Τον Θανάση Μουτσόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της
Τέχνης στη σχολή Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Ε.Μ.Π., τον γνωρίζω πολλά χρόνια –
και από τα βιβλία και τα κείμενά του (σε περιοδικά ας πούμε, στον παλαιό Ήχο
π.χ.), μα και προσωπικά (από τα κυκλώματα του δίσκου βασικά). Γενικά τον
παρακολουθώ στα γραψίματά του, γιατί ο Μουτσόπουλος καταπιάνεται με πολλά και
διαφορετικά ζητήματα, κοινού ενδιαφέροντος να το πω έτσι, τα οποία είναι και
πρωτότυπα και εμπεριέχουν έρευνα και απόψεις.
Εντάξει, με τις απόψεις μπορεί κάποιος να διαφωνεί (εννοώ γενικότερα με τις απόψεις, που εκφράζονται πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα), αλλά τα αποτελέσματα της έρευνας και τα ντοκουμέντα στέκονται πάνω από τις απόψεις – και τοποθετούνται, εκεί, ψηλά, ώστε να τα βλέπουμε και να τα σχολιάζουμε (ο καθένας με τον δικό του τρόπο).
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Μουτσόπουλου έχει τίτλο «Εγώ το έκανα πρώτα / Αντιγραφή, αναπαραγωγή, μετατροπή και η έκλειψη του νοήματος» [Πλέθρον-θεωρία τέχνης, Μάιος 2026] και είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πόνημα 348 σελίδων, διανθισμένο με έγχρωμες φωτογραφίες του ιδίου, τραβηγμένες στα διάφορα ταξίδια του στον Τρίτο Κόσμο (έτσι τον αποκαλούσαμε παλαιά).
Ο Μουτσόπουλος είναι ταξιδευτής, όχι τουρίστας. Επιλέγει «τρίτες» χώρες για να περιπλανηθεί (Ιράκ, Συρία, Γκάνα, Ακτή Ελεφαντοστού, Καμπότζη, Κούβα, Βόρεια Κορέα, Ινδονησία, Αζερμπαϊτζάν κ.ά.), εστιάζοντας πρωτίστως στις popular κουλτούρες τους. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει και το παραδοσιακό, αλλά και το υβριδικό, το επιτηδευμένο και το αλλοιωμένο. Τον ενδιαφέρει και η αλήθεια, που μπορεί να συνδέεται μ’ ένα παρελθόν αιώνων, αλλά και το ψεύτικο, το ευτελές, το καθημερινό, που έχει να κάνει συχνά με το πώς επιβάλλεται, πολιτισμικά, η μητρόπολη στην περιφέρεια. Κι επειδή είναι ένας άνθρωπος της εποχής μας ο Μουτσόπουλος, καταγράφει κυρίως, με τα κείμενα και τις φωτογραφίες του, αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο πρωτότυπο και το κάλπικο, μαζί με όλα τα ενδιάμεσα στάδια, προβάλλοντας, μαζί με ό,τι άλλο, το χάος του σύγχρονου κόσμου.
Ναι, το βιβλίο του Μουτσόπουλου είναι χαοτικό (ένας όχι αρνητικός χαρακτηρισμός). Και γι’ αυτό δεν είναι εύκολο να διαβαστεί, απ’ όσους περιμένουν να παρακολουθήσουν μια ιστορία, που να εξελίσσεται γραμμικά, με αρχή μέση και τέλος. Οι χρόνοι και οι τόποι ανακατεύονται μέσα στις σελίδες τού «Εγώ το έκανα πρώτα», με το χάος να πλαταίνει συνεχώς και με το κουβάρι να μπερδεύεται όλο και πιο πολύ από σελίδα σε σελίδα.
Στο Μέρος Πρώτο (σελ.19-60), που αποκαλείται «Μυθικό παρελθόν: Αυθεντική παράδοση ή αυθεντικός δημιουργός;», ο Μουτσόπουλος καταπιάνεται με πολλά ζητήματα (όπως συμβαίνει με κάθε κεφάλαιο εξάλλου). Γράφει για το αφρικανικό rap στην αρχή, που προέρχεται από το αμερικάνικο προφανώς, όπως το λέει ξεκάθαρα και ο ίδιος (και όχι από την... ομηρική ραψωδία), για το πώς η παράδοση μπορεί να ηχεί στις ηχογραφήσεις ενός σύγχρονου συγκροτήματος, που να μην ανήκει αναγκαστικά στη σφαίρα του νεο-παραδοσιακού (όπως συνέβη με μερικά σχήματα της βρετανικής εταιρείας 4AD), πριν μεταφερθούμε στα εσωτερικά και σε σχέση με τη δική μας αντιμετώπιση της παράδοσης, των Ρομά φερ’ ειπείν, σε αντιπαραβολή με το πώς επέβαλαν οι γείτονές μας πρώην-Γιουγκοσλάβοι την Esma Redžepova (την πασίγνωστη βορειο-μακεδονίτισσα ρομά τραγουδίστρια) στη λαϊκή συνείδηση.
Ο Μουτσόπουλος
θεωρεί πως η Ελλάδα «απέκρυψε» τις παραδοσιακές μουσικές που εμφάνιζαν μη
εθνικά στοιχεία, ανάμεσά τους δε και τη «γυφτιά». Εντάξει, αυτά είναι δύσκολα
θέματα για να αποφαίνεσαι μέσα σε λίγες γραμμές (είναι αντικείμενο βιβλίου
εννοώ αυτό), όμως Τσιγγάνοι, όπως τους έλεγαν τότε, τραγουδιστές και
οργανοπαίκτες έκαναν πάταγο στα λαϊκά πάλκα και τη δισκογραφία μας ήδη από τα
σίξτις (να θυμηθούμε μόνο τον Μανώλη Αγγελόπουλο και την Φωτεινή Μαυράκη –
είναι κι άλλοι πολλοί φυσικά), ενώ και περιπτώσεις σαν εκείνη του Κώστα Χατζή
(που ήταν συνάμα και μάρτυρας του Ιεχωβά εκτός από Τσιγγάνος – άρα διπλά μειονοτικός)
γίνονταν εξώφυλλα, επί δικτατορίας, ακόμη και στο «Φαντάζιο»!
Για να μη θυμηθώ Αρβανίτες τραγουδιστές σαν τον τεράστιο Γιώργο Παπασιδέρη, ή τον τρόπο που ντυνόταν η Βούλα Πάλλα, που προσιδίαζε σ’ εκείνον της Redžepova (μια ανάμειξη ρομά και bollywood στοιχείων). Συμφωνώ, πάντως, με τον Μουτσόπουλο για όσα λέει για τον Christopher King και το βιβλίο του για το ηπειρώτικο τραγούδι (τα είχα γράψει κι εγώ εξάλλου, εδώ στο LiFO.gr, στις 2 Οκτ. 2019 https://www.lifo.gr/culture/vivlio/ipeirotiko-moiroloi-mia-kritiki-matia-sto-biblio-toy-kristofer-kingk).
Στο ίδιο κεφάλαιο γίνεται πολύς λόγος για την αρχιτεκτονική και για το πώς το κλασικό μπορεί να δυναστεύει το παρόν και το μέλλον, με παράλληλες αναφορές, στους, αντίθετους με τον νεοκλασικισμό, Άρη Κωνσταντινίδη και Δημήτρη Πικιώνη. Τελικά, ελληνικό είναι ό,τι είναι αληθινό, για να παραλλάξω μια κλασική φράση που αποδίδεται στον Διονύσιο Σολωμό – δηλαδή ό,τι προέρχεται από τις καθημερινές ανάγκες (και όχι αναγκαστικά από τους μύθους), ενσωματώνοντας τη φύση, την ιστορία και την αγωνία της κοινωνίας.
Ο συγγραφέας σημειώνει πως ο κλασικισμός ασκεί έντονη γοητεία στους συντηρητικούς, ενώ διαφωνώ με την άποψη (Δημήτρης Ραυτόπουλος) πως η αισθητική του ελληνικού εθνικισμού πηγάζει από τη χούντα. Η χούντα δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να μεταφέρει, άγαρμπα βεβαίως, την «εικόνα» της Δελφικής Ιδέας, από τους Δελφικούς Αγώνες και τα Πύθια του 1927 και του 1930, μια εικόνα που είχε περάσει εν τω μεταξύ (και) από τους «τεταρτο-αυγουστιάτικους» εορτασμούς τού τότε υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού (επί δικτατορίας Μεταξά εννοώ), στους οποίους (εορτασμούς) είχαν συνδράμει προσωπικότητες σαν εκείνες του Σίμωνος Καρά, του Θάνου Μούρραη-Βελλούδιου, του Μίνωος Δούνια, της Ειρήνης Νικολούδη κ.ά. Θέλω να πω πως το κιτς, επί χούντας, σχετιζόταν απλώς και μόνο με τα πρόσωπα, που ήταν πίσω από τις δικές της εορτές και όχι με την αρχική ιδέα, που παρέμενε η ίδια, στη ρίζα της, από την εποχή των Σικελιανών.
Στη συνέχεια του κεφαλαίου ο Μουτσόπουλος αναζητά το εθνικιστικό στοιχείο στο πώς εισπράττεται ο πίνακας «Το κρυφό σχολειό» του Νικολάου Γύζη και στον τρόπο που χρησιμοποιείται ο Μεγαλέξανδρος από διάφορες κοινωνικοπολιτικές ομάδες και ακροδεξιά γκρουπούσκουλα, γράφοντας περαιτέρω για την ταινία «300» (2006) του Zack Snyder και για το τι νόημα έχει, εν τέλει, να συζητάμε στις μέρες μας για «ελληνική κουζίνα», όταν... «ολόκληρη η βάση της οθωμανικής κουζίνας και οι βαλκανικές παραδόσεις βαφτίζονται “ελληνικές” με μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας, για να διορθωθούν, ευτυχώς, προς το τέλος με τη μεγάλη υπερεθνική ομπρέλα της “μεσογειακότητας”».
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/biblio-toy-thanasi-moytsopoyloy-gia-tin-tehni-stin-kathimerini-zoi
Εντάξει, με τις απόψεις μπορεί κάποιος να διαφωνεί (εννοώ γενικότερα με τις απόψεις, που εκφράζονται πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα), αλλά τα αποτελέσματα της έρευνας και τα ντοκουμέντα στέκονται πάνω από τις απόψεις – και τοποθετούνται, εκεί, ψηλά, ώστε να τα βλέπουμε και να τα σχολιάζουμε (ο καθένας με τον δικό του τρόπο).
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Μουτσόπουλου έχει τίτλο «Εγώ το έκανα πρώτα / Αντιγραφή, αναπαραγωγή, μετατροπή και η έκλειψη του νοήματος» [Πλέθρον-θεωρία τέχνης, Μάιος 2026] και είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πόνημα 348 σελίδων, διανθισμένο με έγχρωμες φωτογραφίες του ιδίου, τραβηγμένες στα διάφορα ταξίδια του στον Τρίτο Κόσμο (έτσι τον αποκαλούσαμε παλαιά).
Ο Μουτσόπουλος είναι ταξιδευτής, όχι τουρίστας. Επιλέγει «τρίτες» χώρες για να περιπλανηθεί (Ιράκ, Συρία, Γκάνα, Ακτή Ελεφαντοστού, Καμπότζη, Κούβα, Βόρεια Κορέα, Ινδονησία, Αζερμπαϊτζάν κ.ά.), εστιάζοντας πρωτίστως στις popular κουλτούρες τους. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει και το παραδοσιακό, αλλά και το υβριδικό, το επιτηδευμένο και το αλλοιωμένο. Τον ενδιαφέρει και η αλήθεια, που μπορεί να συνδέεται μ’ ένα παρελθόν αιώνων, αλλά και το ψεύτικο, το ευτελές, το καθημερινό, που έχει να κάνει συχνά με το πώς επιβάλλεται, πολιτισμικά, η μητρόπολη στην περιφέρεια. Κι επειδή είναι ένας άνθρωπος της εποχής μας ο Μουτσόπουλος, καταγράφει κυρίως, με τα κείμενα και τις φωτογραφίες του, αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο πρωτότυπο και το κάλπικο, μαζί με όλα τα ενδιάμεσα στάδια, προβάλλοντας, μαζί με ό,τι άλλο, το χάος του σύγχρονου κόσμου.
Ναι, το βιβλίο του Μουτσόπουλου είναι χαοτικό (ένας όχι αρνητικός χαρακτηρισμός). Και γι’ αυτό δεν είναι εύκολο να διαβαστεί, απ’ όσους περιμένουν να παρακολουθήσουν μια ιστορία, που να εξελίσσεται γραμμικά, με αρχή μέση και τέλος. Οι χρόνοι και οι τόποι ανακατεύονται μέσα στις σελίδες τού «Εγώ το έκανα πρώτα», με το χάος να πλαταίνει συνεχώς και με το κουβάρι να μπερδεύεται όλο και πιο πολύ από σελίδα σε σελίδα.
Στο Μέρος Πρώτο (σελ.19-60), που αποκαλείται «Μυθικό παρελθόν: Αυθεντική παράδοση ή αυθεντικός δημιουργός;», ο Μουτσόπουλος καταπιάνεται με πολλά ζητήματα (όπως συμβαίνει με κάθε κεφάλαιο εξάλλου). Γράφει για το αφρικανικό rap στην αρχή, που προέρχεται από το αμερικάνικο προφανώς, όπως το λέει ξεκάθαρα και ο ίδιος (και όχι από την... ομηρική ραψωδία), για το πώς η παράδοση μπορεί να ηχεί στις ηχογραφήσεις ενός σύγχρονου συγκροτήματος, που να μην ανήκει αναγκαστικά στη σφαίρα του νεο-παραδοσιακού (όπως συνέβη με μερικά σχήματα της βρετανικής εταιρείας 4AD), πριν μεταφερθούμε στα εσωτερικά και σε σχέση με τη δική μας αντιμετώπιση της παράδοσης, των Ρομά φερ’ ειπείν, σε αντιπαραβολή με το πώς επέβαλαν οι γείτονές μας πρώην-Γιουγκοσλάβοι την Esma Redžepova (την πασίγνωστη βορειο-μακεδονίτισσα ρομά τραγουδίστρια) στη λαϊκή συνείδηση.
Για να μη θυμηθώ Αρβανίτες τραγουδιστές σαν τον τεράστιο Γιώργο Παπασιδέρη, ή τον τρόπο που ντυνόταν η Βούλα Πάλλα, που προσιδίαζε σ’ εκείνον της Redžepova (μια ανάμειξη ρομά και bollywood στοιχείων). Συμφωνώ, πάντως, με τον Μουτσόπουλο για όσα λέει για τον Christopher King και το βιβλίο του για το ηπειρώτικο τραγούδι (τα είχα γράψει κι εγώ εξάλλου, εδώ στο LiFO.gr, στις 2 Οκτ. 2019 https://www.lifo.gr/culture/vivlio/ipeirotiko-moiroloi-mia-kritiki-matia-sto-biblio-toy-kristofer-kingk).
Στο ίδιο κεφάλαιο γίνεται πολύς λόγος για την αρχιτεκτονική και για το πώς το κλασικό μπορεί να δυναστεύει το παρόν και το μέλλον, με παράλληλες αναφορές, στους, αντίθετους με τον νεοκλασικισμό, Άρη Κωνσταντινίδη και Δημήτρη Πικιώνη. Τελικά, ελληνικό είναι ό,τι είναι αληθινό, για να παραλλάξω μια κλασική φράση που αποδίδεται στον Διονύσιο Σολωμό – δηλαδή ό,τι προέρχεται από τις καθημερινές ανάγκες (και όχι αναγκαστικά από τους μύθους), ενσωματώνοντας τη φύση, την ιστορία και την αγωνία της κοινωνίας.
Ο συγγραφέας σημειώνει πως ο κλασικισμός ασκεί έντονη γοητεία στους συντηρητικούς, ενώ διαφωνώ με την άποψη (Δημήτρης Ραυτόπουλος) πως η αισθητική του ελληνικού εθνικισμού πηγάζει από τη χούντα. Η χούντα δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να μεταφέρει, άγαρμπα βεβαίως, την «εικόνα» της Δελφικής Ιδέας, από τους Δελφικούς Αγώνες και τα Πύθια του 1927 και του 1930, μια εικόνα που είχε περάσει εν τω μεταξύ (και) από τους «τεταρτο-αυγουστιάτικους» εορτασμούς τού τότε υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού (επί δικτατορίας Μεταξά εννοώ), στους οποίους (εορτασμούς) είχαν συνδράμει προσωπικότητες σαν εκείνες του Σίμωνος Καρά, του Θάνου Μούρραη-Βελλούδιου, του Μίνωος Δούνια, της Ειρήνης Νικολούδη κ.ά. Θέλω να πω πως το κιτς, επί χούντας, σχετιζόταν απλώς και μόνο με τα πρόσωπα, που ήταν πίσω από τις δικές της εορτές και όχι με την αρχική ιδέα, που παρέμενε η ίδια, στη ρίζα της, από την εποχή των Σικελιανών.
Στη συνέχεια του κεφαλαίου ο Μουτσόπουλος αναζητά το εθνικιστικό στοιχείο στο πώς εισπράττεται ο πίνακας «Το κρυφό σχολειό» του Νικολάου Γύζη και στον τρόπο που χρησιμοποιείται ο Μεγαλέξανδρος από διάφορες κοινωνικοπολιτικές ομάδες και ακροδεξιά γκρουπούσκουλα, γράφοντας περαιτέρω για την ταινία «300» (2006) του Zack Snyder και για το τι νόημα έχει, εν τέλει, να συζητάμε στις μέρες μας για «ελληνική κουζίνα», όταν... «ολόκληρη η βάση της οθωμανικής κουζίνας και οι βαλκανικές παραδόσεις βαφτίζονται “ελληνικές” με μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας, για να διορθωθούν, ευτυχώς, προς το τέλος με τη μεγάλη υπερεθνική ομπρέλα της “μεσογειακότητας”».
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/biblio-toy-thanasi-moytsopoyloy-gia-tin-tehni-stin-kathimerini-zoi

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου