Κυριακή 11 Απριλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 360

11/4/2021
«Η συντηρητική επανάσταση στην Αμερική» είναι ένα βιβλίο που είχε κάνει εντύπωση στη Γαλλία, όταν είχε κυκλοφορήσει, το 1983, ως “La Révolution conservatrice américaine”, γραμμένο από έναν σχετικά άγνωστο τότε Γαλλοαμερικανό 40άρη τον Guy Sorman. Το βιβλίο το είχα διαβάσει προς τα τέλη των 80s, όταν είχα εντοπίσει την ελληνική έκδοσή του [Ροές, 1985] και μπορώ να πω πως με είχε εκνευρίσει αφάνταστα. Και τώρα είναι εκνευριστικό, αλλά τότε που το είχα διαβάσει ήμουν πιο νέος και τα ’παιρνα πιο εύκολα...
Ο Sorman ήταν-είναι ένας ακραίος δεξιός-νεοφιλελεύθερος, που μισεί την αριστερά, τον Μάη του ’68, τα κοινωνικά κινήματα, τις κατακτήσεις του σοσιαλισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και στο επίπεδο των ιδεών και στο πρακτικό, υποστηρίζοντας από πολύ νωρίς, από τα τέλη των σέβεντις, με μένος, και με στοιχεία ό,τι να ’ναι, τις κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Πινοσέτ, αργότερα της Θάτσερ, του Ρήγκαν κ.λπ.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, που αποτελεί μία πρόωρη «Αγία Γραφή» του νεοφιλελευθερισμού, γράφει για το «τέλος των αμφισβητιών», για την «αυτοκτονία των συνδικάτων», για «μαύρους, που είναι ενάντια στα πολιτικά δικαιώματα», για τους δεξιούς διανοούμενους, που πήραν την σκυτάλη από τους αριστερούς, έχοντας αυτοί τώρα το πάνω χέρι στη διατύπωση των ιδεών, ενώ καταφέρεται εναντίον των hippies και της αντικουλτούρας, γράφοντας για την «χριστιανική αφύπνιση των απλών ανθρώπων», αναμασώντας τα γνωστά νεοφιλελέ δόγματα περί μείωσης φόρων (που πάνε παρέα με τη διάλυση του κοινωνικού κράτους κ.λπ.).
Κάποιοι ψυλλιασμένοι δεξιοί των έιτις, «πεφωτισμένους» να τους πούμε, το βιβλίο αυτό το αντιμετώπιζαν σαν Ευαγγέλιο –θυμάμαι τέτοιους τύπους στη Σχολή– και τον Guy Sorman κάπως σαν γκουρού, που ήξερε να σπιλώνει με «στοιχεία» και με «επιχειρήματα» όλες τις κατακτήσεις της αριστεράς, μετά τον Πόλεμο.
Γιατί τα θυμήθηκα, τώρα, όλα αυτά; Γιατί εσχάτως ο Sorman, που έχει διαχρονικό κόλλημα με τον Μάη του ’68, ως μόνιμος κατήγορος των ιδεών που ξεπήδησαν από ’κει, τα έβαλε με τον Μισέλ Φουκώ (1926-1984) κατηγορώντας τον, μετά θάνατον, και με τελείως αναπόδεικτα στοιχεία, ως φαίνεται, για παιδοφιλία.
Γενικά η κατηγορία τής παιδοφιλίας «παίζει» πολύ στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο σε σχέση με τα στελέχη και τους διανοούμενους του Μάη, αποτελώντας ένα μόνιμο και αγαπημένο πεδίο των φιλελέδων, στην επαναδιατύπωση της σεξουαλικότητας με όρους μιας ανώτερης πνευματικής ηθικής, της... δικής τους (την οποία στερείται, υποτίθεται, η άλλη πλευρά).
Υπάρχουν ωραίες απαντήσεις, προς τον Guy Sorman, για το θέμα με τον Φουκώ, σ’ ένα μεταφρασμένο άρθρο τού Σπύρου Στάβερη, στο LiFO.gr, που προτείνω να το δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο…
https://www.lifo.gr/blogs/almanac/oi-satanistikes-teletes-toy-misel-foyko-kai-ta-bullshit-toy-gky-sorman

11/4/2021
Μέγιστος Πυθαγόρας! Τι θα είχε γράψει αυτός ο άνθρωπος αν ζούσε μια-δυο δεκαετίες ακόμη, στα 80s και στα 90s... Το ερωτικό ελληνικό τραγούδι πρώτα-πρώτα, αλλά και το γενικότερο, πήγε πολύ πίσω από τον πρόωρο χαμό του (μόλις στα 49 του).
Σπουδαία μελωδία από τον Κατσαρό και υπερβατική ερμηνεία από τον Πάριο εδώ. Μεγάλες στιγμές του ελληνικού «ευρωπαϊκού» τραγουδιού και σφόδρα υποτιμημένες σήμερα...
https://www.youtube.com/watch?v=Zafj1ieOZIc

10/4/2021
Είχε παίξει και στην Αθήνα -Απρίλης 1999 ήταν-, όρθιος και με τα δυο του πόδια να πατάνε γερά στο πάλκο, και με τα χέρια του να πετάνε φωτιές. Εκρηκτικό λάιβ! Υπέφερε όμως από διαβήτη κι είχε κακό τέλος. Ηχογραφούσε, όμως, ακόμη και με κομμένο πόδι... Για τον γίγαντα Son Seals λέμε...
https://www.youtube.com/watch?v=7jIj2xamIPE

10/4/2021
Αφού είδα κάμποσες ελληνικές ταινίες από την δεκαετία του 2010, που σε γενικές γραμμές κινούνται σ' ένα ικανοποιητικό επίπεδο (έγραψα και σε άλλο ποστ, πριν από μερικές μέρες), βλέπω εδώ και δυο βδομάδες ταινίες τής δεκαετίας 2000-2010. Απογοήτευση... έως ώρας.
Η «Κινέττα» (2005) του Λάνθιμου και η «Ιστορία 52» (2008) του Αλεξίου δεν βλέπονται με τίποτα. Ειδικά η «Κινέττα» αγγίζει τα όρια του απαράδεκτου. Απορίας άξιον πώς αυτοί οι σκηνοθέτες ανέβηκαν τόσο πολύ την επόμενη δεκαετία – ιδίως ο Αλεξίου με την «Τετάρτη 04:45».
Φαίνεται πως η «κρίση» κινητοποίησε τους σκηνοθέτες μας, που δούλεψαν ωραία σενάρια με ευφάνταστο, συχνά, τρόπο. Δεν εξηγείται αλλιώς...
10/4/2021
>>Η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ είναι έγκλημα ειδεχθές. Η δημοσιογραφική ιδιότητα του θύματος προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση. Μόλις συναντήθηκα και ενημέρωσα τον πρωθυπουργό. Με ρητή εντολή του, οι έρευνες θα επισπευσθούν στο μέγιστο. Η Ελλάδα έχει, με κάθε στατιστική, πολύ μικρό αριθμό ανθρωποκτονιών στην Ευρώπη. Είναι ασφαλής και ήσυχη χώρα.<<
… και τακτική, κυρίως τακτική... απορώ πώς του διέφυγε...

10/4/2021
Είμεθα ψοφοδεείς και δεν ασχολούμεθα με τα φλέγοντα ζητήματα, που απασχολούν αυτή τη στιγμή τον τόπο. Να μερικά...
>>Bρετανία: Κανονιοβολισμοί και ενός λεπτού σιγή για τον Φίλιππο<<
>>Τι θα κάνει η Ελισάβετ μετά τον θάνατο του Φιλίππου;<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η Ελλάδα<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Η ζωή του σε 15 φωτογραφίες<<
>>Βασίλισσα Ελισάβετ και Πρίγκιπας Φίλιππος - Μια ιστορία αληθινής αγάπης (και ψυχρού καθήκοντος)<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Η γέννηση στην Κέρκυρα- Η σχέση με την Ελλάδα - Δείτε τη σπάνια φωτογραφία όπου ποζάρει ντυμένος τσολιάς<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Συλλυπητήρια από ηγέτες και προσωπικότητες - Εκφράζουν τη λύπη τους για τον θάνατό του<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Το «αντίο» Βρετανών - Με λουλούδια στο Παλάτι<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Τι γίνεται μετά τον θάνατό του<<

[στο σάιτ της Athens Voice, στο πρωτοσέλιδό της, αυτή τη στιγμή]

9/4/2021
Πολύ σκατομέρα η σημερινή. Ας ρίξουμε κάτι να την ξορκίσουμε... Ένα τραγούδι που το ακούω ανελλιπώς από τα έιτις. Bill Fay
https://www.youtube.com/watch?v=mJfca3ImjKc

9/4/2021
Στο νέο τεύχος του Yellow Box + CD (#07, Απρίλιος-Μάιος 2021, 6 ευρώ), που κυκλοφορεί στα περίπτερα.
Αυτά που βλέπετε (Πάνος Σαββόπουλος, Μαρίζα Κωχ, Χάρης Βρουλής, Μαριάννα Τόλη, Νίκος Κυπουργός) και άλλα διάφορα...

8/4/2021
Το ότι ανοίγουν τα Λύκεια, χωρίς κανένα ουσιαστικό μέτρο, που να σχετίζεται με την αραίωση των μαθητών στις αίθουσες-κλουβιά, είναι εγκληματικό.
Αυτά με τα σελφ-τεστ είναι παραμύθια. Κανένας δεν εξασφαλίζει αν θα γίνονται στ’ αλήθεια, αν θα γίνονται σωστά, αν θα καταγράφονται όπως πρέπει τα αποτελέσματα κ.ο.κ. Άσε δε την αξιοπιστία τους, που είναι ούτως ή άλλως κάτω από 80%, ενώ όταν γίνονται από «μη ειδικούς», όπως διαβάζω, η αξιοπιστία τους πέφτει κάτω και από 60%. Χοντρικά, τα μισά τεστ θα δείχνουν ό,τι να ’ναι. Αν είναι δυνατόν ο κόσμος να ασχολείται μ’ αυτά τα θέματα, επειδή είναι... απλά.
Τα Λύκεια, περαιτέρω, όσον αφορά στις ψυχολογικές επιπτώσεις, είναι σίγουρα τα λιγότερο επιβαρυμένα (για τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά υπάρχει απείρως μεγαλύτερη ανάγκη να λειτουργήσουν), ενώ είναι κι εκείνα που ελέγχονται, γενικώς, δυσκολότερα.
Σ’ έναν έφηβο δεν μπορείς να παρέμβεις σχεδόν σε τίποτα, θα κάνει ό,τι γουστάρει (και πριν, και κατά τη διάρκεια, και μετά το σχολείο), και καλά θα κάνει – ένα παιδάκι του δημοτικού είναι πιο ελέγξιμο. Αφήνω κατά μέρος την λεπτομέρεια πως για την Γ Λυκείου αυτή η εποχή σημαίνει «μη-σχολείο» και «σπίτι-φροντιστήριο»...
Θέλουν να δοκιμάσουν τις πάσης φύσεως αντοχές των οικογενειών στο όνομα ποιων άραγε; Των προμηθευτών των σελφ-τεστ, των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων, κάποιων άλλων... τρίτων... τέταρτων... πέμπτων; Ζούγκλα...

ZERO 2 NOTHING ένα εξαιρετικό hard rock ελληνικό συγκρότημα

Zero 2 Nothing λέγονται, είναι Έλληνες, παίζουν hard rock χοντρικώς, ενώ μέλη τους είναι οι Teo φωνές, Rania πιάνο, σύνθια, Bill κιθάρες και Chris μπάσο (υπάρχει και ντράμερ φυσικά, που δεν είναι πλέον στο σχήμα, αλλά είναι στην ηχογράφηση, και ο οποίος λέγεται Periklis Roussis). Το παρθενικό άλμπουμ των Zero 2 Nothing αποκαλείται Limits of Temptation [Art Gates Records, 2021] και περιλαμβάνει εννέα tracks, όλα γραμμένα από το συγκρότημα (μουσικές και από τους τέσσερις, στίχοι από τον Teo).
Δεν έχουμε να γράψουμε πολλά λόγια για τους Zero 2 Nothing και το “Limits of Temptation”, για τον πολύ απλό λόγο πως, εδώ, όλα είναι και λειτουργούν «τέλεια». Κι επειδή είναι «τέλεια», δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξεις στις λεπτομέρειες, για να δεις τι δεν πηγαίνει καλά. Εδώ, μετράει η γενική εικόνα. Η εικόνα ενός σκληρού, ενός «μεταλλικού» γκρουπ, που ξέρει τι ζητά και απλώς αυτό που ζητά γνωρίζει πώς να το κατακτά με πανεύκολο τρόπο. Πανεύκολο για τους Zero 2 Nothing, όχι γενικώς πανεύκολο. Κάτι, που, σε κάθε περίπτωση, σημαίνει πολλά.
Κατ’ αρχάς αναμφισβήτητο ταλέντο απ’ όλα τα παιδιά. Δεύτερον, δουλειά, ενασχόληση, ψάξιμο, προβάρισμα, εμφανίσεις σε σκηνές, συζητήσεις επί συζητήσεων για τα τεχνικά θέματα, για τον ήχο, την μείξη, την παραγωγή, την κοπή, το εξώφυλλο... για όλα. Ναι, και για το εξώφυλλο, γιατί από το εξώφυλλο, που είναι επίσης άψογο, αρχικώς, αντιλαμβάνεσαι πως εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι το... progressive. Και όντως. Μπορεί οι Zero 2 Nothing να μην ανήκουν στο κλασικό progressive rock, αλλά σίγουρα ανήκουν στο progressive hard rock.
Διαθέτουν κάτι το παλιομοδίτικο τα τραγούδια των Zero 2 Nothing; Πιθανώς, δίχως όμως να είναι κάπου σκαλωμένα, ούτε σαν φόρμα, ούτε σαν ήχος. Ασυζητητί ακούγονται οι φίλοι μας σαν ένα γκρουπ τού σήμερα, και λόγω της απλής και διαυγούς παραγωγής τους, αλλά από την άλλη δεν είναι κι ένα γκρουπ τού σήμερα οι Zero 2 Nothing – και τούτο, γιατί το rock τους, το μεταλλικό rock τους, δεν έχει καμία σχέση με το stoner. Και είναι αυτό ακριβώς που κάνει τη μεγάλο διαφορά – καθότι το stoner έχει διαβρώσει πλέον «τα πάντα». Επίσης δεν έχει καμμία σχέση με το σύγχρονο heavy metal και τα ποικίλα παρακλάδια του. Είναι hard rock βασικά… μεταιχμίου κάπως, έτσι όπως δεν το ακούς εύκολα σήμερα...  ακόμη και διεθνώς. Και κυρίως δεν το ακούς με την συμπαγή ποιότητα των Zero 2 Nothing.
Είναι αυτή η περίεργη και μοναδική ισορροπία, τέλος πάντων, που διέπει τα τραγούδια τούτου του γκρουπ, και που τα κάνει να ακούγονται ως κάτι το μοναδικό. Στην κυριολεξία δεν είναι «κάτι το μοναδικό» φυσικά, αλλά σου δημιουργείται διαρκώς αυτή η εντύπωση – έτσι όπως κυλάει το CD τους. Κι αυτό έχει σημασία.
Επαφή: www.zero2nothing.com, www.facebook@zero2nothing

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

MARVA VON THEO είναι η Μάρβα Βούλγαρη και ο Τεό Φοινίδης και “Afterglow” είναι το δεύτερο άλμπουμ τους

Δισκογραφική επανεμφάνιση των Marva Von Theo, μετά το “Dream within a Dream” του 2018, μ’ ένα νέο άλμπουμ το οποίον αποκαλείται Afterglow [Wave Records & Shades of Sound, 2021] και που περιλαμβάνει έντεκα καινούρια tracks – άπαντα γραμμένα και παρουσιασμένα από το βασικό δίδυμο, δηλαδή την Μάρβα Βούλγαρη και τον Τεό Φοινίδη, και ερμηνευμένα από την Μάρβα Βούλγαρη.
Το ντούο, όπως είχαμε γράψει και στο παλαιότερο κείμενο, χαρακτηρίζεται από δυο-τρία πολύ καίρια στοιχεία, τα οποία το ξεχωρίζουν από άλλα ανάλογα (της ημεδαπής πρώτα-πρώτα). Και δεν εννοούμε πως το συγκεκριμένο ντούο ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ντουέτα, αλλά πως ο ήχος του διακρίνεται από άλλους, ανάλογους ήχους, ανάλογες παραγωγές γενικότερα. 
Το πρώτο (στοιχείο) είναι η φωνή της Βούλγαρη, που είναι πολύ καλή δηλαδή επαγγελματικά καλή, ικανή να διαπρέψει ακόμη και σε παραγωγές, που θα μπορούσε να υπερβαίνουν τα γεωγραφικά μας όρια. Δεύτερον, οι Marva von Theo συνθέτουν ενδιαφέροντα, καλά και πολύ καλά τραγούδια, χρησιμοποιώντας προγραμματισμό, πλήκτρα ως βασικά «όργανα», δημιουργώντας eighties περιβάλλοντα, ή μάλλον περιβάλλοντα που είναι επηρεασμένα από την pop των eighties, την synth-pop, το electro κ.λπ. Τρίτον, τα άλμπουμ τους, και βεβαίως το “Afterglow”, διαθέτουν πολύ καλή ηχοληψία, μείξη, παραγωγή, editing κ.λπ. – ακούγονται δηλαδή... τέλεια και πλούσια.
Όμως η περίπτωση των Marva Von Theo δεν είναι μόνον... απ’ έξω εμφάνιση. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα άψογα φινιρισμένο προϊόν, που προσπαθεί να κρύψει άλλες «εσωτερικές» αδυναμίες.
Αν και, γενικώς, τους βρίσκω, εδώ, ελαφρώς κατώτερους, σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ τους, όσον αφορά στην ουσία και το νόημα του υλικού τους, δεν μπορείς παρά να παραδεχθείς πως και στο “Afterglow” ακούγονται μερικά πολύ καλά τραγούδια, όπως το “Forever”, το “Dissolve”, αλλά που τεντώνουν τις αισθήσεις όπως το “Older” και άλλα που θα μπορούσε να «χιτάρουν» παντού, σαν το “Somewhere safe” για παράδειγμα.
Θα τους παρακολουθήσουμε και στην επόμενη δουλειά τους, τους Marva Von Theo, αλλά πριν από την επόμενη υπάρχει, τώρα, το “Afterglow”, που αξίζει να κάνει υψηλή διαδρομή.
Επαφή: www.marvavontheo.com

Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

ΜΑΣ η δεύτερη «έξοδος» του πειραματικού, εικονοκλαστικού τρίο

Οι ΜΑΣ είναι ένα πειραματικό, εικονοκλαστικό τρίο, το οποίον αποτελούν οι Ανδρέας Βατίστας φωνή, κιθάρα, bontempi (αρμόνιο), Μιχάλης Καραγιάννης ντραμς, κρουστά, φωνητικά και Στυλιανός Τζιρίτας μαγνητοταινίες, συνθετητές, κλαρινέτο, φωνή. Ως σχήμα οι MAΣ είχαν κυκλοφορήσει και πέρυσι μία κασέτα, την «Σκεπτικισμός και Ζωώδης Πίστη», για την οποία έχουμε γράψει στο δισκορυχείον, ενώ τώρα έχουν έτοιμη την επόμενη κυκλοφορία τους, που είναι τυπωμένη και σε digipak CD. Ο τίτλος τής νέας πρότασης των MAΣ είναι «Θύρα» [Tresmos Recordings, 2021] και καταγράφονται σε αυτήν έξι tracks (από 1:53 το συντομότερο, μέχρι 8:27 το μακρύτερο στο χρόνο).
Στο άκουσμα δεν υπάρχει κάποια δομή, συνολικώς, κάποιο εμφανές concept, είτε στο μουσικό κομμάτι, είτε στο στιχουργικό. Πρόκειται δηλαδή για ένα «εικονοκλαστικό» κατασκεύασμα, όπως το χαρακτηρίσαμε και στην αρχή, υπό την βασική έννοια, πως θέματα που δημιουργούνται προς στιγμήν, σχεδόν την αμέσως επόμενη στιγμή αναιρούνται ή και «καταστρέφονται». Κι έτσι, μεταξύ «δημιουργίας», «αναίρεσης» και «καταστροφής» πορεύεται αυτό το άλμπουμ, που διαρκεί λιγότερο από μισήν ώρα.
Ο πειραματισμός και ο αυτοσχεδιασμός, με πρώτον άξονα το rock, είναι προφανής σχεδόν από την αρχή στο «Θύρα» [στο «Ο παππούς (μου)» είναι κάτι παραπάνω από προφανές], αλλά υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, «σκορπισμένα» εδώ κι εκεί, που λειτουργούν και αυτά μέσα στο γενικότερο σύνολο. Κυρίως στοιχεία tribal, spoken word, ambient, μα και improv-jazz ακόμη – κι ένα τέτοιο track, εντός του οποίου συνωθούνται αρκετά απ’ αυτά, είναι «Ο χαριτόβρυτος».
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του άλμπουμ είναι πως κυλάει με άνεση – και αυτό είναι ένα προτέρημα, που πάντα θα πρέπει να εντοπίζεται στις σχετικές ηχογραφήσεις. Δεν είναι μόνον η μικρή, σχετικώς, διάρκεια τής «Θύρας», που συντελεί σε αυτό, όσο το γεγονός πως οι τρεις πειραματιστές δεν σε αφήνουν... να πλήξεις. Κάθε στιγμή έχουν και κάτι καινούριο να προτείνουν, κάτι που δεν το αναμένεις – και υπό αυτή την έννοια η «Θύρα» είναι ένα «εκπληκτικό» άλμπουμ, καθώς η «έκπληξη» είναι εκείνη, που καραδοκεί σε κάθε δευτερόλεπτό της.
Επαφή: www.manofman.bandcamp.com/album/--8

Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 359

7/4/2021
O Λευτέρης Μυτιληναίος, που πέθανε σήμερα, ήταν τραγουδιστής... της χούντας. Δεν λέω χουντικός ε; Να καταλαβαινόμαστε, μετά από τόσα χρόνια.
Η δεξιά σιχαινόταν το λαϊκό τραγούδι και κάθε τι το λαϊκό. Χοντρικά το λέμε αυτό – μην αρχίσετε να μου λέτε για τις εξαιρέσεις (τις ξέρω). Και η ακροδεξιά, δηλαδή η χούντα, το σιχαινόταν ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και τα «παλικάρια» της στα έντυπα, και ιδίως, στα νεανικά (βλ. Μοντέρνοι Ρυθμοί), το λαϊκό τραγούδι το έφτυναν και το συκοφαντούσαν. Γι’ αυτό το λόγο δημιουργήθηκε επί χούντας το ελαφρολαϊκό. Για να μετατοπίσει το ενδιαφέρον του κόσμου από το τραγούδι της (λαϊκής) παρέας, σ’ εκείνο της (μικροαστικής) αγέλης. Στα μεγάλα μαγαζιά της νύχτας, στα σώου, στα φώτα, στις σκηνές, στα χορευτικά κ.λπ. Απλά, τι γινότανε; Επειδή υπήρχαν άξιοι συνθέτες (όπως ο Γιώργος Κατσαρός π.χ.) το ελαφρολαϊκό τραγούδι είχε μια ποιότητα. Ήταν καλό, μορφολογικά, τραγούδι. Κι ένας τραγουδιστής τού ελαφρού βασικά, όπως ήταν ο Μυτιληναίος, δεν θα έχει κανένα να πρόβλημα να διακριθεί σ’ αυτή τη νέα κονίστρα. Όπως και διακρίθηκε, γιατί ήταν διαβασμένος τραγουδιστής με ωραία φωνή.
Όχι λαϊκό τραγούδι λοιπόν ο Μυτιληναίος, ελαφρολαϊκός ήταν.
Τώρα, από το ’80 και μετά οι τραγουδιστές αυτοί φάγανε πόρτα από το ΠΑΣΟΚ. Είχαν συνδεθεί και με την χούντα και με την μεταπολιτευτική δεξιά, οπότε ήταν αποκλεισμένοι από τα μέσα. Και βασικά από το ραδιόφωνο. Ο Μυτιληναίος επιβίωσε στη δισκογραφία, εν αντιθέσει με άλλους καλλίφωνους, που τους έφαγε το μαύρο σκοτάδι, αλλά εγώ δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτόν από την δεκαετία του ’80 (παρότι τον είχα δει live τότε από συγκυρία, όχι από επιλογή), ούτε κι από ’κείνη του ’90. Και «Τα είδωλα» το θεωρώ ψευτολαϊκό, και τραγούδι του ξεπεσμού. Απορώ τι του βρίσκουν κάποιοι... Ούτε ελαφρολαϊκό είναι, ούτε τίποτα.
Ο αείμνηστος Τριανταφυλλίδης τον ανέστησε τον Μυτιληναίο και καλά έκανε. Γιατί ήταν μια δική του εμμονή και κανενός άλλου – ασχέτως αν έπιασε και νεώτερους. Και άνθρωποι με τέτοιου τύπου εμμονές, που ξεφεύγουν από αυτό που επιτάσσει η πραγματικότητα, το εμπόριο, η «μούρη» κ.λπ., έχουν πάντα πολλά να δώσουν. Ιδίως, όταν αυτές τις εμμονές τους έχουν τον τρόπο να τις προωθήσουν και να τις προβάλλουν.
[Είχε πει και Γκάτσο ο Μυτιληναίος - το τραγουδάκι, που παίζει από κάτω]
https://www.youtube.com/watch?v=H-WOtTvV40s

7/4/2021
Διαβάζω κάτι κείμενα του Γιάννη Πετρίδη στην A.V. και στενοχωριέμαι.
Ο Πετρίδης είναι αδιάφορος γραφιάς, μέτριος ή και κακός. Μην τον βάζετε να γράφει – και μάλιστα τώρα στα γεράματα. Δώστε δουλίτσα σε νέα παιδιά – ας γράφουν και λαθάκια, δεν πειράζει, κάτι περισσότερο θα πούνε, μπας και μάθουμε κι εμείς τίποτα...
Τα κείμενα τού Πετρίδη είναι φτηνά εγκυκλοπαιδικά, σε στυλ σέβεντις –όταν όλοι οι μουσικόφιλοι νόμιζαν πως θα καταλάβουν από μουσική, διαβάζοντας μια ξερή μουσική εγκυκλοπαίδεια–, στηριγμένα, αστήρικτα, σε φαντασιακά τοτέμ, όπως είναι λόγου χάριν οι «πρωτιές».
Ο Πετρίδης κάνει μόνο για ραδιόφωνο. Σ’ αυτό είναι καλός ή και πολύ καλός ή και εξαιρετικός – όπως το βλέπει ο καθείς.
Όπως είχαμε σημειώσει και παλιότερα (δες το κείμενό μας στο LiFO.gr, στα σχόλια) «ο Πετρίδης το ξέρει πολύ καλά το αγγλοαμερικάνικο τραγούδι από πληροφοριακή και αισθητική σκοπιά». Προσέξτε τις λέξεις όμως, από «πληροφοριακή και αισθητική σκοπιά» λέμε.
Ο Πετρίδης δεν το ξέρει το τραγούδι από την κοινωνική μεριά του. Δεν το έχει ψάξει, εννοούμε, σε όλες τις διαστάσεις του – και βασικά στις κυριότερες. Δεν μπορεί να κάνει συνδέσεις με τα κινήματα, με την λογοτεχνία, με την ποίηση, με το σινεμά κ.λπ. να δει τις σχέσεις του τραγουδιού με τα καθεστώτα, με την πολιτική, να το εντάξει μέσα σ’ ένα πλατύτερο κοινωνικό πλάνο, βαθαίνοντας. Γι’ αυτό και τα κείμενά του είναι αδιάφορα, τετριμμένα, κοινότοπα και επιφανειακά.
Απεναντίας έχει αισθητήριο και γνώσεις σε επίπεδο ξερής πληροφορίας – την οποία ξερή πληροφορία δεν την υποτιμώ, απλώς θεωρώ πως πρέπει να συνδυάζεται και με άλλα πράγματα, για να αποκτήσει πλήρες νόημα– και μπορεί να σου φτιάξει μια ραδιοφωνική εκπομπή, με τραγούδια από το 1930 μέχρι το 2021 φερ’ ειπείν, που, σαν ροή, να φυσάει. Να είναι γ@μάτη. Κάτι που δεν μπορεί να το κάνει κανένας άλλος, όπως αυτός. Ή εν πάση περιπτώσει ελάχιστοι.
Γι’ αυτό τον τιμάμε, για την ραδιοφωνική ιστορία και εμπειρία του. Όχι για τα κείμενά του.

7/4/2021
Μεγάλη απώλεια, για όσους μεγαλώναμε στα σέβεντις. Πέθανε ο Λευτέρης Μυτιληναίος.

5/4/2021
Κάτι άλλο ήθελα να ρίξω, αλλά πρέπει πρώτα να πέσει αυτό. Σκληρό σελφ-τεστ, για βαριά αρρώστους του ελληνικού ροκ... Ποιοι είναι οι κύριοι;

5/4/2021
Ψάχνοντας κάτι στις ηλεκτρονικές καβάτζες μου βρήκα αυτό. Δεν θυμάμαι γιατί το είχα σκανάρει. Κάποιος θα μου το είχε ζητήσει – κάπου θα το ’στειλα. Από παλιό Jazz & Τζαζ είναι, πριν 10-15 χρόνια, δεν θυμάμαι ακριβώς.
Μην νομίζετε πως πρόκειται για κανα δισκάκι της σειράς. Είναι σπάνιο και κυρίως πολύ καλό (έχει μέσα Morricone και άλλα τινά). Αυτή τη στιγμή δεν το πουλάει κανείς στο discogs, ενώ έχει πουληθεί ακόμη και 118 ευρώ! Διαβάστε το...

5/4/2021
Βομβάρδιζε ο B.B. Dickerson στους War, που πέθανε πριν από τρεις μέρες στα 71 του, δεν έπαιζε απλά μπάσο. Μεγάλος μουσικός, συνθέτης και τραγουδιστής μαζί...
https://www.youtube.com/watch?v=8dUFin2ORpg

4/4/2021
Παράξενο τραγούδι. Πολύ παράξενο. Μάικ Ροζάκης & Οι Play Boys
https://www.youtube.com/watch?v=XWqyeo0MtMQ

Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

UNCENSORED μέσα μου ζει

Καινούριο, σχετικώς, ελληνικό συγκρότημα από την Αθήνα, οι Uncensored έδωσαν στο bandcamp ένα άλμπουμ στο τέλος του 2019, το παρθενικό τους προφανώς, το οποίον τώρα διατίθεται και σε φυσική μορφή (LP). Μέλη των Uncensored είναι οι Νίκος Τσώλης φωνή, κιθάρες, μπουζούκι, Παντελής Πιλάβιος κιθάρες, πιάνο, πλήκτρα, σύνθια, Σταύρος Καλταμπάνος μπάσο και Γιάννης Πάτσης ντραμς, ενώ στο LP τους, που έχει τίτλο «Μέσα μου Ζει» [Polyscope, 2021], ακούγονται και τρεις γυναικείες φωνές σε ορισμένα tracks, που ανήκουν στις Nalyssa Green, Φωτεινή Κορρέ και Ευφροσύνη Μυτιληναίου. Σε χοντρές γραμμές το «Μέσα μου Ζει» ανήκει στο χώρο του ελληνικού ροκ, με αναφορές (ηχητικές) στην εγχώρια παράδοση, και με σαφή προσανατολισμό προς το κιθαριστικό ροκ. Και ναι, οι Εν Πλω θα είναι πάντα ένα σχήμα, που θα παίζει στις «αναφορές», ο Γιάννης Αγγελάκας επίσης, όπως και άλλα ονόματα, όχι rock αναγκαστικώς, όπως ο Ψαραντώνης φρονώ.
Θα ξεκινήσουμε... ανάποδα. Το βασικό πρόβλημα με τους Uncensored είναι τα φωνητικά τους, οι φωνές εννοούμε, καθώς αυτές βγαίνουν πολύ μπροστά και «σκεπάζουν» όλα τα υπόλοιπα. 
Για να βγει, όμως, μπροστά η φωνή θα πρέπει να έχει και κάτι να πει – και δεν εννοούμε, εδώ, τα λόγια των τραγουδιών, αν είναι σοβαρά ή όχι (που είναι, στην περίπτωση των Uncensored, γιατί ο στίχος είναι βασικά κοινωνικός), μα το ηχόχρωμα τής φωνής, την υφή της, τα φυσικά χαρακτηριστικά της. 
Λοιπόν, ο Νίκος Τσώλης ή θα τραγουδάει πιο χαλαρά, και πιο «πίσω», και πιο χαμηλά, ή το συγκρότημα θα πρέπει να ψάξει για άλλον τραγουδιστή (αυτό, ίσως, θα ήταν προτιμότερο). Αυτή είναι η δική μου γνώμη, και την λέω μόνο και μόνο για να βοηθήσω και όχι για να «θάψω» τους Uncensored
Ας πούμε στο track 4, το «Φυλαχτό», το τραγούδισμα είναι καλύτερο, απ’ όσο σε άλλα tracks (φερ’ ειπείν στο «Φωνές»), αλλά και πάλι θα πρέπει να κατέβει ακόμη πιο κάτω σε ένταση.
Το «Πέτρα» είναι ωραίο τραγούδι και το «Ρομπότ» είναι επίσης πολύ καλό, οργανικά δηλαδή... παραείναι καλό, αλλά εγώ θα επιμείνω πως υποσκάπτεται, ακόμη και αυτό, από την φωνή.
Στο «Υπαρξιακά» υπάρχει κάτι σαν ραπάρισμα, που σαν ιδέα δεν λειτουργεί και πολύ καλά, καθώς τα λόγια στριμώχνονται για να ακολουθήσουν τα μουσικά μέτρα, με το τελευταίο ενδιαφέρον κομμάτι να καταγράφεται εκεί στο τέλος του δίσκου («Νέα ονείρωξη»), που, μέσα από τις αλλαγές και τους μετασχηματισμούς του, σε αναγκάζει να το προσέξεις.
Το μέλλον ανήκει στα παιδιά, αρκεί να προσεχθούν ορισμένα σημεία, που μπορεί να είναι λίγα, αλλά είναι σημαντικά.
Επαφή: www.polyscope.bandcamp.com/album/--3

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

TRONDHEIM JAZZ ORCHESTRA & THE MAXX μία από τις κορυφαίες τζαζ ορχήστρες στην Ευρώπη, σ’ ένα εντυπωσιακό άλμπουμ

Η Trondheim Jazz Orchestra δεν είναι, απλώς, μία από τις κορυφαίες ορχήστρες στην Νορβηγία, τα τελευταία 20 χρόνια, είναι και μία από τις κορυφαίες στην Ευρώπη. Αυτό αποδεικνύουν οι πάνω από 20 δίσκοι της και βεβαίως οι συνεργασίες της με κορυφαία ονόματα της jazz, όπως είναι ο Joshua Redman, ο Chick Corea, o Pat Metheny κ.ά. Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ της, το Live [MNJ Records, 2020], η Trondheim Jazz Orchestra συνεργάζεται με το σουηδικό τρίο MaXx, το οποίον αποτελούν οι Petter Kraft κιθάρα, τενόρο σαξόφωνο, φωνή, Oscar Grönberg πλήκτρα, σύνθια και Tomas Järmyr ντραμς. Αυτοί οι τρεις μουσικοί συμπλέκονται με οκτώ μέλη της ορχήστρας (Mia Marlen Berg φωνή, Thomas Johansson τρομπέτα, Petter Hängsel τρομπόνι, recorder, Kjetil Møster τενόρο & βαρύτονο σαξόφωνα, Mette Rasmussen άλτο σαξόφωνο, Anja Lauvdal πλήκτρα, σύνθια Anton Toorell κιθάρες, Mattis Kleppen μπάσο), συν έναν μηχανικό ήχου κι έναν φωτιστή (που θεωρούνται επίσης μέλη) και κάπως έτσι ηχογραφούνται στο Moldejazz του 2018, σ’ ένα σετ όλο φωτιά και λαύρα, αποτελούμενο από μόλις πέντε κομμάτια, που διαρκούν από ενάμισι λεπτό έως και δεκατρία.
Φυσικά, από μιαν ορχήστρα όπως η Trondheim Jazz Orchestra το να περιμένεις ν’ ακούσεις μόνον jazz, όποιου τύπου, είναι κάτι που τοποθετείται στα όρια του αδυνάτου. Γι’ αυτές τις ορχήστρες δεν υπάρχουν πλαίσια, δεν υπάρχουν αισθητικοί περιορισμοί και περιχαρακώσεις. Μπορούν να παίξουν τα πάντα. Από pop μέχρι avant-garde. Και αυτό συμβαίνει (και) στην περίπτωσή μας.
Κατ’ αρχάς στο άλμπουμ υπάρχουν στιγμές τέτοιας έντασης (“Time taxi pt.1”), που μόνον σ’ ένα «σκληρό» ροκ συγκρότημα μπορείς να τις ακούσεις. Πληροφοριακά να πούμε πως στο σχήμα, που ήταν ανεβασμένο στη σκηνή του Moldejazz, υπήρχαν δύο ηλεκτρικοί κιθαρίστες. Οπότε, τώρα, αν προσθέσεις στο καταιγιστικό rock section, το «τζαζικό», και βασικά τα πνευστά και κρουστά τμήματα, δίχως να υποτιμούμε τα πλήκτρα εννοείται, συν την τραγουδίστρια Mia Marlen Berg (που αποδεικνύεται απλώς εκπληκτική, με τη φωνή και τους βοκαλισμούς της), τότε αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει εδώ.
Όλα τα κομμάτια είναι ένα κι ένα, όμως εκείνο το 13λεπτο “Time taxi pt.2”, εκεί στο τέλος... είναι το κάτι άλλο. Εδώ κονιορτοποιούνται τα πάντα –η jazz και το rock βασικά–, καθώς η σύνθεση κινείται σε «σκληρά» ηλεκτρικά avant μονοπάτια, με συνεχή, παροξυσμικά «γεμίσματα» από το πνευστό και το ρυθμικό τμήμα, σ’ ένα συνεχές κρεσέντο ανατροπών και εκπλήξεων. Σπουδαίο άλμπουμ!
Επαφή: www.trondheimjazzorchestra.no/

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

ΕΙΡΗΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ μία πολύ σοβαρή τζαζ τραγουδίστρια και τραγουδοποιός, στο πρώτο προσωπικό άλμπουμ της

Η Ειρήνη Κωνσταντινίδηrini Konstantinidi) είναι μία πολύ σοβαρή τζαζ τραγουδίστρια και τραγουδοποιός. Αυτό το ξέρουν οι φίλοι της, που την παρακολουθούν χρόνια τώρα στις ζωντανές παραστάσεις της – κάτι που έχει περάσει, πάντως, και στην δισκογραφία, μέσω του συγκροτήματος στο οποίο συμμετείχε παλαιότερα, των Wonder-fall Quartet. Η γνώμη μου είναι πως μια τραγουδίστρια-τραγουδοποιός τής «σιγουριάς» τής Κωνσταντινίδη, δεν μπορεί, δισκογραφικώς τουλάχιστον, να περιοριστεί μέσα στο πλαίσιο, που σχηματίζει ένα μόνιμο τζαζ γκρουπ. Είναι προτιμότερο, εννοούμε, να μπαίνει κάθε φορά στο στούντιο, έχοντας δίπλα της σέσιον μουσικούς, επιλεγμένους με γνώμονα το κλίμα που θέλει να δώσει στο εκάστοτε άλμπουμ της. Κοντολογίς, αυτό που κάνει τώρα δηλαδή.
Το Nothing to Lose[Private Pressing, 2021], πρώτο προσωπικό CD τής Ειρήνης Κωνσταντινίδη, είναι ένα άλμπουμ κατ’ αρχάς, που μπορεί να σταθεί, ως «παραγωγή», παντού. Και όταν λέμε «παντού» εννοούμε ακόμη και στην Αμερική, ακόμη και στην κοιτίδα της σύγχρονης τζαζ, στο Μπρούκλιν, στην Νέα Υόρκη. Σαν ηχογράφηση, παραγωγή, editing κ.λπ. ακούω το “Nothing to Lose” όπως ακούω ένα ανάλογο αμερικανικό CD – πράγμα που σημαίνει πως, εδώ, δεν έχουμε κάτι που βγάζει μάτι ή αυτί ως «ελληνικό».. Είναι μια πραγματικότητα αυτή, όσον αφορά στο “Nothing to Lose”, την οποίαν δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.
Προχωρώντας, τώρα, στα επιμέρους θέματα, θα λέγαμε πως η Ειρήνη Κωνσταντινίδη είναι κατ’ αρχάς μια πολύ ενδιαφέρουσα τραγουδοποιός – κάτι όχι αυτονόητο. Και μάλιστα ασκούμενη σ’ ένα δύσκολο χώρο, στον οποίον έχουν διαπρέψει παγκόσμιοι «μύθοι».
Οι στίχοι και οι μελωδίες λοιπόν, στα πέντε από τα δέκα τραγούδια τού CD, που της ανήκουν ολοκληρωτικώς, κινούνται σε υψηλό επίπεδο. Και τα λόγια της είναι άκρως ενδιαφέροντα και απλώς ταιριασμένα, χωρίς προσποιήσεις ποιητικότητας, σοβαροφάνειας κ.λπ. (περιγράφονται προσωπικές καταστάσεις, μα και γενικότερες σ’ ένα στυλ ελαφράς φιλοσοφίας – έτσι πρέπει να συμβαίνει, γιατί τραγούδια ακούμε και κρίνουμε, όχι στοχαστικά δοκίμια) και οι μουσικές της, οι συνθέσεις της, φαίνεται, δείχνουν και είναι δουλεμένες, κινούμενες στην παράδοση του ιστορικού αμερικανικού songbook, συνδυάζοντας jazz, blues και pop πάντα στις σωστές δόσεις, δίχως περιαυτολογίες και αναίτιες επιδείξεις (θαυμάσιο το τραγούδι της “Game for two”).
Από πλευράς φωνής τώρα η Ειρήνη Κωνσταντινίδη είναι μια πολύ γυμνασμένη τζαζ τραγουδίστρια. Φαίνονται, θέλουμε να πούμε, οι δυνατότητές της και η σιγουριά της. Γνωρίζει να χειρίζεται την φωνή της και να την προσαρμόζει κάθε φορά στο «δια ταύτα» των τραγουδιών, δίχως να καταφεύγει σε υπερβολές, για να τονίσει το ένα ή το άλλο. Ακόμη και τους βοκαλισμούς χρησιμοποιεί, και το scat singing, σε σωστές δόσεις και δίχως ποτέ να σου δημιουργείται η εντύπωση πως γίνονται καταχρήσεις.
Η ισορροπία «σε όλα» πιάνει βεβαίως και την ορχήστρα της, τους καλούς έλληνες μουσικούς Μάρκο Χαϊδεμένο πιάνο, Κίμωνα Καρούτζο κοντραμπάσο και Παναγιώτη Κωστόπουλο ντραμς, όπως πιάνει και τους δύο ξένους μουσικούς, που συμμετέχουν στην εγγραφή, τον αργεντινό πιανίστα και μπαντονεονίστα Roman Gomez και την διακεκριμένη ολλανδή σαξοφωνίστρια-φυσαρμονικίστρια Hermine Deurloo (έχει υπάρξει μέλος και της Willem Breuker Kollektief, ανάμεσα σε πολλά άλλα).
Ο Gomez, εν τω μεταξύ, κρίνεται και ως συνθέτης εδώ, και όχι μόνον ως πιανίστας-μπαντονεονίστας, καθώς τα τέσσερα από τα δέκα tracks είναι δικές του συνθέσεις (πάντα σε στίχους τής Κωνσταντινίδη). Και ως συνθέτης μπορεί να μεταφέρει, ελαφρώς, και κάποια ηχοχρώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά βασικά συνθέτει σε γενικότερες φόρμες – το τραγούδι “Alone”, στο οποίο έχει γράψει μουσική μαζί με τον Riccardo Taddei είναι απλώς καταπληκτικό (και είναι όλοι καταπληκτικοί εδώ, και η Κωνσταντινίδη και οι μουσικοί της).
Πολύ ωραίo, με ντελικάτο swinging, και το επόμενο “True love”, όπως και κάθε στιγμή αυτού του, απλώς και καθαρώς, απολαυστικού, τραγουδιστικού jazz-CD, που ρίχνει από την αρχή το μήνυμα – ένα μήνυμα, που πιστώνεται κατά πρώτον στην Κωνσταντινίδη.
Ωραία είναι τα στάνταρντ (και υπάρχει ένα εδώ, το έσχατο “Smile” του Charlie Chaplin, από το ρεπερτόριο του Nat King Cole), αλλά το θέμα είναι να μπορέσεις να γράψεις νέα, ωραία τραγούδια, ικανά να βαδίσουν σε δρόμους παράλληλους μ’ εκείνα.
Αυτό επιχειρούν εδώ η Ειρήνη Κωνσταντινίδη με τους συνεργάτες της – και ίσως να είναι τούτο το ένα και μοναδικό στοιχείο, που να φανερώνει πως το “Nothing to Lose” δεν είναι, τελικώς, ένα αμερικανικό άλμπουμ...
Επαφή: www.irinikonstantinidi.com

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 358

2/4/2021
Τους τελευταίους μήνες είδα πολλές ελληνικές ταινίες, παραγωγές της πιο πρόσφατης δεκαετίας (από το 2010 και μετά). Ένα από τα ελάχιστα καλά (γιατί καλό ήταν) του εγκλεισμού. Το λέω, γιατί υπό νορμάλ συνθήκες αποκλείεται να τις έβλεπα. Είχα δει ελάχιστες στο σινεμά όλα αυτά τα χρόνια –καμιά δεκαριά, το πολύ–, οπότε είχα κενά. Αποφάσισα λοιπόν να τα καλύψω, παρακολουθώντας περί τις 25 με 30 ταινίες. Πιθανώς να δω κι άλλες, αν κι έχω βαρεθεί κάπου... Δυο-τρία βασικά συμπεράσματα λοιπόν...
Και η Αγγελική Παπούλια και ο Βαγγέλης Μουρίκης είναι καλοί ηθοποιοί, αλλά είναι τυποποιημένοι. Παλιά κατηγορούσαμε τον Ρίζο... ξέρω ’γω, τον Γκιωνάκη, τον Σταυρίδη, γιατί τυποποιήθηκαν και δεν έπαιξαν κάτι άλλο στη ζωή τους, όμως φαίνεται και πως με τους νεότερους, με αρκετούς νεότερους, το ίδιο συμβαίνει. Θα μου πεις τώρα, πως, αν είναι να ξε-τυποποιηθείς και να παίζεις σαν τον Βέγγο στον Αγγελόπουλο και στον Βούλγαρη... ασ’ τα. Καλύτερα να ’σαι τυποποιημένος. Οπότε αυτό το ξεπερνώ...
Το λεγόμενο greek weird είναι μάπα. Έτσι νομίζω. Είναι τελείως προκάτ, εργαστηριακό, δήθεν, κυνικό, αντι-κοινωνικό, προκλητικό για την πρόκληση, σπαραξικάρδιο, υπερβολικό, άκομψο και εν τέλει κινηματογραφικά άκυρο. Ιδίως με τα «τέλη», που είναι εντελώς ξεκάρφωτα, προσπαθώντας φτηνά να εντυπωσιάσουν. Γενικώς, αυτά. Ειδικότερα υπάρχουν διαφορές από ταινία σε ταινία, φυσικά, αλλά είναι επί της ουσίας μικρές. Θυμηθείτε το τέλος στον «Οίκτο» ας πούμε, του Μπάμπη Μακρίδη, που είναι τελείως για τα πανηγύρια – λες και είναι κομμένο από άλλη ταινία.
Με ταπετσαρία μοιάζει το greek weird, με ασύνδετες σκηνές, που τις κάνει ακόμη πιο ασύνδετες το μοντάζ. Το μοντάζ λειτουργεί στο greek weird, όπως το στούντιο στη μουσική. Όταν η ουσία είναι μικρή, ή συζητήσιμη τέλος πάντων, αναλαμβάνει υπηρεσία το στούντιο, για να κλείσει τις τρύπες. Αλλά οι τρύπες φαίνονται, δεν βουλώνονται με τίποτα.
Για να μην πολυλογώ τώρα, από τις ταινίες που είδα, η καλύτερη ήταν σκηνοθετημένη από μια παλιά καραβάνα του ελληνικού κινηματογράφου, τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο. Και αναφέρομαι φυσικά στο «Ο Εχθρός μου» (2013).
Εμένα ο Τσεμπερόπουλος, αν εξαιρέσεις τα θρυλικά «Μέγαρα» (συν-σκηνοθεσία με τον Σάκη Μανιάτη) δεν μου έλεγε ποτέ κάτι ιδιαίτερο. Και το λέω, γιατί έχω δει όλες τις ταινίες του. Όλες ευπρόσωπες, όλες «βλέπονται», όπως λέμε, αλλά καμία για να σου μείνει στο μυαλό και να την θυμάσαι και μετά από δέκα χρόνια. «Ο Εχθρός μου» όμως;
Ωπ, εδώ, ο Τσεμπερόπουλος απέδειξε ότι είναι μεγάλος μάστορας. Με ένα σενάριο απλό, αλλά σωστά τοποθετημένο, επιδεικνύει βιρτουοζιτέ... Σκορτσέζε. Τόσο ψηλά. Το ελληνικό “Death Wish” είναι «Ο Εχθρός μου», αλλά όταν λέμε ελληνικό το εννοούμε. Η ταινία είναι ό,τι πιο σημαντικό μπορείς να δεις, που να αφορά στο σήμερα, και να αφορά κι εσένα ταυτοχρόνως. Και με κοινωνικούς όρους, και με κινηματογραφικούς.
Απίστευτος ο Μανώλης Μαυροματάκης, που φέρνει στη φάτσα λίγο προς νεότερο Γούντυ Άλλεν και που θυμίζει με το παίξιμό του κάτι από Ντάστιν Χόφμαν, και φοβερά δοσμένα τα αρχέγονα διλήμματα που κομίζει η ταινία, αφήνοντας ανοιχτές πολλές ερμηνείες... Εν τω μεταξύ μετρημένες φορές, στα δάχτυλα του ενός χεριού, έχω δει σε ελληνική ταινία τέτοιο ρυθμό και τέτοια κλιμάκωση του άγχους.
Μεγάλο φιλμ, που πρέπει να πάρει πολύ μπροστινή θέση στο ελληνικό σινεμά. Δεν έχω χρόνο να γράψω πιο πολλά...

2/4/2021
Το θυμήθηκα, επειδή διάβασα κάτι σχετικό, σήμερα, στην A.V.
«Η Φανή» τού Βασίλη Καζούλλη είναι ένα από τα πιο χαζά, άχαρα, βαρετά, μίζερα, ανούσια και μέτρια ελληνικά τραγούδια που έχω ποτέ ακούσει.
Με εκνεύρισε από την πρώτη φορά που έπεσε στην αντίληψή μου, νομίζω στην εκπομπή του Σαββόπουλου «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι», το 1987, με αποτέλεσμα να πάρω με «κακό μάτι» συνολικότερα τον Καζούλλη, τον Σαββόπουλο, το «ελληνικό τραγούδι», την τηλεόραση, το τραπεζάκι που ήταν στηριγμένη η τηλεόραση κ.ο.κ.
Και τέλος πάντων καλά έκανα, γιατί και από επόμενες δουλειές του, που άκουσα, ο Καζούλλης απεδείχθη εντελώς μέτριος (ως τραγουδοποιός). Όχι κακός, ποτέ κακός, αλλά μέτριος, πάντα μέτριος. Και το να είσαι πάντα μέτριος είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να σου τύχει. Χίλιες φορές, δηλαδή, να είσαι κακός.
Ο κακός δεν είναι αδιάφορος εννοώ, εν αντιθέσει με τον μέτριο, ο οποίος αποτελεί τον ορισμό της αδιαφορίας.

2/4/2021
Εγώ πάντως όταν είδα τις φωτογραφίες και το πρόμο του νέου φωτισμού του Παναθηναϊκού Σταδίου, θυμήθηκα κάτι άλλες φωτο, επί χούντας, όταν η Siemens φώτιζε το Στάδιο Καραϊσκάκη, το 1969, για τους πανευρωπαϊκούς αγώνες στίβου...

2/4/2021
Πέφτει και κανα μυστήριο βινύλιο στα χέρια μας, μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό.
Το καλύτερο που άκουσα τον τελευταίο καιρό... Per Tallec Trio, από την Γαλλία.
Ένα άλμπουμ μόνο, το 1984, σε... jazz-folk κατευθύνσεις. Παράξενο, αλλά καλό. Το κομμάτι που παίζει είναι παραδοσιακό...
https://www.youtube.com/watch?v=F7T8ap45a8s

1/4/2021
Συγκινητικό το βίντεο για τους Χωρίς Περιδέραιο, με τον αείμνηστο Νίκο Αγγελή, που ανέβηκε στο YouTube.
Τα λέει ωραία ο Αγγελής, και όπως ήταν τα πράγματα τότε, ή περίπου όπως ήταν. Λέω «περίπου», γιατί δεν μπορεί να ταυτίζονται σε όλα ούτε οι απόψεις μας, ούτε και οι αναμνήσεις μας, όσες απ’ αυτές θα μπορούσε να ήταν κοινές (σε σχέση με το τι συνέβαινε στον Πήγασο π.χ.).
Εγώ αυτό που πρώτο κρατάω από την αφήγηση τού Αγγελή, η οποία έχει πολλά ενδιαφέροντα σημεία, είναι η απόρριψη των Χωρίς Περιδέραιο από τον Σαββόπουλο – όταν το συγκρότημα είχε αποταθεί στη Lyra, το 1985, για να βγει το «Χορός για Μουσική»... τρώγοντας πόρτα.
O Σαββόπουλος, που είχε ρόλο παραγωγού στα μέσα των 80s στη Lyra, ξεχρέωνε τη δική του απόρριψη από τον Πατσιφά.
Πρακτικά, αν δεν ήταν ο Νίκος Μαμαγκάκης να τον στηρίξει, το 1964-65, ο Σαββόπουλος θα είχε χαθεί από την πιάτσα και μάλλον σήμερα δεν θα τον γνώριζε κανένας, καθότι δεν θα μπορούσε ούτε σε private να κυκλοφορήσει το «Φορτηγό» του, όπως συνέβη με τους Περιδέραιο 20 χρόνια αργότερα («Μα Νίκο μου, πού πας και τους μαζεύεις όλους αυτούς; Ο τύπος είναι απαράδεκτος!» – ήταν η γνώμη του Πατσιφά, στον Μαμαγκάκη, για τον Σαββόπουλο, όπως την διαβάζουμε στην αυτοβιογραφία τού κρητικού συνθέτη, που κυκλοφόρησε στην Άγκυρα το 2006). Ο Μαμαγκάκης, φυσικά, επέμεινε... και καλά έκανε, γιατί ο Σαββόπουλος ήταν το «καινούριο» τότε.
Δυστυχώς, για τους Χωρίς Περιδέραιο και το Νίκο Αγγελή, δεν υπήρξε κανένας «Μαμαγκάκης» για να μεσολαβήσει στον Kυριάκο Μαραβέλια, το τότε αφεντικό της Lyra (γιατί το 1985 ο Πατσιφάς ήταν πεθαμένος), παρακάμπτοντας το Σαββόπουλο. Και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια μπορεί να ήταν η πορεία τού γκρουπ και του Αγγελή από κει κάτω, αν η Lyra έδινε το ok και στήριζε το τότε «καινούριο», που έφερναν οι «48 σιωπές» και η «Έγχρωμη γρίππη».
Έτσι, όμως, γράφεται η ιστορία. Με αποδοχές και με απορρίψεις…
https://www.youtube.com/watch?v=KinRvzv6-j4

1/4/2021
«Ευπαθής στόχος» ο Φουρθιώτης κατά την ΕΛ.ΑΣ, ο οποίος φυλάσσεται, λέει, από 14 αστυνομικούς! Αν είναι δυνατόν!
Και η Χεζμπολάχ να τον κυνήγαγε, θα τον φυλάγανε λιγότεροι...

31/3/2021
Ένα από τα μπαρ τής κινηματογραφικής ζωής μου. Λεμεσός 1977-78. Από την ταινία του Ηλία Μυλωνάκου «Ισχυρή Δόση... Σεξ».
Έψαξα και στην Αθήνα να βρω ένα μπαρ με τέτοια πόρτα, και βρήκα ένα στα Ιλίσια κάποια στιγμή, αλλά τώρα έχει κλείσει...

ένα αθηναϊκό πάρτι στην Ιπτάμενη Παράγκα του Σίμου του Υπαρξιστή, τον Φεβρουάριο του 1953 – σουρεαλιστικές σκηνές σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο χώρο, στον οποίο διασκέδαζαν νέοι της εποχής

Ήταν 1953, όταν η Ιπτάμενη Παράγκα και ο Σίμος ο Υπαρξιστής (Σίμος Τσαπνίδης) απασχολούσαν όλη την Αθήνα. 
Ο θόρυβος που είχαν προκαλέσει οι θαμώνες της Παράγκας με τα κατορθώματά τους υπήρξε μεγάλος –δεν επρόκειτο δηλαδή για κάτι το περιθωριακό– και τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός πως είχε γραφτεί, ανάμεσα σε άλλα, και ολάκερο λαϊκό τραγούδι και μάλιστα από πρώτα πρόσωπα, το οποίον είχε ερμηνευτεί από ακόμη πιο πρώτα ονόματα. 
Ήταν μια σύνθεση του Μπάμπη Μπακάλη, στηριγμένη σε στίχους του Κώστα Βίρβου, που είχε τίτλο «Υπαρξιστής θα γίνω» – ένα τραγούδι που είχαν αποδώσει η Σωτηρία Μπέλλου, μαζί με τον Σπύρο Ζαγοραίο και τον Γιάννη Σταμούλη (ή Μπιρ Αλλάχ) στα σιγόντα. 
Ο υπαρξισμός στην πένα του λαϊκού στιχουργού μοιάζει αρχικά να ταυτίζεται με μιαν αδιαφορία, εκ πρώτης, για το σύνολο των καταστάσεων, και με μιαν ανεμελιά, ενώ ανιχνεύεται, συγχρόνως, κι ένα σπέρμα πρόκλησης προς το κοινώς αποδεκτό, βασικά μέσω της εξωτερικής εμφάνισης των υπαρξιστών. 
Όμως, στην πορεία τού τραγουδιού, ο υπαρξισμός παρουσιάζεται ως ένας χαλαρός τρόπος αντιμετώπισης της καθημερινότητας (του στυλ «έξω φτώχεια και καλή καρδιά»), που βοηθά ν’ απαλλαγείς από τα βάρη της συμβατικής και σύνθετης ζωής, δημιουργώντας μιαν απλούστερη καινούρια. Ορίστε και οι στίχοι τού Κώστα Βίρβου:
 
Η συνέχεια εδώ...

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

MAJA S.K. RATKJE & TRONDHEIM VOICES μόνο φωνές

Η Maja Solveig Kjelstrup Ratkje ή πιο απλά Maja S. K. Ratkje είναι μια νορβηγίδα συνθέτρια και περφόρμερ (γεννημένη στο Trondheim, το 1973), η οποία ασχολείται επισταμένως με την φωνή – χωρίς τούτο να σημαίνει πως δεν την συναντάμε και αλλού, ως μέλος συγκροτημάτων τύπου electro, improv, noise ακόμη και «μεταλλικών». Στο δισκορυχείον, ας πούμε, έχουμε γράψει για ένα από τα συγκροτήματα, από τα οποία έχει περάσει η Νορβηγίδα, τους Spunk (με αφορμή το άλμπουμ τους “Light” στην Rune Grammofon, το 2011).
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τής Maja S. K. Ratkje είναι ένα πολύ παράξενο διπλό CD, στο οποίο, διπλό CD, ακούγεται ένα έργο της δύο φορές. Στο πρώτο CD είναι ηχογραφημένη η εκδοχή του στην νορβηγική γλώσσα, λέμε δηλαδή για το “Ekkokammer 3.0”, ενώ στο δεύτερο CD είναι ηχογραφημένη η αγγλόφωνη εκδοχή του (“Echo Chamber 3.0”). Γιατί συνέβη αυτό δεν είναι αποσαφηνισμένο… αλλά, μάλλον, για να καταστεί ευκολότερη η «αποδοχή» τού έργου και έξω από την Νορβηγία.
Το τι συμβαίνει στο “Ekkokammer 3.0 / Echo Chamber 3.0” [MNJ Records, 2021], που αποτελεί συνέχεια τού “Ekkokammer 2.0” από το 2015, δεν είναι δύσκολο να το περιγράψουμε, είναι όμως «δύσκολο» –χρειάζονται κότσια όπως λέμε–, ώστε να στρωθεί ο ακροατής και να το ακούσει, πόσω μάλλον για να το απολαύσει κιόλας.
Τι επιχειρεί, εδώ, η Maja S. K. Ratkje; Έχοντας δίπλα της το φωνητικό σχήμα Trondheim Voices, η νορβηγίδα συνθέτρια σκέφτεται και πράττει γύρω από το θέμα «φωνή». Θεωρεί, και σωστά εννοείται, πως η φωνή είναι ένα ξεχωριστό μουσικό όργανο, ένα ειδικό μουσικό όργανο, που μπορεί να παράξει έργο όχι μόνον τραγουδώντας στα κοινώς αποδεκτά πλαίσια, ή έστω και στα λιγότερα αποδεκτά από το πλατύ κοινό, μα και σ’ ένα επίπεδο καθαρής αφήγησης, ενός είδους ρητορικής, μανιπουλαρισμένης όμως μέσα από τα τερτίπια τής σύγχρονης τεχνολογίας.
Το project, εδώ, είναι το εξής.
Η Ratkje ρωτά τις τραγουδίστριες τού Trondheim Voices, τι θέλει, η καθεμιά της, να εκφράσει με την φωνή της.
Οι απαντήσεις και οι σκέψεις των τραγουδιστριών καταγράφονται, αποσυντίθενται και συντίθενται σε κάτι νέο, καινούριο, που δεν διαθέτει χρονική ή και λογική συνοχή, καθώς οι απαντήσεις ανακατεύονται μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν λεκτικό κυκεώνα, από τον οποίον πάντως δεν εκλείπει και το τραγούδι, καθώς ανάμεσα μπορείς ν’ ακούσεις μέχρι και το “Moonlight shadow” του Mike Oldfield, το οποίον αποδίδεται από κάποια από τις τραγουδίστριες τού ensemble προφανώς, όπως μπορείς ν’ ακούσεις ρήσεις για την Celine Dion, την Joni Mitchell κ.ά.
Ως ακροατής είναι αδύνατον να ταυτοποιήσεις τις φωνές που ακούς σε κάθε χρονική στιγμή –αν έχουν μιλήσει νωρίτερα, τι έχουν ήδη πει κ.λπ.– οπότε το ακρόαμα μετατρέπεται σε μια πολυ-παραγοντική Βαβέλ, που έχει νόημα γι’ αυτήν ακριβώς την «παράλογη» επεξεργασία της, που, αν και κομμένη και ραμμένη ώστε να μην έχει κάποια λογική συνοχή, σε δεδομένη χρονική στιγμή βγάζει απόλυτο και ξεκάθαρο νόημα.
Το σύνολο είναι εκείνο, που υποσκάπτεται εδώ, μετά γνώσεως φυσικά, από την Maja S. K. Ratkje... οπότε επ’ αυτού χρειάζεται η έντονη προσοχή από τον ακροατή. Να αποδεχθεί, συν τοις άλλοις, τον βασικό προβληματισμό της Νορβηγίδας, που έχει να κάνει με το τρίπτυχο ψυχή-λόγος-επικοινωνία, κάτω, όμως, από τις συγκεκριμένες ιδιάζουσες (ηχογραφικές) συνθήκες.
Επαφή: www.trondheimvoices.no/echo-chamber-3-0-ekkokammer-3-0/

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΗΣ το “Ahimsa” είναι ένα άλμπουμ «έκπληξη»

Διαβάζω στο bandcamp πως ο Διονύσης Φαρμάκης «έχει στο ενεργητικό του 4 albums και 2 singles», πως «έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως ο Σαράντης Αλιβιζάτος, οι Active Member, ο Μιχάλης Κακέπης, ο Λήτης, η Λάτζα κ.ά.» και πως «διατηρεί ένα προσωπικό studio ηχογραφήσεων στον Πειραιά, την λεγόμενη Καβάτζα, όπου εκεί ηχογραφεί ένα μεγάλο μέρος από τις δισκογραφικές του δουλειές». Το Ahimsaείναι το πιο πρόσφατο άλμπουμ τού Διονύση Φαρμάκη, το οποίον κυκλοφόρησε, σε ανεξάρτητη παραγωγή (CD), πέρυσι τον Οκτώβριο. Το άλμπουμ περιλαμβάνει επτά tracks και διαθέτει ελληνικό στίχο.
Ξεπερνώντας το εισαγωγικό «
Στεκόμαστε ακόμα όρθιοι», που έχει απαγγελία και διαρκεί μόλις ενάμισι λεπτό, και μπαίνοντας στο πρώτο τραγούδι του άλμπουμ, το “Ahimsa” λέμε πως ο Φαρμάκης κινείται στο χώρο του σύγχρονου ελληνικού ροκ, έστω και του κάπως πιο σκοτεινού, διαθέτοντας στίχο προσωπικό, αλλά με κοινωνικές αιχμές, και οργισμένο. Γενικώς το τραγούδι είναι αρκετά καλό, με την ηχογράφηση και την παραγωγή να το αναδεικνύουν.
Στον «Βόρβορο» το άκουσμα τείνει προς το χιπ-χοπ, αλλά είναι τα όργανα εκείνα που κάνουν παιγνίδι και όχι τα samples, τα εφφέ, ο προγραμματισμός κτλ. Αρκετά ενδιαφέρον κι αυτό το track, που διαθέτει στίχο πιο ερμητικό, με την ίδια κοινωνική ανησυχία εντός του. Η ερμηνεία, επίσης, βαθιά και ουσιαστική, κολλάει πολύ καλά με το mid-tempo, δίνοντας στον Φαρμάκη την ευκαιρία να συντάξει κι ένα πολύ καλό ρεφρέν. Στα συν και η χρήση των πλήκτρων (όπου αυτά ακούγονται).
Το «Μύρνον» διαθέτει απαγγελία και σαν κομμάτι δεν το βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Είναι κάπως υπερβολικό στην εξέλιξή του, και στα λόγια του... αλλά ok.
Στο «Θα σε εκδικηθώ», που περιέχει sample με τη φωνή τού παππού τού Φαρμάκη, κυριαρχεί το προσωπικό στοιχείο στα λόγια, η μουσική είναι ενδιαφέρουσα, διαθέτει όγκο και υποκρύπτει πάθος, ενώ και η ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει το λόγο με σωστό τρόπο (όπως το επιχειρεί παντού στο άλμπουμ, άλλοτε με πολύ καλά αποτελέσματα και άλλοτε με λιγότερο). Ενδιαφέρον track.
Το προτελευταίο κομμάτι του “Ahimsa” έχει τίτλο «Σφυρί και αμόνι». Και αυτό διαθέτει hip hop στοιχεία, με ωραία, όμως, οργανική συνοδεία, ροκάροντας ταυτοχρόνως. Αυτός ο συνδυασμός, rock και hip hop, έχει ενδιαφέρον στην περίπτωση του Φαρμάκη, καθότι δίνει κι ένα ιδιαίτερο νόημα στους πολύ προσωπικούς στίχους του. Τους αναδεικνύει εννοούμε. Κι αυτό είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον track.
Το άλμπουμ θα κλείσει με το «Γελάς για να μην κλάψεις». Κι αυτό το track διαθέτει sample με τη φωνή τού παππού τού Φαρμάκη (όπως ακριβώς και το «Θα σε εκδικηθώ»), ενώ καταγράφεται σ’ αυτό (και) μιαν «επικοινωνία» ανάμεσα στους δύο άντρες (παππού κι εγγονό), που συνδιαλέγονται με όρους αντικομφορμισμού και ασυμβίβαστου. Πολύ ενδιαφέρον – όχι μόνον ως προς τους σκοπούς, αλλά και ως προς τα μέσα!
Νομίζω πως είναι κατανοητό το προς τα πού γέρνει η σούμα σ’ αυτό το CD, που με μια λέξη θα το χαρακτήριζα «έκπληξη».
Επαφή: www.dionisisfarmakis.bandcamp.com/album/ahimsa

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

DUO LIBERTAIRE συνθέσεις του Thelonious Monk, για ηλεκτρική κιθάρα και ντραμς

Σε άλμπουμ του γαλλικού intrication label έχουμε αναφερθεί και στο πρόσφατο παρελθόν. Πιο συγκεκριμένα έχουμε γράψει για το “Dont Worry Be Happy” (2020) των Isabelle Duthoit / Thierry Waziniak / Pascal Bréchet / Franz Hautzinger και για το “Motians Traces” (2019/20) των Masaé Gimbayashi / Fabrice Hélias / Thierry Waziniak. Το τρίτο στη σειρά CD του intrication label (με κωδικό Tri 003) είναι το Hint of Monk (2021), μια συνομιλία των μελών τού Duo Libertaire, δηλαδή  των Pascal Bréchet κιθάρες και Thierry Waziniak ντραμς, με τις μουσικές του Thelonious Monk.
Μουσικοί, που συνεργάζονται από χρόνια, όχι μόνον ως ντουέτο, μα και με ευρύτερα σχήματα (όπως φαίνεται και από το άλμπουμ
Dont Worry Be Happy”) οι Pascal Bréchet και Thierry Waziniak έχουν εδώ να αντιμετωπίσουν ένα πολύ ειδικό και «δύσκολο» ρεπερτόριο. Συνθέσεις, εννοούμε του Thelonious Monk, δέκα στον αριθμό, επιλεγμένες από διάφορες φάσεις της διαδρομής του αμερικανού δημιουργού, που άλλαξε με τον τρόπο τής σύνθεσης και της ερμηνείας του στο πιάνο την ιστορία της jazz, από την δεκαετία του ’50 και μετά. Την εμπλούτισε βασικά με νέους τρόπους αντίληψης των μέτρων, των συγχορδιακών αλληλουχιών («παράφωνων» ενίοτε), της αρμονικής άρθρωσης, της μελωδικής επέκτασης και της γενικότερης αντίληψης του αυτοσχεδιασμού, που βασιζόταν πολύ στο ένστικτο (το επεξεργασμένο, όμως, μέσα από την διακαή μελέτη).
Η μελέτη είναι και το βασικό γνώρισμα των «προσπαθειών» των Bréchet και Waziniak να αντιπαρατεθούν με το «μονκικό» ρεπερτόριο, δηλαδή με κομμάτια σαν τα “Lets call this”, “San Francisco holiday”, “Evidence”, “Japanese folk song”, “Trinkle tinkle”, “Ugly beauty” κ.λπ., παρεμβάλλοντας ανάμεσα και μια δική τους «μονκική» σύνθεση (“Three or four shades of Monks blues”), συνεισφέροντας με τον καλύτερο τρόπο σ’ αυτήν την... καταιγιστική εξέλιξη.
Δύο όργανα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όπως είναι η ηλεκτρική κιθάρα και το ντραμ-σετ, που μπορούν, όμως, να επικοινωνούν αλλάζοντας ρόλους, υποκαθιστώντας άλλα όργανα, που «απουσιάζουν» από το setting, όπως το μπάσο για παράδειγμα, και βασικά «σχολιάζοντας» το ένα το άλλο, μέσα σ’ ένα πλαίσιο, που οριοθετείται από «προσωπικές» καταδείξεις των δύο αυτοσχεδιαστών, εντός του οποίου εισέρχονται, κάποια στιγμή, οι «μονκικές» μελωδίες, όχι σαν αυτοσκοπός, μα σαν εμπλουτισμός του γενικότερου συνόλου.
Ξεχωριστό άλμπουμ, συμβατό με τις περιπλανήσεις των Bréchet και Waziniak σε ηχητικούς κόσμους abstract, «ασαφείς», που παίρνουν σχήμα όμως, καθώς εξελίσσεται η προσέγγισή τους, πάντα με όρους άσκησης και ελευθερίας.
Επαφή: www.facebook.com/Label-Intrication-104341434348409/