιβλία και για τις συστάσεις, για να περάσεις τη χρονιά, να πας παραπάνω και να βρεις καλή δουλειά. ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΟΠΟΥ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΛΥΦΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΑΥΤΟΥΝΟΥ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ(…)» και πως εν πάση περιπτώσει… «ένας μη-φοιτητής είναι εκατό φορές καλύτερα».
Παρά ταύτα μπορεί κάποιος να πει πως ο Kunen ήταν ένας νέος άνθρωπος «καθαρός», που δεν έκρυβε τι πίστευε και τι περνούσε από το μυαλό του λέγοντας, ανάμεσα στα διάφορα χαζά, και κάποια πολύ σωστά πράγματα. Να, σαν κι αυτό: «Μόλις βρης ένα τρόπο ζωής, μόλις βρης κάτι που να σ’ αρέσει, στο παίρνουνε και το πουλάνε και το αγοράζουν, και ούτε που ξέρουν την αξία του, και το κάνουν στο τέλος να μην έχη αξία».
Χμμμ… Ό,τι ακριβώς συνέβη και με το δικό του βιβλίο δηλαδή, που το πήραν οι έμποροι της Metro - Goldwyn - Mayer για να το κάνουν μια ψευτο-προοδευτική χλαπάτσα, για όλη την οικογένεια. Και κλάααμα οι μαμάδες, για τους… φοιτητογιούς και τις φοιτητικόρες, που τους έσερνε η... παλιοαστυνομία. 
Τουλάχιστον οι τύποι τραγουδούσαν John Lennon/ Plastic Ono Band, ασχέτως αν το “Give peace a chance” δεν είχε ουδεμία σχέση με τα γεγονότα τού Columbia (Απρίλης ’68), αφού είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλη του ’69. Λεπτομέρειες… Κι εδώ θα μου πει κάποιος... μπας και είχε σχέση το πανεπιστήμιο της ταινίας (που ήταν στο Σαν Φρανσίσκο) με το Columbia και τη Νέα Υόρκη; Αν ήταν αυτό το μόνο πρόβλημα... θα του απαντούσα.
Το αστείο της υπόθεσης είναι πάντως πως οι συντελεστές τού Φράουλες και Αίμα μας λένε στην αρχή πως… άλλες πόλεις (πέραν του Σαν Φρανσίσκο) είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν για την πραγματοποίηση της ταινίας! Διαφημιστική αμερικανιά ολκής!! Οι παραγωγοί της MGM, το Hollywood δηλαδή, ήθελε να παραστήσει το κυνηγημένο, το ψιλοπαράνομο, μπας και κόψει κανα εισιτήριο παραπάνω… και είναι αλήθεια πως μια χαρά τα κατάφερε! 

Η πρώτη (1973) ελληνική έκδοση του βιβλίου
Όπως είχε γράψει και ο πάλαι ποτέ Ιός στην Ελευθεροτυπία (10/1/1999), που, για να προλάβω κάποιους βλαμμένους, δεν φημιζόταν και για την… κουκουέδικη νοοτροπία του (απεναντίας!): «Δροσερή (σ.σ. ωραία λέξη!) ματιά στις αμερικανικές καταλήψεις του 1968 από έναν –μάλλον μετριοπαθή (σ.σ. τι «μάλλον» ρε φίλε!)– καταληψία φοιτητή του πανεπιστημίου Κολούμπια. Ελάχιστη σχέση με την ομώνυμη ταινία, που έχει αλλάξει τα φώτα στην αφήγηση του 19χρονου συγγραφέα (σ.σ. σώπα καημένε!), προκειμένου να προβάλει μια πιο “αντικειμενική” εκδοχή των γεγονότων». 
Η ταινία, σαν ταινία, είναι μια βαρετή μπαλαφάρα που δεν έχει την παραμικρή σχέση με το βιβλίο, με το ρυθμό του βιβλίου που διαβάζεται γοργά και απνευστί. Το δε αστείο και οπωσδήποτε αντιδραστικό ιδεολογικό υπόβαθρο του φιλμ, χοντρικώς, συμπυκνώνεται στην εξής φράση (έτσι περίπου ακούγεται στην ταινία): κάποτε η χώρα είχε ένα όραμα και τώρα τίποτα, όλοι αποδέχονται τα πράγματα ως είναι, η χώρα πρέπει να ονειρευτεί για να γίνει καλύτερη. 
Πότε, όμως, είχε ένα όραμα η χώρα; Για να μας πληροφορήσουν κι εμάς οι διάφοροι χλεμπονιάρηδες. Όταν εξολόθρευε τους Ινδιάνους; Όταν έφερνε εκατομμύρια ανθρώπους στην απελπισία και από ’κει στο θάνατο, μετά το κραχ του ’29; Όταν βομβάρδιζε τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι; Όταν κυνήγαγε τους κομμουνιστές και τους υπόλοιπους αριστερούς το ’50; Όταν νομοθετούσε τον ρατσισμό; Όταν οργάνωνε την αντεπανάσταση στην Κούβα; Όταν «απελευθέρωνε» το Βιετνάμ; Ή όταν τροφοδοτούσε με πληροφορίες και υλικό τις χούντες όλου του κόσμου; Πότε ακριβώς; Κι εδώ μιλάμε για την πολιτική ε; Δεν μιλάμε για τις Τέχνες και τα Γράμματα…
Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως η λογοκρισία του βιβλίου στο φιλμ, γιατί περί αυτού πρόκειται, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Ακόμη κι εκείνη η κλασική παράγραφος από την εισαγωγή, όταν ο Kunen γράφει… «Υπάρχουν μερικοί που θέλουν την ένοπλη επανάσταση, αλλά εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς. Τουλάχιστον όχι τώρα. Έχω όμως κύριοι μια δήλωση να κάνω. Εφόσον η Πρώτη Δημοκρατία μας είναι εκατόν ενενήντα δύο χρονών, κι εγώ είμαι δεκαεννιά, της δίνω άλλη μια ευκαιρία. Κάποια μέρα όμως θα σηκωθώ και θα πολεμήσω για καλά, για να μη χρειαστή να ξαναπολεμήσω»… στην ταινία ακούγεται πετσοκομμένη και ως άλλα αντί άλλων.
Με την αστυνομία σχεδόν απούσα στην συντριπτική διάρκεια του φιλμ (μιλάμε για τα πρώτα 90+ λεπτά), με τους μαύρους, όπου αυτοί εμφανίζονται για κάτι δευτερόλεπτα, να μοιάζουν με... λευκούς, με τα γκομενικά (όπως στη σκηνή με την «πίπα» της ξανθιάς) να προσθέτουν το απαραίτητο αλατοπίπερο και βεβαίως με την «παιδική χαρά», που θα πρέπει να επιστρέψει στα καημένα τα παιδάκια, να αναγορεύεται σε σύμβολο της… εξέγερσης, με όλα αυτά και με πολλά άλλα ακόμη το Φράουλες και Αίμα δεν είναι παρά ένα αστείο εργάκι, ένα τυπικό χολυγουντιανό κατασκεύασμα, που πούλησε απανταχού την καραμέλα της επανάστασης – φυσικά με το αζημίωτο. 

Η ταινία προβλήθηκε, εννοείται, και στη χώρα μας. Στην Αμέρικα βγήκε στις αίθουσες τον Ιούνιο του ’70, ενώ στην Ελλάδα έκανε πρεμιέρα μέσα στον Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς. Πήρε μάλιστα καλές κριτικές από ακροδεξιές (Ελεύθερος Κόσμος) [!!] και δεξιές εφημερίδες (Βραδυνή) [!], ενώ η αριστερά και η διανόηση, τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι της που παρουσιαζόταν στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος (τεύχος 13, 3-5/1971), φαίνεται πως είχε… άλλη άποψη. Για τους Νίκο Κανάκη και Πάνο Κοκκινόπουλο η ταινία ήταν κακή (κανένα «αστέρι»), ενώ για τους Γιώργο Κόρρα, Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και Βασίλη Ραφαηλίδη βλεπόταν με επιφύλαξη (ένα «αστέρι»). Κάποιοι δε μάσησαν, όπως βλέπετε, από τη… δακρύβρεχτη επανάσταση, με το εντελώς «ψεύτικο» soundtrack.

Το ελληνικό soundtrack τού Φράουλες και Αίμα, που τύπωσε η Lyra το 1970
Όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο του James Simon Kunen θα έχει διαπιστώσει πως έχει από μικρή έως ασήμαντη σχέση με τη μουσική (και με το rock). Μέσα στις 216 σελίδες της πρώτης ελληνικής έκδοσής του (θα τα πούμε και στη συνέχεια γι’ αυτήν) οι αναφορές στη μουσική, με κάποιο νόημα, είναι ελάχιστες – ενώ όλες μαζί δεν πιάνουν ούτε μισή σελίδα!
Κάποια στιγμή από ένα τρανζίστορ ακούγεται το τραγούδι τού Bob Dylan “The times they are a-changin'”, σε μια άλλη γίνεται λόγος για το “Sky pilot” των Eric Burdon & The Animals, που είχε κυκλοφορήσει τον Μάιο του ’68 στην Αμερική, σε μια άλλη διαβάζουμε για το “People got to be free” των Rascals, κάπου άλλου ο Kunen διερωτάται γιατί το εμπορικό ραδιόφωνο δεν μεταδίδει κομμάτια των Phil Ochs, Judy Collins και Country Joe & The Fish, πιο κάτω κάτι λέει για τους Jim and Jean, ενώ στην πιο ουσιαστική μουσική στιγμή του βιβλίου Φράουλες και Αίμα, διαβάζουμε τον Kunen να λέει:
«Σάββατο 20 Ιουλίου. Γύρισα στην πόλη και πήγαμε με τη Λώρα σε ένα κονσέρτο του Φιλ Οκς στο πάρκο. Μόλις ακούσω τον Φιλ Οκς είμαι έτοιμος όχι μόνο να κάψω το Δημαρχείο (σ.σ. σιγά ρε μεγάλε μη σου φύγει καμμιά κλανιά!), μα και να στείλω εμπρηστικά γράμματα ή να μοιράσω προκηρύξεις, ακόμη να πάω και σε συγκέντρωση (σ.σ. εδώ ωραία το θέτει!). Όσο έπαιζε η ορχήστρα τους “Ρυθμούς της Επανάστασης” (σ.σ. το “Ringing of revolution”), όλοι, όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί φαίνονταν σκεφτικοί, και τα συναισθήματά τους φούσκωναν και ταξίδευαν από τον ένα στον άλλο».
Τι απ’ όλα αυτά ακούγεται στο original soundtrack τού “The Strawberry Statement”; Απολύτως τίποτα! Σιγά μην ζητούσαν οι… MGMίτες να βάλουν Phil Ochs –έναν καλλιτέχνη που εξοντώθηκε από το FBI και όχι από τον… Κάστρο– ή Country Joe & The Fish… Αντ’ αυτών ακούμε την… MGM Studio Orchestra, κάτι Crosby, Stills, Nash And Young, Thunderclap Newman… και στο τέλος το cast να άδει… “Give peace a chance”. Και κάπως έτσι όλοι μας γινόμαστε… καλύτεροι άνθρωποι. Όπως όταν παρακολουθούμε τις ταινίες του Ξανθόπουλου… 

Πάντως, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η τελευταία σκηνή της ταινίας, στο γυμναστήριο, με την είσοδο της αστυνομίας κτλ. είναι πολύ καλά γυρισμένη –δεν θα άφηνε το Hollywood τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη–, που αν και ξεκομμένη απ’ όλο το υπόλοιπο παραμύθι δημιουργεί την πρέπουσα φόρτιση στο θεατή, ο οποίος, όντας παγιδευμένος από τη σκηνοθετική βιρτουοζιτέ, δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με τους… καημένους τους φοιτητές. 

Η ταινία, όπως ανέφερα και πιο πριν, βγήκε στην Αμερική τον Ιούνιο του ’70 (15/6/1970 για την ακρίβεια), μετά δηλαδή τα δραματικά γεγονότα στο Kent State University, στο Kent του Ohio (4/5/1970), όταν φονεύτηκαν από την Αστυνομία τέσσερις φοιτητές. Υπήρχε φόρτιση στη χώρα και κανένας δεν θα πήγαινε να προβάλλει φοιτητική ταινία, που να μην δείχνει μια κάποια… βαριά αστυνομική βία. Φυσικά στο φιλμ The Strawberry Statement η βία (για αστυνομική) είναι απολύτως λελογισμένη και δεν έχει ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα, που αποδείχτηκε, εννοείται, απείρως πιο σκληρή (δηλαδή δολοφονική).

Στην Ελλάδα η ταινία πήρε κανονικά άδεια προβολής από τη χουντική επιτροπή λογοκρισίας, διαφημίστηκε στον Τύπο, γράφτηκαν κριτικές και βγήκε στις αίθουσες, παραμένοντας σ’ αυτές για εννέα μέρες (Νοέμβρης του ’70 υπενθυμίζω), προλαβαίνοντας να κόψει περισσότερα από 30 χιλιάδες εισιτήρια (καθόλου άσχημα θα έλεγα). Μετά «κατέβηκε». Οι χουντικοί φοβήθηκαν, προφανώς, πως το Φράουλες και Αίμα θα μπορούσε να αποτελέσει (άθελά του) τον σπινθήρα για την αναθέρμανση του διαλυμένου (από την Ασφάλεια και τις διώξεις) αριστερού φοιτητικού κινήματος της εποχής και όπως κάθε «σωστή» δικτατορία, που φοβάται ακόμη και τον… κώλο της, φρόντισε για την μη συνέχεια των προβολών.
Πάντως την ταινία πρόλαβε να την δει τουλάχιστον ο Κώστας Τουρνάς και ευτυχώς δηλαδή (δεν το λέω ειρωνικώς), γιατί από ’κει ο έλληνας τραγουδοποιός εμπνεύστηκε το «Άνθρωπε αγάπα», τραγούδι που οδήγησε μετά από λίγο στον σχηματισμό των Poll. Είχε γράψει ο ίδιος ο Τουρνάς στο Poll/ Η αρχή και το τέλος (1975):
«Εκείνο τον καιρό στους αθηναϊκούς κινηματογράφους παιζότανε το Φράουλες και Αίμα και είχε αναγγελθεί το Woodstock. Το Φράουλες και Αίμα εν ολίγοις ήταν μια ταινία που αναφερόταν στη διαδήλωση μιας μεγάλης ομάδας φοιτητών στη Βοστώνη της Αμερικής (σ.σ. στο Σαν Φρανσίσκο – και πάντως όχι στο Columbia της Νέας Υόρκης), η οποία διαδήλωση ζητούσε ένας χώρος δημοτικός να μη γίνει αποθήκες, παρά να παραμείνει ο χώρος όπως ήταν, δηλαδή ελεύθερος για να παίζουν τα νεγράκια τής περιοχής και να γίνει επίσημα πλέον παιδική χαρά (σ.σ. «παιδική χαρά» ήταν όλη η ταινία), και που το τέλος του έργου –πολύ συγκινητικό, για την δική μου ψυχολογική κατάσταση εκείνο τον καιρό– είχε την βίαιη έξοδο των φοιτητών από το Πανεπιστήμιο, όπου τραγουδώντας διεμαρτύροντο για ’κείνη την ιστορία, ενώ η αστυνομία τους αντιμετώπιζε με δακρυγόνα και ξύλο.(…) Φυσικό λοιπόν είναι, στην περίοδο που το είδα εγώ, επηρεασμένος από το ότι υπηρετούσα στο στρατό, από όλες αυτές τις σκέψεις για έναν καλύτερο κόσμο, για μια καλύτερη ζωή, ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που έκλαψα. Και μ’ έπιασε τόσο πολύ μια κρύα ταινία, ένα πανί, που γυρίζοντας σπίτι κάθομαι όλη νύχτα και γράφω το “Άνθρωπε αγάπα”».
Εγώ να δικαιολογήσω (με αγάπη το λέω και όχι με έπαρση) όχι μόνο τον σπουδαίο Κώστα Τουρνά, αλλά και κάθε παιδί της εποχής, που είδε με τα… αθώα μάτια του το Φράουλες και Αίμα και που μπορεί να νόμισε προς στιγμήν (να νόμισε λέω), μέσα στη γενικότερη άγνοια και θολούρα, πως παρακολουθούσε κάποια ταινία ορόσημο της… αντικουλτούρας των sixties. Έλα Παναγία μου! Όμως τους σημερινούς… άσχετους, μπαρουφολόγους-βρωμηολόγους ΤΗΣ ροκ (είπαμε, οι βλάκες που θέλουν να τους πάρουν στα σοβαρά λένε… ΤΗΣ ροκ και όχι ΤΟΥ ροκ) πώς να τους δικαιολογήσει κανείς, όταν νομίζουν πως το Φράουλες και Αίμα είναι κάτι σαν «ιερό δισκοπότηρο» του underground; Είναι για πολλά γέλια οι τύποι… αν και από ’μένα έχουν την κατανόησή μου.
Α και κάτι ακόμη, που παρ’ ολίγο να το ξεχάσω. Η ιστορία του James Simon Kunen Φράουλες και Αίμα τυπώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα επί χούντας, τον Σεπτέμβριο του 1973 (εκδόσεις Φλίππερ). Αυτό ορισμένοι σαχλαμαράκηδες ΤΗΣ ροκ μπορεί να μην το ξέρουν ή να μην το έχουν συνειδητοποιήσει, νομίζοντας, στο κλούβιο τους κεφάλι, πως πρόκειται για κανένα μεγάλο… ανατρεπτικό βιβλίο που θα το κυνηγούσαν οι συνταγματάρχες.
Εν τέλει; Μέχρι και οι δημοσιογράφοι του Ελεύθερου Κόσμου ήταν πιο ξύπνιοι από τα σημερινά… ψευτοπροοδευτικά βούρλα!

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΡΜΕΝΟΓΛΟΥ 27 λεπτά

Είμαι σίγουρος πως όσοι παρακολουθούν την πορεία των free/ improv/ jazz ηχογραφήσεων στην Ελλάδα, την τελευταία δεκαετία-δεκαπενταετία, σίγουρα θα γνωρίζουν την περίπτωση του ντράμερ Χρήστου Γερμένογλου. Με συμμετοχές στους Freecall (2006), στο ντούο με τον Σάκη Παπαδημητρίου και το άλμπουμ «Ορθοπεταλιά» (2010), στους Musica Lontana (2011, πάλι με Σ. Παπαδημητρίου, Γεωργία Συλλαίου κ.ά.), στους Act Up Trio (2013), τους Mama Luma (2014), τους Basenezmen (2015, ντούο με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο) κ.λπ., ο Γερμένογλου έχει μια σταθερή παρουσία στα δρώμενα, ικανή να μας πληροφορήσει για τις αισθητικές απόψεις και επιδιώξεις του. Ακόμη καλύτερα όλα τούτα μπορεί να διαλευκανθούν ή απλώς να επιβεβαιωθούν μέσω της πρώτης αυστηρώς προσωπικής δουλειάς του, ένα CD-βιβλίο που έχει τίτλο «27’» (27 λεπτά δηλαδή) και που κυκλοφόρησε ως ανεξάρτητη έκδοση στη Θεσσαλονίκη πέρυσι τον Σεπτέμβριο. «27 λεπτά» δεν είναι βεβαίως ο χρόνος της μουσικής, που ακούγεται στο άλμπουμ (η διάρκεια τού CD είναι σχεδόν μία ώρα), μα ο τίτλος μιας από τις έξι ιστορίες του βιβλίου – ιστορίες που αντιστοιχούν στα έξι κομμάτια του track list. Ξεκινούν τα «27 λεπτά»… 

Με το δεξί χέρι αγγίζω τον δεξιό του ώμο και τον ταρακουνώ ελαφρώς.
«Τζέυ, σήκω.»
Η θερμοκρασία έχει πέσει στους μείον δεκαπέντε.
Η υγρασία σου τρυπάει τα κόκκαλα.
Τα χαρτοκιβώτια, οι εφημερίδες και τα νάιλον που είναι σκεπασμένος δεν πρέπει να κάνουν και πολλή δουλειά.
Δεν παίρνω απάντηση.
Ξανά.
«Τζέυ, σήκω, πάμε.»
Τρεμοπαίζει τα βλέφαρά του και κάνει να γυρίσει πλευρά.
«Έλα σήκω, πάμε για καφέ.»
Γυρίζει, με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια λίγα δευτερόλεπτα και με χαιρετά με κλειστό στόμα σε μια γλώσσα αρχέγονη.
Κάθομαι ανακούρκουδα και κοιτάω το δρόμο.(…)

Οι ιστορίες του Γερμένογλου είναι… αμερικανικές (ο ίδιος έχει ζήσει κι έχει δουλέψει στην Αμερική). Διατηρούν θέλω να πω ένα… σβηστό αμερικανικό περιεχόμενο, σχετίζονται με τους παρίες της ζωής, ή εν πάση περιπτώσει με ανθρώπους κάπως σκοτεινότερους των καθημερινών, ενώ διατηρούν και μιαν ελαφρά «μπητνικότητα». Σύντομες καθώς είναι διαβάζονται μια χαρά κατά τη διάρκεια των εξελισσόμενων κομματιών, καθώς αποτελούν την εν δυνάμει επένδυσή τους.
Οι μουσικές του «27’» μπορεί ν’ ακουστούν και πέραν των διηγήσεων; Οπωσδήποτε. Πάντα ισχύει αυτό με τη μουσική. Κι εδώ σ’ αυτό το ωριαίο CD περιέχεται πολύ ενδιαφέρον υλικό, ένα improv hard core εν ολίγοις, που μπορεί να αφουγκράζεται πολλά και διάφορα – από Mats Gustafsson και Toshinori Kondo/IMA μέχρι Boredoms και Painkiller.
Η μουσική επιμέλεια του άλμπουμ είναι του Χρήστου Γερμένογλου, ενώ παίζουν οι: Τίτος Καργιωτάκης, Χρήστος Χαρμπίλας, Παύλος Παυλίδης, Ηλίας Φυλλαρίδης, Χάρης Κουτσικώστας, Thaz Astabo, Ηλίας dyb-I Πλαστήρας, Χάρης Αγορίτσας, Πέτρος Δαμιανίδης και Χρήστος Γερμένογλου.
Η ηχογράφηση (22/7/2015) είναι ζωντανή και προέρχεται από το Royal Alzheimer Hall της Θεσσαλονίκης.