Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

RICH HALLEY σημαντικός αμερικανός τενορίστας, σ’ ένα καινούριο έξοχο άλμπουμ

Ο τενορίστας Rich Halley είναι γνώριμος στους αναγνώστες του δισκορυχείου, καθώς έχουμε αναφερθεί σε ουκ ολίγες δουλειές του στο παρελθόν (“The Wild”, “The Outlier”, “Eleven”, “Creating Structures”, “The Wisdom of Rocks”, “Requiem of a Pit Viper”, “The Literature”).
Να ξαναπούμε λοιπόν πως ο Halley είναι σημαντική ανεξάρτητη τζαζ προσωπικότητα, καθώς από τη μια μεριά κυκλοφορεί τακτικότατα άλμπουμ στη δική του εταιρεία Pine Eagle (έχει την έδρα της στο Portland του Oregon), ενώ από την άλλη, στο πιο καινούριο CD του, το “Terra Incognita” (2019), συνεργάζεται με τον σπουδαίο πιανίστα Matthew Shipp, τον επίσης σημαντικό κοντραμπασίστα Michael Bisio και ακόμη τον ντράμερ Newman Taylor Baker, που έχει παίξει με τους πάντες (Kenny Barron, McCoy Tyner, James Moody, Ahmad Jamal, Reggie Workman, Dewey Redman κ.ά.). Όταν μουσικοί μιας τέτοιας κλάσης έρχονται να συνδράμουν σ’ ένα δίσκο σου, προφανώς αυτό κάτι σημαίνει.
Το “Terra Incognita” περιλαμβάνει έξι tracks, όλα πρωτότυπα, συντεθιμένα απ’ όλη την ομάδα, όντας ηχογραφημένα, τον Αύγουστο του 2018, στα Park West Studios, στο Brooklyn της Νέας Υόρκης.
Το άλμπουμ είναι εξαιρετικό, δηλαδή εντυπωσιακό και προσφέρεται μόνο για απόλαυση – θα ενθουσιάσει, δε, τους σκληρούς τζαζόφιλους.
Τοποθετημένο πάνω στις ιστορικές τζαζ ράγες, εκείνες που διαμορφώθηκαν κυρίως στη δεκαετία 1955-1965, το “Terra Incognita” έρχεται να προσφέρει εντυπωσιακά παιξίματα, από τον Rich Halley πρώτα-πρώτα, που παίζει ακατάπαυστα σόλι, με διαρκή κινητικότητα, κατ’ ευθείαν πάνω στην παράδοση των masters των sixties, με τον πιανίστα Shipp να τον ακολουθεί από κοντά, διαμορφώνοντας ένα μελωδικό background, σ’ ένα δεύτερο πλάνο – που προσφέρεται για συναρπαστικά δοσίματα «μπροστά». Από κοντά, φυσικά, και το ρυθμικό τμήμα, απολύτως δεμένο και αεικίνητο, με το κοντραμπάσο του Michael Bisio σε διαρκή παικτικό οργασμό και με τους πολυρυθμικούς ρούλους του Newman Taylor Baker να δίνουν και να παίρνουν. Μέσα από ένα τέτοιο σκηνικό δεν μπορεί παρά να εκπηγάζει μια πύρινη τζαζ, με το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο να είναι πανταχού παρόν και με τις «εκπλήξεις» από τους τέσσερις μουσικούς να υπογραμμίζουν τη δουλειά που έχει γίνει, στο επίπεδο του δεσίματος (του γκρουπ).
Όλα εδώ μοιάζουν αυθόρμητα, αλλά οι κώδικες επικοινωνίας υπάρχουν, είναι σαφείς και λειτουργούν στην εντέλεια – αν κρίνουμε από τα δύο μεσαία tracks (“Centripetal”, “The elms”), που ενώνουν τα δύο πρώτα (“Opening”, “Forager”), με τα δύο τελευταία (“Terra incognita”, “The journey”). Η αρχιτεκτονική του “Terra Incognita” CD είναι προφανής και με τέτοιο τρόπο οργανωμένη, ώστε να δίνει ακόμη περισσότερες αβάντες στην «ελευθερία».
Εξαιρετικό CD!

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 182

26/7/2019
Καλά, δεν υπάρχει άτομο σαν τον Ζαμπέτα στην ελληνική μουσική. Μοναδικός!! Μπορεί πολιτικά να ήταν «ψιλοσάπιος» ο μακαρίτης, αλλά σαν τραγουδοφτιάχτης δεν παιζόταν.
Άκου... χλάπα-χλούπα, χλάπα-χλούπα παίζω εγώ το μπαγλαμά!! (γέλια)
Τι χλάπα-χλούπα και... μπαγλαμάδες με τη ρίγανη ρε Ζαμπέτα!
Χλάπα-χλούπα, χλάπα-χλούπα τρώω εγώ τη μουσταλευριά...

26/7/2019
Είναι ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα που βγήκαν από την Αυστραλία στα έιτις. Το προγκρέσιβ-πανκ των Laughing Clowns. O Ed Kuepper και η υπόλοιπη παρέα...

26/7/2019
Και βγαίνουν και σου λένε κάποιοι χάφτες... ναι αλλά ο Βορίδης και ο Γεωργιάδης μετάνιωσαν, δεν είναι πια χουντικοί, ακροδεξιοί, φασίστες, είναι πλέον δεξιοί με κάποιες ευαισθησίες στα εθνικά θέματα.
Η πλάκα είναι πως αυτοί οι τύποι (ο Βορίδης με τον Γεωργιάδη εννοώ) δεν παραδέχονται ούτε εκείνο που ήταν πριν από κάποια χρόνια! Να πουν... ναι, ήμασταν φασίστες τότε, αλλά τώρα είμαστε καλά και υπάκουα παιδιά. Ακόμη και για το πιο πρόσφατο παρελθόν τους θ’ ακούσεις να λένε κάτι μαλακίες του τύπου «ναι, ήμουν ακτιβιστής της δεξιάς» (το έχει πει αυτό όντως ο Βορίδης). Δηλαδή κοροϊδεύουν ασύστολα. Ξεδιάντροπα.
Εγώ ξέρω πως όταν κάποιος έχει μετανιώσει για όσα έχει διαπράξει στο παρελθόν χάνεται, εξαφανίζεται, περνάει στην αφάνεια. Δεν συνεχίζει να προκαλεί δια της παρουσίας του στα μίντια κ.λπ., ούτε αναλαμβάνει θέσεις και οφίτσια. Ιδιωτεύει.
Εξάλλου δεν είναι εύκολο να σε πείσει κάποιος για το αν έχει πραγματικά μετανιώσει ή όχι – γι’ αυτού του τύπου τα θέματα. Αν κοιμήθηκε το βράδυ εχθρός της δημοκρατίας δηλαδή και ξύπνησε το άλλο πρωί με τη βούλα δημοκράτης. Αυτό το ξέρει μόνον ο ίδιος. Είναι κάτι βαθιά χωμένο στην ψυχή του. Κι εμείς δεν είμαστε παπάδες, ώστε να γνωρίζουμε τα μύχια του καθενός, μοιράζοντας ασύστολα συγχωροχάρτια. Δεν είναι ο ρόλος της κοινωνίας αυτός. Έχουν παρεξηγηθεί πολύ τα πράγματα...

26/7/2019
Το θέμα με τη μάζωξη στο προεδρικό μέγαρο, για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, δεν είναι ο Σαββόπουλος (μην ασχολείστε μαζί του), αλλά το γεγονός πως στην κυβέρνηση Μητσοτάκη υπάρχουν φιλοχουντικοί υπουργοί, οι οποίοι και λόγω του απύθμενου θράσους που τους διακρίνει παρουσιάζονται (και) σαν υπερασπιστές της δημοκρατίας.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι γνωστός υμνητής της χούντας, καθώς πριν από μια δεκαετία (τόσο κοντά) έλεγε, ανάμεσα σε άλλα φαιδρά και επικίνδυνα, πως η δικτατορία δημιούργησε μια Ελλάδα «Δανία» με «οικονομία κούκλα», ενώ ο Μάκης Βορίδης υπήρξε ως γνωστόν το πρωτοπαλίκαρο του Παπαδόπουλου (ΕΠΕΝ).
Είναι κατάντια για τη δημοκρατία δύο φιλοχουντικοί να υπουργεύουν και φυσικά είναι όνειδος η παρουσία τους στη μάζωξη μνήμης για την αποκατάστασή της. 

25/7/2019
Τέλη Ιουνίου του 1966, η ταινία «Ο Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη διαγωνίζεται στο 16th Berlin International Film Festival. Δεν κερδίζει κάποιαν «άρκτο», αλλά αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. 
Στη σπάνια φωτογραφία οι πρωταγωνιστές Ανέστης Βλάχος και Έλλη Φωτίου, και στην άκρη δεξιά ο σκηνοθέτης Κώστας Μανουσάκης...

24/7/1970
Πέθανε ο ολλανδός ηθοποιός Rutger Hauer.
Εντάξει, όλοι τον θυμόμαστε από το «Blade Runner» (θα έπαιζε με άνεση στην ταινία, λόγω φάτσας, και με δίχως μακιγιάζ), αλλά η καλύτερη ταινία του (απ’ αυτές που έχω δει εγώ) ήταν το «Turks Fruit» σκηνοθετημένο από τον άνθρωπο που τον καθιέρωσε, τον συμπατριώτη του Πωλ Βερχόφεν, πίσω στο 1973. Μια απροκάλυπτα ερωτική, ωμή και σχεδόν αναρχική ταινία, προϊόν της σεξουαλικής ελευθεριότητας της εποχής, που πήγαινε μακριά... θίγοντας και άλλα κοινά, αλλά και περίεργα θέματα.  
Ωραία έπαιζε και στο «Ωτοστόπ του Τρόμου» (1986), που έμοιαζε περισσότερο με κόμικ, και ο ίδιος με κόμικ ήρωα, χωρίς να έχει ουδεμία σχέση με τον αληθινά τρομακτικό ωτοστοπίστα της Ida Lupino (από το φοβερό “The Hitch-Hyker” του ’53).
Τον θυμάμαι και σε άλλες ταινίες τον Rutger Hauer, όπως στο αλλόκοτο «Spetters» ή στο σκληρό «Όστερμαν», αφού επιβαλλόταν παντού με τα αδρά χαρακτηριστικά του (και με το παίξιμό του) και κάπως έτσι σου κόλλαγε στη μνήμη. Ήταν 75 ετών.

24/7/2019
Καλοκαίρι χωρίς μουντιάλ δεν λέει. Έτσι κι εγώ κάθισα και είδα όλο τον τελικό Βραζιλία – Ιταλία 4-1, από το στάδιο Azteca της Πόλης του Μεξικού την 21η Ιουνίου 1970. Πριν από 49 χρόνια δηλαδή. Το προτιμώ. Τα σημερινά ποδόσφαιρα δεν μου λένε απολύτως τίποτα –σκέτο χάσιμο χρόνου– αλλά ευτυχώς υπάρχει και το YouTube. Ωραία, ανθρώπινη μπάλα λοιπόν, με ποδοσφαιριστές που κουράζονται μετά το 60 λεπτό και όχι με μοτεράκια που τρέχουν πάνω-κάτω, σαν αφιονισμένα μέχρι το 120.
Η Ιταλία άντεξε για περισσότερο από μια ώρα, κι έδειξε στοιχεία μεγάλης ομάδας. Κορυφαίος ο Σάντρο Ματσόλα, ηγέτης, παικταράς, απειλή ο Ρίβα στο πρώτο κυρίως μέρος, μετά κάθισε, πολύ καλός ο Ντομενγκίνι σε ρόλο μέσα δεξιά, που έβγαινε και σαν δεύτερος φορ, πίσω από τον Ρίβα, καλός ο Μπονισένια στο πρώτο μέρος ιδίως (έκανε και το 1-1).
Φυσικά, η Βραζιλία ήταν μια κλάση πάνω από την Ιταλία και κέρδισε δίκαια.
Φοβερός ο Ζέρσον (κορυφαίος του γηπέδου), πίσω, μπροστά, ανασταλτικά, δημιουργικά... τα πάντα. Μέγας παίκτης! Έβαλε, επίσης, το δεύτερο καθοριστικό γκολ στο 66 και δημιούργησε ουσιαστικά το τρίτο (που έβαλε ο Ζαϊρζίνιο).
Φούμαρα ο τεχνίτης Ριβελίνο. Μεγάλη ταλαιπωρία της μπάλας, χωρίς αίσθηση του χώρου, με σουτ συνήθως στο γάμο του Καραγκιόζη (εκτός από ένα, σχεδόν φάουλ, που πήγε στο δοκάρι). Ανύπαρκτος ο Τοστάο. Απίστευτα σωματικά προσόντα ο Κάρλος Αλμπέρτο από δεξιά (έβαλε το τέταρτο γκολ).   
Πελέ. Ο «μάγος» έβαλε το πρώτο γκολ, έδωσε την «πάσα των αιώνων» για το τέταρτο και κοβότανε μόνο με φάουλ. Δεν πήρε πολλές φορές το τόπι στα πόδια του, αλλά αυτοί οι παίκτες και με μία μόνο φάση μπορεί κάνουν τη ζημιά (του έπιασε πάντως ένα ο Αλμπερτόζι, απ’ αυτά που δεν πιάνονται και ο Πελέ του έδωσε το χέρι του – σερ!). Στην αρχή έπαιξε πολύ προωθημένα, στη μεγάλη περιοχή, σαν ελεύθερος φορ, αλλά στην πορεία γύρισε πιο πίσω.
Αυτά από το μακρινό 1970...

ACT MUSIC + VISION νέες κυκλοφορίες ΙΙΙ

MAX STADTFELD: Stax [ACT Music + Vision, 2019]
Νεαρός (25ετής) γερμανός ντράμερ, με σπουδές δίπλα στους Heinrich Köbberling και Michael Wollny, ο Max Stadtfeld έχει τώρα έτοιμο το πρώτο (μάλλον) προσωπικό CD του, που το αποκαλεί “Stax” και το οποίον ολοκληρώνεται με τη βοήθεια των Matthew Halpin τενόρο σαξόφωνο, Bertram Burkert κιθάρα και Reza Askari κοντραμπάσο. Αυτά ως προκαταρκτικά.
Κατ’ αρχάς εκείνο το “Stax” δεν πρέπει να παρασύρει. Το άλμπουμ δεν έχει ουδεμία σχέση με την εταιρεία Stax ή με την soul γενικότερα, έχοντας να κάνει μόνο με το... χαϊδευτικό τού γερμανού μουσικού (που προκύπτει με κάποιον τρόπο από το ονοματεπώνυμό του). Η μουσική που καταγράφεται στο “Stax” είναι jazz ή έστω σύγχρονη jazz, συντεθιμένη βασικά από τον Stadtfeld (από τα δέκα tracks τα οκτώ αποτελούν δικές του συνθέσεις, ενώ δύο είναι versions), ερμηνευμένη από ένα κουαρτέτο που ξέρει να κρατάει τις θέσεις του, επιδεικνύοντας και παικτική ευλυγισία και διάθεση για καινοτομία.
Το λέμε, γιατί η jazz που συνθέτει ο γερμανός ντράμερ είναι ιδιαίτερη. Κατ’ αρχάς δεν κρύβει τη σχέση της με το blues (κάτι που φαίνεται σε κομμάτια όπως τα “Klinken” και “Fifteen shades of grey” για παράδειγμα), ενώ, ανά φάσεις, ακούγεται στ’ αυτιά μου και ιδιαιτέρως προχωρημένη – όχι αβαντγκαρντίστικη, αλλά πάντως προχωρημένη. Και αναφέρομαι σε κομμάτια όπως το εισαγωγικό “Liggeringen” (με τον κιθαρίστα Burkert να κάνει εδώ πολύ καλή δουλειά). Γενικώς η κιθάρα είναι στα πολύ επάνω της στο “Stax”, με τον Burkert να εκμεταλλεύεται ή να δημιουργεί διάφορα timbre (κάποιες στιγμές νομίζεις πως ακούς μελόντικα!), ενώ και το τενόρο την ακολουθεί κατά πόδας, συχνά μ’ έναν περίτεχνο-δεξιοτεχνικό τρόπο. Είναι φανερό, δηλαδή, πως ο Stadtfeld επιβάλλει στις συνθέσεις του μιαν ερμηνευτική διάθεση, η οποία προσδίδει στο “Stax” και την ηχητική ταυτότητά του.
Πολύ καλό άλμπουμ, που δεν εντυπωσιάζει τόσο σ’ ένα πρώτο πλάνο, όσο στον τρόπο που δομείται και σε κάποιες λεπτομέρειές του.
BARTOLOMEY / BITTTMANN: Dynamo [ACT Music + Vision, 2019]
Οι BartolomeyBittmann, όπως τους αρέσει να γράφονται, είναι ένα ντούο το οποίον αποτελείται από δύο αυστριακούς μουσικούς, τον Matthias Bartolomey τσέλο και τον Klemens Bittmann βιολί, μαντόλα. Ως ντούο, δε, υπάρχουν εδώ και κάποια χρόνια, έχοντας ηχογραφήσει μάλιστα και δύο άλμπουμ, με το “Dynamo” να αποτελεί το τρίτο τους (οι πληροφορίες από το discogs).
Όπως αντιλαμβάνεστε έχουμε να κάνουμε μ’ ένα περίεργο σχήμα, που συνθέτει, αυτοσχεδιάζει και αποδίδει «μόνο του», χωρίς άλλες βοήθειες (από guests ή από τεχνικό εξοπλισμό). Καθαρό άκουσμα λοιπόν, καθαρό άλμπουμ και οπωσδήποτε ενδιαφέρον, με τα τρία όργανα (τσέλο, βιολί και μαντόλα) να συμμετέχουν σχεδόν επί ίσοις όροις στην ακουστική διαδικασία. Βεβαίως τα παιξίματα είναι ή φαίνεται να είναι ποικίλα, με δάχτυλα (τσιμπητά) και με δοξάρια, αλλά το τελικό αποτέλεσμα από πλευράς ηχοχρωμάτων δεν είναι κάτι «άγνωστο», κάτι που δεν το έχεις ξανακούσει.
Οι αναφορές των BartolomeyBittmann είναι, εν τω μεταξύ, πολλές και ποικίλες. Και όχι μόνον μουσικές, αλλά και ευρύτερες, λογοτεχνικές ας πούμε (David Foster Wallace), ποιητικές (Ulrich von Liechtenstein), της ευρύτερης ποπ κουλτούρας (Αστερίξ) κ.λπ. Βεβαίως υπάρχουν και μουσικές αναφορές (Franz von Suppé, Didier Lockwood), αλλά το σύνολο είναι κάπου τοποθετημένο «πέρα». Έχεις την αίσθηση, θέλω να πω, πως ό,τι ακούς είναι έτσι παρουσιασμένο, ώστε να κάνει (όχι άνευ λόγου και βάσης) εντύπωση.
Τώρα, αυτή τη μουσική, που παραδίδουν εδώ οι BartolomeyBittmann, δεν μπορείς να την πεις jazz, ή τόσο-jazz εν πάση περιπτώσει. Μοιάζει πιο πολύ με «δωματίου», ιδιόμορφη βεβαίως, που περνάει από πολλά και διαφορετικά στάδια («κλασικά», folk, avant ή και rock ακόμη). Υπάρχουν tracks σαν το φερώνυμο “Dynamo”, που συνδυάζουν πολλές απ’ αυτές τις αναφορές (είτε στα παιξίματα, είτε στις μελωδίες, είτε στην ένταση και το drive) και άλλα που ηχούν πιο συγκρατημένα και σεμνά (“Glockenturm”). Γενικώς ένα άλμπουμ, που δεν μπορείς να το αγνοήσεις – ενώ μπορείς να το ευχαριστηθείς.
EL AFRONTE ORQUESTA TÍPICA: Tango Argentino Today [Emoción, One World of Music / ACT Music, 2019]
Κλείνουμε μ’ ένα άλμπουμ κάπως διαφορετικό. Ένα άλμπουμ σύγχρονου... κλασικού tango και όχι electro-tango. Ένα άλμπουμ που είναι ηχογραφημένο στο Buenos Aires, από αργεντινούς μουσικούς και όχι στην Ευρώπη από Ευρωπαίους. Άρα έχουμε να κάνουμε με κάτι original – και όταν κάτι είναι original, με ό,τι βαθύ υποδηλοί η συγκεκριμένη λέξη, τότε δεν μπορεί παρά να έχει και μιαν υψηλή αξία (αισθητική πρωτίστως, για εμάς εδώ, στην άλλη άκρη του κόσμου και κοινωνική ενδεχομένως, για ’κείνους που το φτιάχνουν, στον τόπο που το φτιάχνουν). Λέμε, λοιπόν, για το “Tango Argentino Today” της El Afronte Orquesta Típica, μιας 10μελούς ομάδας, με τέλειους οργανοπαίκτες που χειρίζονται κοντραμπάσο, βιολιά, βιολοντσέλο, τρία μπαντονεόν, πιάνο φυσικά, διαθέτοντας βεβαίως και σπουδαίο τραγουδιστή (Marco Bellini). Να σημειώσουμε, επίσης, πως από τα εννέα tracks του CD τα επτά είναι πρωτότυπα, συνθέσεις των μελών της μπάντας Mariano Bustos (ο κοντραμπασίστας) και Lucas Cáceres (ο βιολιστής), ενώ υπάρχουν και δύο versions σε συνθέσεις των Edgardo González / Alejandro Guyot (το “Lezama” των 34 Puñaladas) και Fabrizio Pieroni (το “Calle”).
Η Afronte Orquesta Típica παίζει εντυπωσιακά, ενώ το αίσθημα που βγάζει το “Tango Argentino Today” είναι άπιαστο! Βασικά, εδώ έχουμε ένα ηχητικό μεγαλείο! Μια σπουδαία μουσική με μεγάλη ιστορία, θέλω να πω, παιγμένη όμως σήμερα, μ’ έναν τρόπο σύγχρονο. Σύγχρονο επί της ουσίας δηλαδή και όχι φαινομενικώς – μέσω μιας εξηλεκτρισμένης ή ηλεκτροποιημένης φόρμας. Και αυτή είναι η μαγκιά. Να παίζεις tango τώρα, με ακουστικό ήχο, με ακουστικά όργανα, έχοντας να προτείνεις και σπουδαίες, καινούριες, συνθέσεις, πλημμυρισμένες στις μελωδίες και στις παθιασμένες ερμηνείες.
Όλα εδώ είναι τέλεια. Όλα κινούνται σ’ ένα απόλυτο υψηλό επίπεδο, καθώς συνθέσεις-τραγούδια σαν τα “Pozo de sombras” και “Chabone”, για παράδειγμα, δεν τα συναντάς, εύκολα, πουθενά – σε οποιοδήποτε μουσικό είδος.
Δίσκος αναφοράς λοιπόν για το tango του σήμερα (έτσι νομίζω) και μουσική απόλαυση στο maximum, από μιαν εκπληκτική ομάδα!  

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

MECHANIMAL το νέο λευκό 45άρι

Το πιο νέο 45άρι των Mechanimal (Γιάννης Παπαϊωάννου και φίλοι) στην Inner Ear, προπομπός του επόμενου LP τους, περιέχει δύο tracks, τα “Easy dead” και “Red mirror”, και είναι κλεισμένο σε μιαν ολόλευκη συσκευασία. Λευκό εξώφυλλο, χωρίς ουδεμία σημείωση-πληροφορία, λευκό label χωρίς ουδεμία σημείωση-πληροφορία. Αντιλαμβάνεσαι, απλώς, ποια είναι η πρώτη πλευρά και ποια η δεύτερη από τους «χτυπημένους» αριθμούς και τα γράμματα στο dead wax, ενώ τους τίτλους (και ό,τι άλλo) τους βρίσκεις μόνο στο διαδίκτυο (στο site και το bandcamp της Inner Ear). Δεν ξέρω αν τέτοιου τύπου ολόλευκο cover έχει να φανεί στο εγχώριο (electro) rock από την πρώτη εποχή των Χωρίς Περιδέραιο (mid-80s), ξέρω όμως ή μάλλον φαντάζομαι πως μια τέτοια συσκευασία κάτι θα σημαίνει και κάτι θα συμβολίζει. Υπάρχει βεβαίως και ο τίτλος, “White Flag Single”, αλλά όπως διαβάζουμε οι Mechanimal... δεν υψώνουν τη λευκή σημαία, που δηλώνει την παράδοση άνευ όρων, αλλά εκείνη που ορίζει το τέλος των προσωπικών, κοινωνικών και κοσμικών εχθροπραξιών του παρελθόντος.
Το πρώτο track, το “Easy dead”, είναι πάνω-κατά-πάνω στο γνωστό πλέον electro-rock ύφος των Mechanimal, με τα spoken φωνητικά του Freddie F. να υποβάλλουν, και με τις κιθάρες του Τζίμη Πολιούδη να βαθαίνουν το ρήγμα. Όπως διαβάζουμε: «η καθόλου αθώα ιστορία του σύγχρονου κόσμου γράφεται από την αρχή – σαν προειδοποίηση για το μέλλον».
Η δεύτερη πλευρά (“Red mirror”) είναι πιο μετρονομημένη, με πληθωρικά γεμίσματα από πλήκτρα και κιθάρες (Γιώργος Θεοφανίδης) και με τα φωνητικά τού Freddie F. να απλώνονται γερά, πάνω σ’ αυτόν τον σταθερό καμβά.
Τα τραγούδια των Mechanimal μπορεί να ανακαλούν ανάλογες ή σχετικές eighties-καταστάσεις, αλλά κατά βάση είναι σημερινά. Όχι γιατί γράφονται τώρα, αλλά γιατί σχολιάζουν με τον δικό τους τρόπο το σύγχρονο μετα-ιστορικό τέλμα, πού εξακολουθεί να συντηρείται λόγω των γνωστών... βαλβίδων ασφαλείας.
Επαφή: www.inner-ear.gr