Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΧΑΡΗΣ ΠΕΡΣΙΔΗΣ λαϊκά… από παλιό rocker

Χαμηλού, αλλά όχι αδιάφορου προφίλ ανεξάρτητη, λαϊκή παραγωγή, που περιλαμβάνει τραγούδια του Χάρη Περσίδη, σε στίχους Θωμά Τόλη, είναι το «Όλα Φόρα… Κατηφόρα». Αποδίδουν ο πάντα μεστός Κώστας Μάντζιος και η άγνωστη προς εμένα (ή... όχι μόνον προς εμένα) Ντόρα Μάλλιαρη. Δεν ξέρω αν κάποια από αυτά τα τέσσερα ονόματα «λένε κάτι» στους αναγνώστες του δισκορυχείου κανονικά, όμως, θα έπρεπε… Ή, μάλλον, θα μπορούσε... Και δεν αναφέρομαι στον Μάντζιο, που είναι ένας γνωστός και γιατί όχι καταξιωμένος λαϊκός ερμηνευτής, αλλά στον συνθέτη Περσίδη, που είναι παλαιός rocker με ιστορία στο χώρο. Ο Περσίδης υπήρξε μέλος των Spiders της Βέροιας στα τέλη του ’60 (μαζί με τους Νίκο Ζιώγαλα και Κώστα Γεωργίου, αμφότεροι αργότερα στα Ανάκαρα), άλλων σχημάτων που επίσης δεν δισκογράφησαν στα seventies, ενώ στα πρώτα χρόνια του ’80 τον συναντάμε πίσω από τους Coo και τους Booby Trap (με τα συγκεκριμένα γκρουπ να αφήνουν από ένα ανεξάρτητο LP). Γενικώς, ο Περσίδης κάνει κατά καιρούς... εμφανή ή αισθητή την παρουσία του (καθώς αγωνίζεται και στην μη rock δισκογραφία), οπότε και αυτή η... συνολική εμφάνισή του δεν έρχεται από το πουθενά, έχοντας, συγχρόνως, σκοπό και νόημα.
Αν υπάρχει ένα ζήτημα στο «Όλα Φόρα… Κατηφόρα» τούτο έχει να κάνει, βασικά, με την παραγωγή που είναι στοιχειώδης. Ακούγεται πάντα και παντού, βεβαίως, το μπουζούκι του Δημήτρη Μαριολά, αλλά από ’κει και κάτω είναι ο προγραμματισμός που μπαίνει εμπρός. Κατανοώ, προφανώς, τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει (σήμερα ειδικώς) ο ανεξάρτητος παραγωγός, αλλά, από την άλλη, η ενορχήστρωση, η ηχογράφηση και η γενικότερη «τοποθέτηση» ενός άλμπουμ δεν μπορεί να είναι αμελητέες ποσότητες – πόσω μάλλον όταν το υλικό τού συγκεκριμένου CD είναι καλό και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θα έπρεπε ν’ αναδειχθεί ακόμη περισσότερο.
Τα τραγούδια του Περσίδη κινούνται στους κλασικούς λαϊκούς ρυθμούς, με τα ζεϊμπέκικα και τις λαϊκές μπαλάντες του Μάντζιου να έχουν την τιμητική τους. Από τα τραγούδια ξεχωρίζω το «Όνειρο» (που είναι ίσως και το πιο εν δυνάμει… ροκάδικο τραγούδι του άλμπουμ), τη «Λάθος εντολή» (με την ωραία στροφή του Τόλη… «ένα κράτος πονηρό/ που τελειώνει κάπου εδώ/ κατά λάθος σε σκοτώνει/ κι ύστερα το διορθώνει») που μου θύμισε το δίδυμο Νικολόπουλος-Ρασούλης, την «Αθώα απαγόρευση» και το «Κρεμάστε τον ανάποδα» (τα δύο τελευταία με τη φωνή της Μάλλιαρη), που, και αυτά, ως τραγούδια φτιάχνουν ένα «σκληρό» κλίμα, χωρίς να είναι ροκ, και με τους στίχους να φαίνονται επηρεασμένοι (στο δεύτερο) από την ποίηση του Βάρναλη.
Η συμπάθεια είναι προφανής, αλλά φρονώ πως δεν είναι αρκετή (θα ήθελα να πω κάτι περισσότερο δηλαδή) για ένα άλμπουμ που περιέχει, όντως, μερικά καλά ή και πολύ καλά τραγούδια.

ο KALLE KALIMA και ο Luis Buñuel

Παίζοντας με τον τίτλο της ταινίας τού Luis Buñuel Η Ωραία της Ημέρας (Belle de Jour) ο φινλανδός κιθαρίστας Kalle Kalima (γενν. το 1973) ηχογραφεί ένα άλμπουμ, το Buñuel de Jour [TUM, 2014], επηρεασμένο από τις ταινίες του φημισμένου ισπανού σκηνοθέτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο (η σύνδεση μουσικής και σινεμά στα άλμπουμ του Kalima). Ο Φινλανδός έχει ήδη δώσει τα CDSome Kubricks of Blood” (2009) και “Out to Lynch” (2011), τα αντίστοιχα tributes δηλαδή για τους Stanley Kubrick και David Lynch, συνεχίζοντας, τώρα, μ’ έναν σκηνοθέτη που είχε μάλλον… κακή σχέση με το soundtrack. Όπως είχε πει ο ίδιος ο Luis Buñuel σε μια συνέντευξή του, που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο Πρόσωπα/ Ιδέες, Κινηματογράφος, Μπουνιουέλ [Πλέθρον, Αθήνα 1984]:
«Είμαι πεπεισμένος ότι ο κινηματογράφος μπορεί να τα καταφέρει χωρίς μουσική ή σχεδόν χωρίς μουσική. Στο ‘Κορίτσι’ ο Τραίηβερ, ο μαύρος, παίζει κλαρινέτο· ο Μίλλερ ο αγροφύλακας τραγουδάει με τη συνοδεία κιθάρας. Αυτό είναι όλο. Αυτή η μουσική αποτελεί σχεδόν μέρος του διαλόγου. Στη ‘Βιριδιάνα’ επίσης το Αλληλούια του Χαίντελ έχει μια δραματική αξία, που αφορά την υπόθεση·  η μουσική ροκ-εν-ρολ στο τέλος αποτελεί ένα σχόλιο, που θα μπορούσε να προέρχεται από ένα ραδιόφωνο· στις τελευταίες σκηνές του ‘Ναζαρέν’ ακούγονται τα τύμπανα, όπως τα χτυπάμε στην Καλάντα, το χωριό μου, τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στον ‘Εξολοθρευτή Άγγελο’ δεν υπάρχει καθόλου μουσική, αν εξαιρέσει κανείς δυο αναπόφευκτα κομμάτια για τσέμπαλο και όργανο. Πιστεύω ότι η μουσική καθεαυτή έχει κάτι το προδοτικό. Μπορεί να κρυώσει αδυναμίες, που ίσως υπάρχουν στη σύνθεση της εικόνας μιας σκηνής. Καμιά φορά υπογραμμίζει τη δραματική ένταση περισσότερο από την ίδια την εικόνα».
Και όντως. Αν θυμηθεί κάποιος τις ταινίες του Buñuel που έχει δει, μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του πολλά και διάφορα, αλλά πάντως όχι… νότες και κινηματογραφικά θέματα. Και αυτό είναι μάλλον περίεργο για έναν σκηνοθέτη αυτής της κλάσης (αλλά και της όποιας κλάσης…), το γεγονός, εννοώ, πως δεν υπάρχει διαθέσιμο/τυπωμένο ούτε ένα OST από ταινία του (αν υπάρχει κάτι πληροφορείστε με – και αναφέρομαι σε original soundtrack και όχι σε μουσικές επιμέλειες). Έτσι, για τον Kalle Kalima προκύπτει, εδώ, ένα ηθικής (ας το πω έτσι – αν και είναι «βαριά» η λέξη) όσο και αισθητικής φύσεως ζήτημα. Πόσο θεμιτό μπορεί να είναι, θέλω να πω (για να το απαλύνω κάπως), το να προτείνεις μουσικές εμπνεόμενος από τις ταινίες ενός δημιουργού, ο οποίος αδιαφορούσε τόσο φανερά για τα OSTs; Χάθηκαν τόσοι άλλοι;
Επιχειρώντας, λοιπόν, να ξεπεράσω αυτό το (προσωπικό) εμπόδιο και μένοντας στις μουσικές αυτές-καθαυτές του Φινλανδού και της παρέας του (Mikko Innanen άλτο σαξόφωνο και λοιπά πνευστά, Veli Kujala ακορντεόν, Teppo Hauta-aho κοντραμπάσο, κρουστά) διαπιστώνω μία προσπάθεια να αρθρωθούν συνθέσεις, θέματα και αυτοσχεδιασμοί που να μπορεί να «κολλήσουν» σε συγκεκριμένες «μπουνιουελικές» ταινίες. Για την Ωραία της Ημέρας επιφυλάσσεται ένα θέμα περίπου 6 λεπτών, στο οποίο πρωταγωνιστούν το ακορντεόν και το σαξόφωνο, και το οποίο κυλά κάπως σαν… παγερή ρομάντζα. Μπορεί να έχω πάρα πολλά χρόνια να δω την ταινία, νοιώθω όμως το… προς τα πού το πάει ο Kalima. Απεναντίας, για την σουρεαλιστική σάτιρα Το Φάντασμα της Ελευθερίας ο φινλανδός μουσικός έχει κάτι περισσότερο βαρύ και abstract, με την κιθάρα και το σαξόφωνο να στριγγλίζουν και την γενικότερη ανατρεπτική διάθεση να επιχειρεί (υποθέτω) να προσεγγίσει το κλίμα του έργου. Από την άλλη στον αγαπημένο Σίμωνα της Ερήμου μια… κάπως ψυχεδελική προσέγγιση μοιάζει ικανή να περιγράψει το αλλοπρόσαλλο του «μπουνιουελικού» μύθου (ok), ενώ στους αρκετά παλαιούς βίαιους και νεορεαλιστικούς Ξεχασμένους (1950), η ηλεκτρική κιθάρα αποκτά ροκάδικα χαρακτηριστικά σαν να θέλει να περιγράψει σκληρές λαϊκές καταστάσεις (εδώ, ακόμη και τα ξαφνικά «γεμίσματα» του ακορντεόν ακούγονται σαν riffs).
Ολοκληρώνοντας θα έλεγα πως ο Kalle Kalima και το συγκρότημα που τον συνοδεύει, οι K-18, έδωσαν ένα σίγουρα ενδιαφέρον και ηχητικώς περιπετειώδες άλμπουμ, το οποίον ακούγεται οπωσδήποτε καλύτερα… σκεπάζοντας τίτλο και track list.
Επαφή: www.tumrecords.com

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

τρεις κυκλοφορίες τής more mars

Η more mars είναι μία ελληνική εταιρεία avant και πειραματικής μουσικής που «κόβει» ήχους σε διάφορες φόρμες (LP, CD, CD-R, CD+book, 3ιντσα CD-R). Οι τελευταίες κυκλοφορίες της αφορούν σε δύο ελληνικά ονόματα κι ένα φινλανδικό…
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ: Βορράς [more mars, 2014]
Έχω αναφερθεί κι άλλες φορές, στο Δισκορυχείον, στον πειραματιστή Σωκράτη Μαρτίνη. Η πρώτη αφορούσε στο 45άρι του “au seuil de la liberte (diptych)” [absurd, 2009], η δεύτερη σχετιζόταν με την παρουσία του στο LP «Παράξενα Παραμύθια» [Η Λάθος Άκρη του Τηλεσκοπίου, 2012], ενώ η τρίτη είχε να κάνει με την κασέτα του “Fusil Photographique” [noise-below.org, 2014]. Τώρα, έχω μπροστά μου, διαβάζω και ακούω, τον «Βορρά» [more mars, 2014], ένα δίγλωσσο βιβλιαράκι (ελληνικά-αγγλικά) 26 σελίδων με ποιήματα και σχέδια, στο οποίο περιλαμβάνεται κι ένα 3ιντσο CD-R/EP 14λεπτης διάρκειας με τα tracks Bang” 13 μόλις δευτερολέπτων, “The wedding” τρεισήμισι λεπτών και “Sign and afterwords” που… ξεφεύγει στο χρόνο, ξεπερνώντας τα δέκα λεπτά. Ήχοι, κείμενα και σχέδια συναποτελούν, όπως αντιλαμβάνεστε, το όλον πακέτο, που έχει… παράξενα ερωτική κατεύθυνση –για το… «δράμα της ερωτικής επιθυμίας» διαβάζουμε στο site της more mars– κάτι που το αντιλαμβάνεσαι από τα ποιήματα και τα σχέδια περισσότερο, παρά από την μουσική, που είναι αρκούντως εικονοκλαστική. Ο πειραματικός και αυθόρμητος χαρακτήρας της μουσικής τού Μαρτίνη συνίσταται σε μιαν επεξεργασία φυσικών και λιγότερο φυσικών ήχων, οι οποίοι, ως field recordings, μπορεί ν’ ακούγονται συνεχώς δίπλα μας, παρότι, μέσω του μετασχηματισμού τους, μοιάζει να απομακρύνονται από το χειροπιαστό και το καταληπτό. Τούτο, μπορεί να δημιουργεί μιαν αντιπαράθεση με τον λόγο ή και με τα σκίτσα, που είναι εύκολο εν πολλοίς να αποκρυπτογραφηθούν, από την άλλη, όμως, φαίνεται πως υπογραμμίζει και το «μη ελέγξιμο», και εν τέλει το «ανεξιχνίαστο» μιας… ερωτικής καταγραφής (που μπορεί να ξεκινά από την επιθυμία και να καταλήγει στην τελετή).
MECHA / ORGA (Yiorgis Sakellariou): 41:38 [more mars]
Σε 100 CD-R «κόπηκε» το τελευταίο πόνημα των Mecha / Orga – προσωπικό «όχημα», επί της ουσίας, του Γιώργη Σακελλαρίου. Project με δεκαετή, ήδη, ιστορία το Mecha / Orga κινείται στο χώρο του πειράματος, της ηλεκτρονικής επεξεργασίας και του θορύβου, κάτι το οποίον επιβεβαιώνει και με το παρόν «41:38». Όπως γίνεται αντιληπτό… 41:38 είναι ο συνολικός χρόνος διάρκειας των δύο κομματιών, του track 01 και του track 02 δηλαδή, τα οποία αποτελούν συνθέσεις του 2009 και του 2011 αντιστοίχως, που ξαναδουλεύτηκαν πέρυσι από τον Σακελλαρίου. Στο πρώτο, ένας διακεκομμένος θόρυβος μέσης έντασης που επιτρέπει την… αναμονή, μετατρέπεται σιγά-σιγά σε κυρίαρχη ηχητική συνιστώσα, καλύπτοντας τα πάντα, λίγο πριν εξασθενήσει – τούτα στα πρώτα επτά λεπτά τού σχεδόν 20λεπτου κομματιού. Εν συνεχεία ένα υπόκωφο, βομβοειδές υπόστρωμα αυξάνει κι αυτό σε ένταση, καθώς πολλαπλασιάζεται μέσα σ’ ένα ανάλογο περιβάλλον, πριν την «κομπρεσερ-οειδή» έκρηξη, και βεβαίως πριν τον σταδιακό εκφυλισμό προς την (ξανά υπόκωφη) σιωπή. Το δεύτερο κομμάτι ξεκινά από χαμηλή στάθμη, μέσα σ’ ένα κάπως ambient περιβάλλον, για να εξελιχθεί συν των χρόνω προς ένα καθαρό noisy track, στο οποίο παρεισφρέουν ποικίλες field recordings, μικροφωνισμοί, βόμβοι και επί μέρους θόρυβοι, δημιουργώντας άλλοτε ένα περισσότερο φυσικό και άλλοτε ένα περισσότερο βιομηχανικό ανάλογο. Η «περιπέτεια» που εσωκλείεται εδώ παρουσιάζει, εν ολίγοις, εξαιρετικό ενδιαφέρον… και γιατί σε επιμέρους φάσεις ή στιγμές της θα μπορούσες να ανακαλέσεις στη μνήμη σου ποικίλες… well-known καταστάσεις. Ακόμη και τους Pink Floyd
UTON: Kähe+ [more mars]
Δεν ξέρω αν είναι το πρώτο φινλανδικό weird, που τυπώνεται σε ελληνικό label (πιθανώς), αν και τούτο μικρή σημασία έχει… Όπως διαβάζω στο site τής more mars: «Uton αποκαλείται το μουσικό project του Φινλανδού Jani Hirvonen. Μέχρι σήμερα ο Hirvonen έχει συνεργαστεί με πολλούς καλλιτέχνες της πειραματικής σκηνής, όπως τους Tomutonttu, Alan Courtis (Reynols), Ø+yn κ.ά. Οι εγγραφές του έχουν τυπωθεί από διάφορα ανεξάρτητα labels (Dekorder, Digitalis, Ikuisuus κ.λπ.), συνήθως σε μικροποσότητες. Το “Kähe+” είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε κασέτα από το μεξικάνικο label Dept Tapes, τον Οκτώβριο του ’13». Και από την κασέτα στο CD… Διακόσιες πενήντα κόπιες του “Kähe+” τυπώθηκαν από την more mars (οι πρώτες εκατό συνοδεύονται από βιβλίο) σε ωραία all-paper συσκευασία και με art cover που με παραπέμπει στις εκδόσεις της Fonal – εξάλλου και οι μουσικές του Uton παραπέμπουν σφόδρα στο ρεπερτόριο της φινλανδικής εταιρείας. Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα άλμπουμ που αποτελείται από 30 σύντομα στο χρόνο κομμάτια (το μεγαλύτερο διαρκεί 2:07) τα οποία, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Hirvonen στο innersleeve, είναι αφιερωμένα σε 30 αντίστοιχες φινλανδικές λέξεις, που ακόμη δεν υπάρχουν. Λέξεις, οι οποίες μπορεί κάτι να θυμίζουν (στους Φινλανδούς προφανώς, γιατί σ’ εμάς τους Έλληνες μόνο το… “Kyrto” λέει κάτι, και ενδεχομένως το… “Kyrpos” και ουχί… Κύπρος), και που σε κάθε περίπτωση (πάντα κατά τα γραφόμενα του Hirvonen) προκαλούν και κάποιους αντίστοιχους(;) ήχους. Πέραν του… θεωρητικού background που δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία, εκείνο που πρέπει να ειπωθεί είναι πως οι μινιατούρες του Φινλανδού είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Και γιατί διαρκούν ελάχιστα, και γιατί τα κενά μεταξύ τους είναι ανεπαίσθητα, και γιατί συνδυάζουν παλαιο-ηλεκτρονικά και ψυχεδελικά στοιχεία, μαζί με πειραματισμούς, θορύβους, field recordings κ.λπ. ερχόμενα, ως αίσθηση, από πολύ παλαιά, από τις ένδοξες μέρες του ’60 και τις ανάλογες εγγραφές των M.A. Numminen, Erkki Kurenniemi, The Sperm, Pekka Airaksinen κ.λπ.
Ο Jani Hirvonen, όμως, ξέρει να διαπρέπει και στην μεγάλη φόρμα, καθώς αποδεικνύεται… μεγάλος μάστορας στα δύο bonus tracks, που κλείνουν το CD, τα “Näkymättömässä Elämässä 1” (13:58) και “Näkymättömässä Elämässä 2” (14:38). Τα κομμάτια αυτά είναι ηχογραφημένα σε μια κωμόπολη της Βρετάνης (ΒΔ Γαλλία) τον Νοέμβριο του 2013, προέρχονται από… ανακυκλωμένο υλικό παλαιότερων εγγραφών του φινλανδού πειραματιστή, και επειδή έχουν εκτεταμένη διάρκεια δεν φείδονται καθόλου στην… ηχητική αποπλάνηση και το «χάσιμο». Έτσι, κι ενώ σ’ ένα πρώτο επίπεδο οι ήχοι φαίνεται να διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα από ένα καθεστώς… ανύπαρκτης συνάφειας, στην πράξη εκείνο που ακούμε είναι ένα αποκαλυπτικότατο ψυχεδελικό ταξίδι, που θα μπορούσε να συγκριθεί στην ουσία και τη σημασία του με τα μεγάλα «ψυχεδελοχαμένα» άλμπουμ μιας άλλης εποχής… Τους Beat of the Earth ας πούμε, και άλλο τίποτα δεν λέω…
Επαφή: www.moremars.org

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ οι Beatles ως… σκοτεινές δυνάμεις (καθώς μας βλέπει και ο Lennon από δίπλα...)

Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια του δισκορυχείου έχω αναφερθεί ελάχιστες φορές στις σχέσεις Εκκλησίας και rock. Εννοώ στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το rock. Κι αυτό όχι τυχαίως. Έχω τη γνώμη πως το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν παρουσιάζει σχεδόν κανένα ενδιαφέρον. Ούτε επιστημονικό, ούτε δημοσιογραφικό, ούτε τίποτ’ άλλο – εννοώντας πως είναι γνωστή η γενικότερη στάση της Εκκλησίας γύρω απ’ αυτά τα θέματα. (Βεβαίως, όσοι φάγανε τα νειάτα τους στα κατηχητικά και τις χριστιανικές κατασκηνώσεις, γνωρίζοντας το rock στην ύστερη εφηβεία τους, μπορεί να βγάζουν τώρα στα γεράματα τα απωθημένα τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα ευρύτερο).
Περαιτέρω δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η Εκκλησία έχει αποδεχτεί κατά μίαν έννοια το «χριστιανικό ροκ», χωρίς κανένα πρόβλημα (πολύ πριν τους Ελεύθερους, κοινώς γνωστούς ως Παπαροκάδες). Οι ενστάσεις της δηλαδή φθάνουν πλέον έως ενός ορισμένου σημείου. Όταν το rock υπηρετεί το δόγμα ή το προφίλ της Εκκλησίας, τότε το αποδέχεται (η Εκκλησία) και πάει παρακάτω… Έτσι συμβαίνει με το rock. Πάντα θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή «έτσι» ή «αλλιώς».
Συναναστρέφομαι με ροκάδες (να τους πω έτσι) φίλους και γνωστούς εδώ και δεκαετίες. Ποτέ κανείς, ποτέ και σε καμμία συζήτηση, δεν ανακάτεψε στη μέση την Εκκλησία. Οι (γνωστές) απόψεις της ήταν πάντοτε, και παντελώς, αδιάφορες. Τόσο μα τόσο αδιάφορες, ώστε ακόμη και η επίσημη πολιτεία, που ήταν πάντα (και θα είναι και στον αιώνα τον άπαντα, ως φαίνεται…) «κώλος και βρακί» με την Εκκλησία, να μην τις λαμβάνει ποτέ υπ’ όψιν της. Ας... φώναζε η Εκκλησία για τους Beatles, στα μέσα του ’60. Οι δισκογραφικές εταιρείες, με την άδεια της πολιτείας εννοείται, «έκοβαν» χιλιάδες δίσκους, φισκάροντας την αγορά και σπρώχνοντας τα Ελληνόπουλα προς τις… σκοτεινές δυνάμεις. Ακόμη και οι Συνταγματάρχες που ταυτίζονταν, υποτίθεται, χριστιανο-ιδεολογικώς με την Εκκλησία, αδιαφορούσαν για τη γνώμη της, ακολουθώντας το δικό τους δρόμο. Mην ξεχνάμε π.χ. πως στο πρώτο καλοκαίρι της χούντας, το «βρωμοκαλόκαιρο της αγάπης» του 1967, οι Beatles αλώνιζαν στην Ελλάδα, σίγουρα με την ανοχή, αν όχι με τις κρυφές ευλογίες του καθεστώτος. Έτσι το rock, ως ένα προϊόν που πατούσε πάνω στα φράγκα μιας τεράστιας «δυτικής» βιομηχανίας (δίσκοι, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, Τύπος κ.λπ.), θα κατάπινε οσονούπω (και) την Ελλάδα μαζί με την κοκακόλα! Το λέω, γιατί και εναντίον της κοκακόλας καταφερόταν, τότε, η Εκκλησία, ή εν πάση περιπτώσει ορισμένα επίλεκτα στελέχη της.

Σε γενικές γραμμές η αρθρογραφία που έχει αναπτυχθεί, μέσα στα χρόνια, από εκκλησιαστικούς παράγοντες ή συγγραφείς προσκείμενους στα της Εκκλησίας, εν σχέσει πάντα με το θέμα «Εκκλησία και rock», είναι για γέλια (απροκάλυπτα ή λιγότερο απροκάλυπτα). Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να στηριχθεί ουδεμία σοβαρή κουβέντα γύρω από το θέμα. Όσοι, δε, και παρά ταύτα, επιχειρούν να αρθρώσουν κάποιον επιστημονικοφανή λόγο, πρήζοντάς μας με το τι έλεγαν οι παπάδες, ή οι περί των παπάδων, απλώς δεν έχουν με τι άλλο να ασχοληθούν. Έτσι, αντί να κάτσουν ν’ ακούσουν τα δισκάκια των Adams Boys και των Play Boys, ξεβουλώνοντας τ’ αυτιά τους και διαπιστώνοντας πως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά συγκροτήματα, εκείνοι προτιμούν αντί γι’ αυτό να μελετούν τα… «νεανικά ναυάγια» του μακαριστού Χριστόδουλου. Ας είναι…
Για να σας δείξω λοιπόν (κάτι που όλοι το ξέρετε ή το φαντάζεστε) τι σημαίνει εκκλησιαστική αρθρογραφία γύρω από το rock, επιλέγω να σας παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου (ο τόνος στην παραλήγουσα…) Τέρατα και Σημεία των Σκοτεινών Δυνάμεων [εκδόσεις Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1968] και ειδικότερα από το κεφάλαιο… Βίμπρασεξ! Διαβάστε λοιπόν και βγάλετε μόνοι τα συμπεράσματά σας (τα κεφαλαία και τα αραιωμένα γράμματα είναι του πρωτότυπου κειμένου)…
«Βίμπρασεξ! Να ένα όπλο, το οποίον καταστρέφει εκατομμύρια νέων στον κόσμο και το οποίον δεν γνωρίζουν καν τα θύματά του. Αλλά ας αρχίσωμεν από την πρώτην… αρχήν δια να μπορέσουν να το καταλάβουν καλλίτερα οι αγαπητοί μας αναγνώσται!
Εις τους ειδικούς επιστήμονας ήταν ανέκαθεν γνωστόν, ότι ωρισμένοι ήχοι είχαν σεξουαλικήν και άλλην επίδρασιν εις τα έντομα και τα ζώα. Έτσι ένας αμερικανός επιστήμων κατεσκεύασε ένα τεράστιον μεγάφωνον, σκεπασμένο με ένα λεπτότατον μεταλλικό δίκτυο. Το μεγάφωνο εξέπεμπε τον βόμβον ενός θηλυκού κουνουπιού, ο οποίος είχε καταγραφεί σε ειδική ταινία και αναμεταδίδετο τώρα δια του μεγαφώνου σε μεγάλη απόστασι. Τα αρσενικά κουνούπια ακούγοντας τον ήχο, έσπευσαν προς συνάντησιν της “νύφης” και φυσικά προσέκρουσαν επί του ηλεκτρισμένου δικτύου του μεγαφώνου.(…).
Αυτά τα δεδομένα έκαναν έναν υγειονομικόν επιθεωρητήν των αγγλικών σχολείων, τον κ. Ρόλαντ Στρέγκερ να εμβαθύνη εις το φαινόμενον  των γνωστών Μπητλς και τα αποτελέσματα της επιδράσεως της “μουσικής” των επί της νεολαίας. Να το πόρισμα: Η μουσική των Μπητλς συμπεριελάμβανεν ήχους, νότες, αι οποίαι επιδρούσαν σ ε ξ ο υ α λ ι κ ώ ς επί των νέων ειδικώς. Και δια να είμεθα σαφέστεροι απεδείχθη ότι οι ήχοι αυτοί προκαλούσαν μίαν έκστασιν κατ’ αρχάς και σε λίγο, αμέσως μετά, σ ε ξ ο υ α λ ι κ ό ν  ο ρ γ α σ μ ό ν!! Τα πορίσματά του έλεγαν καθαρά, ότι η “μουσική”, σαν την “μουσικήν” των Μπητλς “ωδηγούσε εις την απώλειαν της λογικής και εις έλλειψιν ηθικής κρίσεως. Εάν μεταβληθή βραδύτερον ο ρυθμός της μουσικής, τότε αι κραυγάζουσαι νεαραί ησυχάζουν σχεδόν αμέσως, επανερχόμεναι εις την αρχικήν των λογικήν και δεν παρασύρονται υπό των ορμών των…”. Αυταί είναι αι κατά γράμμα λέξεις του κ. Ρόλαντ Στρέγκερ από την έκθεσίν του.
Ποίον όμως το αποτέλεσμα, θα διερωτηθούν ασφαλώς οι αναγνώσται μας; Η απάντησις ασφαλώς θα φανή πολύ αποκαρδιωτική!: ΝΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΘΗ ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ Η ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΤΡΕΓΚΕΡ, ΚΑΘΟΣΟΝ ΤΟΥΤΟ ΘΑ ΕΠΕΦΕΡΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΝ! Μάλιστα! Σε κείνες τις δύσκολες ημέρες η Αγγλία είχε κυριολεκτικώς σωθή από τους Μπητλς, διότι η κυκλοφορία των δίσκων των Μπητλς εις το εξωτερικόν είχε γεμίσει το βρεττανικόν θησαυροφυλάκιον από τεράστια έσοδα! Δια αυτήν την αιτίαν, από βαθυτάτην δηλαδή ευγνωμοσύνην οι αρμόδιοι επρότειναν να παρασημοφορηθούν οι Μπητλς και να γίνουν Ι π π ό τ ε ς!. Όπερ και εγένετο!!(…)
Όλοι ασφαλώς θα ενθυμούνται τας πρότινος γενομένας “δηλώσεις” των Μπητλς, ότι αυτοί είναι περισσότερον γνωστοί και αγαπητοί εις τους λαούς της γης και από τον Ιησούν Χριστόν ακόμη! Ταύτα πάντα βεβαίως εγένοντο τη υποδείξει του ήδη αποθανόντος (εκ μεγάλης χρήσεως ναρκωτικών) γνωστού “μανατζέρ” τους Επστάιν.
Τώρα όμως φαίνεται, ότι αι δυναμεις του σκότους απεφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την δημοτικότητά των και προς άλλην κατεύθυνσιν. Ήδη τους παρέλαβον και τους διδάσκουν εντατικώς όλα τα μυστικά της Θεοσοφίας (που είναι η χειρίστη μορφή της Μαύρης Μασσωνίας) οι οπαδοί του Λευκού αδελφάτου εις τους πρόποδας των Ιμαλαΐων! Πρέπει δε να είναι βέβαιος τις άμα τη επιστροφή των εις την Αγγλίαν, θα εξαπλωθή ήδη εις παγκόσμιον κλίμακα και η μόδα της Θεοσοφίας και της Πανθρησκείας της ΜΡΑ’.(…)
Η απαγόρευσις, λοιπόν, της μουσικής του “ΒΙΜΠΡΑΣΕΞ” είναι μια άμεσος και επιτακτική ανάγκη!».

Όσο και να ωρυόταν ο πατήρ Χαράλαμπος Βασιλόπουλος (1910-1982) είναι προφανές πως τα λόγια του έπεσαν σε χώμα ξερό. Το rock πήρε στον τόπο μας την διαδρομή που πήρε, ασχέτως αν στην πορεία μπολιάστηκε με το ίδιο ηλίθιες, αν και… αντιδιαμετρικές απόψεις. Η συσχέτιση του rock δηλαδή με την «εξαρχειώτικη αναρχία», με το «κάνω ό,τι γουστάρω», με το «κάτω τα κόμματα» (ε ρε κατακαημένοι Pink Floyd, Magma, Stormy Six, Area και τόσοι άλλοι που παίζατε στα Φεστιβάλ των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Γαλλίας, της Ιταλίας και αλλαχού), με τον «ροκ τρόπο ζωής», τα «ροκ μανιφέστα» και με όλες τις υπόλοιπες ηλιθιότητες που άρχισαν να διαδίδονται εκεί προς τα τέλη των 70s (πρώτα στα ελληνικά έντυπα του… underground της πλάκας και από ’κει στον mainstream Τύπο) δεν διέφερε και πολύ, δηλαδή δεν διέφερε καθόλου, από την συσχέτιση του rock με τις… σκοτεινές δυνάμεις που προωθούσαν οι παπάδες. Και οι δύο προσεγγίσεις ήταν (και είναι) το ίδιο σωτηριολογικές, αποσκοπώντας στον ευνουχισμό της λογικής, στην επιβολή θεσφάτων και στην αναγκαιότητα της λύτρωσης («ένα φιξάκι φίλε δεν είναι παρά μια στιγμή…» και τα λοιπά και τα λοιπά…). Δεν μπορώ να ξέρω αν οι… αναρχοτέτοιοι των 70s και των 80s (και όσοι επέζησαν από τον «ροκ τρόπο ζωής» –ευτυχώς για τους ανθρώπους– ήτοι κάτι σημερινά… γεροντοπαλίκαρα) είχαν προϋπάρξει… κατηχητόπουλα στα νειάτα τους, δεν μπορώ όμως με τίποτα και να το αποκλείσω!

Και για να ολοκληρώσω με τον Αρχιμανδρίτη Βασιλόπουλο, που ειδικώς θεωρείται μία προσωπικότητα της Εκκλησίας (όπως διαπίστωσα) με μεγάλο συγγραφικό-κατηχητικό έργο. Κάπου διάβασα λοιπόν στο δίκτυο πως… «από το 1962 μέχρι το 1968 διετέλεσε Ηγούμενος στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, απ’ όπου απομακρύνθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας» και αλλού πως... «το 1971 πέρασε από στρατοδικείο, γιατί το χουντικό καθεστώς θεώρησε επικίνδυνη την κριτική που ασκούσε για πνευματικά θέματα στον τότε αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο μέσω της εφημερίδας του Ορθόδοξος Τύπος». Τι θέλουν να μας πουν με όλα τούτα; Πως ο π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος υπήρξε και… αντιστασιακός; Δεν είμαστε καλά. Ο άνθρωπος υμνούσε τη χούντα στο βιβλίο του. Κάπου γράφει, καταφερόμενος εναντίον της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Παπανούτσου, πως… «εάν δεν ήρχετο Η ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΙΟΣ 21-4-67 ήδη θα θερίζαμε ΘΥΕΛΛΑ…», κάπου αλλού λέει για την «φαυλοκρατία» η οποία… «ευτυχώς ετάφη την 21-4-67» και κάπου αλλού μιλώντας για την πορνογραφία καταλήγει… «ελπίζομεν η Εθνική Κυβέρνησις και εις τον τομέα αυτόν να λάβη τα μέτρα της».
«Μαύρος» (και όχι λόγω ράσου) ήταν ο μακαρίτης.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ – ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ – ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ένα σίδερο αναμμένο…

Είναι γνωστό πως υπάρχουν αρκετά ελληνικά τραγούδια που έχουν κατά καιρούς ακουστεί στο εξωτερικό – είτε έγιναν, είτε δεν έγιναν παγκόσμια hits. Κάποια μπορεί να τραγουδήθηκαν πριν πολλά-πολλά χρόνια, αλλά σήμερα να είναι ξεχασμένα (οι «Ντιρλαντάδες»), ενώ κάποια άλλα μπορεί να τραγουδήθηκαν και πιο πρόσφατα, δίχως να απασχόλησαν το πλατύ κοινό, αφορώντας περισσότερο στους «μυημένους» (η διασκευή των ιταλών «μεταλλάδων» Holy Martyr στα «Δειλινά» του Ζαμπέτα). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν είναι πολλά εκείνα τα ελληνικά τραγούδια που εξακολουθούν να μεταδίδονται σε κάθε μήκος και πλάτος τα τελευταία 50 χρόνια. Να ακούγονται και σήμερα σε Ανατολή και Δύση εννοώ, και να γίνονται συνεχώς «επιτυχίες». Ένα απ’ αυτά τα τραγούδια, που… δεν το πιάνει αναγκαστικά το μάτι και το αυτί πολλών, είναι το «Έφυγε έφυγε», που συνέθεσε ο Βασίλης Βασιλειάδης σε στίχους Πυθαγόρα και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης (με την Λίτσα Διαμάντη στη δεύτερη φωνή). Το τραγούδι αυτό, σχεδόν μισόν αιώνα τώρα, εξακολουθεί να ακούγεται όχι μόνο στην Ελλάδα (βασική… συρτή απόλαυση σε κάθε λαϊκό γλέντι) αλλά και πέραν αυτής, να «χώνεται» πάντα μέσα στα οριενταλικά DJ sets, να μεταφράζεται σε ξένες γλώσσες και να αποτελεί ένα εκτός λογικής hit σε ποικίλα και αντιδιαμετρικά κυκλώματα. 
Καζαντζίδης - Πυθαγόρας
Το «Έφυγε έφυγε» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα περί τα μέσα του 1966 σ’ ένα 45άρι του Στέλιου Καζαντζίδη στην Odeon ως πρώτη πλευρά (στη δεύτερη ήταν το «Δεν σε πιστεύω»). Και τα δύο κομμάτια εκείνου του μικρού δίσκου, περιττό να το πω, έκαναν πάταγο και ακούστηκαν αμέσως σε όλη τη χώρα. Σε μεγάλη φόρμα οι δύο συντελεστές (Βασιλειάδης, Πυθαγόρας) έγραψαν δύο λαϊκά «διαμάντια», στηριγμένα στην ασυναγώνιστη φωνή του Στέλιου, στις μοντέρνες λαϊκές απόψεις στην ενορχήστρωση που κόμιζε η Farfisa (έπαιζε ο ίδιος ο Βασιλειάδης) και φυσικά στους πολύ μελετημένους στίχους ενός τεχνίτη του λόγου (όπως ήταν ο Πυθαγόρας Παπασταματίου), που είχαν, ως είθισται, το χάρισμα της άμεσης απομνημόνευσης. Κατά το τυπικό της εποχής ο κινηματογράφος θα αναλάμβανε αμέσως τα ηνία, με το «Έφυγε έφυγε» να ακούγεται στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη «Σαπίλα και Αριστοκρατία» –όπου η Δέσποινα Στυλιανοπούλου έκανε σεγόντο, υποτίθεται, στον Στέλιο–, ενώ το «Δεν σε πιστεύω» στον «Γεροντοκόρο» του Ορέστη Λάσκου. Έτσι, ο δίσκος 45 στροφών από τη μια μεριά και ο κινηματογράφος από την άλλη έφεραν τα δύο αυτά τραγούδια στο στόμα όλου του κόσμου, με τη «δεύτερη» πλευρά (και όχι την πρώτη) να κάνει σύντομα το πιο μεγάλο άλμα…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/51898

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

οι 180 ήταν Ούγγροι

Το πρώτο LP των Ούγγρων 180, που κυκλοφόρησε στην Hungaroton [SLPX 12545] το 1983, είναι ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ του ευρωπαϊκού μινιμαλισμού. Περιελάμβανε τέσσερις (ή μάλλον πέντε) συνθέσεις, πρωτότυπες και μη, ερμηνευμένες με σθένος από μιαν ομάδα 15 μουσικών, που είχε επικεφαλής τον περκασιονίστα και φλαουτίστα Tibor Szemző (γνωστότερος, σε όσους, από τα μεταγενέστερα CD του στην βρετανική Leo Records). Τα πέντε έργα που αποδίδονται, εδώ, από τους 180 είναι τo “Water-Wonder” του ιδίου του Szemző (συντεθειμένο το 1982, διάρκειας 5:50), το “Music for Pieces of Wood” (1973, 8:40) του Steve Reich, το “Etude for Three Mirrors” (1982, 7:30) του László Melis, του περκασιονίστα, πιανίστα και βιολιστή των 180 και το “Coming Together/ Attica” (1972, 24:24) του Frederic Rzewski (track που καταλαμβάνει ολόκληρη την δεύτερη πλευρά του δίσκου). Ας πούμε λίγα λόγια παραπάνω για κάθε ένα από τα κομμάτια…
Στο “Water-Wonder” συνυπάρχουν τρία είδη φλάουτου και tape-feedback. Τόσο το προηχογραφημένο τμήμα, όσο και οι συνακολουθίες των πνευστών υπηρετούν το ίδιο βασικό μουσικό μοντέλο μέσα από παράλληλες διαδρομές. Προς το τέλος της σύνθεσης, όταν οι παράλληλες αυτές διαδρομές συμβάλλουν («σταγόνες νερού», που όσο κυλά ο χρόνος πυκνώνουν και μαζεύονται προς ένα σημείο), το παραγόμενο ακουστικό μίγμα δημιουργεί, με τρόπο αξιοπρόσεκτο θα έλεγα, την αίσθηση της αντήχησης της επιφάνειας του νερού, καθώς εκείνο μετατρέπεται σιγά-σιγά σε... ποτάμι. Το ίδιο θέμα, λίγα χρόνια αργότερα, ο Szemző θα το επανεπεξεργαστεί και θα το συμπεριλάβει σε μια 15λεπτη σχεδόν εκδοχή στο προσωπικό άλμπουμ του “Snapshot from the Island” [Leo Records, 1987].
Από την κλασική εποχή του μινιμαλισμού έρχεται το “Music for Pieces of Wood” του Steve Reich. Το έργο είναι γραμμένο αυστηρώς για απλά ξύλινα κρουστά και είναι χωρισμένο σε τρία μέρη (των έξι, των τεσσάρων και των τριών τετάρτων). Κάθε μέρος, δε, είναι χωρισμένο σε πέντε… υπομέρη, το πρώτο εκ των οποίων ακολουθεί τον βασικό ρυθμό, τα επόμενα τρία περιστρέφονται ελαφρώς μετατοπισμένα γύρω απ’ αυτόν, ενώ το τελευταίο τον διπλασιάζει. Η ιστορία της μουσικής έχει κατατάξει το “Music for Pieces of Wood” μεταξύ των σπουδαιότερων έργων του Steve Reich από τις αρχές των seventies μαζί με το “Drumming” και το “Clapping Music”.
Λαμπερή σύνθεση το “Etude for Three Mirrors” του László Melis ανήκει στην πιο πρόσφατη περίοδο της… επαναληπτικής μουσικής. Τέσσερις πιανίστες σε δύο πιάνα παίζουν, εναλλάσσοντας με περιπλεγμένο τρόπο, τονικές, τροπικές και δωδεκαφθογγικές κλίμακες. Από ’κει και πέρα έρχονται να προστεθούν στη βασική δομή όλα τα υπόλοιπα όργανα (φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο, φαγκότο, βιόλα, τσέλο τρομπόνι, ηλεκτρικό μπάσο) δίνοντας έμφαση σε συγχρονισμένα παράλληλα επίπεδα, που κινούνται πλησίον μιας κάποιας «τζαζ δωματίου» αισθητικής.
Η μεγάλη στιγμή, πάντως, του άλμπουμ των 180 (ή 180-As Csoport όπως αναφέρονται στο οπισθόφυλλο), και για λόγους που δεν άπτονται μόνον του μουσικού περιεχομένου, είναι η σύνθεση του Frederic Rzewski (γνωστότερος ως ιδρυτικό μέλος των Musica Elettronica Viva) “Coming Together/ Attica”. Και τα δύο έργα είναι εμπνευσμένα από την εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές Attica (στην ομώνυμη πόλη της Πολιτείας της Νέας Υόρκης) τον Σεπτέμβριο του 1971, που είχε ως αποτέλεσμα 43 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους (33 κρατούμενοι και 10 προσωπικό), μεταξύ των οποίων και ο Sam Melville (ένας λευκός της ριζοσπαστικής Αριστεράς που είχε αρνηθεί να πολεμήσει στο Βιετνάμ, καταφερόμενος εναντίον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και ακολουθώντας στην πορεία τον λεγόμενο «ένοπλο αγώνα»). Ένα από τα γράμματα που έγραψε από την φυλακή ο Melville όλα μαζί εκδόθηκαν σε βιβλίο ως Letters from Attica [William Morrow & Company, Inc.] το 1972 με πρόλογο του αγωνιστή δικηγόρου William Kunstler–, αποτέλεσε τη βασική επιρροή για τον επίσης Αριστερό Rzewski στη σύνθεσή του “Coming Together”, η πρώτη δισκογράφηση της οποίας (όπως και της “Attica” εξάλλου) συνέβη για το αμερικανικό LP τής Opus OneAttica/ Coming Together/ Les Moutons De Panurge” το 1974. Έτσι, μια επιστολή του Melville από την άνοιξη του ’71, γεμάτη ένταση, πάθος και αισιοδοξία για την αποφυλάκιση που ποτέ, εν τω μεταξύ, δεν ήρθε, θα αποτελέσει τη βάση πάνω από την οποία η μουσική του “Coming Together” απλώς θα υπάρξει. Τα λόγια του Melville, καθώς επαναλαμβάνονται... επ’ άπειρον –από «βαριά» έως καθηλωτική η ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι 180– αρκούν για να τοποθετήσουν τη σύνθεση αυτή του Rzewski στις μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας political music. Εμπλουτισμένη ορχηστρικώς η σύνθεση “Attica” στηρίζεται, και αυτή, στο ίδιο γεγονός, που συντάραξε την προοδευτική Αμερική εκείνα τα χρόνια (να μη θυμηθούμε τώρα το “Attica State” των John Lennon/ Yoko Ono, το “Remember Rockefeller at Attica” του Charles Mingus ή το “Attica Blues” του Archie Shepp…). Ο Richard X Clark, ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης, αποφυλακιζόμενος την 8/2/1972 ερωτάται στο δρόμο προς το Buffalo… πώς αισθάνεται τώρα που αφήνει, πλέον, την Attica πίσω του. Ο Rzewski δανείζεται την συνταρακτική απάντηση του μαύρου Richard X Clark και την απλώνει στο διηνεκές: “Attica is in front of me”

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

οι 1982 είναι Νορβηγοί

Ένα σχήμα, ένα συγκρότημα από την Νορβηγία που έχει για όνομά του μια χρονιά, 1982... Δεν ξέρω αν είναι πρωτότυπο (μπορεί ναι, μπορεί και όχι), εκείνο που ξέρω (και ακούω) είναι πως οι 1982 είναι ένα πολύ ενδιαφέρον τρίο, που φθάνει στο τέταρτο άλμπουμ του (κυκλοφορεί σε LP και CD) μετά από μια πορεία, η οποία, χονδρικώς, περιλαμβάνει έργα από το χώρο του… λυρικού αυτοσχεδιασμού.
Στο παρόν A/B [Hubro, 2014], που δημιουργείται εξ αρχής με τη λογική του LP, οι βασικοί συμμετέχοντες Nils Økland βιολιά, φωνή, Sigbjørn Apeland αρμόνιο, πιάνο και Øyvind Skarbø ντραμς, κρουστά, συνεργάζονται στην πρώτη πλευρά του δίσκου και στο track “18:16” (τίτλος του track είναι η διάρκειά του) με μιαν ομάδα πνευστών μουσικών (κλαρινέτο, φλάουτο, μπασούν, τρομπόνι, κόρνο) υπό την διεύθυνση του Stian Omenås (γνωστός, ίσως, από τις συνεργασίες του με τον Kenny Wheeler και άλλους διαφόρους). Το αποτέλεσμα έχει να κάνει με μία κάπως ιδιόμορφη ηχητική κατάσταση, η οποία επιβάλλεται, βασικά, λόγω του αργού tempo της. Η ανάπτυξη θυμίζει ηλεκτρονικές συνθέσεις, χωρίς όμως, εδώ, να υπάρχει έστω και ίχνος από τη σχετική επεξεργασία. Απεναντίας, εκείνο που ακούμε είναι ένα παράξενα αρθρωμένο συνεχές από διαρκή breaks πνευστών, βιολιού και αρμονίου (συμβατικών οργάνων δηλαδή), που οικοδομούν εν τέλει μία στοχαστική ατμόσφαιρα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως ένας «ήχος ECM» είναι διακριτός στο “18:16” και πως η έντονη αφηγηματικότητα της σύνθεσης έχει τη λογική του soundtrack, όντας ικανή να περιγράψει πρόδηλες ποιητικές εικόνες. Τα πέντε κομμάτια της δεύτερης πλευράς (με διάρκειες που κυμαίνονται από δύο έως πέντε λεπτά) δεν είναι εντελώς «άλλης» λογικής. Αν και αφορούν στο βασικό τρίο (Økland, Apeland, Skarbø), αν και εμφανίζουν, ενίοτε, μία ρυθμική ακολουθία που δεν αντιβαίνει, απαραιτήτως, στην δημιουργία μιας «κενής» ατμόσφαιρας, το συνολικό αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Οι 1982 είναι ένα σχήμα nordic jazz, με έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού, ενσωματωμένα όμως σ’ ένα ευρύτερο, και κάπως «ταρκοφσκικό», πλάνο.
Επαφή: www.hubromusic.com

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

XYSM μεθανόλη

Ήταν Απρίλιος του 2011 όταν έγραψα πρώτη φορά για τους XYSM (Χρίστος/ Yiannis/ Sébastien/ Manolis). Τώρα, τρεισήμισι χρόνια μετά, το επιχειρώ και πάλι παίρνοντας αφορμή από την πρόσφατη παρθενική-κανονική κυκλοφορία τους, ένα… ωραία και απλά πακεταρισμένο CD, τυπωμένο για την εταιρεία Phase!. Ηχογραφημένο τον Ιούνιο του 2013 από τους ίδιους μουσικούς που ξεκίνησαν το γκρουπ (Χρίστος Χονδρόπουλος κρουστά, Γιάννης Σαξώνης ηλεκτρονικά, Sébastien Marteau πνευστά, Μανώλης Χατζηδάκης ενισχυμένο zither) το CHO (σ.σ. ο μοριακός τύπος της μεθανόλης) είναι ένα μικρής διάρκειας άλμπουμ (λιγότερο της μισής ώρας) αποτελούμενο από έξι tracks (1:56 το μικρότερο, 8:12 το μεγαλύτερο), τα οποία, γενικώς και ειδικώς, κινούνται στο χώρο του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού.
Το 2λεπτο “Oxethane” είναι μια εισαγωγή για κρουστά, σαξόφωνο και ηλεκτρονικά (φυσικά). Οι XYSM καθορίζουν ένα πρώτο, βασικό, επίπεδο, μια πλατφόρμα πάνω στην οποία εναποθέτονται ανερμάτιστοι ήχοι κρουστών (και zither), «γεμίσματα» σαξοφώνου και «ήσυχα» ηλεκτρονικά. Στο “5145 Pholus” η κατάσταση αποκτά πιο ισχυρό παλμό, με τα συνεχή breaks του σαξοφώνου, να «κάθονται» πάνω στα «χαλιά» των κρουστών και των ηλεκτρονικών, προβάλλοντας, πάντα, ένα free form σκηνικό. (Οι XYSM –για τους οποίους έχω την αίσθηση πως βρίσκονται, συχνότερα, πλησίον του rock και όχι της jazz–, δημιουργούν, αυτοσχεδιάζοντας, νέους «κόσμους»). Το “Mr Burdon” που ακολουθεί ξεκινά να αχνοφέγγει μέσω της ευφάνταστης κρουστής διαχείρισης, πριν εκτονωθεί κι αυτό προς ένα space-jazz περιβάλλον. Στο πρώτο 5λεπτο κομμάτι του CD, που έχει τίτλο “Pseudomonas” οι ακουστικές εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Κατ’ αρχάς υπάρχει μία προφανής… άρρυθμη γραμμή, η οποία εμπλουτίζεται από τις διαρκείς παρεμβολές των κρουστών και φυσικά την διαβρωτική ένταξη, στο κυρίως σώμα, των πνευστών, του zither και των ηλεκτρονικών. Το άκουσμα με την… κάπως διακεκομμένη αγχωτική ανάπτυξή του, ανοίγει και κλείνει μέσα σ’ ένα… άχρονο πλαίσιο. Λίγο λιγότερο από 6 λεπτά διαρκεί το “C-stoff”, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του “CHO”, με την έντονη παρουσία του φλάουτου, τις αυξομειώσεις στην ένταση, τις noisy παρεμβάσεις και το «ελεύθερο» κλείσιμο (όχι μακριά από την προβληματική συγκροτημάτων όπως οι Nihilist Spasm Band ή οι Borbetomagus). Το τελευταίο track του CD έχει τίτλο “Formic acid” και ξεπερνά τα 8 λεπτά. Τα κρουστά, στην αρχή, με τους κύριους ήχους και τις παρηχήσεις τους δημιουργούν μιαν αίσθηση ήπιου japanoise, προεξοφλώντας ένα ανέβασμα του volume, που έρχεται προς το τέλος, όταν το γκρουπ αναλαμβάνει ομαδικώς να φέρει εις πέρας την… λειτουργία.
Τριακόσια αντίτυπα… για την ιστορία.
Επαφή: www.phasejunk.com