Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ο τρομπετίστας της jazz σ’ ένα άλμπουμ του 2020

Καταξιωμένος μουσικός, που κινείται για δεκαετίες τώρα στον χώρο της ελληνικής jazz και όχι μόνον και τον οποίον θυμόμαστε από παλαιά –από την εποχή των Aroma Caribe και αργότερα από την “Jazz Society / Thessaloniki 2006”, αν και ο ίδιος είχε ξεκινήσει πολύ-πολύ νωρίτερα, στις αρχές των 90s με τους Were Enough– ο τρομπετίστας Γιάννης Οικονομίδης (Yiannis Oikonomidis) έχει και προσωπική δουλειά να προτείνει, που μπορεί να είναι λίγο παλαιότερη, αλλά αυτό δεν έχει ουδεμία σημασία. Οι δίσκοι δεν έχουν ημερομηνία λήξεως...
Λέμε για το CD Neverland, που κυκλοφόρησε από την Liberta music, το 2020, και στο οποίον καταγράφονται εννέα ευφραδείς συνθέσεις του Γιάννη Οικονομίδη, που διαρκούν γύρω στα 55 λεπτά.
Στο άλμπουμ, που είναι ορχηστρικό φυσικά, ακούγονται οι Γιάννης Οικονομίδης τρομπέτα, φλούγκελχορν, Φίλιππος Κωσταβέλης πιάνο, fender rhodes, Δημήτρης Γιαλαμάς μπάσο και Αλέξανδρος Σπανίδης ντραμς, ενώ συμμετέχουν ως guests και οι Eduard Spaapen congas, κρουστά και Μάκης Στεφανίδης ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες.
Στους τίτλους των κομματιών του Γιάννη Οικονομίδη κρύβονται δύο ονόματα μουσικών, τα οποία φανερώνουν κάτι.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Claudios samba”, ένα... τζαζ-βραζιλοπρεπές track, που είναι επί της ουσίας αφιερωμένο στον βραζιλιάνο τρομπετίστα και συνθέτη Claudio Roditi (1946-2020) –επιρροή, προφανώς, για τον Οικονομίδη–, ενώ στην θέση 6 βρίσκεται η σύνθεση “Danny”, που είναι αφιερωμένη στον επίσης εκλιπόντα αμερικανό τρομπετίστα Danny Hayes, που είχε κάνει καριέρα και στην Ελλάδα, και που ήταν, κατ’ ουσίαν, ο δάσκαλος του Οικονομίδη. Το κομμάτι είναι κάπως χαμηλών τόνων, έχοντας έναν ελεγειακό χαρακτήρα.
Από ’κει και πέρα το “Neverland” είναι γεμάτο με πολύ δυνατές συνθέσεις – συνθέσεις, εννοούμε, που εμφανίζουν πολύ ωραία χαρακτηριστικά, ωραία τοποθετημένα και με γνώση προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις ενός δίσκου, που γενικώς, έχει εξωστρεφή και χαρούμενο χαρακτήρα.
Το latin-jazz ύφος θα λέγαμε πως κυριαρχεί, με την «ελαφρότητά» του να είναι δεδομένη, καθώς οι ρυθμολογίες είναι, τις πιο πολλές φορές, ασυζητητί χορευτικές. Τέτοια κομμάτια είναι τα “Neverland”, “Atahualpa”, “Future plans” (από τα ωραιότερα του CD) και “Two chords” (και αυτό από τα ωραιότερα και σε πιο funky style), με το άλμπουμ να κλείνει, όλως περιέργως, μ’ ένα αργό και κάπως ατμοσφαιρικό jazz track, το “Bolero for my love” (που είναι ένα «τραγούδι» αγάπης, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, με ωραίο παίξιμο και από τον πιανίστα Κωσταβέλη).
Πολύ ωραίο CD, ευχάριστο, απολαυστικό και περιποιημένο, από πάσης πλευράς, μέσα-έξω.
Επαφή: https://www.facebook.com/aroma.caribe.5

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

SATOKO FUJII & OTOMO YOSHIHIDE συνεχής κίνηση

Στο συγκεκριμένο άλμπουμ, που αποκαλείταιPerpetual Motion[Ayler Records, 2023], έχουμε την σύμπραξη δύο γιγάντων του free-improv. Της ιαπωνίδας πιανίστριας, συνθέτριας και αυτοσχεδιάστριας Satoko Fujii (για την οποία έχουμε γράψει πάμπολλες φορές στο blog και δεν υπάρχει λόγος να πούμε κάτι περισσότερο τώρα, σε σχέση με το βιογραφικό της) και του συμπατριώτη της (κιθαρίστα εδώ και αυτοσχεδιαστή) Otomo Yoshihide – μιας επίσης μεγάλης περίπτωσης του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού.
Γεννημένος στην Γιοκοχάμα το 1959 (γεννημένη στο Τόκυο, το ’58 είναι η Fujii), ο Otomo Yoshihide ανακαλύπτει κάποια στιγμή στη ζωή του τον βρετανό κιθαρίστα Derek Bailey, τον σαξοφωνίστα Kaoru Abe και τον κιθαρίστα Masayuki Takayanagi κι έτσι αποφασίζει να παρατήσει το rock, με το οποίο ασχολιόταν μέχρι τότε, προκειμένου να στραφεί προς την jazz και το free-improv.
Ηχογραφώντας από το τέλος της δεκαετίας του ’80 και δίνοντας ανεξάντλητα live, ο Otomo (Otomo είναι το επώνυμό του) πρακτικά έχει παίξει με τους «πάντες» του χώρου του, είτε στη σκηνή είτε στην δισκογραφία, καθώς οι δίσκοι στους οποίους έχει συμμετάσχει είναι μερικές εκατοντάδες.
Στο “Perpetual Motion” οι Fujii & Otomo «συλλαμβάνονται» να παίζουν, ζωντανά φυσικά, στο κλαμπ Pit Inn, στην Shinjuku του Τόκυο, στις 10 Ιανουαρίου του 2022, αυτοσχεδιάζοντας προφανώς για πιάνο και ηλεκτρική κιθάρα (ή μάλλον με άξονα το πιάνο και την ηλεκτρική κιθάρα).
Τα κομμάτια που καταγράφονται, εδώ, είναι τέσσερα στον αριθμό, τα “Perpetual Motion I”, “II”, “III” και “IV”, έχοντας διάρκειες 11:28, 15:40, 5:59 και 15:21 λεπτά, εξαντλώντας, κατά μίαν έννοια, επινοήσεις, timbre, όγκους και εντάσεις, παρουσιάζοντας μία μουσική διαρκώς σε κίνηση, όπως υποδηλοί και ο τίτλος, μέσα από την οποία αναδύονται οι jazz, rock και modern music αναφορές του ντούο, πάντα με άξονα το αυθόρμητο και το αναπάντεχο.
Μουσική σκληρή, επιθετική, θορυβώδης, με ένταση και με παλμό, αλλά ανά φάσεις και λυρική, ήσυχη, με εσωτερική δόνηση, αλλά πάντα απολαυστική μέσα από τις διαρκείς επινοήσεις της Fujii και του Otomo – με τα δύο όργανα, το πιάνο και την κιθάρα, να ακούγονται κάπως σαν ακροτελεύτια, στον αγώνα τους με την οριστική ρήξη με τη μουσική του χθες (δηλαδή του σήμερα).
Σίγουρα περικλείουν κάτι το εξώκοσμο οι ήχοι και οι μουσικές του Ιάπωνα και της Ιαπωνίδας –κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί με τα καθιερωμένα μέτρα, ακόμη και των ακραίων του free-improv–, ενώ, από την άλλη, υπάρχει κι ένα έντονο meditation κλίμα ανά διαστήματα (στο έσχατο “Perpetual Motion IV” για παράδειγμα), που δρα εσωτερικά, δημιουργώντας άλλου τύπου δεδομένα.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, λέμε για μία μουσική πλήρη και ολοκληρωμένη, που κρατάει, μονίμως, σε εγρήγορση τις αισθήσεις.
Επαφή: https://otomoyoshihide.com/en/, https://satokofujii.com/wp_site/

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 491

19/2/2023
Επανερχόμαστε στο γνωστό θέμα με κάτι από τα παλιά (από τα μέσα του '70), για το οποίο σκεπτόμουν να το εντάξω στην σχετική κριτική, που δημοσιεύτηκε στο LiFO.gr, αλλά τελικά δεν το έπραξα. Γιατί θα ξέφευγε πολύ το θέμα και γιατί θα έπρεπε να γράψω πολλά. Εδώ θα γράψω λίγα βέβαια.
Η δική μου άποψη είναι, χοντρικώς, αυτή του... 1929. Πως ο καλλιτέχνης δεν θα πρέπει να έχει κανένα αισθητικής φύσεως δικαίωμα πάνω στο έργο του και πως ο καθένας θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διασκευάζει ό,τι θέλει, όπως γουστάρει, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν, παρ’ εκτός του εαυτού του.
Φυσικά, αυτό δεν σχετίζεται με την οικονομική κάλυψη του δημιουργού, που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι η προφανής. Ο δημιουργός από την διασκευή θα πρέπει να λάβει τα νόμιμα οικονομικά δικαιώματά του εννοώ.
Διαφωνώ με άλλα λόγια, εντελώς, με εκείνο που έγραφε ο Χατζιδάκις στους δίσκους του... ότι δεν επιτρέπω σε κανέναν να πάρει το τάδε κομμάτι και να το διασκευάσει, γιατί κτλ. κτλ. Δεν υπάρχει «γιατί» (για μένα). Και ο Χατζιδάκις μάλλον το ήξερε αυτό και το έγραφε περισσότερο για εκφοβισμό, να μην τολμήσουν να τον διασκευάσουν, γιατί το έργο είναι ενιαίο κτλ. και όχι γιατί θα μπορούσε να κάνει, πρακτικά, κάτι.
Όταν ο Όμηρος και ο Σαίξπηρ διασκευάζονται για μικρά παιδιά, για κινούμενα σχέδια, για ταινίες και για τους αναγνώστες του ΦΑΝΤΑΖΙΟ (από τον Τάσο Λειβαδίτη) τότε το θέμα έχει τελειώσει. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι γουστάρει και ο μόνος έλεγχος που έχει νόημα είναι ο αυτοέλεγχος. Που πρέπει να είναι σκληρός και αυστηρός από τον καθένα προς τον εαυτό του.
Αν ο Παυλίδης θεώρησε ότι έπρεπε να διασκευάσει Μαρκόπουλο καλώς το έπραξε. Και έπρεπε να το πράξει, να έχει το δικαίωμα να το πράξει, χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Ούτε τον συνθέτη. Αυτή είναι η δική μου γνώμη, στο γενικό πλαίσιο – ασχέτως αν εγώ υποστηρίζω πως ο ίδιος ο Παυλίδης, στο ειδικό πλαίσιο, του αυτοπεριορισμού και του αυτοελέγχου, θα έπρεπε να μην το κάνει, να αρνηθεί, να πει όχι (στην πρόταση που του έγινε).
Κατά τη δική μου γνώμη ήταν φοβερά φιλελεύθερη αυτή η άποψη του 1929 και καθόλου ελλιπής και ξεπερασμένη (την έχω βάλει σε κόκκινο πλαίσιο) πάνω στην οποία θα στηριζόταν η MINOS, για να υπερασπίσει το δικαίωμα του Βουτσά (καλλιτέχνη της) να προβεί στην διασκευή του «Τούμπου-τούμπου ζα».
Το αν ο Βουτσάς τώρα είχε κρίνει, μέσα από την διαδικασία του αυτοελέγχου του, ότι ναι πρέπει να κάνω αυτή τη διασκευή, γιατί έχω να κομίσω κάτι καινούριο κ.λπ., αυτό είναι άλλο θέμα. Άλλοι θα πουν καλά έκανε, άλλοι όχι. Σε κάθε περίπτωση όμως νομικό έρεισμα περί γελοιοποίησης τραγουδιού δεν είχε κανένα απολύτως νόημα.

19/2/2023
Όσα έγραψα για τον δίσκο του Παυλίδη τα έγραψα σε πρώτο πρόσωπο – κάτι που δεν το κάνω συχνά στα κείμενα, αφού μ’ αρέσει, γενικά, να γράφω σε πληθυντικό πρόσωπο. Με το πρώτο πρόσωπο στην συγκεκριμένη κριτική ήθελα να δείξω όχι κάποια... μεγαλομανία μου –όπως έγραψαν κάποιοι χαζοί, που, στο βιογραφικό τους στο facebook δεν γράφουν μέσα μόνο το δημοτικό σχολείο από το οποίο... αποφοίτησαν– μα την προσωπική σχέση, που έχω με τα τραγούδια του Μαρκόπουλου από τα παιδικά μου χρόνια.
Επίσης να πω στους χοντροκέφαλους πως το «Άσε τα κάτω. Μην τα αγγίζεις» το έγραψα για τα τραγούδια του Σαββόπουλου, τα οποία μπορεί να ανακαλύψει στα 50 του κάποιος, θέλοντας να τα διασκευάσει. Δεν το έγραψα για τον Παυλίδη.
Την κριτική την έχουν φθάσει στα χάλια που έχει φθάσει οι χοντροκέφαλοι, που το μόνο που ξέρουν να κάνουνε είναι να στοιβάζουν δίσκους τον έναν δίπλα στον άλλον, αγνοώντας το βασικότερο όλων – πως το να ξέρεις μόνο από μουσική σημαίνει πως δεν ξέρεις ούτε για μουσική.
Δεν έχω κανένα κόμπλεξ έναντι του Παυλίδη τον οποίον τιμώ ως τραγουδοποιό, έχοντας γράψει πολύ καλά λόγια, από τα 00s ήδη, για τα παλιά άλμπουμ του. Μα και για τα νεότερα έχω επισημαίνει τα ωραία τραγούδια του κ.λπ. Δεν μου έχει κάνει κάτι ο άνθρωπος, και ούτε τον είδα ποτέ σαν... σάκο του μποξ, για να βγάλω πάνω του κάποια (ανύπαρκτα) απωθημένα μου.
Και ούτε έγραψα ποτέ εγώ πως θα έπρεπε να διασκευάσει «δευτεράντζες» του Μαρκόπουλου, ο Παυλίδης, απλώς γιατί τραγούδια σαν τον «Ταρζάν» τα θεωρώ πολύ σπουδαία, εφάμιλλα των πιο σημαδιακών του Μαρκόπουλου. Και όταν θα γράψω κείμενο μόνο για τον «Ταρζάν» τότε θα καταλάβουν οι αγράμματοι τι εννοώ. Και δεν θεωρώ καθόλου δευτεράντζα το “Who pays the ferryman”, που έχει επηρεάσει μέχρι και Uriah Heep...
Και για τον άλλο τον χοντροκέφαλο, που μιλάει για το... αρχείο μια κουβέντα μόνο. Εγώ δεν έχω κανένα αρχείο, ούτε συλλέκτης είμαι. Έχω απλώς πράγματα της δουλειάς. Όπως ο οδοντογιατρός έχει τανάλιες, ας πούμε, ο μανάβης καφάσια και σακούλες, ο τσαγκάρης δέρματα και κόλλες κ.λπ.
Όπως δεν θα πεις για τον οδοντογιατρό... ρε, αυτός έχεις εργαλεία... έτσι δεν θα πεις και για μένα... ρε αυτός έχει «αρχείο». Είναι μαλακία αυτό και να το καταλάβει αυτός που το είπε... αν μπορεί.
Επίσης να του πω πως το «αρχείο» δεν έχει καμία αξία από μόνο του. Την αξία τού τη δίνω εγώ, γιατί ξέρω να το χρησιμοποιήσω. Αν το είχε αυτός το «αρχείο» δεν θα ήξερε τι να το κάνει – γιατί είναι αγράμματος γενικότερα. Μόνο δίσκους ακούει, και κανονικά δεν θα έπρεπε να γράφει ούτε γι’ αυτούς. Έπρεπε να μένει στις ακροάσεις. Μέχρι εκεί.
Κι εγώ μαγειρεύω, αλλά δεν βγαίνω να γράφω για συνταγές. Και για ένα σωρό άλλα πράγματα θα μπορούσα να γράφω, αν είχα το θράσος που κυκλοφορεί στην πιάτσα, αλλά δεν το κάνω. Σέβομαι τον εαυτό μου πρώτα-πρώτα και μετά αυτούς που θα με διαβάσουν.
Κι εν πάση περιπτώσει, ας δημιουργήσει κι εκείνος ένα «αρχείο» για τον εαυτό του, αν νομίζει ότι το χρειάζεται. Εγώ μόνος μου κινούμαι και μόνος μου ψάχνω και διαβάζω και μελετάω, επειδή ενδιαφέρομαι για τη δουλειά μου. Δεν κωλοβαράω, ούτε κοροϊδεύω τον κόσμο με κείμενα της πλάκας. Αγωνίζομαι. Δεν τα βρίσκω έτοιμα. Ενδιαφέρομαι, ψάχνω και πληρώνω για τα πράγματα που θέλω, και που μου χρειάζονται για τη δουλειά. Δεν τα κληρονόμησα από τον μπάρμπα μου, ούτε τα βρίσκω τζάμπα.
Σταματήστε να γράφετε ό,τι σας κατέβει λοιπόν και ασχοληθείτε σοβαρά με αυτό που κάνετε. Με ψευτομαγκιές και λόγια του αέρα δεν πάτε μπροστά. Γράφετε λες και απευθύνεστε σε αγράμματους. Ο κόσμος όμως δεν είναι χαζός... καταλαβαίνει ποιος ματώνει πίσω από το πληκτρολόγιο και ποιος βήχει και κοροϊδεύει. Στρώστε κώλο και ασχοληθείτε σοβαρά, γιατί έτσι όπως πορεύεστε δεν σας υπολογίζει κανένας. Απ’ αυτούς που θα θέλατε να σας υπολογίζουν. Καταλαβαινόμαστε νομίζω...

18/2/2023
Ενοχλήθηκε ο φίλος Γιάννης Παπαϊωάννου γιατί έγραψα για το λάθος του olafaq (με τον... σαξοφωνίστα Mingus) και μου λέει και ειρωνικά «μπράβο», επειδή λέει ανακάλυψα >>το πρώτο από τα πέντε «ψεύτικα» λάθη σε ποστ του Olafaq<<.
Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί με το >>«ψεύτικα» λάθη»<< αλλά ok… Μπορεί να κάνει και χιούμορ κ.λπ. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να ανακατέψεις την τράπουλα και να βγεις από πάνω...
Αν, όμως, ο Γιάννης ενοχλήθηκε αληθινά επειδή εντόπισα το λάθος (το οποίο και διόρθωσαν – και καλά έκαναν), τότε δεν έχω κανένα λόγο να το ξανακάνω. Δεν είναι η δουλειά μου να βρίσκω λάθη τού olafaq!
Περνάω κι απ’ αυτό το σάιτ και διαβάζω διάφορα κι έχω βάλει και λάικ σε κάποια ποστ – και αν έχω ενοχληθεί αφάνταστα από κάτι που δημοσιεύτηκε στο olafaq αυτό δεν είναι ο... σαξοφωνίστας Mingus, ούτε ο... μπλουζίστας Chicken Shack (αυτά είναι λάθη ανθρώπων, που μπορεί να μην έχουν σχέση με αυτά που γράφουν, αλλά είναι χαριτωμένα), μα η συνέντευξη του Σφέτσα που μίλησε για «ανιστόρητους τύπους που ζουν παρασιτικά στις πλάτες του ελέφαντα».
Αυτό, ναι, με ενόχλησε – και δεν το έκρυψα, και ούτε θα το κρύψω. Και γι’ αυτό το πράγμα θα έκανα οπωσδήποτε ποστ, ακόμη και αν στενοχωρούσα τον φίλο Γιάννη Παπαϊωάννου...

18/2/2023
Ωχ Παναΐα μου...

18/2/2023
Aπ' αυτόν το ακούσανε Κωχ και Γκαϊφύλλιας και το κανάνε ροκ, δυο χρόνια αργότερα. Το μισό τραγούδι είναι λαϊκή γκρουβιά... Ξανθόπουλος '69...
https://www.youtube.com/watch?v=kyS0p-EHshI

16/3/2023
Και για να τελειώσουμε με τα συναυλιακά σήμερα... δεν νομίζω να υπάρχει άτομο, που ν’ ακούει προχωρημένη τζαζ και προχωρημένο ροκ και να μην ήθελε να βρίσκεται στο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΩΝ ΦΕΣΤΙΒΑΛ, στην Amougies του Βελγίου, τις 5 εκείνες ημέρες του Οκτώβρη, του 1969.
Ήταν οι πάντες εκεί, ακόμη και ο Zappa με τον Beefheart, που δεν αναφέρονται στην αφίσα (κάνε κλικ στην εικόνα να δεις τα ονόματα)...
Soft Machine, Caravan, Colosseum, Pink Floyd και Blossom Toes, μαζί με Art Ensemble of Chicago, Archie Shepp, Don Cherry και Alan Silva, μαζί με Ame Son, Triangle, Cruciferius κ.λπ. από Γαλλία... και δε συμμαζεύεται...

16/3/2023
Και σε ποια μεγάλη ελληνική διοργάνωση θα ήθελα να βρεθώ, αλλά δεν; Φυσικά στο καλύτερο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, που ήταν εκείνο του 1972.
Με Νοστράδαμος, Poll, Blue Birds και Faces, με τον Τόλη να τρώει το κράξιμο της ζωής του, για το "Ξανθή αγαπημένη Παναγιά" και με τον Δώρο Γεωργιάδη να σαρώνει...
https://www.youtube.com/watch?v=Kutpf7mVVcc

16/2/2023
Έλληνα καλλιτέχνη που δεν είδα στον καιρό του, και που θα 'θελα πολύ να δω; Πολλοί και διάφοροι... Να ένας...
Θα ήθελα να είχα δει live τον Κωστή Χρήστου το '73, πριν από '50 χρόνια, κάπου στην παραλία... Τελικά κατάφερα να τον δω σε μια τρύπα στο Παγκράτι τέλη '90, με αρχές 2000...
https://www.youtube.com/watch?v=0fw4poXw1LE

15/2/2023
«Να ’ρθει ο Σεφέρης, να ’ρθει κι ο Ρότα, να ’ρθει ο Μικέλης, να ’ρθει κι ο Ντασέν»
(Λουκιανός Κηλαηδόνης «Το πάρτυ», 1982)
Σεφέρης και Μικέλης θα κόλλαγαν σίγουρα στο πάρτυ του Λουκιανού – τώρα για τους άλλους δύο δεν είμαι 100% σίγουρος...

NILS LANDGREN ο μεγάλος σουηδός μουσικός της τζαζ και του φανκ γιορτάζει και μαζί του η μουσική – μια ματιά στις τελευταίες συνεργασίες του και τα ξεχωριστά άλμπουμ του

Γεννημένος το 1956 στην πόλη Degerfors της Σουηδίας, ο συνθέτης και τρομπονίστας Nils Landgren (που έχει επισκεφθεί και την Ελλάδα φυσικά) έχει μια πορεία στα μουσικά πράγματα, τα τελευταία 30 χρόνια, η οποία δικαίως τον έχει τοποθετήσει στην κορυφή.
Αυτή την πορεία γιορτάζει τώρα μ’ ένα νέο άλμπουμ, ένα box-set τριών CD, το “3 Generations, που είναι τυπωμένο για την γερμανική εταιρεία ACT Music + Vision (AN Music) και που είναι διπλά και τριπλά εορταστικό.
Έτσι λοιπόν, από την μια μεριά, γιορτάζονται τα 30χρονα της σημαντικότατης ACT, που ιδρύθηκε το 1992 στο Αμβούργο, αλλά από την άλλη γιορτάζεται και η παρουσία του Nils Landgren εκεί, αφού ο σουηδός μουσικός συνεργάζεται με την γερμανική ετικέτα από το 1994.
Φυσικά, μια τρίτη γιορτή δεν μπορεί παρά να αφορά στη μουσική αυτή καθ’ αυτή, αλλά τούτο είναι κάτι εντελώς προφανές, αν αναλογιστούμε τα ονόματα που συμμετέχουν εδώ και τα οποία υπονοεί και ο τίτλος του πακέτου, που είναι... Τρεις Γενιές (μουσικών).
Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε από την αρχή είναι πως ο Nils Landgren λειτουργεί κάπως σαν Α&R man (artist & repertoire) μέσα στην ACT. Δηλαδή ο ρόλος του, πολλές φορές, υπήρξε/είναι αποφασιστικός στην προσέλκυση και από ’κει και πέρα στην ανάδειξη συγκεκριμένων ταλέντων και πως χωρίς την δική του παρουσία δεν ξέρουμε πώς θα διαμορφωνόταν το βορειοευρωπαϊκό (και όχι μόνο) προφίλ της εταιρείας, με τους μουσικούς της δεύτερης γενιάς (Esbjörn Svensson, Viktoria Tolstoy, Ida Sand, Lars Danielsson, Wolfgang Haffner, Rigmor Gustafsson κ.ά.) και πιο μετά μ’ εκείνους της τρίτης (Johanna Summer, Jakob Manz, Anna Gréta κ.ά.).
Εννοούμε πως η προσωπική παρέμβαση, του Nils Landgren, για να εισέλθουν όλα αυτά τα ονόματα στον κατάλογο της ACT, υπήρξε καίρια και σημαντική.
Τώρα, και όσον αφορά εκείνο που μας παρουσιάζει στο “3 Generationsbox-set, ο Nils Landgren, λέμε πως είναι απολύτως συμμετρικό και συμβολικό.
Τρία CD, ένα για κάθε μία από τις τρεις δεκαετίες της εταιρείας, και με καθένα εξ αυτών να περιέχει δέκα κομμάτια, άρα στο σύνολο τριάντα – δηλαδή όσα και τα έτη παρουσίας τής ACT στα δισκογραφικά πράγματα, από το 1992 έως και το 2022.
Και το εξής πολύ σημαντικό. Τα τριάντα αυτά κομμάτια δεν αποτελούν επιλογές από τον τεράστιο κατάλογο της εταιρείας, δεν έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, μ’ ένα compilation αποτελούμενο από παλαιά tracks, μα για τριάντα τωρινά κομμάτια (ασχέτως αν ορισμένα εξ αυτών, ως συνθέσεις, είναι γνωστά), τα οποία έφεραν μαζί τους, στο Jazzanova Studio του Βερολίνου, στο διάστημα 7-9 Ιουνίου 2022, κάποιες δεκάδες μουσικοί!
Τώρα, αν υποστηρίζαμε πως αυτές οι συνθέσεις και οι versions ετοιμάζονταν από καιρό... δεν θα είχαμε άδικο. Και το λέμε τούτο, επειδή είναι εντυπωσιακές, προϊόντα, σίγουρα, μεγάλων οργανοπαικτών, που έβαλαν τα πολύ δυνατά τους, για να παρουσιάσουν κάτι ξεχωριστό – για τούτη την ακμαία ευρωπαϊκή εταιρεία της ευρύτερης τζαζ, που τους στεγάζει όλα αυτά τα χρόνια.
Φυσικά, ο Nils Landgren με το τρομπόνι του έχει εδώ τον πρώτο ρόλο, καθώς συμμετέχει και στα τριάντα tracks, με τα ονόματα να... πέφτουν βροχή, εντυπωσιάζοντας με τις συνθέσεις, τις παρουσίες και τα παιξίματά τους.
Joachim Kühn, Michael Wollny, IIro Rantala, Lars Danielsson, Viktoria Tolstoy, Wolfgang Haffner, J.& R. Wasserfuhr, David Helbock, Jan Lundgren, Marius Neset, Vincent Peirani, Emile Parisien, Youn Sun Nah και όλοι οι υπόλοιποι σε μια γιορτή της μουσικής.
Εκπληκτικό πακέτο! Αναμφισβήτητα από τις πολύ μεγάλες κυκλοφορίες της χρονιάς που πέρασε.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/nils-landgren-o-soyidos-alhimistis-tis-tzaz-kai-toy-fank-giortazei

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

BEN ROSENBLUM NEBULA PROJECT ένα άλμπουμ πολλαπλών διαστάσεων, αλλά με την jazz πάντα ως βάση

Υπάρχει άλλο ένα άλμπουμ των Ben Rosenblum Nebula Project, για το οποίον έχουμε γράψει review στο blog – και αυτό είναι το “Kites and Strings” [One Trick Dog, 2020]. Τώρα, ένα δεύτερο CD τού ίδιου project γυρίζει στο player, που έχει τίτλο A Thousand Pebbles[One Trick Dog, 2023] και στο οποίον ακολουθείται η ίδια πάνω-κάτω τακτική. Τι ακριβώς;
O
Ben Rosenblum, που είναι συνθέτης, πιανίστας και ακορντεονίστας δημιουργεί ένα ethnic-jazz άλμπουμ, με πολύ ελκυστικό περιεχόμενο. Αυτό το είχαμε επισημάνει και στο παλαιότερο κείμενο, γράφοντας... πως τα «ξένα» ηχοχρώματα είναι ωραία τοποθετημένα, δίχως να κυριαρχούν καθ’ όλη την διάρκεια των συνθέσεων, προσφέροντας αυτό το «κάτι», το ικανό σε κάθε περίπτωση, να της πάει (τις συνθέσεις) κάπου αλλού.
Έτσι, και στο “A Thousand Pebbleso Ben Rosenblum κοιτάει προς την μεριά των Βαλκανίων, μα ακόμη και της Βραζιλίας, της Αφρο-καραϊβικής και της Ιρλανδίας, συνθέτοντας τζαζ κατά βάση κομμάτια, τα οποία διαθέτουν, όμως, όλες αυτές τις επιρροές. Τις επιρροές εννοούμε από τις μουσικές των συγκεκριμένων περιοχών.
Κι έτσι, κι επειδή η jazz είναι πάντα η σταθερή αξία, το CD δεν ακούγεται... αχταρμάς, εμφανίζοντας συνθέσεις, εννοούμε, που να μην επικοινωνούν μεταξύ τους.
Υπάρχει, λοιπόν, ένα σταθερό σχήμα εδώ, δηλαδή οι Ben Rosenblum πιάνο, ακορντεόν, Wayne Tucker τρομπέτα, φλούγκελχορν, Jasper Dutz άλτο σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, άλτο φλάουτο, Rafael Rosa κιθάρα, Marty Jaffe μπάσο, Ben Zweig ντραμς, κρουστά και Xavier Del Castillo τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο, αλλά, πάνω απ’ όλα, υπάρχει μία σταθερή «ματιά», που διαπνέει όλα τα tracks, κάνοντάς τα να ακούγονται το ένα ως συνέχεια του άλλου.
Το “Bulgares”, που είναι στην θέση 2 είναι ένα καταπληκτικό balkan-jazz track, με την τρομπέτα να σκορπά τα πρώτα ρίγη, πάνω από έναν 11άρη ρυθμό, με το ακορντεόν να δημιουργεί «χαλί» σ’ ένα πίσω πλάνο, πριν πάρει κεφάλι, ακολουθούμενο από το κλαρίνο, την ηλεκτρική κιθάρα κ.λπ. Μαγική σύνθεση!
Αλλά μήπως είναι λιγότερο μαγική η “The bell from Europe” στην θέση επτά, που ανοίγει με άρκο κοντραμπάσο, ακολουθώντας ένα θρηνητικό μοτίβο, που εξελίσσεται κυκλωτικά, δημιουργώντας σπάνια ψυχική ευφορία ή η “Song of the Sabiá” του Antônio Carlos Jobim (η μόνη διασκευή του CD), στην θέση δέκα, που είναι... βραζιλόφρονη φυσικά, και ικανή να αναστήσει και πεθαμένο;
Γενικώς, το “A Thousand Pebbles” είναι ένα «ανεβαστικό» CD, όχι υπό την έννοια ότι περιέχει... αισιόδοξους, σώνει και καλά, σκοπούς, μα λόγω της πληρότητας που δημιουργεί στον ακροατή, με τα καταπληκτικά παιξίματα, και τις απολαυστικές σε κάθε περίπτωση συνθέσεις του.
Απλό, μέσα στη συνθετότητά του, άλμπουμ, προϊόν μεγάλων οργανοπαικτών.
Επαφή: www.benrosenblummusic.com

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

το αμφιλεγόμενο άλμπουμ του ΠΑΥΛΟΥ ΠΑΥΛΙΔΗ «Πέρα από τη Θάλασσα» - μια νέα ανάγνωση πασίγνωστων τραγουδιών του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ, έξω από το αναμενόμενο, που προβληματίζει

Δεν μου προξένησε καλή εντύπωση ο δίσκος-tribute του Παύλου Παυλίδη «Πέρα από τη Θάλασσα» [United We Fly, 2023], με τις διασκευές του πάνω στα τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου. Θέλω να το πω από την αρχή αυτό, και το λέω. Δεν είναι το γεγονός πως ο δίσκος δίνει μιαν άλλη διάσταση στα τραγούδια του Μαρκόπουλου (αυτό δεν σημαίνει κάτι αναγκαστικώς), αλλά το ότι αυτή η συγκεκριμένη διάσταση μετατρέπει τα τραγούδια σε εντελώς αμφισβητήσιμης αισθητικής ακροάματα.
Όλα αυτά τα τραγούδια, που επιλέγει, εδώ, ο Παυλίδης για να διασκευάσει είναι διατυπωμένα, στις πρώτες εκτελέσεις τους, μ’ έναν τρόπο λαϊκό και αυστηρό, λεβέντικο και περήφανο (από τους πρώτους εκτελεστές Ξυλούρη, Χαλκιά, Μοσχολιού, Γαργανουράκη κ.ά.), που σχετίζεται (ο τρόπος) με τις κοινωνικοπολιτικές νοηματοδοτήσεις μιας άλλης, μιας διαφορετικής εποχής. Όλα αυτά, στο «Πέρα από τη θάλασσα», εξαλείφονται. Κονιορτοποιούνται. Σαν να ενοχλούν, σαν να θυμίζουν γεγονότα και καταστάσεις που θα πρέπει να ξεχάσουμε (σαν λέμε) και άρα θα πρέπει ν’ αλλάξουν όψη.
Δεν ευθύνονται σώνει και καλά τα keyboards γι’ αυτό ή τα beats, αλλά βασικά τα τραγουδίσματα του Παυλίδη, που δεν συνάδουν, καθώς είναι τελείως άχρωμα, χωρίς καμία αίσθηση τού βάρους, που κουβαλάνε τα συγκεκριμένα κομμάτια. Λέμε για μια φωνή που κυλάει σ’ ένα υπνωτιστικό τέμπο, δίχως χρωματισμούς, χωρίς δυνατότητες κορύφωσης, που μέσα από μια αφηγηματική μονοτονία, επιχειρεί να δώσει στα τραγούδια μιαν άλλη διάσταση – τελείως έξω από την αρχική τους.
Αν, ορισμένοι, αυτό το θεωρούν καλό ή έστω θεμιτό ως ενδεχόμενο, εγώ το θεωρώ τελείως καταδικαστικό ως αποτέλεσμα.
Όποιος έχει ακούσει ή ακούει αυτά τα κομμάτια έξω από το πλαίσιο της εποχής τους, σαν τραγούδια τού οποτεδήποτε, μπορεί να λέει ό,τι θέλει – χωρίς (μεταξύ μας) να τον λαβαίνει κανένας σοβαρά υπ’ όψιν του. Όποιος, όμως, ξέρει τι κρύβεται πίσω απ’ αυτά, δεν μπορεί παρά να είναι τουλάχιστον επιφυλακτικός με το εγχείρημα – όχι με τον Παυλίδη, μα με τον οποιονδήποτε που θα επιχειρούσε κάτι ανάλογο.
Μοιάζει να έχουμε και μια κόντρα γενεών εδώ. Και καλώς, κατ’ εμέ.
Σου λένε κάποιοι... μα να τ’ ακούσουν και οι νεότεροι, να γίνουν τα τραγούδια πιο κοντινά προς αυτούς. Λυπάμαι, αλλά αυτά είναι λόγια του αέρα.
Ο Παύλος Παυλίδης είναι σχεδόν 60άρης, δεν έχει καμία σχέση με νεότητες. Και αυτό το electro και electro-rock, που χρησιμοποιεί, εδώ, είναι τελείως παρωχημένο σαν ήχος (και καθόλου σύγχρονο). Αν ενδιαφέρει κάποιους, το θέμα, τότε να συζητήσουμε και επ’ αυτού...
Έπειτα... δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα μάθουν τα τραγούδια οι νέοι (οι 20χρονοι) άμα πρόκειται να τα μάθουν ως μασημένη τροφή. Αν, όμως, θέλουν να τα μάθουν, όπως είναι και όπως πρέπει, τότε να πάνε να τ’ ακούσουν από τις πρωτότυπες εγγραφές. Και να κάτσουν να σκεφτούνε πάνω σ’ αυτές και πάνω στην εποχή τους.
Πράγματα δύσκολα βεβαίως, τα οποία όμως είναι και τα μόνα ικανά για να τους βγάλουν σ’ ένα κάποιο ξέφωτο. Έτσι είναι. Αλλιώς, μένεις στο σκοτάδι, νομίζοντας πως η Ρόζα η ναζιάρα, με τα σγουρά μαλλιά, μπορεί να είναι εκείνη που... κοιτάζει μουδιασμένα τον Μητροπάνο, γιατί δεν καταλαβαίνει από κομπιούτερ και αριθμούς.
Η δική μου γνώμη είναι πως ο Παύλος Παυλίδης έπρεπε να αρνηθεί την πρόταση που του έγινε. Να διασκευάσει, δηλαδή, τελείως ελεύθερα ό,τι ήθελε, απ’ όλο το έργο του Μαρκόπουλου.
Εν τω μεταξύ εμένα δεν με πείθει ο Παυλίδης, γενικώς, μ’ αυτά που λέει στις liner notes του άλμπουμ (περί βιωμάτων κ.λπ.) και ούτε είναι σωστό εκείνο που γράφει πως «ζώντας στην δεκαετία του ’80 όπου το ραδιόφωνο και η τηλεόραση είχαν έναν άλλο χαρακτήρα, προβάλλοντας σπουδαίους καλλιτέχνες κάθε είδους, ο Μαρκόπουλος ακουγόταν παντού, όταν κυκλοφορούσε κάποιον καινούργιο δίσκο». Είναι έξω από τα πράγματα ο Παυλίδης – και όσα λέει υποσκάπτουν και την προσπάθειά του στο εν λόγω tribute.
Αυτά, που σημειώνει, συνέβαιναν (κάπως έτσι) στα σέβεντις, όχι στα έιτις. Στη δεκαετία του ’80 οι συνθέτες του «έντεχνου», εκτός πολύ συγκεκριμένων και περιπτωσιολογικών εξαιρέσεων, είχαν περάσει στο περιθώριο της μουσικής ζωής και χοντρικά τα έβαζαν με το «σύστημα», που τους πέταγε στη γωνία.
Θυμάμαι τον Μίκη Θεοδωράκη να παραπονιέται, τότε, συνεχώς, πως το ραδιόφωνο τον είχε «κομμένο» και πως τα τραγούδια του δεν παίζονταν. Στο «Καλλιτεχνικό Καφενείο» της ΕΡΤ, στις 8 Μαρτίου 1986, είχε πει πως τα έργα του απορρίπτονταν και πως εξαιτίας αυτής της στάσης των πάσης φύσεως επαϊόντων ήθελε ακόμη και να μεταναστεύσει! Σε ανάλογο κλίμα ο Γιάννης Μαρκόπουλος δήλωνε στο σοβαρό περιοδικό «Πολιτιστική» [τεύχος #2, Φεβ. 1984]:
«Ο σημερινός καλλιτέχνης, για να δει από μια νέα οπτική γωνία τα πράγματα στο έργο του, θα υποφέρει όλες εκείνες τις αντιξοότητες που δημιουργούν τα κυκλώματα, οι νόμοι συμφερόντων, οι αντιλήψεις του κατεστημένου, οι δημόσιες σχέσεις, ενώ από τα μπαλκόνια οι μικροεξουσιαστές θα του πετάνε όλες τους τις ενοχές. Η εποχή είναι σκληρή».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/i-problimatiki-anagnosi-toy-gianni-markopoyloy-apo-ton-paylo-paylidi

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 490

14/2/2023
Όταν σου δίνουν τα παπούτσια στο χέρι τα τραγούδια του Γιαννάκη είναι τα μόνα που πέφτουν στις πληγές σαν βάμμα ιωδίου... Όλα τα άλλα τις γδέρνουν...
https://www.youtube.com/watch?v=GcXQm4JT2vY

14/2/2023
Ηθοποιοί αγωνιζόμενοι για το μεροκάματο. Ούτε βουλευτιλίκια, ούτε πτυχία, ούτε τέχνη, ούτε δικαιώματα, ούτε υπερωρίες, ούτε τίποτα... Τα ματάκια τους να ’ταν καλά μόνο...

14/2/2023
Εμένα δεν μου αρέσει το «προσωπικό» γράψιμο, όπως το εννοούν πολλοί. Δεν μου αρέσει το έκδηλο συναισθηματικό γράψιμο. Δεν μου αρέσει να γράφω... εκθέσεις. Μου αρέσει το ψυχρό και ουδέτερο συναισθηματικά. Είμαι φαν εκείνου που λέει ο Ζαν Κοκτώ στο «Όπιο»:
«Πρέπει να γιατρευτεί κανείς με κάθε μέσον απ’ τη μανιακή φροντίδα του γραψίματος. Το στυλ που δεν προέρχεται από τα μέσα μας είναι μέτριο, ακόμα και όταν μοιάζει με εσωτερικό γράψιμο. ΤΟ ΜΟΝΟ ΔΥΝΑΤΟ ΣΤΥΛ ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΥΛΟΠΟΙΕΙΤΑΙ. Διαβάστε διοικητικές αναφορές, το γράψιμο των μαθηματικών, των γεωμετρών, των ειδικών σε οιονδήποτε κλάδο. Καταπνίξτε κάθε άλλο διάβασμα».
Αυτός είναι ο κανόνας. Εξαιρέσεις υπάρχουν και αυτές, φυσικά, δεν συγκαταλέγονται στις αγαπημένες μου. Αν μου ζητηθεί κάτι, και πληρωθώ γι’ αυτό –έτσι το λέω, κυνικά– μπορεί να... ανοίξω τον συναισθηματικό μου κόσμο και να γράψω κάτι πιο εσωτερικό, αλλιώς το αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι.
Διαβάστε, τώρα, αυτά τα δύο κομματάκια...
«Ίσως θα ήθελα να προτείνω στους ανθρώπους να κλείνουν τα μάτια στις συναυλίες μου, γιατί το να βλέπουν νομίζω δε χρησιμεύει πολύ και κάνει να χάνουν την συγκέντρωση από την ακρόαση της μουσικής»
[Ennio Morricone / από το βιβλίο του Alessandro De Rosa, το 2016]
>>Ο Ennio Morricone ήταν ακριβώς εκείνο που περίμενα ν’ ακούσω και να δω. Ό,τι είχα απορροφήσει χρόνια τώρα από τις ταινίες και τους δίσκους. Αυστηρός, τελειομανής, με διδακτορικό στο φινίρισμα, μέγας γνώστης του αρμονικού σχεδιασμού, σπάνιος μελωδός. Ακόμη, ένας άνθρωπος με υψηλή αισθητική, αλλά δίχως αισθητικές παρωπίδες, σχεδόν μ’ έναν άγιο ψυχισμό, από τον οποίον αποδρούσαν όλες οι φάσεις της Σελήνης. Ίσως, δε, να είναι μοναδικός συνθέτης (και) σήμερα στον κόσμο, που μπορεί να εμφανίσει το έργο του μπροστά σ’ ένα οποιοδήποτε κοινό, κάνοντάς το να πετάξει. (Ο Νταλί θα ζωγράφιζε Ίκαρους, γαλάζιους, να εγκαταλείπουν τις κερκίδες…). Όσον αφορά εμένα; Άνοιξα τα μάτια μου ελάχιστες φορές κατά τη διάρκεια του live και η μία ήταν στα… κύματα του στυλ, στην «Οικογένεια Σικελών». Ήθελα να δω την πλάτη του «θεού», πίσω από τα νοτισμένα τζάμια…<<
[κείμενο που είχα γράψει το 2005 στο Jazz & Τζαζ, μετά από ένα live του Μαέστρου στο Ηρώδειο]
Όταν διάβασα στο βιβλίο του De Rosa ότι ο Μαέστρος θα ήθελε οι θεατές των συναυλιών του να είναι ακροατές βασικά (και όχι θεατές), έχοντας κλειστά τα μάτια, δεν το κρύβω, ένοιωσα κάπως, σκεπτόμενος εκείνο το συναισθηματικό, που είχα γράψει μια δεκαετία νωρίτερα...

13/2/2023
Τίποτα... Πρέπει να φύγουμε. Πρέπει να εγκαταλείψουμε τη χώρα. Πρέπει να μεταναστεύσουμε, μέχρι να γίνουν οι εκλογές. Να πάμε δυο μήνες στη χερσόνησο Καμτσάτκα, στη Γουινέα Μπισάου, στο Pulau Kelapa Dua... Δεν υπάρχει άλλη λύση...

13/2/2023
Επειδή γράφετε όλοι για το ραδιόφωνο σήμερα, ας συμβάλλω κι εγώ με κάτι διαφορετικό.
Οι χουντικοί δεν γουστάρανε τους ξενικούς όρους στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις ποδοσφαίρου. Το έπαιζαν... γλωσσαμύντορες.
Άκουγα από τότε ποδόσφαιρο στο ραδιόφωνο, μπορεί να μην θυμάμαι, τώρα, τι ακριβώς άκουγα (εννοώ τη γλώσσα - γιατί αγώνες θυμάμαι), αλλά το «επανορθωτική περιοχή» και το «εναρκτήριο λάκτισμα» τα άκουγες και πιο μετά, ακόμη και στα έιτις, στις ποδοσφαιρικές μεταδόσεις. Είχαν κολλήσει ορισμένοι σπήκερ και τα έλεγαν ακόμη...

12/2/2023
Χθες βρέθηκα για μια δουλειά στον Περισσό κι επειδή είχα χρόνο είπα να κάνω μια βόλτα, εκεί στη γειτονιά. Πέρασα λοιπόν από το «Σπίτι του Λαού», και κάπως έτσι έξω από ένα κάδο σκουπιδιών είδα κάτι έντυπα πεταμένα, κιτρινισμένα να πούμε, και όπως σηκώνω ένα βλέπω... «Ο Καραγκιόζης Εξόριστος / μια ξεκαρδιστική κωμωδία», από το εμφυλιοπολεμικό 1947!! Θα έκαναν εκκαθάριση στα αρχεία τους, είπα, οι σύντροφοι και τα πετάξανε... Πήρα λοιπόν τον Καραγκιόζη, όπως κι ένα βιβλίο για την ιστορία του ΚΚΣΕ από το 1960 κι έφυγα... Τα άλλα δεν με ενδιέφεραν...
[Μόνο ένα ψεματάκι υπάρχει στην άνω διήγηση . Όλα τα άλλα είναι αληθινά και συνέβησαν όντως χθες...]
Καραγκιόζης:
Μωρέ καλά λέω ’γω πως χάλασε ο κόσμος!... Με στέλνουν εξορία γιατί τάχα είμαι κουκουές και με ταράζουν στο ξύλο οι εξόριστοι. Μα τι είδους εξόριστοι υπάρχουν εδώ; Μυστήριο...(Ρίχνει την πετονιά του πάλι στη θάλασσα και συνεχίζει το μονόλογό του). Έτσι μου ’ρχεται μα τω Θεώ να κάνω μια βουτιά και να μη ξαναβγώ! (Προσεχτικά) Μπα; Σα να τσιμπάη κάτι!... Θες να 'ναι κανα... σφυροδρέπανο; (Τραβάει το καλάμι και βγάζει μια ταμπέλα, που γράφει απάνω Χ). Άλλο πάλι τούτο!... Θα τρελλαθώ, μα την Παναγία!... Δεν σου λέω εγώ πως κάτι γίνεται με τα ψάρια στον πάτο; Θα φάγανε τίποτα πνιγμένους κουκουέδες και χίτες και κολλήσανε κι αυτά την πολιτική φαγωμάρα...
(Τον πλησιάζουν δυο-τρεις άλλοι εξόριστοι)
Α Εξόριστος: Τι κάνεις εδώ σύντροφε;
Καραγκιόζης: Ψαρεύω σύντροφε!...
Β Εξόριστος: Και τι ψαρεύεις;
Καραγκιόζης: Να, κάτι... λαυράκια!...
Γ Εξόριστος: (Βλέπει την ταμπέλα με το Χ). Σύντροφοι τούτος δεν είναι δικός μας... Δουλεύει ενάντια στον αγώνα του λαού που ξεζουμιάζεται νυχτόμερα, παλεύοντας ενάντια στη μοναρχοφασιστικομιλιταριστική επικράτησι, για την καλυτέρεψη της επιβίωσής του...
Καραγκιόζης: Βρε παιδιά...


11/2/2023
Ο σαδιστής καλλιτέχνης... Fabio Celi
https://www.youtube.com/watch?v=vXm_xVpXsGg

11/2/2023
Τον πατρινό αρχιτέκτονα και εικαστικό Στάθη Χρυσικόπουλο, που πέθανε χθες στα 77 του, τον θυμάμαι από τα χρόνια του ’80 και από διάφορες δράσεις (που άλλοτε σχετίζονταν με το Καρναβάλι, άλλοτε με το Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας κ.λπ.), αλλά εκείνο που τώρα θέλω να πω είναι πως ο Χρυσικόπουλος ήταν από τους μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού Έλληνες, που είχαν ασχοληθεί από πολύ νωρίς με την οπτική ποίηση. Είχε σπουδάσει και ζήσει για μια δεκαετία (1966-75) στη Φλωρεντία (Firenze) κι όταν θα επέστρεφε στην Πάτρα θα έφερνε μαζί (και) πολλές «ιδέες», οι οποίες θα εύρισκαν εφαρμογή σε ποικίλα πρότζεκτ...
[εδώ ένα οπτικό ποίημά του, από το 1980]

10/2/2022
Colosseum “Butty’s blues”
https://www.youtube.com/watch?v=Mve3oddFM4Y

9/2/2023
Φοβερό τραγούδι του Burt Bacharach, από το 1957, όχι από τα πάρα πολύ γνωστά του, που κάποια σημεία του ανακαλούν στη μνήμη μου κάτι από... Άσε να μην το πω καλύτερα...
https://www.youtube.com/watch?v=hCHuyppgBjg

9/2/2023
O άνθρωπος που έχει γράψει ένα τέτοιο τραγούδι, βάζοντας τα γυαλιά στα συγκροτήματα, είναι απλά μεγάλος. Τεράστιος. Εντάξει, πρώτοι το είπαν οι Manfred Mann, αλλά οι Love το απογείωσαν. Burt Bacharach RIP.
https://www.youtube.com/watch?v=z7SFpxWpcOw

9/2/2023
Γράφει ο άλλος κριτική υποτίθεται (της πλάκας) για το νέο βιβλίο του Γιώργου Αλλαμανή για το «Φλου» του Σιδηρόπουλου και της Σπυριδούλας και στα 3/5 της δήθεν-κριτικής τα χώνει σε μένα!
Το κάνει, γιατί τον είχα κράξει τις προάλλες για κάτι μ@λακίες που έγραφε σε σχέση με τον Πετρίδη και είπε να πάρει το αίμα του πίσω, τώρα, πατώντας πάνω στο βιβλίο ενός συναδέλφου. Τόσο πολύ, δε, τίμησε το βιβλίο, ώστε από τις 594(!) λέξεις «κριτική» οι 340 να αφορούν εμένα και οι 250 το βιβλίο!!
Είναι για γέλια η κατάσταση.
Η θρασύτητα ορισμένων δεν έχει όρια. Δεν φτάνει που είναι εντελώς ανίκανοι να παραδώσουν ένα κείμενο 2, 3, 4 χιλιάδες λέξεις, ώστε να καταλάβει και ο αναγνώστης τους πέντε πράματα, έχουν και το θράσος να χρησιμοποιούν εμένα, για να εμφανίσουν τα... τηλεγραφήματα που στέλνουν ως κριτικές.
Τους απασχολώ πιο πολύ εγώ δηλαδή, που ξεμπροστιάζω την ασχετοσύνη τους, παρά ο συγγραφέας με τον οποίον υποτίθεται ότι ασχολούνται. Τσαλαπατάνε το καθήκον τους να γράψουν σοβαρά για ένα βιβλίο, με το να εξαπολύουν φληναφήματα εναντίον μου.
Το βασικό που λένε είναι πως ασχολιέμαι με... κιτρινισμένα έντυπα (από το χρόνο εννοούν) και πως δεν γράφω βιωματικά! Ό,τι να ’ναι! Λένε και άλλες μπούρδες, ότι αυτοονομάζομαι σημαντικός και αντικειμενικός κριτικός και κάτι τέτοια!
Ρε το τελευταίο που με νοιάζει είναι να αυτοχαρακτηρίζομαι. Ποτέ δεν το έχω κάνει. Το τι είμαι το ξέρω, πολύ καλά, αλλά το κρατάω για τον εαυτό μου. Το τι μου λένε οι άλλοι τα ακούω (και τα καλά και τα άσχημα) και σκέφτομαι πάνω σ’ αυτά. Και την κριτική τη δέχομαι. Από ανθρώπους που μπορούν να την κάνουν βέβαια, που έχουν το υπόβαθρο να την κάνουν, ώστε να την πάρεις στα σοβαρά την κριτική τους και όχι να γελάς μ’ αυτήν – όπως καλή ώρα.
Ρε αλμπάνηδες ό,τι γράφω είναι βιωματικό, γιατί έχω μεγαλώσει με τα... κιτρινισμένα έντυπα. Γιατί τα διάβαζα από 8-10 χρονών. Και ξέρω να τα χειρίζομαι. Και όσα δεν τα διάβαζα, γιατί ήμουν αγέννητος ή πολύ μικρός τα διάβασα μετά και έκανα όλες τις απαραίτητες συνδέσεις. Ό,τι γράφω είναι βιωματικό, απλά δεν το παίζω λογοτέχνης για να γράφω σαχλαμάρες του τύπου... τι ένοιωσα από μια συναυλία, από την ακρόαση ενός δίσκου και κάτι τέτοια τετριμμένα – που σε τελευταία ανάλυση είναι πολύ προσωπικά και δεν ενδιαφέρουν κανέναν.
Όταν γράφω για Φαντάζιο, Επίκαιρα, Ταχυδρόμους κ.λπ., αυτά τα κιτρινισμένα που λέτε, είναι γιατί όλα αυτά τα διάβαζα από παιδί και ό,τι γράφω έχει μέσα το προσωπικό μου φίλτρο και την προσωπική μου άποψη για τα πράγματα.
Και όταν έγραψα κριτική για το ανάλογο βιβλίο του Κάσδαγλη, για το «Βρώμικο Ψωμί», τα πιο πολλά από κει μέσα είναι βιωματικά, γιατί με τον Σαββόπουλο ασχολιέμαι 45 χρόνια – πέρα από κάποιες πληροφορίες που δίνω για να ξεστραβώνονται κάτι άσχετοι μουσικογραφιάδες μπας και πάρουν μπρος κάποια στιγμή (και όχι οι αναγνώστες – οι οποίοι δεν έχουν καμία υποχρέωση να είναι σχετικοί).
Και η κριτική μου στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν 4.700 λέξεις, που σημαίνει ότι το βιβλίο το τίμησα και ασχολήθηκα σοβαρά μαζί του – δεν το ξεπέταξα σε 250 λέξεις, όπως κάνετε εσείς. Άιντε...

8/2/2023
Μάθαμε σήμερα και για τον θάνατο του ηθοποιού, συγγραφέα κ.λπ. Μάκη Πανώριου. Ήταν 88.
Οι... Μεγάλοι Παλαιοί θυμόμαστε τον Μάκη Πανώριο, από το δεύτερο μισό του ’70, όταν έκανε τον ασυρματιστή στη ναυτική σειρά «Το Ταξίδι», ενώ στα έιτις τον μάθαμε από τους προλόγους του σε βιβλία του H.P. Lovecraft, όπως και από την ωραία σειρά του «Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα» στον Αίολο.
Ο Πανώριος ήταν από τους μεγάλους φαν της επιστημονικής φαντασίας και του φανταστικού γενικότερα, στην Ελλάδα. Έδωσε και πρωτότυπο έργο (έγραψε δηλαδή δικά του βιβλία), βρέθηκε πίσω από το μοναδικό τεύχος του περιοδικού ΕΦ «Ανδρομέδα» το 1977, ενώ είχε και πρωταγωνιστικό ρόλο στο πρώτο σίριαλ ΕΦ της ελληνικής τηλεόρασης, που προβλήθηκε στο ΕΙΡΤ το φθινόπωρο του ’73, λίγο πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Λέμε για τη «Συνωμοσία της Σιωπής» του Νίκου Μαστοράκη.
Είχαν προβληθεί έξι επεισόδια και σ’ ένα απ’ αυτά ο Πανώριος υποδυόταν έναν... εξωγήινο, που τρεφόταν με ηλεκτρικό ρεύμα και τον οποίον κυνηγούσε ο Πρέκας, ώστε να μη γίνει μπλακάουτ και βυθιστεί η χώρα στο σκοτάδι!
[στη φωτό ο Πανώριος μαρκόνης στο «Ταξίδι», διευθυντής της «Ανδρομέδας» και συγγραφέας, στο πρώτο (μάλλον) βιβλίο του από το 1970]

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

LAIA LLACH pop/folk από την Καταλονία

Η 28χρονη Laia Llach είναι μια καταλανή τραγουδοποιός, που κάνει τώρα την εμφάνισή της στην δισκογραφία, μέσω του άλμπουμ της “Sol d'hivern” [La cate-nària, 2022]. Αν και δεν φαίνεται να έχει κάποια συγγενική σχέση με τον μεγάλο καταλανό συνάδελφό της Lluís Llach, η Laia Llach δεν θα ήταν άστοχο αν λέγαμε πως είναι επηρεασμένη από το κίνημα του πάλαι ποτέ νέου καταλανικού τραγουδιού, του nova cançó (Joan Manuel Serrat, Lluís Llach, Maria del Mar Bonet κ.ά.) και πως μια μετεξέλιξη εκείνου είναι οι τωρινές pop/folk-rock μπαλάντες της.
Με αρκετά καλή, δηλαδή «σωστή» φωνή, καλές συνθέσεις και γερά παιξίματα από τους Pau Figueres κιθάρες, Cesc Martorell κιθάρες, ukulele και Arnau Figueres ντραμς, κρουστά, πιάνο, πλήκτρα, μπάσο, κιθάρες, ενορχηστρώσεις, το άλμπουμ της Laila Llach δεν μπορεί παρά να κυλά με ευχάριστο τρόπο, αφού και η απαστράπτουσα παραγωγή βοηθά προς αυτό.
Γενικώς, εδώ που τα λέμε, το “Sol d'hivern” αποτελεί μία προσεγμένη παραγωγή, καθώς διαθέτει triple-folded all-paper εξώφυλλο, όπως και 20σέλιδο ένθετο, με στοιχεία, φωτογραφίες, σκίτσα και φυσικά με τους στίχους των τραγουδιών, της Laia Llach, που περιστρέφονται, όπως διαβάζουμε, γύρω από πολλά και ποικίλα θέματα (όπως αναμνήσεις από την παιδική ζωή της, βεβαίως τον έρωτα και την αγάπη, μα ακόμη και τα διάφορα κοινωνικά ζητήματα της εποχής, που αφορούν κυρίως στην οικολογική και την ανθρωπιστική κρίση).
Όλα αυτά αντιμετωπίζονται μ’ έναν τρόπο χαμηλόφωνο, αλλά όχι... κοιμισμένο, με τις μελωδίες να πρωταγωνιστούν και με τα ακουστικά parts να κερδίζουν ελαφρώς τις εντυπώσεις από τα κάπως πιο ενισχυμένα – με κομμάτια σαν τα “Serà La Pluja”, “Llum”, “9 de Febrer” κ.λπ., να φανερώνουν το ταλέντο της Laia Llach, την ικανότητά της να δημιουργεί τραγούδια με λίγα και πρωταρχικά μέσα.
Επαφή: Carles Moreno, cmoreno@lacatenaria.cat

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

οι STAINED VEIL από την Θεσσαλονίκη ξανά σε κίνηση

Πριν πούμε όσα πρέπει να πούμε, για την τελευταία κυκλοφορία ενός ιστορικού 80s ροκ συγκροτήματος από την Θεσσαλονίκη, των Stained Veil, καλό είναι να μεταφέρουμε κάτι που είχαμε γράψει παλαιότερα (2012) για το γκρουπ, εδώ στο blog:
Οι Stained Veil ήταν ένα παράξενο συγκρότημα – τουλάχιστον όπως τους (ξανα)κούμε στο “Livin on Leavin” του 1986. Ενώ αλλού προβάλλουν μία ξεκάθαρη punk-rock (αμερικανική) αισθητική, αλλού πηγαίνουν προς το dark και σε πιο μελαγχολικά μοτίβο (εννοώ από ηχητικής πλευράς, καθότι στιχουργικώς η «μαυρίλα» είναι δεδομένη).
Τετράδα ήταν οι Stained Veil. Ο Δ.Κ. Στεφανόπουλος έπαιζε ντραμς, ο Σωτήρης Ζήσης (από τους Blues Gang και αργότερα Blues Wire) έπαιζε μπάσο και κιθάρες, ο Νίκος Μοδιότης τραγουδούσε, ενώ ο Γιώργος Πάττας ήταν επίσης στις κιθάρες (ταυτοχρόνως και στους Fear Condition; – μάλλον). Με αυτή τη σύνθεση, και με λίγες βοήθειες σε πλήκτρα, οι Stained Veil ηχογραφούν το “Livin On Leavin” για την Smash (Μαρ.-Απρ. 1986) απ’ όπου ξεχώριζαν με την πρώτη μερικά κομμάτια (όλα ανήκαν στον Ζήση), όπως ας πούμε το “Lost”. Την επόμενη χρονιά (1987) το συγκρότημα ξαναμπαίνει στο στούντιο και ως τριάδα (Στεφανόπουλος, Ζήσης, Μοδιότης) ηχογραφεί ένα δεύτερο άλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τo 2012. Ο τίτλος του είναι “Endless Hours” και περιέχει δέκα συνθέσεις του Σωτήρη Ζήση. Εν ολίγοις...
Το “Endless Hours” είναι μία κλάση πάνω (για να μην πούμε δύο…) από το “Livin on Leavin”. Λογικό μας φαίνεται. Το συγκρότημα έχει προχωρήσει, έχει ροκέψει ακόμη περισσότερο, έχει βγει εντελώς στο ξέφωτο (σημαντικό), έχει σκληρύνει τη στιχουργική του (αναφερόμενο σε πιο καθημερινά και υπαρκτά ζητήματα – ανεκπλήρωτοι έρωτες, χωρισμοί, απώλειες αισθημάτων, μοναξιά…), προτείνοντας κομμάτια που ακούγονται δυνατά, έχοντας το χάρισμα να ταρακουνούν ακόμη. Πάθος, ιδέες, στιβαρά παιξίματα, τυπική και στα όριά της παραγωγή, που βοηθά στο τραχύ και το ακατέργαστο, άπαντα συντελούν στο να καταγραφεί το “Endless Hours” ως ένα άλμπουμ που έρχεται να προσφέρει νέα προωθητική δύναμη στο rock, έχοντας όμως το… μειονέκτημα να κουβαλά ένα τέταρτο του αιώνα στην πλάτη του. Μειονέκτημα είπαμε; Τρόπος του λέγειν. Ας τους αντιγράψουν κάποιοι, σήμερα, δημιουργώντας το δικό τους πλεονέκτημα. 
Φθάνουμε λοιπόν στο 2022, με τους
Stained Veil να βρίσκονται και πάλι στο δισκογραφικό προσκήνιο, με νέο υλικό αυτή την φορά, και όχι με ανέκδοτο-παλαιό. Λέμε για το βινύλιο “Forgotten Force” [Made of Stone Recordings, 2022].
Και τούτο, γιατί το γκρουπ έχει επαναδραστηριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, μετά το φθινόπωρο του 2019, με νέα, κατά το 1/4 line-up, που περιλαμβάνει, εκτός από τους τρεις παλαιούς –δηλαδή τον Σωτήρη Ζήση μπάσο, τον Νίκο Μοδιότη φωνή και τον Δ. Κ. Στεφανόπουλο ντραμς, πλήκτρα– έναν νέο κιθαρίστα, τον Frangus (Στέλιος Φράγκος), γνωστό από τις συνεργασίες του με τον Τζίμη Πανούση, τους Deus Ex Machina κ.ά.
Ως τετράδα λοιπόν οι νέοι Stained Veil, μέσα στην φάση της covid-19, θα μπουν στο στούντιο για να ξαναηχογραφήσουν. Έτσι, και ως ένα πρώτο αποτέλεσμα αυτή της φάσης τους έχουμε τώρα τούτο το 12ιντσο με τα τέσσερα τραγούδια, που στρίβει στις 33 και 1/3 στροφές, και που είναι καταπληκτικό.
Δηλαδή και τα τέσσερα τραγούδια μετράνε – τα τρία πρωτότυπα και το κλασικό “I see that my grave is kept clean” του Blind Lemon Jefferson (που ως διασκευή είναι πρώτης κλάσης και με έξτρα φυσαρμόνικα από τον George Bandoek Apostolakis).
Ο Frangus είναι φοβερός στις κιθάρες, με ήχο «παχύ» και «βαρύ», ο Μοδιότης παραμένει πάντα ένας δυνατός τραγουδιστής, ενώ για το ρυθμικό τμήμα να πούμε τώρα τι; Ζήσης και Στεφανόπουλος είναι παλιές καραβάνες, με χιλιόμετρα παιξιμάτων και ηχογραφήσεων. Το αποτέλεσμα; Πυρωμένο rock, με παιξίματα κλάσης και δόσιμο στο έπακρο.
Έξοχο από την πρώτη πλευρά το “Burninbodies” του Σωτήρη Ζήση (μουσική, λόγια), με το “Livinon leavin pt2” (μουσική Ζήσης-Frangus, λόγια Ζήσης) να κλείνει αυτή την mini-κυκλοφορία με τον καλύτερο τρόπο!
Μεγάλη επιστροφή, από μια μπάντα με τη δική της σημαντική ιστορία.
Επαφή: https://www.facebook.com/StainedVeil