Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

AYDΙN ESEN φωτεινά χρόνια

Ήταν δέκα χρόνια πριν, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα πρώτο CD του πιανίστα-κιμπορντίστα Aydιn Esen. Είχε τίτλο “Living” [Emarcy, 2001] και κατέγραφε μία συνεργασία του Esen με τους πασίγνωστους Miroslav Vitous και Vinnie Colaiuta. Μάλιστα, για ’κείνο το CD είχα γράψει και στο περιοδικό (τεύχος 104, 11/2001) τη σχετική κριτική, η οποία, εξ όσων διαπίστωσα τώρα, ήταν αρκετά συγκρατημένη. Ο Esen χρησιμοποιούσε συχνά έναν κιμπορντικό ήχο, που δεν κόλλαγε με την αίσθηση που είχες συνηθίσει να σου αφήνει ένα jazz trio. Δίχως να παραλείπονταν κάποιες… anadolu αναφορές (Nefes), το “Living” είχε, βασικά, δυτικό, ηχόχρωμα, που άγγιζε, ενίοτε, contemporary πλαίσια. Μερικούς μήνες αργότερα (μέσα στο 2002 δηλαδή), μία σειρά CDs της Doublemoon με ένωνε εκ νέου με το έργο του τούρκου μουσικού. Ilhan Ersahin, Istanbul Blues Kubanyasι, Burhan Ocal, Laco Tayfa και ανάμεσα ένα ακόμη άλμπουμ του Aydιn Esen υπό τον τίτλο “Timescape” (είχε κυκλοφορήσει το 1999), να θέτει το πράγμα σε πιο στέρεες βάσεις. Σε συνεργασία με τον Baron Browne κοντραμπάσο, τον Steve Smith ντραμς, αλλά και τη σύζυγό του Randy, όπως και τον μικρό του γιό Aykan Esen στα φωνητικά, ο Aydιn Esen εμφάνιζε ένα περισσότερο straight ahead jazz άλμπουμ, από το οποίο ναι μεν δεν παραλείπονταν οι ηλεκτρονισμοί, υπήρχαν όμως και συνθέσεις υψηλού τζαζικού επιπέδου (“Weepin’”, “Moody”). Ρίχνοντας μια ματιά σ’ ένα βιογραφικό που υπάρχει στο διαδίκτυο, ο Aydιn Esen γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1962, παίρνοντας τα πρώτα μουσικά μαθήματα από τον τρομπετίστα πατέρα του. Αποφοιτήσας από το Istanbul Conservatory το 1980 και βραβευμένος με Πρώτο Βραβείο για Πιάνο και Σύνθεση, μετακομίζει στο Oslo για σπουδές και αμέσως μετά (1983) στο Berklee College of Music. Είναι η εποχή κατά την οποία γνωρίζεται με δεκάδες μουσικούς (Pat Metheny, Roy Haynes, Frank Gambale, Dave Liebman, Peter Erskine, Gary Burton, Daniel Humair, George Garzone, Mino Cinelu, Michel Portal, Trilok Gurtu), εμφανιζόμενος μαζί τους στις σκηνές του Μεγάλου Μήλου. Το 1986 ιδρύει τους Transfusion με τους Tommy Campbell, Kai Eckhardt (αργότερα τον Baron Browne) και άλλους, ενώ το 1987 σχηματίζει την New York Super Band με τους Tiger Okoshi, Miroslav Vitous, Bob Mintzer και Bob Moses περιοδεύοντας στην Ιαπωνία. Οι ηχογραφήσεις του είναι διασκορπισμένες στις εταιρίες Columbia/Sony, PolyGram, Arista, JMS, Gramavision, Label Bleu κ.ά. Άλλες αφορούν σε duo, όπως οι “Honor Simplicity” (με Kai Eckhardt) και “Turar” (με Arto Tuncboyaciyan), άλλες σε trio, όπως οι “Trio” (με Eddie Gomez και Marcello Pelitteri) και “So Many Lifetimes” (με Peter Herbert και Can Kozlu), και άλλες σε μεγαλύτερα σχήματα όπως οι “Pictures” (με Mick Goodrick, George Garzone, Can Kozlu, Peter Herbert, Tommy Campbell), “My Heart” (με Charnett Moffett, Kevin Eubanks, Emily Remler, Randy K) και “Anadolu” (με Anthony Jackson, Dave Holland, Peter Erskine, Dave Liebman, Mino Cinelu, Dave Bargeron, Jon Faddis, Randy K). Ένα από τα τελευταία άλμπουμ του Aydιn Esen έχει τίτλο “Light Years” [A.K. Muzik Yapιm Org./Extinction] και κυκλοφόρησε πριν από πέντε χρόνια. Στο πρώτο μέρος του (γιατί πρόκειται για 2CD) κυριαρχεί η αφηρημένη σύνθεση Multiverse, διάρκειας 23:18 λεπτών. Μέσα σ’ ένα cosmic περιβάλλον, το οποίο συγκροτούν αυξομειούμενης έντασης ηλεκτρονισμοί, ο Esen επιχειρεί να συνταιριάξει σύγχρονες κλασικές αναφορές (Schoenberg, Boulez), με το χάσιμο των πρωτο-kraut συγκροτημάτων (αρχικοί Tangerine Dream), δημιουργώντας καινοφανή περιβάλλοντα. Απεναντίας, στο “Sea garden” (διάρκεια 14:51) το πιάνο είναι εκείνο που πρωταγωνιστεί, με τα στοιχεία της jazz ρομάντζας να αντιπαρατίθενται με τις ιδιότροπες αρμονίες και τις αναπάντεχες μελωδίες (σαν μια νοητή επικοινωνία ανάμεσα στον Jarrett και τον Monk). Στις υπόλοιπες συνθέσεις του πρώτου CD το ηλεκτρονικό στοιχείο κυριαρχεί. Στο δεύτερο CD (που διαρκεί και αυτό περισσότερο από μία ώρα) οι electro/avant περιπλοκές είναι κυρίαρχες. Το “Induan” είναι ένα δυνατό systemic kraut – όχι μακριά από τον radical synth ήχο που πρότεινε ο Asmus Tietchens εκεί στα late 70s – και το οποίον “Induan” επεκτείνει τους πειραματισμούς ενός άλλου άλμπουμ του Esen, του “Dialogo” [Material, 2005], που μπορεί να αφορά σε ακόμη περισσότερους avant-αδόρους. 

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

3η ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού υπήρξαν… έμπνευση της χούντας (διοργανώθηκαν έξι, από το 1968 έως το 1973) στην προσπάθειά της να ασκήσει πολιτιστική πολιτική, ποντάροντας, ταυτοχρόνως, και στην έξωθεν καλή μαρτυρία. Κάπως σαν μία επιβεβαίωση του καθεστώτος (θα το ήθελαν – το επεδίωξαν), το οποίον καθεστώς στρέφοντας τα όμματα της διεθνούς κοινής γνώμης (κάποιας κοινής γνώμης, τέλος πάντων) προς τις γιορτές και τα πανηγύρια, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητο την… αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς, επί της χειρουργικής κλίνης. Εκείνο, πάντως, που πρέπει να ειπωθεί είναι πως στις Ολυμπιάδες έδωσαν το παρόν διακεκριμένοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα (δεν αναφέρομαι μόνο στους εκτός συναγωνισμού) και, βεβαίως, ακούστηκαν κάμποσα καλά τραγούδια, τα οποία δεν είχαν ουδεμία σχέση με ό,τι θα ονομάζαμε έτσι επιτιμητικώς, ή υποτιμητικώς, ως χουντοτράγουδα.
Στην τρίτη Ολυμπιάδα που διεξήχθη στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο διάστημα 10-12/7/1970 συμμετείχαν 38 χώρες, παρουσιάστηκαν 39 τραγούδια (αφού η Ελλάδα είχε δύο συμμετοχές, μία με τη Γιοβάννα και μία με τον Σάκη Παπανικολάου), ενώ υπήρξαν και κάμποσες έκτακτες παρουσίες καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, που έδιναν τα συνήθη credits στη γιορτή (Adamo, Josephine Baker, Al Bano, Sandie Shaw, Carmen Sevilla και Augusto Alguero, Dave Carroll & The Sing-Sing Four, The Delta Rhythm Boys, Trio Athenee).Η κριτική επιτροπή, που είχε για πρόεδρο τον συνθέτη του ελαφρού και της κλασικής Κώστα Γιαννίδη και μέλη τους Lucio Milena (Αργεντινή), Augusto Marzagão (Βραζιλία), Enrique Araoz (Βολιβία), O. Agudo (Πορτογαλία), B. Lee (Τζαμάικα) και R. Fito (Ισπανία) απένειμε τα εξής βραβεία. Πρώτο (186 πόντοι και 60 χιλιάδες δραχμές) στο “Adio” (σε μουσική Nikica Kalogjera και στίχους Ivica Krajec), το οποίο τραγούδησε η Σκοπιανή (και τότε Γιουγκοσλάβα) Ljupka Dimitrovska. Δεύτερο (178 πόντοι και 30 χιλιάδες), στο βραζιλιάνικο τραγούδι των Antonio Adolfo και Tiberio Gaspar “Teletema” που είχε ερμηνεύσει η Evinha και τρίτο (154 πόντοι και 15 χιλιάρικα) στις ΗΠΑ για το τραγούδι του Marty Butler “I could give you the world”, που απέδωσε ο Jim Mancel. Επίσης, απονεμήθηκε Χρυσό Μετάλλιο για την ενορχήστρωση του Augusto Alguero Jr. στο ισπανικό τραγούδι “El adios” με τον Nino Bravo και Χρυσός Δίσκος για την παρουσία της Βουλγάρας Lili Ivanova στο “Zvezda”. Ανάμεσα στους εμφανιζόμενους και o Marcos Paulo (Πορτογαλία) με το “O homem e o mar”, o Raul Vale (Μεξικό) με το “Avalancha”, η Mirla Castellanos (Βενεζουέλα) με το “Ballada a papillon”, o Dennis John (Νότια Αφρική) με το “My world flew into space”, o Alf Gardner (Δυτική Γερμανία), ο Karel Gott (Τσεχοσλοβακία), ο Julio Zegers (Χιλή), η Aliza (Ισραήλ), η Angelica (Ιταλία), η Margarita Pislaru (Ρουμανία), η Franciné (Ελβετία)… Τα ονόματα υπήρξαν μεγάλα στην πορεία, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι από τους άνω τραγουδιστές έκαναν τρανές καριέρες στις πατρίδες τους, όπως η Lili Ivanova (η κορυφαία, για πολλούς, βουλγάρα τραγουδίστρια τα τελευταία 50 χρόνια), ο Karel Gott (top όνομα του τσεχοσλοβάκικου άσματος), η Ρουμάνα Margarita Pislaru (χαρακτηριστικό ye-ye girl των mid-sixties, με τους Sincron ως backing μπάντα της), ο Πορτογάλος Marco Paulo που ηχογραφούσε με τους Quarteto 1111, ή ο Ισπανός Nino Bravo, μέλος των Superson στα sixties, που σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό το 1973 στα 29 του και που, μετά θάνατον, το άλμπουμ και το τραγούδι του “Libre” – όπως διάβασα στη wikipedia – κακόπεσε, όταν έγινε κάτι σαν ύμνος της χιλιανής χούντας…
Από πλευράς δισκογραφίας καταγράφονται οι εξής εκδόσεις:
1. Ljupka Dimitrovska – Adio/ En-ten-tini – 7ιντσο, YUG. Jugoton SY-1610 – 1970 
2. Eva (Evinha) – Teletema/ Enluecer – 7ιντσο, BR. Odeon 7B-421 
3. Jim Mancel – I could give you the world/ Sidewalk dreamer – 7ιντσο, CAN. Polydor 2065-026-DJ – 1970 
4. Nino Bravo – Nino Bravo – LP, ESP. Polydor 2385 010 – 1970 
(περιέχει το “El adios” των Fernando Arbex και Augusto Algueró) 
5. Lili Ivanova – Camino – LP, BUL. Balkanton BTA 1180 – 1970 
(περιέχει το “Zvezda” των Alexander Josifov και Krystio Stanishev)
6. Marco Paulo – O Homem e o mar, Amar e vencer/ Ver e amar, Lutar e viver – 7ιντσο EP, POR. EMI? – 1970 
H εκτέλεση του “Adio” είναι φυσικά πολύ μεταγενέστερη (2009) έχει όμως το δικό της ελληνικό ενδιαφέρον…

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

THE BOY τι κι αν είναι Σάββατο…

Αυτό που παρουσιάζει ο The Boy στην «Ηλιοθεραπεία» [Inner Ear, 2011] δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία. Δεν είναι τόσο το μουσικό background, ένα electro-punk κάπως eighties… προσαρμοστικότητας, δεν είναι τόσο η αδούλωτη στιχουργική του, που είναι αυτή που είναι (γνωστή, σε όσους, από την εποχή των Mary and The Boy και των προηγούμενων προσωπικών του άλμπουμ), δεν είναι η ερμηνεία του (πνιγμένη και με τα σωθικά να πάλλονται), είναι, βασικά, ο συνδυασμός τους, η συνισταμένη, η γενική κατάσταση που υψώνει την «Ηλιοθεραπεία» στα όρια του… δεκαπεντάλογου.
O Boy, για ακόμη μία φορά, εξηγεί για ποιον ακριβώς λόγο βρίσκεται στη δισκογραφία (δε μιλώ για τη συγγραφή ή τη σκηνοθεσία). Τι είναι εκείνο που τον κινητοποιεί, που τον μετατρέπει σ’ ένα σεισμογράφο των προπατορικών βαρών και του κληρονομημένου ευνουχισμού. Υπάρχει μία στροφή, στην υπερχειλίζουσα στιχουργική του, που μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στο ψαχνό. Γράφει κάπου: «Πια δεν θέλουμε μπαμπά, μαμά, δασκάλα, αρχηγό, θεό. Θέλουμε μόνο ένα αλάνθαστο σχέδιο να ανατινάξουμε το εγώ και το εδώ». Είναι οι λέξεις εντός των οποίων εσωκλείεται η ουσία της «ηλιοθεραπείας»· ένα άλμπουμ πολιτικού και κοινωνικού σφρίγους, που δεν χαρίζεται σε κανέναν, βάλλοντας ταυτοχρόνως κατά πάντων. Μοναδικό το τραγούδι «Άνθρωπος», συμπυκνώνει την ποιητική και τη συνθετική δεξιότητα του Boy… και όσοι εντοπίζουν ομοιότητες με την τραγουδοποιία του Κ.Βήτα απλώς συγχέουν την ενοχοποίηση του αιτίου με την απενοχοποίηση του αιτιατού. (Η έκδοση περιλαμβάνει κι ένα βιβλιαράκι 108 σελίδων με το μυθιστόρημα του Boy «Μαύρο Αίμα». Θα το διαβάσω εν καιρώ).

Και άμα δε φύγω από τη ζωή
θα τρέξω στα όνειρά μου
παίρνοντας μάτι από τη ρωγμή
που έχει ανοίξει η καρδιά μου.
Άφωνο, άφωνο, όλα με αφήνουνε άφωνο.

Βγαίνω στους δρόμους των Αθηνών
πώς λέγεται η καύλα στ’ αρχαία;
Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι πως
η Αθήνα είναι μια όμορφη νέα.
Άμορφο, άμορφο, είναι το σπίτι μου άμορφο.

Ρε, όπως ρε φίλε δεν χρειαζόταν.
Μι, όπως μη φεύγεις αγάπη μου.
Φα, όπως φάγαμε και το φαΐ τελείωσε.
Σολ, όπως σ’ όλο τον κόσμο έψαχνα για σένα
Λα, όπως λάθος δεν έκανα ποτέ.
Σι, όπως εσύ δε με περίμενες.

Μια είμαι άγιος, μια είμαι κακός
δε δίνω λεφτά σε ζητιάνους.
Κρύβω ένα διάβολο από το θεό
σιχαίνομαι τις τσόντες με νάνους.
Άδικο, άδικο, είναι το μάτι μου άδικο.

Σίχαμα έγινε πια η στολή
που βάζω για να μη μ’ αγγίζεις.
Ο κάθε γέρος που ’χει νεκρή ψωλή
σκοτώνει γιατί θέλει να ζήσει.
Κι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος
που ’χαμε δίπλα μας, ο άνθρωπος
ο άνθρωπος, ο άνθρωπος
ήταν όμορφος, ο άνθρωπος.
Ο άνθρωπος, ο άνθρωπος
που μας ξεχώριζε, ο άνθρωπος
ο άνθρωπος, ο άνθρωπος
που όλοι ξέρουμε είναι νεκρός.

Καλοκαιρινή συναυλία χαμογελαστά πρόσωπα.
Το κέφι τους είναι για μένα κτηνωδία.
Με καταπίνουν οι ορμόνες τους.
Ό,τι δεν χαμογελάει το καταστρέφουν με τα νιάτα τους.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

PAUL E. ERDMAN δολοφονήστε το δολάριο

(…) Τρεις ορόφους πιο κάτω, στο τμήμα συναλλάγματος, τα τηλέφωνα είχαν αρχίσει ν’ ανάβουν. Στις εννιά παρά τέταρτο είκοσι χρηματιστές μπήκαν ταυτόχρονα στο παιχνίδι. Η Γερμανική Τράπεζα της Φρανκφούρτης πρόσφερε 25.000.000 δολάρια. Η Αμερικανική Γενική Τράπεζα δέχτηκε να τα πάρει στην τιμή των 3,3015 γαλλικών φράγκων, την κατώτερη ως εκείνη τη στιγμή του δολαρίου. Η Κρεντί Λιονέ από το Παρίσι πρόσφερε 50.000.000 δολάρια, αλλά δεν της άρεσε η τιμή. Θα ξανάπαιρναν σε δέκα δεκαπέντε λεπτά. Η Τράπεζα των Βρυξελλών ήθελε να πουλήσει 35.000.000 δολάρια με προθεσμία τριών μηνών. Ο υπάλληλος συμβουλεύτηκε τον Ζίμερερ. Αποφάσισαν να ρίξουν 5% τις προθεσμιακές τιμές. Πρόσφεραν στις Βρυξέλλες 3,1360 φράγκα. Οι Βέλγοι δέχτηκαν αμέσως. Δύο λεπτά αργότερα η Μπάνκα Νατσιονάλε ντι Λαβόρο δεχόταν την ίδια τιμή για 40.000.000 δολάρια.
Αποφάσισαν να ρίξουν τις προθεσμιακές τιμές κατά 1% ακόμη. Κι ύστερα ήρθε η έκπληξη.
«Τρέξε γρήγορα, Ζίμερερ. Είναι η Τράπεζα Εξωτερικού Εμπορίου της Μόσχας. Θέλουν ν’ αγοράσουν 100.000.000 δολάρια σε τρέχουσες τιμές κι άλλα 100.000.000 σε προθεσμιακή τιμή τριών μηνών. Τι να κάνω;».
«Δώσε μου το τηλέφωνο».
Συζήτησε κάπου πέντε λεπτά πριν συμφωνήσει την τιμή. Ήταν σαν χαμένος, καθώς έκλεινε το τηλέφωνο.
«Ζίμερερ, η Βουδαπέστη. Θέλουν ν’ αγοράσουν 50.000.000 δολάρια σε τρέχουσες τιμές. Αλλά θέλουν καλύτερη τιμή».
«Πες τους 3,31».
Παύση.
«Θέλουν 3,3050».
«Έγινε».
«Για τ’ όνομα του Θεού», ακούστηκε μια φωνή από το βάθος της αίθουσας. «Είναι πάλι η Γερμανική Τράπεζα της Φρανκφούρτης. Τώρα θέλουν ν’ αγοράσουν 50.000.000 δολάρια. Τους πρόσφερα 3,33 και δέχτηκαν. Τι διάβολο γίνεται εδώ πέρα;».
Στα επόμενα δεκαπέντε λεπτά, το δολάριο ανέβαινε σταθερά λεπτό προς λεπτό. Ξεκίνησε από τα 3,3015 και λίγο μετά της εννιά είχε φτάσει στα 3,3645. Στις εννιά και τέταρτο μια κοπέλα παρέδωσε στον Ζίμερερ ένα τέλεξ. Το Γιουνάιτεντ Πρες μετέδιδε ότι η συμφωνία για το ρωσογερμανικό αγωγό θα υπογραφόταν και ότι οι Ρώσοι είχαν δεχτεί να προσδιοριστεί το αντίτιμο σε μάρκα αντί για δολάρια. Μέσα στα επόμενα λεπτά το δολάριο έφτασε στα 3,38 φράγκα. Ήταν φανερό ότι όλοι οι επαγγελματίες κάλυπταν τα ανοίγματά τους. Οι μόνοι που εξακολουθούσαν να πουλούν δολάρια ήταν οι κερδοσκόποι, που ακόμη δεν είχαν μάθει τα νέα και πίστευαν ότι συνεχιζόταν η κατάσταση της προηγούμενης μέρας. Ο Ζίμερερ είχε αρχίσει να ιδρώνει. Η Αμερικανική Γενική Τράπεζα ήταν ακάλυπτη κάπου δύο δισεκατομμύρια δολάρια. Σήκωσε το τηλέφωνο και ζήτησε το δόκτορα Χόφερ.
«Ζίμμερ εδώ. Ακούστε, δόκτορα Χόφερ, νομίζω ότι πρέπει να έρθετε αμέσως. Η αγορά έχει αναστραφεί. Το δολάριο είναι τώρα στο 3,38 και συνεχώς ανεβαίνει. Τα πράγματα χειροτερεύουν από λεπτό σε λεπτό. Νομίζω ότι πρέπει να κινηθούμε πριν φτάσουμε στην καταστροφή».(…).
Αυτά τα ωραία συνέβαιναν στο μακρινό 1973 – από το βιβλίο του Paul E. Erdman “The Billion Dollar Sure Thing”, που τυπώθηκε και στην ελληνική σε βιπεράκι από τις εκδόσεις καρρέ το 1989 – όταν οι αποφάσεις για τα απανταχού... δημοψηφίσματα δεν μεταδίδονταν, όπου γης, σε χρόνο dt.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

POLL - POP

Ο όρος pop, στη μουσική, δεν είναι μονοσήμαντος από αισθητικής και κοινωνικής πλευράς. Συνήθως αποκτά διαφορετική σημασία μέσα στα χρόνια, δίχως, σώνει και καλά, οι νέες εκδοχές να ακυρώνουν τις παλαιότερες. Μιλάμε πάντα, ας πούμε, για ποπ ενορχηστρώσεις, εννοώντας τη χρήση εγχόρδων στα ενορχηστρωτικά σχήματα, ενώ μιλούσαμε για pop, αντιπαραβάλλοντάς την πάντα με το rock – όσοι άκουγαν pop στην Ελλάδα ήταν ας πούμε οι χαλβάδες, ενώ όσοι άκουγαν rock ήταν υποτίθεται οι μάγκες και οι πληροφορημένοι – και μιλάμε, πλέον, για pop, εννοώντας κάτι ευρύτερο, κάτι που διαπερνά οριζοντίως και το rock και την jazz και το καθημερινό άσμα, ενδεχομένως και κάποιες από τις ηχητικές ιδιαιτερότητες. Έγραφε, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1978, ο Κώστας Θεοφιλόπουλος στο περιοδικό ΤΖΑΖ (τεύχος 5): «Αν μεταξύ ποπ και ροκ υπάρχει τυπολογική αντινομία, και αν μια εξέταση των στοιχείων της μορφής μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε ιστορικά και αισθητικά την εμφάνιση του ροκ-εν-ρολ σαν μουσική έκφραση από τα περιθώρια, η πραγματική, η κοινωνική σημασία του παρουσιάζεται μόνο αν το αντιμετωπίσουμε σαν το ‘καινούργιο ποπ’. Έτσι, το πρόβλημα μετατοπίζεται. Το ερώτημα δεν είναι πια τι είναι το ροκ-εν-ρολ, αλλά πώς έγινε ποπ. Δηλαδή, πώς λειτούργησε το ροκ-εν-ρολ μέσα στο ποπ περιβάλλον». Παρότι, εκ πρώτης, έχει να κάνει περισσότερο με την αίσθηση που αφήνει ένα τραγούδι ή μια μουσική σύνθεση ακούγοντάς την, η pop εμπεριέχει, ή, εν πάση περιπτώσει, θέλω να νομίζω ότι εμπεριέχει, μία θετική αξία, ένα σύστημα σημείων που αφορά (και) στο καλό γούστο (μην το αφήσουμε απ’ έξω), πέραν της αυτονόητης επαφής της με την πεζή, συχνά, καθημερινότητα και από ’κει και πέρα με το κοινωνικώς αιτούμενο.
Το 1971, όταν είχε κυκλοφορήσει το «Ζωντανοί Στο Κύτταρο», διάβαζες κάτι στο εξώφυλλο, το οποίο, φαντάζομαι, πως οι περισσότεροι από τους αγοραστές εκείνου του άλμπουμ (ίσως όχι τότε, αλλά οπωσδήποτε αργότερα) θα το είχαν αποδοκιμάσει. «Η Ποπ Στην Αθήνα». Ποπ δηλαδή η Δέσποινα Γλέζου, ο Παύλος Σιδηρόπουλος με τον Παντελή Δεληγιαννίδη, ο Δημήτρης Πουλικάκος με τον Εξαδάκτυλο, ποπ και ο Διονύσης Σαββόπουλος με τα Μπουρμπούλια, ποπ και οι Socrates Drank the Conium; Ακριβώς. Και ρουθούνι δεν άνοιξε... Κάποιοι, μέσα στην μακαριότητά τους, φαίνεται πως είχαν στοχεύσει διάνα, ή περίπου διάνα. Και όταν λίγα χρόνια αργότερα, την περίοδο 1978-79, θα προβαλλόταν στην Ελλάδα το The Last Waltz του Martin Scorsese, υπό τον τίτλο Ραντεβού Με Τ’ Αστέρια της Ποπ, πάλι οι ακραιφνείς ροκάδες θα έβγαζαν σπυριά – ελπίζω να μη συμβαίνει το ίδιο και τώρα. Ναι λοιπόν, pop και οι Band, ο Dr.John, ο Neil Young, pop και ο Paul Butterfield με τον Muddy Waters, pop και ο Eric Clapton με τον Bob Dylan. Τι είναι όμως η pop σε τελευταία ανάλυση; Πώς θα μπορούσαμε να την περιορίσουμε, με δύο λέξεις, ή, μάλλον, τέσσερις, για να μπορέσουμε να πάμε παρακάτω: η συνταγή της επιτυχίας. Το να ξεκινήσεις από τη βάση, φθάνοντας στην κορυφή, κερδίζοντας δόξα, αναγνώριση και χρήμα· κι ας εκλείπουν, από τούτη τη θεώρηση, τα λεγόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την έννοια pop έγινε ο Muddy Waters προς το τέλος της ζωής του, ο Dylan λίγα χρόνια μετά το ξεκίνημά του, ο Miles Davis όταν επεκτάθηκε προς το jazz-rock, και στα δικά μας μέτρα ο Σαββόπουλος από τα «Τραπεζάκια Έξω» και πέρα, η Δέσποινα Γλέζου ποτέ (παρότι, αισθητικώς, ήταν η πιο pop απ’ όλους στο «Ζωντανοί Στο Κύτταρο»), pop έγινε ο Σιδηρόπουλος μετά θάνατον (συμβαίνει κι αυτό), η Norah Jones επειδή έτσι αποφασίστηκε (αυτό κι αν συμβαίνει πια), και βεβαίως, pop ήταν οι Poll στα δύο χρόνια της ζωής τους. Οι τελευταίοι δεν κέρδισαν μόνο δόξα, αναγνώριση και κάποιο χρήμα (υποθέτω), αλλά μπόρεσαν ταυτοχρόνως να γράψουν και μερικά ωραία τραγούδια – από τα καλύτερα που ακούστηκαν ποτέ στον τόπο μας σ’ αυτό το στυλ, με ελληνικό, εννοείται, στίχο.Οι Poll άρχισε να παίρνουν μπροστά προς τα τέλη του 1970 και λίγο αργότερα (στους πρώτους μήνες του ’71) μία πρώτη, ουσιαστική line-up τους ήταν η ακόλουθη: Κώστας Τουρνάς κιθάρα, φωνή, Ρόμπερτ Γουίλλιαμς κιθάρα, φωνή, Σπύρος Μαυρογιάννης σιτάρ, φυσαρμόνικα, Στιού Λόγκαρ μπάσο, κρουστά (επρόκειτο για τον Σταύρο Λογαρίδη φυσικά, που είχε ήδη γράψει ένα 45άρι στην Polydor το 1970, παρέα με τον Nick Zelitz, ως Stew and Nick), Νάσια Σανδή φωνητικά και Μαίρη Γκλας επίσης φωνητικά. Τουρνάς και Williams γνωρίζονταν από την εποχή των Teenagers (1966), ένα γκρουπ, που άφησε ένα 45άρι στην Pan-Vox (δεν συμμετείχε ο Williams στην εγγραφή), ενώ οι δυο τους βρίσκονταν μαζί και σ’ ένα επόμενο σχήμα, τους Dino and X-Rays. Μετά από διάφορες ανακατατάξεις και την προσθήκη ενός «κανονικού» ντράμερ, του Κώστα Παπαϊωάννου (πριν στους Cinquetti και αλλού), οι Poll είναι έτοιμοι, άνοιξη προς καλοκαίρι του ’71, να γράψουν το πρώτο τους δισκάκι, το «Άνθρωπε αγάπα/ Έλα ήλιε μου» [Polydor 2061 075]. Τα τραγούδια θα αποδειχθούν φλέβα χρυσού, οι Poll θα εμφανισθούν στην τηλεόραση, το 45άρι θα πουλήσει αρκετά, θα βρεθεί να παίζουν ως support στη συναυλία του Mal στον Ορφέα, την 9/4/1971 (κατά τον Κώστα Τουρνά) – o Mal εκείνη την εποχή είχε τραγουδήσει την επιτυχία του “Occhi neri” και στη γλώσσα μας ως «Καλοκαίρι», σε στίχους Νίκου Ελληναίου, σ’ ένα 45άρι της RCA [46g 50091] από το 1971 βεβαίως –, και λίγο αργότερα στη Θεσσαλονίκη με τους Socrates Drank the Conium και τους Πελόμα Μποκιού, γεγονότα δηλαδή που θα φέρουν το γκρουπ φάτσα με την επιτυχία. Τη σεζόν ’71-’72 αποτελούν βασική ατραξιόν στο club Ελατήριον (Χέυδεν και Αριστοτέλους), σ’ ένα πρόγραμμα το οποίο είχε επιμεληθεί ο Γεράσιμος Λαβράνος (είναι ο Γεράσιμος Ντο Ρε Μι στο κόμικ, που συνόδευε το δεύτερο LP τους). Συμμετείχαν ακόμη ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου, η Δέσποινα Γλέζου και τα Ανάκαρα. Η μεγάλη επιτυχία στο Ελατήριον (το αντίπαλο δέος του Κυττάρου εκείνη την εποχή) τους οδηγεί ουσιαστικά στην ηχογράφηση του πρώτου μεγάλου δίσκου τους που είχε τίτλο «Άνθρωπε...» [Polydor 2421 011] και ο οποίος θα κυκλοφορούσε προς το τέλος του 1971. Τουρνάς, Williams, Λογαρίδης, Παπαϊωάννου και η Νάσια Σανδή στα φωνητικά, θα φτιάξουν ένα άλμπουμ σε παραγωγή του Κώστα Φασόλα, επιχειρώντας να μεταφέρουν τη flower-power αισθητική στα καθ’ ημάς, μ’ έναν τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση. Εξώφυλλο ταγάρι, θεόρατη αφίσα, που θα κρεμιόταν πάραυτα και φυσικά τραγούδια που περιέγραφαν μία νεανική θεματική, άνετης αποδοχής. Το «2000 λόγοι (εμπειρίες από την ζωή των πόλεων)» (μέσα σε ωκεανό αν βρεθώ θα ζήσω ή στο πιο ψηλό βουνό δεν θ’ αντιμιλήσω/ μόνο μεσ’ στον κόσμο αν με βάλεις θα χαθώ, δυο χιλιάδες λόγους έχω για να σ’ αρνηθώ, φοβάμαι...), ο «Γέρος» (εσύ γέρο που μιλάς, χωρίς να σκέφθεσαι εμάς, σκέψου λίγο τι έχεις κάνει εσύ/ όταν ήσουνα παιδί είχες κάποιον να σου πει ότι αυτό είναι σωστό ή λάθος...), οι «Φόβοι μου» (τόσα πρόσωπα και άνθρωποι/ τόσοι νέοι μέσα τους κλειστοί/ πως φοβάμαι τη ζωή που θα ζήσουμε...) καθώς και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα τραγούδια δεν έγιναν απλώς επιτυχίες, αλλά κάτι παραπάνω. Εκεί κι ένα από τα ωραιότερα pop άσματα που γράφτηκαν τότε στην Ελλάδα – το «Στην πηγή μια κοπέλλα», σε μουσική και στίχους του Τουρνά, τραγουδισμένο από τον Robert Williams. Την άνοιξη του ’72 θα βγει το δεύτερο δισκάκι τους με τα τραγούδια «Η γενειά μας/ Αετοί» [Polydor 2061 119] στο οποίο (μάλλον) συμμετείχε και η Δέσποινα Γλέζου, ενώ επιτυχία θα γνωρίσουν και οι εμφανίσεις τους στο δικό τους πλέον κλαμπ Πες της Μαϊμούς Να Πάψη Να Με Πειράζη Με Το Δάχτυλό Της ή απλώς Μαϊμού, στην Πλάκα (Μνησικλέους). Είναι η εποχή που θα παίξουν σε διάφορες πόλεις (Λαμία, Λάρισα, Βόλος, Πάτρα…), σε μια περιοδεία όμοια της οποίας δεν είχε γνωρίσει έως τότε ο χώρος και η οποία θα έκλεινε, κατ’ ουσίαν, με την αποχαιρετιστήρια εμφάνισή τους στο Σπόρτινγκ το Σεπτέμβριο του ’72. Είχε προηγηθεί η εμφάνιση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (20-22/9/1972) με τις «Μολυβιές φωτογραφίες» (με τις συμμετοχές των Μίκη Μίχου στο μπάσο, Άρη Τασούλη στο πιάνο και την ενορχήστρωση του Κώστα Κλάββα), τραγούδι που θ’ αποτελούσε το τρίτο τους 45άρι, με πίσω πλευρά το «Όσες φορές» [Polydor 2061 133]. Ήταν το κύκνειο άσμα τους, αφού όταν εκείνο θα κυκλοφορούσε το συγκρότημα ουσιαστικώς δεν βρισκόταν εν ζωή. Παραλλήλως είχε ολοκληρωθεί και η ηχογράφηση του “Poll” [Polydor 2421 025], του δεύτερου και τελευταίου (τότε) άλμπουμ, στο οποίο ακούγονταν μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια τους, που, αν θέλετε, προμήνυαν τα επερχόμενα – τα Απέραντα Χωράφια («Όσες φορές») και ίσως, στο βάθος-βάθος, τον Ακρίτα («Ρυθμός»). Ο Τουρνάς οπισθοχωρεί από βασικός συνθέτης, ο Willimas γράφει δύο άψογες μπαλάντες («Ξημερώνει», «Δεν θα ’σαι μάρτυς»), ενώ και ο Λογαρίδης έχει την ευκαιρία να δείξει, πιο πολύ, πόσο δυνατός τραγουδιστής ήταν (και είναι). Στην ηχογράφηση βοήθησαν και οι Άρης Τασούλης όργανο, πιάνο, Στέλιος Φωτιάδης μπάσο, Κώστας Καβάκος βιολί (πατέρας του Λεωνίδα Καβάκου), Γιώργος Τσουπάκης ντραμς, Τάκης Μαρινάκης ντραμς. Το δε 12σέλιδο ένθετο με το πολύχρωμο κόμικ του Στέργιου Δελιαλή έδινε στο άλμπουμ μία επιπρόσθετη pop χροιά.
Οι Ρουθ (Κώστας Τουρνάς), ο Ακρίτας (Σταύρος Λογαρίδης) και οι Plan (Robert Williams, Κώστας Παπαϊωάννου) θα έπαιρναν οσονούπω τη σκυτάλη…

Η πλήρης ιστορία των Poll είχε πρωτοδημοσιευτεί, δια χειρός Κώστα Τουρνά, στο περιοδικό Μανίνα στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ως βιβλίο τυπώθηκε από την Anazitisi Records και μοιράστηκε με τα 120 αντίτυπα του deluxe box-s “Poll… means love” το 2008.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

FRANK CARLBERG jazz και ποίηση

Κοιτάζοντας το ασημένιο αυτοκόλλητο στο μπροστινό μέρος του άλμπουμ τού πιανίστα Frank Carlberg, στο οποίο αναφέρεται πως μελοποιεί ποιήματα των Kai Nieminen, Anselm Hollo και Jim Gustafson υπέθεσα – και σωστά – πως, δεν μπορεί, κάποια σχέση θα έχει αυτός ο μουσικός με τη Φινλανδία. Το «όνομα» που με οδηγούσε ήταν, βασικά, εκείνο του Hollo, το οποίον υπάρχει πάντα στη μνήμη μου λόγω της παρουσίας του – μαζί με τους Adrian Mitchell, Allen Ginsberg, Gregory Corso, Lawrence Ferlinghetti κ.ά. –, στην International Poetry Incarnation του Λονδίνου (τον Ιούνιο του 1965), ένα γεγονός που είχε συμβάλει τα μέγιστα στην οριοθέτηση του british underground. Περαιτέρω, το όνομα του Carlberg το είχα συναντήσει και παλαιότερα (πάλι σε σχέση με τον Hollo), αφού είχε συμμετάσχει σε ακόμη μία απόπειρα μελοποίησης ποιήματος του Φινλανδού μέσω του Prana Trio (δες κι εδώ http://is.gd/85CF2Q). Με όλα τούτα κατά νουν, είπα να το ψάξω λίγο παραπάνω το ζήτημα· και όντως δηλαδή. Διαπίστωσα, έτσι, πως ο Carlberg είναι απλώς… Φινλανδός (ασχέτως αν το ονοματεπώνυμό του, προσωπικώς, δεν με παρέπεμπε) και πως, κατά το σύνηθες, είχε βρεθεί κάποια στιγμή (1984) στο Berklee για σπουδές, μπλέκοντας με πρόσωπα και καταστάσεις της σκηνής τής Ανατολικής Ακτής. Μάλιστα, όπως διάβασα στο βιογραφικό του, ο Carlberg ανήκει στη «τάξη» των Jim Black, Chris Cheek, Antonio Hart, Sam Newsome, Chris Speed κ.ά., με τον τενορίστα Cheek να τον συνοδεύει και στο πρόσφατο Uncivilized Ruminations [Red Piano Records, 2011].
Έχοντας, λοιπόν, ένα κάποια παρελθόν στο concept «jazz + ποίηση», ο Carlberg μεταχειρίζεται (είναι μία… σωστότερη λέξη από εκείνην της μελοποιήσεως) ποιήματα των Φινλανδών Nieminen και Hollo, καθώς και του Αμερικανού Gustafson, στηριγμένος πρωτίστως στη φωνή της Christinne Correa, μιας εξαιρετικής ερμηνεύτριας-βοκαλίστα, για το άλμπουμ της οποίας μετά του Ran Blake είχα γράψει πριν κάποιο καιρό (http://is.gd/SfH86q). Έχοντας, έτσι, δίπλα του δύο σαξοφωνίστες, τους John O’Gallagher και Chris Cheek, τον μπασίστα John Hebert, τον ντράμερ Michael Sarin και βεβαίως την Correa στα φωνητικά, ο Frank Carlberg δημιουργεί ένα μάλλον απροσδόκητο άλμπουμ, με πλείστα όσα στοιχεία improv jazz, αλλά και καθαρού-δημιουργικού νέου bop.
Έτσι, το εισαγωγικό “Lunatics” αφορά σε μία παρανοϊκή… απαγγελία από ένα ιατρικό περιοδικό του 1852 (η Correa δείχνει τα ερμηνευτικά της δόντια), με το “It was all about…” που ακολουθεί, τη συμπύκνωση δηλαδή του μύθου του Τριστάνου και της Ιζόλδης κατά Hollo, να ρέπει προς τη σκοτεινή μπαλάντα α λα Kurt Weill. Τo “Old age” στηρίζεται σ’ ένα στίχο του Nieminen (“Old age comes and goes, just as youth did. And then?”), δίνοντας την ευκαιρία στον O’Gallagher για ένα περίτεχνο σόλο, ενώ το “Misanthrope” επίσης του Nieminen («Θα θέλατε να γίνει μισάνθρωπος;». Και η απάντηση: «Μόλις αποκτήσει έναν κύκλο γνωριμιών») είναι μια ευκαιρία για ένα κοινωνικό σχόλιο ολίγον ελεύθερου τύπου. Όσον αφορά στο “Perfect”, ένα κάπως σαρκαστικό ποίημα του Gustafson γύρω από την εγωπάθεια («Θα είσαι τόσο τέλειος, όσο ακριβώς θέλεις να είσαι. Θέλω να είμαι εξαιρετικά τέλειος και είμαι») η Correa είναι απλώς το παν σε μία σύνθεση, που δείχνει, για ακόμη μία φορά, την άνεση του Carlberg στην τζαζ-υποταγή του ποιητικού λόγου.
Επαφή: www.redpianorecords.com

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ένα τραγούδι

Το κλιπ είναι από την ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Ο Μάγκας με το Τρίκυκλο» (1972) με το μακαρίτη Σταύρο Παράβα, έναν από τους τελευταίους Έλληνες που εξορίστηκαν (από τη χούντα του Ιωαννίδη) όταν «ξανάνοιξε» η Γυάρος το Φεβρουάριο του ’74.
Καλό μήνα (για να δούμε).

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

JOHN ROTTIERS ένας jazz-avant executive

Οι δίσκοι, τα CD, οι ηχογραφήσεις και ό,τι άλλο μπορεί ν’ ανήκουν πνευματικώς στους δημιουργούς, όμως δεν πρέπει να μειώνεται (όταν δεν πρέπει) η συνεισφορά (οικονομική, ενθουσιαστική, παραγωγική κ.λπ.) κι άλλων ανθρώπων, ψυχή τε και σώματι δοσμένων στον καλλιτεχνικό κόπο. Τέτοια περίπτωση είναι ο Βέλγος John Rottiers.Για τον John Rottiers πρωτοέγραψε στο Jazz & Τζαζ ο Σάκης Παπαδημητρίου (τεύχος 148-149, Ιούλιος 2005). Πρόκειται για έναν «πολύ ωραίο τύπο από το Βέλγιο, θρυλικό πρόσωπο της ευρωπαϊκής σκηνής της τζαζ και του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού. (...) Ο John Rottiers παρακολουθεί, συμμετέχει, διοργανώνει, τραβάει φωτογραφίες, ηχογραφεί, γίνεται φίλος των μουσικών και ό,τι άλλο συνάδει. (...). Έχει βοηθήσει αποφασιστικά στην έκδοση πολλών δίσκων με το να γίνει συμπαραγωγός και χορηγός, σε λογικά πλαίσια εννοείται, διότι δεν πρόκειται για επιχειρηματία ή εισοδηματία, αλλά για ένα μανιακό των πιο τολμηρών ρηξικέλευθων μορφών της τζαζ, των πιο περίεργων και ελεύθερων συνδυασμών οργάνων, των πιο αφηνιασμένων αυτοσχεδιασμών». Τον τελευταίο καιρό έφθασαν στα χέρια μου τέσσερα CD της λεγόμενης ευρωπαϊκής σκηνής, στα οποία ο John Rottiers έχει βάλει το χέρι του (στην τσέπη του) επενδύοντας σε οτιδήποτε άλλο πλην του κέρδους. Ακούω...
Πρώτο CD το “Canaries On the Pole #2” στην πορτογαλική Creative Sources Recordings [cs 135 cd, 2008], ηχογραφημένο στη Mechelen του Βελγίου, στο κλαμπ Jazzzolder (ναι, με τρία “z”) τον Ιούνιο του 2007. Παίρνουν μέρος οι Jacques Foschia μπάσο κλαρίνο, Mike Goyvaerts κρουστά, παιδικά παιγνίδια, Christoph Irmer βιολί, Georg Wissel προετοιμασμένα άλτο και τενόρο, κρουστά με τον John “Sugar Daddy” Rogiers (ένα από τα πολλά ονόματα του τύπου) στη γενική υποστήριξη. Περιττό να πω πως η μουσική του άλμπουμ αναπτύσσεται σε real time – υποθέτω με τις λιγότερο ή και καθόλου στούντιο-παρεμβάσεις – αντιπροσωπεύοντας πλήρως εκείνο που ονομάζουμε ολοκληρωτικός αυτοσχεδιασμός. Οι τέσσερις οργανοπαίκτες εκμεταλλευόμενοι ποικίλες χρονικές διάρκειες (υπάρχουν κομμάτια των 2-3 λεπτών, κάποια μέσης κι ένα μεγαλύτερο, που ξεπερνά τα 14) κατορθώνουν να οικοδομήσουν κατ’ αρχάς έναν ήχο, που φαίνεται να παράγεται από περισσότερα άτομα. Αιτία, τα στραγγαλισμένα σαξόφωνα του Wissel και βεβαίως το κρουστό σετ, το οποίο χειρίζονται (και ταυτοχρόνως) δύο μουσικοί. Το παίξιμο είναι αποσπασματικό και όχι, αναγκαστικώς, ομαδικό – υπό την έννοια ότι τα πνευστά έχουν καθοδηγητικό ρόλο –, ενώ θα έλεγα (όχι κάτι πρωτότυπο) πως απουσιάζουν τα soli, με το βιολί π.χ. να δημιουργεί κυρίως ατμόσφαιρες «υπό». Το “In/out”, με τους ενσωματωμένους... concrete ήχους της πόλης (κίνηση, καμπαναριά κ.λπ.), παγιδευμένους από ένα μικρόφωνο που έχει στηθεί έξω, την ώρα κατά την οποίαν το γκρουπ αναπτύσσει τους αυτοσχεδιασμούς του, είναι ασυζητητί το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του άλμπουμ· ενός άλμπουμ που θ’ αναζητήσει θέση στη σύγχρονη πινακοθήκη του αυθόρμητου.
Επαφή: www.creativesourcesrec.com
Για την ιταλική Amirani Records του Gianni Mimmo έχω γράψει κι άλλες φορές στο blog. Ένα από τα CD της, στο οποίο ο John Rottiers έχει ρόλο executive producer, είναι και το “Realgar” [AMRN013, 2008] των reFLEXible – Joachim Deville τρομπέτα, φλούγκελχορν, Thomas Olbrechts άλτο σαξόφωνο, Stefan Prins live electronics – ενός γκρουπ απ’ την Αμβέρσα, που ηχογράφησε το παρόν CD ζωντανά στην πατρίδα του, το Σεπτέμβριο του ’07. Πρόκειται για τέσσερα σχετικώς μεγάλης διαρκείας tracks (από 10:10, έως 14:32), στα οποία είναι κυρίαρχη θα έλεγα μία ηλεκτρακουστική αίσθηση. Περισσότερο κοντά στην ευρωπαϊκή avant και λιγότερο στην jazz, οι reFLEXible κατορθώνουν να περιγράψουν το συναρπαστικό τη στιγμή που το δημιουργούν. Το live ηλεκτρονικό processing του Stefan Prins είναι αλήθεια πως στηρίζει και γεμίζει το διαφορετικό του πράγματος, δίχως τούτο να σημαίνει πως τα πνευστά παιξίματα των Deville και Olbrechts δεν συμβάλλουν με το δικό τους τρόπο στη διευθέτηση μιας ανορθόδοξης ατμόσφαιρας. Οι ηχητικές εκπλήξεις καραδοκούν σε κάθε δευτερόλεπτο τούτου του προχωρημένου άλμπουμ, που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αποτελεί πρόταση συγκεκριμένης παραδοξότητας.
Επαφή: www.amiranirecords.com
Τον John Rottiers πρώτον, και ειδικώς, ευχαριστούν οι Lawrence Casserley και Jeffrey Morgan στα credits του “Room 2 Room” [Konnex KCD 5213, 2008]. Ύφος; Παρεμφερές – όχι ίδιο – με το προηγούμενο CD, αφού κι εδώ το ηλεκτρονικό processing (Casserley) και τα πνευστά, τενόρο και σοπράνο, κυριαρχούν (Morgan). Η ιστορία του Lawrence Cesserley είναι μεγάλη, αφού δημιουργεί και επεξεργάζεται ηλεκτρακουστικούς ήχους από τεσσαρακονταετίας. Η συμμετοχή του στο ICES (International Carnival of Experimental Sound – Λονδίνο, Αύγουστος 1972), υπήρξε καθοριστική όσον αφορά στην ίδρυση του multi-media ensemble Hydra, αλλά και τη γενικότερη στάση του τη σχετική με την electro τακτοποίηση δεκάδων projects. (Θυμάμαι, τα τελευταία χρόνια, τη συνεργασία-συμβολή του στο Electro-Acoustic Ensemble του Evan Parker, στην ECM). Τα ίδια σημαντικά και για τον αμερικανό reedman Jeffrey Morgan, πνευματικό τέκνο των Don Cherry και Oliver Lake, ο οποίος ζει από το 1991 στην Κολωνία, συμμετέχοντας σε δεκάδες euro-projects, κάποια εκ των οποίων απαθανάτισε η βερολινέζικη Konnex (έχουν ηχογραφήσει εκεί, ανάμεσα σε πλήθος άλλων, και οι Έλληνες Αντώνης Ανισέγκος και Τάσος Σπηλιωτόπουλος). Το “Room 2 Room” ηχογραφημένο στην Kassel και την Κολωνία, τον Μάιο του ’07, είναι ένα από ’κείνα τα avant-jazz-experimental άλμπουμ που μένουν στο αυτί με την πρώτη. Κυρίως γιατί η ένταση, η δύναμη και το πάθος που διοχετεύονται στα φυσικά όργανα, αλλά και στην electro μεταποίησή τους, ξεπερνούν τον ύφαλο του ασαφούς και του σκοπίμου, επικοινωνώντας με βαθύτερες ψυχο-σωματικές ανάγκες. Στο παίξιμο του Morgan υπάρχουν πολλές διαυγείς αναφορές, αλλά μία τουλάχιστον – εκείνη στον Albert Ayler – είναι ικανή να ενθουσιάσει. Ο Casserley αντιλαμβάνεται την ακρότητα της κατάστασης, αδιαφορεί για αναίτιες ισορροπίες και, επί της ουσίας, υψώνει στη νιοστή, την εκπεμπόμενη ενέργεια. Το 20λεπτο “Lunar lagoons” με τον υποχθόνιο kraut ταξιδευτισμό του (μία... απείθαρχη συνάντηση των Tangerine Dream του “Zeit” και του John Coltrane του “Interstellar Space”) δείχνει γιατί εκείνο που υποστηρίζει ο Rottiers, κάποιες φορές, χρειάζεται να ξεπεράσει τα όριά του ίνα διαχυθεί στο σύμπαν. Εκεί όπου ανήκει...
Επαφή: www.konnex-records.de
Τελευταία συμπαραγωγή του John Rottiers, το άλμπουμ τού Luca Miti “I Like to Stay Here a Little While Longer” [Studio V38, 2010]. Και εδώ ο ήχος μπορεί να είναι, όπως λέμε, πειραματικός, όμως με τίποτα δεν κλωτσάει τον ακροατή. Ο Luca Miti, ιταλός πιανίστας και συνθέτης, συνεργάτης, μεταξύ άλλων, του Alvin Curran και με έργα των Terry Riley και Takehisha Kosugi στο ρεπερτόριό του, συντάσσει ένα 40λεπτο άλμπουμ ηλεκτρακουστικής φύσεως και αυθόρμητης προσαρμογής, που έχει πράγματα να πει. “Estemporanea” (δηλαδή αυτοσχέδια) αποκαλούνται οι εννέα βασικές συνθέσεις τού CD, που αποτελούν, βασικά, συνομιλίες μεταξύ των live electronics, των… συμβατικών οργάνων (πιάνο, κιθάρες, κλαρινέτο, τενόρο, κοντραμπάσο, τρομπόνι…) και βεβαίως των φωνών· φωνασκούν η θρυλική, σχεδόν 90χρονη, Michiko Hirayama, συνεργάτιδα του Giacinto Scelsi – έχει τραγουδήσει και στο “Pranam I” (1972) το αφιερωμένο στον Γιάννη και την Σία Χρήστου – και ο Paolo Sinigaglia. Το αποτέλεσμα, στα μεγαλύτερα σε διάρκεια κομμάτια όπως είναι το “Estemporanea 3” και το “Estemporanea 4”, δεικνύει την απελευθερωμένη ρώμη του Luca Miti, καθώς και του Gruppo di Musica Estemporanea NED που τον συνοδεύει, και κυρίως την βαθιά υποβολή της παραγόμενης μουσικής· ένα θυελλώδες ηλεκτρακουστικό κοντίνουο, χτισμένο πάνω σ’ ένα ρυθμικό πιανιστικό υπόβαθρο αποτελούμενο από λίγες νότες αξίας.
Επαφή: www.myspace/nedetichetta.com

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

PLANET OF ZEUS macho libre

Τρία χρόνια μετά το “Eleven the Hard Way” [Casket, 2008] οι Planet of Zeus (Babis φωνή, κιθάρες, Jayvee μπάσο, Syke ντραμς, Yog κιθάρες) επιστρέφουν με το δεύτερο άλμπουμ τους που έχει τίτλο “Macho Libre” και κυκλοφορεί από την B-Otherside· κι αυτό πλημμυρισμένο στα κιθαριστικά riffs, κι αυτό σαλταρισμένο από το βαρύγδουπο ρυθμικό ταρακούνημα. Σκληρό, λοιπόν, rock, με στοιχεία southern (Molly Hatchet ας πούμε), «μετάλλου» (Down), αλλά και με μιαν αλήτικη αύρα να περιπλέκει το σύστημα, όχι και πολύ διαφορετική από τη γνωστή των Motorhead ή τη λιγότερο γνωστή των Dumpy’s Rusty Nuts. Το αποτέλεσμα βγάζει την ειλικρίνεια και την πειθώ, εκείνων των συγκροτημάτων που είναι σίγουρα για τον εαυτό τους. Εκείνων που δηλώνουν αποφασισμένα ανεξαρτήτως του τι τρέχει, που έχουν βρει μια φόρμα δημιουργική επί της οποίας κτίζουν, δίχως να νοιάζονται για το τι ακριβώς κτίζει ο διπλανός τους.
Το είδος που υπηρετούν οι Planet of Zeus, που κάποιοι το αποκαλούν και stoner – εμένα δεν με βρίσκει και τόσο σύμφωνο αυτός ο χαρακτηρισμός, αν και υπάρχουν στοιχεία, στα δύο instros ας πούμε, το “Unicorn without a horn” και το “Hazelnut (R.i.P)” – έχει συγκεκριμένες προδιαγραφές, οι οποίες διαμορφώνονται μέσα από ένα δούναι και λαβείν με το σχετικό κοινό, το οποίο κατακλύζει, συνήθως, τους συναυλιακούς χώρους. Υπάρχει δηλαδή μία κουλτούρα γύρω από τον εν λόγω ήχο, που πολύ δύσκολα την εγκαταλείπει όποιος, στην αρχή, την αποδεχτεί. Στα συν, πέραν της γενικότερης στάσης που είναι βαθιά ριζωμένη στις συνθέσεις και το τραγούδι, η ηχογράφηση και η παραγωγή του Θοδωρή Ζευκιλή (έχει δουλέψει για τους Rotting Christ, Nightstalker κ.ά.).
Επαφή: www.b-otherside.gr

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΝΤΗΛΙΑ…

Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη. Η αγανάκτηση που συσσωρεύεται ξεσπάει όπου και όπως να’ναι, παρασύροντας τα πάντα. Πρόσωπα, θεσμούς, έννοιες, οτιδήποτε. Η βίαιη προσαρμογή, σ’ έναν τρόπο ζωής μέσω του οποίου δύσκολα θα τα βγάζεις πέρα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή· ακόμη χειρότερα, όταν συνοδεύεται από ανεπαρκή (για να είμαι ευγενικός) πολιτική διαχείριση.
Άνθρωποι, οι οποίοι βρίσκονται στην εξουσία τριάντα και πλέον χρόνια, άρα είναι υπόλογοι ενός συστήματος διοίκησης και διακυβέρνησης που ανακατεύτηκε με το βούρκο πιάνοντας πάτο, νουθετούν από καθέδρας και σε παντελή απόσταση από τα διαδραματιζόμενα, πιπιλίζοντας τις γνωστές «ξύλινες» βλακείες (τις οποίες αναπαράγουν έτοιμοι παπαγάλοι), ρίχνοντας λάδι στη φωτιά και κάνοντας τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Καλά, δε βλέπουν μπροστά τους; Δεν αντιλαμβάνονται πως οι ίδιοι παίζουν με τους θεσμούς, καίγοντάς τους άμα τη εμφανίσει τους;
Είναι δυνατόν να μιλούν κάποιοι για μειοψηφίες, για λίγες εκατοντάδες, για υποκινούμενους από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, για δημοσίους υπαλλήλους που τους κόψανε το φραπέ (και γι’ αυτό διαμαρτύρονται) και γι’ άλλες τέτοιες φαιδρότητες; Όπου και να περπατήσεις, όπου και να γυρίσεις, η αγανάκτηση περισσεύει. Δεν ξέρει ο καθείς που να ξεσπάσει. Οι πάντες βρίσκονται στο κόκκινο. Τις προάλλες ένας παπάς (που δεν ήταν ταξιτζής…), μέσα σ’ ένα τρόλεϋ, τα έχωνε σε «κορυφαίο» υπουργό και συγκατάνευε, χωρίς να μιλάει, (ένστολος) τριάστερος της αστυνομίας που καθόταν δίπλα του! Το μισό τρόλεϋ πήρε γραμμή ρίχνοντας καντήλια· το άλλο μισό είχε κατεβασμένο το κεφάλι. Βλέπεις κι ακούς, πλέον, απίστευτα πράγματα. Οι σκηνές αγγίζουν τα όρια του σοκ. Ο κόσμος παραμιλάει.
Όσο δεν παίρνουν, οι ίδιοι, σοβαρές πολιτικές πρωτοβουλίες αναστροφής του κλίματος (και δεν εννοώ τα καμμένα από χέρι δημοψηφίσματα), η κατάσταση θα πλησιάζει στο απροχώρητο. Επιτέλους, οφείλουν να εκτονώσουν τη συσσωρευμένη οργή πριν είναι εντελώς αργά.

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

MATT BERRY φόβοι του μεσημεριού

Folk από την Acid Jazz; Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί. Σωστό, καθότι άλλο είναι το κλίμα στο οποίο μας έχει συνηθίσει η καλή εταιρία. Επειδή όμως η Acid Jazz είναι, στην ουσία, ένα πλουραλιστικό label, η folk έχει και αυτή την παρουσία της. Το “Witchazel” μάλιστα, το τρίτο άλμπουμ του Matt Berry, χαιρετίζεται από μέρους μου ως μία από τις ωραιότερες και πιο ιδιοσυγκρασιακές prog-folk καταθέσεις των τελευταίων ετών. Ένα έργο με φανερά στοιχεία seventies αισθητικής, καθόλου παρωχημένο, με ήχο προσαρμοσμένο στο τώρα και με στίχους απολύτως ξεχωριστούς· ένα μείγμα σουρεαλιστικών και χιουμοριστικών εκτροπών, που μας πηγαίνει πίσω στις μέρες των Scaffold του Mike McGear, του αδελφού τού Paul McCartney. (Τώρα, το ότι ο ίδιος ο McCartney κάνει φωνητικά εδώ, στο “Rain came down”, είναι άλλο ζήτημα. Αλλά μπορεί και να μην είναι…).
Ο Berry (γενν. το 1974) δεν είναι τυχαία περίπτωση. Μπορεί στην Ελλάδα να μην είναι πολύ γνωστός, αλλά στη Βρετανία είναι ένας απολύτως αναγνωρισμένος κωμωδιογράφος, μουσικός φυσικά, και βεβαίως ηθοποιός με εμφανίσεις σε πολύ δημοφιλείς κωμωδίες καταστάσεων όπως την “The IT Crowd” του Channel 4, έχοντας δανείσει τη (χαρακτηριστική) φωνή του σε ποικίλες διαφημίσεις. Λέει ο ίδιος, σχετικώς με το “Witchazel”, στο www.thevelvetonion.com: «Το άλμπουμ έχει να κάνει με τους φόβους που μπορεί νοιώσει κάποιος στην εξοχή, κι αυτό με πάει πίσω στο χρόνο, στο 1978, ένα έτος πολύ σημαντικό για μένα. Ήμουν τεσσάρων ετών και θυμάμαι πως με είχε τρομοκρατήσει το ‘Watership Down’ (σ.σ. μία παράξενη νουβέλα του Richard Adams, που είχε γυριστεί και σε κινούμενο σχέδιο), αλλά και η φωνή της Kate Bush. Οι εικόνες και οι μνήμες ήταν τόσο ισχυρές, ώστε ακόμη και σήμερα έχουν αφήσει έντονα σημάδια στη ψυχοσύνθεσή μου».
Φυσικά, μέσα από το “Witchazel” (2011) ο Berry φαίνεται κάπως να το διασκεδάζει, ή εν πάση περιπτώσει να διασκεδάζει εκείνους τους παιδικούς του φόβους, κάτι στο οποίο συντείνει και το είδος της ηχητικής επένδυσης που επιλέγει. Υπάρχει η folk αφήγηση, τα ακουστικά όργανα (κιθάρες, ακορντεόν, διάφορα κρουστά, recorders, κλαρινέτο), αλλά υπάρχουν και τα ηλεκτρικά ή και ηλεκτρονικά όργανα (ARP Odyssey, Vocoder, διάφορα Korg), που πάνε το πράγμα σε άλλες σφαίρες. Οι Genesis (εποχής Gabriel), το pastoral folk και folk-rock (από τους Wooden O έως τους Strawbs και τους Gryphon), αλλά και τραγουδοποιοί όπως ο Gordon Giltrap ή ο Meic Stevens φαίνεται να διαμορφώνουν το αισθητικό προφίλ τού Matt Berry, έτσι όπως εκείνο αποκρυσταλλώνεται σε tracks τύπου “The pheasant”. Ένα απολύτως αξιοπρόσεκτο άλμπουμ ενός πολυπράγμονος καλλιτέχνη.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

YOUR HAND IN MINE πρώτο - δεύτερο

Δεν έχω δει την ταινία του Mikio Naruse Yogoto No Yume, όμως διάβασα και άκουσα πολλά γι’ αυτόν τον άγνωστο του ιαπωνικού σινεμά από το συνάδελφο στο Jazz & Τζαζ Γιάννη Μουγγολιά. Ο Γιάννης είδε το φιλμ και άκουσε, φυσικά, την επί τόπου συνοδεία των Your Hand In Mine στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2007. Περαιτέρω, μού έδωσε να διαβάσω το εξαιρετικό βιβλίο για τη ζωή και το έργο του Naruse, που επιμελήθηκε η διοργάνωση και ακόμη ν’ ακούσω το χειροποίητο private pressing CD, που μοίρασε το σχήμα σε όσους είχαν παρευρεθεί στην προβολή, καιρό πριν πέσει στα χέρια μου το “Every Night Dreams, Music for Mikio Naruse’s Silent Film Yogoto No Yume στην Inner Ear [INN04, 2008].
Ας πω λοιπόν γι’ αρχή πως οι Your Hand In Mine (Μάνος Μυλωνάκης wurlitzer πιάνο, ακορντεόν, γιουκαλίλι, μελώδικα, παιδικό πιάνο, προγραμματισμός, Γιώργος Παπαδόπουλος μαντολίνο, glockenspiel, κιθάρα, σαντούρι, synth, rhythms) συνοδεύουν το φιλμ του Naruse σε real time. Παίζουν δηλαδή για μίαν ώρα και κάτι, σχολιάζοντας κάθε λεπτό της φιλμικής δράσης. Γι’ αυτούς – και για τη γνωστή μας μέθοδο της μουσικής επί τόπου – δεν υπάρχει νεκρός χρόνος, δεν νοούνται πλάνα, σκηνές που να μην επιδέχονται κάποιον, έστω και μικρό, μουσικό σχολιασμό. Μιλάμε λοιπόν για ένα καθ’ ολοκληρίαν soundtrack, που δεν κόβεται και ράβεται, προς χάριν μιας εμπορικής (με την καλή έννοια) CD-έκδοσης.
Τούτο, φυσικά, σημαίνει (και) το εξής. Η πλήρης κατανόηση της μουσικής των Your Hand In Mine, επιτυγχάνεται μόνο μέσα στη σκοτεινή αίθουσα· και βεβαίως, μία DVD έκδοση του “Yogoto No Yume”, με ενσωματωμένη τη μουσική του duo στην ταινία, θα μπορούσε να προσφέρει κάτι παραπλήσιο οίκαδε. H μουσική όμως δεν είναι ακριβώς... πολυκατοικία, που θέλει άλλου τύπου θεμέλια, πρώτο όροφο για να πατήσει ο δεύτερος, ταράτσα για ν’ απλώνεις τη μπουγάδα, ασανσέρ για ν’ ανεβοκατεβαίνεις... Στέκεται και μόνη της (όταν στέκεται), αφού από μόνη της μπορεί να είναι (όταν είναι) και εικόνα· ή, μάλλον, μύριες εικόνες, τις οποίες επιλέγει... απερίσκεπτα ο εκάστοτε ακροατής. Η ουσία, τέλος πάντων, της ακρόασης είναι πως τo electro-folk των Θεσσαλονικέων ηχεί αρκετά παλιομοδίτικο, ώστε ψυχικώς να συνταράζει και αρκούντως μετα-μοντέρνο, ώστε σωματικώς να ακινητοποιεί. Με μια λέξη: σπουδαίο.
Το “The Garden Novels” [Inner Ear INN040, 2011] είναι το δεύτερο άλμπουμ των Your Hand in Mine (κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα), ένα 43λεπτο CD (και LP;) που εξακολουθεί να σκάβει στο ίδιο, επί της ουσίας, ζήτημα. Ένα ζήτημα που αφορά στις δυνάμεις αλληλεπίδρασης μεταξύ ήχου και εικόνας. Μάλιστα, στην περίπτωση των Your Hand in Mine δεν έχει σημασία αν υπηρετείς ήδη υπάρχουσες εικόνες ή δημιουργείς, δια της μουσικής σου, άλλες καινούριες (αλλά το ίδιο υπάρχουσες), αφού οι μεν δε διαφέρουν απ’ τις δε. Θέλω να πω, δηλαδή, πως το συγκρότημα πρώτα βλέπει και μετά ακούει. Θα μπορούσε να συμβαίνει το αντίθετο; Οπωσδήποτε ναι (τούτο είναι το δύσκολο, π.χ. Xenakis), αλλά θα μπορούσε να μη συμβαίνει και τίποτα από τα δύο (είναι το, με την καλή έννοια, εύκολο)· να παράγεται μια μουσική, όχι κατ’ ανάγκην άψυχη ή ουδέτερη, αλλά εν πάση περιπτώσει λιγότερο νατουραλιστική και με περισσότερα πατήματα στην καθημερινή ζωή.
Για να καταλήξω, υποστηρίζω πως οι Your Hand in Mine μοιάζουν (μοιάζουν λέω), σ’ αυτό το δεύτερο άλμπουμ τους, παγιδευμένοι σ’ ένα σύστημα παραγωγής ήχων, προαποφασισμένης ωραιότητας. Υπάρχει ένας αισθητισμός δηλαδή, ο οποίος ώρες-ώρες είναι πρωτόλειος, μη επεξεργασμένος, κάτι που μπορεί να θεωρείται και προσόν, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της lo-fi, diy φιλοσοφίας – ορισμένα θέματά τους, όπως ας πούμε το εισαγωγικό “Foreword” ή το αμέσως επόμενο “Desert flags” μοιάζουν με ασκήσεις ωδείου –, εκεί όπου το μικρό, το απλό, το λίγο, ενίοτε και το απλοϊκό αποκτούν αξία, ανεξαρτήτως εκείνων που ακολουθούν ή εκείνων που προηγούνται.
Υπ’ αυτήν την έννοια και μόνο το “The Garden Novels” δεν μπορεί παρά να είναι ένα ωραίο άλμπουμ.

ΣΦΑΛΙΑΡΕΣ…

Στο σωστό κούρεμα όλη η σημασία είναι στο σβέρκο. Θέλει σιγά-σιγά και με τη ψιλή. Όταν φτιάξεις σβέρκο, τότε είσαι έτοιμος για τις σφαλιάρες… φίλων και γνωστών. Σβιουνγκκκκκκ…

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

TREES δρόμοι του Derry

Trees πρωτάκουσα στα μέσα του ’80 και αφορμή ήταν η παλαιά (1970) διπλή συλλογή της CBS “Rockbuster”, εκείνη με τον Schwarzenegger στο εξώφυλλο. Άπαιχτα βινύλια, καθότι δεν ανθολογούσαν μόνο Miles Davis, Blood Sweat & Tears, Byrds και Santana, αλλά ακόμη Mick Softley (το ανατριχιαστικό “Time machine”), Black Widow, Skid Row, Skin Alley (ο prog ύμνος “The queen of bad intentions”) και άλλα διάφορα. Εκεί, ανάμεσα, και το “Polly on the shore” των Trees, από το… forthcoming τότε, δεύτερο LP τους στην CBS υπό τον τίτλο “On the Shore”. Πρέπει δε να ήταν λίγα χρόνια αργότερα, το 1987, όταν η βρετανική Decal (παράρτημα της Charly) είχε επανεκδώσει εκείνα τα δύο (σπάνια) LP του βρετανικού γκρουπ – αμφότερα από το 1970 – δίνοντας την ευκαιρία σε πολλούς (και σ’ εμένα) να τ’ ακούσουμε ολοκληρωμένα και βεβαίως να τα ευχαριστηθούμε. Και να λοιπόν τώρα, 24 χρόνια αργότερα, το ωραίο “On the Shore” να βρίσκεται και πάλι στο πλατώ· αυτή τη φορά στην 180 γραμμαρίων έκδοση της Music On Vinyl.
Εξαιρετικό folk-rock, ας το πω από τώρα, παρουσιάζουν οι Trees στο συγκεκριμένο LP, ξεπερνώντας ακόμη και τον ίδιον τους τον εαυτό – το πρώτο τους άλμπουμ “The Garden of Jane Delawney” (επανεκδόθηκε κι αυτό στην ολλανδική εταιρία) –, πόσω μάλλον έτερα ονόματα, που απέκτησαν εκ των υστέρων μεγαλύτερη φήμη από εκείνους χωρίς να την αξίζουν.
Γενικώς, κάτω από την ταμπέλα “british-folk” έχει εισχωρήσει άπειρο υλικό εκτοξεύοντας ακόμη και… ισχνότατα LP σε αντικείμενα λατρείας (με τις τιμές στα ύψη). Το “On the Shore”, πάντως, δεν είναι απ’ αυτά. Μπορεί να είναι δυσεύρετο και ακριβό ως original (αν και τι να το κάνεις το original, όταν έχει εμπρός σου μία audiophile έκδοση), όμως είναι «άσσος». Οι Trees (Celia Humphris τραγούδι, Barry Clarke κιθάρες, dulcimer, David Costa κιθάρες, μαντολίνο, Bias Boshell μπάσο, πιάνο, κιθάρες, Unwin Brown ντραμς, κρουστά) υιοθετώντας το γνώριμό μας folk-rock στυλ (γνώριμο από τους Fairports και τους Pentangle π.χ.), πραγματικά μεγαλουργούν σε κομμάτια όπως το εμβατηριακό Murdoch, τα παραδοσιακά Streets of Derry, Geordie και Polly on the shore, το Adam’s toon του γάλλου τροβαδούρου του Μεσαίωνα Adam de la Halle, το Sally free and easy του Cyril Tawney. Παίξιμο λαμπρό απ’ όλους και γυναικεία φωνή αξέχαστη!

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

JEAN MICHEL JARRE οξυγόνο στη Μόσχα

Το 1997 η Ρωσία δεν είχε ορθοποδήσει. Ο Γιέλτσιν βρισκόταν ακόμη στο τιμόνι, και παρ’ ότι η χώρα πέρναγε ζόρια (σήμερα, λένε, είναι καλύτερα... για τον κόσμο συζητάμε, όχι για τους τσάρους), ο, μακαρίτης πια, πρώτος ηγέτης της μετά-ΕΣΣΔ Ρωσίας δεν φείσθηκε χρημάτων προκειμένου να στήσει μια ρωμαϊκή γιορτή, ίνα εορταστούν τα 850 χρόνια της πρωτεύουσας. Έτσι, μπροστά από το Πανεπιστήμιο Λομονόσοβ στήθηκε μία γιγαντιαία επιχείρηση – στρέμματα σκηνής, σκηνικών, video walls, μηχανών και μηχανισμών – manager της οποίας διορίστηκε ο γνωστός και μη εξαιρετέος Jean Michel Jarre.
Έχοντας μέγιστη πείρα σχετικών πολυθεαμάτων – όπου γάμος και γιορτή η Μαγδάλω πρώτη – , ο γάλλος μουσικός επέλεξε ένα πρόσφατο (για τότε) έργο του, το “Oxygene 7-13”, το sequel δηλαδή του κλασικού “Oxygene” από το ’76, διανθισμένο όμως και από κάποια παλαιότερα θέματα (το “Oxygene 4” φερ’ ειπείν), προκειμένου να αναπτερώσει το ηθικό των τσακισμένων Μοσχοβιτών· οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, «αναγκάστηκαν» να κρατήσουν κι ενός λεπτού σιγή για την πριγκίπισσα Diana, που κηδευόταν την ίδια μέρα (6/9/1997)… Τους καημένους…

(Το “Oxygene In Moscow” κυκλοφόρησε σε DVD από την inakustik, το 2007)