Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

το λαϊκό τραγούδι είναι εδώ: ο ΤΑΚΗΣ ΣΟΥΚΑΣ, ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ και ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΟΡΑΚΑΚΗΣ με νέους δίσκους – με το μάτι στο μέλλον και το παρελθόν του, το λαϊκό τραγούδι φτιάχνει το παρόν του

Τρεις πολύ καλοί δίσκοι λαϊκού τραγουδιού κυκλοφόρησαν στο δεύτερο εξάμηνο του 2021, από συνθέτες-τραγουδοποιούς με μεγάλη ιστορία.
Τι να πει κανείς για τους Τάκη Σούκα και Χρήστο Νικολόπουλο, που για πολλές δεκαετίες πρωταγωνιστούν στα πάλκα και την δισκογραφία, παρουσιάζοντας αμέτρητες επιτυχίες, με τον νεότερο Βαγγέλη Κορακάκη να έχει διατρέξει πλέον, και αυτός, τα χιλιόμετρά του, επιμένοντας, έτσι αταλάντευτα, στις παλιές αξίες.
Αν οι Τ. Σούκας και Χ. Νικολόπουλος πορεύτηκαν μέσα στα χρόνια συνδυάζοντας εκείνο που τους παραδόθηκε από τους πρωτεργάτες (τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Καλδάρα) με ποικίλους νεοτερισμούς, δίνοντας στο λαϊκό τραγούδι ένα καινούριο «πρόσωπο», θεματικά, ενορχηστρωτικά, ηχητικά κ.λπ., ο Β. Κορακάκης παραμένει πιο πιστός στα κλασικά ηχοχρώματα, στα ζεϊμπέκικα και τα χασάπικα, με πιο ολιγομελείς ορχήστρες και με πιο «σκληρές» ερμηνείες, καθότι είναι και ο μόνος από τους τρεις που λέει ο ίδιος τα τραγούδια του. (Kαι οι άλλοι δύο συνθέτες έχουν τραγουδήσει, αλλά δεν είναι εκείνο, για το οποίο διακρίνονται).
Γι’ αυτούς τους τρεις δίσκους, που κυκλοφόρησαν τον τελευταίο καιρό, γράφουμε τώρα...
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΟΡΑΚΑΚΗΣ: Άδολη Σιωπή 
[Μετρονόμος, 2021]
Τόσα χρόνια δεν θυμάμαι να έχω γράψει ποτέ για τον συντοπίτη (στην Καισαριανή) Βαγγέλη Κορακάκη – έναν άνθρωπο που τον συναντάω συχνά στην πόλη, ενώ τον έχω ακούσει κάμποσες φορές και live, με διάφορες αφορμές. Ίσως να είχα γράψει πολύ παλαιά στο περιοδικό «Jazz & Τζαζ» κάτι, αλλά πλέον δεν μπορώ να θυμηθώ.
Εντάξει, εδώ δεν θα εκμεταλλευθώ την ευκαιρία, για να γράψω όσα δεν έχω γράψει τόσα χρόνια για τον Β. Κορακάκη – απλώς θα αναφερθώ στην τελευταία του δουλειά, το CD-book «Άδολη Σιωπή», που κυκλοφόρησε εσχάτως από τον Μετρονόμο. Όποια συμπεράσματα και γνώμες κατατεθούν θα αφορούν λοιπόν στον καινούριο δίσκο του, ασχέτως αν, στη γενικότητά τους, μπορεί να προσδιορίζουν και ευρύτερα την τραγουδοποιία του καισαριανιώτη καλλιτέχνη.
Να πούμε κατ’ αρχάς πως στην «Άδολη Σιωπή» υπάρχει ένας... δισυπόστατος Β. Κορακάκης. Ένας Κορακάκης τραγουδοποιός κι ένας Κορακάκης λογοτέχνης. Μπορεί το «λογοτέχνης» να ακούγεται κάπως βαρύ (και πρώτα-πρώτα στον ίδιο), αλλά από τη στιγμή που δημοσιεύονται λογοτεχνικά κείμενά του στην έκδοση, δεν είναι «λάθος» να τον αποκαλέσουμε έτσι.
Ο Β. Κορακάκης γράφει από χρόνια, τουλάχιστον τριάντα, όμως τώρα δημοσιεύονται για πρώτη φορά δικά του κείμενα. Πρόκειται για κείμενα μικρά ή και πολύ μικρά, που κάποιες φορές μοιάζουν με «γέφυρες» ανάμεσα σε τραγούδια, κάποιας ραδιοφωνικής εκπομπής (τόσο μικρά είναι). Υπάρχουν και κάπως μεγαλύτερα κείμενα βεβαίως, όμως και τούτα δεν ξεπερνούν τις μια-δυο σελίδες.
Τα κείμενα αυτά δεν είναι άσχετα των στιχουργικών ενδιαφερόντων του Κορακάκη – έτσι όπως αυτά καταγράφονται στους έως τώρα δίσκους του, και φυσικά και στην «Άδολη Σιωπή». Κείμενα λαϊκά, γραμμένα από έναν σκεπτόμενο λαϊκό άνθρωπο, που έχει επεξεργαστεί την γλώσσα και τον εκφραστικό τρόπο του, μέσα από τον, επίσης γλωσσικά απαιτητικό, τραγουδοποιητικό προμαχώνα.
Στη φιλοσοφία τους τα κείμενα αυτά ανακαλούν στη μνήμη μου ανάλογες προσπάθειες από το παρελθόν – όπως ας πούμε το βιβλίο του Νίκου Ξανθόπουλου «Φτωχογειτονιά Αγάπη μου / Λαϊκές ιστορίες» [Πεντάς, 1968], που περιείχε σύντομα διηγήματα του γνωστού τοις πάσι ηθοποιού-λαϊκού τραγουδιστή, βγαλμένα μέσα από την καθημερινή τριβή του με λαϊκούς ανθρώπους και καταστάσεις του ’60.
Στην «φιλοσοφία» όμως, μόνο, γιατί η γραφή του Β. Κορακάκη είναι πιο διανοητική, χωρίς ακρότητες φυσικά, φέρνοντας επίσης στη μνήμη, κατά τόπους, κι έναν άλλο μεγάλο του λαϊκού, που δεν ευτύχησε να βγάλει όμως ένα βιβλίο, αλλά αποτύπωνε τις σκέψεις του γραπτώς για διάφορα θέματα (στον περιοδικό Τύπο), τον Άκη Πάνου.
Ο Β. Κορακάκης δεν έχει βεβαίως την εμφανή πολιτική στόχευση και το ιοβόλο πνεύμα τού Α. Πάνου, καθώς μένει περισσότερο στο αισθητικό κομμάτι, το οποίον όμως το αντιμετωπίζει ωραία – χωρίς να ξεπέφτει σε αισθητισμούς και γραφικότητες.
Από τα κείμενά του κάποια μου άρεσαν περισσότερο, και αυτά ήταν τα «Καλοκαίρι στην Καισαριανή», «Έλεγχος προόδου», «Ο τρωγλοδύτης» (ίσως το ωραιότερο όλων) κι ένα-δυο ακόμη.
Πιο πολύ κι απ’ αυτά τα κείμενα, όμως, μου άρεσαν τα τραγούδια που συνοδεύουν την έκδοση και που είναι δέκα στον αριθμό έχοντας μουσικές, στίχους και ερμηνείες του Βαγγέλη Κορακάκη (σε δύο κομμάτια τραγουδάει ο γιος του Βασίλης Κορακάκης, ενώ στα πέντε υπάρχουν και δεύτερες γυναικείες φωνές από τις Ασπασία Στρατηγού και Ανατολή Μαριόλα).
Η εισαγωγή από το «Άδολη σιωπή», που ανοίγει τον δίσκο, παραξενεύει, καθώς φέρνει στη μνήμη έναν περίεργο συνδυασμό Μίμη Πλέσσα και Σταύρου Ξαρχάκου από την δεκαετία του ’60 – όμως το τραγούδι που ακολουθεί αυτήν την πολύ ωραία και μακριά στο χρόνο (δίλεπτη) εισαγωγή είναι «τυπικό» για Κορακάκη, με δυνατούς στίχους και πολύ συναισθηματική ερμηνεία. Ένα ωραιότατο ζεϊμπέκικο, που, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι το καλύτερο του δίσκου (γιατί υπάρχει κάποιο ακόμη καλύτερο).
Ζεϊμπέκικο είναι και το τρίτο τραγούδι, το «Παρθένα γη», που είναι κι αυτό εξαιρετικό, με επίσης ωραίους στίχους – το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα του Β. Κορακάκη. Γιατί ζεϊμπέκικα καλά ακούμε, από πολλούς, αλλά τα λόγια χάσκουν, όταν δεν είναι της πλάκας. Εδώ δεν πετάς τίποτα: «Παρθένα γη που γέννησες αγκάθια και κυκλάμινα / επίθεση και άμυνα, ορμή και υποταγή / το μπόι μου δε μέτρησες – νόμιζες πως θα σ’ άφηνα / να ’ρθεις εκεί που τα ’πινα να δώσεις προσταγή».
Και τα χασάπικα του Β. Κορακάκη είναι ωραία, σαν το «Παράδεισο δε βρήκαν οι καρδιές», που λέει ο γιος του, αλλά στα ζεϊμπέκικα... πετάει.
Ένα τέτοιο απογειωτικό ζεϊμπέκικο είναι η «Μυλόραβδη» (ασυζητητί το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ), που δεν έχει μόνο ξεχωριστούς στίχους, αλλά και μουσική πρώτης τάξεως. Η ερμηνεία, δε, του καισαριανιώτη τραγουδοποιού είναι συγκινητική – και μπράβο του δηλαδή, που αποφάσισε να πει ο ίδιος τα τραγούδια του, όπως τα λέει, με τις όποιες... ωδειακές ατέλειες, παρά να τα έλεγε κάποιος καλλίφωνος ή καλλίφωνη. Τώρα, τι νομίζω πως κρύβεται πίσω απ’ αυτό το τραγούδι δεν θα το πω. Εξάλλου, ο καθένας μπορεί να δώσει, αν θέλει, τη δική του εξήγηση... και να ’ναι εκείνη η σωστή.
Στο «Μεγάλη θα φανεί η Παρασκευή» (το άλλο τραγούδι που λέει ο Βασίλης Κορακάκης) η μελωδία σε κερδίζει από την πρώτη στροφή (κουπλέ). Τραγούδι-αέρας, πηγαίο, με γερά πατήματα στους χρόνους, έτσι όπως αυτοί κατανέμονται στα λαϊκά πεντάγραμμα.
Από τα εξαιρετικά τραγούδια του δίσκου και το περισσότερο «ακη-πανικό» «Με του Κύκλωπα το μάτι» – και είναι απορίας άξιο πώς γράφονται σήμερα τόσο γειωμένα λαϊκά τραγούδια, όταν η πηγαία και ανόθευτη λαϊκότητα, αν δεν είναι από παντού εξορισμένη, όπου αυτή ψιλο-ανιχνεύεται, μοιάζει να παραπατάει και να παραπαίει.
Τέλος πάντων, δεν μαθαίνω τώρα τον Βαγγέλη Κορακάκη, και δεν θέλω να φανεί πως ανακαλύπτω τον τροχό – όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή δεν νοιώθω έτσι. Μπορεί να είμαι ενθουσιασμένος, ναι, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή, εδώ, ακούγονται πολύ σπουδαία τραγούδια, όχι για άλλο λόγο.
Ακούστε αυτόν τον δίσκο.
Επαφή: www.metronomos.gr
 
H συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/laiko-tragoydi-einai-edo-takis-soykas-hristos-nikolopoylos-kai-baggelis-korakakis-me

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

EBERHARD WEBER, JORGE ROSSY / ROBERT LANDFERMANN / JEFF BALLARD, LEOŠ JANÁČEK / CAMERATA ZÜRICH νέες εκδόσεις των ECM και ECM New Series

EBERHARD WEBER: Once Upon a Time / Live in Avignon [ECM Records, 2021]
Σε προσωπικό επίπεδο, και σε σχέση με τα συναυλιακά, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, επειδή κάποτε είδα σόλο παράσταση του μεγάλου γερμανού μπασίστα Eberhard Weber. Πρόκειται για εμπειρία... συναυλιακής ζωής. Περίπου από εκείνη την εποχή που τον είχα δει εγώ, «ζωντανό» και «μόνο» στη σκηνή, προέρχεται και το παρόν CD – τελευταίο στην μακριά διαδρομή τούτου του ευφυούς συνθέτη και οργανοπαίκτη.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα χαμένο και ξεχασμένο live του Eberhard Weber, στην Αβινιόν (Théâtre des Halles), από τον Αύγουστο του 1994, που ποιος ξέρει πώς ακριβώς εντοπίστηκε και το οποίον παίρνει τώρα, 27 χρόνια μετά, τον δρόμο προς την δισκογραφία.
Φυσικά η ηχογράφηση έχει υποστεί μία minimum επεξεργασία (Studios La Buissonne, Μάιος 2021), ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει τις απαιτήσεις μιας ECM-παραγωγής, αλλά αυτό καθόλου δεν επηρεάζει την μαγεία και την θέρμη της πρώτης εγγραφής, που παραμένει εκπληκτική και ρηξικέλευθη, και βασικά αγέραστη.
Γιατί αυτά που κάνει ο Eberhard Weber με το όρθιο πειραγμένο μπάσο του δεν καλουπώνονται μέσα στις πτυχές του χρόνου – είναι πέρα απ’ αυτές, τοποθετημένα σε τόσο και τέτοιο ύψος, ώστε να αποτελούν μόνιμα και ανεξάντλητα ερμηνευτικά τοτέμ.
Με ρεπερτόριο το αρμόζον στην εποχή (mid-90s), προερχόμενο δηλαδή από τα άλμπουμ του “Orchestra” (1988) και “Pendulum” (1993), συν το “Trio for bassoon and bass”, συν την εντυπωσιακή εκδοχή του στο κλασικό “My favorite things”, o Eberhard Weber είναι... μια ορχήστρα μόνος του.
Πλήρες σετ, σε όλα τα επίπεδα, που δεν αφήνει το παραμικρό αισθητικό κενό, καθώς επιβάλλεται μέσα από έναν συνδυασμό δύναμης και κατάνυξης, και πάντα με την αίσθηση του γκρουπ.
JORGE ROSSY / ROBERT LANDFERMANN / JEFF BALLARD: Puerta [ECM Records, 2021]
Για τον ισπανό ντράμερ και περκασιονίστα Jorge Rossy γράψαμε πριν από μερικούς μήνες, όταν αναφερθήκαμε στο άλμπουμ των Jakob Bro / Arve Henriksen / Jorge Rossy “Uma Elmo” (2021), μία εντυπωσιακή ηχογράφηση τριών μουσικών της κάπως νεότερης ECM-γενιάς. Και να που τώρα, λίγους μήνες αργότερα ένα νέο άλμπουμ, με τον ισπανό μουσικό επικεφαλής έρχεται να πλασαριστεί μεταξύ των πιο ιδιαίτερων προτάσεων της γερμανικής εταιρείας, για την χρονιά που φεύγει.
Σ’ αυτό το CD, ο Rossy συνεργάζεται κατ’ αρχάς με δύο μεγάλα ονόματα, τον κοντραμπασίστα Robert Landfermann (γνωστός μας από το εξαίρετο Pablo Held Trio) και τον ντράμερ, περκασιονίστα Jeff Ballard (γνωστός μας από το ακόμη πιο εξαίρετο Brad Mehldau Trio). Οπότε τι όργανο παίζει εδώ ο Rossy, από τη στιγμή που υπάρχει ήδη ντράμερ (μεγάλος και γνωστός); Βιμπράφωνο και μαρίμπα... είναι η απάντηση.
Έτσι, στο “Puerta”, έχουμε κατ’ ουσίαν μόνον κρουστά και μπάσο.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει δέκα tracks, εννέα συνθέσεις του Rossy, συν μία version στο “Cargols” του σαξοφωνίστα Chris Cheek, διαθέτοντας, συνολικώς, πολύ ιδιαίτερο ηχόχρωμα.
Φυσικά ο Rossy, πότε με το βιμπράφωνο και πότε με την μαρίμπα του, κάνει την (μελωδική) διαφορά, αλλά και το ρυθμικό τμήμα είναι εξαιρετικό, σ’ έναν ελαφρώς πίσω ρόλο, συνοδεύοντας περισσότερα διακριτικά παρά εξόφθαλμα και δυναμικά.
Οι συνθέσεις του Rossy περαιτέρω είναι ολοφάνερο πως είναι γραμμένες για τα συγκεκριμένα όργανα και βασικά για το βιμπράφωνο – στο οποίο φαίνεται πως είναι δεξιοτέχνης. Παρότι οι ταχύτητές του είναι κυρίως «μεσαίες» αντιλαμβάνεσαι αμέσως τις ταχύτατες εναλλαγές των μπαγκετών, και την ακεραιότητα των μελωδικών γραμμών του. Πάνω σ’ αυτή την τροπή, που δίνει στα κομμάτια ο Ισπανός, η συνοδεία (και) με τα πιατίνια από τον Ballard μοιάζει ιδανική, με το μπάσο, να στοχεύει αργά, αλλά σταθερά στην ανάδειξη της ρυθμικής λειτουργικής.
Υπάρχουν καταπληκτικά tracks εδώ, που διαθέτουν και υπέροχη σινεματίκ, νουάρ, ατμόσφαιρα, σαν το “S.T.” ή το “Maybe Tuesday”, παρέχοντας κι άλλα bonus σ’ αυτό το «νυχτερινό» κατά το μάλλον ή ήττον άκουσμα.
LEOŠ JANÁČEK / CAMERATA ZÜRICH: On an Overgrown Path [ECM New Series, 2021]
Στην πράξη σ’ αυτό το νέο CD των ECM New Series δεν καταγράφεται έργο μόνον του τσέχου συνθέτη Leoš Janáček (1854-1928), μα και των Josef Suk (1874-1935) και Antonín Dvořák (1841-1904) – με το έργο του Janáček, πάντως, να κυριαρχεί.
Λέμε για το “On an overgrown path” (1901-08), με τα μέρη “I”, “II” και “paralipomena”, που αρχικά ήταν γραμμένο για πιάνο και που εδώ ενορχηστρώνεται, από τον Daniel Rumler, για ορχήστρα εγχόρδων, με εμβόλιμα ποιητικά κείμενα της Maïa Brami. Το έργο αποδίδει η Camerata Zürich, υπό την διεύθυνση του Igor Karsko (που κρατάει για τον εαυτό του και τον ρόλο του πρώτου βιολιστή).
Από πλευράς tracks, το έργο του Janáček καταλαμβάνει τις θέσεις από την νούμερο 2 έως και την νούμερο 26, με το CD να ανοίγει με το 6λεπτο έργο “Meditation on the Old Czech Chorale St. Wenceslas” του Josef Suk, και να ολοκληρώνεται με το track 27, το επίσης 6λεπτο “Notturno in B Major op. 40” του Antonín Dvořák.
Η εγγραφή των έργων συνέβη τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο του 2017, στο ραδιοφωνικό στούντιο DRS της Ζυρίχης, με την έκδοση να περιλαμβάνει αναλυτικό 30σέλιδο, δίγλωσσο (γερμανικά, αγγλικά) booklet και βεβαίως να αναδεικνύεται από την άψογη παραγωγή των ECM New Series.
 
Οι ECM και ECM New Series εισάγονται στην Ελλάδα από την AN Music

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

BILL CARROTHERS / VINCENT COURTOIS, JEREMY LIROLA δύο άλμπουμ του Label La Buissonne

BILL CARROTHERS / VINCENT COURTOIS: Firebirds [Label La Buissonne, 2021]
Ο αμερικανός πιανίστας Bill Carrothers (γενν. 1964) και ο γάλλος τσελίστας Vincent Courtois (γενν. 1968) συνεργάζονται στο “Firebirds” παραδίδοντας ένα σοβαρό άλμπουμ σύγχρονης «σοβαρής μουσικής». Δίπλα τους, σε κάποια tracks βρίσκεται και ο συνομήλικός τους βαρύτονο-σαξοφωνίστας Éric Séva, αλλά η συμβολή του είναι ελαφρώς συμπληρωματική, με το άλμπουμ να είναι βασικά απότοκο των δύο.
Είναι μεγάλη η διαδρομή των
Carrothers και Courtois, με δεκάδες προσωπικές και session ηχογραφήσεις – δύο μουσικοί, για τους οποίους δεν είμαστε βέβαιοι αν συνεργάζονται, τώρα, για πρώτη φορά (σε σχήμα ντούο ή σε ευρύτερα σχήματα).
Το ρεπερτόριο των δύο βιρτουόζων, στο “Firebirds”, είναι ποικίλο, καθώς από τα δέκα tracks του CD στα πέντε έχουν συνθετική συμμετοχή (οι Carrothers και Courtois), πότε ο ένας, πότε ο άλλος, πότε και οι δυο μαζί, ενώ τα άλλα πέντε είναι versions – στο “Aqua y vinho” του Egberto Gismonti (μάλιστα το αποδίδουν δύο φορές, στην αρχή και το τέλος του άλμπουμ), στο “Deep night” του Charles Henderson, στο “Circle game” της Joni Mitchell και στο “Isfahan” του Duke Ellington.
Μπορεί τα δύο κομμάτια στα οποία συμβάλλει και ο Séva, εκεί προς την μέση, το πρωτότυπο “The icebird” και το “Isfahan”, να... κλονίζουν κάπως την ηχοχρωματική πληρότητα, που από μόνα τους προσφέρουν το πιάνο, με το τσέλο, αλλάζοντας κατά τι και το κλίμα του δίσκου, αλλά ας είναι.
Γιατί, τελικώς, εκείνο που κυριαρχεί στο “Firebirds” είναι η επικοινωνία των Carrothers και Courtois, ο βαθιά λυρικός τόνος της μουσικής τους και η ικανότητά τους βεβαίως να προσαρμόζουν σ’ αυτό το πλάνο το ποικίλης ύλης ρεπερτόριό τους.
JEREMY LIROLA: Mock the Borders [Label La Buissonne, 2021]
Σαυτό το CD της γαλλικής ετικέτας Label La Buissonne πρωταγωνιστεί ένα κουαρτέτοτο κουαρτέτο του κοντραμπασίστα Jeremy Lirola, το οποίον συναποτελούν οι Denis Guivarc’h άλτο σαξόφωνο, Maxime Sanchez πιάνο, πλήκτρα και Nicolas Larmignat ντραμς.
Οι μουσικοί είναι της νεότερης γενιάς –πλην του Denis Guivarch, που έχει οπωσδήποτε την (30ετή) ιστορία του, και τις συμμετοχές του σε δεκάδες σχήματα και projects–, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει, φυσικά, να έχουν μια πλήρη εικόνα των σύγχρονων contemporary jazz αναζητήσεων, καθώς ακούγονται άλλοτε σαν αμερικάνικο σχήμα και άλλοτε σαν ευρωπαϊκό.
Ένας συνδυασμός, λοιπόν, ήχων, τάσεων και αντιλήψεων διαχέεται στις συνθέσεις αυτού του πολύ καλού CD, που τιτλοφορείται “Mock the Borders” και που τυγχάνει να διαθέτει tracks, τα οποία αναπτερώνουν αυτοστιγμεί το ενδιαφέρον σου για ’κείνο.
Τέτοια είναι το 6λεπτο “Living symbols”, που ξεκινά με τα «πίσω» πλήκτρα του Sanchez και το ωραίο... ταξίμι του Lirola στο κοντραμπάσο – μια εισαγωγή, που σε προδιαθέτει για εκείνο που θα επακολουθήσει... ένα φλογερό track, με εντυπωσιακή μελωδική προβολή από το άλτο του Guivarch και απέριττο ομαδικό παίξιμο απ’ όλους.
Άλλη ιδιαίτερη σύνθεση είναι η 10λεπτη “Ghost dance”, που και αυτή διαθέτει πλήκτρα (τοποθετημένα σ’ ένα haunted πλαίσιο), με το σαξόφωνο να πατάει γερά και με το ρυθμικό τμήμα, σε διαρκή κίνηση, να υπογραμμίζει τις εκάστοτε «συνομιλίες» και τα soli (από πλήκτρα, άλτο και πιάνο).
Τέλεια ηχεί και το 4λεπτο “Black”, που διαθέτει σε πρώτο πλάνο ηλεκτρικό πιάνο, με τον Maxime Sanchez να γεμίζει τον χώρο, ακολουθούμενος από τον Denis Guivarch – ένα χώρο, που ορίζουν, για μιαν ακόμη φορά, οι Jeremy Lirola και Nicolas Larmignat (με τον τελευταίο να «γεμίζει» συνεχώς και εντυπωσιακώς).
Απλά και γι’ αυτό σημαντικά «πράγματα» προτείνονται εδώ, επιλεγμένα από σπουδαίους μουσικούς, με ταλέντο προς πάσα κατεύθυνση (συνθέσεις, παιξίματα, ενορχηστρώσεις, ήχο συνολικό, παραγωγή κ.λπ.).
 
Το Label La Buissonne εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

VINCENT COURTOIS σόλο τσέλο

Με τριακονταετή προσωπική δισκογραφία και με συνεργασίες με πολλά και μεγάλα ονόματα της σύγχρονης jazz και του improv, σαν τους Louis Sclavis, Rabih Abou-Khalil, Dominique Pifarély, Michel Godard, Aki Takase, Sylvie Courvoisier, Joëlle Léandre κ.ά., ο Vincent Courtois είναι μία από τις τρανές μορφές του σύγχρονου τσέλου. Προσφάτως, μάλιστα (21 Οκτ. 2020), γράψαμε για το άλμπουμ του “Clouds” [ACT Music+Vision], την συνεργασία του με τον βιολιστή Adam Bałdych και τον πιανίστα Rogier Telderman, επισημαίνοντας τα εντυπωσιακά παιξίματα και το πλήθος των μελωδικών επινοήσεων, που διανθίζονταν ακόμη και με ανατολίτικα, παραδοσιακά στοιχεία.
Τώρα, ο Vincent Courtois έχει ένα εντελώς προσωπικό CD να προτείνει, ένα σόλο-τσέλο δηλαδή, το οποίον αποκαλεί East(2021) και που είναι παραγωγή του Label La Buissonne (τυπωμένο για την παράλληλη ετικέτα collection CUICATL και εισαγόμενο από την AN Music). Σχετίζεται αυτό το CD, το “East”, μ’ ένα “West”, που είχε τυπώσει ο γάλλος μουσικός για το ίδιο label, το 2014; Δεν θα το λέγαμε για πολλούς και διαφόρους λόγους.
Πρώτον, γιατί εκείνο το άλμπουμ δεν ήταν σόλο, καθώς συμμετείχαν και άλλοι μουσικοί. Δεύτερον, γιατί το “West” περιείχε μόνον πρωτότυπες συνθέσεις (του Courtois), ενώ το “East” μόνον τις απόψεις του σε έργα άλλων συνθετών. Τρίτον, γιατί εκείνο το CD δεν σχετιζόταν με κάποιες ευρύτερες ειδικές συνθήκες, όπως σχετίζεται αυτό (covid-19). Αυτοί οι λόγοι δημιουργούν, όπως αντιλαμβάνεστε, ένα άλλο, ένα νέο πλαίσιο, εντός του οποίου το “East” έρχεται να προβάλλει ένα άλλο concept, κάτι διαφορετικό.
Σ’ αυτό λοιπόν το άλμπουμ ο Vincent Courtois έρχεται να αποδώσει συνθέσεις, «σύγχρονης κλασικής». Λέμε για έργα των Arthur Honegger, Hans Werner Henze, Krzysztof Penderecki, György Ligeti, Luciano Berio, Paul Hindemith και Dominique Pifarély, τα οποία λογικώς είναι άπαντα γραμμένα για σόλο τσέλο (δεν τα τσέκαρα όλα, αλλά όσα τσέκαρα είναι όντως έτσι).
Θα λέγαμε πως το εκπληκτικότερο όλων είναι το “Per slava” του Krzysztof Penderecki, ένα έργο που στάθηκε «τείχος», «βουνό απάτητο» για τον Courtois, ώστε να μπορέσει να το «ξεκλειδώσει» εκφραστικά, να το υποτάξει και να το φέρει στα δικά του μέτρα. Και είναι, όντως, εντυπωσιακή η απόπειρα, που είναι εδώ καταγραμμένη, σ’ ένα έργο λυρικό, στα όρια του δραματικού, υπερβολικά απαιτητικό, με πολύ «κοντά» διαστήματα, που απαιτούν μεγάλη ακρίβεια και δεξιοτεχνία από τον ερμηνευτή, ώστε να καταφέρει να αποδώσει τον «κόσμο» του συνθέτη. Εξάλλου αυτό το έργο ο Penderecki το είχε γράψει, για να το ερμηνεύσει ο κατά πολλούς κορυφαίος τσελίστας του 20ου αιώνα Mstislav Rostropovich, οπότε αντιλαμβάνεστε το βάρος που έπεσε στο μυαλό και τα χέρια του Vincent Courtois, ώστε να μπορέσει να φανεί αντάξιος της παρτιτούρας.
Και δεν είναι το μόνο έργο που συναρπάζει, στο “East”, καθώς το ίδιο μπορούμε να πούμε για το “Les Mots Sont Allés” του Luciano Berio ή για το “Litanie pour Fernando Pessoa” του Dominique Pifarély.
Γενικώς, θα γράφαμε για ένα πολύ απαιτητικό CD, που μπορεί με άνεση να σε κερδίσει, καθώς έχει δύο ή μάλλον τρία πολύ μεγάλα ατού. Έναν σπουδαίο σολίστα, ένα όργανο με σπάνιο, μοναδικό και πλουσιότατο ηχόχρωμα και μια πινακοθήκη έργων, από τα σύγχρονα-ωραιότερα, για σόλο-τσέλο.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 421

5/1/2022
Xθες πληροφορηθήκαμε τέσσερις θανάτους ρε φίλε. Πέθαναν οι ποδοσφαιριστές Στέλιος Σεραφείδης της ΑΕΚ και Ανδρέας Μιχαλόπουλος της Παναχαϊκής (για τον οποίον κάναμε ποστ το πρωί). Επίσης χθες πέθανε ο πατρινός τραγουδιστής του ελαφρού, και με πολύ μεγάλη επιτυχία στο δεύτερο μισό του ’60, Σάκης Παπανικολάου, ενώ περί τα Χριστούγεννα πέθανε άλλος ένας τραγουδιστής, του ηπειρώτικου τραγουδιού, ο Αλέκος Κώστας, που είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία στην δεκαετία του ’70.
Εντάξει τον Σεραφείδη δεν τον πρόλαβα, και δεν ξέρω πολλά γι’ αυτόν, αλλά τους άλλους τρεις τους θυμάμαι πολύ καλά. Γινόταν χαμός με το «Αλέκο Κώστας τραγουδάει» στις εκπομπές της Music Box στο κρατικό, στα σέβεντις. Φωνάρα... και βαριά ψυχεδέλεια...
https://www.youtube.com/watch?v=y9evUZ-IK64

5/1/2022
Παλιό κείμενο για τον Charles Mingus, που ανεβαίνει ξανά σήμερα, με αφορμή τα 43 χρόνια από τον θάνατό του.
https://www.lifo.gr/culture/music/charles-mingus-15-stathmoi-stin-poreia-enos-tranoy-syntheti-kai-kontrampasista-tis

5/1/2022
Πέθανε χθες στα 73 του ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος – ο σέντερ-φορ της Παναχαϊκής εκείνα τα μεγάλα χρόνια της, στο πρώτο μισό του ’70 (τέταρτη στο πρωτάθλημα του 1972-73 και έκτη στο επόμενο). Ο Μιχαλόπουλος ήταν μέλος της τρομερής πεντάδας των Πατρινών, μαζί με τους αείμνηστους Θέμη Ρήγα, Κώστα Δαβουρλή, Πέτρο Λεβεντάκο και τον τελευταίο πια εν ζωή Βασίλη Στραβοπόδη.
Η καριέρα του Μιχαλόπουλου είχε δοκιμαστεί από δύο σπασίματα του ποδιού του, που συνέβησαν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα, το 1973-74, με αποτέλεσμα η πορεία του να ανακοπεί ή και να καταστραφεί, αφού ακυρώθηκε μετεγγραφή του σε «μεγάλη ομάδα» του κέντρου, ενώ και ο ίδιος γύρισε πιο πίσω, σε θέση επιθετικού χαφ, προκειμένου να διαφυλάξει το πόδι του. Έτσι τον θυμάμαι, να συνεργάζεται ιδανικά κυρίως με τον Βασίλη Στραβοπόδη, με τον οποίον έκαναν απίστευτα πράγματα. Θυμάμαι μια κομπίνα, που εφάρμοζαν σε φάουλ, με τον Στραβοπόδη να του κάνει κάτι σαν λόμπα, παρακάμπτοντας το τείχος και με τον Μιχαλόπουλο να ξεμαρκάρεται και να σουτάρει, προς την αντίπαλη εστία.
[Στη φωτό ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος ανάμεσα στον Βασίλη Στραβοπόδη αριστερά και τον Θέμη Ρήγα]

4/1/2022
Τις νύχτες λάμπουν οι κρετίνοι και σου το ’λεγα
η αλήθεια ντρέπεται ντυμένη με μισόλογα
Προφταίνεις όμως κι άλλους να εξαπατήσεις
τώρα που αργούνε συμπεράσματα και λύσεις
https://www.youtube.com/watch?v=uiYf13YYnQs

3/1/2022
Είχα βρει τα πολυσέλιδα προγράμματα από τα Επιδαύρια 1971 και Επιδαύρια 1972 εδώ και 2-3 μήνες, αλλά δεν τα είχα ανοίξει ακόμη. Τα άνοιξα σήμερα. Εξαιρετικά κείμενα και ακόμη πιο εξαιρετικές φωτογραφίες!
Εν τω μεταξύ από τις μουσικές επενδύσεις των τραγωδιών και κωμωδιών παρελαύνει σύσσωμη η avant-garde της εποχής - ανάμεσα και η σπορά του Γιάννη Χρήστου. Με τη σειρά: Στέφανος Βασιλειάδης, Μιχάλης Αδάμης. Δημήτρης Τερζάκης, Δημήτρης Δραγατάκης, Νικηφόρος Ρώτας και ακόμη Μάνος Χατζιδάκις και Αντίοχος Ευαγγελάτος.
(Με τον Arthur Brown μοιάζει ο Στέλιος Βόκοβιτς)

2/1/2022
Kλάση Genesis και πάνω. Fruupp “Faced with Shekinah”…
https://www.youtube.com/watch?v=ZYRc751Wrh4

31/12/2021
Καλή χρονιά σε όλους!

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ νέο τεύχος αφιερωμένο στον Ιάκωβο Καμπανέλλη

O Μετρονόμος, το καλό περιοδικό για το «έντεχνο τραγούδι», συνεχίζει την έντυπη πορεία του.
Το νέο τεύχος, το #79 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2021), διαθέτει ογδόντα σελίδες, έχει άψογη σελιδοποίηση, ωραίο χαρτί, δυνατά τυπώματα και ράχη, είναι πάντα ασπρόμαυρο και κοστίζει 6 ευρώ.
Σ’ αυτό το τεύχος κυριαρχεί το αφιέρωμα στον θεατρικό συγγραφέα, στιχουργό, σεναριογράφο κ.λπ. Ιάκωβο Καμπανέλλη (1921-2011).
Τα κείμενα για τον Ι. Καμπανέλλη καταλαμβάνουν περισσότερες από τις μισές σελίδες του περιοδικού, «πιάνοντας» το έργο του τιμώμενου από πολλές και διαφορετικές μεριές.
Ο Σπύρος Αραβανής γράφει για τον στιχουργικό λόγο του Ι. Καμπανέλλη, η Κατερίνα Καμπανέλλη γράφει για τον πατέρα της, ο Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης γράφει για την συνεργασία Ι. Καμπανέλλη-Μίκη Θεοδωράκη, ο Αντώνης Μποσκοΐτης γράφει για την «μπαλάντα του Μάουτχάουζεν», ο Αλέξης Λιόλης γράφει για την συνεργασία Ι. Καμπανέλλη-Μάνου Χατζιδάκι, ενώ ανάμεσα σε άλλα υπάρχουν και κείμενα του ίδιου του Ι. Καμπανέλλη («Το Μεγάλο μας Τσίρκο», «Πώς και γιατί γράφεται ένα θεατρικό έργο»), μαζί με αναλυτική δισκογραφία (σε επιμέλεια Θανάση Συλιβού).
Από ’κει κάτω υπάρχει φυσικά και η υπόλοιπη ύλη του περιοδικού, με κάποια θέματα που ξεχωρίζουν, όπως η συνέντευξη της Irini Qn στον Ηρακλή Οικονόμου και οι συνεντεύξεις του λαϊκού τραγουδιστή Γιώργου Πλόσκα και του βιολιστή Κυριάκου Γκουβέντα στον Νίκο Μητρογιαννόπουλο. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την τελευταία:
– Έχεις συμμετοχή σε πάνω από 3.000 ηχογραφήσεις σε βινύλια, CD, θεατρικά έργα. Πες μου για τον πρώτο δίσκο, στον οποίο συμμετείχες.
– Ήταν μία πρόβλεψη του Νίκου του Παπάζογλου, που κατάλαβε ότι το ύφος μου και τα δάχτυλά μου πάνε στο σμυρνέικο και με κάλεσε, όταν γινόταν η συλλογή «Τα Ρεμπέτικα της Θεσσαλονίκης» να παίξω ένα τραγούδι των φυλακών με τον Κεφάλα, τον αμανέ «Πέρα στο Γεντί Κουλέ». Ήταν ένα δύσκολο τραγούδι και ήταν και σ’ ένα μακάμι περίεργο, που δεν υπήρχε εκείνη την εποχή, όμως μου ’δειξε τα πατήματα, ας πούμε, κι έκατσα κι άκουσα πολύ έναν που έπαιζε ούτι μέσα και στο τέλος κάτσαμε μαζί ένα βράδυ και το παίξαμε στο στούντιο.
Στηρίζουμε ασμένως.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

ENRICO RAVA το “Edizione Speciale” δεν είναι συλλογή, εορταστική έκδοση και τα ρέστα, είναι το πιο νέο άλμπουμ του σημαντικού ιταλού τρομπετίστα στην ECM

O σημαντικότατος ιταλός τρομπετίστας και φλουγκελχορνίστας Enrico Rava συνεργάζεται με την ECM από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Σ’ αυτά τα 46-47 χρόνια, ο Rava έχει δώσει καταπληκτικούς δίσκους για την γερμανική εταιρεία, αν και για ελάχιστους απ’ αυτούς έχουμε γράψει στο blog (έχουμε γράψει πάντως για το “Roma”, την συνεργασία του με τον Joe Lovano, από το 2019).
Στην πιο νέα δουλειά του, που αποκαλείται Edizione Speciale [ECM Records / ΑΝ Μusic, 2021] και δεν είναι συλλογή, ο Enrico Rava (που εδώ παίζει φλούγκελχορν) μας επανασυστήνεται, «ζωντανός» αυτή τη φορά, από ένα live στο Jazz Middelheim της Αμβέρσας, στις 18 Αυγούστου του 2019, έχοντας δίπλα του νεαρούς συμπατριώτες του μουσικούς.
Οι Francesco Bearzatti τενόρο σαξόφωνο, Francesco Diodati κιθάρα, Giovanni Guidi πιάνο, Gabriele Evangelista κοντραμπάσο και Enrico Morello ντραμς δεν είναι, όμως, μόνον νέοι και Ιταλοί είναι ταυτοχρόνως και παικταράδες, κάτι που φαίνεται ακόμη πιο πολύ σε τούτο εδώ το live, που είναι εν ολίγοις πύρινο και καταπληκτικό, προϊόν ενός πολύ μεγάλου μουσικού και των καθ’ όλα άξιων συνοδοιπόρων του.
Με ρεπερτόριο πρωτότυπο, μα και διασκευασμένο (ακούγεται ανάμεσα σε άλλα μέχρι και το κλασικό “Quizás, quizás, quizás”), και κυρίως με καταβυθίσεις στο συνθετικό παρελθόν του Rava, καθώς εδώ απολαμβάνουμε τα “The fearless five” από το “Enrico Rava Quartet” [ECM, 1978], “Diva” από το “Opening Night” [ECM, 1982], “Infant” από το “Animals” [Gala, 1987], “Theme for Jessica Tatum” από το “Noir” [Label Bleu, 1996] και “Le solite cose” από το “Certi Angoli Segreti” [Label Bleu, 1998], το “Edizione Speciale” είναι ένα καταπληκτικό CD γενικώς και ειδικώς, τόσο καταπληκτικό ώστε να αμφιβάλεις αν θα μπορούσε αυτό το σετ, με αυτά τα παιξίματα και με αυτήν την συνολικότερη ποιότητα, να αναπαραχθεί έτσι ακριβώς και στο στούντιο.
Δίκη προθέσεων δεν πρόκειται να κάνουμε, αλλά την αλήθεια θα πρέπει να την πούμε και για έναν επιπλέον λόγο – επειδή έχουμε δει ζωντανό τον Enrico Rava και αναπολούμε, όσο να ’ναι, την ατμόσφαιρα των συναυλιών του.
Πρώτης κλάσης άλμπουμ λοιπόν, με τα... υπερμεγέθη “Infant” (13 λεπτά) και “Once upon a summertime / Theme for Jessica Tatum” (17 λεπτά) να ενθουσιάζουν με τα progressive fusion παιξίματα, τους αναπάντεχους αυτοσχεδιασμούς και την συμπαγή, συνολικότερα, απόδοσή τους.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΓΙΑΛΙΚΟΣ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΙΣΔΑΚΗΣ σύγχρονα ερωτικά τραγούδια υψηλού επιπέδου

Ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ ελληνικού τραγουδιού έχουμε εδώ, συντεθειμένο, για μιαν ακόμη φορά, από τον Γιώργο Καγιαλίκο. Λέμε για το CD «Αλκίνοος» [Μετρονόμος, 2021] σε λόγια, στίχους, ποίηση του Γιάννη Ευθυμιάδη και ερμηνείες από τον Βασίλη Γισδάκη.
Για τον τελευταίο δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Από τους σημαντικότερους ύστερους τραγουδιστές, που ξεπήδησαν μέσα από την ερμηνευτική ομάδα του Μάνου Χατζιδάκι, ο Βασίλης Γισδάκης, τριάντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του, εξακολουθεί να διαθέτει μια πολύ καλή φωνή, παραμένοντας ένας από τους πλέον σοβαρούς (άντρες) ερωτικούς τραγουδιστές μας. Έτσι, σ’ ένα δίσκο με το ίδιο σοβαρά τραγούδια για τον έρωτα, όπως αυτά που ακούμε στον «Αλκίνοο», το να έχεις στη διάθεσή σου τις φωνητικές υπηρεσίες του Β. Γισδάκη δεν είναι μικρό πράγμα – απεναντίας είναι το σωστότερο και το μεγαλύτερο.
Ο Γιάννης Ευθυμιάδης είναι φιλόλογος, χαράκτης και βεβαίως ποιητής. Ο λόγος του έχει δισκογραφηθεί ξανά, από τον Γιώργο Καγιαλίκο και πάλι, στο άλμπουμ «Το Κρύσταλλο του Κόσμου» (2016), οπότε δεν θα ήταν άτοπο να υποθέσουμε πως συνθέτης και στιχουργός έχουν κατακτήσει μιαν επαφή, πορευόμενοι μέσω μιας τομής, με τα κοινά στοιχεία τους να είναι τής αυτής αισθητικής κατεύθυνσης.
Συνθέτης με κατατεθειμένο έργο, ο Γιώργος Καγιαλίκος παραμένει εδώ και μια δεκαετία στην κορυφή αυτού του ειδικού «έντεχνου» τραγουδιού, με τις «χατζιδακικές»  και «μαμαγκακικές» αναφορές, από το οποίο πέρασαν ήδη (και παραμένουν εκεί) οι πρώτοι επίγονοι (όπως ο Γιώργος Σταυριανός για παράδειγμα), μεταφέροντας τα βαθιά σκιρτήματα, αυτών των λυρικών ταλαντώσεων, στην νεότερη γενιά. Αυτή η γενιά αντιπροσωπεύεται σήμερα από τον Γιώργο Καγιαλίκο (και ορισμένους ακόμη), έναν μουσικό που κρατάει σταθερή επαφή με την δισκογραφία – κάτι πολύ σημαντικό, για την περίπτωσή του, μα και για το ελληνικό τραγούδι γενικότερα.
Ο Γ. Καγιαλίκος, γνωρίζοντας προφανώς πως το ερωτικό τραγούδι, στον πιο ψηλό βαθμό του, δεν θέλει πολλά για να εκφραστεί –ίσως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο τη σιωπή– πράττει εδώ την μία και μοναδική κίνηση. Να έχει δίπλα του ένα στίχο υψηλού επιπέδου (αυτόν του Γιάννη Ευθυμιάδη), μία φωνή που σημαίνει (αυτή του Βασίλη Γισδάκη) κι έναν πιανίστα, που έρχεται να συνοδεύσει λιτά και ουσιαστικά (τον Νεοκλή Νεοφυτίδη).
Δεν χρειάζεται κάτι άλλο, προκειμένου να καταγραφούν αυτές οι θεσπέσιες μελωδίες – να τραγουδηθούν με τόση θέρμη και πάθος αυτά τα απολύτως ερωτικά λόγια.
Άσματα για φωνή και πιάνο λοιπόν, που στοχεύουν κατ’ ευθείαν στην ψυχή τού ακροατή – ο οποίος ακροατής, για να μπορέσει να τα απολαύσει στην ολότητά τους, θα πρέπει να ξεχάσει πολλά απ’ αυτά που ξέρει (κι έχει ακούσει), ώστε, δια της συνεχούς αφαιρέσεως, να μπορέσει να αναρριχηθεί προς την κορυφή. Αξίζει να το επιχειρήσει. Εκεί θα τον περιμένουν μερικά σπάνια τραγούδια –σπάνια για τις μέρες μας– όπως είναι το «Κάποιες στιγμές», ο «Πολύκλωνος ανθός» ή το «Δεν απαντάς».
Επαφή: www.metronomos.gr

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

PORTICO QUARTET το δεύτερο άλμπουμ των κορυφαίων Βρετανών, μέσα στο 2021

Δεύτερο άλμπουμ των Βρετανών Portico Quartet μέσα στο 2021. Λέμε για το Monument [Gondwana Records / AN Music], που κυκλοφόρησε στις 12 Νοεμβρίου και που ακολουθεί το “Terrain”, που είχε δει το φως στις 28 Μαΐου και για το οποίον υπάρχει ήδη review στο δισκορυχείον.
Τι μπορεί να άλλαξε μέσα σε έξι μόλις μήνες από την προηγούμενη δουλειά του γκρουπ, ώστε να αιτιολογείται μία επόμενη; Από τίποτα έως ελάχιστα προφανώς... οπότε η νέα έκδοση δεν μπορεί παρά να αποτελεί απόδειξη, και αυτή, του ζενίθ δημιουργικότητας στην οποία βρίσκονται οι βρετανοί μουσικοί – αυτό το πολύ ιδιαίτερο ντούο, με τις όποιες οργανικές επεκτάσεις του (για να εμφανισθεί ως κουαρτέτο).
Ο Duncan Bellamy λοιπόν σε ντραμς, μπάσο, κρουστά, σύνθια, πιάνο, φωνή και ο Jack Wyllie σε σαξόφωνα, πιάνο, σύνθια, συν τις σοβαρές βοήθειες από την τσελίστρια Francesca Ter-Berg σε τρία tracks και την βιολίστρια Simmy Singh σε ένα αποτελούν το εκτελεστικό «προσωπικό» του “Monument”, ενός άλμπουμ (2LP, CD) δέκα συνθέσεων, που κινούνται, όλες, στο γνωστό ύφος του γκρουπ.
Μπορεί να μην αποτελεί έκπληξη πια το ύφος των Portico Quartet, αυτός ο εντελώς θαυμαστός συνδυασμός jazz και ηλεκτρονικών, αλλά από την άλλη δεν γίνεται να μην εκτιμηθεί η με την δημιουργική έννοια «εμμονή» τους σ’ αυτό το ίδιο και απαράλλαχτο σκηνικό, που στήνουν χρόνια τώρα, χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις και με πάντα ψηλά την μελωδική τους στόφα.
Γιατί, την έχουν στο αίμα τους την μελωδία οι Portico Quartet, γνωρίζοντας κιόλας –πολύ σημαντικό αυτό– πώς να την κάνουν να ακούγεται διαφορετική από δίσκο σε δίσκο, χωρίς να αλλάζουν, την ίδιαν ώρα, το δικό τους αισθητικό πλάνο.
Λέμε για jazz και ηλεκτρονικά... Στην πράξη, όμως, εκείνο που κυριαρχεί και σ’ αυτή την δουλειά τού βρετανικού σχήματος είναι η εκλεπτυσμένη pop. Η ψαγμένη pop, που δεν αποκλείει τις όποιες παρασπονδίες, προς πιο «σοβαρά» genres (τον μινιμαλισμό ας πούμε), προκειμένου να καταγραφούν, για μιαν ακόμη φορά, σπουδαίες και ανεπανάληπτες στιγμές.
Προφανώς το άλμπουμ είναι καταπληκτικό, προφανώς ακούγεται ολάκερο, με τη σειρά, χωρίς κανένα από τα tracks να είναι υποδεέστερο του άλλου, προφανώς και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κάποια από τα θέματα, γιατί όλα λειτουργούν, βασικά, «ενωτικά», κινούμενα σε υψηλότατα επίπεδα – αν κι εμείς θα επιχειρήσουμε να γράψουμε για το “A.O.E.” ή για το “Ultraviolet”, δύο από τις συνθέσεις των Portico, που σε αναγκάζουν να τις ακούς, κυριολεκτικά, με ανοιχτό το στόμα.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Τι είδε η Ροζίτα Σώκου στο Χόλλυγουντ, το 1969; Η Ελληνίδα δημοσιογράφος ανατέμνει τη ζωή της Μέκκας του Κινηματογράφου και κάτω από την λαμπερή βιτρίνα συναντά δράματα και μυστήρια

Η Ροζίτα Σώκου, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγο καιρό (14 Δεκεμβρίου) είχε γράψει πολύ ωραία κείμενα στα παλιά περιοδικά, όταν δούλευε σαν δημοσιογράφος επί των κινηματογραφικών – κείμενα παντελώς άγνωστα και ξεχασμένα σήμερα.
Τα κινηματογραφικά κείμενα της Ροζίτας Σώκου είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν έξυπνα, εμπεριστατωμένα, προκλητικά, με μια ιδεώδη ανάμειξη πληροφορίας, κριτικής, ρεπορτάζ και παρασκηνίου, εξάπτοντας την περιέργεια ή την φιλομάθεια του αναγνώστη, κρατώντας τον εύκολα αγκιστρωμένο στις σελίδες τους.
Η Ροζίτα Σώκου έγραφε για θέματα, για τα οποία δεν έγραφαν άλλοι συνάδελφοί της – που μπορεί να είχαν μεγαλύτερη θεωρητική κατάρτιση από εκείνην, αλλά αδυνατούσαν να «κρατήσουν» το απλό, αλλά σκεπτόμενο λαϊκό κοινό, που ήθελε να κρίνει μόνο του, διαβάζοντας έγκυρες πληροφορίες από έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν τις αντέγραφε από ’δω κι από ’κει, βιώνοντάς τες με την δική του μέθοδο.
Το να είσαι «μέσα στα πράγματα» λοιπόν και αυτό να το μεταφέρεις στους αναγνώστες σου μ’ έναν τρόπο ελκυστικό και ουσιαστικό, όχι περιαυτολογικό και φτηνό, ούτε «σκληρό» και ανελαστικό, διακρίνοντας, συγχρόνως, τα όρια από το κουτσομπολιό και από το «μάτι στην κλειδαρότρυπα», κρατώντας πάντα, με την πένα σου, ένα υψηλό επίπεδο, δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί ιδιαίτερο ταλέντο, και την ικανότητα να ελίσσεσαι όπως ο μαίανδρος στην ζωοφόρο – να κάνεις αισθητή την παρουσία σου, εννοούμε, δίχως να προκαλείς ή να γαργαλάς ποταπά αισθήματα.
Διαβάζοντας, έτσι, τις αφηγήσεις της Ροζίτας Σώκου από την επίσκεψή της στο Χόλλυγουντ, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 μας δημιουργήθηκε ξαφνικά η αίσθηση (μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αυτό, αλλά έχει και δόσεις αλήθειας) πως διαβάζαμε κομμάτια, εδάφια, από την περιώνυμη «Βαβυλώνα του Χόλλυγουντ» (1959) του Kenneth Anger, που εκδόθηκε κάποια στιγμή και στη γλώσσα μας [Θαυματρόπιο, 1983 / Αιγόκερως, 1984 / Αιγόκερως 2002], εκείνο το συναρπαστικό ανάγνωσμα γύρω από τα παρασκήνια τής μήτρας τού κινηματογράφου, με τον Anger να τραβά την κουρτίνα και να περιγράφει σκάνδαλα, όργια, περίεργους θανάτους, αυτοκτονίες, δολοπλοκίες, την αντικομμουνιστική υστερία και οτιδήποτε άλλο, που θα μπορούσε να προσβάλλει την κυρίαρχη άποψη ή ηθική.
Κάτι παρεμφερές (τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε) πράττει και η Ροζίτα Σώκου, με την σειρά των κειμένων της «Έρχομαι από το Χόλλυγουντ», που είχαν δημοσιευθεί στο οικογενειακό περιοδικό ποικίλης ύλης «Πρώτο», σε έξι συνεχόμενα τεύχη, από το #470 (20 Ιουνίου 1969), έως και το #475 (25 Ιουλίου 1969).
Πριν παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από τα «χολλυγουντιανά» κείμενα της Ροζίτας Σώκου, ας πούμε δυο λόγια για το «Πρώτο».
Το «Πρώτο» ήταν το «Φαντάζιο» της δεκαετίας του ’60. Το περιοδικό ξεκίνησε να εκδίδεται στις 24 Ιουνίου 1960, από τα αδέλφια Νάσο και Διονύσιο Μπότση («Ακρόπολις», «Απογευματινή» κ.λπ.) και τερμάτισε με το τεύχος #475, στις 25 Ιουλίου 1969, όταν η αγορά δεν μπορούσε πλέον να το συντηρήσει, μετά από την κυκλοφορία του «Φαντάζιο» (6 Μαρτίου 1969), που σάρωνε ό,τι ανάλογο εύρισκε στο διάβα του.
Περισσότερο λαϊκό από τις «Εικόνες» και περισσότερο εστέτ από το «Ρομάντσο», το «Πρώτο» υπήρξε ένα καλό περιοδικό ή και πολύ καλό σε επιμέρους φάσεις του, τεύχη ή άρθρα, με πολλή καλλιτεχνική ύλη, και με πολλή οικογενειακή λογοτεχνία (αστυνομική, αισθηματική κ.λπ.), μια συνταγή που αναπαρήγαγε θεληματικά και εκτόξευσε, στην πορεία, το «Φαντάζιο».
Το εισαγωγικό κείμενο της Ροζίτας Σώκου, στο τεύχος #470 του «Πρώτου», έχει τίτλο «Έρχομαι από το Χόλλυγουντ», διανθίζεται με φωτογραφίες του Γιάννη Μπεγάκη κι ένα μεγάλο μέρος του το μεταφέρουμε τώρα εδώ, ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητό το στυλ γραφής της ελληνίδας δημοσιογράφου. Μικρές παρεμβάσεις σε θέματα εκσυγχρονισμού της ορθογραφίας, όπως και οι αναφορές κάποιων κύριων ονομάτων και με τις λατινικές γραφές τους, μέσα σε παρενθέσεις, βοηθούν οπωσδήποτε στην καλύτερη κατανόηση. Το αφιέρωμα ξεκινάει έτσι...
 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/ti-eide-i-rozita-sokoy-sto-hollygoynt-1969