Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ site με ανέκδοτα τραγούδια και άλλα διάφορα…

Όλοι οι αναγνώστες του Δισκορυχείου γνωρίζουν τον Πάνο Σαββόπουλο όχι μόνο από τις «ρεμπέτικες» ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του και το υπόλοιπο σχετικό έργο του, αλλά και από τις προσωπικές ηχογραφήσεις του. Το νεοκυματικό «Δωμάτιο» [Polydor, 1968], το acid-folk «Επεισόδιο» [Polydor, 1971], την επανεμφάνισή του στη δισκογραφία με τα «Ετερόκλητα» [Μετρονόμος, 2012], το έξοχο ανέκδοτο «Δια Ταύτα» [Anazitisi, 2011]… Πριν λίγο καιρό ο Πάνος Σαββόπουλος ολοκλήρωσε την προσωπική ιστοσελίδα του, ανεβάζοντας μεγάλο μέρος του έργου του σε σχέση με τα ρεμπέτικα (εκπομπές, παραστάσεις, κείμενα, βιβλία κ.λπ.), αλλά και εκτεταμένα στιγμιότυπα της πιο προσωπικής διαδρομής του (δισκογραφία, φωτογραφίες, σχόλια κ.ά.). Ξεχωριστής σημασίας είναι η σελίδα με τις «διάφορες ηχογραφήσεις», αφού εκεί περιλαμβάνονται ανέκδοτα έως σήμερα τραγούδια του από παραστάσεις σε Ελλάδα (1969-70) και Σουηδία (1977), που δεν έχουν μόνον ιστορική αλλά και καλλιτεχνική αξία.
Και αναφέρομαι, κατά πρώτον, στα τραγούδια «Ο Ανέστης ο μπεκρής», «Η κυρία», «Τα αραπάκια» και «Η εξομολόγηση της παρθένας», που προέρχονται από συναυλία στο Παλαί ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης (29/4/1969), στο πλαίσιο της Φοιτητικής Εβδομάδας της ΦΕΑΠΘ. Τα τραγούδια αυτά, που σχολιάζονται από τον ίδιο τον Πάνο Σαββόπουλο στο site του (και γι’ αυτό δεν χρειάζεται να πω εγώ πολύ περισσότερα), είναι βασικά αντιχουντικά και κοινωνικά με καλυμμένα αλλά… εμφανή μηνύματα, που έδιναν κι έπαιρναν στις μπουάτ της εποχής, ενώ αποθεώνονται (όπως ακούμε) και στο live. Φυσικά, εκείνη την εποχή, αυτά τα συγκεκριμένα τραγούδια, ήταν από δύσκολο έως αδύνατο να έβρισκαν διέξοδο προς τη δισκογραφία και γι’ αυτό η τωρινή εμφάνισή τους αποτελεί κάτι παραπάνω από ντοκουμέντο. Και όσον αφορά στη διαδρομή του ίδιου τού τραγουδοποιού, αλλά και σε σχέση με το «άλλο» άσμα των πρώτων χρόνων της δικτατορίας.

Πάνος Σαββόπουλος και… The Jimi Hendrix Experience “Axis: Bold as Love”
Η δεύτερη συναυλία προέρχεται από τον Ορφέα, στην Αθήνα (17/5/1970). Απ’ αυτήν ακούμε στο site δυο τραγούδια με νόημα – παρότι τούτα είναι γνωστά από τον δίσκο «Επεισόδιο». Το πρώτο είναι «Το πειρατικό (Αρμίδα)» σε λόγια Νίκου Καββαδία. Εδώ ακούμε τους στίχους του ποιητή και όχι τους λογοκριμένους τού άλμπουμ («χασίς» αντί «κρασί», «καπνίσει» αντί «κοπανήσει»…). Και όλοι σκεφτόμαστε πως θα χρειαζόσουν και… λίγο κότσια, ώστε να τραγουδούσες τα κανονικά λόγια τής «Αρμίδας» σε μια συναυλία του ’70. Όμως και το άλλο τραγούδι, οι «Τουρίστες», έχει κι αυτό τις αλλαγές του. Ενώ στο «Επεισόδιο» ακούμε… «πώς χοροπηδάνε στη λιακάδα», στο live έχουμε το… απλούστερο «πώς πηδάνε στη λιακάδα». Περαιτέρω η τελευταία στροφή από το LP («Πάλι τ’ άλλο καλοκαίρι/ θα ’ρθουνε από το χέρι/ έκλεισε το καφενείο/ τους τσιμπάν στο τελωνείο»), στη συναυλία του ’70 δεν ακούγεται, αφού στη θέση της είχε μπει ένα άλλο τετράστιχο («Παίρνουν σβάρνα κάθε μέρα/ εκκλησίες και μουσεία/ για να κλέψουν κάποια εικόνα/ και αυτόν τον Παρθενώνα»). Χμμμ… Ένα αντιτουριστικό τραγούδι ήταν οι «Τουρίστες», το οποίο δεν θα άρεσε καθόλου στους χουντικούς, που πέταγαν τη σκούφια τους για τους… τσογλαναραίους. 
Το τρίτο live είναι σουηδικό (Στοκχόλμη, Teatern 9, 4/9/1977). Εδώ ο Πάνος Σαββόπουλος με τους Anonym ’77 αποδίδουν την… εμπλουτισμένη «Χοντρή γιαγιά» και όχι τη σεμνή του άλμπουμ «Δια Ταύτα», ενώ και ο «Σάββας» είναι διαφορετικός από την αποτύπωσή του στο LP της Anazitisi Records.
Έτσι πρέπει να είναι τα sites των παλαιών καλλιτεχνών. Με πρωτότυπο υλικό και εκπλήξεις... 
Ακούστε... διαβάστε... 

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

RUSS LOSSING έκλειψη

Αμερικανός πιανίστας και αυτοσχεδιαστής, ο 55χρονος Russ Lossing δεν είναι άγνωστος στο χώρο αν κρίνουμε από το γεγονός πως έχει ηχογραφήσει για την Hat Hut Records, την Clean Feed κι άλλες εταιρείες της σύγχρονης jazz. Όπως διαβάζω στο βιογραφικό του έχει ολοκληρώσει περισσότερες από 400 συνθέσεις, έχει ηχογραφήσει 12 CD ως leader, ενώ υπάρχουν και καμμιά 30ριά ακόμη στα οποία τον συναντάμε ως sideman. Οι συνεργασίες του, δε, είναι πολλές και διάφορες, ανάμεσα στις οποίες θα ξεχώριζαν εκείνες με τους Paul Motian, Dave Liebman, John Abercrombie,  Mat Maneri και Mark Dresser. Εσχάτως ο Russ Lossing κυκλοφόρησε ένα ακόμη άλμπουμ, ένα σόλο πιάνο άλμπουμ αυτή τη φορά, ηχογραφημένο στην Νέα Υόρκη τον Μάιο του ’12. Το CD που έχει τίτλο “Eclipse” [Aqua Piazza, 2015] περιλαμβάνει 11 tracks, στα οποία εμφαίνεται, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, η improv άνεση και πληρότητα τού παίκτη.
Ο Lossing συνδυάζει στον αυτοσχεδιαστικό λόγο του, όλα εκείνα τα στοιχεία ενός σημερινού πιανίστα που… το ψάχνει. Κατ’ αρχάς είναι φανερό το ενδιαφέρον του για την λεγόμενη «σύγχρονη μουσική» και βεβαίως για την jazz και την blues παράδοση. Ως Αμερικανός, δηλαδή, είναι βαθειά προσκολλημένος στην jazz και τις ρίζες της, αλλά και στην επικοινωνία τής jazz με την «κλασική», όταν μέσω του συγκεκριμένου τρόπου αλληλεπίδρασης δημιουργήθηκαν νέα δεδομένα, που άπλωσαν το λεξιλόγιο τής μαύρης μουσικής εφοδιάζοντάς το με άλλου τύπου «εργαλεία» (βλέπε-άκου «τρίτο ρεύμα» κ.λπ.). Έτσι, οι αυτοσχεδιασμοί του Lossing εκκινούν πότε από το «ένα» και πότε από το «άλλο», αφήνοντας στη διαδρομή όλην εκείνη τη γνώση και την πρακτική ενός πιανίστα και συνθέτη, που διατηρεί, καθ’ όλη τη διάρκεια της εγγραφής, τον πλήρη έλεγχο τής κατάστασης.
Βαθύ, ουσιαστικό και αναλυτικό CD, το “Eclipse” έρχεται να προστεθεί στην δισκογραφία ενός αναγνωρισμένου μουσικού με εξ ίσου αναγνωρισμένο έργο.
Επαφή: www.russlossing.com

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ 25 χρόνια μετά…

Σήμερα συμπληρώνονται 25 χρόνια από το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου και ομολογώ πως ούτε στο νου μου το είχα (το γεγονός, και την επέτειό του), ούτε, κατ’ επέκταση, σκόπευα να γράψω κάποιο σχετικό κείμενο. Μου πέρασε όμως ο Αλέξανδρος, στο chatbox, το άρθρο της Άντας Ψαρρά «25 χρόνια από το θάνατο του πρίγκηπα της ελληνικής ροκ» από το site της Εφημερίδας των Συντακτών (5.12.2015, 22:23) κι έτσι μ’ έπιασε το φιλότιμο να πω δυο λόγια για ένα μόνο ζήτημα, που το θεωρώ πολύ σημαντικό – ζωτικής θέλω να πω σημασίας. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τους χαζούς χαρακτηρισμούς τύπου «πρίγκιπας» π.χ., ούτε με τον «απροσάρμοστο» Σιδηρόπουλο (μια χαρά προσαρμοζόταν ο μακαρίτης, τραγουδώντας πότε για τον Μαρκόπουλο, πότε για τον Θεοδωράκη και πότε για τον Χατζηνάσιο, δίνοντας συνεντεύξεις από ’δω κι από ’κει, βγαίνοντας στην πασοκική TV, κάνοντας εξώφυλλο για το Αθηνόραμα και άλλα τινά), ούτε έχει να κάνει με ΤΗ ροκ (αφού όπως έχουμε ξαναπεί, μόνον οι άσχετοι και οι πανεπιστημιακοί, που είναι κατά τεκμήριο ανίδεοι μ’ αυτά τα θέματα, θα γράψουν «Η ροκ» και όχι «ΤΟ ροκ»). Επίσης δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να γράψω για όσα αναπαράγονται απ’ ορισμένους (και ορισμένες) με την αίσθηση του πρωτοφανούς, καταστάσεις εν ολίγοις που τις ξέρει ο κόσμος από αιώνες [το τραγούδι «Μίκυ-Μάου(ς)», ή το άρθρο στο περιοδικό Μουσική «Συζήτηση εν λευκώ μ’ έναν άγνωστο νεαρό του υφυπουργείου Νέας Γενιάς»] και για τα οποία έχουμε βγάλει –όσοι έχουμε βγάλει τέλος πάντων– τα συμπεράσματά μας.
Εγώ θα σταθώ σ’ ένα μόνο θέμα, που είναι πολύ σοβαρό, διαχρονικό και κρίσιμο, το ξαναλέω, και που παρουσιάζεται από την συντάκτρια τής Εφ.Συν. μ’ έναν παντελώς αχαρακτήριστο τρόπο. Και αυτό το θέμα δεν είναι άλλο από τα ναρκωτικά. Και βασικά την πρέζα, την ηρωίνη. Γράφει η Άντα Ψαρρά: 
«Όσοι πιστεύουν ότι τα ναρκωτικά ισοδυναμούν αυτομάτως με κάψιμο του εγκεφάλου και ότι αν κάποιος την πατήσει με τις ουσίες παύει να σκέφτεται και να αγαπάει ή να ελπίζει τότε είναι μακριά νυχτωμένος ή κακώς εννοούμενο ΚΚΕ[sic]. Επειδή ακριβώς δεν είναι έτσι υπάρχει το περιθώριο να σταθεί ο εξαρτημένος στα πόδια του ακόμα και να απαλλαγεί από τις ουσίες έστω και για λίγο, με τη βοήθεια όλων όσων θα πιστέψουν και κυρίως θα τον πείσουν ότι αυτό γίνεται. Η πορεία της ηρωίνης έχει βέβαιο τέλος το θάνατο όπως άλλωστε προειδοποιεί στα τραγούδια του ο Σιδηρόπουλος, αλλά όλα μπορούν να αλλάξουν και να μη φτάσουν εκεί τα πράγματα».
Τι μας λέει εδώ η κ. Ψαρρά; Πως εμείς που έχουμε τη γνώμη ότι η πρέζα είναι ένας δρόμος χωρίς γυρισμό, γιατί αυτό αποδεικνύει ο κανόνας και η Ιστορία δηλαδή, είμαστε μακριά «νυχτωμένοι» και «κακώς εννοούμενο ΚΚΕ»;
Τι μας λέτε; Σοβαρά; Μήπως πρέπει να δοκιμάσουμε κιόλας (σαν ηλίθιοι, σαν θύματα), για να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει; Τι ανοησίες είναι αυτές; Φυσικά και η πρέζα είναι «κάψιμο του εγκεφάλου», φυσικά «παύει να σκέφτεται και να αγαπάει ή να ελπίζει» όποιος κάνει χρήση της και φυσικά ισχύει εκείνο που έγραφε ο Σιδηρόπουλος, τότε, στο άρθρο της Μουσικής, πως για τον πρεζάκια… «δεν υπάρχει φίλος, πουλάει τη μάνα του για τη δόση». 
Εντελώς εκτός πραγματικότητας είναι η κυρία Ψαρρά, όταν γράφει για «κακώς εννοούμενο ΚΚΕ», χωρίς να εξηγήσει πρώτα, σ’ εμάς τους «μακριά νυχτωμένους», ποιο είναι το… καλώς εννοούμενο. Θα κάνουμε κριτική, τώρα, στις θέσεις του κόμματος για τα ναρκωτικά, που τέλος πάντων, εγώ προσωπικώς, στο μεγαλύτερο μέρος τους, τις θεωρώ εντελώς σωστές;
Ποιος μπορεί να διαφωνήσει δηλαδή μ’ αυτό που λέει το ΚΚΕ πως… «Η εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης έχει επιτείνει ακόμα περισσότερο την τοξικομανία ως κοινωνικό φαινόμενο». Πως… «Οι χρήστες είναι πιο επιβαρυμένοι, νέα, φθηνά και με άμεση επίδραση στον χρήστη ναρκωτικά, κυκλοφορούν στις πιάτσες, ενώ πάνω από 7 στους 10 χρήστες κάνουν παράλληλα πάνω από 3 ουσίες» και πως… «Τμήματα του λαού και της νεολαίας, που σήμερα περιθωριοποιούνται και πειραματίζονται με τις ουσίες διαμορφώνουν ένα στρώμα με αυξητικές τάσεις στην τοξικοεξάρτηση τα επόμενα χρόνια». Μόνον ένας που δεν καταλαβαίνει του τι γίνεται θα πήγαινε κόντρα σε τέτοιες θέσεις-διαπιστώσεις.

Τι εννοεί η κ. Ψαρρά όταν γράφει πως… «Επειδή ακριβώς δεν είναι έτσι υπάρχει το περιθώριο να σταθεί ο εξαρτημένος στα πόδια του ακόμα και να απαλλαγεί από τις ουσίες έστω και για λίγο, με τη βοήθεια όλων όσων θα πιστέψουν και κυρίως θα τον πείσουν ότι αυτό γίνεται»; Ότι όποιος μπαίνει στον κόσμο της πρέζας ας ξέρει εκ των προτέρων πως δεν είναι οριστικά χαμένος; Ότι μπορεί, δηλαδή, να μπαινοβγαίνει; Τι «προχωρημένες» απόψεις θεέ μου! 
Επειδή, όμως, η κ. Ψαρρά είναι άσχετη με τα θέματα του ροκ και του ελληνικού ροκ (και όλα όσα αυτά συμπαρασύρουν), καθώς, όπως φαίνεται, έμαθε για τον Σιδηρόπουλο μετά το 1991, εγώ θα τις προτείνω να ψάξει και να διαβάσει μια συνέντευξη του μακαρίτη στο περιοδικό Σχολιαστής (τεύχος 57, 23/12/1987), στην Ιουλία Ραλλίδη, που δεν είναι γνωστή κι έχει νόημα. Ίσως, γι’ αυτό, τελικώς, δεν είναι γνωστή στους «προχωρημένους»… επειδή έχει νόημα. Τι λέει, εκεί, ο Σιδηρόπουλος; Προσέξτε. Οι εμφάσεις στα λόγια του δικές μου…
Πηγή: Σχολιαστής #57, 23/12/1987
Ήδη από τότε (σ.σ. από την εποχή του «Φλου») αρχίζεις και μιλάς για ουσίες, για “stuff”… 
Δεν είχα εμπειρίες τότε. Η εμπειρία μου με την ηρωίνη υπάρχει στο «Εν Λευκώ», ’79-’80. 
Υπάρχει ένας στίχος που λέει «ένα φιξάκι φίλε δεν είναι παρά μια στιγμή/ κι όμως μπορεί να γίνει μια ολόκληρη ζωή»… 
Κοίταξε, μίλησα για μένα. Σε έναν τρίτο του τα λέω στα ίσα κι ίσως να τον σαρκάζω, όταν λέω «κι ίσως να ξεχαστείς, να λες πως την ελέγχεις/ πως ξέρεις τι ζητάς και το γιατί» – τι να ξεχαστείς; Άλλωστε η Α Πλευρά τελειώνει με το «Θάνατος». 
Δηλαδή είναι ένα ταξίδι που μοιραία καταλήγει εκεί; 
Εκεί, βέβαια.
Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει κανείς και να νομίσει ότι θα σωθεί; 
Υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν σταματήσει, αλλά είναι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα – δυστυχώς. Οι περισσότεροι μένουν στο λούκι μια ζωή ολόκληρη. 

Ο ίδιος ο Παύλος Σιδηρόπουλος απέδειξε, δυστυχώς για ’κείνον, με την ίδια του τη ζωή (δηλαδή τον θάνατό του) τον «κανόνα» – όλα αυτά, τέλος πάντων, για τα οποία έκανε λόγο στη συνέντευξή του στον Σχολιαστή (τρία χρόνια πριν καταλήξει). Είχε την πείρα «από μέσα» (αχρείαστη να ήταν), αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να σαρκάζει (προσέξτε τη λέξη – να ειρωνεύεται δηλαδή) όσους ανόητους πίστευαν ότι μπήκαν στην πρέζα και ότι μπορούν να φύγουν όποτε γουστάρουν, και πως αργά ή γρήγορα το τέλος αυτής της ιστορίας είναι/θα είναι ο θάνατος.

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΕΖΑ λοιπόν (επειδή μας διαβάζουν και νέοι άνθρωποι). Είναι ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ, είναι ΑΝΟΗΣΙΑ. Δεν υπάρχει γυρισμός… ακόμη και γι’ αυτούς τους λίγους, τους μετρημένους στα δάχτυλα, που επιστρέφουν, γιατί και γι’ αυτό είχε μιλήσει ο Σιδηρόπουλος στον Σχολιαστή λέγοντας πως… «πρέπει να το δεχτείς, ότι στο δρόμο έχεις χάσει πράγματα, που πιθανώς να μην τα ξαναπάρεις πίσω σε συναισθηματικό, αλλά και βιολογικό επίπεδο».
Έτσι, και για να καταλήξουμε, όταν η κ. Ψαρρά γράφει… «αλλά όλα μπορούν να αλλάξουν και να μη φτάσουν εκεί τα πράγματα» δεν αποδεικνύεται απλώς άσχετη με τα ζητήματα, αλλά και εντελώς επικίνδυνη, συμμαχώντας με την εξαίρεση και αγνοώντας τον κανόνα.

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΖΑΚ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ δύο top ελαφρολαϊκά από τα 70s

Πέθανε χθες στα 87 του ο συνθέτης του ελαφρού και ελαφρολαϊκού τραγουδιού Ζακ Ιακωβίδης. Η καριέρα του υπήρξε πολύ μεγάλη σε διάρκεια καθώς ξεπέρασε τα 70 χρόνια, αν σκεφθούμε πως το tango «Αγαπούλα, αγαπούλα» (μεγάλη επιτυχία με τον Φώτη Πολυμέρη) ηχογραφήθηκε το 1946, όταν ο Ζακ Ιακωβίδης ήταν μόλις 18 ετών! Ο Ιακωβίδης υπήρξε, περαιτέρω, από τους πρωτοπόρους του… ethnic, αφού ηχογραφεί την «Αφρικάνα» του (πάλι με τον Πολυμέρη) το 1947, ενώ στα τέλη των fifties, όταν βρίσκεται στη Γαλλία, η ορχήστρα του συναγωνίζεται εκείνη του Bob Azzam, προτείνοντας το ίδιο ethnic/ jazz/ oriental ρεπερτόριο. Άκου ας πούμε το 7ιντσο EP με τα κομμάτια “Shish-kebab/ La complainte orientale/ Nuits D'Orient/ Damas” [Pathé EA 169]. Για την ορχήστρα του Ζακ Ιακωβίδη εκείνης της περιόδου είχαμε γράψει κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/08/o.html, αναφερόμενοι στο 45άρι “Gonna get canned to night (cha-cha)/ Give me a light, baby (cha-cha)” [Odeon MSOG 48], με την πολύ ωραία cuban-latin version τού «Άναψε το τσιγάρο», του Γεράσιμου Κλουβάτου.
Ζακ Ιακωβίδης, Τζένη Βάνου, Γιώργος Θεοδοσιάδης. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο τού Κώστα Παπασπήλιου "Ζακ Ιακωβίδης/ Θα ζήσω ελεύθερο πουλί" [Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2011]
Σε όλες τις υπόλοιπες δεκαετίες ο Ζακ Ιακωβίδης θα προσφέρει μεγάλες επιτυχίες σε πάμπολλες φίρμες του ελληνικού τραγουδιού, ενώ ουκ ολίγες συνθέσεις του θα διακριθούν σε ελληνικά και ξένα φεστιβάλ.
Τα δύο τραγούδια του Ζακ Ιακωβίδη που επιλέγω για ν’ ακούσουμε είναι ελαφρολαϊκά και προέρχονται φυσικά από τη δεκαετία του ’70 (από το 1976 ειδικότερα). Βασίζονται, δε, και τα δύο σε στίχους τού Πυθαγόρα. Το πρώτο είναι το «Έλα» με την Τζένη Βάνου, που ακούγεται στο φερώνυμο LP της [MINOS MSM 293], ενώ το δεύτερο είναι το «Την αγαπούσα παραδέχομαι» από το LP του Γιάννη Πάριου «Τώρα Πια…» [MINOS MSM 272]. Πρόκειται για το σπουδαίο (όταν ήταν σπουδαίο) «παράλληλο» τραγούδι της Μεταπολίτευσης, που το είχαν και το έχουν ακόμη στο φτύσιμο οι ψευτοκουλτουριάρηδες του «έντεχνου» και άλλοι διάφοροι…

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

για τους SPIRAL DRIFT

Μετά τους Distortion Tamers (Alex K. κ.ά.) και τους Thee Holy Strangers (Alex K. κ.ά.) ένα τρίτο στη σειρά συγκρότημα αποτελούμενο και από μέλη των Last Drive έχει κομμάτια να μας παρουσιάσει. Έτσι, μετά το 7ιντσο των πρώτων και το CD των δευτέρων, είναι ένα 10ιντσο που στρίβει τώρα στις 45στροφές, φέρνοντάς μας σ’ επαφή μ’ ένα καινούριο ελληνικό γκρουπ που ακούει στο όνομα Spiral Drift. Ποιοι αποτελούν τους Spiral Drift, που σχηματίστηκαν την άνοιξη του ’14; Σημειώστε ονόματα: Κώστας Οικονόμου κιθάρες, Άκης Πασχαλάκης κιθάρες, Alex K. μπάσο, φωνή, Chris B.I. ντραμς και ακόμη, ως guest, ο Λάζαρος Νικολαΐδης όργανο (πέραν του Alex K. όλοι μας νομίζω αναγνωρίζουμε και τον ντράμερ των Last Drive Χρήστο Μιχαλάτο ή Chris B.I.). Το 10ιντσο, που έχει αναπαραχθεί σε 300 αντίτυπα από την Anazitisi Mood Records, περιέχει δύο tracks, ένα instro κι ένα τραγούδι. Τ’ ακούμε…
Το “Borderline crossing”, που διαρκεί 5:31, είναι ένα moody ορχηστρικό, ένα blues κατά βάση, στηριγμένο φυσικά στις κιθάρες. Δεν πρόκειται βεβαίως για ένα… Chicago blues, αλλά για ένα blues όπως θα το έπαιζαν ενδεχομένως κάποτε… και σήμερα οι Chocolate Watchband ή οι Dream Syndicate (και άλλα συγκροτήματα του λεγόμενου desert rock). Ωραίο κομμάτι, που μεταφέρει κάτι θλιμμένο…
Το flip-side είναι τραγούδι, έχει τίτλο “Sandwalk” και διαρκεί πάνω από 7 λεπτά. Το μοτίβο δεν αλλάζει. Υπάρχει η ίδια moody/blues συνταγή στο μεγαλύτερο μέρος του κομματιού και μόνον προς το τέλος ανεβαίνει το τέμπο, δίνοντας μιαν επιπρόσθετη διάσταση στη σύνθεση. Κι εδώ οι δυο κιθάρες κάνουν παιγνίδι, με το rhythm section να νοηματοδοτεί και να στηρίζει. Τι κάνει το “Sandwalk” ξεχωριστό; Τα λόγια, βεβαίως που περισσότερο «αφήνονται» πάνω στα μέτρα, παρά τραγουδιούνται. Ο Alex K. διαβάζει/ απαγγέλει –πείτε το όπως θέλετε– στίχους που περικλείουν κάτι από τη δύναμη του ανθρώπου και τη διάθεση/θέλησή του ταυτοχρόνως για αγώνα και επιβίωση, φέρνοντας στη μνήμη μου τις περίφημες “Dust Bowl Ballads” του Woody Guthrie και διάφορα άλλα κατοπινά στην πορεία. Να δυο στροφές για να δείτε τι εννοώ…
“No one by my side/ this heavy load burdens me/ been falling so many times/ nothing seems to worry me(…) Stand up your own two feet/ gather all the strength you’ve got/ it seems this drift will never seize/ this wandering will never stop”.

ΘΕΑΤΡΟ μία αναφορά στο κορυφαίο θεατρικό περιοδικό, με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του Κώστα Νίτσου

Πριν λίγες ημέρες (29/11) έφυγε από τη ζωή μια μορφή της ελληνικής δημοσιογραφίας, ο Κώστας Νίτσος. Ήταν 95 ετών.
Ο Νίτσος, όπως διαβάζουμε στα διάφορα βιογραφικά του που αναρτήθηκαν στο δίκτυο, ξεκίνησε να δημοσιογραφεί στην «Ακρόπολη». Στα χρόνια του πολέμου συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, ενώ μετά τον πόλεμο μπαίνει στην εφημερίδα «Τα Νέα», της οποίας γίνεται διευθυντής το 1962, παραμένοντας σ’ αυτή τη θέση έως το 1975, συνδέοντας το όνομά του με την κυκλοφοριακή ακμή του ελληνικού Τύπου.
John Cage: Παραλλαγές V, 1965. Ο συνθέτης John Cage, πατέρας του κινήματος των Μικτών Μέσων (multimedia) στην Αμερική, αναστάτωσε τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη μουσική, οργανώνοντας το 1952 το πρώτο μικτό γεγονός με μαγνητοταινίες, χορό, φιλμ, διαφάνειες, ραδιόφωνα, ποίηση, ζωγραφιές, πιάνο και διάλεξη που ενεργούσαν αυτόνομα κι άφηναν πολλή απ’ τη δραστηριότητά τους στην τύχη. Οι “Παραλλαγές V”, ένα από τα πιο ολοκληρωμένα του κομμάτια, κινούνται στην ίδια γραμμή: η μουσική του Cage συνυπάρχει με το χορό του Cunningham, τα φιλμ του VanDerBeek και μια προχωρημένη ηλεκτρονική τεχνολογία. (Θέατρο #40-42)
Διαχρονική αγάπη του Κώστα Νίτσου υπήρξε το θέατρο και αυτό αποδεικνύεται, πρωτίστως, από το έργο που άφησε μέσω του περιοδικού Θέατρο, το οποίο διηύθυνε από το πρώτο τεύχος του (Δεκέμβριος 1961) έως το τελευταίο, το υπ’ αριθμόν 67-68 μάλλον (Μάιος-Αύγουστος 1981). Για μια 20ετία το «Θέατρο» υπήρξε το βασικό περιοδικό θεατρικής παιδείας στη χώρα, διαμορφώνοντας, όπως ο «Σύγχρονος Κινηματογράφος» για τον κινηματογράφο, μια-δυο γενιές θεατρόφιλων.
Τιμώντας τον Κώστα Νίτσο, που μετά το «Θέατρο» πέρασε και από το πόστο του διευθυντή του Εθνικού, ξεφυλλίζουμε δυο-τρία χαρακτηριστικά τεύχη…

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

για τους THREE WAY PLANE

Οι Three Way Plane δεν είναι καινούριοι, αφού βρίσκονται πάνω από μια δεκαετία στη σκηνή, έχοντας ηχογραφήσει CD και CD-R EP, με το παρόν δισκάκι (“A waltz for unity & love/ New destination”) να αποτελεί την πρώτη κυκλοφορία τους σε βινύλιο, τυπωμένη από την B-otherSide σε 200 αριθμημένα αντίτυπα.
Τρίο είναι οι Three Way Plane και αποτελούνται από τους StRts κιθάρες, φωνητικά, Giannis μπάσο (πρόκειται για τον Γιάννη Βέλη από Απόγνωση, Εναλλακτική Λύση 3, Make Believe) και Geo ντραμς. Τo στυλ τους είναι εκείνο του «εναλλακτικού ροκ», όπως το λέγανε παλιά, με σκληρά πάντως στοιχεία, αλλά σαφείς ταυτοχρόνως μελωδίες.
Το τραγούδι της πρώτης πλευράς, το “A waltz for unity & love” είναι ένα… βαλς, ένα σκληρό ροκάδικο βαλς με βαριά φωνητικά, ωραίες κιθάρες (πολύ ωραίες δηλαδή) και κάπως ξερό ρυθμικό τμήμα. Το τραγούδι, που είναι ένα τραγούδι αγάπης κατά βάση, είναι πολύ δεμένο και κυλάει με άνεση, έχοντας πάντα σαφή χαρακτηριστικά.
Αλλά και στο flip-side “New destination” λειτουργεί αυτή η… αντίθεση, ας την πούμε έτσι, ανάμεσα στα σκληρά, και ενίοτε στο βαθμό του hard core, φωνητικά και τις απλές-κατανοητές ρυθμικές και μελωδικές γραμμές. Και αυτό το τραγούδι κυλάει με άνεση (και στο πι και φι), μέσα από τα άψογα κατανεμημένα σχήματά του, προτείνοντας πάντα μια σταθερή ροκάδικη άποψη.
Δυο καθαρά τραγούδια, λοιπόν, από τους Three Way Plane χωρίς κόλπα και μεγαλοστομίες, κλεισμένα σ’ ένα ωραία σχεδιασμένο cover.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

ESKA σύγχρονη ποπ να την πούμε;

Δεν την ήξερα την Eska – αν και μπορεί να έχω ακούσει κάποιον από τους δίσκους που έχει συμμετάσχει, δίχως να την έχω προσέξει. Τώρα όμως, δηλαδή εδώ και κάποιους μήνες, αυτή την τραγουδίστρια την προσέχουν απαξάπαντες, καθώς το πρώτο αποκλειστικώς δικό της άλμπουμ, που έχει για τίτλο το όνομά της [Earthling, naim edge/ A&N, 2015], χαρακτηρίζεται ως ένα από τα «καλύτερα της χρονιάς». Ποιοι το χαρακτηρίζουν έτσι; Βασικά οι βρετανικές εφημερίδες στις καλλιτεχνικές στήλες τους, γιατί, αν και γεννημένη στην Ζιμπάμπουε, η Eska Mtungwazi, ή απλώς Eska, είναι μεγαλωμένη στη Βρετανία – και στη Βρετανία κάνει καριέρα από 20ετίας σχεδόν, δανείζοντας τη φωνή της σε projects του Nitin Sawhney, της Cinematic Orchestra, της Matthew Herbert Big Band κ.λπ. Έφθασε λοιπόν η ώρα και γι’ αυτήν ώστε να μαζέψει το υλικό της –γιατί η Eska είναι και τραγουδοποιός– παρουσιάζοντας ένα άλμπουμ με δέκα τραγούδια, που κομίζουν, όπως λένε οι Εγγλέζοι, «κάτι νέο».
Η αλήθεια είναι πως η Eska γράφει καλά τραγούδια, όχι μόνο γιατί έχει ταλέντο, αλλά γιατί έχει και ακούσματα – και αυτό φαίνεται. Η τραγουδοποιία της αγγίζει και ελέγχει πολλούς και διαφορετικούς ήχους, τους οποίους και ενσωματώνει, με γνώση, στις συνθέσεις της. Η κλασική folk μπαλάντα, η soul, η reggae, το funk, το afro, η jazz, το rock όλα ανακατεύονται και όλα παίρνουν θέση στο πλάνο της, που τυγχάνει την ίδιαν ώρα να διαθέτει και ουσιαστικούς στίχους. Η Eska τραγουδά για τις σημερινές καταστάσεις, για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την καθημερινότητα ένας έγχρωμος, ένας ξένος τέλος πάντων, στο Νησί – για τα τείχη, εν ολίγοις, που υψώνονται συνεχώς μπροστά του και που θα πρέπει με θέληση και αγώνα να ξεπεράσει. Αυτό είναι ίσως το πιο βασικό μοτίβο, δίχως να παραλείπονται βεβαίως και οι περισσότερο προσωπικές/ συναισθηματικές καταστάσεις.
Αν υπάρχει ένα ζητηματάκι στο άλμπουμ τούτο έχει να κάνει μόνο με τις ερμηνευτικές περσόνες που υποδύεται, κάθε φορά, η Eska. Οπωσδήποτε η φωνή της είναι εύπλαστη, οπωσδήποτε υπάρχουν τραγούδια που απαιτούν μια προσαρμογή, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις η προσαρμογή αυτή είναι κάπως «βίαιη», καθώς δεν αντιλαμβάνεσαι διαρκώς πως έχεις να κάνεις με την ίδια φωνή. Ζητηματάκι, το ξαναλέω, που μάλλον περιορίζεται μετά από κάποιες ακροάσεις…
Εξαιρετικά τα τραγούδια “She’s in the flowers” (μου θύμισε δυτικοαφρικανικό blues) και “Heroes & villains” (που είναι reggae βασικά).

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

SLIM GAILLARD “Tee say malee” («Τι σε μέλει εσένανε»)

Η περίπτωση του αμερικανού συνθέτη, τραγουδιστή, κιθαρίστα και πιανίστα της jazz Slim Gaillard (1916-1991) είναι σημαντικότατη, αν σκεφθούμε πως ο ακατάτακτος αυτός μουσικός πρωταγωνίστησε στο κύκλωμα του bebop στα χρόνια του ’40 (στην Αμερική), καθώς βρέθηκε δίπλα στον Charlie Parker και τον Dizzy Gillespie. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Πάρα πολλά. Δεν τα λέει όμως όλα, καθότι ο Gaillard δεν αυτοσχεδίαζε μόνο στα όργανα που έπαιζε, αλλά ακόμη και στη γλώσσα! Έφθασε μάλιστα να φτιάξει ο ίδιος μια δική του γλώσσα, την Vout-O-Reenee, την οποία διέδωσε μέσα στο κύκλωμα των hipsters, στην Ανατολική και τη Δυτική Ακτή στα χρόνια του ’40 και του ’50, γράφοντας μέχρι και το λεξικό της (The Slim Gaillard Vout-O-Reenee Dictionary). Η τιμή, δε, που του επιφυλάχθηκε για όλα τούτα από τον Jack Kerouac στο “On the Road” (1957) είναι πλήρως αποδεικτική της αξίας του ως καλλιτέχνη. Όπως διαβάζουμε στην ελληνική έκδοση τού βιβλίου [Πλέθρον, 1981]:
«Μια νύχτα, όμως, μας ξανάπιασε ξαφνικά η τρέλα και τους δύο (σ.σ. τον Sal Paradise και τον Dean Moriarty) και πήγαμε να δούμε τον Σλιμ Γκέηλαρντ σ’ ένα μικρό νάιτ-κλαμπ του Φρίσκο. Ο Σλιμ Γκέηλαρντ ήταν ένας ψηλός αδύνατος γέρος με μεγάλα θλιμμένα μάτια, που λέει συνέχεια: “Εντάξει – ορούνι” και “τι λες για ένα ουισκάκι - ορούνι”. Στο Φρίσκο μεγάλα παθιασμένα πλήθη νέων μισο-διανοούμενων καθόντουσαν στα πόδια του για να τον ακούσουν στο πιάνο, την κιθάρα και στα ταμπουρίνα του μπόγκο. Όταν ζεσταίνεται για τα καλά, βγάζει το πουκάμισο και τη φανέλα του και βάζει μπρος. Λέει και κάνει ότι του περνάει απ’ το κεφάλι. Μπορεί να τραγουδάει το “Σέμεντ Μίλερ[sic], Που-τι Που-τι” και ξαφνικά να ελαττώνει το ρυθμό για να σκύψει πάνω στα μπόνγκος του χτυπώντας μόλις με τα ακροδάχτυλά του το δέρμα, έτσι που όλος ο κόσμος σκύβει προς τα μπρος, με κομμένη την ανάσα για ν’ ακούσει. Πιστεύεις πως θα το κάνει αυτό για ένα λεπτό ή περίπου, αλλά συνεχίζει τουλάχιστον για μια ώρα, δημιουργώντας έναν ανεπαίσθητο ήχο με την άκρη των νυχιών του, ολοένα και πιο χαμηλά, σε σημείο που να μην ακούγεται πια, καθώς σκεπάζεται απ’ τους ήχους της κυκλοφορίας του δρόμου που μπαίνουν απ’ την ανοιχτή πόρτα. Μετά σηκώνεται παίρνει το μικρόφωνο και λέει υπερβολικά αργά: “Μεγάλος - ορούνι… ωραίος - ορούνι… Χέλοου - ορούνι… ουίσκι - ορούνι… όλοι - ορούνι… τα παιδιά της μπροστινής σειράς, πώς πάει με τα κορίτσια σας - ορούνι… ορούνι… βόουτι… ορουνιρούνι. Και συνεχίζει έτσι για ένα τέταρτο της ώρας, ενώ η φωνή του γίνεται ολοένα και πιο χαμηλή, ώσπου δεν ακούγεται. Τα μεγάλα θλιμμένα μάτια του ερευνούν τ’ ακροατήριο». 
Πάνε καμμιά 15αριά χρόνια από τότε που πρωτάκουσα σε σπίτι φίλου ένα τραγούδι του Slim Gaillard που με είχε αφήσει άφωνο. Ήταν μια κάπως αλλοπρόσαλλη διασκευή του πολύ γνωστού μας «Τι σε μέλει εσένανε» (ως “Tee say malee”), που είχε ηχογραφηθεί κάπου στο Λος Άντζελες προς το τέλος του 1945. Υπήρξε, δε, τόση μεγάλη η έκπληξή μου, ώστε σχεδόν αμέσως αναζήτησα το σχετικό CD (με το συγκεκριμένο τραγούδι), αρχίζοντας να μαζεύω πληροφορίες, γράφοντας συγχρόνως κι ένα κείμενο στο περιοδικό Jazz & Τζαζ (#97, 4/2001). Ο πρόλογος εκείνου του κειμένου ήταν ο εξής...