Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

για τον ROCKY SHAHAN

Πριν από λίγες ημέρες έσβησα κατά λάθος την ανάρτηση (μαζί με τα σχόλια) για τον Rocky Shahan, που είχαν ανεβεί στο blog τον Οκτώβριο του 2010. Μεταφέρω, τώρα, και πάλι το κείμενο αισθητώς διαφοροποιημένο, προσθέτοντας κάποια ακόμη στοιχεία σχετικά και με την ελληνική παρουσία του πακιστανού τραγουδιστή. Επίσης, προσθέτω και όλα τα σχόλια ως «ένα».Ήταν λοιπόν ένας αναγνώστης, ο Yorgos, που είχε γράψει στο cbox δυο λόγια για τον πακιστανό τραγουδοποιό Rocky Shahan. Μου είχε θυμίσει δηλαδή έναν αγαπημένο καλλιτέχνη (όσο αγαπημένος μπορεί να είναι κάποιος μέσω δύο τραγουδιών), ο οποίος, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθεί να παραμένει (τουλάχιστον για εμένα) ένα πρόσωπο προς αναζήτηση.Ο Rocky Shahan είχε εμφανιστεί στην Αθήνα, στην 5η Ολυμπιάδα Τραγουδιού στο Παναθηναϊκό Στάδιο το καλοκαίρι του ’72 (7-9 Ιουλίου) και όπως είχε γράψει ο Yorgos είχε αποθεωθεί, τραγουδώντας ένα κομμάτι στο στυλ του Richie Havens (το κομμάτι είχε τίτλο “Hey you are my sunshine” και ήταν σε μουσική και στίχους δικά του). Μάλιστα, η κριτική επιτροπή δεν είχε αγνοήσει το κοινόν αίσθημα απονέμοντας στον Πακιστανό το βραβείο του δημοφιλέστερου τραγουδιστού και το βραβείο καλύτερης ερμηνείας της διοργάνωσης.
Για τον Rocky Shahan, που παραμένει πάντα ένα ανοικτό βιβλίο, έχω κατορθώσει να βρω ελάχιστα στοιχεία μέσα στα χρόνια. Ξέρω πλέον, με μια βαθύτερη ανασκαφή, πως είχε γεννηθεί στην παλαιά Ινδία το 1944 και πως βρέθηκε πολύ μικρός στην Ευρώπη (στην Αγγλία) επειδή η μητέρα του ήταν χορεύτρια. Δεκατεσσάρων ετών μπήκε σ’ ένα οικοτροφείο του Essex, όπου και τελείωσε το Γυμνάσιο, για να βρεθεί (μετά το Γυμνάσιο), να σπουδάζει αεροναυπηγική στο Λονδίνο, έχοντας πάντα ως χόμπυ του την κιθάρα. Εκείνη την εποχή, μάλιστα, πρέπει ν’ αλλάζει και τ’ όνομά του (το επώνυμό του ήταν Chaudhari) υιοθετώντας το ονοματεπώνυμο του αμερικανού ηθοποιού Rocky Shahan (1919–1981) ή Robert Ray Shahan, πρωταγωνιστή στην αμερικανική western TV-σειρά “Rawhide” (1959-1965) με τον Clint Eastwood· η οποία σειρά, το 1962, ήταν μέσα στην 20άδα των top rated, sixties TV-shows στην Αγγλία. Εκεί προς τα τέλη του 1962 με αρχές του ’63 ο Rocky Shahan θα μπει στους Konrads ως μπασίστας (στο ίδιο συγκρότημα εμφανιζόταν ο άγνωστος τότε… David Bowie, παίζοντας τενόρο σαξόφωνο και τραγουδώντας), γυρίζοντας την Αγγλία με τους Rolling Stones, τον Dave Berry και τους Hollies. Προς τα τέλη της δεκαετίας, ο Rocky Shahan θα κάνει παραγωγή στο πολύ καλό psych άλμπουμ των Βρετανών Andwellas Dream “Love and Poetry” [CBS, 1969], ενώ κάποια στιγμή θα βρεθεί στην Κοπενχάγκη, εκεί όπου θα συναντήσει τη μούσα του, κάποιο κορίτσι με το όνομα Vibeke, χάριν του οποίου (κοριτσιού) θα γράψει το ένα από τα δύο τραγούδια, με το οποίο περνά στην ηχογραφημένη ιστορία.
Πρωτάκουσα το “Vibeke”, σ’ ένα φιλικό σπίτι στις αρχές της δεκαετίας του ’90, από έναν παλιό ελληνικό δίσκο (LP) της Philips –μάλλον κάποιον της σειράς “Hit Parade”– εντοπίζοντάς το (το τραγούδι), καμιά 15αριά χρόνια πριν, σ’ ένα γαλλικό 45άρι, το: “Vibeke/ Cherry tree” [Philips 355 365 PF]. (Τελικώς, είχα ακούσει το τραγούδι από το ελληνικό 45άρι, αλλά αυτό δεν έχει και τόσο σημασία). Χρονολογία δε θα βάλω προς το παρόν, επειδή στο δίσκο δεν αναφέρεται και θα πρέπει να το ψάξω κάπως παραπάνω. Πάντως, αναφερόμαστε στο 1970 ή 1971 (μάλλον στο 1970). Flip-side στο γαλλικό single ήταν το “Cherry tree”, ένα επίσης ωραίο τραγούδι με στοιχεία flamenco, που είχε ακουστεί ιδιαιτέρως στην Ελλάδα – και με τον Rocky Shahan να μου θυμίζει τόπους-τόπους τον Roger Chapman. Τo “Cherry tree” το έχει τραγουδήσει στη γλώσσα μας ως “Olilali” με ελληνικούς στίχους της μακαρίτισσας Σώτιας Τσώτου και ο Γιώργος Μελέκης (από τους Charms κ.λπ.) στο φερώνυμο LP του στη Zodiac [ZLP 88110] το 1993. 22-23 χρόνια μετά φαίνεται πως το τραγούδι το θυμόταν ακόμη ο Μελέκης, αλλά η version του, που είναι κοντά στο ύφος των Ζιγκ-Ζαγκ και του Στέλιου Ρόκκου, δεν μου αφήνει κάτι ιδιαίτερο. Τι άλλο;
Πολύ αργότερα έμαθα από ψάξιμο στο internet πως ο Rocky Shahan είχε συμμετάσχει στο VI Festival Internacional da Canção Popular, του Rio de Janeiro, το 1971, παίρνοντας δεύτερο βραβείο με το “Love is on my mind”. Κάποια ακόμη στοιχεία για τον τραγουδοποιό είχε αλιεύσει και ο Yorgos. Αρχικώς από το pdf της εφημερίδας Μακεδονία της 11/7/1972 εκείνο που φαίνεται είναι πως, τον Rocky Shahan, τον αναφέρουν ταυτοχρόνως και ως «Ρόκυ Σαν» (Rocky Shan) και ως «Ρόκυ Σαχάν» (Rocky Shahan). Που σημαίνει, δηλαδή, πως είτε ως Rocky Shan τον συναντήσουμε, είτε ως Rocky Shahan, πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
Και κάτι ακόμη. Ο τύπος που γράφει στο Irish Rock Discography φαίνεται να τα λέει καλά για τους Pregnant Insomnia και το 45άρι τους “Wallpaper/ You intrigue me” [Direction 58-3132, 1967]. Δεν προκύπτει δηλαδή από πουθενά πως ήταν Ιρλανδοί. Ας βαστήξουμε, όμως, και την πληροφορία πως οι Pregnant Insomnia είχαν τρία μέλη που είχαν περάσει από τους Konrads (Neville Wills, Tony Edwards, Rocky Shan) και πως μπασίστας τους ήταν ο Rocky Shan ή Shahan.
Αυτά… και ο φάκελος παραμένει ανοιχτός. Για την ώρα ακούμε τον Πακιστανό στην “Vibeke”, ένα σπουδαίο τραγούδι…

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

GUY WARREN OF GHANA African Soundz

Η ιστορία του γκανέζου ντράμερ και percussion player Guy Warren (1923-2008) είναι τρανή και δεν καλύπτεται από τα λίγα λόγια που θα γράψω με αφορμή το βρετανικό LP του “The African Soundz of” από το 1972 – που βγήκε στο Νησί βεβαίως από την EMI/ Regal Zonophone [SLRZ 1031], αλλά και σε ετικέτα Fiesta [FLPS 1646] στην Αμερική. Εν συντομία πάντως…
Ο Guy Warren απέκτησε φήμη πρώτα στην πατρίδα του (την Γκάνα) μέσα από τη συνεργασία του με τον E.T. Mensah, τον άρχοντα του γκανέζικου highlife, στην μπάντα του οποίου, τους ακρογωνιαίους Tempos, μπαίνει το 1947. Προς τα μέσα της δεκαετίας του ’50 (πιθανώς το 1954), όπως διαβάζω στο www.ghanaweb.com, μεταβαίνει αρχικώς στη Βρετανία και εν συνεχεία στις ΗΠΑ, όπου προλαβαίνει να γνωρίσει τον Charlie Parker (πέθανε τον Μάρτιο του ’55), αλλά και τους Thelonious Monk, Billie Holiday, Billy Strayhorn, Max Roach κ.ά., μπαίνοντας παραλλήλως στις ηχογραφήσεις (π.χ. το “Guy Warren with Red Saunders Orchestra under the direction of Gene Esposito: Africa Speaks, America Answers” στην Decca το 1957 ή το “The Guy Warren Sounds: Themes for African Drums” στην RCA το 1958…).
Όντας στη Βρετανία, στο μεγαλύτερο μέρος των sixties και τις αρχές των seventies, o Guy Warren θα αποκτήσει τις πρέπουσες επαφές εντός του τοπικού jazz-circuit γράφοντας ένα πρώτο προσωπικό LP στην Columbia το 1963 (“Emergent Drums”), ένα δεύτερο επίσης στην Columbia το 1969 (“Afro-Jazz”), στο οποίο συνεργάστηκε με την αφρόκρεμα των british jazzmen της περιόδου (Amancio D’Silva, Don Rendell, Ian Carr, Michael Garrick, Trevor Tomkins, Dave Green), θα προτείνει μία σειρά κρουστών ηχογραφήσεων στο library label KPM (τα “Native Africa Volume 1 & 2”) επίσης το ’69, φθάνοντας έτσι μέχρι το “The African Soundz of” του ’72, λίγο πριν ολοκληρώσει την παρουσία του στο Νησί με τη συμμετοχή του στο “Stratavarious” [Polydor, 1972] του Ginger Baker…To άλμπουμ –μια παραγωγή του Denis Preston, ίσως της πιο σημαντικής πίσω φιγούρας της british jazz (το όνομά του αναφέρθηκε πριν λίγες μέρες και στην ανάρτηση για τον Shawn Phillips)– ξεκινά με το “African dance No. 1”, μία σύνθεση βασισμένη, ρυθμικώς, σε παραδοσιακό θέμα των Tuareg, με τον κιθαρίστα Les Philips να παραθέτει τους πρώτους αρπισμούς, τον Amancio D’Silva να παίζει μπάσο και τον Dick Heckstall-Smith (από τους Alexis Korner’s Blues Incorporated, The Graham Bond Organization, Colosseum κ.ά.) να παρεμβαίνει με αντιστικτικό τρόπο, προβάλλοντας μελωδικά soli στο σαξόφωνο. Στο “African dance No. 2” ο Warren προβάρει ήχους από τον Νίγηρα, τη βοηθεία talking drums, φλάουτου και, εν συνεχεία, στρατοσφαιρκών soli στο τενόρο και το σοπράνο από τον Heckstall-Smith, τοποθετημένων πάνω στο γειωμένο rhythm-section (συμβάλλει και η κιθάρα του D’Silva). Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “African sunset”. Οι Heckstall-Smith και D’Silva παίρνουν πάνω τους το κομμάτι (δεν ακούγονται καθόλου ντραμς-κρουστά)· μία εισαγωγή κατά έναν τρόπο στο “African dance No. 3”, που αποτελεί τη συνέχεια του “No. 2” μιας και η ρυθμική του βάση παραμένει ίδια. Το έσχατο “African dance No. 4” στηρίζεται σε μία οργιαστική μπασογραμμή του Amancio D’Silva, επί της οποίας ο Warren γεμίζει περιγράφοντας, με τον Heckstall-Smith ν’ αλλάζει διαρκώς ταχύτητες, περνώντας από την “Rhapsody in blue” και καταλήγοντας ν’ αναπαράγει τις… σειρήνες του περιπολικού. Burn baby! Burn!

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

CRYSTAL THOUGHTS οι εν Ελλάδι… κοσμικοί

Οι Crystal Thoughts είναι ελληνικό συγκρότημα. Σχηματίστηκαν το 1999, αρχικώς ως ντούο, για να εξελιχθούν προς ένα παράξενο κουαρτέτο αποτελούμενο από μία τραγουδίστρια (Λίλιαν Τσατσαρώνη), δύο αφηγητές (Mike Lawson, Janka Helmeciova) και τον Σπύρο Ρουχωτά, που χειρίζεται μπάσο, ντραμς, κιθάρες, πλήκτρα, κρουστά, φλάουτο, όμποε, bassoon, σιτάρ κ.λπ. Ο Ρουχωτάς υπήρξε μέλος των Δαίδαλος, που είχαν ηχογραφήσει ένα 45άρι το 1996, κι επίσης (μαζί με τη Λίλιαν Τσατσαρώνη) βασικοί συντελεστές του γκρουπ Τα Παιχνίδια του Ήλιου, που άφησε κι αυτό ένα LP το 2007. Υπάρχει μία προϊστορία λοιπόν που μετατρέπεται τώρα σε παρόν, επ’ αφορμής του “Toxic Phenomena in Kosmic Fields” [Missing Vinyl, 2011].
Με λίγα λόγια θα έλεγα πως οι Crystal Thoughts είναι ένα συγκρότημα με… ξεχασμένον ήχο. Με ψυχεδελικές, folk και progressive αναφορές –κοντά στο ύφος των σχημάτων της γερμανικής Pilz (Flute & Voice, Popol Vuh, Hölderlin, Emtidi…)– εμφανίζουν μία πλήρη κατανόηση της ουσίας του πράγματος, διαμορφώνοντας ένα cosmic περιβάλλον από αγνά, πρωτογενή υλικά, επιτυγχάνοντας το ποθούμενο χάσιμο· βασικά με το μεγαλοπρεπές “Kosmic journey” (καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης πλευράς). Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μέσα στην απλότητα και την αφηγηματικότητά του track, που ρέει σαν νεράκι, εκτοξευόντάς σε στο αχανές, με το σύντομο στο χρόνο “Psilocybe effect”, που κλείνει την πλευρά, να είναι ακόμη περισσότερο βυθισμένο στον Λυσεργικό Ωκεανό.
Στην B Side καταγράφονται τρία κομμάτια. Το “Crystal thoughts” ανοίγει με ακουστικούς κιθαρο-αρπισμούς, πρωτόλεια εφφέ, τη φωνή του Mike Lawson να τραγουδά πάνω σε μία απελπισμένη μελωδία (“Back to the purple skies, seemed like forever/ Velvet streams takes me, I’m lost into heaven”), την πνευστή γραμμή να δίνει ξέχωρη ομορφιά στο κομμάτι και με τα σύνθια να είναι όσο vintage απαιτείται. Το “Tear of an elephant” είναι με μία ή περισσότερες λέξεις μαγικό. Το φλάουτο, τα βαθιά πλήκτρα, η γυναικεία φωνή που ακολουθεί (“we were before time took my dream, became shadow across the ground/ and now I’m standing in the dark, we were before machines stole our life”), καθώς και το απέριττο cosmic κλείσιμο συμβάλλουν άπαντα προς ένα τέλειο track. Το έσχατο “Carovna pistalka” είναι ένα σλοβάκικο παραμύθι, που ολοκληρώνεται εντός δυόμισι λεπτών. Αφήγηση, φλάουτο, κιθάρες, vibes… μία μετατόπιση του ονείρου, στο φάσμα του πραγματικού.
Αν υπάρχει κάτι που να εντυπωσιάζει –όντως δηλαδή– στην περίπτωση του “Toxic Phenomena in Kosmic Fields”, τούτο είναι φυσικότητα εκείνων που ακούγονται. Τίποτα δήθεν, τίποτα βεβιασμένο, κανένα τράβηγμα. Ένα λίγο, που γίνεται πολύ από το άγγιγμα του magic carpenter…
Επαφή: http://is.gd/bFIKEM

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

ALOG γραμμή συναρμολόγησης

Κραταιά περίπτωση πειραματικού γκρουπ (θα επεξηγήσω στην πορεία σε τι συνίσταται ο πειραματισμός τους), οι Alog σχηματίστηκαν στο Tromsø της Νορβηγίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90 από τους Espen Sommer Eide και Dag-Are Haugan. Δώδεκα-δεκατρία χρόνια μετά έχουν στην κατοχή τους έξι άλμπουμ –τα πέντε στην Rune Grammofon– με το τελευταίο τους, το “Unemployed” [Rune Grammofon RCD2116, 2011], να φαντάζει ως το πλέον προχωρημένο· τουλάχιστον στο επίπεδο της φόρμας.
Παίζοντας και ταξιδεύοντας στην πατρίδα τους (αλλά και εκτός Νορβηγίας) οι Alog ήρθαν σε επαφή με διάφορους μουσικούς, κάποιοι εκ των οποίων προσκλήθηκαν να λάβουν μέρος στις ηχογραφήσεις του CD τους. Πρώτος ο Sigbjørn Apeland που παίζει fender rhodes, harmonium, κρουστά και ukulele σε τέσσερα tracks, κατόπιν οι βιολιστές Ole-Henrik Moe και Kari Rønnekleiv (οι Sheriffs of Nothingness δηλαδή) που εμφανίζονται σε τρία κομμάτια, η τραγουδίστρια-βοκαλίστα Jenny Hval, καθώς και ο ολλανδός αβαντ-γκαρντίστας Jaap Blonk (έχει σταθεί δίπλα στους John Tchicai, Tristan Honsiger, Mats Gustafsson κ.ά.). Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους είναι ένα, από τη φύση του, παράξενο άκουσμα, που μας πάει πίσω στο χρόνο, στις μέρες του Terry Riley και του Tony Conrad (“Last day at the assembly line”), ενσωματώνοντας στη διαδρομή τη… βιοποικιλότητα του ηχο-περιβαλλοντικού κόσμου. Σε κομμάτια όπως το “Baklandet” η επίδραση συγκροτημάτων όπως οι Third Ear Band είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, ενώ αλλού (“Bømlo brenn om natta”) ο συνδυασμός παράξενων ήχων (που προέρχονται, κατά πάσα πιθανότητα, από ιδιοκατασκευασμένα όργανα), έτοιμων ρυθμών και εξώκοσμων φωνητικών (Jaap Blonk) οδηγούν το “Unemployed” στα ακρότατά του.
Κάθε track από τα 14 του CD αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο ηχητικής παραδοξότητας, γεγονός που φανερώνει το ψάξιμο που έχει προηγηθεί από τους Alog –διάβασα πως έχουν συλλέξει ήχους από τα πιο πιθανά και απίθανα μέρη, ξεσκονίζοντας συλλογές δίσκων 78 στροφών, σαμπλάροντας εγγραφές από εκκλησίες, ενσωματώνοντας δικές τους εγγραφές ως street musicians από τις… πόλεις των Εθνών κ.ο.κ.–, αλλά και της μαεστρίας τους στη διευθέτηση και την τακτοποίηση της ηχητικής πληθώρας. Εξαιρετικό άλμπουμ· αλλά και το άλλο. Το “Unemployed”, που ως CD διαρκεί περί τα 76 λεπτά, κυκλοφορεί και ως τετραπλό LP(!), με 77 extra λεπτά μουσικής, που δεν ακούγονται πουθενά αλλού. Πάρε και κατάλαβε...
Ακούστε το “Bømlo brenn om natta”, αλλά φθάστε το μέχρι το τέρμα…

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ party

Το απόγευμα στο Athens A Go Go συνάντησα τον mr.z (του blog naked sides) και στο λέγε-λέγε, ανάμεσα σε άλλα, θυμηθήκαμε και το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη. Γι’ αυτό το κομμάτι είχα κάνει μιαν ανάρτηση λίγο μετά το ξεκίνημα τού on line δισκορυχείου, όταν στο blog έμπαιναν και διάβαζαν λίγα άτομα. Με αφορμή λοιπόν την κουβέντα κι επειδή η παλαιά ανάρτηση δεν έχει επισκεψιμότητα (ποιος και γιατί να πατήσει δισκορυχείον, party και Νίκος Μαμαγκάκης;) την επαναφέρω στο προσκήνιο με κάποια επιπλέον στοιχεία και φωτογραφίες.
Ας ξαναπώ λοιπόν πως το “Party” το έμαθε και το άκουσε ο κόσμος από την παλαιά βρετανική συλλογή “The Thriller Memorandum, volume 2” [r.p.m, 1996], ένα CD με εξαιρετικά groovy κομμάτια των Ken Woodman, Tony Hatch, Jacques Denjean, Ingfried Hoffmann, Mark Wirtz, Basil Kirchin και άλλων, συντεθιμένα τα περισσότερα για επισκιασμένα thrillers (αστυνομικά, δικαστικά, πολεμικά κ.ά.) της περιόδου 1962-72, ανοίγοντας κατά κάποιον τρόπο το δρόμο για τις δεκάδες ανάλογες συλλογές που θα επακολουθούσαν. (Δεν λέω πως η “thriller memorandum” ήταν η πρώτη του είδους, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν από εκείνες που άνοιξαν το χορό). Το κομμάτι του Νίκου Μαμαγκάκη (τέταρτο στο track list από τα είκοσι τέσσερα) τιμά οπωσδήποτε και τον ίδιο και την… groovy/lounge χώρα.
Την “Thriller Memorandum” την αγόρασα κάποια στιγμή στις αρχές των 00s, όταν την εισήγαγε η Hitch-Hyke, κι ας είχα ήδη μερικά από τα κομμάτια της στις original φόρμες· πρώτο όλων φυσικά το “Party” του Νίκου Μαμαγκάκη… Το 45άρι “The theme from the ‘Private Right’/ Party” [UK. Fontana TF 894, 1967] το είχα αγοράσει περί τα μέσα της δεκαετίας του ’90 από έναν βρετανικό κατάλογο, τον Movie Boulevard που είχε ως έδρα του το Leeds. Ο κατάλογος ειδικευόταν σε βιντεοκασέτες και σε δίσκους (LP και 45άρια) και γενικώς είχε καλές τιμές. Για παράδειγμα μπορούσες να βρεις (στις 45 στροφές) την “Aphrodite” του Γιώργου Κοτσώνη με 3,5 λίρες (τότε 1350 δραχμές), τις ιαπωνικές εκδόσεις των “Vous interessez vous a la chose” του Γιάννη Σπανού, “Girls in the sun” του Σταύρου Ξαρχάκου και “Blue” του Μάνου Χατζιδάκι με 10.50 λίρες (4100 δραχμές) και άλλα διάφορα.To “The theme from the ‘Private Right’” ήταν ένα χασάπικο (με μπουζούκι) στο στυλ των αναλόγων του Θεοδωράκη και του Ξαρχάκου, αλλά το “Party” στην πίσω πλευρά ήταν ένα moody οργανικό με σαντούρι, harpsichord και ωραία γεμίσματα στην ηλεκτρική κιθάρα, που έδειχνε, συν τοις άλλοις, τη γνωστή άνεση του έλληνα συνθέτη να κινείται σε... μοντέρνους δρόμους, παραλλήλως με τους λαϊκούς ή τους avant. Και τα δύο tracks (ηχογραφημένα από τον Γιάννη Σμυρναίο) προέρχονταν από το soundtrack μιας βρετανο-κυπριακής παραγωγής υπό τον τίτλο “The Private Right”, σκηνοθετημένη από κάποιον Michael Papas. Πρωταγωνιστούσαν δε σ’ αυτήν κύπριοι και βρετανοί ηθοποιοί (Δημήτρης Ανδρέας, Γιώργος Κάφκαρης, Χρήστος Δημητρίου, Charlotte Selwyn, John Brogan, Joanna Farber, Λάκης Σιδεράς, Τάκης Θεοφάνους...). Πριν κάμποσα χρόνια είχα βρει μάλιστα κι ένα διαφημιστικό 8πτυχο, με ωραίες φωτογραφίες από το φιλμ –κάποιες τις βλέπετε– και άλλες πληροφορίες. Μεταφέρω κάτι...Το στόρι κεντράρει στον Μίνωα Ηλία ελληνοκύπριο αγωνιστή της ΕΟΚΑ, ο οποίος προδίδεται από έναν συμπατριώτη του, τον Τάσσο Φάντη, που συνεργάζεται με τους Εγγλέζους. Ακολουθεί μάχη. Ο Ηλίας πιάνεται και βασανίζεται από τον Φάντη, που παίρνει εντολές από τους άγγλους αξιωματικούς. Η ανεξαρτησία έρχεται στο νησί. Ο Φάντης το σκάει στο Λονδίνο, για να αποφύγει την κυπριακή δικαιοσύνη, αλλά ο Ηλίας τον ακολουθεί, ψάχνοντάς τον στην τοπική κοινότητα, στα café, τα clubs και τα ρεστοράν του Λονδίνου. Κάποια στιγμή τον εντοπίζει σ’ ένα party... Tα υπόλοιπα επί της οθόνης, που θα ’λεγε κι ο... Μπακογιαννόπουλος. Η ταινία (που είναι παραγωγής 1966 και όχι 1968 όπως γράφει ο imdb.com) προκάλεσε ντόρο στην εποχή της (στη Μεγάλη Βρετανία)· κυρίως, γιατί θεωρήθηκε απαράδεκτο βρετανικά κεφάλαια να επενδύονται σε φιλμ, που έδειχνε εντόπιους στρατιωτικούς να διατάζουν βασανιστήρια. (Σιγά, τους χαλάσαμε τη διαγωγή…). Παρά ταύτα η ταινία θα προβληθεί στο τότε London Film Festival, κάνοντας όμως... χαμηλή πτήση.
Το “Party” το είχε ανεβάσει παλαιότερα ο mr.z και μπορείτε να το ακούσετε από εδώ... http://www.divshare.com/download/10200851-26c

κι αυτά ελληνικά είναι…

Ευχάριστο άλμπουμ o «Χαρταετός» [Protasis, 2010] του Τάσου Γεωργόπουλου και της BanDa-BanDa, φιλοδοξεί να μεταφέρει στα καθ’ ημάς το κλίμα των ρέμπελων τραγουδοποιών της Μεσογείου, οι οποίοι μπορεί να προέρχονται ακόμη και από τη βόρεια Ισπανία –να γειτνιάζουν ακόμη και με τον Ατλαντικό δηλαδή–, διατηρώντας όμως παρεμφερή αισθητικά ανακλαστικά. Υπάρχουν λοιπόν οι ethnic πινελιές, υπάρχει το λεγόμενο πολύ-πολιτισμικό στοιχείο, όπως υπάρχουν και οι κοινωνικές αναφορές, σύμφυτες σε ορισμένες περιπτώσεις με το άσμα αυτού του τύπου. Π.χ. στο τραγούδι «Ξένος» (αφιερωμένο «στον κούρδο μετανάστη που τον άφησαν ‘φυτό’ οι λιμενικοί της Ηγουμενίτσας») ή στο «Φθινόπωρο στη Ραμάλα». Οι πολλοί και… από παντού συμμετέχοντες (Tonino Carotone, Kino Ferri & Aprioni, Χάρης Κατσιμίχας, Dilek Koc, Μαριώ, Francesca Minutoli, Poly Quartet, Ευαγγελία Σκιαδαρέση, Τζουμ), που συμβολίζουν κατά έναν τρόπο και τις επιμέρους ενορχηστρώσεις που ακούγονται από κομμάτι σε κομμάτι, συμβαδίζουν με τη διάθεση του πλάνητα τραγουδοποιού να συνδιαλαγεί με τη διαφορετικότητα μέσα σ’ ένα σύστημα καθημερινής χρήσης. Δεν είναι ζήτημα της μουσικής και μόνο…#
Μπορεί να σέβομαι όσους δισκογραφούν για το κέφι τους, τούτο όμως δε σημαίνει πως κάθε σχετική απόπειρα υπονοεί εκ των προτέρων και την καλλιτεχνική επιτυχία. Ο Γιάννης Καρβέλας μπορεί να είναι καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, όμως η προφορά των αγγλικών του προδίδει ότι είναι Έλληνας στο “Leisure” (ποίηση William H. Davies), το ωραιότερο κομμάτι του άλμπουμ «Τραγούδια για φυσαρμόνικα φωνή & πιάνο» [Καθρέφτης, 2010]· αν και δεν μπορώ να πω το ίδιο για τη μελοποίηση στο “Vivamus” του Κάτουλλου. Αφήνω δε το γεγονός πως δεν βοηθά προς το καλύτερο το αλλόγλωσσο και το ελληνόφωνο των τραγουδιών, όπως κι η φωνή του εξάλλου που χάνεται σε διάφορες καταλήξεις.#
Οι στίχοι του Μιχάλη Μπουρμπούλη δίδουν αυτομάτως κάποια bonus (σοβαρά, γιατί όχι;) στο άλμπουμ του Τάσου Ζαφειρίου «Δεν είναι ο κόσμος αδειανός» [Καθρέφτης, 2010]· ερμηνεύει, βασικά, ο ίδιος, ενώ ένα κομμάτι αποδίδει ο Παντελής Θαλασσινός κι ένα άλλο η Βίκυ Σκλαβενίτου. Το όλον κλίμα προσεγγίζει εκείνο του εντέχνου, δίχως όμως τις εξάρσεις ή, από την άλλη πλευρά, τις ευκολίες του συγκριμένου στυλ. Οπωσδήποτε υπάρχουν τραγούδια που ξεχωρίζουν, με πρώτο όλων το «Ειμ’ ο άνθρωπος», όμως είναι λίγες, εν τέλει, οι στιγμές που θα έκαναν το παρόν δισκάκι διακριτό εντός ενός συνόλου αναλόγων.#
Το ελαφρό τραγούδι του Μεσοπολέμου, αυτό που ονομάζουμε, κάπως γενικώς, και ενδεχομένως υποτιμητικώς, ρετρό, έχει την τιμητική του στο άλμπουμ «Για Μια Γυναίκα» [Protasis, 2010]. O μαέστρος-πιανίστας Δαυίδ Ναχμίας, έχοντας δίπλα του την τραγουδίστρια Χρυσούλα Στεφανάκη, όπως και μιαν ομάδα καλών μουσικών (Κυριάκος Γκουβέντας βιολί, Τάσος Μισιρλής βιολοντσέλο, Μάκης Αναστασόπουλος σαξόφωνο, Μελέτης Πόγκας κιθάρα, χαβάγια…) δημιουργεί ένα σύνολο ακουστικό, που στέκεται με άνεση στο τώρα, παρ’ όλη την… εβδομηκονταετία του. Κι αυτό, γιατί τόσο η ερμηνεύτρια με τη σημερινή φωνή, όσο κι η ορχήστρα, που είναι τυπικώς ουσιαστική, συμβάλλουν θετικώς στην ολοκλήρωση ενός project που, ούτως ή άλλως, στηρίζεται στην αγάπη (προς ένα είδος τραγουδιού) και τη γνώση. Φυσικά, όλες οι επιλογές δεν είναι του αυτού τύπου. Μπορεί το ερωτικό στοιχείο να κυριαρχεί, αλλά η… διαβάθμιση των παθών έτσι όπως εκτοξεύονται, κάθε φορά, μέσα από τις θεϊκές μελωδίες και το γενικότερο (σημερινό) αμπαλάζ θα με αναγκάσει, τελικώς, να ξεχωρίσω μερικά. «Βρέχει, βρέχει» των Σουγιούλ/ Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, «Σ’ αγαπώ ή σε μισώ» των Αττίκ/ Κοφινιώτη, «Δεν θέλω πίσω να γυρίσεις» των Σουγιούλ/ Ασημακόπουλου-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα, «Τι κι αν χωρίζουμε, θα σ’ αγαπώ» των Γούναρη-Αγγελή και πάνω απ’ όλα τα δύο κομμάτια του Κώστα Γιαννίδη, το «Αφήστε με να πιω» και το «Για σένα μονάχα για σένα».

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

funky blues

Ο Bernard Allison, ανεξαρτήτως του τι και πώς, εξακολουθεί να παραμένει στην πρώτη γραμμή του blues εκσυγχρονισμού. Βεβαίως, οι συνταγές του δεν πιάνουν πάντα – αν κι έχω την αίσθηση πως η παρουσία του τα τελευταία πέντε χρόνια στη γερμανική Jazzhaus είναι από τις πλέον δημιουργικές του. Τα blues τού… υιού Allison πάντα έστριβαν προς funky καταστάσεις, οπότε, σήμερα, με το funk ν’ ακούγεται από παντού κι απ’ την κουτσή Μαρία, ο Allison μοιάζει να βρίσκεται στο στοιχείο του. Το λέω ακούγοντας ταυτοχρόνως το “Tired of tryin” ας πούμε και το “Slide master” (ιδίως αυτό), που παραείναι deep, αλλά και τα πιο soul-ίζοντα ή soulful κομμάτια, όπως το “As simple as that” ή το έσχατο “Let’s try it again” (σύνθεση του πατρός Luther). Στο “The Otherside” [Jazzhaus, 2010] πάντως υπάρχουν θέματα για διάφορα μαύρα γούστα. Όπως το κομματάκι… southern “Still rainin” του οργανίστα του γκρουπ Bruce B. McCabe, το... gumbo “Leavin the bayou”, τα στακάτο r&b “Life goes on” και “Clear vision”, το πυροτεχνικό “Fire” του Jimi Hendrix. Εκείνο που έχει σημασία να ειπωθεί είναι πως ο Bernard Allison έδωσε πνοή σ’ ένα καλοφτιαγμένο –όχι μόνο για ίδιον άκουσμα, αλλά και για ομαδική απόλαυση–, άλμπουμ, παίρνοντας τα μέγιστα από τους μουσικούς που τον συνοδεύουν. Εξάλλου, όποιος προσέξει καλύτερα το εξώφυλλο, το “The Otherside” δεν υπογράφεται από τον ίδιον, αλλά από το… Bernard Allison Group.
Όσοι είναι fans του John Lee Hooker κι έχουν ακούσει το “Live At Soledad” [ABC, 1972] –ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν ποτέ σε φυλακή– σίγουρα θα θυμούνται, εκεί, την παρουσία του υιού John Lee Hooker Jr. Ο μικρός, 20χρονος τότε, τραγουδούσε σε τρία κομμάτια, το “Superlover”, το “I’m your crosscut saw” και το “Boogie everywhere I go”, έχοντας δίπλα του δυνατούς παίκτες (τους κιθαρίστες Luther Tucker και Charlie Grimes) και βεβαίως τον μπαμπά του.
Από το ’72 έχουν περάσει όσο να'ναι πολλά χρόνια. Ο John Lee Hooker Jr. μεγάλωσε και στέριωσε στο blues circuit, ηχογραφώντας αξιοπρόσεκτες δουλειές, με σταθερούς ρυθμούς τον τελευταίο καιρό (κι αυτός για τη γερμανική Jazzhaus). Το “Live in Istanbul, Turkey” είναι, μάλλον, το τέταρτο άλμπουμ του εκεί κι ένα από τα καλύτερά του. Το λέω υπό την έννοια ότι αρχικώς... δεν φαίνεται για live (τόσο καλο-ηχογραφημένο είναι), εμπεριέχοντας 12 δικές του συνθέσεις (ο Jr. είναι βασικά συνθέτης και τραγουδιστής) και μόλις δύο του πατέρα του (“Maudie”, “Boom boom”), αφήνοντας (για άλλη μία φορά) την πλήρην αίσθηση πως έχουμε να κάνουμε μ’ έναν αυτόφωτο performer και όχι μ' έναν ετερόφωτο υιό, ο οποίος μάλιστα δεν αδιαφορεί ούτε για τη σύγχρονη μαυρίλα, δίνοντας με το “Funky funk” και την υψηλής ποιότητας (εξαμελή-επταμελή) μπάντα του εκείνο που απαιτεί η εποχή· και οι Τούρκοι…
Επαφή: www.jazzhausrecords.com

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

SHAWN PHILLIPS I’m a loner

Πριν λίγες ημέρες αγόρασα το πρώτο LP του Αμερικανού Shawn Phillips, το “I’m a Loner”, που είχε βγει για πρώτη φορά στη βρετανική Columbia (Lansdowne Series) το 1965. Φυσικά όχι το original, καθότι είναι πανάκριβο, αλλά την επανέκδοση στην Timeless (500 αντίτυπα) που κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια. (Στο back cover αναγράφονται τρία έτη, το 1965 –σωστό, μιας και αφορά στην πρώτη κυκλοφορία του δίσκου– και ακόμη τα 1985 και 1987, που είναι κατ’ εμέ αδικαιολόγητα, αφού στη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχε η Timeless).
Ο Phillips είχε γεννηθεί στο Fort Worth του Texas το 1943 και όπως γράφει στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ ο Denis Preston –ο σημαντικότερος promoter του skiffle και της jazz στη Βρετανία–, υπήρξε εκείνη τουλάχιστον την εποχή (mid sixties) επηρεασμένος από τον Woody Guthrie, κατορθώνοντας όμως να κάνει διακριτή την παρουσία του, αφού το feeling των τραγουδιών του δε σχετιζόταν ούτε μ’ εκείνο του Ramblin’ Jack Elliott, ούτε με το άλλο του Bob Dylan. Γράφει κι άλλα ο Preston… πως ο πατέρας τού Phillips ήταν συγγραφέας και πως η μητέρα του ήταν φωτομοντέλο, αλλά είχε πεθάνει πολύ νέα, το 1956. Ακόμη, πως είχε (και) Cherokee καταγωγή και πως έδινε την εντύπωση ανθρώπου που καβαλίκευε με άνεση τα άλογα, ασχέτως αν ως έφηβος, φεύγοντας απ’ το σπίτι του, είχε δουλέψει σε πετρελαιοπηγές, εκεί προς τα σύνορα Texas και Mexico. Επίσης το γεγονός ότι χειριζόταν 12χορδη έφερνε τον παικτικό του τρόπο πλησίον εκείνου του Lead Belly, με το ρεπερτόριό του να το αποτελούν τραγούδια του Phil Ochs, του Hamilton Camp, των Kingston Trio, των New Christy Minstrels, στάνταρντ (όπως το “My favorite things”), αλλά και δικά του κομμάτια.
Τo “I’m a Loner”, περιττό να το πω, είναι ένα εξαιρετικό folk άλμπουμ με ποικιλία τραγουδιών (hobo ballads, ερωτικά, αντιπολεμικά), που εναλλάσσονται με γνώση. Ο Phillips τραγουδά και παίζει με σπάνια ένταση – πρόκειται, ανά στιγμές, για ένα από τα πιο σκληρά ακουστικά LP που έφθασαν ποτέ στ’ αυτιά μου – δίνοντας ερμηνείες ανθολογίας στα “I’m a loner” του Travis Edmondson (Bud and Travis κ.λπ.) και “Pride of man” (του Hamilton Camp, που απογείωσαν οι Quicksilver Messenger Service το 1968), και βεβαίως στο δικό του “Little tin soldier”, που είπε και ο Donovan στο “Fairytale” (10/1965). Αλλά κι εκεί όπου απαιτείται να χαμηλώσουν οι τόνοι, π.χ. στο επίσης δικό του “Solitude” το αποτέλεσμα είναι εξ ίσου εντυπωσιακό, με τον Phillips να δείχνει χαρακτήρα μεγάλου ερμηνευτή. Προσδοκώ δε κάποια στιγμή να επανεκδοθεί, με το ωραίο βρετανικό cover, και το δεύτερο άλμπουμ του, το “Shawn” από το 1966 (εξ ίσου σπάνιο, αν όχι σπανιότερο του “I’m a Loner”), ώστε να συμπληρωθεί το δικό του παζλ των early days.
Από τα πολλά στοιχεία, που μπορεί να παρατεθούν για τον Shawn Phillips θέλω να σημειώσω μόλις δύο. Το πρώτο αφορά στην παραμονή του στην Ιταλία, στο χωριό Positano (κοντά στη Νάπολι), για κάμποσα χρόνια στα τέλη των sixties και τις αρχές των seventies (εκεί όπου έγραψε το υλικό των Contribution, Second Contribution, Collaboration και Faces), δηλώνοντας παρών και σ’ ένα τουλάχιστον ιταλικό LP της εποχής, το πολύ καλό “Suàn” [Βeautiful Black Butterfly] του Armando Piazza, που ηχογραφήθηκε στη Νάπολι τον Σεπτέμβριο του ’72 και το οποίον επανεξέδωσε η ελληνική Missing Vinyl το 2008. Το δεύτερον έχει να κάνει βεβαίως με τη συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι στο soundtrack της ταινίας “The Martlet’s Tale” (1970) του John Crowther. O Shawn Phillips υπήρξε ο πρώτος (και με απόσταση ο καλύτερος) ερμηνευτής της «Μπαλάντας των αισθήσεων και των παραισθήσεων»…
Ακούμε το “I’m a loner” από το LP του ’65 και αμέσως μετά την «Μπαλάντα»…

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Πολλά μπορεί να γραφούν –και γράφονται– αυτή την ώρα για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, αλλά εκείνο που δε φεύγει από τη δική μου σκέψη είναι ο αναπάντεχος τρόπος του θανάτου του – το τι ακριβώς συνέβη.
Δεν ξέρω… αλλά, αν δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το γεγονός πως το μοιραίο παραφύλαγε την ώρα της εξέλιξης του γυρίσματος μιας σκηνής, τότε τα πράγματα είναι σοβαρά. Όχι σοβαρότερα από το χαμό ενός ανθρώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση σοβαρά, χρήζοντας περαιτέρω εξέτασης. Π.χ. πώς βρέθηκε η μηχανή σ’ ένα δρόμο στον οποίον η κυκλοφορία θα έπρεπε να είχε διακοπεί, αν υποθέσουμε πως το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια ενός γυρίσματος; Τι είδους αμέλεια υπήρξε –αν υπήρξε– και από ποιους; Πώς μπορεί να χάνεται κάποιος άνθρωπος έτσι ξαφνικά εν ώρα δουλειάς (αν δεν πρόκειται για μία δική του λάθος κίνηση);
Το να αραδιάζουμε αυτήν την ώρα μεγάλα λόγια, που τα δικαιούται (και με το παραπάνω) ο σκηνοθέτης της «Αναπαράστασης» και του «Θιάσου», πολλώ δε μάλλον το να χύνουμε δηλητήριο επ’ αφορμής ενός οδυνηρού γεγονότος δεν έχει κανένα απολύτως νόημα (στη δεύτερη περίπτωση το… νόημα ταυτίζεται με την αθλιότητα). Για μένα προέχει να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες χάθηκε ο σκηνοθέτης και να καταλογιστούν ευθύνες (αν υπάρχουν).
Ζούμε σε μια χώρα, σε μια περίοδο, σε μια συγκυρία όπου τα πάντα μπορεί να συμβούν στον καθένα μας ανά πάσα ώρα και στιγμή. Όλα έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Πάμε με αυτόματο πιλότο. Η πλημμελής άσκηση των υποχρεώσεών μας προς τρίτους είναι πια στην ημερησία διάταξη. Κρυβόμαστε πίσω από τις μειώσεις των αποδοχών, το στρίμωγμα, την ανεργία, την ανασφάλεια, λησμονώντας στοιχειώδη καθήκοντα της κοινωνικής ζωής. Τα λέω τούτα, επειδή θέλω να αποκλείσω την πιθανότητα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος να οδηγήθηκε στο θάνατο από το εγκληματικό λάθος κάποιων άλλων.

άλλα καθήκοντα…

Όσα εκστόμισε χθες με απύθμενο θράσος (ή με... αφοπλιστική ειλικρίνεια κατά την Καθημερινή – τι τρόποι, μας σκλαβώνετε!) ο υπουργός Χρυσοχοΐδης «δεν διάβασα το μνημόνιο, γιατί είχα άλλες υποχρεώσεις, είχα άλλα καθήκοντα» γελοιοποιήθηκαν από τα facebook, τα twitter και τους εξαχρειωμένους tv-χαβαλέδες.
Λυπάμαι, γιατί, για ορισμένα ζητήματα, το χιούμορ και η πλάκα είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Συγκαλύπτεται ένας ανηλεής κυνισμός που σχετίζεται εν προκειμένω με την παράβαση καθήκοντος, μετατοπίζεται σε άλλο γήπεδο μία άνευ προηγουμένου καταρράκωση των δημοκρατικών(;) θεσμών (κάτι ξέφτια έχουν απομείνει), βυθίζεται έτι περισσότερο η πολιτική ζωή στο πιο πηχτό σκοτάδι.
Μη γελάς ρε, τι σου ζητάνε;

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ δια ταύτα…

1968 Το Δωμάτιο, 1971 το Επεισόδιο, 2012 το Δια ταύτα… Ένα καινούριο άλμπουμ μετά από 41(!) χρόνια με ανέκδοτο υλικό του Πάνου Σαββόπουλου από την περίοδο 1967-1978 είναι οπωσδήποτε ένα γεγονός για τον μικρόκοσμο της εγχώριας δισκογραφίας. Ο μοναδικός έλληνας acid-head –έτσι τον αποκαλούν στο εξωτερικό, όσοι ακούν David Bixby, Perry Leopold, Simon Finn και εκστασιάζονται– εδώ σ’ ένα δίσκο κόσμημα, σε μία καταγραφή συνταρακτικών θα έλεγα αφηγήσεων.
Η σχέση μου με τo «Δια ταύτα…» [Anazitisi Records, 2012] ξεκινά τον Ιανουάριο του 1997, όταν άκουσα για πρώτη φορά τη «Χοντρή γιαγιά». Είχαμε γνωριστεί με τον Πάνο Σαββόπουλο λίγο καιρό νωρίτερα, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου Ραντεβού στο Κύτταρο [εκδ. Δελφίνι, 12/1996], κανονίζοντας πάραυτα να συναντηθούμε για μία συζήτηση, μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 50, Μάιος 1997). Τότε άκουσα για πρώτη φορά τη «Χοντρή γιαγιά», αλλά και τα δύο 45άρια του, που είχαν κυκλοφορήσει στη Lyra τη διετία 1965-66. Έχοντας αφομοιώσει και δουλέψει εντός μου το «Δωμάτιο» και το «Επεισόδιο» ένοιωθα πως, με την κάπως… acid folk σουηδική περιπέτεια της γιαγιάς (αλλά και του «Σάββα» και της «Έκτασης» στην πορεία) ολοκληρωνόταν ένα παζλ.
Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή αντάλλασσα δίσκους μ’ ένα μουσικόφιλο από τη Falun (σουηδική πόλη βορείως της Στοκχόλμης) κι ήμουν αρκετά μέσα στο κλίμα του swedish folk και folk-rock (στις μουσικές των Turid, των Gudibrallan, του Thomas Wiehe, της Marie Selander, των Folk och Rackare, των Vargavinter…), έτσι οι ήχοι της γιαγιάς, η κάπως ελεύθερη, παρεΐστικη διαμόρφωση του τραγουδιού από τους Anonym 77, με την επίμονη εισαγωγή και τα παρατεταμένα soli, μου φαινόταν εντελώς συμβατή με την εντύπωση που είχα σχηματίσει για το ύφος της τοπικής σκηνής. Η απορία μου, λοιπόν, ήταν προφανής. Πώς είχε προκύψει εκείνο το τραγούδι και εν πάση περιπτώσει, γιατί δεν είχε δισκογραφηθεί; O Πάνος Σαββόπουλος είχε την απάντηση: «Με τους Anonym 77 παίζαμε μερικά κομμάτια οκτώ με δέκα λεπτά το καθένα, βασισμένα σε κάτι περίεργες δικές μου συνθέσεις, τα οποία, ευτυχώς, έχω φυλάξει σε κασέτες. Είχα δυνατότητες, τότε, για κάποιους δίσκους, αλλά εν τω μεταξύ είχα αρχίσει και να ωριμάζω. Γιατί να βγάλεις ένα δίσκο; Να πεις τι; Τι άλλο κάνεις γύρω-γύρω; Αν δεν υπάρχει περίγυρος δεν έχει νόημα».
Έχοντας αντιληφθεί, από την πρώτη στιγμή πόσο… αρχειοθετημένος είναι ο τραγουδοποιός εν σχέσει με ό,τι επιμελείται και πραγματώνει, τον ρώτησα κάποια στιγμή μήπως υπήρχε τίποτα ξεχασμένο ηχογραφημένο δικό του από το παρελθόν, το οποίον και θα μ’ ενδιέφερε να το ακούσω (ανεξαρτήτως της κατάστασής του). Μου είχε πει πως «ναι, υπάρχει» και πως θα έψαχνε να βρει κάποιες παλιές μαγνητοταινίες, κοιτώντας, αρχικώς, σε τι κατάσταση βρίσκονταν. Του είπα «ok», αλλά δεν επέμεινα περισσότερο.
Ήταν προς τα τέλη του 2008, όταν ο Σαββόπουλος –που είχε κάνει εν τω μεταξύ την ανασκαφή του– μου έφερε ν’ ακούσω ένα CD-R με τρία τραγούδια του, ηχογραφημένα το 1973 στη Θεσσαλονίκη, πριν φύγει για τη Δανία (κι από ’κει για τη Σουηδία). «Δεν είναι η τελική επεξεργασία» μου είπε, «αλλά, άκουσέ τα». Ήταν η «Παρέλαση», «Η φυγή» και ο «Τετραδάκος» (μ’ αυτή τη σειρά). Άκουσα τα τρία τραγούδια, αμέσως, μ’ εκείνον παρόντα. Ολοκληρώνοντας την ακρόαση θυμάμαι πως του είχα πει: «αν ο ‘Τετραδάκος’ κυκλοφορούσε το 1973, θα είχε το βάρος που έχει σήμερα ‘Η Δημοσθένους λέξις’, του συνεπώνυμού σου Διονύση». Σε τέτοιας ποιότητας άσμα αναφερόμουν. Και η εγγραφή μια χαρά. Μιλούσαμε, δηλαδή, για θησαυρό.
Το τραγούδι, που έπαιρνε αφορμή από την εγκληματική πολιτεία του βασανιστή της χούντας στη Θεσσαλονίκη μοίραρχου Νικολάου Τετραδάκου, προσέγγιζε το θέμα μ’ έναν τρόπο οπωσδήποτε προσωπικό, από τον οποίον δεν εξέλιπε η ποιητική διάθεση, όπως κι οι περιγραφές της καθημερινότητας ενταγμένες, όμως, μέσα στο ίδιο ποιητικό πλαίσιο. Τα λόγια βρίθουν εικόνων, πραγματικών ή φασματικών, με τον τελευταίο στίχο «αποχαιρετάω στην πλώρη, την εξάχρονή σου κόρη» να σηματοδοτεί και την αναχώρηση του τραγουδοποιού από την Ελλάδα της 6χρονης (το 1973) δικτατορίας. Η «Παρέλαση (Ρομπότ)» στο ίδιο ζοφερό κλίμα («τα λόγια σου σα μύθος/ στριμωγμένος μες στο πλήθος/ όμως οι λέξεις σου χορεύουν σαν τρελές») και βεβαίως η απίστευτη «Φυγή», ένας 10λεπτος ψυχεδελικός folk αδάμαντας («μαζεύω τη σιωπή σας και φεύγοντας αφήνω όρνια και σκόνη/ η πόλη θα ξυπνήσει μονάχα στο μυαλό μου, δέκα αιώνες/ δέκα αιώνες όρνια και σκόνη, δεν τελειώνει»), έρχονται να απογειώσουν την πρώτη πλευρά του δίσκου. Στο LP (πέραν των σουηδικών) κι η μουσική που είχε συνθέσει ο Πάνος Σαββόπουλος για την ταινία «Ματωμένη Γη» (1967), ένα western-φασόλι του Όμηρου Ευστρατιάδη, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν ο Ανέστης Βλάχος και η Καίτη Θεοχάρη. Είχα δει το φιλμ σε τηλεοπτικό κανάλι της Πάτρας, πόλη –να υπενθυμίσω– στην οποίαν έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο τραγουδοποιός. Φίλος με είχε πάρει τηλέφωνο: «άνοιξε την τηλεόραση, έχει μια ταινία, μουσική έχει γράψει ο Πάνος Σαββόπουλος, το είδα στους τίτλους». Είδα. Και άκουσα. Άψογα νεοκυματικά θέματα, λιτά και ουσιαστικά, ισχυρού συναισθηματικού φορτίου.
Η έκδοση της Anazitisi Records (σε 300 αντίτυπα), περιττό να το πω, είναι για ακόμη μία φορά εντελώς μερακλίδικη. Βαρύ βινύλιο, 8σέλιδο LP-sized ένθετο φισκαρισμένο στις φωτογραφίες και τις πληροφορίες, αλλά κι ένα bonus 7ιντσο (παίζει στις 33 στροφές) με τις μουσικές και τα τραγούδια του Πάνου Σαββόπουλου από το “Spectacle”, μία σύνθεση ποιημάτων του Jacques Prévert, που είχε ανεβεί στο διάστημα 27-31/1/1971 από το Θεατρικό Εργαστήρι της Μακεδονικής Εταιρείας «Τέχνη», στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Στέλιου Γούτη. Στα μέλη του θιάσου η Ρούλα Πατεράκη και ο Νικόλας Άσιμος! Από εδώ η «Προσέλευση των εντιμοτάτων» χρησιμοποιήθηκε, λίγους μήνες αργότερα, ως εισαγωγή στο «Επεισόδιο» (είναι το «Σαρανταπόρου 35»).
Το «Δια ταύτα…» είναι ένα άλμπουμ μάννα εξ ουρανού. Τραγούδια και μουσικές από ένα ξεχασμένο συρτάρι, που σε εξαναγκάζουν να σκεφτείς· βασικά, γύρω από το πώς κυλάει ο χρόνος και με ποιον τρόπο στεκόμαστε, εμείς, απέναντί του. Αν και οι εποχές αλλάζουν, το… δια ταύτα παραμένει εκεί, στυλωμένο· σαν το άλεφ του Μπόρχες, παράθυρο προς έναν κόσμο που ανοίγει…
Επαφή: www.anazitisirecords.com

ΤΕΤΡΑΔΑΚΟΣ
(Θεσσαλονίκη, Μάιος-Ιούνιος 1973)

Μνήμη, θησαυρός του κόσμου, στο μουσείο σου του τρόμου,
ξίδι και νερό, διψάω, σε λαβύρινθο ξυπνάω,
σε λαβύρινθο μ’ αφήνεις με γεννήτριες γαλήνης,
σε παραγωγούς θαυμάτων, στις σκιές των αγαλμάτων.

Μια αργία την Τετάρτη, βόλτα έξω απ’ το χάρτη,
ψεύτικη ακολουθία, δεν την πρόβλεψε η Πυθία.
Δίχως τίτλους ευγενείας, αρχηγός βουβής ταινίας,
με τα ρούχα σου κοιμάσαι, βόλτα μόνος σου φοβάσαι.

Κρύβεις από τη γριά σου τα τριάντα αργύριά σου,
πού τον βρήκες τόσο ζήλο για του Νεύτωνα το μήλο,
για εκλείψεις, μεταπτώσεις, αστρικές παραμορφώσεις,
σβήνοντας το φως της μέρας, σου ξυπνάει-ξυπνάει το τέρας.

Λάγνοι μυστικοί περνάνε, οι σκιές στολές φοράνε,
Ω! αόρατες ακρίδες, νύχτα για φωτοβολίδες.
Νύχτα του Φεβρουαρίου, αστραπές βροντές αγρίου,
οι διαβάτες τον χαζεύουν και τα λόγια τους μαζεύουν.

Παλαιστές, παλικαράδες, αχθοφόροι, φουκαράδες
και εργάτες λατομείου με γιατρό νοσοκομείου,
γίνανε σειρήνες τώρα, ξεκινάνε μες στη μπόρα,
η εξέδρα ως τον Κρόνο με πιο λίγο οξυγόνο.

Στο μουσείο σου κρυώνω, σκεπασμένος με το χρόνο,
αποχαιρετάω στην πλώρη, την εξάχρονή σου κόρη.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

GUELEWAR afro-psych ήχοι από την Γκάμπια

Όπως είχα γράψει και παλαιότερα http://is.gd/GvI8EX, η Γκάμπια είναι η μικρότερη χώρα της αφρικανικής ηπείρου. Ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός στην περιοχή τον 19ον αιώνα, δημιούργησε, κατά βάση, αυτό το κράτος, το οποίο σήμερα, αν και ανεξάρτητο, ανήκει στο στέμμα. Στην ουσία πρόκειται για μία λωρίδα ξηράς που, δυτικά, βρέχεται από τον Ατλαντικό, ενώ απ’ όλες τις άλλες πλευρές συνορεύει με τη Σενεγάλη. Λογικό λοιπόν να πει κανείς πως η Γκάμπια, εθνοτικώς, είναι μία σενεγαλέζικη επαρχία (κάποια παλαιότερα στοιχεία αναφέρουν πως το 45% του πληθυσμού της ανήκει στη φυλή των Mandingo, το 19% στη Fula, το 17% στη Wolof).
Η σύγχρονη μουσική στην Γκάμπια συνδέεται, ήδη από τα late sixties και τα early seventies, με μερικά ονόματα μουσικών, τα οποία στην πορεία αποδείχθηκαν καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός νέου, από πάσης απόψεως, ήχου. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο κιθαρίστας βασικά Bai Janha (ή Bye Janha) ηγέτης των συγκροτημάτων The Black Star, The Whales, The Fabulous Eagles (χωρίστηκαν στους Super Eagles, που έκαναν το θρυλικό για τα δεδομένα της χώρας LP “Viva Super Eagles” στην Decca το 1969 και τους Supreme Eagles), Gambia Police, The Lords, The Alligators και The Super Alligators, οι οποίοι το 1972 μετονομάστηκαν σε Guelewar. O Janha μένει στους Guelewar μέχρι το 1975, οπότε και μεταπηδά στους Ifang Bondi, οι οποίοι δίνουν το δεύτερο ιστορικό LP τής χώρας, το ανεπανάληπτο Saraba [Disques Griot, 1976 ή ’77]. Οι Guelewar στα χρόνια 1972-75 δεν ηχογράφησαν κάτι, όμως τότε, εκείνη την εποχή, ετοιμάζουν το υλικό τους (συνθέσεις του Bai Janha και του τραγουδιστή-κιμπορντίστα Laye N’gom) έχοντας στη line-up τον σενεγαλέζο κιθαρίστα Pape Seck και ως βασικό τραγουδιστή τον Moussa N’gom. (Ο μεν Laye απέδιδε τα κομμάτια με τον αγγλικό στίχο, ο δε Moussa εκείνα που ήταν γραμμένα στη wolof). Κάποια στιγμή το συγκρότημα διαλύεται, όταν ο Bai Janha την κάνει για Λονδίνο, αφήνοντας μόνο του τον Laye N’gom. Με την επιστροφή του, ο N’gom, τού ζητά να ξαναφτιάξουν τους Guelewar, αλλά εκείνος (ο Bai Janha) προσχωρεί στους Ifang Bondi (όπως ήδη ανέφερα), με τον Laye N’gom να βάζει μπροστά μία νέα μορφή των Guelewar, παίζοντας και ηχογραφώντας αυτή τη φορά τα κομμάτια που είχε φτιάξει με τον Janha στο διάστημα 1972-75.
Από αυτή την ιστορία θα προκύψουν τέσσερα LP, τα οποία θα κυκλοφορήσουν περί το 1980-82, προτείνοντας έναν σπάνιας ομορφιάς afro-psych ήχο, όμοιο του οποίου δεν υπήρχε περίπτωση ν’ ακούσεις σε καμμία άλλη αφρικανική χώρα (ή μη) εκείνη την εποχή. Οι τίτλοι των τεσσάρων LP ήταν: Sama Yaye Demna N’Darr [Valerie], Tasito [Productions Jambaar], Warteef Jigeen [Discafrique] και Dieuf Dieul Khadin Rassoul [Sonafric], με το τελευταίο να είναι κάτι σαν συλλογή, που περιείχε όμως και δύο καινούρια, τότε, tracks. Τέσσερα άλμπουμ λοιπόν σε τέσσερα διαφορετικά labels, μέσα σε δυο-τρία χρόνια, πράγμα που σημαίνει πως οι Guelewar δεν είχαν τον πλήρη έλεγχο του υλικού τους, με τους παραγωγούς να κάνουν βασικά ό,τι ήθελαν. Εκνευρισμένος και απογοητευμένος, ίσως, απ’ όλη αυτή την εξέλιξη ο Laye N’gom αποφασίζει να βάλει τέλος στο γκρουπ, αφού πρώτα δώσει μία τελευταία ηχογράφηση. Όμως, λίγες μέρες πριν μπει στο στούντιο θ’ αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Γκάμπια, με τους υπολοίπους – υπό τον Moussa N’gom – να μεταβαίνουν στην πόλη Kaolack της Σενεγάλης δίνοντας ένα live στο κλαμπ Canari (28/9/1982). Ήταν η τελευταία εγγραφή των Guelewar, η οποία, τότε, θα κυκλοφορούσε μόνο σε διπλή κασέτα. Εδώ, παρεμβαίνει ένας έλληνας(!) ερευνητής, ο Αδαμάντιος Καφετζής, προκειμένου να συνεχιστεί η ιστορία…
Ο Καφετζής, μετά από αλλεπάλληλα, περιπετειώδη ταξίδια στη Σενεγάλη και την Γκάμπια, κατορθώνει να εντοπίσει την original tape από τις εγγραφές στο Canari και σε επαφή με τους Bai Janha, Moussa N’gom, Laye N’gom και άλλους επανεκδίδει, στη δική του ετικέτα Teranga Beat, σε 2LP (και CD) υπό τον τίτλο “Halleli N’Dakarou”, το υλικό εκείνων των κασετών, επαναφέροντας κατ’ ουσίαν το όνομα Guelewar στο προσκήνιο. Δέκα μεγάλης διάρκειας θέματα (συνολικός χρόνος περί τα 77 λεπτά), τα οποία αποδίδει ένα 12μελές(!) σχήμα αποτελούμενο από πέντε τραγουδιστές (με τον Moussa N’gom σε ρόλο leader), τέσσερις percussion players, τον μπασίστα N’Diog Malick N’Diaye, τον κιθαρίστα Ousmane Biaye και τον κιμπορντίστα Moussa N’Diaye. Το αποτέλεσμα ως συνολική αίσθηση, ως ηχητική περιπέτεια, ως «χάσιμο» και ως συγκίνηση δε διαφέρει από εκείνο των καλυτέρων tracks των παλαιότερων LP τους. Η ρυθμική μηχανή είναι η βάση, φυσικά, πάνω στην οποία χτίζονται τα κομμάτια και απλώνεται το τραγούδισμα (το mini-Moog τού Moussa N’Diaye έχει την κύρια ευθύνη για τα soli, ακολουθούμενο από την κιθάρα). Το απροσδόκητο, για άλλη μια φορά, είναι ο συνδυασμός τους, ο οποίος δεν μπορεί εύκολα να περιγραφεί. Οι δυτικοί όροι δηλαδή μοιάζουν (και είναι) εντελώς ασαφείς. Ακούς moog ας πούμε, αλλά δεν μπορείς να μιλήσεις για electro, ακούς «κοφτές» πενιές, αλλά δεν μπορείς να γράψεις για soul ή για funk, ακούς περί τεσσάρων κρουστών παικτών, αλλά οι ρυθμοί δεν γειτνιάζουν ούτε με το latin, ούτε με την jazz, ούτε με το rock. Επίσης, ως ηχόχρωμα, οι Guelewar δεν έχουν καμμία ταυτοτική σχέση με το mbalax, που εκείνη την εποχή σάρωνε τη Σενεγάλη και την Γκάμπια. Υπάρχουν κάποια στοιχεία, όσον αφορά στους ρυθμούς και στην περιπέτεια του ανακατέματος, αλλά και πάλι μένουν (πολλά) πράγματα απ’ έξω. Βασικά, η κατεύθυνση μοιάζει ψυχεδελική, με πολλά οργανικά ντεμαράζ (αναφερόμαστε σε κομμάτια έξι, επτά, οκτώ και εννέα λεπτών), ρυθμικές αλλαγές, περίτεχνους συνδυασμούς πλήκτρων-κιθάρας, ιδιόμορφα φωνητικά και εν γένει ομιχλώδη, όσο και συναρπαστική, ατμόσφαιρα. Κι επειδή πρόκειται για live είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις επιμέρους θέματα. Όλα διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από το ζωντανό του πράγματος· σε μία επαρχιακή πόλη της Σεναγάλης το 1982.
Άλλος τόπος, άλλος ήχος, άλλος δίσκος!
Επαφή: www.terangabeat.com
Παρακολουθούμε το βίντεο που ανέβασε ο nickivour...

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

οι SOFT MACHINE LEGACY επί σκηνής

Το “Live Adventures” [MoonJune, 2010] είναι ό,τι πιο καινούριο (αν και προπέρσινο) που κυκλοφορεί κάτω από το ιστορικό όνομα Soft Machine ή έστω το… λιγότερο ιστορικό Soft Machine Legacy. Ένα 58λεπτο άλμπουμ, ζωντανά ηχογραφημένο στο Linz της Αυστρίας (22/10/2009) και στο Habach της Γερμανίας (23/10/2009), πολύ κοντά στα σύνορα με την Αυστρία, και το οποίο βρίσκει το γκρουπ με νέα σύνθεση, καθότι οι θάνατοι των Elton Dean (2/2006) και Hugh Hopper (6/2009) ανέτρεψαν το πιο πρόσφατο σοφτ-μασινικό σκηνικό. Έτσι, σήμερα, ή μάλλον τότε, προς τα τέλη του ’09 δηλαδή, στην μπάντα συμμετείχαν τρεις καραβάνες, ο κιθαρίστας John Etheridge, ο μπασίστας Roy Babbington και ο ντράμερ John Marshall, ενώ τη θέση του Elton Dean είχε καταλάβει – όπως έχω ξαναγράψει – ο τενορίστας (και φλαουτίστας) Theo Travis.
Αυτό που ακούμε στο “Live Adventures” είναι ένα πλέγμα συγχρόνων και παλαιών συνθέσεων (“The nodder” από το Alive & Well: Recorded in Paris, “Song of Aeolus” από το Softs, “Gesolreut” από το Six, “Facelift” από το Third), οι οποίες κινούνται σε fusion οπωσδήποτε δρόμους, με έντονα κάποιες φορές εντός τους τα improv, funk, ακόμη και τα μεταλλικά στοιχεία, δίνοντας ξεχωριστό τόπο δράσης τόσο στην κιθάρα του Etheridge, όσο και στο τενόρο του Travis (ένας… τυπικός σοφτ-μασινικός, που δεν μπαλώνει μόνον τρύπες).
Ξεκινώντας από τις παλαιές συνθέσεις, θα έλεγα πως ιδίως στην περίπτωση του συντομευμένου “Facelift” έχει γίνει δημιουργική δουλειά, υπό την έννοια ότι ο Travis (βασικά) τραβάει όλο το κουπί, επιφορτισμένος από την απουσία των πλήκτρων, την ώρα κατά την οποίαν στο “Gesolreut” (το original αποτελεί προσωπικό, διαχρονικό αγαπημένο) οι Babbington και Marshall είναι εκείνοι που κρατούν ψηλά τη σημαία. Όσον αφορά στα “Song of Aeolus” και “The nodder”, τούτα από τη φύση τους βρίσκονται πιο κοντά στη σημερινή… ψυχολογία του γκρουπ και συνεπώς δεν υπάρχει κανένα μικρό ή μεγάλο πρόβλημα στο ξανάνιωμά τους.
Σχετικώς, τώρα, με τα πιο καινούρια κομμάτια, θα έλεγα πως όλα κινούνται σε ικανοποιητικό συνθετικό επίπεδο, αναλογιζόμενος την ιστορική προσφορά και τη συνέχεια του συγκροτήματος. Από το εισαγωγικό, κάπως abstract, “Has riff II” και τα jazz-funk “Grapehound” και “In the back room” (αμφότερα του Etheridge), μέχρι τα εξαιρετικά και περισσότερο κοντά στο κλασικό ύφος των Softs (εκεί στα early 70s) “The relegation of Pluto” και “The last day” (αμφότερα του Travis) ένα είναι φανερό. Πως οι Soft Machine (Legacy), ελέω Travis βασικά, έχουν κάθε λόγο όχι απλώς να υπάρχουν, αλλά και ν’ απασχολούν.
Επαφή: www.moonjune.com

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

jurassic rock

Όσο ζεις μαθαίνεις… Έτσι κάπως πληροφορήθηκα πως οι Asia υφίστανται ακόμη ως σχήμα, δίνοντας συναυλίες σε όλον τον κόσμο. Απόδειξη; Το 2CD “Live Around the World” [Rokarola], που περιλαμβάνει ζωντανά τραγούδια τους από τη Μόσχα (1990), το Sao Paulo (2008), το Τόκιο (2008), τη Βαρκελώνη (2008), το San Francisco (2008) και το Nottingham (1990).
Ύστερο δεινοσαυρικό βρετανικό γκρουπ, οι Asia σχηματίστηκαν το 1981 από τους John Wetton (από Mogul Thrash, Family, King Crimson, Roxy Music, Uriah Heep, UK, Wishbone Ash…), Geoffrey Downes (από Buggles, Yes…), Steve Howe (από Syndicats, Tomorrow, Bodast, Yes…) – τον αντικαθιστά σε μερικά tracks o Pat Thrall (από Stomu Yamashta, Automatic Man, Pat Travers Band…) – και Carl Palmer (από Crazy World of Arthur Brown, Atomic Rooster, Emerson, Lake & Palmer…) επιχειρώντας σ’ ένα χώρο αισθητικό ανάμεσα στο ύστερο prog rock (των Genesis ας πούμε) και το ραφιναρισμένο σκληρό rock· με το όλον πράγμα να χαρακτηρίζεται κυρίως ως AOR, γεγονός που αιτιολογεί, εν πολλοίς, την απίστευτη επιτυχία του γκρουπ στην Αμερική. Στο “Live Around the World” ακούγονται όλα τα hits των Asia, όπως το “Only time will tell”, το “Don’t cry”, το “The smile has left your eyes” και φυσικά το ύπατο όλων “Heat of the moment” (και μάλιστα δύο φορές, μία από τη Βαρκελώνη και μία από το San Francisco). Δυστυχώς, οι εκτελέσεις είναι εντελώς επίπεδες και με την κακή έννοια επαγγελματικές, γεγονός, που, πιθανώς, να αποδίδεται στον… ήχο του live. Δεν σώζονται, δε, ούτε από τα κατά τόπους ενδιαφέροντα κιθαριστικά soli του Steve Howe.
Το πλήθος πάντως διαφωνεί, και δείχνει να το χαίρεται.
O Jack Bruce, που πλησιάζει τα 70, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στη σκηνή, είναι, ως γνωστόν, από τους μουσικούς που καθόρισαν το «τι σημαίνει μπάσο» στο λευκό blues και το rock ήδη από τα χρόνια του ’60 (μέλος να υπενθυμίσω των Alexis Corner’s Blues Incorporated, The Graham Bond Organization, John Mayall & the Bluesbreakers, Manfred Mann και Cream). Στο παρόν δισκάκι, που έχει τίτλο “Things to Do/ Live in Denver” [Rokarola, 2010] o bassman πιάνεται σ’ ένα live στο Denver του Colorado, την 20/11/1980, ν’ αποδίδει χαρακτηριστικά θέματα από το ρεπερτόριο των Cream (π.χ. τα “White room”, “Politician” και “Born under a bad sign” από το “Wheels of Fire” του ’68, το “Theme for an imaginary western” από το προσωπικό “Songs for a Tailor” του ’69, τα “Morning story” και “Post war” από το επίσης προσωπικό “Harmony Row” του ’71 κ.ά.). Όμως, παρότι το πρόγραμμα είναι αυτό που πρέπει να είναι, παρότι στη σκηνή, δίπλα στον Σκωτσέζο, βρέθηκαν παικταράδες, όπως ο κιθαρίστας Clem Clempson (πριν στους Bakerloo, στους Humble Pie, στους Colosseum), ο κιθαρίστας/keyboard player David Sancious (από Bruce Springsteen’s E Street Band, Eric Clapton, Jeff Beck) και βεβαίως ο Billy Cobham, το αποτέλεσμα είναι κάτω του μετρίου. Μπορεί να φταίνε πολλά, αλλά βασικά φταίει η ηχογράφηση που δεν πιάνει ούτε τη βάση. Κρίμα.
Το “Guitar Heroes” [Rokarola, 2010] του γνωστού τοις πάσι αμερικανού ντράμερ Carmine Appice (από Vanilla Fudge, Cactus, Beck Bogert & Appice, KGB κ.λπ., κ.λπ.) έχει σχέση τόσο με το blues, όσο και με το κλασικό hard rock · εκείνο, τέλος πάντων, που υποστηρίζεται με κέφι από τους Dweezil Zappa, Yngwie Malmsteen, Steve Morse, Ted Nugent, Brian May, Rick Derringer, Leslie West… ατελείωτος ο κατάλογος. Άψογο, λοιπόν, CD με φανταχτερά παιξίματα από τον… 60βάλε ντράμερ –στο “Blaze” κινδυνεύεις να παρακολουθήσεις τους ρούλους του– και φυσικά από τους φίλους-συμπαραστάτες, οι οποίοι βαράνε όσο δεν πάει άλλο (εντυπωσιακός ο Ted Nugent στο “Even up the score” και σεισμικοί οι Earl Slick, Steven Seagal-Seymour Duncan και Leslie West στα τρία κατά τεκμήριο πιο blues tracks του CD, το “Here comes the nite”, το “GZ blues” και το “Guitar Zeus, part 2”). Εκείνο όμως που προξενεί εντύπωση στο “Guitar Heroes”, υπερκεράζοντας ό,τι άλλο, είναι, βασικά, η δύναμη και η όρεξη του Appice, όπως και του τραγουδιστή, κιμπορντίστα, και ρυθμικού κιθαρίστα του Kelly Keeling, να συνθέσουν 17 πρωτότυπα κομμάτια, στηριγμένα στις κλασικές hard rock συνταγές, που ν’ ακούγονται όπως τότε και με την ίδιαν απαράμιλλη άνεση· τουλάχιστον από ’κείνους που είναι εξοικειωμένοι με τον συγκεκριμένο ήχο και γουστάρουν τα σκληρά μοτίβο.

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ZBIGNIEW SEIFERT polish jazz με σημασία

Γνωστός από τη συμμετοχή του στο κουιντέτο του Tomasz Stanko στα late sixties (στο οποίο έπαιζε και άλτο σαξόφωνο), ο βιολιστής βασικά Zbigniew Seifert αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρισμένες προσωπικότητες της πολωνικής jazz.
Αποκτώντας ευρύτερο κύρος στα seventies, o Seifert συμμετείχε σε εγγραφές τού Volker Kriegel, του Wolfgang Dauner, του Joachim Kühn, του Charlie Mariano και διαφόρων άλλων, πριν φθάσει, και αυτός, να έχει στην MPS ένα δικό του άλμπουμ. Το “Man of the Light”, ηχογραφημένο στην Στουτγκάρδη τον Σεπτέμβριο του ’76 σε παραγωγή του Joachim-Ernst Berendt (επανέκδοση στην Promising Music το 2010), δεν έχει καμμία σχέση με το jazz-rock ή καλύτερα με τον fusion ήχο της εποχής· στέκεται εν ολίγοις πολύ ψηλότερα από τη γνώση και την αίσθηση που έχουμε για τις σχετικές ηχογραφήσεις. Ο Seifert με τις σαφείς, ξεκάθαρες και δηλωμένες επιρροές από το έργο του Coltrane και των μουσικών του κλασικού του κουαρτέτου (τον McCoy Tyner και τον Elvin Jones) παρουσιάζει μία σειρά δικών του συνθέσεων (μόνο το “Stillness” είναι συντεθιμένο και από τον μπασίστα Cecil McBee, που παίρνει μέρος στην ηχογράφηση), οι οποίες χαρακτηρίζονται, πρώτον απ’ όλα, από τον προσωπικό του βιολιστικό ήχο· βαθύς, με ολίγο… γρέτζο, αποδεικνύεται ιδανικός σε κομμάτια όπως το φερώνυμο “Man of the light” (αφιερωμένο στον McCoy Tyner), που αφήνει μία α λα Elvin Jones πνευματικότητα (απολαυστικό το drumming του Billy Hart). Εντυπωσιακό και το “Love in the garden” με το βιολί του Seifert και τα πλήκτρα (ηλεκτρικό πιάνο, όργανο) του Jasper van’t Hof να συνυπάρχουν σε μία σύνθεση που δεν κρύβει την αγάπη τού Πολωνού για τα λαϊκά ηχοχρώματα της πατρίδας του, έτσι όπως τούτα αναδύονται μέσα από τα κάπως free patterns. Στο last track “Coral”, ο πιανίστας Joachim Kuhn θα είναι εκείνος που θα κονταροχτυπηθεί με τον Seifert, μέσω δύο διαδοχικών, φλογισμένων soli.
Τι άλλο; Το έσχατο. Ο Zbigniew Seifert θα πεθάνει από καρκίνο στα 33 του, το 1979.