Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

οι THREE WAY PLANE έβγαλαν ένα από τα καλύτερα ελληνικά hard rock άλμπουμ όλων των εποχών

Είναι η δεύτερη φορά που θα γράψουμε για τους Έλληνες Three Way Plane στο δισκορυχείον, καθώς είχε προηγηθεί η αναφορά μας στο παρθενικό βινύλιό τους, το δισκάκι “A waltz for unity & love/ New destination” στην B-otherSide το 2015.
Το συγκρότημα δεν είναι καινούριο, όπως είχαμε γράψει και τότε, καθώς υφίσταται από το πρώτο μισό των 00s, έχοντας γράψει CD, CD-R, EP κ.λπ., με το “Your Kingdom, My Life” [Private/ B-otherSide, 2017] να αποτελεί την πιο πρόσφατη δουλειά του. Να πούμε κατ’ αρχάς πως μέλη των Three Way Plane είναι οι STRTS κιθάρες, φωνή, John μπάσο και Geo ντραμς, ενώ ακούγεται και θερεμίνη σ’ ένα κομμάτι.
Το ύφος του γκρουπ είναι το σκληρό ροκ, το hard rock, όσο και αν κάτι τέτοιο ακούγεται κάπως ασαφές ή και γενικόλογο. Αν και… τι παραπάνω να πεις για ένα συγκρότημα, που εμένα προσωπικά με παραπέμπει εντελώς στο… underground hard των Stray, των Budgie και των Pluto από τα early seventies; Εντάξει μπορεί να υπάρχουν και πιο καινούριες αναφορές από τα συγκροτήματα του NWoBHM, παρότι οι Three Way Plane διατηρούν και δικά τους στοιχεία, που είναι, σε κάθε περίπτωση, εκείνα που πρέπει να είναι. Καλά λόγια και φωνητικά, ακόμη πιο καλά παιξίματα και συνθέσεις, και γενικότερα μια μείξη «πραγμάτων», που δείχνει πως το συγκρότημα είναι στο «σωστό» δρόμο και πως μπορεί να πάει ακόμη μακρύτερα.
Αρχικώς, αντιλαμβάνεσαι πόσο «μέσα» είναι οι Three Way Plane ακούγοντας το φοβερό οργανικό τους “Xepiasakos theme”, που είναι από τα καλύτερα ελληνικά hard κομμάτια που έχω ποτέ ακούσει. Εφάμιλλο των καλυτέρων των παλαιών Northwind και των Vice Human. Έξοχο ρυθμικό τμήμα και κιθάρα που ξέρει να κάνει τα παιγνίδια και τα κόλπα της, δίχως να… αυτοαναφέρεται και να κουράζει. Αλλά και από ’κει και πέρα τα καλά και πολύ καλά κομμάτια (και με στίχο πλέον) δεν είναι λίγα. Απεναντίας, σε κάθε στροφή, σε κάθε γύρισμα αυτού του CD το συγκρότημα αποδεικνύει το «τι θέλει» και το «πώς θα το κατακτήσει».
Ορισμένοι μπορεί να… κατηγορήσουν τους Three Way Plane πως είναι κάπως παλιομοδίτες και πως δεν διαθέτουν τα προσήκοντα stoner ή έστω και «μεταλλικά» επιχρίσματα (αν και στο “Your life ’08” δείχνουν πως κι εκεί θα μπορούσε άψογα να τα καταφέρουν). Πλάκα θα κάνουν φυσικά…
Επαφή: www.b-otherside.gr
 

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

SATOKO FUJII – NATSUKI TAMURA

Στην πρώτη γραμμή της avant-jazz, η πιανίστρια Satoko Fujii και από ετών συνεργάτης και σύζυγός της τρομπετίστας Natsuki Tamura –οι δυο τους έχουν κυκλοφορήσει πέντε duo άλμπουμ τα τελευταία 20 χρόνια– έχουν έτοιμη μια καινούρια απόπειρα εξερεύνησης του εύρους των οργάνων τους και κατ’ επέκταση της ίδιας της προχωρημένης τζαζ. Αναφερόμαστε στο πιο πρόσφατο CD τους βασικά, τοKisaragi [Libra Records, 2017], που είναι κλεισμένο, όπως πάντα, σε μιαν ιδιαίτερη συσκευασία και που περιέχει, ως συνήθως, δυνατή και εντελώς… εκπληκτική μουσική. Μάλιστα θα έλεγα πως αυτά που ακούγονται εδώ, ιδίως από την τρομπέτα του Tamura, χωρίς φυσικά να υποβαθμίζουμε το πιάνο της Fujii, αποκλείεται να τα έχετε ακούσει αλλού. Ή, τέλος πάντων, σχεδόν αποκλείεται…
Εν ολίγοις είναι απίστευτη η πειραματική και αυτοσχεδιαστική γκάμα του ιάπωνα εκτελεστή, ο οποίος εκπλήσσει θα έλεγα σε κάθε δευτερόλεπτο. Δεν είναι μόνον οι σύνθετες τεχνικές αναπνοών, φυσημάτων και φωνημάτων που προβάρει ο Tamura στο “Kisaragi” –το να μιλήσουμε για ιδιάζουσες τεχνικές multiphonics π.χ. είναι κάτι συμβατικό για την περίπτωσή του!– είναι ακόμη και οι αναπαραστάσεις φυσικών ή τεχνητών ήχων, που μετατρέπονται σε ολοκληρωμένες αφηγήσεις.
Ok, μια πλήρως αποδιαρθρωμένη μουσική από τα βασικά συστατικά της (ρυθμός, αρμονία, μελωδία) έχουμε εδώ, χωρίς τούτο να σημαίνει πως εκλείπει από το άλμπουμ και η πιο… μετρήσιμη γοητεία. Και αυτή παρέχεται αφειδώς τόσο στα απίστευτα παιξίματα του Tamura (ήχοι και κρωξίματα πτηνών, ήχοι παιδικών παιχνιδιών και δεκάδες άλλοι ήχοι, που δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορίσεις), όσο και στη συμβολή της Satoko Fujii, που επιχειρεί από τη μεριά της να περάσει και κάποια πιο λυρικά στοιχεία, έχοντας το παίξιμο από το μέσα μέρος του πιάνου ως το… αναπάντεχο δικό της.
Απίστευτο στην κυριολεξία άκουσμα, από ένα duo μουσικών που έχει προσφέρει πολλά στο χώρο της abstract jazz και συνεχίζει να προσφέρει.

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

ο ΓIANNHΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ ξανά στο Πρώτο Πρόγραμμα – μια όαση στις μουσικές εκπομπές της κρατικής ραδιοφωνίας, που παραμένουν γενικώς αγιάτρευτες

Δεν είμαι πια φαν του ραδιοφώνου, όμως, παραδοσιακά, τον Αύγουστο, ακούω πολύ ραδιόφωνο – χοντρικά όσο δεν ακούω όλη την υπόλοιπη χρονιά. Είναι η μόνη μου επαφή με τον «έξω κόσμο» στις διακοπές, καθώς όλα τα υπόλοιπα «κατεβαίνουν» προκειμένου να πάρουμε και μερικές ανάσες. Συντονίζομαι λοιπόν στην κρατική ραδιοφωνία, στο Πρώτο και το Δεύτερο Πρόγραμμα εναλλάξ, και όση ώρα βρίσκομαι στο σπίτι το ραδιόφωνο είναι ανοιχτό και παίζει.
Θα πει κάποιος πως ο Αύγουστος δεν είναι και η καλύτερη εποχή για να κρίνεις ένα ραδιόφωνο, ένα σταθμό εννοώ, αλλά από την άλλη… μπορεί και να είναι. Στα δύσκολα, θέλω να πω, φαίνεται το πόσο μπορεί να μετράει ένα κανάλι, ένα κρατικό κανάλι εν προκειμένω, όταν ένα μέρος του προσωπικού βρίσκεται σε άδεια και άρα θα πρέπει να αναζητηθούν «λύσεις» που να γεμίζουν «σωστά» το πρόγραμμα, εμφανίζοντας το προσήκον σε κάθε περίπτωση κύρος και φυσικά την ανάλογη αξιοπιστία – που θεωρητικά αρμόζουν στην Ελληνική Ραδιοφωνία. Θεωρητικά; Ναι. Γιατί στην πράξη, και στο μουσικό κομμάτι της, που εδώ μας ενδιαφέρει, τα πράγματα είναι πολύ φτωχά. Κάτι που δεν έχει να κάνει βεβαίως με τα χρήματα. Λεφτά υπάρχουν…
Τι δεν υπάρχει στην κρατική-μουσική ραδιοφωνία; Δεν υπάρχουν οι εκπλήξεις, η όρεξη, οι ιδέες των παραγωγών, οι γνώσεις, η σχετική ή η μεγαλύτερη πείρα, το ταλέντο να βάζεις το ένα κομμάτι μετά το άλλο δίχως κάτι τέτοιο να μοιάζει με αγγαρεία ή… ούφο, η άποψη εν τέλει που πρέπει κανείς να έχει για την εκπομπή του – όσο ελαφριά ή σοβαρή και να είναι αυτή.

H συνέχεια εδώ…

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

KRAUTROCK

Μερικά δικά μου κείμενα 20ετίας από το Jazz & Τζαζ και το ZOO, που δεν υπήρχαν σε καμμία άλλη μορφή πέραν εκείνης των περιοδικών, και που αφορούν στο krautrock, σκάναρε για το scribd o Θανάσης Ζελιαναίος. Τον ευχαριστώ.
Τα πρώτα αφορούν σε στοιχεία γύρω από την ιστορία του krautrock, ενώ το τελευταίο έχει να κάνει με μια κριτική μου στο βιβλίο του Julian Cope “Krautrocksampler”.
Άμα έχετε χρόνο και σας ενδιαφέρει το αντικείμενο τούς ρίχνετε μια ματιά...

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

ΦΩΤΗΣ ΙΩAΝΝΑΤΟΣ ελεγείο

Είναι η πρώτη φορά που θα γράψω για ένα άλμπουμ του Φώτη Ιωαννάτου, ενός έλληνα έντεχνου folkist που διαπρέπει από 45ετίας στο Βέλγιο – και τούτο παρά το γεγονός πως υπάρχουν ήδη κάποιες μικρές αναφορές και… υποσχέσεις στο δισκορυχείον. Να μια παράγραφος από τον Δεκέμβρη του 2009:
«Στους Fables φαίνεται πως ήταν κιθαρίστας ο Φώτης Ιωaννάτος (Photis Ionatos), αδελφός της Angelique Ionatos, με την ξεχωριστή, μετέπειτα, καριέρα στο Βέλγιο και μ’ εκείνον τον πολύ καλό δίσκο, το ’79, στον οποίον μελοποιεί Καβάφη, Ελύτη και Ρίτσο (ο Photis εννοώ)».
Οι Fables ήταν ένα ελληνικό γκρουπ από τα τέλη του ’60 (και μάλλον από τον Πειραιά), πράγμα που σημαίνει πως ο Ιωαννάτος ξεκίνησε τη σχέση του με τη μουσική από τα νεανικά συγκροτήματα της εποχής, πριν μεταναστεύσει στο Βέλγιο και θέσει σε νέα βάση από ’κει μιαν εντελώς διαφορετική καριέρα.
Βασικά, μαθαίνω για τον Ιωαννάτο περί τα μέσα των nineties, όταν πέφτει στα χέρια μου το… και-αντιχουντικό folk άλμπουμ του “Résurrection / Ανάσταση” στη γαλλική Arc En Ciel, από το 1972/73 (δεν αναφέρεται χρονιά στο LP), το οποίο είχε υπογράψει μαζί με την αδελφή του Angélique (Αγγελική Ιωαννάτου). Και ήταν τότε, στα μέσα του ’90, όταν πληροφορούμαι και για την ύπαρξη ενός προσωπικού ροκ άλμπουμ του (με στοιχεία progressive folk-rock δηλαδή) από το 1979 –αναφέρομαι στο βέλγικο LPChante Kavafis Elytis Ritsos”– το οποίο αναδείχθηκε προς τα τέλη των 90s σε… ελληνικό treasure item. Έφθασε να πουλιέται δηλαδή πάνω από 300 ευρώ, αν και σήμερα μπορεί να εντοπιστεί, μια καλή κόπια, ακόμη και στο 1/5 εκείνης της τιμής. Τέλος πάντων… Η ουσία είναι πως, τώρα, έχουμε στο player το πιο πρόσφατο CD τού Φώτη Ιωαννάτου, το «Ελεγείο» [home records, 2017], το οποίο, χοντρικώς, θα έλεγα πως δεν απέχει και τόσο από ’κείνες τις παλαιές δουλειές του στα seventies.
Το folk στυλ του Ιωαννάτου είναι ιδιαίτερο, και είναι διαμορφωμένο μέσα από την ενασχόλησή του με την ελληνική ποίηση (φυσικά τραγουδά στη γλώσσα μας στο «Ελεγείο», ασχέτως αν υπάρχουν και παρεμβάσεις στη γαλλική). Εννοώ πως ο ποιητικός λόγος καθορίζει εν πολλοίς και το μελωδικό περιβάλλον των τραγουδιών του, καθώς είναι «ανοιχτό», αφήνοντας χώρους ώστε να «ανασαίνουν» οι λέξεις και να προβάλλονται εντελώς τα νοήματα. Αν και μέσου τέμπου, συνήθως, τα τραγούδια τού Ιωαννάτου δεν φείδονται ρυθμικών ποικιλιών και τούτο παρά το γεγονός πως από τις ενορχηστρώσεις του απουσιάζουν εντελώς τα κλασικά ρυθμικά όργανα. Δεν υπάρχουν μπάσο και ντραμς δηλαδή, ενώ ακούγονται κιθάρες (κλασική, 12χορδη), φλάουτο, βιολί και διατονικό ακορντεόν.
Στο «Ελεγείο» ο Φώτης Ιωαννάτος συνθέτει πάνω σε στίχους/ποίηση των Σ. Τσαμπίρα, Γιάννη Ρίτσου, Ομήρου, Α. Ρούκα, M. Tanner, Κ.Π. Καβάφη και Οδυσσέα Ελύτη – ακολουθεί, δηλαδή, τον γνωστό του από χρόνια δρόμο. Το αποτέλεσμα έχει έναν χαρακτήρα οπωσδήποτε και μια τραγουδοποιητική ειλικρίνεια. Ο Ιωαννάτος ξέρει να αφηγείται μ’ έναν τρόπο δυσεύρετο πια στη σύγχρονη δισκογραφία, και ακόμη πιο δυσεύρετο στην ελληνική (αν κι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα ελληνικό άλμπουμ, μα με ένα βέλγικο). Οι μελωδίες του είναι πλούσιες, χωρίς να εμμένουν σε «σχήματα», με τα γεμίσματα των οργάνων να είναι συνεχή παρέχοντας στο σύνολο έναν καταφανή ρομαντικό «αέρα». 
Τώρα, από πλευράς συγκεκριμένων tracks θα ξεχώριζα το αρχικό πολιτικό/ κοινωνικό/ ερωτικό “Ecologie” (Σ. Τσαμπίρας), που έχει τον τρόπο να σε παρασύρει μέσα από τα οκτώ λεπτά του, το «Ελεγείο» (Όμηρος) τόσο στην αρχαιοπρεπή τραγουδιστική όσο και στην ορχηστρική εκδοχή του, την «πόλι» του Καβάφη, που τη γνωρίζουμε και από άλλες διάφορες μελοποιήσεις και βεβαίως την 19λεπτη «Οξώπετρα» (Ελύτης), που αποτελεί και μια «κατάκτηση» όσον αφορά στη γενικότερη διαχείριση (χρόνου, μέτρων, στίχων κ.λπ.).
Χαίρομαι, γιατί έγραψα για πρώτη φορά κάποια περισσότερα λόγια για τον Φώτη Ιωαννάτο.
Επαφή: www.homerecords.be

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΔΩ

Ξέρω ότι κάποιοι ακούγοντας αυτή την ευχή… ξινίζουν. Τους συγχωρώ (πλάκα κάνω). Εγώ την άκουγα μικρός από τη μάνα μου και κάπως έτσι την έμαθα και μ’ αρέσει να την απευθύνω ακόμη.
ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ σε όλες και όλους!

Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 39

5/8/2017
ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ειν’ οι στιγμές, που στους αγρούς με τους στομάχους των υγρούς
οι φλογισμένοι τζίτζικες με νευροσπάστων πήδους,
μέσα στο λάγγεμα της γης, μπαίγνια μιας κάποιας προσταγής,
κράζουν στριγκά για την ιερή διαιώνιση του είδους.

Είναι οι στιγμές, όπου γυμνά μπρος στα τσαντήρια τα πυκνά
τα νέα κορίτσια ο πίθηκος θωρώντας των τσιγγάνων,
στην υψικάμινο του ηλιού με τη γκριμάτσα ενού φιλιού
ξεσπάει σε τρίλλισμα τρελλό των διασταλτών του οργάνων.

Είναι οι στιγμές, που οι Μοναχοί μεσ’ στα κελιά των μοναχοί
με μάτια ως οίκων ανοχής δυο πορφυρά λαμπιόνια,
θωρούν ως οραματισμούς του Βελζεβούλ τους πειρασμούς
να ορχιούνται ομπρός σκορπώντας τους της αμαρτίας τ’ αφιόνια.

Είναι οι στιγμές, στο λαύρο φως, που ο ξαναμένος αδερφός
μεσ’ απ’ τη θέρμη την αβρή του ατμώδους κρεβατιού του,
τη γύμνια αντίκρυ την ιερή της αδερφής του αχνοθωρεί,
μ’ ύπουλο κάτι στον κανθό του ημίκλειστου ματιού του.

Κι’ είναι οι στιγμές, όπου κι’ εγώ κάτω απ’ της λαύρας το ζυγό
και μεσ’ στους πύρινους καπνούς της Αιτνικής σαρκός μου,
νοιώθω να βράζη κοχλαστά το σπέρμα εντός μου, ως να ζητά
να πλημμυρίση αγέρωχα τη μήτρα όλου του κόσμου.

Το ποίημα «Καλοκαιρινό μεσημέρι» του ΟΡΕΣΤΗ ΛΑΣΚΟΥ προέρχεται από την ποιητική συλλογή του Το Φιλμ της Ζωής [Τα Χρονικά, Αθήνα 1934]

4/8/2017
Αυτό το τραγούδι το θυμάμαι από πολύ παλιά, από τότε που βγήκε στις αρχές των σέβεντις. Το θυμάμαι μάλιστα, παιδί, ν’ ακούγεται σε πολύ συγκεκριμένα μέρη, όχι σε ταβέρνες και ψησταριές από τζουκμπόξ –αμφιβάλλω αν είχε βγει ποτέ σε 45άρι–, ούτε από το ραδιόφωνο, μα στα διαλείμματα ενός θερινού κινηματογράφου της γειτονιάς μου, όπως και σ’ ένα σφαιριστήριο που ήταν σχεδόν δίπλα στο σινεμά και στο οποίο την... έκανα συχνά, στα κλεφτά, για να χαζέψω τους μαντράχαλους που παίζανε ποδοσφαιράκι.
Εντάξει, εγώ μπορεί να ανακαλώ μια διαδρομή που να με πηγαίνει κατ’ ευθείαν πίσω, αλλά το τραγούδι νομίζω πως είναι καταπληκτικό, δροσερό, καλοκαιρινό κι ό,τι άλλο θέλετε...
Μουσική, στίχοι, ερμηνεία: Λάκης Αλεξάνδρου

4/8/2017
Άμα το 'χεις... το 'χεις. Και γιατί να μην το 'χεις δηλαδή...
O ΑΓΑΘΩΝ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ!
(Γι' αυτά αξίζουν τα live, αλλιώς έχουμε και τους δίσκους)

3/8/2017
Aς πούμε ότι είμαι δάσκαλος και τυγχάνω υπεύθυνος προαυλίου. Βλέπω μαθητή να μοιράζεται το κολατσιό του με παιδί που δεν έχει κολατσιό. Τον παρακολουθώ και πάλι τις επόμενες μέρες. Το ξανακάνει. Μαθαίνω για τον μαθητή, συνεκτιμώ κι άλλα θέματα (ενδεχομένως) και τον προτείνω για σημαιοφόρο στο συμβούλιο διδασκόντων.
Αυτά αρέσουν σ’ εμένα. Ούτε οι κληρώσεις, που είναι σκέτη παπαρία (κληρώσεις κάνουν μόνον όσοι βαριούνται να σκεφτούν και κωλώνουν να πάρουν αποφάσεις), ούτε βεβαίως η αριστεία. Και φυσικά, θα αδιαφορούσα παντελώς για τη γνώμη κάθε εξωσχολικού και πάνω απ’ όλα των γονέων (των μαθητών). 

2/8/2017 
I dreamed I saw Phil Ochs last night 
Alive as you and me
Says I to Phil "you're ten years dead" 
"I never died" says he 
"I never died" says he

The music business killed you Phil 
They ignored the things you said 
And cast you out when fashions changed 
Says Phil, "But I ain't dead" 
Says Phil, "But I ain't dead"

The FBI harassed you Phil 
They smeared you with their lies 
Says he, "But they could never kill what they could not compromise" 
"I never compromised"

"Though fashions changed and critics sneered" 
"The songs that I have sung" 
"Are just as true tonight as then" 
"The struggle caries on" 
"Our struggle caries on"

When the song of freedom rings out loud 
From valleys and from hills 
Where people stand up for their rights 
Phil Ochs is with us still 
Phil Ochs inspires us still
 

2/8/2017
Το θέμα με τη σημαία θα είχε λυθεί οριστικώς και αμετακλήτως, αν καταργούνταν οι μαθητικές παρελάσεις – όπως είναι και το πρέπον. Αφού δεν καταργούνται λοιπόν ΔΕΝ είναι λύση η κλήρωση, όπως ΔΕΝ αποτελεί λύση και η αριστεία. Ποια είναι η λύση;
1. Παρέλαση χωρίς σημαία. Τι πιο απλό;
2. Αν κάποιοι θέλουν οπωσδήποτε σημαία ας αποφασίζει γι’ αυτό ο σύλλογος διδασκόντων του κάθε σχολείου με πολλαπλά κριτήρια. Ήθος, επιδόσεις, άλλες πράξεις του μαθητή, που μπορεί να χρήζουν επιδοκιμασίας κ.λπ.
Το θέμα, σε κάθε περίπτωση, είναι ήσσονος σημασίας και η σπέκουλα που γίνεται πάνω σ’ αυτό εκτός τόπου και χρόνου.

31/7/2017
Αυτό το δυσεύρετο πια βιβλίο [Απόπειρα, 1985], με τους αυθεντικούς διαλόγους από την ταινία του Βιμ Βέντερς «Παρίσι, Τέξας», είναι το πρώτο του Σαμ Σέπαρντ (1943-2017) που κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα μας;

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

BEHIND YOU κλαρίνο και ηλεκτρονικά σε απροσδόκητους συνδυασμούς

Οι Behind You είναι ένα (ελληνικό) ντουέτο, το οποίο αποτελούν οι Ορφέας Κάππα κλαρινέτο και Λάμπρος Ζαφειρόπουλος ηλεκτρονικά, ηχογραφήσεις. Για τον Ζαφειρόπουλο είχαμε γράψει προσφάτως, με αφορμή το πολύ καλό LP «λ/κ», που μοιραζόταν με τον Κωστή Δρυγιανάκη, ενώ και ο Ορφέας Κάππα έχει κάποια… προϊστορία, εξ όσων είδα στο discogs, μέσω προσωπικών καταγραφών και συμμετοχών σε σχήματα (The Sailing Tomatoes). Ως Behind You παρουσιάζονται πρώτη φορά, τώρα, μέσω μιας κασέτας (40 αριθμημένα αντίτυπα – οι εγγραφές υπάρχουν και στο bandcamp), που έχει τίτλο “The Goodmorning Sessions” [Hxoi Kato Apo To Spiti, 2017] και η οποία περιλαμβάνει δύο κομμάτια στην πρώτη πλευρά (Χ) κι ένα στη δεύτερη (Υ).
Το πρώτο, γραμμένο ζωντανά στο Underhouse στούντιο, στο Βόλο (όλα τα tracks είναι γραμμένα εκεί), βασίζεται, φυσικά, στο κλαρίνο και τα ηλεκτρονικά. Το πνευστό αυτοσχεδιάζει μελωδικά, με… υποβαθμισμένες αναφορές στην ελληνική ή όποια άλλη παράδοση – ούτε jazz, ούτε… Tzadik, ούτε τίποτα. [Προσωπικώς, το μόνο που ανακαλώ στη μνήμη μου είναι ο Γιάννης Μαρκόπουλος των sixties soundtracks («Μικρές Αφροδίτες», «Ο Φόβος» κ.λπ.), κυρίως στη διαμόρφωση μιας κάπως παγανιστικής ατμόσφαιρας]. Τα ηλεκτρονικά βοηθούν «πιέζοντας» στο background. Το δεύτερο track θα μπορούσε να πει κανείς πως συνεχίζει στο αυτό ύφος, αλλά και όχι… Είναι πιο αβαντ-γκαρντίστικο, καθώς και το κλαρίνο αυτή τη φορά κινείται σε πιο «σύγχρονα» μονοπάτια, με τα ηλεκτρονικά να… υπονομεύουν στο ίδιο ύψος. Ενδιαφέρον οπωσδήποτε και αυτό, δηλαδή πολύ ενδιαφέρον – αν και το πρώτο φαντάζει στ’ αυτιά μου πιο παρεμβατικό.
Στη δεύτερη πλευρά της κασέτας, την Y, καταγράφεται ένα ακόμη track των Behind You. Έχει διάρκεια περί τα 14 λεπτά και ξεκινάει με το κλαρίνο σε δρόμους μελωδικούς, πριν ακολουθήσει μια κάπως minimal διαμόρφωση με τα δύο όργανα, ας-το-πω-έτσι, το κλαρίνο και τα ηλεκτρονικά, να συνεργάζονται επί ίσοις όροις, δημιουργώντας μιαν υπερβατική ατμόσφαιρα – η οποία μετά τη μέση αποκτά δυνατά αγχωτικά χαρακτηριστικά, πέραν του πιο αναμενόμενου κλεισίματος.

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

καινούρια ροκ συγκροτήματα, που δεν παίζουν πάντα σκληρά και ορισμένες φορές πειραματίζονται

ÇA: MTPCAMSDAGJQJSLV [Atypeek Music/ Vox Project, 2017]
Τελικά όλα τα ανακατέματα στη μουσική μπορείς να τα δεις – και όλα, άλλα λιγότερα και άλλα περισσότερο, να έχουν ένα μικρό ή μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Να, τούτοι εδώ οι Γάλλοι φερ’ ειπείν (τρίο είναι), που αποκαλούνται Ça, και που επιχειρούν να παίξουν ένα fusion-rock, φέρνοντας κοντά hard rock passages, με ατέρμονους ρυθμούς, ξαφνικές αλλαγές, επιταχύνσεις κ.λπ.
Δεν μπορείς να τους ψυχολογήσεις τους Ça κι αυτό είναι αλήθεια. Δεν μπορείς ν’ αντιληφθείς, ας πούμε, ποιες είναι οι πιο βασικές αναφορές τους. Οι Led Zep ξέρω ’γω ή ο… Peter Brötzmann; Ή ένας συνδυασμός πιο καθαρόαιμου punk και punk-jazz; Δεν βγάζεις άκρη. Οπότε ακούς και δεν το ψάχνεις. Βασικά οι Ça τα πάνε καλά με το ρυθμό, και καθόλου καλά με τη μελωδία. Ψάχνουν, βρίσκουν και επεξεργάζονται ρυθμικά patterns, τα οποία στην πορεία αποκτούν έναν κεντρικό ρόλο. Όλα περιστρέφονται γύρω απ’ αυτό. Και πάνω ’κει οι Γάλλοι πειραματίζονται με όλα – ακόμη και με το funk. Ιδιαίτεροι, αλλά θέλουν δουλειά ακόμη.
TOMBOUCTOU: Ceiling Coast [Atypeek Music/ Carogna, 2017]
Δύο άντρες (Melloul ντραμς, A.C. κιθάρα) και μια γυναίκα (Cocrelle φωνή) αποτελούν τους Tombouctou, που είναι Γάλλοι ή εν πάση περιπτώσει προέρχονται από τη Γαλλία (Λυών) και υπάρχουν από το 2015. Ντραμς, κιθάρα και φωνή (άνευ μπάσου) και τραγούδια που στέκονται λίγο παραπάνω από στοιχειωδώς, κινούμενα προς μια punky (με στοιχεία blues) και κάπως noisy αισθητική. Μεγάλη επιρροή εδώ η Nina Hagen, όσον αφορά στα φωνητικά – αν και στα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια (υπάρχουν δύο 9λεπτα), το πράγμα κάπως ξεφεύγει. Ιδίως στο πρώτο απ’ αυτά, στο “Nail”, δεν θα ήταν εντελώς αδόκιμο αν μιλούσε κανείς για ένα… progressive punk track, που μπορεί κατά τόπους να φέρνει στη μνήμη ακόμη και τον Roman Bunka τής εποχής του
“Dein Kopf Ist Ein Schlafendes Auto” (1980).
Νομίζω πως αυτά τα μεγαλύτερα στο χρόνο tracks είναι και τα πιο ενδιαφέροντα του “Ceiling Coast” κι εκείνα, ενδεχομένως, που μπορεί να δώσουν στους Tombouctou κάτι, που δεν το έχουν άλλοι.
BJØRN RIIS: Forever Comes to an End [Karisma, 2017]
Ο Bjørn Riis είναι κιθαρίστας του νορβηγικού progressive γκρουπ Airbag, που υπάρχει από 13ετίας κι έχει κυκλοφορήσει, έως σήμερα, διάφορα καλά άλμπουμ. Και ο Riis, όμως, έχει κυκλοφορήσει κι άλλο προσωπικό άλμπουμ, το “Lullabies in a Car Crash” το 2014, με το παρόν “Forever Comes to an End” να επιβεβαιώνει, συν τοις άλλοις, και μια τάση τού σύγχρονου νορβηγικού progressive – αυτή της μελωδικής διάστασής του, με σαφείς αναφορές στους Pink Floyd των early seventies και βασικά στον κιθαρίστα τους David Gilmour. Το λέω, επειδή ως κιθαρίστας και συνθέτης ο Riis, έχει τον τρόπο να δημιουργεί και να προτείνει γύρω απ’ αυτό το πλαίσιο, και μάλιστα με καλά ή και πολύ καλά αποτελέσματα.
Το “Forever Comes to an End” περιλαμβάνει επτά συνθέσεις (όλες του Riis), που έχουν ποικίλες διάρκειες (υπάρχουν 8λεπτα και 10λεπτα κομμάτια κι ένα-δυο μικρότερα). Οι μελωδίες πρωταγωνιστούν, βεβαίως, και μαζί οι κιθάρες και τα πλήκτρα, που είναι πανταχού παρόντα, γεμίζοντας κάθε «κενό» χώρο. Στο άλμπουμ υπάρχουν και τραγούδια και ορχηστρικά, που κάπως εναλλάσσονται… κάτι που παραπέμπει επίσης στη «συγκρότηση» των δίσκων του παρελθόντος – με τα ορχηστρικά να είναι κατά τι προτιμότερα, από τα άσματα. Νομίζω, δηλαδή, πως τα οργανικά μέρη είναι τα δυνατά σημεία των συνθέσεων του Riis, που δείχνει εντελώς εξοικειωμένος και με το ύστερο prog-rock (και όχι μόνο με τους Floyds των early seventies). Και αναφέρομαι σε κάτι άλμπουμ όπως το “Voyage of The Acolyte” του Steve Hackett, για να μη μιλήσω ακόμη και για hints από Goblin σε ορισμένα tracks.
Γενικώς, ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ (κυκλοφορεί και σε 2LP), που θ’ αρέσει στους φανατικούς προγκρεσιβάδες (όχι του… underground progressive, αλλά του πιο mainstream). Το 10λεπτο “Winter” είναι έξοχο κομμάτι.
BISON: You are Not the Ocean you are the Patient [Pelagic, 2017]
Οι Bison είναι μεταλλάδες από το Βανκούβερ κι έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα τέσσερα άλμπουμ – το ’08, το ’10, το ’12 και το ’17. Γι’ αυτό το τελευταίο τους, το “You are Not the Ocean you are the Patient” θα πούμε τώρα λίγα λόγια.
Το συγκρότημα, το οποίο αποτελούν οι Shane Clark μπάσο, Matt Wood ντραμς, Dan And κιθάρες φωνή, James Farwell κιθάρες, φωνή (ακούγονται ακόμη φλάουτο και βιολί στην ηχογράφηση), έχει θέσεις και απόψεις που απλώνονται όχι μόνο στα μουσικά ζητήματα, μα και στους στίχους. Είναι προοδευτικό, ας το πούμε έτσι, συγκρότημα οι Bison. Γράφουν αντιπολεμικά τραγούδια, και άλλα που σχετίζονται με την επιστροφή σε πιο φυσικούς και πιο ανθρώπινους τρόπους ζωής, δίχως να ξεχνάνε να δώσουν κουράγιο και για όσους την παλεύουν στη δύσκολη καθημερινότητα. Χοντρικά αυτά, κι έτσι όπως προκύπτουν μέσα από τα τραγούδια τους “Anti war”, “Until the earth is empty” κ.λπ. Μουσικά… κι εδώ οι Bison πετάνε. Βαρύ μεταλλικό ροκ, με σωστές ριφολογίες και μανιασμένα φωνητικά, που όταν ξεφεύγει… ξεφεύγει για τα καλά (“Tantrum”). Προσέξτε τους.
LLNN/WOVOKA: Traces/ Marks [Pelagic, 2017]
Split μεταλλικό LP, με την πρώτη πλευρά, την “Marks”, να την καταλαμβάνουν οι Δανοί dark, heavy, post-apocalyptic LLNN και τη δεύτερη, την “Traces”, οι post/sludge metal Wovoka από τα περίχωρα του Los Angeles (όπως διαβάζουμε στο discogs). Οι LLNN είναι ένα επικό τρίο εκτραχηλισμένου μεταλλικού ροκ, με σφοδρές ερμηνείες και παιξίματα που πάνε παράλληλα με την… αποκαλυπτική θεματική τους. Είναι απολύτως πειστικοί και τα οργανικά passages που προσφέρουν στα κομμάτια τους έχουν αναντίρρητη αξία. Ιδίως το τελευταίο τους, υπό τον τίτλο “Gravitated”, που προκαλεί λυτρωτικά ρίγη.
Το επικό στοιχείο δεν λείπει και από τους Wovoka, που ηχητικώς κινούνται σε παρεμφερείς γραμμές (και υπ’ αυτή την έννοια έχει νόημα το split LP). Το γεγονός, τώρα, ότι το δικό τους track, το “Traces”, ξεπερνάει τα 17 λεπτά καταλαμβάνοντας όλη τη δεύτερη πλευρά του δίσκου είναι κι αυτό ενδεικτικό της μεταλλικής αγριάδας, του γοτθικού σκότους και της παικτικής υπερέντασης που διατρέχει το σημερινό post-metal (έτσι το λένε)… και καλώς δηλαδή.

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

YESTERDAY’S THOUGHTS για το τέταρτο άλμπουμ τους “Paper Ship”

Με περισσότερα από 20 χρόνια στο δρόμο (σχηματίστηκαν στην Αθήνα το 1996), οι Yesterdays Thoughts είναι ένα γκρουπ που ομνύει στην γκαραζοψυχεδέλεια. Ο ήχος τους δηλαδή είναι… 1966-67 εντελώς –με τίποτα πιο πίσω ή πιο μπροστά–, αναπαράγοντας με δύναμη και πίστη τα vibes μιας μουσικής, που ποτέ δεν έπαυσε να απασχολεί παίκτες και κοινό σε όλες τις επόμενες δεκαετίες. Υπάρχει, λοιπόν, μια προσήλωση στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου ιδιώματος, η οποία γίνεται με όρεξη και γνώση. Και αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς ακούγοντας και το τέταρτο LP των Yesterdays Thoughts, το Paper Ship, που κυκλοφορεί τώρα από τις Trip Records / Missing Vinyl σε 500 κόπιες.
Οι Yesterdays Thoughts είναι τέσσερις, ο Δημήτρης Μεγεντισίδης φωνή, φαρφίζα, ο Σπύρος Μεγεντισίδης κιθάρες, φωνητικά, ο Λευτέρης Γαλάνης μπάσο, φωνητικά και ο Γιώργος Βαγιατλάκης ντραμς, ενώ βοηθάει σε φωνητικά και ταμπουρίνο ο Παναγιώτης Μακρυγιάννης. Και τα 14 tracks του άλμπουμ είναι δικά τους, με τα “Faces in the dark” και “Petty world of pain” να προέρχονται από το πρώτο 45άρι του γκρουπ (το 1999) και εδώ να ανασκευάζονται.
Εκείνο που κάνει εντύπωση από την αρχή στο “Paper Ship” είναι πως όλα τα κομμάτια είναι ενός (υψηλού) επιπέδου, δίχως κάποιο να υστερεί ή να βγαίνει πιο πάνω από τ’ άλλα. Υπάρχει μια συνθετική γραμμή, δηλαδή, με τις όποιες (εντός του κλίματος) παραλλαγές της, που ακολουθείται σταθερά και πάνω ’κει αραδιάζονται οι στίχοι των Yesterdays Thoughts και βεβαίως η φωνή/φωνές και τα όργανα.
Τα λόγια είναι εξ ίσου ενδιαφέροντα, να το πούμε κι αυτό, με το συγκρότημα να προβάλλει πτυχές τής ουσίας τής ζωής, με μια παράλληλη πίστη πως τίποτα δεν είναι οριστικά χαμένο κτλ. (άκου το παρηγορητικό “Guide” π.χ.), ενώ ωραία είναι και η φωνή, που διαθέτει δραματικούς τόνους, σκληραίνοντας όπου απαιτείται. Ως τέλεια, τέλος, θα χαρακτηρίσω την ενοργάνωση και τα παιξίματα – κάτι που δείχνει την εμπειρία της μπάντας και βεβαίως την προεργασία που έχει υπάρξει.
Δεν έχεις κάτι άλλο να πεις για ένα τόσο ταγμένο συγκρότημα, που ζει γι’ αυτά που του αρέσουν, παρουσιάζοντάς τα με τόση αποφασιστικότητα στον κόσμο.
Επαφή: missingvinyl@veamusic.com
 

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΖΑΖ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ 80s

Τα eighties υπήρξαν μία πολύ καθοριστική εποχή για την πορεία των τζαζ πραγμάτων στην Ελλάδα. Φυσικά είχαν πάρει τη σκυτάλη από τις προηγούμενες δεκαετίες και ήταν συνέχειά τους, όμως στα eighties συνέβησαν πράγματα που δεν είχαν συμβεί έως τότε στο χώρο – και αυτό είναι που τα κάνει ξεχωριστά.
Κατ’ αρχάς ας ρίξουμε, χοντρικά, μια ματιά στην ελληνική τζαζ δισκογραφία – να πούμε έναν αριθμό.
Ενώ οι δίσκοι που είχαν κυκλοφορήσει στα seventies στη χώρα (όσο και ν’ ανοίξουμε τον όρο «τζαζ») δεν ήταν πάνω από δέκα, στα eighties ήταν πάνω από εξήντα! Κι αυτό λέει κάτι ή μάλλον πολλά… Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τούτο, γράφοντας για τα πλέον σημαντικά άλμπουμ της περιόδου.
Η δεκαετία ανοίγει (το 1980) με το ιστορικό, σήμερα, 2LP «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» [Σειρά Αυτοσχεδιασμός], που είχε ηχογραφηθεί στο Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου, στην πλατεία Ραγκαβά στην Πλάκα, την 15/4/1979, από τους Σάκη Παπαδημητρίου πιάνο και Φλώρο Φλωρίδη κλαρίνο, σοπράνο και άλτο σαξόφωνο. Ήταν ο πρώτος δίσκος free-improv, που τυπώθηκε ποτέ στη χώρα – και αυτό έχει τη σημασία του. Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν επίσης οι «Πιανοεπαφές» του Παπαδημητρίου, το «[(ν)τζζρρρτ]» του Φλωρίδη (αμφότερα στη Σειρά Αυτοσχεδιασμός της Θεσσαλονίκης) και ακόμη ένα από τα πιο καθοριστικά LP σε όλη την ιστορία της ελληνικής τζαζ, το «Χωρίς Σύνορα» του Κυριάκου Σφέτσα και της Greek Fusion Orchestra (Βήχος, Τερεζάκης, Θεοδωρίδης, Τζήμας κ.ά.). Ο Σφέτσας αναμιγνύει την τζαζ με τις δημοτικές μελωδίες, δίνοντας απόλυτο νόημα στον όρο «ελληνική τζαζ» σ’ ένα συναρπαστικό όσο και διαχρονικό άλμπουμ.
Το ’81 πάλι ο Σφέτσας κυκλοφορεί το fusion OST «Στο Δρόμο» [ΕΜΙ/ Columbia] με τη φωνή της Κατερίνας Γώγου (από την ταινία «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου), ο Μίμης Πλέσσας μαζεύει όλη την παλιά φρουρά (Καλλίρης, Τσεσμελής, Γιώργος Λαβράνος, Μικέλης, Καραντάνης, Βήχος…), όπως και πιο σύγχρονους μουσικούς, μπαίνει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, στο πλαίσιο της Έκφρασης ’80-’81 και βγαίνει από ’κει με τα δύο άλμπουμ «40 Χρόνια Jazz». Περαιτέρω, οι Sphinx δίνουν το δεύτερο LP τους ως κουαρτέτο (Αλεξίου, Ζώης, Φιλιππίδης, Τρανταλίδης), τις «Επτά Διαστάσεις» [ΑCBA], ενώ και ο Γιώργος Τρανταλίδης σκάει με το “Clarification” [EMI/ Columbia] και την πρώτη συνεργασία του με ούγγρους μουσικούς (George Vukan, Balazs Berkes).
Το 1982 τα πράγματα ανεβαίνουν. Η Praxis του Κώστα Γιαννουλόπουλου ξεκινά τον ελληνικό κατάλογό της με το “Integra” του πιανίστα Μηνά Αλεξιάδη, ο κιθαρίστας Δημήτρης Ζαφειρέλης δίνει τις «Φυλλωσιές» [Lyra], ενώ και o ντράμερ Γιώργος Τρανταλίδης με τους Ούγγρους τού Tony Lakatos Quartet ηχογραφεί το “One Two Three Four” [EMI/ Columbia].
Την επόμενη χρονιά, το 1983, επίσης βγαίνουν σημαντικοί δίσκοι με πρώτον και καλύτερο την «Αυταπάτη» [Philips] της Ηδύλης Τσαλίκη. Σημειώνουμε επίσης το “Piano Plays” του Σάκη Παπαδημητρίου, που τυπώθηκε στη βρετανική Leo, το “Pandora’s Blues” [Banana S] της κιθαρίστριας Νανάς Σιμοπούλου, όπως και το “Phonorama” [Praxis] του πιανίστα Θωμά Σλιώμη και του γάλλου αλτίστα Daunik Lazro. Μνεία, επίσης, στο εκτεταμένο «Κι αυτό κακόηθες παιδιά» του Θάνου Μικρούτσικου από το LP «Αραπιά για Λίγο Πάψε να Χτυπάς με το Σπαθί» [CBS], με τις παρουσίες των Δερτιλή, Τουλιάτου, Στρατηγόπουλου και Πατεράκη στο team.
Το 1984 υπάρχει μια πρόσκαιρη καθίζηση στην τζαζ δισκογραφία, καθώς το μοναδικό LP που ξεχωρίζει είναι το αυτοσχεδιαστικό «L.S.-F.M./ Άδωνις 21.10.1983» [μ.α.δ] των Φλώρου Φλωρίδη, Paul Lytton, Hans Schneider και Pinguin Moschner.
Ο Νίκος Γεωργούσης, ένας άξιος «κηθτζαρετικός» πιανίστας, που χάθηκε πρόωρα, δίνει το ’85 τις ανεξάρτητες «Εικόνες» του, η Κολλεκτίβα Χάλκης, από τη Χάλκη της Λάρισας, σε επίσης ανεξάρτητη έκδοση, ηχογραφούν ένα δυνατό improv LP, o Φλωρίδης συνεχίζει με το “Amore” [j.n.d.] σε συνεργασία με τους Mark Charig και Taya Fisher, ο Τρανταλίδης δίνει τo πρώτο «Χόρες» [Αφοί Φαληρέα] με Πατερέλη, Σπάθα κ.ά., ενώ συνεχίζει και ο Σφέτσας με το “Works Vol I/ Cactus Light, Double Image” στην Praxis.
To 1986 έχουμε το δεύτερο των Χόρες («Μεσόγειος») με τη συμμετοχή τώρα και του λαϊκού βιολιστή Γιώργου Κόρου, το “Ellispontos” των Φλωρίδη, Paul Lytton, Hans Schneider και Phil Wachsmann (όλοι αναγνωρισμένοι improvisers), άλμπουμ του Σάκη Παπαδημητρίου (με τον ντράμερ Günter Sommer), του Θάνου Μικρούτσικου και του Βαγγέλη Κατσούλη, το “Tili - Tili - Tili” της Λητούς Βογιατζόγλου, το πολύ καλό όσο και μοναδικό fusion LP των Θεσσαλονικέων A Priori [Ano Kato], όπως και το “A New Day” [Polydor] των Iskra, που μας φέρνει σ’ επαφή με τη νεότερη γενιά των τζαζ μουσικών (David Lynch, Μπαρμπέρης, Φαραζής, Φακανάς, Πλιάτσικας).
Σε αδρές γραμμές οι δίσκοι του ’87, που αξίζει εδώ να αναφερθούν είναι το “The Manager in Charge, I Salute” [j.n.d.] των Φλωρίδη και Γιάννη Μουρτζόπουλου (έξοχος συνδυασμός τζαζ και ηλεκτρονικών), το improv “Krok Trio” [j.n.d.] του Krok Trio (Φλωρίδης, Πολυζωίδης, Σιγανίδης) με το «5 Έλληνες στον Άδη» του Γιάννη Παπαϊωάννου ανάμεσα, όπως και το “Spatial Trembling” [Praxis] του ελληνοκύπριου κιθαρίστα Ανδρέα Γεωργίου. Ακόμη ο «Τόμος 1» [Ανεξάρτητη Παραγωγή] της Οπτικής Μουσικής [Δρυγιανάκης, Κατσιάνη, Χονδρός κ.ά.], που κομίζει μιαν άλλη πρόταση στον αυτοσχεδιασμό γενικότερα.
Το 1988 κυκλοφορούν οι «Ήχοι του Χειμώνα» [Π.Η.], το 4πλό LP από τις εκδηλώσεις του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς, στο οποίo η ελληνική τζαζ έχει σημαντική παρουσία (Μικέλης, Διακογιάννης/ Χήρας/ Πατερέλης/ Τρανταλίδης, Μ. Αλεξίου, Φλωρίδης/ Χρήστου, Γ. Φιλιππίδης, Κολλεκτίβα Χάλκης, Τουλιάτος/ Γεωργίου, Παπαδημητρίου…). Επίσης τυπώνονται και άλλοι σημαντικότατοι δίσκοι της σκηνής, όπως ο «Μικρός Αδερφός» [Lyra] του Μιχάλη Σιγανίδη, η «Άλλη Πλευρά» [Ano Kato] του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ (Χονδρός, Κατσιάνη, Τραγόπουλος) και ακόμη το “The Slipping Beauty” [Utopia] του Κατσούλη, το “Piano Oracles” [UK. Leo] του Παπαδημητρίου, το “Erisma” [RCA/BMG] του Τρανταλίδη, το διπλό “Horizon” [RCA] του Φακανά…
Την τελευταία χρονιά της δεκαετίας του ’80, το 1989, οι δίσκοι είναι ελάχιστοι και αν κάποιοι θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναφερθούν εδώ αυτοί είναι το “Hand Made” [OM Center] του «μονκικού» πιανίστα Παντελή Καραγεώργη, το “In Situ, Piano Cellules” [FR. ADDA] του Σάκη Παπαδημητρίου και τέλος το “Still Waters” [GER. ENJA] της Νανάς Σιμοπούλου.
Φυσικά δεν ήταν μόνον οι δίσκοι…
Από τον πλευρά των κλαμπ συνεχίζει στα πρώτα χρόνια του ’80 το Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα (αναφέρουμε το πιο σημαντικό). Πότε έκλεισε; Ας αφήσουμε τον ίδιο τον Μπαράκο να μας το πει (Περιοδικό, #46, 12/1990):
Γιώργος Μπαράκος
«Το Τζαζ Κλαμπ κλείνει 23 Νοεμβρίου του ’83. Έχω ακόμη ολοζώντανα στη μνήμη μου τα αστυνομικά όργανα που με έβγαλαν δια της βίας έξω από το κλαμπ και το σφράγισαν. Είχα ζητήσει μερικές μέρες παράτασης της λειτουργίας του, λόγω του προγράμματος συναυλιών του γάλλου σαξοφωνίστα Ντονίκ Λαζρό και του πιανίστα Θωμά Σλιώμη. Είχαν κανονιστεί πολύ πριν ανακοινωθεί το σχέδιο για την εξυγίανση της Πλάκας. Το όλο γεγονός συνέβη επί υπουργίας Τρίτση. Είχα κάνει τότε προσπάθειες να τον δω στο υπουργείο, αλλά απουσίαζε εκτός Ελλάδος, όπως μου έλεγαν. Μίλησα με κάποιον ιδιαίτερό του. Του άφησα κι ένα υπόμνημα, όπου του εξηγούσα περί τίνος επρόκειτο. Δυστυχώς δεν έγινε τίποτα.(…)».
Ο Μπαράκος θα μεταφέρει το κλαμπ, για λίγο, στην Κυψέλη, όμως κι εκείνο το χώρο θα τον έκλινε τελικά η αστυνομία.
Μέσα απ’ όλα τούτα ένα είναι σίγουρο. Η απομάκρυνση του Μπαράκου από το κέντρο της ντόπιας σκηνής έβλαψε ανεπανόρθωτα το χώρο της ελληνικής τζαζ. Θα ήταν αλλιώς τα πράγματα, εννοούμε, και στα eighties και μετά απ’ αυτά, αν μακροημέρευε το Jazz Club.
Οι (ξένες) συναυλίες, επίσης, βοήθησαν περαιτέρω στην ταυτοποίηση της ελληνικής σκηνής, μέσω, αυτή τη φορά, της ζωντανής επαφής με τα πολλά και σημαντικά ονόματα που κατέφθαναν απ’ έξω. Ας αναφέρουμε μερικές. Στα χρόνια του ’80 εμφανίστηκαν στην Ελλάδα οι Ray Charles, Jan Garbarek, Oscar Peterson, Lionel Hampton, Keith Jarrett, Hugh Masekela, Miles Davis, Freddie Hubbard, Paul Motian, Dewey Redman, Steve Lacy, Stan Getz, Archie Shepp, Tito Puente, Pharoah Sanders και δεκάδες άλλοι – για να μην πούμε για το φεστιβάλ Praxis του Κώστα Γιαννουλόπουλου, που έφερνε το ελληνικό κοινό σε επαφή με το πιο προχωρημένο jazz thing (John Tchicai, Sam Rivers, Peter Kowald, The Art Ensemble of Chicago, The Sun Ra Arkestra, Anthony Braxton, Oriental Wind, Andrew Cyrille κ.ά.), όπως και για το Φεστιβάλ Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης (τις περισσότερες φορές υπό την επίβλεψη του Φλώρου Φλωρίδη).
Από πλευράς εκδόσεων στην δεκαετία του ’80 κυκλοφόρησαν βιβλία (κάπως περισσότερα) και περιοδικά (ελάχιστα), που βοήθησαν στην εμπέδωση της τζαζ ιστορίας και κριτικής. Στα περιοδικά να αναφέρουμε το «ΤΖΑΖ» (Κώστας Γιαννουλόπουλος, Σάκης Παπαδημητρίου, Δημήτρης Θ. Αρβανίτης), που είχε ξεκινήσει στα τέλη του ’77 και που παρέμεινε σε λειτουργία μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’80 και βεβαίως τα τέσσερα τεύχη του «συν και πλην» από τη Θεσσαλονίκη (1/1981-11/1982), με την επιμέλεια του Σάκη Παπαδημητρίου, που ήταν περισσότερο προσανατολισμένα προς τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό.
Τέλος από τα καμμιά 25αριά τζαζ βιβλία που τυπώθηκαν στα eighties ν’ αναφέρουμε τα εξής: Τζων Τσίλτον «Ιστορία της Τζαζ» [Υποδομή, 1981], Marshall W. Stearns «Τζαζ» [Ε.Λ.Ι.Α., 1981], Φρανκ Κόφσκυ «Ο Μαύρος Εθνικισμός και η Επανάσταση στη Μουσική» [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, 1981], Τσαρλς Μίνγκους «Χειρότερα κι από Σκυλιά» [Εξάντας, 1981], Κώστας Γιαννουλόπουλος «Οδηγός Τζαζ Δίσκων» [Απόπειρα, 1983], Μπίλλυ Χολιντέυ/ Αυτοβιογραφία/ Η Κυρία Τραγουδάει τα Μπλουζ [ΑΓΡΑ, 1984], Valerie Wilmer «Σοβαρό Όσο και η Ζωή σου» [Praxis, 1984], Valerie Wilmer «Μαύρη Μουσική» [Απόπειρα, 1985], Έρικ Τζ. Χόμπσμπομ «Η Σκηνή της Τζαζ» [Εξάντας, 1988], Charlie Parker/ Η Σκηνή της Τζαζ [Εξάντας, 1989], Duke Ellington/ Η Σκηνή της Τζαζ [Εξάντας, 1989]…

Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό SONIK, τεύχος Η Μουσική στην Ελλάδα των 80s, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2017

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΙ ένα live στο AN Club από το 1990

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε σε δίσκο βινυλίου (500 κόπιες) από τις B-otherSide/ Mr Vinylios ένα live του Παύλου Σιδηρόπουλου και των Απροσάρμοστων από το 1990. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για ηχογράφηση από το AN Club, από παραστάσεις που έγιναν στα διήμερα 16-17 Μαρτίου και 23-24 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς – και απ’ αυτή την άποψη σχετίζονται όσον αφορά στη σύνθεση του γκρουπ, στο track list κ.λπ. με το επίσημο LP «Χωρίς Μακιγιάζ» [ΜΒΙ], που ήταν κι εκείνο ηχογραφημένο live, στο κλαμπ ΜΕΤΡΟ, την 19η Φλεβάρη του ’89 (κανα χρόνο νωρίτερα δηλαδή). Όπως σ’ εκείνο το live έτσι και σ’ αυτό ακούγονται οι Παύλος Σιδηρόπουλος φωνή, Βασίλης Πετρίδης κιθάρες, Οδυσσέας Γαλανάκης κιθάρες, Λουκάς Γκέκας πλήκτρα, Αλέκος Αράπης μπάσο και Κυριάκος Δαρίβας ντραμς. Αν το «Χωρίς Μακιγιάζ» ήταν κακό από πλευράς ηχοληψίας, παραγωγής κ.λπ. ακόμη και για το Σιδηρόπουλο –όπως είχε πει ο ίδιος στον Δημήτρη Δημητράκα σε ραδιοφωνική συνέντευξη στον Rock FM την 25/11/1990, την οποία διαβάζουμε στην Οδό Πανός, τεύχος 152/3, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2011: «είναι απαράδεκτος (ο δίσκος), η παραγωγή είναι απαράδεκτη, και εγώ το έμαθα όταν βγήκε»– το AN Club live!” είναι αρκετά καλό, δηλαδή καλύτερο σαν ηχητική-παραγωγή, πιάνοντας τους Απροσάρμοστους και τον Σιδηρό σε καλή φόρμα – κάτι όχι αυτονόητο.
Είναι γνωστό θέλω να πω, για ’μας που τον είχαμε δει και ξαναδεί τον Σιδηρόπουλο στα eighties, πως ο μακαρίτης εμφανιζόταν, συχνά, με προβλήματα πάνω στη σκηνή, που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται χαοτικές ή και τραγελαφικές καταστάσεις. Το να πετύχεις λοιπόν το Σιδηρόπουλο στη «σωστή» στιγμή και να τον ηχογραφήσεις ήταν κάπως και σαν «δώρο θεού», λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός πως η ηχογράφηση ενός rock live στην Ελλάδα δεν ήταν, ακόμη και στα eighties, εύκολη υπόθεση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε την αρχική εγγραφή από το AN Club του Μπάμπη Χαλάτση, την οποίαν ανέλαβε να φέρει σε… δισκογραφήσιμη μορφή ο Γιάννης Κύρης. Έτσι κάπως μπαίνει ο δίσκος στο πλατώ και αρχίζουμε ν’ ακούμε... Μερικές διαπιστώσεις λοιπόν…
Ο Σιδηρόπουλος είναι σε καλή φόρμα και η επικοινωνία του με τον κόσμο είναι καλή. Εξ ίσου καλή, στα μέτρα ενός live, που δεν προοριζόταν για δισκογράφηση, είναι και η παρουσία των Απροσάρμοστων, που παίζουν σκληρά και στιβαρά, με τις κιθάρες μπροστά και συχνά με… χαμένο τον ήχο των πλήκτρων (στήνεις αυτί για να τ’ ακούσεις). Θα πω το εξής, προσπαθώντας να ανακαλέσω το κλίμα της εποχής...
Τον Σιδηρόπουλο, ένα χρόνο πριν φύγει απ’ τη ζωή, ή ακόμη και κάτι μήνες, τον είχε περιθωριοποιημένο το καλλιτεχνικό σινάφι. Μην κοιτάτε τώρα… Και ο κόσμος δεν τον παρακολουθούσε ιδιαιτέρως. Εθεωρείτο, για πολλούς, ακόμη περισσότερο… πασέ και από τα early 80s, καθώς εμφανιζόταν κολλημένος υπέρ το δέον σε ηχητικές φόρμες άλλων εποχών. Έτσι, και παρότι ο άνθρωπος εύρισκε, από καιρού εις καιρόν, τη δύναμη να γράψει μερικά καλά ή και πολύ καλά τραγούδια (είναι αλήθεια πως μερικά από τα καλύτερά του τα έγραψε εκείνη την τελευταία εποχή του) δεν βρέθηκε κάποιος παραγωγός για να τον μπάσει στο στούντιο, ώστε να καταγραφούν οι όπως-θα-έπρεπε εκδοχές τού «Welcome to the show» ή τού «Πες μου αν θέλεις κάτι».
Θα πω κάτι για το Σιδηρόπουλο, που το πιστεύω ακραδάντως και από χρόνια. Ίσως είναι ο πιο άτυχος (ας το πω έτσι), από πλευράς παραγωγών, έλληνας ροκ τραγουδοποιός. Κανένας δίσκος του δεν ευτύχησε να έχει ήχο λαμπερό και ταυτοχρόνως συμβατό με τις εκάστοτε αισθητικές κατευθύνσεις του ροκ. Αν εξαιρέσεις τα 45άρια με τους Δάμων και Φιντίας και τα Μπουρμπούλια από τις αρχές του ’70, όπως κι εκείνα τα δύο φοβερά αγγλόφωνα τραγούδια του Μιχάλη Καρρά, το “Day after day” και το “Tell me”, ποτέ ο Σιδηρόπουλος δεν αξιώθηκε ενός ήχου, που να τον ανεβάζει σαν τραγουδοποιό. Και οι τέσσερις μεγάλοι δίσκοι, που έκανε εν ζωή, δε στέκονται σήμερα ως παραγωγές, γεγονός που επιβεβαιώνει και αυτό το περί «ατυχίας» ή «αδικίας», που ανέφερα πιο πάνω. Anyway… Τώρα είναι αργά για όλα. Ό,τι κακό ήταν να γίνει έγινε... και πλέον δεν αλλάζει τίποτα.
Το live στο AΝ θα ενθουσιάσει τους φίλους του Παύλου Σιδηρόπουλου – έτσι νομίζω. Είναι πολύ καλύτερο από τα διάφορα σκύβαλα, που έχουν δει κατά καιρούς το φως της δισκογραφίας, ενώ περιέχει και τις καλύτερες, funky χοντρικώς, εκτελέσεις των πιο καινούριων (για τότε) κομματιών του, ίσως δε και μερικών παλαιότερων αν… 
Φαντάζομαι π.χ. το «Μου ’πες θα φύγω» με τέλειο ήχο, αλλά έχω τέλος πάντων το «Πες μου αν θέλεις κάτι»…