Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

TROPICALIA and beyond…

«Μαζί με την Mahalia Jackson, τον Jorge Ben και τους Beatles στα ακούσματά μας υπήρχαν ακόμη οι Mothers of Invention, o James Brown, o John Lee Hooker, oι Pink Floyd και οι Doors. Βέβαια, ποτέ δεν σταματήσαμε ν’ ακούμε τον Joao Gilberto και φυσικά κάθε βραζιλιάνο μουσικό, είτε ηχούσε κοντά σ’ εμάς, είτε όχι». 
Caetano Veloso, από το “Tropical Truth, A story of music & revolution in Brazil” [εκδ. Alfred A. Knopf, New York, 2002]α. ...ζούγκλα γίναμε 
Κατά έναν όχι παράξενο τρόπο η tropicalia, η βραζιλιάνικη άποψη για μία πιο συνειδητοποιημένη pop, έρχεται (και επανέρχεται) ανά τακτά διαστήματα στο προσκήνιο. Το μεγάλο comeback συνέβη φυσικά πριν από 12-13 χρόνια, όταν άρχισε να επανεκδίδονται το ένα μετά το άλλο, όλα τα ιστορικά άλμπουμ από τα late sixties (είτε μεμονωμένα, είτε μέσα σε ευρύτερα «κουτιά»), για να υπάρξουν έκτοτε ακόμη 2-3 αναζωπυρώσεις. Μία συνέβη το 2002, όταν κυκλοφόρησε στην αγγλική το βιβλίο του Veloso, μιαν άλλη ζήσαμε τo 2005 με την έκδοση της Soul Jazz “Tropicalia, A Brazilian Revolution in Sound”... Βεβαίως, μέγα ρόλο στην δεκαετία του ’90 έπαιξε πρώτος απ’ όλους ο David Byrne (και η Luaka Bop), o oποίος έκανε παγκοσμίως γνωστούς μέσα από σύγχρονες δουλειές ήρωες της tropicalia, όπως φερ’ ειπείν τον Tom Ze (το άλμπουμ του “Com Defeito De Fabricacao” από το 1998 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια σύγχρονη άποψη του είδους), ξεθάβοντας ταυτοχρόνως για το μεγάλο κοινό το γκρουπ-σύμβολο της κίνησης, τους Mutantes, προσφέροντας τη συλλογή Everything Is Possible (1999). Kαι αν ο Βyrne έπραξε αυτό που θα έπρεπε να πράττει κάθε παραγωγός του βεληνεκούς του, δεν ήταν λίγοι οι νέοι μουσικοί (από τον Βeck, μέχρι τον Devendra Banhart κι ένα σωρό άλλους) που επηρεάστηκαν από την... τροπική ψυχεδέλεια, δημιουργώντας έναν καινούριο ήχο που έπαιξε και παίζει στην αγορά ακόμη.
Ξέρω αρκετούς που ψάχνουν δίσκους στο Μοναστηράκι και στα υπόλοιπα παζάρια και όσοι απ’ αυτούς αγοράζουν με κάποιαν… ελευθερία (δεν δηλώνουν δηλαδή ροκάδες, τζαζάδες, ντανσάδες και τα τοιαύτα) σίγουρα θα έχουν ακούσει το πώς ηχούσε η tropicalia... πριν ακόμη και από τον David Byrne (και δεν υπονοώ αναγκαστικώς τον εαυτό μου). Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 πάντως είχα βρει στο γιουσουρούμ το φερώνυμο άλμπουμ του Jorge Ben από το 1969 [Philips] και το είχα αγοράσει εξαιτίας του ψυχεδελικού του εξωφύλλου. (Πάντα υπάρχει ένας τρόπος για να πας πιο κάτω...). Τον Βen τον ήξερα βεβαίως, όπως όλος ο κόσμος, από το “Mas que nada”, όμως αγνοούσα οτιδήποτε άλλο είχε κάνει στη ζωή του. Ακούγοντας εκείνη την εποχή το “Jorge Ben” δεν μπορώ να πω ότι είχα ενθουσιαστεί. Το περίμενα πιο ζωηρό, πιο ηλεκτρικό. Αντιθέτως, εκείνο παρουσίαζε μία κάπως freaky-folk άποψη, πλαισιωμένη από μερικά afro στοιχεία και κυρίως με μία πολύ εκλεπτυσμένη χρήση των strings – κάποιος... Rogerio Duprat είχε βάλει το χέρι του. (Το “Descobri que eu sou um anjo” ήταν το αγαπημένο μου κομμάτι – στη συλλογή της Soul Jazz, χρόνια αργότερα, επιλέχθηκε το αγγλόφωνο “Take it easy my brother Charles” προκειμένου να τιμηθεί εκείνο το άλμπουμ). Περίπου την ίδιαν εποχή και πάντως πριν το ’95, είχα αγοράσει κι έναν δίσκο της Maria Bethania, το “Recital Na Boite Barroco” [Odeon, 1968]. Τον είχα επιλέξει ανάμεσα από 5-6(!) άλλους της ίδιας καλλιτέχνιδος, που τους είχα βρει όλους μαζί, επειδή το εξώφυλλό του έμοιαζε μ’ εκείνο του Jorge Ben (η ίδια ψυχεδελική αποτύπωση της τροπικής ζούγκλας). Από τα κομμάτια του άλμπουμ, που ήταν ακόμη πιο folk από εκείνα του Ben, μου είχε κάνει εντύπωση το “Baby” (κάποιου... Caetano Veloso). Αργότερα έμαθα πως το “Baby” υπήρξε κομμάτι σύμβολο της tropicalia, ασχέτως του γεγονότος ότι πολλοί εξακολουθούν να μη θεωρούν την Maria Bethania ως εκπρόσωπο του είδους.
Πριν, λοιπόν, φθάσω να δω, τα επόμενα χρόνια, και άλλα τέτοια… τροπικά lay-out είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι κάτι συνέβαινε τελικώς με όλην αυτή την ιστορία και πως η διάθεση των γραφιστών να αποτυπωθεί, σαν σε κόμικ, η πολύχρωμη ζούγκλα της Αμαζονίας στα εξώφυλλα συμβόλιζε, πιθανώς, κάτι ουσιαστικότερο. Την ανάγκη μιας ομάδας τραγουδοποιών να επικοινωνήσουν με το βαθύ παρελθόν τους, δημιουργώντας ένα υβρίδιο που θα μπορούσε να σταθεί στα ταραγμένα χρόνια του ’60. Και γιατί «ταραγμένα»; Γιατί από τον Απρίλιο του ’64 και για τα επόμενα 21 χρόνια οι στρατιωτικές χούντες θα κυβερνούσαν τη Βραζιλία. Είχε, βεβαίως, προηγηθεί μία τρίχρονη περίοδος δημοκρατίας (με τη στήριξη μιας ευρύτερης Αριστεράς) υπό τον Joao Goulart, η οποία μπήκε όμως από πολύ νωρίς στο μάτι της CIA. Μπορεί, ακόμη τότε, αρκετοί από τους κατοπινούς πρωταγωνιστές της tropicalia να μην είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στα καλλιτεχνικά πράγματα, όμως η εποχή παρείχε τα κίνητρα ώστε ν’ ασχοληθούν (και) με την πολιτική παραλλήλως με τη μουσική ή το τραγούδι. Θυμάται ο Veloso (πάντα από το “Tropical Truth”):
«H πολιτική δεν ήταν το φόρτε μας, αλλά το 1963 – με τους φοιτητές να πιέζουν τον Πρόεδρο Goulart για μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις και με τον Miguel Arraes, που έκανε εξαιρετική δουλειά ως Κυβερνήτης στο Pernambuco, στοχεύοντας σε βοήθεια των ασθενέστερων οικονομικά ομάδων – μπήκαμε κι εμείς στο ‘κόλπο’, γράφοντας τραγούδια με ανάλογο περιεχόμενο. Η χώρα φαινόταν πως θα μπορούσε να μετακινηθεί από το ‘παραδοσιακό’ βαθειά άδικο προφίλ της, επιτυγχάνοντας τρόπους δράσης μακρυά από την αμερικανική επικυριαρχία. Αργότερα, βεβαίως, διαπιστώσαμε ότι όλοι εκείνοι οι μετασχηματισμοί δεν ήταν επαρκείς, δημιουργώντας σε πολλούς από μας την αυταπάτη, ή την ψευδαίσθηση αν θέλετε, ότι κάτι σημαντικό θα γινόταν. Εκείνη ακριβώς η ‘χαμένη ελπίδα’ υπήρξε ο καταλύτης για την έλευση της χούντας». 
Βασικός μοχλός άσκησης προπαγάνδας και ελέγχου για την χούντα των βραζιλιάνων στρατηγών απεδείχθη φυσικά η τηλεόραση. Δόθηκαν πολλά (αμερικανικά) λεφτά για την ανάπτυξη σταθμών και με τα γνωστά (και σ’ εμάς πια, μετά από τόσα χρόνια) δακρύβρεχτα προγράμματα, επιτεύχθηκε ένα είδος κοινωνικής ειρήνης ανάμεσα στις τάξεις, το οποίο θα δουλέψει αρκετά καλά για πάρα πολλά χρόνια. Έτσι λοιπόν η, ακόμη ασχημάτιστη, σκηνή της tropicalia, αν ήθελε να δημιουργήσει δεδομένο μεταφέροντας τα μηνύματά της προς ένα ευρύτερο κοινό, θα έπρεπε να εκμεταλλευθεί το καινούριο μέσο. Και το έκανε.
β. Βραζιλιάνικα στην TV... 
Οι εκπομπές με σόου και τραγούδια για την νεολαία ήταν πολύ δημοφιλείς στην βραζιλιάνικη τηλεόραση στα μέσα των sixties. Όπως γράφει ο S.Baker στο booklet του άλμπουμ της Soul Jazz, η βασική ιδέα από την οποία ξεκίνησαν όλα ήταν μία προσαρμογή του Φεστιβάλ του San Remo στις τοπικές απαιτήσεις – και αυτό συνέβη. Αναφέρει σχετικώς ο Veloso:
«Μία μέρα του 1965 κάποιος Solano Ribeiro, ένας νεαρός παραγωγός από το Sao Paulo, ήρθε στο Salvador (σ.σ. πρωτεύουσα της Bahia στα ΒΑ της χώρας) ψάχνοντας για τραγουδιστές και τραγούδια, τα οποία θα παρουσίαζε στο πρώτο song festival που θα διοργάνωνε η TV Excelsior. Zήτησε και από μένa κάτι, αλλά και να του συστήσω άλλους καλλιτέχνες από την περιοχή. Του έδωσα όντως ένα κομμάτι, το “Boa palavra”, το οποίο είχα συνθέσει χρησιμοποιώντας το ρεφρέν μιας samba από την κοιλάδα Iguape. Το τραγούδι προβλήθηκε τελευταίο στο πρόγραμμα αφήνοντας καλές εντυπώσεις. Βέβαια εκείνη η διοργάνωση θα μείνει στην ιστορία λόγω της Elis Regina και του “Arrastao”, που είχαν γράψει οι Edu Lobo και Vinicius de Moraes».
Όταν μέσα από τέτοιους διαγωνισμούς αναδεικνύονταν καλλιτέχνες του επιπέδου της Elis Regina αντιλαμβάνεστε τη σημασία που έδινε για μια εμφάνισή του στην ΤV κάθε νέος δημιουργός. Μάλιστα, η Regina, αμέσως μετά την βράβευσή της απέκτησε δική της εκπομπή στην τηλεόραση, την O Fino da Bossa, από την οποία πέρασε μέχρι και ο Gilberto Gil. Ένα άλλο σόου που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην σχηματοποίηση της tropicalia ήταν το Jovem Guarda. To πρόγραμμα, λέει ο Veloso, «είχε κι ένα μόνιμο συγκρότημα επί σκηνής, lead singer του οποίου ήταν ο Roberto Carlos, ένας πολύ ταλαντούχος και χαρισματικός τραγουδιστής». Το Jovem Guarda ήταν περισσότερο λαϊκό, απευθυνόταν κυρίως στην νεολαία, είχε ηλεκτρισμό, αντιπροσώπευε εν ολίγοις τον νέον ήχο, ο οποίος αν και είχε... ιμπεριαλιστική καταγωγή, μπορούσε να προσελκύσει τύπους όπως ο Veloso και ο Gil. Ήταν βλέπετε κι εκείνοι οι RC7, το γκρουπ που συνόδευε τον Roberto Carlos, και οι οποίοι θα συμμετείχαν λίγα χρόνια αργότερα (1968) στην ηχογράφηση του πρώτου προσωπικού άλμπουμ του Veloso. Αντιθέτως, το σόου της Regina φαίνεται πως ήταν περισσότερο σοφιστικέ, είχε κυρίως ακουστικόν ήχο, απευθυνόμενο πιο πολύ στις μεγαλύτερες ηλικίες. Παρά ταύτα, το 1969, η Regina, θα δώσει και αυτή το δικό της «πλούσιο» άλμπουμ (αναφέρομαι στο “Como & Porque”, στην Philips), όταν μέσω των ενορχηστρώσεων του Roberto Menescal θα προσεγγίσει την soft πλευρά της tropicalia με τον δικό της τρόπο.
Ένα άλλο σόου, το οποίο είχε επίσης μεγάλη θεαματικότητα και για το οποίο ο Veloso δεν λέει κουβέντα, ήταν το The Small World of Ronnie Von. Ο Von είχε γεννηθεί κάπου στο Rio το 1944 και στα μέσα των sixties είχε καταφέρει ν’ αποκτήσει τη δική του εκπομπή στην τηλεόραση. Από τα στοιχεία που συνέλεξα φαίνεται πως ο ήχος (και όχι το μανιφέστο) της tropicalia σχετίζεται μ’ αυτόν τον «άγνωστο» καλλιτέχνη (ο Von δεν ήταν μόνο παραγωγός, αλλά τραγουδιστής και ηθοποιός), αφού σε εκπομπή του το 1967 πρωτοεμφανίστηκαν οι Mutantes. Εκείνη η περίοδος της συνεργασίας τους αποτυπώθηκε μάλιστα και στο βινύλιο, αφού στο τρίτο LP του Ronnie Von [Polydor, 1967] συμμετείχε το βραζιλιάνικο γκρουπ, ενώ τις ενορχηστρώσεις είχε επιμεληθεί ο Rogerio Duprat (ένα χρόνο αργότερα θα έκανε το ίδιο για το LP-έμβλημα του είδους “Tropicalia ou Panis et Circencis”). Μάλιστα στην πορεία, ο Von, που είχε ξεκινήσει ως ένας crooner-ροκάς στα μέσα των sixties, θα φτιάξει τρία εξαιρετικά pop-psych άλμπουμ τα οποία πρέπει οπωσδήποτε ν’ ακούσουν οι φίλοι της tropicalia. Ίσως τότε να αναθεωρήσουν πολλά... Οι τίτλοι τους: “Ronnie Von” [Polydor, 1969], “A Misteriosa Luta do Reino de Parassembre Contra o Imperio de Nuncamais” [Polydor, 1969], “A Maquina Voadora” [Polydor, 1970]. (Kαι τα τρία επανεκδόθηκαν, πριν από κάποια χρόνια σε βινύλιο από την βραζιλιάνικη εταιρία Discos Renovacao και ίσως εντοπίζονται ακόμη στο internet).
γ. General jam 
Όχι χωρίς λόγο η tropicalia συνδέθηκε από την πρώτη στιγμή με την Bahia. Από ’κει προέρχονταν ο Caetano Veloso και η αδελφή του Maria Bethania, από ’κει και ο Gilbero Gil, από ’κει και η Gal Costa, από ’κει και ο Tom Ze. Από την Βahia κατάγονταν ακόμη ο «πατήρ» της bossa-nova Joao Gilberto, o σκηνοθέτης του cinema-novo Glauber Rocha, o συγγραφέας Jorge Amado, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους τραγουδιστές της χώρας ο Dorival Caymmi και άλλοι πολλοί. Από την μια μεριά αυτή η… προσωποκρατεία και από την άλλη η αφρο-βραζιλιάνικη επιρροή στην καθημερινή ζωή του τόπου (σε θέματα κουλτούρας, θρησκείας, διασκέδασης κ.λπ.) δημιουργούσαν ένα σύστημα έντονου τοπικισμού αναγκάζοντας τον Veloso να δηλώσει κάποτε: “I am Bahian and a foreigner”. Aυτό το «κλείσιμο» θ’ αποδειχθεί πάντως καθοριστικό για την σχηματοποίηση της tropicalia, αφού μία, πείτε την καλώς εννοούμενη, προπαγάνδα, απέκλειε σχεδόν οποιονδήποτε άλλον, μη Μπαχιάνο, να εισχωρήσει στην παρέα. Οι Mutantes, που έρχονταν από το Sao Paulo, ήταν η εξαίρεση.
Το 1967 ο Veloso και ο Gil θα συμμετάσχουν στο ΤV Record festival συνοδευόμενοι από rock γκρουπ. Ο πρώτος από τους Αργεντινούς Beat Boys και ο δεύτερος από τους Mutantes. Λίγο αργότερα ο Caetano Veloso θα μπει στο στούντιο για την ηχογράφηση του πρώτου ολοδικού του δίσκου. Τίτλος, το όνομα του τραγουδοποιού και εταιρία η Philips. Πρώτο κομμάτι, η “Tropicalia”. Λέει ο Veloso:
«Ο όρος ‘tropicalia’ προήλθε από έναν αβανγκαρντίστα δημιουργό, τον Helio Oiticica, για να δοθεί μετά ως τίτλος σ’ ένα από τα τραγούδια μου από τον σκηνοθέτη του cinema-novo Luis Carlos Barreto».
Όπως κι αν είχε η “Tropicalia” ήταν μία ιδανική αρχή. Συνόψιζε όλη τη μουσική «τρέλα» του Veloso (την samba, τις afro-brazilian επιρροές, τα έγχορδα, το rock του “Sgt. Pepper’s...”, την Carmen Miranda, τον Schubert) και βεβαίως την σουρεαλιστική στιχοπλοκή του. O φίλος μας αναφερόταν σε κάποιο γιγαντιαίο σύγχρονο μνημείο, το οποίο μάλλον τρόμαζε, ή εν πάση περιπτώσει δημιουργούσε απέχθεια, με την αλλόκοτη εικόνα του. Πιθανώς μια κριτική απέναντι στην νεόδμητη πρωτεύουσα Brazilia και κατ’ επέκταση στη χούντα των στρατηγών. Στο άλμπουμ υπήρχαν και άλλα δυνατά κομμάτια όπως π.χ. το ψυχεδελικό “Eles” (συμμετείχαν οι Mutantes), το “Clara” (ακουγόταν η Gal Costa), το “Soy loco por ti, America” και βεβαίως το “Alegria, alegria” με τη συμμετοχή των Beat Boys. Τις ενορχηστρώσεις είχε επιμεληθεί ο Rogerio Duprat, ενώ έπαιρναν μέρος στην ηχογράφηση (και) τα συγκροτήματα RC7 και Musikantiga.
Την ίδια περίπου εποχή (λίγο αργότερα) θα κυκλοφορήσει και ο Gilberto Gil το δικό του… tropicalia άλμπουμ [Philips, 1968]. Και από ’κει βγήκαν πολλά σπουδαία τραγούδια, όπως το “Pega a voga, cabeludo”, το “Ele falava nisso todo dia” ή το “Luzia luluza”. Οι στίχοι του τελευταίου θύμιζαν ελαφρώς τους Beatles και αναφέρονταν στην καθημερινή ζωή ενός κανονικού ανθρώπου, που πουλούσε εισιτήρια σ’ ένα κινηματοθέατρο. Τα εξώφυλλα και των δύο δίσκων (του Veloso και του Gil), που είχαν επάνω τους τα χρώματα της ζούγκλας – του Gil μοιάζει να ήταν επηρεασμένο και από το “Sgt. Pepper’s...” – είχε φιλοτεχνήσει ο Rogerio Duarte.
Το άλμπουμ όμως που απετέλεσε το μανιφέστο της tropicalia δεν ήταν ούτε το προσωπικό του Veloso, ούτε το “Gilberto Gil”, αλλά το “Tropicalia ou Panis et Circencis” [Philips, 1968]. Γι’ αυτό δούλεψε ιδιαιτέρως ο Veloso. Λέει ο ίδιος:
«Είχα αποφασίσει ότι χρειαζόταν ένας δίσκος μανιφέστο, μία συλλογική δουλειά, που να έδινε στόχο και σημασία στην κίνησή μας. Μίλησα στον Gil, στον Torquato Neto, στην Gal, στην Βethania, στον Duprat. O Gil είχε μόλις κάνει το δικό του άλμπουμ με τον Duprat και τους Mutantes, ένα άλμπουμ για το οποίο πίστευα ότι ήταν πιο συνεπές από το δικό μου, με μεγαλύτερο μουσικό έλεγχο. Ακόμa, η Nara Leao, η οποία από την αρχή είχε δείξει ‘ελεύθερη’ και μακρυά από προκαταλήψεις, θα έλεγε ένα δικό μου τραγούδι και του Gil, το “Lindoneia”. Επίσης, σ’ ένα ταξίδι μου στην Bahia, προσκάλεσα τον Tom Ze να έρθει μαζί μου στο Sao Paulo. Ήξερα την anti-bossa στάση του και πίστευα ότι θα προσφερόταν, όπως κι έγινε. Μόνο η Bethania τελικά δεν ήταν μαζί μας, αφού πάντοτε αρνιόταν να μπει σε γκρουπ ή κινήσεις. Έτσι, το “Baby”, που έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρχει στον δίσκο θα ακουγόταν τώρα με τη φωνή της Gal – θα γινόταν δε η μεγαλύτερή της επιτυχία».
Στο “Tropicalia ou Panis et Circencis” υπήρχαν ιστορικά θέματα του νέου στυλ, όπως π.χ. το “Parque industrial” του Tom Ze, το “Batmacumba” των Gil και Veloso (ένα λογοπαίγνιο με τον Βatman και την αφροβραζιλιάνικη θρησκεία Μacumba), το “Baby” φυσικά και ακόμη το “Geleia Geral” σε στίχους του Torquato Neto, στο οποίο ο Gilberto Gil τραγουδά την επωδό “e bumba ie-ie boi, e bumba ie-ie-ie”, ανακαλώντας συνειρμικά (και στους Δυτικούς ακροατές) το rock επιφώνημα “yeah-yeah”. [Τα βραζιλιάνικα «(γ)ιέ-(γ)ιέ» σχετίζονταν μ’ έναν χορό από την περιοχή της Bahia]. Τελικώς, σ’ αυτό το άλμπουμ όλα απεδείχθησαν κλασικά. Από τις ενορχηστρώσεις, μέχρι το εξώφυλλο (με παρούσα όλη την παρέα και τον Duprat να πίνει τον καφέ του από ένα κατουρλοκάνατο!). Σύμπτωση; Ήταν, πάντως, Μάιος του ’68.
δ. Cultura e civilizacao 
Τo 1968 ήταν το έτος-σταθμός της tropicalia. Τούτο συνάγεται λαμβάνοντας υπ’ όψιν το σύνολο των happenings που έδωσαν ώθηση στην κίνηση και βεβαίως, το γεγονός ότι οι σημαντικότερες, ή, έστω, αρκετές από τις πιο σημαντικές δισκογραφικές εκδόσεις συνέβησαν τότε. Για τα άλμπουμ του Gilberto Gil, του Caetano Veloso, καθώς και για το “Tropicalia ou Panis et Circencis” (όλα από το ’68) έγραψα ήδη. Aναφέρθηκα επίσης στους σχετικούς δίσκους του Ronnie Von, του Jorge Ben και της Maria Bethania, ανάμεσα σε άλλους, δίσκοι οι οποίοι δεν θεωρούνται από τους διαφόρους μελετητές ως κυρίαρχοι του στυλ, αποτελούν όμως, σε κάθε περίπτωση, την προέκταση της tropicalia προς την αγγλο-αμερικανική ψυχεδελική pop ή προς τo brazilian folk. Και βεβαίως, μέσα στο 1968, ξεκινούν το... τροπικό τους ταξίδι οι (Os) Mutantes, η Gal Costa και ο Tom Ze, τρία ονόματα τα οποία έγραψαν τη μισή, τουλάχιστον, ιστορία.
Υπάρχουν ορισμένοι βραζιλιάνοι μουσικόφιλοι, που θεωρούν ως έτος-ξεκίνημα της tropicalia όχι το 1968, αλλά το 1966. Κάτι τέτοιο μπορεί να μοιάζει λιγάκι αυθαίρετο και έξω από τη φορά των πραγμάτων, όμως, προσωπικώς, το καταλαβαίνω. Κι εγώ, όταν έγραφα το «Ραντεβού στο Κύτταρο», ξεκινούσα την ελληνική ροκ δισκογραφία από τις «Μπαλλάντες» του Γιώργου Ρωμανού, ένα LP του 1965, το οποίο δεν είχε καμία σχέση (κρυφή ή φανερή) με το rock. Είναι γιατί, πολλές φορές, κάτι σε οδηγεί να μην ψάχνεις την ορμητική ροή του ποταμού, όταν το νεράκι απλώνεται ολούθε, καλύπτοντας τα πάντα, αλλά τότε που ξεκινά το μικρό ή το μεγάλο ταξίδι του. Το 1966 λοπόν ηχογράφησαν τραγούδια τους, για την RCA Victor στο Rio, τέσσερις Μπαχιάνοι, η Maria Bethania, ο Caetano Veloso, ο Gilberto Gil και η Maria Da Graca Costa Penna Burgos. Η τελευταία, βεβαίως, δεν ήταν άλλη από την Gal Costa.
Gal και Caetano μπορεί να συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο “Domingo” [Philips, 1967], ένα ενδιαφέρον bossa άλμπουμ με ενορχηστρώσεις των Dori Caymmi, Francis Hime και Roberto Menescal και με κάποια τραγούδια, όπως π.χ. το “Candeias” του Edu Lobo, που φανέρωναν το πηγαίο ταλέντο της Gal, όμως η πραγματική tropicalia διάσταση της τραγουδίστριας από το Salvador θα έρθει μέσα στο ’68 με τη συμμετοχή της στο “ou panis et circencis” και βεβαίως με τις πρώτες προσωπικές ηχογραφήσεις της. Ένα 45άρι στην Philips από το 1968 με τα τραγούδια “Baby”, “A coisa mais linda que existe”, “Saudosismo” και “Mamae, coragem” περιγράφει αυτές ακριβώς τις early days της Gal Costa, με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Εντύπωση προξενεί κι εδώ το πολύχρωμο εξώφυλλο-ζούγκλα του Luiz Jasmin, κάτι το οποίο θα επαναλάβει η Gal και για το δεύτερό της άλμπουμ, το “Gal” [Philips, 1969], ένα από τα LP σύμβολα της κίνησης. Δεν ήταν μόνον κομμάτια όπως το περίφημο “Tuareg” του Jorge Ben, που άνοιγε μόνο του το παράθυρο προς την άλλη μεριά του Ατλαντικού (Tuareg είναι η γνωστή νομαδική φυλή σουνιτών μουσουλμάνων, που ζει στην Δυτική Αφρική – εξ ου και τα oriental ηχοχρώματα στο τραγούδι), αλλά και οι ύμνοι της βραζιλιάνικης ψυχεδέλειας “Cultura e civilizacao” και “Com Medo, com Pedro”. Εν ολίγοις, ένα άλμπουμ «πνιγμένο» στα εφέ, τις fuzzy κιθάρες, τα απίθανα, εντελώς τραχιά, αυθόρμητα φωνητικά της Gal, στιγματισμένο προσέτι από τις παρουσίες των Caetano Veloso και Gilbero Gil. Είχε προηγηθεί βεβαίως (πάντα μέσα στο ’69), το πρώτο φερώνυμο άλμπουμ της στην Philips, στο οποίο ακούγονταν το “Baby”, το “A coisa mais...” (αμφότερα από το 45άρι), το “Sebastiana”, αλλά και το υπέροχο straight ahead ποπ διαμάντι “Vou recomecar”.
Και αν η Gal ήταν η «δημοφιλής» λαϊκή πλευρά της tropicalia, η περίπτωση του Tom Ze θα μπορούσε να πούμε πως βρισκόταν στον αντίποδα. Παρότι είχε ξεκινήσει ως ένας folk κανταδόρος (στο ύφος της Musica Popular Brasileira) στα μέσα των sixties, o Τom Ze, με την παρότρυνση του Caetano Veloso, έγινε βασικό στέλεχος της νέας κίνησης, αφού συμμετείχε στο “ou panis et circencis” με το “Parque industrial”, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια εκείνου του άλμπουμ. Περιέργως, όμως, το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του δεν βγαίνει στην Philips, την Polydor ή κάποια άλλη πολυεθνική ετικέτα, αλλά σε μία μικρή εταιρία από την Recife, την Rozenblit/ Artistas Unidos. (Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το original άλμπουμ είναι πολύ σπάνιο, ενώ και ως CD-reissue είναι σχετικά ακριβό – τουλάχιστον το πουλούσαν ακριβά οι βραζιλιάνοι έμποροι μέχρι πριν κάποιο καιρό). O Ze είχε έναν ήχο – μπορεί να φανεί παράξενο σε κάποιους – που θύμιζε ελληνικά συγκροτήματα της εποχής, π.χ. τους (ελληνόφωνους) Blue Birds, ή τους Play Βoys του Μάικ Ροζάκη. «Θύμιζε» λέω, γιατί υπάρχουν οι αβαντ-γκαρντίστικες παρεμβολές και τα εφέ, και βεβαίως οι στίχοι (σχετικοί με τις αστικές νευρώσεις και την κατανάλωση), που πάνε το πράγμα κάπου αλλού. Χαρακτηριστικά κομμάτια από αυτό το άλμπουμ είναι τα “Quero sambal meu bem” και “Gloria”, τα οποία ακούγονται και στην συλλογή της Soul Jazz. Τον Ze συνόδευαν δύο γκρουπ, που είχαν βγει από το σόου Jovem Guarda, οι Versateis και οι Brazoes. Οι πρώτοι, ήταν ένα καλό garage σχήμα, που ηχογράφησε ένα τουλάχιστον άλμπουμ, το “Uma Noite No Urso Branco”, στην Artistas Unidos το 1966 προς ’67.
Οι δεύτεροι, οι (Os) Brazoes, κατόρθωσαν και αυτοί να φτιάξουν ένα τουλάχιστον άλμπουμ, το 1969, το οποίο είναι ένα από τα κρυφά διαμάντια της tropicalia. Οι φίλοι μας δεν ήταν τυχαίοι. Εκείνη την εποχή αποτελούσαν την backing band της Gal Costa – συμμετείχαν εξάλλου στο “Gal” – και έχαιραν, εξ αιτίας αυτού, ευρύτερης αναγνώρισης. Το “Os Brazoes” εκδόθηκε στην εταιρία RGE και ξεχώριζε για το, γεμάτο πάθος, παίξιμο των τεσσάρων μουσικών. Από τα κομμάτια μένω στην «τρελαμένη» bossa version του “Carolina, Carol bela” του Toquinho, στο “Gotham city” των Jards Macale και Jose Carlos Capinan, ένα τραγούδι που άρεσε ιδιαιτέρως στον Veloso, ωθώντας τον να προσκαλέσει τον Macale στο Λονδίνο, κατά την διάρκεια της αυτοεξορίας του – το κομμάτι είχαν ερμηνεύσει οι Brazoes και στο IV Festival Internacional Da Cancao Popular του ’69 – το “Tao longe de mim”, ένα ψυχεδελικό διαμαντάκι στο ύφος των Βρετανών July και ακόμη το “Espiral”, με στοιχεία soul κοντά στο στυλ των, επίσης Βρετανών, Simon Dupree and the Big Sound. Και εδώ, το εξώφυλλο εμφάνιζε τους τέσσερις Brazoes «ντυμένους» σαν ιθαγενείς. Μία άλλη απεικόνιση, και πάλι, του κόσμου της Αμαζονίας; Ακριβώς.
ε. Ηλεκτρικοί κήποι 
Αν οι Brazoes ήταν το συγκρότημα της tropicalia με την μικρότερη (σχετική) φήμη, οι Mutantes ήταν το γκρουπ σύμβολο του είδους. Επί πλέον, δεν υπήρξαν απλώς οι πρώτοι (ως γκρουπ) που άνοιξαν το χορό, αλλά και αυτοί που τον έκλεισαν με τα δυνατά τους άλμπουμ στις αρχές των seventies.
Όπως ήδη έγραψα, η πρώτη εμφάνιση των (Os) Mutantes πραγματοποιήθηκε στο TV-show The Small World of Ronnie Von, τον Οκτώβριο του ’66. Εμφανίστηκαν μάλιστα στη δισκογραφία, για πρώτη φορά, στο τρίτο LP του Ronnie Von, που κυκλοφόρησε από την Polydor την επόμενη χρονιά. Θυμάται ο Veloso (πάντα από το βιβλίο του “Tropical Truth”):
«Οι Mutantes ήταν τρεις νεαροί από την Pompeia, μια μεσαία γειτονιά του Sao Paulo, γεμάτη από παρατημένες βιομηχανίες. Ήταν δύο αδέλφια – ο Arnaldo, που τραγουδούσε, έπαιζε μπάσο και κίμπορντ και ο Sergio Dias Baptista, που έπαιζε κιθάρα – κι ένα κορίτσι, η Rita Lee Jones, η οποία τραγουδούσε, παίζοντας περιστασιακά ντραμς και λίγο φλάουτο. Εάν οι Beat Boys (σ.σ. το αργεντίνικο γκρουπ που συνόδευε τον Veloso το 1967) είχαν γίνει επαγγελματίες με την άνεση που τους παρείχαν οι νυχτερινές τους εμφανίσεις, παίζοντας Beatles, Stones ή Doors, οι Mutantes, που ήταν ημι-ερασιτέχνες, δεν έμοιαζαν με κόπιa των Beatles (τουλάχιστον όχι τόσο, όσο άλλα δημοφιλή γκρουπ της εποχής), αλλά με κάτι σαν ‘ισάξιοι μ’ εκείνους’». 
Το πρώτο άλμπουμ των Mutantes είχε ως τίτλο το όνομά τους και βγήκε στην Polydor μέσα στο ’68 (πιθανώς να ηχογραφήθηκε στο πρώτο μισό εκείνου του έτους). Ήταν ένα εντυπωσιακό, για τα δεδομένα της εποχής, ντεμπούτο. Στηριγμένο σε τραγούδια των Veloso και Gil (“Panis et circences”, “Baby”, “Bat macumba”, “Trem fantasma”), σε κάποια δικά τους (“O relogio”, “Senhor F”) και βεβαίως στο full-fuzzy εφετζίδικο “A minha menina” του Jorge Ben, προσέφερε νέα vibes στην τοπική σκηνή. Αιτίες; Πολλές. Η εξωτερική εμφάνισή τους, τα σόου τους, η κιθάρα του Sergio Dias, τα στούντιο εφέ του Claudio Cesar. Στα τέλη του ’68 ξεκινά να γράφεται (κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του ’69) το δεύτερο LP τους, το εξ ίσου σημαντικό “Mutantes”. Τo περισσότερο υλικό είναι πρωτότυπο. Ξεχωρίζουν το “Dia 36” για τα εντελώς «χαμένα» εφέ, το “Fuga No II” με εντυπωσιακή δουλειά από τον Rogerio Duprat στην ενορχήστρωση και το έσχατο “Caminhante noturno”. Γι’ αυτό το τελευταίο έγραφα στο Jazz & Τζαζ (τ.80, 11/1999):
«Το κομμάτι ανοίγει με μια φανφάρα, που διασκορπίζεται μέσα σ’ έναν άψογο waltz ρυθμό. Η γραμμή του μπάσου εισάγει το ροκ κείμενο, τα φωνητικά είναι άλλοτε φυσικά και άλλοτε εντελώς παραποιημένα, μεξικάνικες ενορχηστρώσεις που θυμίζουν Herb Alpert Tijuana Brass συνομιλούν με off ήχους από φίλαθλα στόματα (να υποθέσουμε από το Maracana;), ενώ κάπου παρεμβαίνει το ρομπότ από το ‘Χαμένοι Στο Διάστημα’ επαναλαμβάνοντας στο πορτουγκέζικα ‘κίνδυνος, κίνδυνος...’. Η πιο δημιουργική τρέλα στη μουσική ιστορία της Βραζιλίας, είχε εξόχως καταγραφεί». 
Γραμμένο νωρίς το 1969, το τρίτο άλμπουμ των Mutantes, το “A Divina Comedia ou Ando Meio Desligado” [Polydor], κυκλοφόρησε σχεδόν ένα χρόνο μετά, αφού τα πολιτικά πράγματα είχαν αγριέψει στη Βραζιλία. Οι tropicalistas ήταν ήδη υπό διωγμό, αφού η «εσωτερική οργάνωση» – κάτι σαν χούντα μέσα στη χούντα – Institutional Act no. 5 (AI 5) τρομοκρατούσε και κατέπνιγε, όταν... χρειαζόταν, κάθε έκφραση που θα μπορούσε να δυσαρεστήσει το καθεστώς. Μένοντας κάπως μόνοι τους, αφού ήδη οι Veloso και Gil είχαν βρεθεί αυτοεξόριστοι στο Λονδίνο, οι Mutantes επιχειρούν, δίχως να απαρνηθούν το στυλ τους, να εισχωρήσουν ακόμη περισσότερο σε μία υπερατλαντική ψυχεδέλεια, πειραματιζόμενοι με το... χόρτο, απ’ όσα λέει ο μύθος, αφήνοντας ένα τουλάχιστον συγκλονιστικό τραγούδι, το “Ando meio desligado” (Νοιώθω κομματάκι «χαμένος»), που θύμιζε το “Time of the season” των Zombies, και αλλά πολλά και πολλαπλώς ενδιαφέροντα. Ανάμεσά τους το μπιτλικό “Ave, Lucifer” και το εντελώς stoned-blues “Meu refrigerador nao funciona”.
To “Aaaaaah!/Jardim Eletrico”, το 4ο LP τους στην Polydor από το 1971, μπορεί να είχε το πιο psych-cover απ’ όλα (κι εδώ οι πολύχρωμοι «κήποι» της Αμαζονίας δήλωναν παρόν), όμως όσον αφορά στις ιδέες ήταν μάλλον κατώτερο από το “A Divina Comedia...”. Θα ακολουθήσουν κι άλλα άλμπουμ, σε πιο progressive κατευθύνσεις, μέχρι την πρόσκαιρη διάλυσή τους το 1978. (Ξαναφτιάχτηκαν, βεβαίως, τoν τελευταίο καιρό).
Πριν από μερικά χρόνια είχε πέσει στο μάτι μου μία φωτογραφία του πρώτου άλμπουμ των Aphrodite’s Child, στη βραζιλιάνικη εκδοχή του, από το 1969. Δεν είχε το γνωστό κολάζ εξώφυλλο της ευρωπαϊκής έκδοσης, αλλά ακόμη μία comic απεικόνιση της «πολύχρωμης» ζούγκλας. Ο βραζιλιάνος γραφίστας, ο οποίος, προφανώς, πρώτα άκουσε και μετά σχεδίασε, θυμήθηκε τους tropicalia ήχους της πατρίδας του, αποφασίζοντας να δώσει στο “End of the World” μία διαφορετική εικόνα. Σωστός. Το “Mister Thomas” και το “Day of the fool” θα μπορούσε να τα είχαν γράψει ακόμη και οι Mutantes...
στ. Βραζιλία βραζιλιάνων στρατηγών... 
To τυπικό κλείσιμο της ιστορίας έρχεται, στην ουσία, με τη σύλληψη του Veloso και του Gil, τον Δεκέμβριο του’ 68 (αποφυλακίστηκαν δυο μήνες μετά, με την εντολή να ξεκουμπιστούν από τη Βραζιλία), και το οριστικό με τις συναυλίες της 20ης και 21ης Ιουλίου του ’69, στο Salvador, όταν οι δυο φίλοι απευθύνθηκαν στον κόσμο για να τους καλύψει τα εισιτήρια, προκειμένου να φύγουν στο Λονδίνο. Παρένθεση. Ο Veloso και ο Gil δεν ήταν τίποτα συνειδητοποιημένοι Αριστεροί, αλλά επειδή παρουσίαζαν κάποια σόου έξω από τα καθιερωμένα, θεωρήθηκαν προκλητικοί. Το γεγονός ότι είχαν παραβρεθεί, τον Ιούνιο του ’68, στην κηδεία ενός φοιτητή, του Edson Luis, που είχε δολοφονήσει η Αστυνομία, δεν τους καθιστούσε αυτομάτως και... αντιστασιακούς, αφού εκεί είχε συμμετάσχει όλος ο κόσμος (κάτι σαν την κηδεία του Γέρου, επί Χούντας). Ούτε, ακόμη οι καλυμμένες αναφορές στον Che Guevara, στο τραγούδι των Gil/ Capinan/ Torquato Neto “Soy loco por ti, America” (από το πρώτο LP του Veloso) ήταν αρκετές, ώστε να δημιουργήσουν αριστερό δεδομένο. Οπότε, γιατί; Απλώς, γιατί, οι χoύντες, φοβούμενες συνήθως και τη σκιά τους, στοχεύουν σε ό,τι κινείται. Κλείνει η παρένθεση. Το live στο Teatro Castro Alves, στο Salvador, ήταν με ροκάδικο τρόπο χαοτικό, δίνοντας την ευκαιρία στους Veloso και Gil να ερμηνεύσουν κάποια παλαιότερα τραγούδια τους (“Superbacana”, “Frevo rasgado”, “Domingo no parque”, “Alegria, alegria”), αλλά και ορισμένα καινούρια, όπως π.χ. το “Atras do trio eletrico”, από το δεύτερο LP του Veloso [Philips, 1969], το «λευκό άλμπουμ» της βραζιλιάνικης pop. Η συναυλία μάλιστα ηχογραφήθηκε, για να κυκλοφορήσει τελικώς ως “Barra 69” από την Philips τρία χρόνια αργότερα, όταν τα πράγματα είχαν ηρεμήσει κάπως στην Βραζιλία.
ζ. Η διασπορά του στυλ 
Η tropicalia, μπορεί να ξεπήδησε μέσα από μια συγκεκριμένη παρέα, αλλά επειδή είχε πολλά στοιχεία, στο ηχητικό, στιχουργικό και στο... παραστατικό πεδίο, ασύμβατα μεταξύ τους, επηρέασε δεκάδες καλλιτέχνες, σε κάθε μουσικό χώρο. Στο χώρο της jazz ας πούμε, η tropicalia πρωταγωνιστεί στις εγγραφές των Brazilian Octopus (http://is.gd/iCePkQ) και του Milton Nascimento (στο LP “Courage” του 1969). Στο πιο... κλασικό βραζιλιάνικο τραγούδι ο Edu Lobo με το “Sergio Mendes Presents” του 1970, η Elis Regina με το “Como & Porque” (1969), η Nara Leao με το φερώνυμο άλμπουμ της [Philips, 1968] σε ενορχήστρωση του Rogerio Duprat και ο Piti, έδειξαν τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ενσωματωθεί η tropicalia στο μέσο γούστο. Ο Rogerio Duprat ξανά, με την Banda Tropicalista του, και ο Gaya με την Sua Grande Orchestra, ένωσαν την tropicalia με το easy listening. Ο Marcos Valle με το “Mustang Cor de Sangue...” [Odeon, 1969] έλιωσε μαζί tropicalia και groovy-soul, ενώ στο χώρο του rock χάνεται η μπάλα, με τα δεκάδες, ου μην και εκατοντάδες, γκρουπ που οικoδόμησαν στην πορεία το brazilian rock. Πρώτοι απ’ όλους οι φίλοι του Veloso. Η hippy κομούνα των Novos Baianos (το EP τους “No Final do Juizo” το ακούει κανείς μόνο και μόνο για το εξώφυλλό του!) και ο Jards Macale με το φερώνυμο σχήμα (κιθαρίστας τους ο κορυφαίος όλων Lanny Gordin). Και βεβαίως οι Bango, οι (O) Terco, οι Spectrum, οι Modulo 1000, οι Sound Factory, οι Lula Cortes και Ze Ramalho... Ανοίγω όμως άλλο κεφάλαιο...η. στα seventies πια… 
Όπως ανέφερα λίγο πιο πάνω, το τυπικό τέλος της tropicalia έρχεται, στην ουσία, με τη σύλληψη των Caetano Veloso και Gilberto Gil τον Δεκέμβριο του ’68 (αποφυλακίστηκαν δύο μήνες μετά, με την εντολή να φύγουν από τη Βραζιλία), και το οριστικό με τις συναυλίες της 20ης και 21ης Ιουλίου του ’69, στο Teatro Castro Alves στο Salvador της Bahia, όταν οι δυο φίλοι απευθύνθηκαν στον κόσμο για να τους καλύψει τα εισιτήρια, προκειμένου να πάνε στο Λονδίνο. Σ’ εκείνα τα live τούς Veloso και Gil συνόδευαν οι (Os) Leifs, ένα σχήμα το οποίο αποτελούσαν βασικά τ’ αδέλφια Gomes – ο Pepeu ηλεκτρική κιθάρα, o Carlinhos μπάσο και ο Jorginho ντραμς. Ο Pepeu με τον Jorginho θα ενωθούν το 1971 μ’ ένα από τα πιο σημαντικά γκρουπ, που ξεπήδησαν ποτέ από την Bahia τους (Os) Novos Bahianos, ξεκινώντας μαζί τους μία άλλη, εξ ίσου ενδιαφέρουσα, διαδρομή για το βραζιλιάνικο rock.
Οι Novos Bahianos ή Baianos ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό μουσικό συγκρότημα. Βασικά επρόκειτο για μία hippie κομούνα, που ζούσε σε μια φάρμα κοντά στο Rio de Janeiro (όπου είχε «μεταναστεύσει»). Παρήγαγε ταινίες, τις οποίες σκηνοθετούσε ο Galvao (ο guru, να τον πούμε έτσι, της παρέας), είχε ομάδα ποδοσφαίρου (την Novos Baianos Futebol Clube) και βεβαίως έπαιζε μουσική, άμεσα επηρεασμένη από την tropicalia, αλλά, θα έλεγα, πιο ριζοσπαστική και προχωρημένη. Ο Veloso, η Gal Costa, ο Joao Gilberto, ο Doryval Caymmi και φυσικά οι Beatles, ο Hendrix και οι Cream, υπήρξαν οι αναφορές της, προσθέτοντας όμως ισχυρές δόσεις από την θρησκευτικού τύπου, παραδοσιακή μουσική της Bahia. Όλα αυτά περασμένα μέσα από tune in/drop out καταστάσεις, βοηθούμενη από το LSD και τη μαριχουάνα. Μέλη των Novos Baianos, πέραν του Galvao που έγραφε επίσης τους στίχους και είχε τη γενική διεύθυνση, ήταν ο Moraes Moreira (φωνή, φλάουτο, ακουστική κιθάρα) και ο Paulinho Boca de Cantor (φωνή, ακουστική κιθάρα). Μαζί τους συνεργαζόταν η τραγουδίστρια Baby Consuelo και από το 1971, και για κάποιο διάστημα, ήταν δίπλα τους οι A Cor do Som (Pepeu και Jorginho Gomes, Dadi μπάσο, 7χορδη ακουστική, Baixinho ντραμς, κρουστά). Σε μία επόμενη συλλογή της Soul Jazz, την “Brazil 70” (2007) ανθολογήθηκαν δύο κομμάτια των Novos Baianos. Το “Tinindo trincando” από το LP “Acabou Chorare” [Som Livre, 1972] και το ορχηστρικό “America tropical” από το “Vamos Pro Mundo” [Som Livre, 1974] με την ηλεκτρική κιθάρα να «πετάει». Οι Novos Baianos δεν ήταν κάποιο αντι-εμπορικό σχήμα, όπως, ίσως, αφήνει να φανούν οι δραστηριότητές του. Ηχογράφησαν τουλάχιστον οκτώ LP, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία, ιδίως στη νεολαία της περιόδου, για την οποία αντιπροσώπευαν έναν καινούριο τρόπο ζωής και δράσης.
Οι Secos & Molhados αποτέλεσαν φαινόμενο για τη βραζιλιάνικη σκηνή στο πρώτο μισό του ’70. Με καταγωγή από το Sao Paulo, σχηματίστηκαν το 1970/71 από τους Ney Matogrosso τραγούδι, Gerson Conrad ακουστική κιθάρα, φωνή και Joao Ricardo ακουστική κιθάρα, φυσαρμόνικα, φωνή. Δεν ηχογράφησαν εκτενώς μ’ αυτήν τη line-up, κυρίως γιατί η προσωπικότητα του Matogrosso ήταν τόσο εμφανής και ξέχειλη, ώστε, πολύ δύσκολα θα έμεναν, έτσι, για πολύ καιρό μαζί. Ντυμένοι και μακιγιαρισμένοι με το δικό τους τρόπο (επηρέασαν τους Kiss;) και παίζοντας με την αλλαγή των φύλων και, εννοείται, τα ηχοχρώματα (folk, glam, rock), οι Secos & Molhados ήταν αρκετά μπροστά, ώστε να μην περάσουν απαρατήρητοι – όχι μόνον απ’ όσους τους λάτρεψαν, αλλά και από τη στρατιωτική χούντα. Το “Amor” (που ακούγεται στην “Brazil 70”) προέρχεται από το πρώτο φερώνυμο LP τους [Continental, 1973] και είναι χαρακτηριστικό του πρωταρχικού τους ήχου.
Το όνομα του Jards Macale (Ζαρτζ Μακαλέ) το θυμήθηκε και o Caetano Veloso στο πρώτο live της Αθήνας στο Badminton, την Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007 (στο Ηρώδειο είχα αμελήσει…) κάτι πολύ λογικό, αφού συνεργάζεται μαζί του από τα χρόνια της αυτοεξορίας στο Λονδίνο. To 1972 ο Macale θα σχηματίσει ένα τρίο με τους Lanny Gordin κιθάρα, μπάσο (ο κορυφαίος βραζιλιάνος «ηλεκτρικός») και Tuti Moreno ντραμς (ο Macale έπαιζε επίσης κιθάρα και τραγουδούσε), στο οποίο θα δώσει τ’ όνομά του. Οι... Jards Macale με το πρώτο τους LP στη Philips θα φανούν αντάξιοι του ονόματός τους και η Soul Jazz δεν θα χάσει την ευκαιρία να μας τους θυμίσει μέσω του lead track “Farinha do desperzo”. Ο Macale ήταν, ακόμη, από τους βασικούς πρωταγωνιστές ενός συναυλιακού γεγονότος, που έλαβε χώρα στο Μουσείο Μοντέρνας τέχνης του Rio, την Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (10/12/1973), τα έσοδα του οποίου θα πήγαιναν στην δοκιμαζόμενη από την πείνα τότε (και πάντα) Ανατολική Αφρική. Η ιδέα και κυρίως, το εξώφυλλο του άλμπουμ, με τον Μυστικό Δείπνο στο front cover, δεν άρεσε στη χούντα, με αποτέλεσμα το διπλό LP να μείνει στην άκρη για 5 χρόνια – πρωτοεκδόθηκε ως “O Banquete dos Mendigos” στην RCA το 1979. Ντοκουμέντο. Και η διανομή; Ό,τι σημαντικότερο είχε να επιδείξει η MPB εκείνα τα χρόνια. Paulinho da Viola, Jorge Mautner, Edu Lobo, Johny Alf, Chico Buarque, Milton Nascimento, Gal Costa, Toninho Horta, Jards Macale, Raul Seixas κ.ά.
Ποιος ήταν, όμως, αυτός ο τελευταίος; Πιθανώς, ο σημαντικότερος rocker που ανέδειξε ποτέ η Βραζιλία. Παίρνοντας γραμμή από τη «Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» και από τα πρώτα τραγούδια του Elvis, ο Raul Seixas (1945-1989) ήδη από τα 12 του(!) σχηματίζει το πρώτο του συγκρότημα, τους Panthers, τους οποίους μετονομάζει σε Raulzito e Os Panteras εκεί προς τα μέσα των sixties, όταν οι… άνεμοι της αλλαγής είχαν παραπετάξει κι αυτόν ακόμη το «βασιλιά» στα αζήτητα. Οι ηχογραφήσεις τους σ’ ένα μπιτλικό psych στυλ (ανάμεσά τους και το “Voce ainda pode sonhar” δηλαδή το “Lucy in the sky with diamonds”) δημιούργησαν κάποια εντύπωση σ’ ένα πιο ψαγμένο κύκλωμα, αν και θα έπρεπε να περάσουν λίγα ακόμη χρόνια προκειμένου o Seixas να δείξει σε πληθώρα το ταλέντο του – όταν αποφασίζει να συνδέσει το αγαπημένο του rock n’ roll, με την tropicalia, αλλά και τους ήχους της αφρο-βραζιλιάνικης θρησκείας Candomble, δημιουργώντας ένα ολίγον παράταιρο, αλλά συναρπαστικό χαρμάνι. Κομβικό σημείο σ’ αυτήν την αλλαγή πλεύσης του Seixas αποτελεί η γνωριμία του με τον... εσωτεριστή Paulo Coelho (τον top-seller συγγραφέα του Αλχημιστή και των Έντεκα Λεπτών). Από το official fun club του Coelho αντιγράφω:
«Ο Raul Seixas και ο Paulo Coelho πρωτοσυναντήθηκαν στο Rio, το 1971. Ο Raul διάβαζε όσα κείμενα σχετίζονταν με τους ιπτάμενους δίσκους στο περιοδικό “2001” που διηύθυνε ο Coelho και συνεπαρμένος από ’κείνα αποφασίζει να τον γνωρίσει – έτσι κάπως προσκαλεί τον Paulo στο διαμέρισμά του για να φάνε, ν’ ακούσουν μουσική και βασικά, για να του προτείνει να γράψει στίχους στα καινούρια του τραγούδια».
Και όντως, η αρχή της συνεργασίας τους ξεκινά από το άλμπουμ “Krig-Ha, Bandolo!”, που κυκλοφορεί τον Ιούλιο του ’73. Ο Coelho, πάντα μέσα σ’ ένα πνευματικό ψάξιμο, προσκαλεί το φίλο του Raul να μάθει για την ‘μυστική κοινωνία’ Astrum Argentum της οποίας ο ίδιος ήταν μέλος. Επρόκειτο για μια μυστικο-φιλοσοφική οργάνωση, βασισμένη στη διδασκαλία του Aleister Crowley (νάτος πάλι...), ο οποίος επηρέαζε μέσω του έργου του όλο και πιο έντονα τόσο τον Coelho, όσο και τον Seixas. Το 1974 ο Seixas κυκλοφορεί το πολύ επιτυχημένο άλμπουμ “Gita”, επηρεασμένο από την Bhagavad-Gita (ιερό σανσκριτικό κείμενο), κερδίζοντας τον πρώτο του χρυσό δίσκο. Καθώς η δημοφιλία του τραγουδοποιητικού ντουέτο Seixas-Coelho μεγάλωνε, ο Paulo και ο Raul άρχισαν να πιστεύουν πως ήταν καιρός να περάσουν από τα λόγια στα έργα, πως είχε φθάσει η ώρα για μία πραγμάτωση της Εναλλακτικής Κοινωνίας. Έτσι, βάζουν πλώρη για το σχέδιό τους, που θ’ αναπτυσσόταν στην Πολιτεία Minas Gerais. Όλα θα λάβουν τέλος τον Μάιο του ’74, όταν η αστυνομία θα μπει στο αρχηγείο τής οργάνωσης, η οποία υποτίθεται πως αντιστράτευε το καθεστώς, καταστρέφοντας το έντυπο υλικό και σέρνοντας τους δύο φίλους στη φυλακή. Από το “Krig-Ha, Bandolo!” [Philips, 1973] προέρχεται το αφρο-βραζιλιάνικο “Mosca na sopa” και από το “Gita” [Philips, 1974] το “As aventuras de Raul Seixas na cidade de Thor”, αμφότερα με λόγια του Seixas. Το δεύτερο είναι ένα περίπου αυτοβιογραφικό, φιλοσοφικό τραγούδι με στίχους γύρω από την πορεία μιας μηχανιστικής κοινωνίας. (Πάντως, στη συλλογή της Soul Jazz δεν ακούγεται τίποτα από τη συνεργασία των Seixas-Coelho, όπως π.χ. το “Sociedade alternativa”, επίσης από το άλμπουμ “Gita”, εκεί όπου επευφημείται η ιδέα μιας εναλλακτικής κοινωνίας, στηριγμένη στο “The Book of the Law” του Crowley και τη διδασκαλία της Θέλημα).
Παραλλήλως με την, ας την πούμε, rock πλευρά τής MPB (Musica Popular Brasileira) αναπτυσσόταν και μία acid-folk κατεύθυνση, η οποία θα μπορούσε να κάνει ακόμη και τον πάντα χαμένο Devendra Banhart... ν’ αλλάξει επάγγελμα. Στην “Brazil 70” συναντούμε μερικά τέτοια ονόματα. Πρώτο, εκείνο του Alceu Valenca. Από τους κυριότερους εκπροσώπους μιας σκηνής μουσικών που είχαν ως βάση τους το Pernambuco, ο Valenca συνέχισε κατά κάποιον τρόπο τους ηχητικούς προβληματισμούς της tropicalia, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στην ανάμειξη ακουστικών και ηλεκτρικών οργάνων. Το κομμάτι “Punhal de prata”, που παρουσιάζεται στη συλλογή, προέρχεται από το άλμπουμ του “Molhado de Suor” [Som Livre, 1974] στο οποίο συμμετείχαν επίσης ο Geraldo Azevedo και ο Lula Cortes κιθάρα – ένας μουσικός που συνέδεσε τ’ όνομά του με δύο ιερά άλμπουμ της εποχής, το “Paebiru” (με τον Ze Ramalho) και το “Satwa” (με τον Lailson, δες κι εδώ http://is.gd/x9BNu8).Για την Joyce επίσης έχω γράψει πολλές φορές (στο περιοδικό). Ίσως η πιο άγνωστη, μα σίγουρα αξιομνημόνευτη στιγμή στην καριέρα της να είναι η (μοναδική) συνεργασία της με τον Nelson Angelo, στο φερώνυμο άλμπουμ που βγήκε στην Odeon το 1972. Πρόκειται για ένα θρυμματισμένο έργο ψυχεδελικής folk, που θα μπορούσε να θυμίζει τις πιο acoustic στιγμές του Γιώργου Ρωμανού από το «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα». O κιθαρίστας Nelson Angelo ερχόταν από το Clube de Esquina του Milton Nascimento, ενώ η Joyce, μεγαλωμένη στην Copacabana, ήταν ένα παιδί της bossa nova. Η συνεργασία τους (“two people in love” όπως έλεγε και ο Angelo) ξεπερνούσε τη χρυσή τομή τους. Το “Passara” των Jaime Alem and Nair de Candia – από κάποιο άγνωστο προς εμένα LP του συνθέτη/ κιθαρίστα Jaime και της συζύγου του τραγουδίστριας Nair – έχει μία ωραία κυκλική ανάπτυξη, θυμίζοντας νοτιο-ιταλικό folk. Εξαιρετικό κομμάτι. Το ίδιο θα ισχυριστώ και για το “Ingazeiras” των Ednardo e o Pessoal do Ceara από το φερώνυμο LP τους [Continental, 1973]. Από τους μουσικούς που ηγήθηκαν ενός τοπικού καλλιτεχνικού κινήματος στην Πολιτεία Ceara, στα βορειοανατολικά της χώρας («πάνω» από την Bahia και το Pernambuco), ο Ednardo, κατά αναλογία με τον Milton Nascimento και το Clube de Esquina, ιδρύει έναν ευρύτερο οργανισμό μέσω του οποίου θα έβρισκαν χώρο έκφρασης οι τοπικοί δημιουργοί. Αυτή η κολεκτίβα ήταν η Pessoal do Ceara, η οποία στο μουσικό της κομμάτι επιχείρησε να ενώσει baiao, xaxado και forro με δυτικά ακούσματα. Οι Mar Revolto, που κλείνουν το άλμπουμ, πιθανώς να είναι το πιο αθόρυβο όνομα της “Brazil 70”. Το “Contendas de sincora” – μάλλον από το “Mar Revolto” [Musiquim Brazil] –, αν και προέρχεται από το 1979, έχει όλην εκείνη την... αναγνωρίσιμη ατμόσφαιρα των αρχών της δεκαετίας. Ανδρικά και γυναικεία φωνητικά σε εναλλαγή, φλάουτο, ακουστικές κιθάρες, ήπια κρουστά κι ένα ακόμη άγνωστο «διαμάντι» από το απέραντο «ορυχείο» του brasilian folk. Και πριν περάσω στους πρώην τροπικαλίστες, οι οποίοι βρίσκονταν πάντα στις επάλξεις και στα seventies, μία μικρή στάση προς χάριν του Erasmo Carlos. Από τους βασικούς εκπροσώπους της Jovem Guarda στα μέσα του ’60, της pop σκηνής δηλαδή με την ισχυρές νεανικές αναφορές, ο Erasmo Carlos απέκτησε οπαδούς και στο χώρο της Αριστεράς, όταν βρέθηκε να ηχογραφεί άλμπουμ όπως το “Sonhos e Memorias 1941-1972” [Polydor, 1972]. Έχοντας πλάι του τους τρεις μετέπειτα Azymuth και, ακόμη, μερικούς από τους πιο σημαντικούς sessions της εποχής, ο Carlos, με το (αέρινο) “Mane joao”, αντιπροσωπεύει (κι εδώ, και πάντα) την ακατάλυτη ψαγμένη pop φόρμα.
Tom Ze, Gilberto Gil, Gal Costa, Caetano Veloso και Rita Lee (από τους Mutantes), η παλαιά φρουρά της tropicalia δηλαδή, δεν θα μπορούσε ν’ απουσιάζει από ένα άλμπουμ που θέλει να αντιπροσωπεύει την MPB στα χρόνια του ’70. Ο Ze – από τους πιο απρόβλεπτους μουσικούς στον καιρό του – με το “Correio Da Estacao do Bras” [Continenal] του 1978, δίνει ακόμη ένα folk-psych experimental έργο, μάλλον αποστασιοποιημένο σε σχέση με τον γενικότερο ηχητικό του περίγυρο. Ο Gilberto Gil με το “Expresso 2222” [Philips, 1972] δείχνει να συνεχίζει από ’κει όπου σταμάτησε στα sixties. Στο “Sai do sereno” (τραγουδά μαζί με την Gal Costa), μα κυρίως στο 6λεπτο “O canto da Ema” εκκολάπτεται ένα δικό του fusion αποτελούμενο από funk, rock, folk και jazz στοιχεία, εξαιρετικώς ενδιαφέρον. Πάντα σε κέφια και με νέες ιδέες, η Gal Costa δημιουργεί με το “India” [Philips, 1973] ένα από τα σύμβολα LP της περιόδου, συνδυάζοντας τα διδάγματα της tropicalia με το funk, την pop της Jovem Guarda και τον παγανισμό των αφρο-βραζιλιάνικων δοξασιών. Στο δικό του δρόμο της post-tropicalia (αιχμές από bossa και folk, μέσα σ’ ένα psych-avant πλαίσιο) ο Caetano Veloso με το “Joia” [Philips, 1975] ξεκινά την... πρόκληση από το εξώφυλλο, ζωγραφίζοντας την οικογένειά του (τη γυναίκα του Dede, το γιο του Moreno και τον εαυτό του) σχεδόν γυμνούς. (Στο οπισθόφυλλο απλώς πόζαραν και οι τρεις ακόμη... γυμνότεροι). Gilberto Gil, Gal Costa, Joao Donato, Joao Gilberto κ.ά στο συνοδευτικό session.
Τέλος, η Rita Lee, η βασική ερμηνεύτρια των (Os) Mutantes, θα εδραιώσει αυτή την εποχή την «υπεροχή» της στο χώρο του βραζιλιάνικου rock. Με νέο σχήμα, τους Tutti Frutti, και ανανεωμένη κυρίως από ηχητικής πλευράς, η βραζιλιάνα ερμηνεύτρια θα προσφέρει ωραία τραγούδια, όπως το “Corista de rock” από το “Entradas e Bandeiras” [Som Livre, 1976]· ένα άλμπουμ, για το οποίον είχα γράψει στο «δισκορυχείον» (τεύχος 109), πριν από 9 χρόνια…

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΕΒΕΤΖΟΓΛΟΥ ένα μέγιστο τραγούδι

Κορυφαίο ανέκδοτο τραγούδι του έλληνα folkist Αλέξανδρου Δεβετζόγλου. Γραμμένο πριν πολλά χρόνια, το “21 d’Aprile” μπορεί να αναφέρεται στην «εθνοσωτήριο», αλλά επειδή ο Δεβετζόγλου είναι ποιητής, το τραγούδι ακούγεται απείραχτο από το χρόνο και σήμερα. Ιδίως σήμερα…

Καίει φωτιά την καρπερή 'κείνη τη γη
τ' αγρότη το χωράφι
του μάστορη την προκοπή
το δρόμο του διαβάτη.

Πρώτη του Μάη, που ’ταν η μέρα γιορτινή
είδα να κλαίνε τ’ άνθη
θέριζε ο άνεμος τη γη
κι ο λογισμός εχάθη.

Θάβουν εκεί που 'δε το φως η λευτεριά
όλα τα ιδανικά της
λίγα παράδοξα παιδιά
ξεσκίζουν την καρδιά της.


Εδώ http://is.gd/MBh0PP όσα θέλετε να διαβάσετε για τον Αλέξανδρο Δεβετζόγλου.

ελληνόφωνα ελληνικά…

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας έχει τη δική του ιστορία στο ελληνικό rock, αλλά και στο ελληνικό τραγούδι γενικότερα. Το διπλό live «Αυτά που Ρωτάς, Ζωντανά στο Κύτταρο» [Lyra, 2010] αφήνει δύο πράγματα· σε όσους δεν τον γνωρίζουν ως άνθρωπο και, κυρίως, ως τραγουδοποιό. Αρχικώς, μια γλυκύτητα, η οποία τον χαρακτηρίζει και ως αφηγητή (το όλον πράγμα παραπέμπει στη σχέση που έχει οικοδομήσει με τα ακροατήριά του, μέσα από τα live και τους δίσκους, ο Κώστας Χατζής) και κυρίως τη βεβαιότητα πως ο άνθρωπος αυτός χαραμίστηκε – θα την πω τη λέξη – ως τραγουδιστής. Ακόμη και σήμερα η φωνή του παραμένει καμπάνα κι είναι ν’ απορείς (για όλα όμως υπάρχουν εξηγήσεις), γιατί ο Γκαϊφύλλιας δεν σφράγισε, τελικώς, με τη φωνή του πολύ περισσότερα σημαντικά κομμάτια (εκεί πηγαίνει η λέξη «χαραμίστηκε»). Άκουσα το «ζωντανά στο Κύτταρο», αλλά δεν θα πω πολλά. Θα πω μόνο πως χάρηκα, γιατί ανάμεσα σε άλλα, δεν ξεχάστηκε το ωραιότερο τραγούδι, που έγραψε ποτέ ο θρακιώτης μουσικός. Είναι το «Άδοξο τέλος», από την «Ατέλειωτη Εκδρομή». Πάντα σπουδαίο. Το ακούω όμως, πρώτα, από τον παλαιό του δίσκο…#
Για τον βιολιστή Λευτέρη Ζέρβα δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Το δοξάρι του πρωταγωνιστεί σε εκατοντάδες άλμπουμ της εγχώριας δισκογραφίας. Παρά ταύτα, όπως διαβάζω και στο δελτίο Τύπου, δεν είχε, έως σήμερα, κάποιον απολύτως προσωπικό δίσκο. Να λοιπόν το “Back to the Roots” [Lyra, 2010], ένας φορεμένος εν γένει τίτλος, που κρύβει όμως κάποιες εκπλήξεις. Κυρίως, αναφέρομαι στις τέσσερις συνθέσεις του Βαγγέλη Παπαθανασίου “Prelude (love song)”, "28th parallel”, “Song of the seas”, “Conquest of paradise” (δανεισμένες από τα άλμπουμ “Voices”, “Oceanic” και “1492: Conquest of Paradise”), οι οποίες αντιμετωπίζονται με ωραίο τρόπο από τον Λευτέρη Ζέρβα, και το μικρό σχήμα που τον συνοδεύει. Δεν είναι δηλαδή εκ των προτέρων «κακό» το ότι το όλον κλίμα αποτυπώνεται στ’ αυτιά μου αρκούντως «τουριστικό»· ιδανικό πάντως για cafe/ club/ restaurant τύπου... Buddha Bar, Maxim’s και τα λοιπά.#
Δεν γνώριζα την καλλιτεχνική σχέση της Γιώτας Βέη με τον Τσιτσάνη. Από το ένθετο του νέου της CD «Τσιτσάνη Έργα, Κάποια βραδυά μαγική» [Lyra, 2010] μαθαίνουμε πως η Πόλυ Πάνου συνέστησε την Βέη στον Δάσκαλο (υποθέτω στα 70s), ο οποίος και εξετίμησε ιδιαιτέρως τη φωνή της, ζητώντας της να μείνει δίπλα του. Η Βέη, ως γνωστόν, επέλεξε τελικώς ν’ ασχοληθεί με την παραδοσιακή μουσική, αφήνοντας, όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού της ένα άλμπουμ με τραγούδια του Τσιτσάνη, το οποίον και πραγματοποιεί, τώρα, 30-35 χρόνια μετά. Έχει το ενδιαφέρον του το concept, αν και η επιλογή των κομματιών (από τα πασίγνωστα) δεν βοηθά προς την κατεύθυνση του «διαφορετικού». Υπάρχει ένας φόβος ούτως ειπείν (ακόμη και στην ορχήστρα, που είναι υπέρ το δέον πιστή), που εμποδίζει το όλον πράγμα να «φύγει». Προς κάπου…#
Νέος τραγουδοποιός, που αποφασίζει να εκτεθεί, πλήρως κι εντελώς, ως συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής. Ο Νικόλας Ευαντινός είναι ένας 29χρονος Κρητικός, ο οποίος δίνει στίγμα και στα τρία προαναφερόμενα, μέσω ενός άλμπουμ που έχει τίτλο Πανταχού Απών [7, 2010] και που περιέχει, βασικά, folk μπαλάντες, ενορχηστρωμένες από τον Κώστα Παρίση. Ο Ευαντινός τα καταφέρνει καλώς και στα τρία πεδία. Η φωνή του, ως ηχόχρωμα, είναι «ξερή» (θυμίζει Θανάση Παπακωνσταντίνου) και πάντως επαρκής, για όσα καλείται ν’ αποδώσει. Ο στίχος του, αν απαλλαγεί από μία παραδοσιακής υφής διδακτικότητα («Το κλωνάρι» π.χ.), θα έχει πράγματα να πει, ενώ και οι μελωδίες του, που ακουμπούν από το κρητικό μέλος μέχρι το rock, δεν είναι του πεταματού. Συμπαθητικό ντεμπούτο και… πάμε και στο τελευταίο.#
Αν και έχει σαφές, σαφέστατο (έμμετρο και σοβαρό) στιχουργικό υλικό στη διάθεσή του (ποιήματα των Ηλία Λάγιου και Γιώργου Κοροπούλη), ο Κώστας Δημουλέας δεν κατορθώνει να κάνει τη διαφορά με το «Η Κομμώτρια και ο Θάνατος» [Lyra, 2011]. Οι μελοποιήσεις του βγάζουν μία θεατρικότητα (αυτό δεν είναι εξ ανάγκης κακό), η οποία έτσι όπως κατακερματίζεται από τους διαφορετικούς ερμηνευτές (9 τραγούδια, 5 τραγουδιστές), δεν αφήνει πολλά περιθώρια ενότητας ύφους στο ημίωρο άλμπουμ του. Συγκριτικώς, η Σωτηρία Λεονάρδου λέει τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια· και αναφέρομαι κυρίως στο blues εισαγωγικό Σπουδή στον Α.Κ., αλλά και στην δυναμική folk ballad «Το τραγούδι του Πρόσπερου», στη φωνητική συνεργασία της δηλαδή με τον συνθέτη. Το ρεζουμέ; Κάποιες υποσχέσεις, που μένει ν’ αποδειχθούν.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

ALAN BISHOP & RICHARD BISHOP

Ένα δελτίο Τύπου με νόημα…
Η ομάδα Silence Fiction Society σε συνεργασία με το www.noise-below.org παρουσιάζουν τους Brothers Unconnected, ένα project των Alan Bishop (Alvarius B/ Uncle Jim) και Sir Richard Bishop ιδρυτικών μελών των Sun City Girls, σ’ ένα αφιέρωμα στην ιστορία του γκρουπ που απλώνεται σε τρεις δεκαετίες.Tο Φεβρουάριο του 2007, οι αδελφοί Bishop αποφάσισαν τη διάλυση των Sun City Girls λόγω του θανάτου του Charles Gocher (1952-2007), αποφασίζοντας να μετεξελιχθούν στο σχήμα Brothers Unconnected που πρωτοπαρουσιάστηκε στην αμερικάνικη τουρνέ τους A tribute to Sun City Girls and Charles Gocher το 2008. Μετά από προσπάθειες τριών ετών η περιοδεία θα λάβει χώρα για πρώτη – και τελευταία – φορά στην Ευρώπη. Η Αθήνα αποτελεί τερματικό σταθμό της περιοδείας, η οποία περιλαμβάνει και την εμφάνισή τους στο πολυαναμενόμενο All Tomorrow’s Parties, του Μαΐου που επιμελούνται οι Animal Collective.
Τη συναυλία θ' ανοίξει η 50λεπτη πειραματική ταινία “The Handsome Stranger” σκηνοθετημένη από τον Charles Gocher. Κατόπιν θ’ ακολουθήσουν δύο ακουστικά σετ, στα οποία το ντουέτο των Alan και Richard Bishop θα παρουσιάσουν μια αναδρομή στην ομολογουμένως τεράστια και πολυσχιδή δισκογραφία των Sun City Girls.
Ο τεχνοκριτικός Θανάσης Μουτσόπουλος, κάνει ειδικά για την περίσταση το ντεμπούτο του ως DJ, επενδύοντας μουσικά τα διαλείμματα, αλλά και το φινάλε της βραδιάς. Θα παίξει αποκλειστικά 45άρια και κασέτες υβριδικής ποπ από την… περιφέρεια με έμφαση στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Νοτιοανατολική Ασία.
(απόψε στο 6 d.o.g.s)

TUNDE WILLIAMS plays with THE AFRICA 70

Ο ήχος του Fela στα seventies δεν ήταν δικός του. Δεν ήταν αποκλειστικώς δικός του εννοώ. Ήταν και των μουσικών της περίφημης ορχήστρας του, της Africa 70 εν προκειμένω, στην οποίαν πρωταγωνιστούσαν τα πνευστά του Tunde Williams (τρομπέτα) και του Lekan Animashaun (βαρύτονο σαξόφωνο).
Ο Babatunde “Tunde” Williams γεννημένος στη Νιγηρία το 1943 μπαίνει στους Koola Lobitos (το sixties γκρουπ του Fela) το 1967 – όπως διαβάζω στο site της βρετανικής εταιρίας Honest Jons – και παραμένει εκεί μέχρι το 1978, συμμετέχοντας σε όλες τις μεγάλες ηχογραφήσεις των ορχηστρών του Fela Kuti· εκείνων δηλαδή που ανέδειξαν, τότε, το afrobeat σε εθνική μουσική διαμαρτυρίας για τη χώρα, και τώρα σε διαρκή πηγή «dance-ικών» πειραματισμών και γνώσεων, σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Το 1975 ο Tunde Williams, στα διαλλείματα προφανώς της παρουσίας του στην Africa 70 ή Afrika 70, μπαίνει στο στούντιο της Decca στο Lagos, μαζί με όλη την ομήγυρη, και σε παραγωγή του Fela Anikulapo-Kuti (ο οποίος παίζει ακόμη τενόρο και πιάνο) ηχογραφεί ένα άλμπουμ με τ’ όνομά του στο εξώφυλλο. Το “Mr.Big Mouth” [Decca/ Afrodisia DWAPS 2030, επανέκδοση στη Honest Jons/ Afrodisia HJRLP101 το 2004], που θα εκδιδόταν, τελικώς, δύο χρόνια αργότερα (1977), είναι ένα κλασικό afrobeat LP. Και όχι μόνο γιατί είναι φτιαγμένο από τους ανθρώπους που έδωσαν πνοή στο συγκεκριμένο στυλ, όπως τον ντράμερ Tony Allen, τον κονγκέρο Henri Kofi, τον έτερο percussion player Issac Olaleye, τον κιθαρίστα Ogene Kologbo, τον μπασίστα Franco Aboddy – όλοι τους συμμετείχαν, ας πούμε, στο φοβερό “Mr. Follow Follow” του 1975 –, αλλά γιατί περιέχει, πάνω απ’ όλα, καίρια μουσική, όλη συντεθιμένη και ενορχηστρωμένη από τον Tunde Williams.
Κατά τα ειωθότα το LP απαρτίζεται από δύο κομμάτια, καθένα εκ των οποίων καταλαμβάνει μια πλευρά. Το φερώνυμο “Mr. Big Mouth” είναι ένα κλασικό up-tempo afrobeat, με απίθανο παίξιμο, διαστημικές πνευστές γραμμές (Lekan Animashaun, Tunde Williams, Fela Kuti, Ukem Stephen), εξωφρενικά soli, psych όργανο (ποιος να παίζει άραγε; – μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε) και στίχους απόλυτα κοινωνικούς, στην παράδοση δηλαδή των στίχων του Fela. (Η διαφθορά στα υψηλά κλιμάκια της νιγηριανής κοινωνίας. Άνθρωποι που διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα προς ίδιον όφελος). Το δεύτερο κομμάτι έχει τίτλο “The beginning” είναι instrumental και καταλαμβάνει την δεύτερη πλευρά. Πιο αργό από το “Mr. Big Mouth”, mid-tempo να το πούμε, πάλι με άψογο περιγραφικό όργανο, και πνευστή παρουσία ανατριχιαστική.
Τo “Mr. Big Mouth” είναι ένα σπάνιο άλμπουμ. Από το popsike.com μαθαίνουμε πως εμφανίστηκε μία μόνο φορά στο eBay και πως «έφυγε» με περισσότερα από $200. Ευτυχώς, όμως, το επανεξέδωσαν, και μάλιστα σε βινύλιο, οι Εγγλέζοι της Honest Jons το 2004 και γλιτώσαμε…

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

η δίτροχη κουράδα…

Ρίχνοντας μια ματιά στα στατιστικά στοιχεία του blogger διαπίστωσα έναν αριθμό επισκέψεων από ένα ιστολόγιο, που κάτι μου θύμισε.
Το έχει κάποιος «ανώνυμος» (φυσικά), ένας άθλιος που κρύβεται πίσω από τα γνωστά παρατσούκλια, αυτή τη νέα φασίζουσα καπατσοσύνη των αχαρακτήριστων γαμωγραφιάδων, οι οποίοι – σε άλλες εποχές – δεν επρόκειτο να έβλεπαν κείμενό τους δημοσιευμένο, ακόμη κι αν χτύπαγαν τον κώλο τους πάνω, κάτω και πλαγίως. Βρήκαν λοιπόν το δίκτυο (εκεί όπου τα ολίγα άνθη σκεπάζουν, δυστυχώς, τα ιοβόλα φίδια), όλοι αυτοί οι νέοι φωστήρες της εμετογραφίας και του ξεδοντιασμένου ήθους, φόρεσαν την κουκούλα του δωσίλογου και… όποιον πάρει ο χάρος.
Και όλα αυτά γιατί; Επειδή, κατά τον δίτροχο επαναστάτη της κουράδας, έθιξα το εξαπτέρυγό του. Εκείνο που το παίρνει στο κρεββάτι του την ώρα που πάει για ύπνο, το μεταφέρει στην τουαλέτα του εκεί όπου αποπατεί, και αφού το γλύψει καλά-καλά απομυζώντας και το τελευταίο μόριο, είναι έτοιμος πια για την καθημερινή του πράξη.
Τράβα την κουρτίνα ρε. Σε βλέπει ο κόσμος και σε φτύνει.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

o ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ στην Ουκρανία

Ο λόγος που ανασύρω το συγκεκριμένο LP, για το οποίο θα διαβάσετε πιο κάτω, δεν μπορεί να είναι άλλος από την παρουσία σε αυτό τού Αλέξανδρου Χρηστίδη, ενός περκασιονίστα που τον έχει γνωρίσει για τα καλά η ελληνική σκηνή τα τελευταία… 33 χρόνια. Αλλά για να δούμε την ιστορία από την αρχή. (Διαγωνισμός Big Band Ballroom Dance, Κίεβο 1967)
Ο Χρηστίδης, παιδί πολιτικών προσφύγων, γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε μέχρι τα 32 του (το 1978 δηλαδή) σε χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ (Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία, Σοβιετική Ένωση/ Ουζμπεκιστάν, Σοβιετική Ένωση/ Ουκρανία). Βάσει όσων ο ίδιος μου είπε, η επαφή του με την jazz ξεκινά ουσιαστικώς στα 8 του χρόνια, στην Τασκένδη, όταν ακούει στο οικογενειακό ραδιόφωνο dixie και swing από κάποιον μακρινό ραδιοσταθμό (πιθανώς το BBC), ενώ από το 1957, στο Chirchik (κοντά στην Τασκένδη), αρχίζει να μαζεύει 78άρηδες δίσκους ανάλογης μουσικής των «ανατολικών» εταιριών Amiga, Supraphon, Muza, Electrecord, Melodia και Balkanton.
Εκείνο που αποκαλούμε «jazz», πριν το ’50, στην Ανατολική Ευρώπη, δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά ένας τύπος swing, ο οποίος ανακατευόταν με το χορό και το τραγούδι (άρα έχουμε να κάνουμε με μία κλασική dance music), και ο οποίος (τύπος) συν τω χρόνω εξελίχθηκε περισσότερο ορχηστρικά, μα ακόμη και αυτοσχεδιαστικά.
Από το 1961, έως το 1978, εγκατεστημένος στο Κίεβο, ο Αλέξανδρος Χρηστίδης δεν σπουδάζει μόνο Μηχανολόγος στο Πολυτεχνείο της πόλης, αλλά ξεκινά και από άλλο επίπεδο την επαφή του με την jazz, ως ντράμερ και περκασιονίστας, συνεργαζόμενος με διάφορους μουσικούς και εμφανιζόμενος σε φεστιβάλ. Ενδεικτικώς: “Donetsk 100” (1969) με V. Molotkov, A. Gulak, “Youth 71” (Dnepropetrovsk) με V. Molotkov, A. Gulak, “Donetsk 102” (1972) με V. Kolesnikov, A. Babi κ.ά.
Κάπως έτσι έρχεται και η έκδοση του άλμπουμ “Liricheskoe Nastroenie” (Λυρικές διαθέσεις) [π. Σοβιετική Ένωση/ Ουκρανία Melodia 33 C60-09709-10, 1978], στο οποίο εμφανίζονταν οι Vyacheslav Novikov πιάνο, Vladimir Molotkov κιθάρα, μπάσο, Αλέξανδρος Χρηστίδης κρουστά και οι ίδιοι, συν τον Valeri Kolesnikov τρομπέτα, φλούγκελχορν, στη δεύτερη πλευρά.
Οι συνθέσεις – για ένα από τα πρώτα modern jazz LP (αν όχι το πρώτο), που ηχογραφήθηκαν ποτέ στην Ουκρανία – είναι αρκούντως προχωρημένες και (ηλεκτρισμένες), με το bass guitar τού Molotkov να χαράζει βαθιά το δρόμο, τα ντραμιστικά γεμίσματα του Χρηστίδη να συνοδεύουν εντατικώς και βεβαίως με το πιάνο του Novikov, τα πνευστά του Kolesnikov, αλλά και την ηλεκτρική κιθάρα, βασικά, τού Molotkov να περιγράφουν διαθέσεις, που διατηρούν στο σώμα τους ένα υπόγειο groove (ιδίως στην b side). Από αριστερά: V. Kolesnikov, V. Molotkov, V. Novikov, A. Χρηστίδης (Στούντιο Melodiya, 1974;)
Τον Απρίλιο του ’78, ο Αλέξανδρος Χρηστίδης θα έρθει, για μόνιμη εγκατάσταση, στην Ελλάδα, θα συνεργαστεί με το Γ Πρόγραμμα (εποχή Χατζιδάκι), θα εμφανιστεί στη Λιλιπούπολη, στις «Φυλλωσιές» [Lyra, 1982] του Δημήτρη Ζαφειρέλη, πριν ακολουθήσει σιγά-σιγά τη δική του προσωπική διαδρομή, μέσω συνεχών live σε μικρούς και μεγάλους χώρους. Τελευταία φορά, που είδα τ’ όνομά του στη δισκογραφία ήταν στο CD της Δανάης Παναγιωτοπούλου Homo Logotypus [Yafka Records], το 2009.
(Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Αλέκου Χρηστίδη)

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ α(κατα)νόητα κουρέλια…

Ντόρος γίνεται μετά θάνατον για το σκηνοθέτη Νίκο Νικολαΐδη (1939-2007). Αφορμή, η αναφορά-αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στο έργο του, στο διάστημα 26/5-1/6. Για το τι ακριβώς θα γίνει (προβολές, συναυλίες, εκθέσεις κ.λπ.) μπορείτε να ενημερωθείτε από αλλού http://is.gd/4mthbp. Εδώ, άλλο είναι το θέμα μας…
Η δημοσιότητα που έχει δοθεί στο «γεγονός» (σ’ εκείνο που θα συμβεί δηλαδή) είναι ήδη μεγάλη. Διάβασα σε εφημερίδες και σε free press τα σχετικά κείμενα, κυρίως εντυπώσεις ανθρώπων (ηθοποιών, μουσικών κ.ά.), που δούλεψαν και γνώρισαν από κοντά τον Νικολαΐδη (δεν έλειψαν οι υπερβολές και τα κούφια λόγια, κυρίως από συναδέλφους, που δεν τον γνώρισαν…), ενώ και φίλοι εκτός Αθηνών με ρώτησαν πώς θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις, πώς θα προμηθευτούν εισιτήρια, προσκλήσεις και τα συναφή. Όλα ωραία. Όλα καλά. Άλλο είναι το θέμα μας…

Δεν ξέρω – τρόπος του λέγειν – πώς ακριβώς συνδέθηκε το κινηματογραφικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη με το γενικότερο κίνημα της ελληνικής «αντικουλτούρας» (σε εισαγωγικά ο όρος, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, απ’ όσους – και δικαίως – θα μπορούσε να δυσανασχετήσουν με τον χαρακτηρισμό), αλλά έχω την εντύπωση πως αιτία και αφορμή υπήρξε, κατά πρώτον, η ταινία του «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα...» (1979). Το φιλμ το είχα πρωτοδεί στα μέσα του ’80, μια δεύτερη φορά στις αρχές του ’90 και μια τρίτη, μόλις χθες, όταν το παρακολούθησα on line από ’δω http://is.gd/fN97j1. Διαφορετικά «πράγματα» είδα κάθε φορά, αλλά και στις τρεις προβολές υπήρχε μία κοινή παράμετρος, που έβγαινε πάνω από τα επί μέρους, οδηγώντας με να χαρακτηρίσω την ταινία ως «αλλ’ αντ’ άλλων». Δε θα μείνω στα του σεναρίου – αφού τα σενάρια όσων ταινιών του Νικολαΐδη έχω δει (τις πέντε πρώτες Ευρυδίκη ΒΑ-2037, Κουρέλια…, Γλυκιά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος, Singapore Sling) υπήρξαν υποτυπώδη. Δεν θα μείνω στη φωτογραφία, στον τρόπο χειρισμού της κάμερας των ηθοποιών κτλ. – ας πουν γι’ αυτά οι περισσότερο αρμόδιοι –, δεν θα μείνω ούτε στη μουσική (ό,τι κρατώ εν τέλει από τις ταινίες, είναι τα soundtracks του Γιώργου Χατζηνάσιου), αλλά στην ιδεολογική συγκρότηση του φιλμ (στα «Κουρέλια» αναφέρομαι), που για μένα υπήρξε πάντα αφελής, για να μην πω αντιδραστική και ανιστόρητη.

Ένα (δευτερεύον) πρόβλημα που μονίμως αντιμετώπιζα, και που εξακολουθώ ν’ αντιμετωπίζω, σχετίζεται με αυτό που πολλοί (ενίοτε κι εγώ) αποκαλούν «γενιά». Έχω την αίσθηση πως ο καθένας μας μιλάει για τη γενιά του, λες και είναι ο… θεόσταλτος εντεταλμένος εκπρόσωπός της. Ακούμε λοιπόν για τη μετεμφυλιακή γενιά του ’50, για ’κείνη του ’60, που χωρίζεται στις… υπογενιές των «Λαμπράκηδων», των «Κωλόπαιδων» κ.ο.κ., τη γενιά του ’70, που κι αυτή χωρίζεται στις υπογενιές του «Πολυτεχνείου», της «Μεταπολίτευσης» κ.λπ., κ.λπ., γενικώς μια μπούρδα από την οποία σπανίως βγαίνει νόημα. Εμένα, μου αρέσει να μιλάω και να γράφω όχι για τη γενιά μου, που δεν γνωρίζω ακριβώς ποια είναι (μήπως της «Αλλαγής» ή μήπως του «Κλικ»; – μισό λεπτό να φτύσω…), αλλά για μένα τον ίδιον· τον τρόπο που εγώ, άντε κι η παρέα μου, 5-10 άτομα δηλαδή, αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, συζητάμε, συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Έτσι, ακούγοντας τον Νίκο Νικολαΐδη, στη συνέντευξή του (http://is.gd/V7ZBJL) στον Γιάννη Σολδάτο, την 13/4/2003, να λέει πως «τα Κουρέλια είναι μια ταινία πάνω στη γενιά του ’50, μια γενιά η οποία φιμώθηκε στην κυριολεξία» οφείλω να πω πως λίγο έλειψε να μου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι. Για να γλιτώσω παρά τρίχα το εγκεφαλικό, όταν τον άκουσα στη συνέχεια να συμπληρώνει: «Είναι μία γενιά η οποία δεν πίστεψε στην πολιτική. Πίστεψε μόνο στη φιλία, στον έρωτα, στην ανεξάρτητη γνώμη. Και ήταν μια ταινία (σ.σ. τα ‘Κουρέλια…’), η οποία γυρίστηκε σε μια περίοδο έντονης πολιτικοποίησης. Μία ταινία η οποία αρνείται την πολιτική».
Μπορεί, ο Pascal Bruckner να λέει στη «Μελαγχολική Δημοκρατία» [εκδ. Αστάρτη, Αθήνα 1990] πως «είναι δελεαστικό να(…) προτιμά κανείς τη μουσική ή την εικαστική έκσταση από την κακοφωνία των κοινοβουλευτικών συζητήσεων, την ανιδιοτέλεια της αισθητικής απόλαυσης από τη χυδαία χρησιμοθηρία των κομματικών αρχηγών, τη σταθερότητα της ομορφιάς από τη ρευστότητα των κυβερνητικών αποφάσεων, την ευγένεια της πνευματικής ζωής από τα οδυνηρά προβλήματα της ανεργίας των ημερομισθίων και της φτώχειας», αλλά επειδή δεν είναι κυνικός όπως ο Νικολαΐδης συνεχίζει (ο Bruckner) λέγοντας πως «κάθε φορά που η κουλτούρα ξέχασε την πολιτική στο όνομα της αθανασίας της τέχνης καταδικάστηκε να τη δει να επιστρέφει (την πολιτική) σε μια υπέρμετρα υψηλή και κυριαρχική θέση. Κατά συνέπεια, δεν κάνουμε παρά το μισό δρόμο όταν αποκαθιστούμε τη ζωή του πνεύματος, ξεχνώντας ότι οι υποθέσεις της πολιτείας δεν ρυθμίζονται ακολουθώντας μόνο τους κανόνες της αισθητικής». Βλέποντας ξανά τα «Κουρέλια…» χθες, είπα μέσα μου – γιατί δεν μ’ άκουγε κανείς… – πως ο Νικολαΐδης δεν έκανε απλώς μια «μισή» ταινία, έκανε κάτι ελαχιστότατο.

Προσωπικώς, δεν απορώ καθόλου για τη φήμη που απέκτησε το φιλμ μέσα στο κύκλωμα των εν αφασία εγχώριων αντεξουσιαστών (των εν αφασία λέω) και των παρατρεχάμενων ελληνοροκάδων ακροατών. Διαβάστε τι λέει ο Γιάννης Αγγελάκας στην Athens Voice (τεύχος 347, 19-25 Μαΐου 2011) και θα μ’ εννοήσετε: «‘Κουρέλια’ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πάθαμε πλάκα όλοι οι πιτσιρικάδες.(…) Από τότε τον είχαμε τον αγαπημένο μας σκηνοθέτη. Ένας άνθρωπος που μιλούσε άλλη γλώσσα και μακριά από πολιτικούρες, με αίσθημα με μουσική. Είχε πήξει το μυαλό μας με τα εντεχνο-μεταπολιτευτικά. Είχαμε βαρεθεί τη ζωή μας. Ακούγαμε ροκ. Δεν είχαμε δει καμία ελληνική ταινία που να μιλάει για τη δική μας τρέλα». Ειλικρινώς, αδυνατώ να κατανοήσω πως η «τρέλα» ενός νέου ανθρώπου θα μπορούσε να σχετίζεται με τις απαγωγές, τους βιασμούς και τους φόνους – πράξεις στις οποίες επιδίδονται οι πρωταγωνιστές των «Κουρελιών» –, και εν τέλει την αυτοκτονία (του Άλκη)…

Δεν είμαι συντηρητικός θεατής, το κάθε άλλο θα έλεγα. Γουστάρω τα θρίλερ όλων των ειδών και δεν έχω πρόβλημα με τα κινηματογραφημένα εγκλήματα, ούτε με τους βιασμούς και τις αυτοκτονίες, όταν αιτιολογούνται μέσα από μία σεναριακή πλοκή, που κάπου θα καταλήξει. Όταν όμως οι βιασμοί και τα εγκλήματα συνδέονται με το rock n’ roll (το σάουντρακ της ταινίας, περαιτέρω, είναι πλημμυρισμένο από fifties κομμάτια, που είχε διαλέξει ο γνωστός «δισκάς» των Εξαρχείων Άρης Μπέλλης), έτσι επειδή το θέλει ο Νικολαΐδης, προκειμένου να ικανοποιήσει το… αντι-εξουσιαστικό και το α-πολιτικό του πνεύμα, τότε εγώ θ’ αναγκαστώ να μιλήσω για μία δημαγωγική πρακτική, η οποία ενοχοποιεί βλακωδώς όχι μόνον ολόκληρη τη «γενιά του ’50», αλλά και το ίδιο το rock n’ roll. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, εκείνη που ενοχοποιείται είναι η παρέα του Νικολαΐδη (ενδεχομένως κάποιοι από τους πρώτους «ροκεντρολάδες» του Green Park, του Top Hat και των… φλιπερακίων) και όχι συλλήβδην η «γενιά του ’50»· οι 20άρηδες ας πούμε της εποχής, που αγωνίζονταν να επιβιώσουν μέσα στο, ολέθρια βίαιο, αστυνομικό κράτος και παρακράτος της πρώτης «καραμανλικής» 8ετίας. Κάποιοι τους ταυτίζουν. Πρόβλημά τους.

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

INGFRIED HOFFMANN top euro hammond

Πριν πολλά χρόνια, περισσότερα από είκοσι, την εποχή που άκουγα πολύ jazz-rock και γούσταρα ορισμένα άλμπουμ (ένα-δύο ή μάλλον ένα) των Γερμανών Passport είχε πέσει στα χέρια μου μία φθηνιάρικη έκδοση LP του σαξοφωνίστα του γκρουπ Klaus Doldinger. Ήταν στην low-budget σειρά “Attention!” της Fontana [6434 245, άνευ χρονιάς] – στην ίδια σειρά θα μπορούσε να βρει κανείς άλμπουμ του Jimi Hendrix, των Yardbirds, των Animals κ.ά. – συλλογές της πλάκας δηλαδή, οι οποίες περιείχαν όμως εγνωσμένης αξίας θέματα. Είχα αγοράσει το άλμπουμ εξαιτίας του Doldinger, που τον γνώριζα από τους Passport, αλλά και γιατί δεν είχα ακούσει, ακόμη τότε, παλαιές δικές του εγγραφές από τα μέσα των sixties. Πώς να ηχούσε άραγε εκείνη την εποχή; Πιο κοντά στο… rock ή την jazz; Άξιζε ν’ ακούσω. Και άκουσα. Κι έπαθα πλάκα. Όχι μόνο από τα εντελώς τριπαριστά του σόλι στο σοπράνο και το τενόρο, ούτε μόνο από την πάντα in fashion προσέγγισή του, αλλά και από το... ολέθριο hammond κάποιου τύπου, για τον οποίον δεν αναγραφόταν κουβέντα στο εξώφυλλο. Είπαμε περί συλλογής της πλάκας επρόκειτο, αλλά όχι κι έτσι…
(από το cover της έκδοσης της Sonorama “Soul Club”, το 2005)
Χρόνια αργότερα, με αφορμή το κλασικό πια βρετανικό σιντάκι “The Thriller Memorandum” [rpm 173, 1996], έμαθα πως ο οργανίστας εκείνος, που έπαιζε jazz σόλι στο hammond όπως ελάχιστοι άλλοι Ευρωπαίοι το 1965 λεγόταν Ingfried Hoffmann, ήταν βασικό στέλεχος του κουαρτέτου του Klaus Doldinger και πως στην πατρίδα του έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, όντας συνθέτης, ενορχηστρωτής και μουσικός παραγωγός κυρίως τηλεοπτικών προγραμμάτων. Τσέκαρα τ’ όνομά του και στην πορεία, τα μετέπειτα χρόνια δηλαδή, μπόρεσα να βρω κάποιαν άκρη με τη δισκογραφική του διαδρομή, η οποία, έχει, όπως θα διαπιστώσετε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Γεννημένος το 1935 στο Στετίνο (πόλη, που ανήκει σήμερα στην Πολωνία) ο Ingfried Hoffmann έκανε «όνομα» στις αρχές των sixties, όντας μέσα στο κουαρτέτο του Klaus Doldinger, ενός από τα πιο αναγνωρισμένα γκρουπ της modern jazz στην τότε Δυτική Γερμανία (συμπλήρωναν οι Helmut Kandelberger μπάσο και Klaus Weiss ντραμς), το οποίον έβλεπε τους δίσκους του να κυκλοφορούν με επιτυχία όχι μόνο στην πατρίδα του, αλλά και πέραν του Ατλαντικού. Ένας από τους πρώτους ήταν το “Bossa Nova + Afro Cuban” [Philips, 1962], αλλά εκείνο που έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν το “Jazz Made in Germany” [Philips, 1963], το οποίο είχε βγει και στην Αμερική από την Mercury ως “Dig Doldinger” [Philips] την ίδια χρονιά. Ακούγοντας θέματα όπως το “Stars fell on Alabama” ή το “Bluesy toosy” αντιλαμβάνεσαι έναν ήχο κοντά σ’ εκείνον της Blue Note, που είχε πολλά να πει. Φυσικά, η συνεργασία Doldinger/ Hoffmann δε θα σταματούσε εκεί…
Το 1965, με την παρότρυνση και στήριξη του Goethe Institut, το κουαρτέτο ξεκινά για ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική, πραγματοποιώντας σε όλη την ήπειρο 37 συναυλίες. Επιστρέφοντας στη Δυτική Γερμανία και με την προσθήκη του ούγγρου κιθαρίστα Atilla Zoller ηχογραφεί το πολύ ωραίο “Doldinger in Sud Amerika” [Philips, 1965], ένα κόσμημα της latin-jazz, το οποίον, εκ των υστέρων, το λάτρεψαν σφόδρα κι οι DJs. Παραδοσιακό (“Negra sin sandalia”), επώνυμο (“Insensatez” του Jobim, “Malaguena” του Lecuona) και πρωτότυπο υλικό (“Viva Brasilia” του Doldinger) δημιουργούν μία τέλεια βάση, για να πατήσει το αγέρωχο παίξιμο των… κρύων Γερμανών. Μόνο και μόνο για το hammond του Ingfried Hoffmann στο “Negra…” αξίζει κάποιος να ψάξει, να βρει και ν’ ακούσει αυτό το άλμπουμ, το οποίον κυκλοφορεί και σε CD. (Λογικώς, όλο και από κάπου θα κατεβαίνει).
Ακόμη καλύτερο όμως, για τα δικά μου γούστα, ήταν το “Goes On” [Philips, 1967], ένα groovy διαμάντι που βγήκε κάτω από το επώνυμο του Doldinger και στο οποίο συναντούσες εκτός του ιδίου, του Hoffmann και του Kandlberger, τους Peter Trunk μπάσο, Volker Kriegel κιθάρες, Fats Sadi κρουστά και Cees See ντραμς. Θέματα όπως τα “Shakin’ the blues” και “Five for you” θα μπορούσε να είχαν γράψει ιστορία. Δεν έγραψαν όμως…
Μία άλλη κατεύθυνση της… ομαδικής διαδρομής του Hoffmann, πριν περάσω στην πιο προσωπική του, είναι εκείνη της συνεργασίας του με τον βέλγο κιθαρίστα Rene Thomas (1927-1975), ένα θρυλικό – γιατί όχι; – όνομα της euro-jazz, τον καλύτερο μαθητή του Django Reinhardt. Το ένα τουλάχιστον άλμπουμ που προέκυψε (οι Kandleberger και Weiss συμπλήρωναν το κουαρτέτο) είχε τίτλο “Hammond Tales” [Philips] και προερχόταν μάλλον από το 1963. Δεν το έχω ακούσει για να πω κάτι παραπάνω· αν και νομίζω πως κυκλοφορεί, και αυτό, σε CD.Μετά το 1965, όταν στη Δυτική Γερμανία άρχιζε να αναπτύσσεται η πιο «βαρβάτη» improv-jazz σκηνή ο Hoffmann κάνει την επιλογή του. Δείχνει πως τον ενδιαφέρει περισσότερο η «εφηρμοσμένη» διάσταση της jazz και μάλιστα, όχι σπανίως, εκείνη που συνδεόταν με τους άρτι αναπτυσσόμενους ευρωπαϊκούς pop μύθους – κι ένας τέτοιος «μύθος» ήταν φυσικά εκείνος του James Bond. Το 1966 ηχογραφεί μάλιστα ένα άλμπουμ, που και μόνον ως ιδέα ήταν μπροστά από την εποχή του. Ο τίτλος του στη Δυτική Γερμανία ήταν “From Twen with Love” [Philips/ Twen 843 779 PY, 1966], ενώ την επόμενη χρονιά (1967), όταν κυκλοφόρησε στη Μεγάλη Βρετανία βρήκε τον τίτλο που του άρμοζε περισσότερο. “Soul Bond” [Polydor 583015, 1967]. Τι ήταν το “Soul Bond”; Μία groovy περιπλάνηση σε μουσικές που εμπνεύστηκε ο Hoffmann από τα μέχρι τότε «τζεϊμσ-μποντικά» φιλμ – οι τίτλοι “James only lives twice”, “Yeah, Dr.No”, “007 Bond Street”, “Vabanque at Casino Royale” φανερώνουν για το τι ακριβώς συζητάμε – συν κάποιες διασκευές σε original συνθέσεις του John Barry (“Thunderball”, “Goldfinger”, “From Russia with love”). Το άκουσμα είναι... σχεδόν εντυπωσιακό. Θέματα όπως το “Sharp sharks” φερ’ ειπείν, δείχνουν πόσο μπροστά βρισκόταν ο άνθρωπος, κυρίως σε σχέση με το πώς θα συνδεόταν η jazz με την pop κουλτούρα της εποχής του, αποκτώντας ένα αλλιώτικο status. Το γκρουπ, πέραν του Hoffmann που έπαιζε hammond φυσικά, το αποτελούσαν οι Pierre Cavalli κιθάρα, Volker Kriegel κιθάρα, Peter Trunk μπάσο και Rafi Luderitz ντραμς. (To “Soul Bond” τυπώθηκε και σε CD, πριν κάποιο καιρό, ως “Hammond Bond”.)Πριν 7-8 χρόνια ψάχνοντας στον Τζάμπα, στο Μοναστηράκι, μία παρτίδα με μερικές εκατοντάδες LP κλασικής μουσικής, είχα βρει ανάμεσα και 5-6 δισκάκια, που προσέγγιζαν το κλασικό ύφος από άλλους δρόμους και τα οποία δεν ήταν από ’κείνα, που όλοι φανταζόμαστε (του Waldo de los Rios ας πούμε και τα συναφή). Θυμάμαι το “Vivat Vivaldi” [CBS, 1970] του ολλανδού φλαουτίστα Chris Hinze, το “Variations In Classics” [Supraphon, 1975] της τσεχοσλοβακικής Josef Vobruba Orchestra και κυρίως το “Swinging Bach-Organ” [GER. Polydor 249 322, 1969] του Ingfried Hoffmann.
Το 1969 ο Hoffmann, ως ένας οργανίστας που σεβόταν την τέχνη του, «τζαζοποιεί» τον Bach. Το “Swinging Bach-Organ” είναι μία ενδιαφέρουσα «στρογγυλεμένη» άποψη κλασικών συνθέσεων τού Κάντορα (“Toccata und Fuga”, “Italienisches Konzert 1,2,3”, “Praeludium und Fuga I, II”) άψογα ενταγμένων στο fusion κλίμα της περιόδου. Το ότι, εν τέλει, είχαν αγαπήσει το άλμπουμ περισσότερο οι φίλοι της κλασικής και λιγότερο οι τζαζόφιλοι, ίσως σήμαινε κάτι…Το 1969 όμως ήταν κι η χρονιά του “Soul Club” [Sunset SLS 50 059 Z], του άλμπουμ που έφερε ξανά στο προσκήνιο (ως reissue) τον γερμανό οργανίστα. Πρωτοκυκλοφορημένο για την Sunset, το φθηνιάρικο label της Liberty, υπογραφόταν από ένα περιστασιακό γκρουπ τους Memphis Black (εντελώς προκάτ τα ονόματα, καθότι τέτοιου τύπου άλμπουμ, που κόβονταν κατά εκατοντάδες στην τότε Δυτική Γερμανία, όφειλαν να μην μπερδεύουν τους καταναλωτές, οι οποίοι έπρεπε αμέσως να πληροφορούνται τι ακριβώς αγόραζαν) leader του οποίου ήταν φυσικά ο Hoffmann. Παρότι η παραγωγή ήταν εκείνο που λέμε low-budget, εντούτοις ήταν πολύ προσεγμένη (ελέω Siegfried E. Loch, το σημερινό αφεντικό της ACT), βγάζοντας ένα καταπληκτικό groovy Stax αίσθημα. Οι συνθέσεις, αν και ήταν μοιρασμένες ανάμεσα σε πρωτότυπες του Hoffmann και αμερικανικές (“Stagger Lee”, “Hey Joe”, “Soul man” του Isaac Hays, “I’m a midnight mover” των Pickett/ Womack…), εμφάνιζαν μία εντυπωσιακή ενότητα, λες και ήταν όλες φτιαγμένες από το ίδιο πρόσωπο. Θα έλεγα δε πως το υλικό του γερμανού μουσικού, με κορυφαία στιγμή το slow “Sister Aretha”, ήταν «άλλο πράγμα», αν και πάντα θα θυμάμαι το “Hang ’em high” του Dominic Frontiere, lead track στο CD του Jazz & Tzaz “Groovy Therapy”, που είχα επιμεληθεί τον Αύγουστο του ’07. Η δουλειά της Sonorama [C-10], ως συνήθως άψογη, τόσο στο βινύλιο όσο και στο CD, έκανε το 2005 ευρύτερα γνωστό ένα… σπάνιο groovy άλμπουμ. Να πω, μόνον, πως κάτω από το όνομα Memphis Black ο Hoffmann έκανε τουλάχιστον ένα ακόμη LP, το “Soul Cowboy” [GER. United Artists UAS 29 070 I], πάντα σε παραγωγή του Loch, το οποίον όμως, κάποτε, μου είχε φανεί κατώτερο. (Το είχα ακούσει πριν χρόνια, βιαστικά, στο δισκάδικο του Φώτη, στα Εξάρχεια και το απέρριψα). Υπάρχουν, όπως φαντάζεστε, κι άλλα άλμπουμ στα οποία συμμετέχει ο Hoffmann. Ένα απ’ αυτά κάποτε το κυνηγούσα, αν και μετά το παράτησα· και, τελικώς, ακόμη και σήμερα, δεν το έχω ακούσει. Είναι το “R. K. Sextet” [GER. Intercord 712-08 U] του… Rolf Kuhn Sextet, για το οποίο νομίζω πως θα έχει «θαύμα γεύση»…Μπαίνοντας στα seventies η μουσική βιομηχανία αλλάζει προσανατολισμό. Τουλάχιστον κάποιοι μουσικοί, που είχαν κάνει ήδη τις επιλογές τους, έπρεπε ν’ ακολουθήσουν τα νέα δεδομένα, έτσι όπως εκείνα επικαθορίζονταν από την τηλεόραση κυρίως, αλλά και από τον κινηματογράφο, προσαρμόζοντας τη δουλειά τους στις νέες απαιτήσεις. Ο Hoffmann μπήκε σ’ αυτό το λούκι, «έπαιξε» με την TV, τα cine-scores και τις πάσης φύσεως παραγωγές, παραμένοντας σ’ αυτό το χώρο έως και σήμερα. Κορυφαία στιγμή σ’ αυτή τη φάση της καριέρας του θεωρείται το TV-soundtrack “Robbi, Tobbi und das Fliewatuut” από το 1972, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο 30 χρόνια αργότερα (2002) από την Diggler Records [DIG005LP]. Βασικά, επρόκειτο για μία παιδική σειρά της WDR, με πρωταγωνιστές κούκλες. Ο Robbi ήταν το ρομπότ, ο Tobbi το αγοράκι και Fliewatuut το φουτουριστικό όχημα, που μπορούσε να κινηθεί εξ ίσου καλά σε στεριά, θάλασσα και αέρα. Το σενάριο πλεκόταν γύρω από περιπέτειες και των… τριών, που διαδραματίζονταν κάπου στον Βόρειο Πόλο. Ο Hoffmann, αν και είχε εμπρός του ένα παιδικό σενάριο δε θέλησε να κινηθεί στα γνωστά μοτίβο των μουσικών για παιδιά. Αποφάσισε να συνθέσει ένα άλλου τύπου score, με στοιχεία jazz, rock, soul και ελαφρώς classic, εντάσσοντάς το μέσα σε μιαν ευρύτερη παιγνιδιάρικη ατμόσφαιρα. Τρεις ήταν οι βασικοί ενορχηστρωτικοί πυλώνες επί των οποίων στηρίχθηκε ο Γερμανός. Το horn section της ορχήστρας του Kurt Edelhagen, τα strings της Gurzenich Orchestra και το δικό του σχήμα, οι Steel Organ, που αποτελούνταν από τους Helmut Kandlberger μπάσο, Garcia Morales ντραμς και Phillip Catherine κιθάρες (ο ίδιος χειριζόταν όργανο φυσικά). Όλο το soundtrack είναι απίστευτα γοητευτικό, το φερώνυμο θέμα όμως είναι μια τζαζροκιά που σκίζει. (Καλοδεχούμενο το remix των Frank Popp Ensemble – υπάρχει στον ίδιο δίσκο –, αν και πάντα διερωτόμουν τι περισσότερο προσφέρει).

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ το άθλιο χθες ως αθλιότερο τώρα…

Ένα ελεύθερο κείμενο γραμμένο πριν 45 χρόνια και δημοσιευμένο στο περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά (τεύχος 8, Αύγουστος 1966). Συντάκτης του ο Ρένος Αποστολίδης (1924-2004). Αν και δεν συμφωνώ απολύτως με όλα τα γραφόμενα – συμφωνώ πάντως με την πλειονότητά τους – συγκινούμαι, πραγματικά το λέω, με το θάρρος γνώμης και την ευστοχία των απόψεων του συγγραφέα, απολύτως εναρμονισμένες (οποία δυστυχία) με τα σημερινά μας χάλια.Συζητήσανε οι Κηφήνες μας το «Ενιαίο Μισθολόγιο» – που κοντεύει, με το ράβε-ξήλωνε των ρουσφετιών και των υποδουλώσεών τους προς τάξεις ολάκερες εκβιαστών, να γίνη τόσο «ενιαίο» όσο εμείς κινέζοι – και στο μεταξύ κανείς δεν προσέχει, δεν φωνάζει, δυο-τρεις αληθειούλες, που ξετρυπώνουν και σφυρίζουνε αληθινώτατες! Λογουχάρη:
1. Πως όχι με το «νέο» – το τάχα «ενιαίο»! – παρά με το παλιό ήδη – κι ανεπαρκέστατο – μισθολόγιο, τα 49% των δημοσίων εσόδων πάνε σε μισθούς και συντάξεις δημοσίων υπλλήλων! Κι αν γίνη νόμος, κ’ εφαρμοστή το «νέο» – το «ενιαίο», και «δικαιότερο» τάχα – θα φτάσουμε (το 1972) στα 55%! Βάλτε κι άλλο ένα 10-15% για μισθούς «εκτάκτων», «επί συμβάσει», «ημερομισθίων», «ημετέρων» και τα ρέστα, κ’ έχετε αμέσως την τρομερή καρκινωματική διάσταση αυτού που λέγεται κράτος και ρουφάει αδηφάγο το αίμα μας: Τα δύο τρίτα όσων αφαιμάσσει το Τέρας, από ’ναν ολάκερο Λαό – «υπέρ της κοινής ωφελείας» τάχα – τα τρώει το ίδιο!
Όχι μεταφορικά, πραγματικά Μινώταυρος!
Κι ωστόσο κανείς εδωμέσα δε λέει, χρόνια τώρα, το μόνο τίμιο για τον όλο Τόπο και το κοινό πρόβλημά του. Ότι:
2. Μόνο το 1/10 των διοικητικών υπαλλήλων χρειάζονται – και οι ρέστοι να παν στα σπίτια τους! Να πάρουν σύνταξη, ό,τι πρέπει· ή να τους δοθούν όποιες επιχειρηματικές διευκολύνσεις κριθούν επαρκείς – αντί συντάξεων μεγάλων, που δεν μπορούν να τους δοθούν, γιατ’ είναι πάντως φτωχός ο Τόπος – αλλά να πάνε σπίτια τους! Και συναφώς:
3. Να καταργηθούν και καμμιά εικοσαριά υπουργεία-υφυπουργεία κηφηναριά, για να δούμε θεού πρόσωπο εδώ, περ’ απ’ τα χαρτιά των «χαρτανθρώπων» – τα μουτζαλωμένα, διαρκώς, για προσχηματισμό της τεμπελιάς και της κενότητάς τους – που μας πνίξανε!
4. Αν ο Τόπος χρειάζεται κάποιους, αυτοί δεν είναι ψευτοδιοικητικοί γραφιάδες της λίθινης εποχής και του αραμπά. Ούτε είναι τεμπέληδες και ρουσφετοδιωρισμένοι φαρισαίοι του συν τη παρούση αλληλογραφία διαβιβάζομεν δια τα καθ’ υμάς, που πασσέρνουν διαρκώς ο ένας στον άλλον, οι ασυνείδητοι, ό,τι απαιτεί έργο και αντιμετώπιση ουσιαστική εδωμέσα! Χρειάζονται δάσκαλοι πρώτα, και πάλι δάσκαλοι, κι όλων των ειδών οι δάσκαλοι – κι όχι αυτοί της παρακμής! Και τεχνικοί, και πάλι τεχνικοί, και μέσοι – πρωτίστως – τεχνικοί, αλλ’ όχι αυτοί οι εκβιαστές, οι θρασύτατοι κι αλαζωνικότατοι, που χρόνια τώρα μαστίζουν τη Χώρα, με τις τελείως πέραν των δυνατοτήτων της («δίκαιες», ίσως, γι’ αυτούς, μα άδικες γι’ αυτήν, και για όλους τους άλλους του Λαού της) απαιτήσεις τους! Και χρειάζονται τεχνίτες – άσσοι τεχνίτες, σαΐνια τεχνίτες, με συνείδηση ποιότητος τεχνίτες – όχι τούτοι οι μαστροχαλαστήδες, οι εκβιαστές επίσης του συνόλου, που τα φορτώσαν όλα στο πέτο, εν ονόματι «Δημοκρατίας» τώρα-τώρα, και τάχα «ιδεολογίας»!(…)
Κι ακούμε λοιπόν, πως 400.000 δημόσιοι υπάλληλοι της Ψωροκώσταινας – προφανώς με ισχυρή την αίσθηση πως: «όσο για το χρέος τους, το εκτελούν ευσυνειδότατα!» – απεργούν, γιατί οι άλλοι κηφήνες, στο Κυνοβούλιο, δεν τους ψηφίζουν όχι τον αποδεκατισμό και την αποστολή στο σπίτι τους των εννιά δεκάτων, αλλά το «ενιαίο μισθολόγιο» λέει! Το «ενιαίο», που ξέρουν οι ίδιοι πόσο διόλου «ενιαίο» είναι· που οι ίδιοι άλλωστε το εκβιάζουν – κατά μέρη – να μην είν’ ενιαίο, ενώ συνάμα φωνάζουν «να είναι!», κ’ ενώ οι μεν «διαγράφουν» τους δε από τις «τάξεις» των υπαλλήλων – πώς τους διαγράφουν; δεν είναι πράγματι υπάλληλοι; αμπελοχώραφο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. ειν’ η «δημοσιοϋπαλληλία»; – και τάξεις ολόκληρες πια κατ’ άλλων τάξεων της διαλυόμενης αυτής «κοινωνίας» φέρονται και αντιφέρονται, βρίζονται και αντιβρίζονται, καπηλικώτατα, λοιδορούν η μια της άλλης το κοινωνικό ή επαγγελματικό λειτούργημα, παιδεύουν έτσι υπέροχα τους νέους, τους κατώτερους, τους σκοτεινούς, τους ωργισμένους, τους αμόρφωτους, και κρατάει ο καθένας ένα λουρίδι σάπιο του Πτώματος, και το τραβάει όσο παίρνει!
Ε, το σάπιο λουρίδι θα τους μείνει ολονών!
Και ο αναρχικός μεν χαίρεται γι’ αυτό το κατάντημα – γιατ’ ειν’ η συνέπεια των κρίσεων και των προβλέψεών του ακριβώς, η πλήρης, που βεβαιώνεται απ’ τα πράγματα τόσο σύντομα – μα και κλαίει ο πατριώτης (είναι κι αναρχικοί πατριώτες, κ΄οι πατριώτες όλοι κοντεύουν πια λυσσαλέοι αναρχικοί), κλαίει για τον Τόπο, και για όλους του – για όλους μας!
Έπρεπε ο λαός αυτός, ο ανώνυμος, με ανώνυμη πατριωτική συνείδηση νάβρισκε κάποτε το σθένος να τιμωρήση όχι μόνο τους κηφήνες του στο Κυνοβούλιο – με μαύρο για όλους τους: καθολική αποχή του απ’ τις βρωμοκάλπες τους (πολλών εκλογών μάλιστα απανωτά!) – αλλά και πολλές εκβιαστικώτατες επαγγελματικές τους τάξεις ν’ αρχίση να τιμωρή, κάνοντας – όταν τέλειωνε κάθε κυνική απεργία – μια καθολικήν ανταπεργία των πολιτών! Να δουν οι λεωφοριούχοι μάσες τότε! Και να δουν κ’ οι εισπράκτορες κ’ οι οδηγοί! Και να δουν κ’ φουρνάρηδες! Και να δουν κ’ οι θρασύτατοι ταξιτζήδες! Κ’ οι τηλεφωνήτριες που λιποθυμάνε – κι ο ανάλγητα εκμεταλλευτής Ο.Τ.Ε., αποπάνω, που τις κάνει να λιποθυμάνε! Να γίνη, εντέλει, μια Βουδαπέστη εδώ – έτσι που πάμε! – και να μας πήτε τότε, να πούμε όλοι σε όλους τότε, τι χαμπού και που τραβάμε!
Υστερίζουμε κατά της «απειλής Δικτατορίας».
Αλλά δε βλέπετε, πολίτες, πως εμείς οι ανόητοι – κ’ οι απάνω κ’ οι κάτω – σχεδιάζουμε, γεννούμε, τρανεύουμε καταπάνω μας τα Όρνεα της Σήψεως;

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

η ACID JAZZ… στα mid sixties

Πέρυσι η Acid Jazz έδωσε δύο 7ιντσα EP, που, σίγουρα, θα είχαν πολλά να πουν στους φίλους τού mod/ r&b ήχου των βρετανικών sixties. Τ’ άκουσα (και τα ευχαριστήθηκα) προσφάτως…Η πρώτη έκδοση είναι από ’κείνες που θα περάσουν στην Ιστορία. Αναφέρομαι φυσικά στην κυκλοφορία ενός εκ των σπανιοτέρων EP του british r&b (δεν το έχω δει ποτέ να πωλείται), του 4 tracks extended των Muleskinners που είχε κυκλοφορήσει σε ελάχιστες κόπιες – το 1964; – και χωρίς την άδειά τους, σε κάποιο Keepoint label. Το δισκάκι περιλαμβάνει τα δύο κομμάτια του κανονικού τους single “Back door man/ Need your lovin’” [Fontana, 1965], αμφότερα στην side A, καθώς και τα “Why don’t you write back to me?” (δικό τους) και “Untie me” (του Joe South). Για να τα δούμε όμως ένα-ένα, όπως καταγράφονται στην Acid Jazz έκδοση.
To “Need your lovin’”, ένα r&b/rockabilly των Ronnie Hawkins and The Hawks από το 1959, γίνεται στα χέρια των Muleskinners δυναμίτης. Δεν είναι μόνον ότι το αγριεύουν και το επιταχύνουν, αλλά ρίχνοντας και τη φυσαρμόνικα ανάμεσα το κάνουν τελείως freakbeat. Και όπως αντιλαμβάνεστε, αφού συνόδευαν τον Howlin’ Wolf σε κάποιες από τις εμφανίσεις του στο Λονδίνο, όπως διαβάζω στο back cover του EP, δεν θα είχαν ουδένα πρόβλημα στο να εκτελέσουν και το “Backdoor man”, με τη τέχνη και τη δύναμη των… Yardbirds (για να ξέρουμε, γιατί συζητάμε). Το “Why don’t you write back to me?” είναι ένα κλασικό british r&b με ωραία ερμηνεία από τον Terry Brennan (πριν στους Roosters μαζί με τον Eric Clapton) και άψογα παιξίματα σε πλήκτρα και κιθάρες (εδώ ο Ian McLagan, αργότερα στους Small Faces – βγάζει ακόμη δίσκους). Το “Untie me” του Joe South, που είναι φοβερό τραγούδι και που το έλεγαν και οι Manfred Mann στην Αγγλία την ίδιαν εποχή (1964) αντιμετωπίζεται και από τους Muleskinners με την πρέπουσα… μεγαλοπρέπεια. Η ηχογράφηση μπορεί να «μπάζει» λίγο, λόγω Keepoint, όμως τα vibes δεν κρύβονται.Οι Richard Kent Style είχαν για έδρα τους το Manchester. Υπήρξαν δε, στα χρόνια που βρίσκονταν εν ζωή (1966-1969), μία από τις top attractions στα clubs της πόλης, παίζοντας, ας πούμε, μαζί με τους Creation και δημιουργώντας το δικό τους soul mod σκηνικό. Πρόλαβαν, μάλιστα, και ηχογράφησαν πέντε 45άρια, τα οποία, όποτε σκάσουν μύτη, ξετινάζονται στο eBay. Πέρυσι, λοιπόν, η Acid Jazz τύπωσε σ’ ένα 7ιντσο EP υπό τον τίτλο “In Style with The Richard Kent Style” τέσσερα τραγούδια τους· το τρίτο τους 45άρι από το 1967 στην Columbia με τα κομμάτια “Marching off to war/ I’m out”, την εκδοχή τους στο “Just a little misunderstanding” των Contours, που υπήρχε και στη συλλογή “Rare Mod, Volume 2”, καθώς και το ανέκδοτο “You can’t keep a man without love”. Έχοντας στη σύνθεσή τους τρομπόνι, τρομπέτα (Harvey Starr), σαξόφωνα (Austin Verner) και ακόμη μία τρομπέτα (Ron Smith), οι Richard Kent Style ήξεραν να σκορπούν soul ρίγη στο κοινό τους, είτε διασκεύαζαν, είτε πρωτοτυπούσαν. Προκρίνω το “Just a little misunderstanding” για την «mod-άδικη» χορευτικότητά του.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

ELECTRO ΣΜΗΝΗ…

Οι ηχογραφημένοι ήχοι εντόμων έχουν μακρά πορεία στην ιστορία της δισκογραφίας. Ήδη από τη δεκαετία του ’50 είχε δοθεί στην κυκλοφορία άλμπουμ με τον τίτλο “The Songs of Insects” [USA. The Cornell Laboratory Of Ornithology CH 1085], ενώ το 1960 η Folkways είχε κυκλοφορήσει το δικό της “Sounds of Insects” [FX 6178], με επιτόπιες εγγραφές… εντόμων από τον Albro T. Gaul. Οι ήχοι εντόμων, ένα από τα διαχρονικά συστατικά της concrete music, ανακαλύπτονται από καιρού εις καιρόν από μεταπράτες/ μουσικούς, μα ακόμη και από DJs, οι οποίοι επιθυμούν να ενετάξουν στα sets τους, το παράξενο και το απροσδόκητο.Το άλμπουμ “Insect” [πτώματα κάτω από το κρεββάτι, 2010], που έχω στα χέρια μου, εντάσσεται απολύτως σ’ αυτήν την κατηγορία. Είναι ηχογραφημένο από τον Dave Phillips σε δάση και βιoτόπους της Ταϊλάνδης το 2001, κι είχε πρωτοεκδοθεί σε CD-R 50 αντιτύπων δύο χρόνια αργότερα. Πέρυσι, εκείνο το CD-R επανατυπώθηκε σε βινύλιο (200 αντίτυπα) από το ελληνικό label πτώματα κάτω από το κρεββάτι(!), δίνοντάς μας, έτσι, την ευκαιρία να το ακούσουμε (αλλιώς). Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως οι ήχοι των εντόμων (οι οποίοι εδώ εμφανίζονται, χωρίς κάποιο χονδροειδές μανιπουλάρισμα, που ν’ αλλοιώνει τη χρωματική ουσία τους) γειτνιάζουν ηχητικώς με… ηλεκτρακουστικές καταστάσεις. Αν δεν ξέρεις, δυσκολεύεσαι να καταλάβεις… Υπάρχει ένα κοντίνουο, που μπορεί να οφείλεται σε τζιτζίκια π.χ. (ή κάτι αντίστοιχο) και από ’κει και πέρα μία συμπτωματική εισβολή διαφορετικών εντόμων, από διαφορετικές διευθύνσεις, τα οποία προσθέτουν και αφαιρούν, πολλαπλασιάζοντας τον ηχοχρωματικό καμβά. Το αποτέλεσμα, στις πιο βαθιές χαράξεις του βινυλίου (ιδίως μετά τη μέση της δεύτερης πλευράς), έχει μία «αφύσικη» δυναμική – λες και ακούς συμπυκνωμένα «μπλακεντέκερ» –, την επίδραση της οποίας αντιλαμβάνεσαι, μόλις η βελόνα ακουμπήσει στο dead wax.
Επαφή: www.noise-below.org
Το “Gravity @ half speed/ A sunburned grotto” [absurd/ πτώματα κάτω από το κρεββάτι, 2010] είναι ένα split 7ιντσο, που παίζει στις 33 και 1/3 στροφές, ένα παράξενο δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δύο πειραματιστές. Στο “A sunburned grotto” ο Howard Stelzer παίρνει «κομμάτια» από μία προηγούμενη συνεργασία του με τον Frans de Waard (το CD-R “Torn Tongue”), ένα «ίσο» κατασκευασμένο από φωνές, ταινίες και μανιπουλαρισμένους ήχους, πάνω στο οποίο επιπροσθέτει το “Gravity @ half speed”. Το υλικό είναι ηχογραφημένο στο Cambridge της Μασαχουσέτης (μέσα σε μία βάρκα και στο αυτοκίνητο του συνθέτη). Από την άλλη, στο “Gravity @ half speed” o Frans de Waard επιχειρεί μία ανακατασκευή του υλικού τού Stelzer, τη βοηθεία ενός 4-track αναλογικού κασετοφώνου, σε μία κάπως χαμηλότερη στάθμη. Το αποτέλεσμα είναι μία fuzzy βάση θορύβου, επί της οποίας εναποθέτονται βόμβοι, ξυσίματα και διαφυγές (rec. στο Geluidwerkplaats extrapool της ολλανδικής πόλης Nijmegen).
Έχοντας ως βασικό ηχητικό μενού επιτόπιες ηχογραφήσεις, τις οποίες πραγματοποίησε στο γαλλικό χωριό Fitou (8-9/2009) και στα γαελικά νησιά Barra, δυτικώς της Σκωτίας (9-10/2009), ο Daniel Alexander Hignell, ετοιμάζει στο “Soundscape Study 001” [Triple Bath, 2010] μία, ή μάλλον δύο ηλεκτρακουστικές κατασκευές, επιχειρώντας να αναπαραστήσει ηχητικώς ένα σύμπλεγμα ζωής, και βεβαίως προσωπικών συναισθημάτων, τα οποία (συναισθήματα) άπτονται των απομακρυσμένων τόπων. Υπάρχει δηλαδή το μυστικό στοιχείο, η λεγόμενη «δύναμη της φύσης», οι φωνές των ανθρώπων, τα ξεχασμένα άσματα, που μεταφέρονται μόνο μέσω του αέρα, ένα «αγγελοπουλικό» (αν μου επιτρέπεται η έκφραση) σύμπαν, που επιζητεί το αφηρημένο μιας μουσικής πλατφόρμας (τα πάντα είναι μουσική), για να υπάρξει. Ιδίως στην περίπτωση των Barra (τα κομμάτια 6-10), το απόκοσμο ηχητικό σύμπλεγμα – με τις «ξεκάρφωτες» off παρεμβάσεις να το κάνουν έτι πιο απόκοσμο –, μοιάζει να είναι ό,τι πρέπει για επένδυση ενός περιβαλλοντικού θρίλερ, με αβέβαιη κατάληξη.
Επαφή: www.triplebath.gr

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΝ JAZZ…

Η πρώτη ηχογράφηση των Κρητικών Outward Bound που έφθασε στα χέρια μου, το φερώνυμο CD-R τους στην Triple Bath δηλαδή, ήταν μία από τις εκπλήξεις του 2009 (δες κι εδώ http://is.gd/xQVgQk). Τώρα, στα τέλη του ’10, ένα κανονικό CD τους, το “The Path”, τυπωμένο για τη βρετανική SLAM Productions – ένα προχωρημένο, ταγμένο label, στον κατάλογο του οποίου συναντάμε τον Charles Hayward, τον Lol Coxhill και δεκάδες άλλους αυτοσχεδιαστές – έρχεται να ενδυναμώσει την πεποίθησή μου, πως οι Outward Bound είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σχήματα, που παρεπιδημούν, αυτή τη στιγμή, στο εγχώριο εικονοκλαστικό σκηνικό. Τιμή, λοιπόν, για τους τρεις Κρητικούς, τον Αντώνη Τσικανδηλάκη πιάνο, τον Δημήτρη Νεονάκη ηλεκτρική κιθάρα, τον Γιάννη Ηλιάκη ντραμς, καθώς βρίσκουν «διέξοδο» σε μία αναγνωρισμένη βρετανική ετικέτα, ευχαρίστηση ταυτοχρόνως και για όλους εμάς, όταν ακούμε μία τόσο ζωντανή μουσική από τρεις… ακόμη νέους παίκτες· οι οποίοι, αν και πειραματιστές, ποτέ δεν αρνούνται την… οριοθέτηση και την αφηγηματικότητα. Το άλμπουμ, διάρκειας 53 λεπτών, και με τις εναλλαγές των 18 κομματιών να μην είναι πάντοτε σαφείς, είναι χαρακτηριστικό ενός τρόπου ομαδικού παιξίματος και επικοινωνίας μεταξύ των μουσικών, ο οποίος (τρόπος) μπορεί να άγεται από το κλασικό euro-improv σκηνικό, δεν τα στυλώνει όμως και μπροστά στην «Keith Jarrett-ική» μυσταγωγία.
Επαφή: www.slamproductions.net
Νομίζω πως το «9» [Καθρέφτης, 2010] είναι το τρίτο CD του λαμιέα κιθαρίστα Χαράλαμπου Καπελιαρή (έχουν προηγηθεί το «Ταξίδι στο Φως», το 2005 και η «Επιστροφή», το 2006). Ο Καπελιαρής είναι ένας fusion παίκτης, παλαιάς κοπής, αλλά όχι και… ξεπερασμένου groovy. Τούτο το τελευταίο, το ν’ ακούγεται δηλαδή καίριος και σύγχρονος, το καταφέρνει επειδή είναι και επαρκής συνθέτης (εκτός από παίκτης), γνωρίζοντας, ταυτοχρόνως, τον τρόπο να ενσωματώνει στα κομμάτια του ποικίλα μεταγενέστερα στοιχεία (μεταγενέστερα, εννοώ, της mid-70s εποχής), τα οποία εμπλουτίζοντας το όλον πράγμα το κάνουν να φαίνεται (και να είναι) βαρύ και σύγχρονο. Το «μέταλλο», η Ανατολή, το πλατύτερο ethnic, τα ελληνικά ακούσματα (η version στο «Για πού το’βαλες καρδιά μου» του Ορφέα Περίδη, εν προκειμένω), προσφέρουν στον Καπελιαρή όλες εκείνες τις «άκρες» προκειμένου το «9» να κυλάει με απαράμιλλη (fusion) άνεση, δίχως να σου δίνει ποτέ την αίσθηση πως… ξοδεύεις άσκοπα το χρόνο σου (στα 44 λεπτά που διαρκεί). Όλα τούτα, σε συνδυασμό με την ωραία ηχογράφηση και την τυπική-επαρκή παραγωγή με οδηγούν να γράψω, μετά χαράς μάλιστα, για ένα άλμπουμ «έκπληξη» στο χώρο του… πατροπαράδοτου fusion.
Επαφή: www.musicmirror.gr
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 ο κιθαρίστας του fusion Τάκης Μπαρμπέρης συνεργαζόταν στενά με τον Πετρολούκα Χαλκιά. Και όχι μόνο στη δισκογραφία, στα άλμπουμ “Episodes” [Lyra, 1995] και “Naiva” [Lyra, 1998], αλλά και στα πάλκα, στις διάφορες σκηνές της εποχής. Έτσι, από μια τέτοια κοινή τους εμφάνιση στο Παράφωνο, τον Απρίλιο του ’96, προέρχεται και το… καινούριο τους άλμπουμ που έχει τίτλο “In Parallel” [El Capitan, 2010]. Πετρολούκας Χαλκιάς κλαρίνο, Τάκης Μπαρμπέρης ηλεκτρική και synth κιθάρα, Κώστας Καλογήρου τάμπλες, τύμπανα, σ’ ένα set αποτελούμενο από ηπειρώτικα και αυτοσχεδιασμούς, επεξεργασμένο και ρετουσαρισμένο (τώρα), προκειμένου να πληροί τις πιο τελευταίες ηχογραφικές προδιαγραφές. (Για τον ίδιο λόγο, ο Μπαρμπέρης προέβη και σε συμπληρωματικές εγγραφές παίζοντας ο ίδιος μπάσο, αλλά και ακουστικές-ηλεκτρικές κιθάρες, όπως και synthesizer). Το αποτέλεσμα έχει κάτι (κάτι αρκετό) από τη μαγεία, εκείνων τον στούντιο δουλειών. Αν και θα πρέπει να αντιμετωπίσω το “In Parallel” ως ένα ξεχωριστό project, κομμάτια όπως το απίθανο “Bhairava” δεν μπορεί να μην ανακαλεί στη μνήμη μου την indo-jazz period του Μπαρμπέρη με τον Trilok Gurtu, τον Shankar Lal και τους Srivastava. Η μεγάλη διάρκεια του CD (αγγίζει τα 75 λεπτά) είναι ό,τι πρέπει (στην ηχογραφική αποτύπωση εννοώ) προκειμένου να γίνει αντιληπτό το σμίξιμο των δύο μουσικών – για «μια μάλλον γρήγορη προσυνεννόηση παρά πρόβα» γράφει στο ένθετο ο Μπαρμπέρης – την ανεπαίσθητη επικοινωνία τους σε κομμάτια της παράδοσης, εκεί όπου ο Χαλκιάς έχει το πάνω χέρι («Δριμινίτσα», «Βασιλικός θα γίνω», «Κοντούλα λεμονιά»), αλλά και σε όσα από τα υπόλοιπα ο Μπαρμπέρης καθορίζοντας το πλαίσιο (“If you open the door”) παρέχει την ευκαιρία στον ηπειρώτη οργανοπαίκτη να απλώσει μερικές… φευγάτες μελωδίες. Ένα ακόμη ωραίο world-fusion άλμπουμ, με κομμάτια και παιξίματα που θα συναρπάζουν δια παντός.

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

VAN DER GRAAF GENERATOR medusa

Τo μπαμ που έγινε με το εξαίρετο “Present” το 2005 – το άλμπουμ που επανέφερε τους Van der Graaf Generator στο προσκήνιο μετά τα τέλη του ’70 – έχει και συνέχεια. Δίχως να παραλείπω το ενδιάμεσο βήμα “Trisector” (2008), το μόλις ελαχίστων μηνών “A Grounding in Numbers” [Esoteric Recordings] είναι ο δίσκος (LP/CD) που κάνει τη διαφορά. Υπό την έννοια ότι έχουμε ένα 49λεπτο άλμπουμ 13 συνθέσεων (ποτέ πριν οι VdGG δεν προσέφεραν τόσο πολλά κομμάτια, ανεπτυγμένα σε τόσο «λίγο» χρόνο – μάλιστα, τέσσερα απ’ αυτά έχουν διάρκεια κάτω από τρία λεπτά!) και κυρίως ένα έργο, το οποίον μπορεί να συγκριθεί, δίχως πρόβλημα (αν είναι αυτό το ζήτημα – που δεν είναι) με τις στιγμές της μεγάλης δόξας· το “Pawn Hearts” φερ’ ειπείν, εκεί στα early 70s.
Τριάδα πλέον, μετά την αποχώρηση του σαξοφωνίστα David Jackson, οι Peter Hammill φωνή, πιάνο, κιθάρες, Hugh Banton όργανο, keyboards και Guy Evans ντραμς, καταθέτουν μία σειρά κομματιών που εντυπωσιάζουν με τη συμπαγή περιεκτικότητα και τη διαρκή νεωτερικότητά τους. Απίθανα παιξίματα, ήχος «γεμάτος», τολμηρός, καθαρός (κοντεύαμε να ξεχάσουμε…), συνθέσεις που ρέουν με απαράμιλλη άνεση, δίχως ποτέ να γίνονται «φθηνές» (πώς θα ήταν δυνατόν;) ή «δύστροπες», στίχοι… οι γνωστοί του Hammill, φιλοσοφικοί, προσωπικοί, που αφορούν συχνά στη σχέση του με το χρόνο, έτσι όπως αυτός κυλάει καθημερινώς ή και… επιστημονικώς. Στο “Mathematics”, ας πούμε, επιχειρεί να μετατρέψει το βαθύτερο νόημα της ταυτότητας του Euler, που φιλοσοφικώς σχετίζεται με την αρμονία και την ομορφιά των Μαθηματικών, σ’ ένα αντίστοιχης αισθητικής τραγούδι, άδοντας «Μαθηματικά, απλά, καθαρά, πέρα από την πίστη», επαναλαμβάνοντας τετράκις, ως επωδό, τη διατύπωση της ταυτότητας “e to the power of i times pi plus one is zero” ή “e to the power of i times pi is minus one”, την ώρα κατά την οποίαν στη “Medusa” επιχειρεί να δώσει μία σύγχρονη διάσταση στο μύθο της Γωργούς («αυτό που βλέπετε είναι ό,τι παίρνετε από μένα»), έτσι όπως εκείνος (ο μύθος) θα μπορούσε να λειτουργεί μέσα σε μία αντι-πνευματική κοινωνία (“Your time starts now”). Δεν είναι, όμως, μόνον τα τραγούδια, είναι και τα ορχηστρικά, όπως ο… ψυχεδελικός “Red Baron” ή το φλεγματικό jazzy “Splink”, που κερδίζουν και ανεβάζουν το ενδιαφέρον μας για ένα άλμπουμ, η πρώτη ακρόαση του οποίου αποδεικνύεται λίγη και η δεύτερη ελάχιστη…