Το δεύτερο άλμπουμ του
KU (Δημήτρης
Παπαδάτος) στην Inner Ear, που έρχεται τέσσερα χρόνια μετά το “Feathers”, επιβεβαιώνει,
σε πρώτη φάση, την αρχική σχηματισμένη εντύπωσή μου. Πως ο άνθρωπος αυτός είναι
ίσως, ίσως λέω, ο πιο ολοκληρωμένος έλληνας (αγγλόφωνος) τραγουδοποιός (θα
έλεγα «σίγουρα» απ’ αυτούς που είναι γεννημένοι μετά το ’80). Κάνει κι άλλα
πράγματα ο Παπαδάτος, πιο πειραματικά, κάτω από άλλα ονόματα (Jay Glass Dubs, The Hydra), όμως ως KU εγώ τον γνωρίζω από την τραγουδοποιία του κι αυτό μετράει
πολύ. Δηλαδή εγώ το μετράω πολύ (δεν ξέρω άλλοι τι κάνουν). Καθότι είναι ωραίες οι «ακρότητες»,
αλλά για να φτάσεις εκεί θα πρέπει να αναμετρηθείς και με κάτι πιο… συμβατικό –
π.χ. να φτιάξεις ένα (καλό) τραγούδι, κάτι που, τέλος πάντων, ευκολότερο δεν
είναι. Και ο KU ξέρει να φτιάχνει καλά
τραγούδια ή και πολύ καλά ή και πάρα πολύ καλά, κι αυτό δεν διδάσκεται… βγαίνει
από τον έσω κόσμο. Έτσι, άρτιο, κατανοητό και στοιχισμένο.
Βασικά ο KU γράφει ωραίες μελωδίες.
Αυτή είναι η βάση. Το λέω, γιατί πάνω σ’ αυτές τις μελωδίες και τους πολύ
προσωπικούς στίχους (υπαρξιακούς, ερωτικούς) μπορείς να χτίσεις στην πορεία και
να φτάσεις πέρα… πολύ μακριά. Άμα το θέλεις δηλαδή. Και τούτο, γιατί στο “Ganja” ο KU άλλοτε το θέλει και άλλοτε όχι. Άλλοτε προκύπτουν
τρίλεπτα φολκίζοντα διαμάντια, όπως το “Hyacinth” (στην παράδοση του
καλύτερου Syd Barrett των προσωπικών δουλειών
του – θα προσέθετα και Peter Hammill και Kevin Ayers, αλλά αυτό το λέω εγώ… δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει) και άλλοτε
εννιάλεπτα ψυχεδελικά αριστουργήματα, που θα έκαναν πολλούς late-σιξτάδες να τα χάσουν. Εδώ λέμε για το “Turque”, που είναι σίγουρα ένα
από τα ωραιότερα psych tracks (εννοώ κομμάτι με τις σχετικές αναφορές), που
έχουν ηχογραφηθεί ποτέ στον τόπο μας. Φυσικά, δεν είναι μόνο KU επί του προκειμένου είναι και Baby Guru, μιας και εδώ συμμετέχουν και οι τέσσερις (King Elephant ντραμς, moog, κρουστά, Kon Kon κιθάρες, Prins Obi όργανο, κρουστά, Sir Kosmiche μπάσο). Γενικώς, οι Baby Guru συμμετέχουν στο “Ganja” –πότε ο ένας, πότε οι δύο, πότε οι τρεις, πότε και οι τέσσερις–
ζωγραφίζοντας συχνά με χρώματα παλ και στα δύο υπόλοιπα τραγούδια της πρώτης
πλευράς, στο “A happening” (που έχει βεβαίως την
«αλλαγή» του και τη θυελλώδη μετατροπή του προς κάτι ηχητικώς… βεβαρημένο) και
φυσικά στο “Dry dates”, που κλείνει την
πλευρά “K” και κυλάει ανεπαισθήτως.
Η πλευρά “U” ανοίγει με το “Spring elevator” ένα αισιόδοξο θα το έλεγα ποπ τραγούδι, που
δίνει τη θέση του στο πιάνο-φωνή alter-ego του “Olympic complex”, ένα άσμα γυμνό, που έχει τον τρόπο να σε κάνει
να κοιτάζεις προς τα μέσα. Κάπως έτσι προχωράμε στο “Oolong” ένα ακόμη παράξενο
τραγούδι, που δεν είναι πολύ εύκολο να το περιγράψεις. Ίσως οι offbeat αναφορές στους CAN (έτσι όπως πέρασαν στη
βρετανική σκηνή στα τέλη του ’70) να είναι εδώ πιο εμφανείς, παρότι οι
ερμηνείες του KU, που συν τοις άλλοις
είναι και πολύ καλός τραγουδιστής (και όχι απλώς, ως τραγουδοποιός, επαρκής) σφραγίζουν
τη σύνθεση.
Το άλμπουμ θα κλείσει με την μπαλάντα αγάπης “Cypriol” (ακουστική κιθάρα,
φωνή και μια γεννήτρια να σπέρνει εφφέ) φανερώνοντας το προφανές – προφανές
ακόμη και από την πρώτη-πρώτη ακρόαση. Πως ο KU έκανε ένα εξαιρετικό
δεύτερο άλμπουμ με τραγούδια στην Inner Ear, τοποθετώντας πολύ ψηλά τον πήχη.














