Τρίτη 23 Απριλίου 2013

KU feathers

Είναι δύσκολο να κατατάξεις κάπου το άλμπουμ του KU (Δημήτρης Παπαδάτος), αν αυτό είναι ένα πρώτο ζήτημα. Γιατί, αν δεν είναι, τότε μπορείς να πεις δύο-τρία-τέσσερα διαφορετικά πράγματα, δίχως κατ’ ανάγκη να πέφτεις πάντα μέσα. Οπωσδήποτε ανήκει στο ευρύτερο σώμα του electro το Feathers, αλλά αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι. Το άκουσμα είναι πρόδηλα ψυχεδελικό, υπό την έννοια μιας ιδιοσυγκρασιακής σύνδεσης των «αντιθέτων», βγαλμένo από ολάκερο το σώμα του rock και της pop του ’60 (δεν λέω του ’80, γιατί «’80» άνευ «’60» δεν υπάρχει), προσθέτοντας σ’ αυτό το… sixties καλειδοσκόπιο, σοβαρούς υπαινιγμούς τόσο από το krautrock, όσο και από την τραγουδοποιία του Brian Eno (που είναι seventies) και των Syd Barrett-Kevin Ayers (που είναι sixties-seventies). Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε ένα ανέλπιστο(;) άλμπουμ, απολύτως γοητευτικό και ενδεικτικό, αν θέλετε, του μουσικο-φιλικού περιβάλλοντος εντός του οποίου δρα και αναπτύσσεται η νέα ελληνική σκηνή.
Ξεκινώντας λοιπόν από την… Κ πλευρά και το κάπως τελετουργικό “Rubicon” ανακαλύπτεις αμέσως μερικά από τα προτερήματα του δίσκου. Την πίστη στη μελωδία και την ολοκληρωμένη pop αφήγηση. Κάτι που επεκτείνεται στην πορεία μέσω του “Jerusalem” (βασισμένο στο ποίημα του William BlakeAnd did those feet in ancient time”, που είχαν μελοποιήσει και οι Emerson, Lake and Palmer στο “Brain Salad Surgery”) και κυρίως μέσω του deep-psych In certain amounts of sun” (με αναφορές σε-κάτι-σαν-πολυφωνία, πριν στρίψει σε… α λα Baby Guru, δηλ. Neu, περιοχές – συμμετέχουν εξάλλου στη συγκεκριμένη ηχογράφηση οι Prins Obi και King Elephant). Τα δύο tracks που συμπληρώνουν την K πλευρά, το “The swindler” (με τους… τόνους από moog) και το “Babygirl” (με την αυτοσχεδιαστική προσέγγιση και την στοιχειωτική μελωδία), επιτείνουν την προσμονή για μία το ίδιο ενδιαφέρουσα συνέχεια…
Το πρώτο track της… U side έχει τίτλο “The new grey whistle test” και σ’ αυτό συμμετέχουν οι τρεις Baby Guru (Prins Obi, King Elephant, Sir Kosmiche) και βεβαίως ο KU, που τραγουδά, χειριζόμενος όργανο και moog. Κάπως τελετουργικό κομμάτι (με hints από Velvets… και πολλούς άλλους στην πορεία), στην αρχή επιβάλλεται μέσω της ερμηνείας, αλλά στην πορεία «γεμίζει» με κιθάρες, ενώ προς το τέλος, όταν μπαίνει πιο δυναμικά το rhythm section, με την επαναληπτική αφήγηση, το κομμάτι εκτοξεύεται. Το “Adrfit in the vague” ανακαλεί αρχικώς στη μνήμη μου Βαγγέλη Παπαθανασίου από τα μέσα του ’70. Στις σημειώσεις του inner sleeve διαβάζω πως πρόκειται για ένα εντελώς αυτοσχεδιαστικό track, πράγμα που επιβεβαιώνεται (στ’ αυτιά μου) στην πορεία και προς το τέλος με το ελεύθερο σαξοφωνικό παίξιμο του King Elephant και τα διάφορα ακουστικά ή ηλεκτρονικά εφφέ. Ίσως το πιο παράξενο κομμάτι του LP να είναι το “Devotion in a nutshell”. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η αρχική μελωδία έτσι όπως υπηρετείται από τη φωνή μου θυμίζει μεταποιημένο… τροπάριο. Η φωνή δίνει την κατεύθυνση δηλαδή, γύρω από την οποία επιχειρούν τα κρουστά και τα keyboards. Το LP (και το CD, που εμπεριέχεται στον φάκελο) θα κλείσει με το “Millions”, που και αυτό δεν είναι ένα κομμάτι, αλλά δύο, ή και τρία – μία εισαγωγή σε αργό τέμπο, το κυρίως θέμα, που διακρίνεται για τα αλλοιωμένα φωνητικά και την electro ρυθμοδυναμική του (εξαιρετικό synth-rock), πριν καταλήξουμε σ’ έναν «ανοιχτό» επίλογο με τα σύνθια να έχουν και πάλι τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο.
Το “Feathers” είναι ένα από τα ωραιότερα ελληνικά άλμπουμ που άκουσα αυτούς τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2013.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

100+1

Αν και την Athens Voice την προμηθεύομαι συνήθως από τον… Γρηγόρη της γειτονιάς μου, την προηγούμενη Πέμπτη (18/4) άλλαξα διαδρομή και την έχασα. Έτσι, πληροφορήθηκα μόλις χθες (με καθυστέρηση) πως η εφημερίδα συμπεριέλαβε κι εμένα στη λίστα με τα «100+1 πιο επιδραστικά πρόσωπα στη μουσική» (μεγάλες τιμές ξάδελφεεε!), που επιμελήθηκαν οι Γιάννης Νένες, Γιώργος Δημητρακόπουλος και Μάκης Μηλάτος. Τους ευχαριστώ επειδή με θυμήθηκαν. Κι εγώ θυμάμαι την Athens Voice που και που…
Δυστυχώς, όμως, οι φίλτατοι αντί για Τρούσα με έγραψαν… Τρούτσα (πάει η μισή… δόξα – έμεινε μόνο το «Φώντας») κι έτσι όποιος γκουγκλάρει σωστά τ’ όνομά μου δεν πρόκειται να με βρει ανάμεσα στους… 100+1. Φτηνά τη γλίτωσα...

ΑΕΚ

Η ομάδα δεν έπεσε απλώς στη Β Εθνική (ή Football League, όπως βλακωδώς τη λένε τώρα). Έπεσε ατιμασμένη στη Β Εθνική. Κι αυτό είναι ό,τι χειρότερο. Πέραν των διοικητικών και των αγωνιστικών προβλημάτων αυτή η ιστορία με τον Κατίδη και τον ναζιστικό χαιρετισμό του ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Έδειξε και απέδειξε (για ακόμη μία φορά) πως εκείνο που λέμε «κρίση» δεν είναι κάτι που αφορά σε «αθώα» θέματα (φυσικά, τίποτα δεν είναι «αθώο», όταν παίζεται η επιβίωσή σου), αλλά κάτι που πάει πολύ μακριά, φθάνει πολύ βαθιά, αγγίζοντας ακραίες και επικίνδυνες καταστάσεις. Δεν υποβιβάστηκε η ομάδα αγωνιζόμενη παλικαρίσια, υποβιβάστηκε καταφρονεμένη.
Είμαι ΑΕΚ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να πω πως η ηλιθιότητα και η επικινδυνότητα εκκολάφθηκαν στην ομάδα ήδη από τα χρόνια του ’80· τη χειρότερη δεκαετία στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Τότε που αναπτύχθηκε στις περισσότερες ομάδες (για να μην πω σε όλες) η χουλιγκάνικη τρομοκρατία (για την οποία, το επίσημο κράτος, η πολιτεία, δεν είχε, ούτε έχει, τίποτα να πει...), με τα φασιστικά, δολοφονικά μπουλούκια.
Ο Γιάννης Δημαράς ήταν ένας από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το φαινόμενο μέσα από το… underground βιβλίο του Χίτλερ Ζεις την ΑΕΚ Οδηγείς [Κάκτος, Αθήνα 1984] – τίτλος παρμένος από ένα σύνθημα στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο υπήρχε στο γήπεδο για περισσότερο από ενάμιση χρόνο (όπως σημειώνει ο ίδιος). Γράφει ο Δημαράς:
«Όμως, για να το πω ξεκάθαρα, η φιλοναζιστική συνθηματογραφική λαίλαπα (αν και προέρχεται από μειονότητες, με στόχο να παρασύρει συνειδητά ή ασυνείδητα σε πράξεις βίας κάποιους νέους) κατάφερε χρησιμοποιώντας την αρένα της εξέδρας, να στρατολογεί πρόσωπα που ποτέ δεν θα μπορούσε να στρατολογήσει, αν έβγαινε με το αληθινό της σχήμα και σήμα προς τα έξω. Κι επί πλέον κατάφερε σταδιακά από το 1974 μέχρι το 1984, να κυριαρχεί πια στους τοίχους και τα γήπεδα. Θαρρώ μάλιστα, ότι επιλεγμένα διαλέγει τα γήπεδα, γιατί μπορεί εύκολα να επικαλείται το άλλοθι του ‘αγανακτισμένου φιλάθλου’ και να διαπράττει μύριες όσες αδικοπραξίες. Στη θολούρα, στην ασάφεια, στο τραγελαφικό, ευκολότερα περνά απαρατήρητος ο συνδυασμός του αγκυλωτού σταυρού, με το γκολ και τις ομάδες. Έτσι η πολιτική βία των ναζιστών, που δεν θα περνούσε, αν διάλεγε άλλους τρόπους δράσης, περνά σήμερα εύκολα μέσα από το γήπεδο με τα παρανοϊκά συνθήματα(…)».
Ο αγνός ΑΕΚτζής φίλαθλος θα πιεί το πικρό ποτήρι και θα δει την ομάδα να αγωνίζεται στη Β Εθνική. Θα επιζητήσει όμως (για να μην πω θα απαιτήσει), να βγει από ’κει (η ομάδα) αποτοξινωμένη από τα πάσης φύσεως δηλητήρια…

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ποιητικές αβρότητες...

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

Περί Ποιήσεως Πάλι
Δημοτικό Τραγούδι
Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού
Κάλβος ήχος πλατάνων
Σολωμός ήχος γιασεμιών
Παλαμάς ήχος τίποτε
Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει
Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδι
Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες
Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας
Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα φαγοπότια
Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται
Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε
Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται μες στα ποιήματά μας
Λαϊκό Τραγούδι

Φιλοδοξίες
Θέλω να γράψω για τον φασισμό στην άσφαλτο
μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια
σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα!
Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκίνητου
μα τα μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια
μεθυσμένα κάρα μεθυσμένα κι αργοκίνητα.
Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους
μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια
χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης
ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας…
Θωμάς Γκόρπας ‘Τα Θεάματα’ [Έξοδος, Αθήνα 6/1983]

ΝΙΚΙΑΣ ΝΙΚΙΑΔΗΣ

Άλγηση
Του Ιωάννη Μεταξά
νάνου, αισχρού, αστρίτη,
δικτάτορα και λαοθύτη
δούλος πιστός κι’ εσύ.

Τέσσερα έτη συναπτά,
σύμβουλος, διπλωμάτης,
πολιτικός του καταδότης
Σεφέρη ποιητά!

Βασανισμοί, εξορισμοί,
εκβιασμοί και φόνοι
δημοκρατών – του λαού στόνοι·
υπεύθυνος, κι’ εσύ.

1964

Δήλωση
Της Φ(ρειδε)ρίκης –τι αισχρή!–
το ρυπαρό το χέρι
–αίσχος Γεώργιε Σεφέρη–
εφίλησες, κι’ εσύ.

Τυράννων δούλος, ποιητή,
χρόνια πολλά· και τ ώ ρ α
σ’ «επλήγωσε» πάλι(;!) η χώρα,
«Αντίσταση» κι’ εσύ;!

Τι κυνισμός –τι κωμικός–
καιροσκοπίας πάθος
να εμφανίζεσαι –τι θράσος!–
ως δημοκρατικός!

1969
Νικίας Νικιάδης ‘Κλασαυχενισμοί και Ονειδισμοί / Ποιημάτια 1963-1978’ [Ελληνοσύνη, Maastricht 1980]

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

η ελληνική τζαζ και το ελληνικό ροκ σε επικοινωνία

Εν αντιθέσει με την Αμερική, εκεί όπου οι ταμπέλες ήταν πιο αυστηρές, ή και σε κάποιες άλλες χώρες, ή και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, στην Ελλάδα οι μουσικοί της jazz δεν ήταν κάτι «άλλο», κάτι ξεχωριστό από τους μουσικούς του rock, ή τους session μουσικούς που μπορούσε να καλύπτουν την ίδιαν ώρα θέσεις σε όλο το κομμάτι της δισκογραφίας – από την κλασική και τη σύγχρονη κλασική μέχρι το... Omonoia sound. Από τη μια μεριά η ανάγκη για επιβίωση και από την άλλη το γεγονός πως στη χώρα μας τα πάντα εξελίσσονταν μέσα σ’ έναν περιορισμένο χώρο (όλοι αντλούσαν από την ίδια δεξαμενή) –με τους μουσικούς να μεταπηδούν από ένα ροκ σχήμα, σ’ ένα τζαζ, και από ’κει σε μία session μπάντα που θα μπορούσε να συνοδεύει την Ηδύλη Τσαλίκη ή τον Γιάννη Φλωρινιώτη– τα φαινόμενα αυτά, θέλω να πω, είχαν για τη δισκογραφία πολύ ευεργετικές (μπάσταρδες) επιπτώσεις.
Στην πιο πάνω φωτογραφία (Μ. Πολυχρονιάδου), σκαναρισμένη από το περιοδικό ΤΖΑΖ (#2, Μάρτιος 1978) και προερχόμενη από το Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα τον Φεβρουάριο του ’78, βλέπουμε δύο μουσικούς με θητεία στα συγκροτήματα του ’60, τον Βαγγέλη «Σπόρο» Κουτσοτόλη (από τους Brahms, Olympians, Blow Up, Mad κ.λπ.) και τον Κώστα «Κολτρέιν» Λιάκη (από τους Harlems κ.λπ.) να φυσάνε στα σαξόφωνά τους ως μέλη του σεξτέτου του κιθαρίστα Λάκη Ζώη (κι αυτός με θητεία στους Giannini, Baronetti, Πελόμα Μποκιού κ.λπ.). Τα υπόλοιπα τρία μέλη του σεξτέτου ήταν ο κιθαρίστας Δημήτρης Ζαφειρέλης, ο μπασίστας Χρήστος Χήρας και ο ντράμερ Γιώργος Τρανταλίδης (όλοι είχαν ξεκινήσει να παίζουν σε συγκροτήματα – με πιο γνωστή, βεβαίως, την περίπτωση του Τρανταλίδη, που είχε εμφανιστεί με τους Rivers, Sette Amici, Socrates Drank the Conium κ.ά.). Περιττό να πω πως ο Κώστας Γιαννουλόπουλος γράφει «ύμνους» (στο ΤΖΑΖ) γι’ αυτό το περιστασιακό συγκρότημα…

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

JAZZ & TZAZ 241 - 20 Χρόνια

Προσωπικώς θα πω –αλλά η δική μου γνώμη ας είναι η τελευταία– πως η καθυστέρηση του επετειακού Jazz & Τζαζ άξιζε τον κόπο. Είκοσι χρόνια «γράφουμε» με το τεύχος #241, είκοσι χρόνια μιας προσπάθειας, μιας μεγάλης προσπάθειας να διατηρήσουμε ένα περιοδικό –που να αφορά στην jazz και σε όλες τις… συνεργαζόμενες δυνάμεις– κάθε μήνα στα περίπτερα. Το κατορθώσαμε –για ένα φύσει και θέσει ανεξάρτητο έντυπο περί κατορθώματος πρόκειται– και ελπίζουμε να συνεχίσουμε να το πράττουμε με τη δική σας στήριξη και αγάπη.
Στο παρόν τεύχος, λοιπόν, ο Γιάννης Στεφανάκος γράφει για τον βρετανό σαξοφωνίστα Nat Birchall με αφορμή την παρουσία του στη Λάρισα (και μόνο στη Λάρισα!), ο Δημήτρης Κατσουρίνης συζητά με την κυρία Nicole Willis με αφορμή το πρόσφατο άλμπουμ τής top soul μπάντας της Soul Investigators, την ώρα που ο Νάσος Καββαθάς φέρνει κοντά μας τον μέγα κιθαρίστα (και την ελληνική του περιπέτεια) Steve Vai. Περαιτέρω, εγώ γράφω για τον γερμανό πνευστό της… pata-jazz Norbert Stein, ο Γιάννης Μουγγολιάς επικεντρώνεται στο ECM-CD τού Masabumi Kikuchi Trio, o Γιώργος Χαρωνίτης γράφει για το βιβλίο ECM/ Eine kulturelle Archäologie, o Βαγγέλης Αραγιάννης συζητά με τον βρετανό πιανίστα Neil Cowley, που οδηγεί ένα από τα πιο συναρπαστικά jazz-trio του καιρού μας, ενώ, τέλος, ο Θανάσης Μήνας μεγεθύνει στην περίπτωση ενός ιστορικού παραγωγού των r&b και της soul, από την Νέα Ορλεάνη των 50s και 60s, του Cosimo Matassa.
Όλη η υπόλοιπη ύλη δηλώνει και εδώ παρούσα. Jazz Eye με κείμενα για τους Stefano Battaglia, Small Blues Trap, Chris Potter, Μιχάλη Παούρη, Σμαρώ Γρηγοριάδου, Γιώργο Ψυχογιό, Fabrizio Savino, Live, Τζαζ & Λογοτεχνία (Hermann Hesse), Δισκοκριτικές, Auditorium, Δισκορυχείον (μ’ ένα ξεχασμένο ελληνικό lounge-jazz άλμπουμ από τα early seventies), Ελληνικό Ροκ (κείμενα για τα πρόσφατα άλμπουμ των No Mans Land, Purple Overdose, Voyage Limpid Sound και Socos & The Live Project Band), Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art, The Jazz Cat
Και αντί για CD σ’ αυτό το «20 χρόνια» τεύχος προσφέρουμε κάτι μοναδικό. Κάτι που δεν έχει επιχειρηθεί ποτέ σ’ αυτήν την έκταση και μ’ αυτήν την πληρότητα. Καταγράφουμε την Ελληνική Τζαζ Δισκογραφία (περισσότερα από 850 LP, CD και singles!) από το 1961 έως και σήμερα, δημιουργώντας ένα πολύ χρήσιμο και καλαίσθητο booklet 144 σελίδων.
Δίχως να έχω επί της ουσίας καμμία βάση δεδομένων (μία προηγούμενη καταγραφή ήταν 16-17 χρόνια παλαιά) προσπάθησα να χωρέσω το «παν» (οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ή να σχετίζεται με την jazz – μέσα, όμως, από κάποιες παραδοχές, που τίθενται και θα τεθούν έτσι κι αλλιώς υπό κρίση). Η εργασία πήρε, θεωρητικώς και τεχνικώς, τη μορφή που φανταζόμουν. Απλώθηκε παντού, σε κάθε χώρο του δικούς μας τζαζ επιστητού, με τα σχεδόν 250 έγχρωμα εξώφυλλα να δίνουν, συν τοις άλλοις, και μία πανοραμική εικόνα του εγχώριου τζαζ «είναι». Τα τέσσερα κείμενα που συνοδεύουν τη δισκογραφία, γραμμένα από τον ηθοποιό και πανεπιστημιακό Μανώλη Σειραγάκη (Η Τζαζ στην Περίοδο του Μεσοπολέμου), εμένα (Η Περίοδος 1940-1970), τον Γιώργο Χαρωνίτη (Οι Δεκαετίες ’70 και ’80) και τον Κορνήλιο Διαμαντόπουλο (Από το 1990 μέχρι Σήμερα) συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν την εργασία. Τις ευχαριστίες μου για την άψογη συνεργασία.
Χρόνια πολλά! Σ’ εσάς, σ’ εμάς, σε όλους!

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

DIEUF-DIEUL de THIÈS από την Teranga Beat

Η καινούρια έκδοση της Teranga Beat δεν έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει (τούτο είναι κοινός τόπος πια, μετά από τις τέσσερις προηγούμενες κυκλοφορίες), αλλά, κυρίως, να εμβαθύνει τη σχέση της εταιρείας με τις σενεγαλέζικες μουσικές των 70s και 80s. Όχι, δηλαδή, πως τα προηγούμενα άλμπουμ μάς είχαν αφήσει κάποιο περιθώριο, ώστε να αμφισβητήσουμε το «ταγμένο» της υπόθεσης, είναι όμως το παρόν των Dieuf-Dieul de Thiès, που δείχνει τον deep-afro προσανατολισμό του ελληνο-σενεγαλέζικου label και κυρίως την αποφασιστικότητά του να ανασύρει στην επιφάνεια ήχους και μουσικές, που να στέκονται πάντα «αλλού» εν σχέσει με το προβλέψιμο και το αναμενόμενο. Έτσι, μέσω του συγκεκριμένου 2LP (και CD), εκείνο που πρωτίστως επιτυγχάνεται είναι η εμβάθυνση σ’ έναν ήχο, που ναι μεν ανήκει, γενικώς, μέσα στα κατανοητά ακούσματα (αναφέρομαι στους ακροατές που μπορεί να έχουν υπ’ όψη τους την global μουσική της Σενεγάλης ήδη από τα 80s, αλλά να μυρίστηκαν, στην πορεία και το afro-manding/jazz ύφος), όμως από την άλλη είναι καλώς κρυμμένος (ο ήχος), στην ουσία και τις λεπτομέρειές του, σε τούτες τις «άγνωστες» μπάντες που εμφανίζονται εσχάτως στην Teranga Beat.
Αυτό που προέχει να σημειωθεί εν σχέσει με τους Dieuf-Dieul de Thiès και το Aw Sa Yone Vol.1” (να υποθέσω πως ετοιμάζεται και Vol.2;), είναι το jazz/mandingo αίσθημα των εγγραφών τους. Ενώ, λοιπόν, οι Guelewar (ένας από τους κιθαρίστες τους, ο Pape Seck, ακούγεται κι εδώ) διακρίθηκαν κυρίως για τη μίξη των τοπικών afro στοιχείων με το rock (μέσω μιας αισθητικής που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ακόμη και ψυχεδελική), οι Dieuf-Dieul de Thiès, χωρίς ν’ αλλάζουν διαδρομή (αναφερόμαστε στα «ίδια» μακρόπνοα κομμάτια, με τα μεζμερικά φωνητικά και τις ανεξάντλητες κρουστές ακολουθίες) και χωρίς να εγκαταλείπουν τα κιθαριστικά soli (υπάρχει και δεύτερη κιθάρα που κρατάει το ρυθμό), δίνουν χώρο στα σαξόφωνα (Pape Demba Diop τενόρο, Pape Cissé άλτο), προκειμένου να αναπτυχθούν οι (μελωδικοί) αυτοσχεδιασμοί, μετατοπίζοντας τα κομμάτια σε άλλες σφαίρες. Υπόδειγμα του τρόπου των Dieuf-Dieul de Thiès αποτελεί, ας πούμε, το δεκάλεπτο “Ndiguele”, το οποίο ξεκινά με τα πνευστά μπροστά (υπάρχει και τρομπέτα από τον Alioune Badara Diop), τον τραγουδιστή να πατά γερά πάνω στη ρυθμική βάση (υπάρχουν τρεις φωνές, οι Assane Camara, Bassirou Sarr και Gora Mbaye), τις κιθάρες να αναλαμβάνουν τα ηνία (το lead παίξιμο του Pape Seck θα μπορούσε να ήταν επηρεασμένο από λευκούς κιθαρίστες της πρωτοπορίας, αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να τους γνώριζε) με τα σαξόφωνα ν’ ακολουθούν (soli με συγκρατημένη φρασεολογία, αλλά πολύ συναισθηματικά) και τα κρουστά (τέσσερις percussion players), μαζί με τις φωνές, να ολοκληρώνουν μέσα σ’ ένα εκστατικό πλαίσιο. Φυσικά, από τις αναφορές των Dieuf-Dieul de Thiès δεν μπορεί να απουσιάζει το latin στοιχείο (χωρίς να γίνεται ποτέ κυρίαρχο), ενώ δεν γίνεται να μην επισημανθούν οι πνευστές γραμμές, οι πενιές, το άλτο και η ερμηνεία των τραγουδιστών στο “Na binta” και το “Aling na djimbe”, δύο κομμάτια που κάνουν τη διαφορά (μαζί με το Ndiguele”) σ’ αυτό το… από άλλο τόπο άλμπουμ.
Να πω, τέλος, πως τα κομμάτια είναι ηχογραφημένα στο Sangomar Night Club, που λειτουργούσε και ως στούντιο (τα κομμάτια δηλαδή είναι live στο στούντιο), στην πόλη Thiès της Σενεγάλης, την 19/1/1982, από τον Moussa Diallo, τον θεματοφύλακα, όπως έχει ξαναγραφτεί, του senegambian ήχου της εποχής. Φοβερή η δουλειά της Teranga Beat στο 2LP (παλαιικό εξώφυλλο, που ξετυλίγεται και γίνεται αφίσα), το οποίο θα κυκλοφορήσει το Σάββατο (20/4) στη γνωστή πλέον Record Store Day.
Επαφή: www.terangabeat.com

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

DEATH MERCHANT επιχείρηση Βόρεια Κορέα

Στα λαϊκά αναγνώσματα των ΗΠΑ –και από ’κει όλου του κόσμου– ένας από τους πιο γνωστούς tough guys είναι και ο Richard Camellion, άλλως Death Merchant (Έμπορος του Θανάτου), «ήρωας» σε καμμιά 70αριά νουβέλες του Joseph Rosenberger. Ο Death Merchant περιγράφεται, γενικώς, ως ο… άνθρωπος δίχως πρόσωπο, ο οποίος αναλαμβάνει ποικίλες βρώμικες δουλειές, τις οποίες δεν μπορεί να φέρουν εις πέρας το FBI ή CIA και άλλοι διάφοροι αμερικανικοί… κοινωφελείς οργανισμοί. Εργοδότης του Death Merchant είναι η CIA, η οποία και τον ανταμείβει με 100 χιλιάδες ντόλαρς αφορολόγητα(!) για κάθε αποστολή. Στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει διάφορα βιβλία του Rosenberger σε ΒΙΠΕΡ (ΒΙΠΕΡ ΦΑΝ) εκεί γύρω στο 1980. Ένα απ’ αυτά έχει τίτλο The Mainline Plot –στην ελληνική μεταφράστηκε με τον… αβανταδόρικο τίτλο Επιχείρηση Ηρωίνη– και περιγράφει τις περιπέτειες του Death Merchant σ’ ένα… διηπειρωτικό τρίγωνο του διαβόλου στην κορυφή του οποίου βρίσκεται η Βόρεια Κορέα!
Το 1974, όταν βγήκε στην Αμερική το βιβλίο, οι απανταχού Κόκκινοι δεν είχε παύσει να απασχολούν την αμερικανική εξωτερική πολιτική (πόσω μάλλον όταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν), οπότε κι η παραλογοτεχνία (με την τεράστια λαϊκή απήχηση) συστρατευόταν με την κυρίαρχη γραμμή, στην προσπάθεια κατασυκοφάντησης του εχθρού. Παλαιά η μέθοδος και διαχρονική. Αντιγράφω από την περίληψη στο back cover
Οι Βορειοκορεάτες παρασκευάζουν μια εξαιρετικά ισχυρή μορφή ηρωίνης ειδικά για την αμερικάνικη αγορά, με απώτερο σκοπό την καταστροφή μιας ολόκληρης γενιάς Αμερικανών[sic]. Το σχέδιό τους είναι διαβολικά απλό. Καταστρέφοντας τη γενιά ενός έθνους, καταστρέφεις αυτόματα το μέλλον του έθνους αυτού.
Μπορεί άραγε ο Έμπορος του Θανάτου να κάνει κάτι για να εξουτερώσει τη συνδυασμένη δύναμη της Μαφίας και των Βορειοκορεατών; Ο Ρίτσαρντ Καμίλιον έχει μια ιδέα… και σαν βιρτουόζος του θανάτου και της απάτης ειδικεύεται σε ό,τι είναι αδύνατο.
Το Έμπορος Θανάτου/ Επιχείρηση Ηρωίνη του Τζόζεφ Ροζενμπέργκερ κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1980 από τις εκδόσεις Πάπυρος - Γραφικαί Τέχναι σε μετάφραση Αργύρη Παπαβασιλείου (ήταν το υπ’ αριθμόν 1266 βίπερ της σειράς του Παπύρου).

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

ALLAN HOLDSWORTH ένας master του SynthAxe

Τον βρετανό κιθαρίστα Allan Holdsworth τον γνωρίζουν όλοι οι φίλοι του βρετανικού progressive rock. Μέλος των Igginbottom, των Nucleus (εμφανίζεται στο “Belladonna” του Ian Carr), των Tempest, των Soft Machine, και ακόμη των New Tony Williams Lifetime, των Gong και των U.K. (στο δεύτερο μισό του ’70), ο Holdsworth είναι ένα... περίπου μυθικό εν ζωή όνομα· κατ’ αρχάς για τους κιθαρίστες της ωδειακής εκπαίδευσης στην Αμερική και, οπωσδήποτε, για τη βιομηχανία της ηλεκτρικής κιθάρας και του SynthAxe. Δύο σχετικώς πρόσφατες επανεκδόσεις άλμπουμ του από την MoonJune μας δίνουν την ευκαιρία να τον θυμηθούμε.
Το Hard Hat Area [Polydor, 1993] βρίσκει τον Allan Holdsworth να συνεργάζεται με τους Steve Hunt πλήκτρα, Skúli Sverrisson μπάσο και Gary Husband ντραμς. Το άλμπουμ είναι σφόδρα τεχνοκρατικό (κινούμενο σε fusion μονοπάτια) δίδοντας την ευκαιρία στον Holdsworth να παρουσιάσει τις νέες ακόμη τότε (το ’93), τεχνικές «κατακτήσεις» στο χώρο της κιθάρας και των συνθεσάιζερ, δηλαδή την… κιθάρα-συνθεσάιζερ SynthAxe. Το αποτέλεσμα το ακούμε, και γιατί όχι το απολαμβάνουμε, στο έσχατο track τού “Hard Hat Area” [MoonJune MJR044] που έχει τίτλο “Postlude” και που εμφανίζει τον ήχο της synth guitar του Βρετανού σε… τρισδιάστατο αποτύπωμα. Digitally re-mastered από το 2011, και ξανά στα ράφια ένα σημαντικό άλμπουμ για την πορεία ενός πρωτότυπου κιθαρίστα.
Τα ίδια ακριβώς θα ισχυριστώ και για το επόμενο άλμπουμ τού Allan Holdsworth, το None Too Soon [Polydor, 1996], που κι αυτό επανεκδόθηκε προσφάτως από τη νεοϋορκέζικη εταιρεία [MoonJune MJR043]. Με νέα line-up κι έχοντας δίπλα του τον Gordon Beck στα πλήκτρα, τον Gary Willis στο μπάσο και τον Kirk Convigton στα ντραμς, ο Allan Holdsworth παρουσιάζει μία σειρά «ξένων» συνθέσεων, ειδικώς προσαρμοσμένων στην SynthAxe. Κομμάτια των John Coltrane (“Countdown”), Django Reinhardt (“Nuages”), Irving Berlin (“How deep is the ocean”), Joe Henderson (“Isotope”), Lennon/ McCartney (“Norwegian wood”), Bill Evans (“Very early”) και άλλων ερμηνευμένων δίχως γωνίες από ένα… μοντελοποιημένο σχήμα. Το ύφος και τα ηχοχρώματα δεν διαφέρουν στο “None Too Soon” (δεν διαφέρουν εν σχέσει μ’ εκείνα του “Hard Hat Area” εννοώ). Ραφιναρισμένες καταστάσεις, με σημασία στην ηχητική λεπτομέρεια και βεβαίως τόνοι κιθαριστικών ανεβοκατεβασμάτων για σεμινάριο· από τα άπειρα που έχει δώσει –ακόμη και στην Ελλάδα– ο Allan Holdsworth (Άνοιξη του 2006, στο Ωδείο του Γιώργου Φακανά).

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

JAZZ & TZAZ 20 χρόνια

Πέρασαν 20 χρόνια από τον Απρίλιο του 1993, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το περιοδικό Jazz & Τζαζ. Συνεργάτης από το τεύχος 22 (Ιανουάριος 1995) και αρχισυντάκτης από το τεύχος 39 (Ιούνιος 1996) έχω ζήσει από κοντά (όπως όλοι μας, ο καθένας από τη θέση του) όλες τις ανακατατάξεις στον εγχώριο, μουσικό, περιοδικό Τύπο και γενικότερα στο πλέγμα μουσική. Από την εποχή των «παχιών αγελάδων» δηλαδή και την εκτόξευση των κυκλοφοριών μέσω των premium CD, έως την εποχή της σχεδόν ανύπαρκτης πρωτοκλασάτης δισκογραφίας, το τέλος των μεγαλιθικών δισκάδικων, της απαξίωσης των CD και της εξαφάνισης των περισσοτέρων σχετικών εντύπων. Παρότι για το περιοδικό οι… αγελάδες δεν υπήρξαν ποτέ παχιές, εντούτοις –στηριγμένο στην ύλη του, στους αναγνώστες του και σε κάποια μικρή διαφήμιση– κατόρθωσε να επιβιώσει ως αυτόνομο και εντελώς ανεξάρτητο έντυπο, να «γράψει» 20 χρόνια συνεχούς μηνιαίας παρουσίας και να ’ναι σήμερα έτοιμο, εδώ και τώρα, να το εορτάσει ως γεγονός με το τεύχος 241 (θα κυκλοφορήσει στα μέσα της επόμενης εβδομάδας), με το ένθετο βιβλίο 144 σελίδων Η ελληνική τζαζ δισκογραφία, 1961-2013 (μία χρήσιμη και πρωτότυπη εργασία), αλλά και με τη διοργάνωση ενός free live στο Γκάζι (λεπτομέρειες για το οποίο θα ανακοινωθούν συν τω χρόνω).
Το «ό,τι μπορούμε κάνουμε» μπορεί ν’ ακούγεται κάπως χαμηλών τόνων και συγκαταβατικό, όμως η αλήθεια είναι πως έχουμε κάνει πάρα πολλά, βασικά ό,τι είναι δυνατόν και κάτι περισσότερο (πάντα με την αρωγή και τη στήριξη των αναγνωστών μας), προκειμένου να βαστήξουμε όρθιο το περιοδικό στη δυσκολότερη εκδοτική φάση των τελευταίων δεκαετιών. Με την πεποίθηση ότι θα εκτιμηθεί η προσπάθεια και την 21η χρονιά  λέω (λέμε) στους αναγνώστες και τους φίλους του Jazz & Τζαζ εκφράζοντας, εννοείται, όχι μόνο τα δικά μου αισθήματα, αλλά κι εκείνα της διεύθυνσης και βεβαίως της σύνταξης ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΣΤΑΧΤΕΣ χαμένα λόγια

Ιστορικό punk, ή γύρω από το punk, σχήμα που έδρασε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι Στάχτες –δίχως δισκογραφία έως σήμερα– έχουν, 30 σχεδόν χρόνια μετά την εμφάνισή τους, ένα ολοδικό τους άλμπουμ που περιλαμβάνει συνολικώς δέκα τραγούδια κι έχει ως τίτλο τ’ όνομά τους [Labyrinth of Thoughts/ Wipe out Records]. Τα πρώτα τέσσερα από τον Νοέμβριο του ’86 (ηχογραφημένα, για την Wipe Out) και τα υπόλοιπα έξι ηχογραφημένα για τις ανάγκες της μπάντας τη διετία 1984-85. Ας ξεκινήσουμε από τα παλαιότερα, όταν κιθαρίστας και τραγουδιστής στο γκρουπ ήταν ο Δημήτρης Ρουσόπουλος.
Τα κομμάτια αυτά δείχνουν κάτι όχι απολύτως προφανές, για τα… κοντινά (με τις Στάχτες) σχήματα εκείνης της περιόδου. Πως το γκρουπ θα μπορούσε να κινηθεί δίχως ζόρι σ’ έναν ευρύτερο χώρο, καλύπτοντας όχι μόνο τις πρόδηλες punk ανησυχίες, αλλά κι εκείνες ενός τραγουδιού με ισχυρότερο hook στον κόσμο – όχι πολύ μακρυά π.χ. από το rock των Τρύπες. Το «Χαμένα λόγια», που κλείνει την Α πλευρά (το πρώτο από τα έξι), είναι δυνατό κομμάτι και σ’ αυτό το μοτίβο κινείται και η δεύτερη, δείχνοντας πως το συγκρότημα πέραν των στίχων (που άπτονται, αλλά και ξεπερνούν συγχρόνως τις σχετικές θεματικές) εμφανίζει κι άλλα προσόντα· παικτικά, με ωραία κοψίματα, σύντομες, αλλά καλοβαλμένες μελωδικές φράσεις, σύντομα αλλά περιεκτικά soli, καθαρά και κατανοητά φωνητικά. Θα έλεγα μάλιστα πως κομμάτια όπως η «Επέτειος» (για το Πολυτεχνείο), το «10%» (το ποσοστό ανεργίας της εποχής που κινητοποιούσε συγκροτήματα σαν τις Στάχτες – το σημερινό 60% τι κάνει;), η «Πανδαισία» (που θυμίζει Γενιά του Χάους), ακόμη και το “Pubs” (live στο Mad) θα μπορούσε, μέσα από συνθήκες σωστής ηχογράφησης και παραγωγής, να συναγωνίζονται (και να ξεπερνούν) τα θεωρούμενα ως «καλύτερα» του είδους.
Κι αν αυτό μοιάζει κάπως με υπόθεση εργασίας, τα τέσσερα πρώτα κομμάτια της πρώτης πλευράς, ηχογραφημένα τον Νοέμβριο του ’86, θα μπορούσε ν’ αποτελούν μια βεβαιότητα. Με νέο τραγουδιστή τον Σωτήρη Θεοχάρη (από τους διαλυμένους Αδιέξοδο), με ήχο στιβαρό και με παίξιμο προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις μιας σωστής στούντιο παραγωγής, οι Στάχτες έδειχναν έτοιμοι για το πιο μεγάλο άλμα. Για την ηχογράφηση ενός LP δηλαδή, που θα μπορούσε να τους φέρει θέσεις μπροστά στη συνείδηση της εγχώριας punk/rock κοινότητας. Δεν ξέρω αν, τώρα, είναι αργά… Τα 450 αντίτυπα βινυλίου υπάρχουν πάντως, είναι διαθέσιμα, και μπορεί (ακόμη και σήμερα) να λειτουργήσουν ποικιλοτρόπως.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

για την ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ

Δεν είμαι απολύτως σίγουρος πότε πρωτοεκδόθηκε το περιοδικό Τυφλόμυγα. Το πιο παλαιό τεύχος που διαθέτω προέρχεται από τον Σεπτέμβριο του 2003 κι εκεί αναγράφεται το... «ένας χρόνος συμπληρώθηκε από την πρώτη πειραματική Τυφλόμυγα…». Άρα μπορώ να υποθέσω πως το περιοδικό βγήκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2002, ή έστω το Φθινόπωρο του 2002. Επίσης είναι άγνωστο πόσα τεύχη έχουν κυκλοφορήσει στο μεσοδιάστημα (από το 2002 μέχρι σήμερα εννοώ) επειδή επί των τευχών δεν υπάρχει αρίθμηση – το μόνο που υπάρχει είναι ο μήνας (μήνες) κυκλοφορίας. Έτσι, το πιο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού που έπεσε στα χέρια μου (να υποθέσω πως είναι και το τρέχον) είναι το… Νοέμβρης-Δεκέμβρης ’12. Η Τυφλόμυγα (ορισμένοι θα την αποκαλέσουν και fanzine), έχει σήμερα 64 Α/Μ σελίδες μεσαίου μεγέθους, έχει κασέ ιδιαίτερο, έχει διαφορετικού τύπου γραμματοσειρές, φωτο-αναπαραγωγές παλαιών εντύπων, άρθρα «χτυπημένα» τώρα, διάφορα τινά μεταφρασμένα, που άπτονται της ποίησης, της λογοτεχνίας, της μουσικής, της… εφηρμοσμένης κοινωνιολογίας.
Το έντυπο έχει ενδιαφέρον. Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι θέλουν να παρουσιάσουν κάτι που να προσομοιάζει στον Κούρο και το Panderma (από τα seventies), όμως η προσπάθεια είναι γενικώς καλή· και καλυτερεύει συν τω χρόνω (αν κρίνω από τα τεύχη που διαθέτω). Στο περιοδικό δεν υπάρχει εμφανής συντακτική ομάδα, υπάρχουν όμως επώνυμα κείμενα (οι συνεργασίες, οι κριτικές-παρουσιάσεις των εντύπων), ενδιαφέρουσες «ξένες» επιλογές, και κυρίως υπάρχει πλήρης εκμετάλλευση (με την καλή έννοια) των σελίδων. Δεν βλέπω κάτι που να μ’ ενοχλεί στην Τυφλόμυγα παρ’ εκτός μιας ανάποδης ορθογραφίας, που μου κάθεται στη στομάχι («έρεβνα» με βήτα, «έβγε» με βήτα…). Μάλλον τους ξέφυγαν τα «σκεύη» και τα έγραψαν με ύψιλον…
Όλα τα κείμενα κι οι μεταφράσεις έχουν πράγματα να πουν. Από τις seventies ανατυπώσεις έχουμε κάτι από το αφιέρωμα του Λεωνίδα Χρηστάκη στο βιβλίο, τα βιβλιοπωλεία και τους εκδότες στην περίοδο της δικτατορίας (πρώτη ολοκληρωμένη δημοσίευση στο Panderma #11, τον Μάρτιο του ’75), το γνωστό(;) κείμενο του Τάσου Φαληρέα Πότε θα κάνει ξαστεριά… καλύτερα ποτέ από το Panderma #8, τον Ιούνιο του ’73 (ο Φαληρέας τα έβαζε με τους πάντες, ή σχεδόν με τους πάντες, από τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τα δημοτικά τραγούδια και τα ρεμπέτικα μέχρι τα… μούσια μας), επίσης ένα κείμενο του Φαληρέα («Γιατί είμαστε δυστυχισμένοι») από τον Οκτώβριο του ’72 (το διάβασα και στο βιβλίο Χαριστική Βολή – άγνωστο που πρωτοδημοσιεύτηκε), μία ωραία πολυσέλιδη αναφορά στον λογοτέχνη, ποιητή, βιβλιοπώλη κ.λπ. Γρηγόρη Γρηγοριάδη, που εξαφανίστηκε(;) το 1995 (ανάμεσα κι ένα σημερινό κείμενο του Νίκου Πλατή), μία δυνατή αναφορά στους βρετανούς «δυσαρεστημένους νέους» των 50s-60s (teddy boys, ton-up kids, beats, ειρηνιστές, ravers, mods, rockers) από τον Charles Radcliffe, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο καταστασιακό περιοδικό (του) Heatwave #1, 7/1966 (ό,τι πρέπει για ορισμένους αγράμματους, που έχουν υποστηρίξει ασυναρτησίες σε σχόλια στο δισκορυχείον), ένα απόσπασμα από τη νουβέλα του γνωστού τραγουδοποιού και συγγραφέα Richard Fariña Been down so long it looks like up to me [Random House, New York 1966], που έχει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού το όνομα του πρωταγωνιστή της είναι Gnossos Pappadopoulis και άλλα τινά…
Κάποτε, στα… underground ελληνικά έντυπα βλέπαμε το Revolution for the Hell of It του Abbie Hoffman να μεταφράζεται ως… Επανάσταση για την Κόλαση που Προκαλεί (το ίδιο γελοίο είναι και το Επανάσταση για την Κάβλα της). Τα πράγματα έχουν οπωσδήποτε καλυτερεύσει – η νύχτα με τη μέρα δηλαδή. Βοηθά το internet, σίγουρα η γλωσσομάθεια, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως, ακόμη και σήμερα, δεν γράφονται βλακείες (και στα έντυπα, αλλά, κυρίως, στο δίκτυο). Δεν λέω κάτι καινούριο. 

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

TEMPLE OF THE SMOKE space-rock από τη Σερβία

Τρίτη βινυλιακή κυκλοφορία της ελληνικής Cosmic Eye (μετά τους… πολυεθνικούς Ayahuasca Dark Trip και τους Περουβιανούς Montibus Communitas, για τους οποίους έχω γράψει παλαιότερα), οι Σέρβοι Temple of the Smoke έρχονται να επιβεβαιώσουν το ενδιαφέρον της εποχής γύρω (και) από το βαρέων βαρών space-rock. Και τι δεν ενδιαφέρει την εποχή θα μου πείτε τώρα, αλλά, ok, το space-rock είχε και θα έχει πάντα μία ειδική μεταχείριση. Εννοώ πως πάντα εύρισκε τρόπο να τρυπώνει στα ακούσματά μας, αφού η διαχρονικότητα των Hawkwind πρώτα-πρώτα (με όλα τα υβρίδιά τους) δεν άφησε ποτέ τη φλόγα να σβήσει· πόσω μάλλον, όταν στη διαδρομή έσκασαν μύτη και οι Ozric Tentacles (κλείνουν κι αυτοί 30 χρόνια πια) πακτώνοντας το είδος.
Οι Temple of the Smoke (με όνομα δανεισμένο από μια ιστορία, τρόμου να υποθέσω, του Thomas Ligotti) δεν είναι ένα εντελώς καινούριο γκρουπ, αφού το “The Lost Art of Twilight” [Cosmic Eye ΕΥΕ003] είναι το δεύτερο άλμπουμ τους (είχε προηγηθεί το “…Against Human Race” στην ρωσική R.A.I.G. το 2011). Ηχογραφημένο και μιξαρισμένο στο Βελιγράδι, τον Απρίλιο του 2012, το εν λόγω LP εμφανίζει τη σέρβικη μπάντα (Marko Ilić μπάσο, Dragan Mirković ντραμς, κρουστά, Dušan Žica κιθάρες, σύνθια, samples, εφφέ, μελόντικα, vocoder, Janko Stojanović κιθάρες, σύνθια, όργανο, φωνή – συν δύο guests, οι Danilo Nikodinovski κρουστά, Jon Mack Marie φωνητικά) να κατευθύνεται σε ακόμη πιο κοντρολαρισμένους… διαστημικούς δρόμους. Παρότι οι ενωμένοι Γιουγκοσλάβοι είχαν να επιδείξουν space-rock ήδη από τα 70s (βασικά με τους Igra Staklenih Perli και λιγότερο με τους Tako), οι Temple of the Smoke δεν φαίνεται να κινούνται και τόσο (δηλαδή καθόλου – αν εξαιρέσεις ίσως το τελευταίο track) στις γνωστές Floyd-ικές περιοχές. Είναι περισσότερο heavy, ενίοτε symphonic και συχνότατα επικοί (στα όρια του σχετικού «μετάλλου»). Οι συνθέσεις τους, ορχηστρικές ως επί το πλείστον –φέρνουν στο νου διάφορα σχήματα του δεύτερου μισού των seventies (Heldon, SBB) ή καλύτερα συνδυασμούς εκείνων, έχοντας όμως σύγχρονη χροιά– είναι γλαφυρές, περιπετειώδεις και από την πλευρά Α θα ξεχώριζα οπωσδήποτε το έσχατο “Out, into the crimson night”, επειδή εμφανίζει, ακέραιες, τις περισσότερες από τις αναφορές τους. Η δεύτερη πλευρά (την οποίαν οι Σέρβοι αποκαλούν… Ω) περιλαμβάνει τρία κομμάτια. Το “Street of shifting signs” είναι το πιο μεγάλο σε διάρκεια, και το όχι παράξενο (για τους Temple of the Smoke) είναι πως εμφανίζει reggae και dub στοιχεία, με τη μελόντικα να ακούγεται ως μία προφανής αναφορά στον Augustus Pablo! (Space-reggae, πάντως, δεν είναι εύκολο να συναντήσεις οπουδήποτε). Το “Beyond the wall of sleep” είναι ένα μινόρε κάπως doomy track, με αποκαλυπτικές κιθάρες και «πίσω» keyboards, που σε στέλνει (ίσως το κορυφαίο του άλμπουμ), ενώ το έσχατο “Temple of the smoke” είναι το μόνο που εμφανίζει κάποιες ψυχεδελικές αναφορές (Floyd-ικές και kraut ας τις πούμε), με τα φωνητικά (περασμένα μέσα από vocoder) να κάνουν, επί του προκειμένου, τη διαφορά. Οι Σέρβοι το έχουν το space χάρισμα.