Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

URSULA BOGNER περί πλαστότητας και άλλων…

Σπανίως αναδημοσιεύω δελτία Τύπου. Όλοι αντιλαμβάνεστε το «γιατί». Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις. Άλλη μία φορά στο δισκορυχείον έχω προβάλλει ένα δελτίο Τύπου, και μία δεύτερη φορά θα το πράξω τώρα. Αφορά στο live των Andrew Pekler & Jan Jelinek Sonne=Blackbox (Voice and Tape Music by Ursula Bogner) απόψε, στις 20:30, στη KNOT Gallery. Διαβάστε και θα καταλάβετε…
H Ursula Bogner (1946-1994) έζησε μια φαινομενικά απλή αστική ζωή ως φαρμακοποιός στη Γερμανία. Παράλληλα, όμως, με την οικογενειακή της ζωή έφτιαχνε συνθέσεις ηλεκτρονικής μουσικής. Χρησιμοποιώντας tape loops, επεξεργασμένες ηχογραφήσεις φωνής και πρώιμα synthesizers εξέφρασε το πολύ ιδιαίτερο μουσικό της όραμα φτιάχνοντας συνθέσεις, που ενώ παραπατάνε ανάμεσα στην musique concrète και τον kosmische ήχο διατηρούν μιαν ανάλαφρη, παιγνιώδη (και ενίοτε χιουμοριστική) διάθεση. Η μουσική της Bogner, ρυθμική, με λιτές μελωδίες, tape collage και φουτουριστικούς ήχους φέρνει συχνά στο μυαλό τις μουσικές που ξεπήδησαν μέσα από το BBC Radiophonic Workshop. Η ανακάλυψη των χαμένων ηχογραφήσεών της από τον Jan Jelinek το 2008 (που ενθουσιασμένος έσπευσε να τις κυκλοφορήσει στην εταιρία του Faitiche) προκάλεσε ένα σωρό σχόλια σχετικά με την αυθεντικότητα τής ύπαρξης τής Ursula Bogner, καθώς και μια σειρά από άρθρα και συζητήσεις γύρω από την έννοια του «πλαστού» στη μουσική και τα media, ενώ παράλληλα διοργανώθηκαν εκθέσεις που περιελάμβαναν και τα σχέδιά της. Η τελευταία της δουλειά με τίτλο Sonne=Blackbox παρουσιάζεται πλέον ζωντανά από τους Jelinek και Pekler σε οπτικοακουστικές παραστάσεις, που στηρίζονται σε tape loops, αυτοσχεδιασμούς και λόγο.
O Jan Jelinek έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν αναγνωρίσιμο, δικό του ήχο μέσα στην σύγχρονη ηλεκτρονική σκηνή. Με το ενδιαφέρον του να εκτείνεται από την reggae έως την library music, φαίνεται να αντλεί για τις δουλειές του από πηγές όπως η kosmische musik, η μοντέρνα electronica και το dub, ήχους τους οποίους στην πορεία τούς εντάσσει μέσα σ’ ένα λιτό πλαίσιο – εκεί όπου φαίνεται και η αγάπη του για τα επαναλαμβανόμενα μέρη, και τη μάλλον lo-fi αισθητική. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για την κοινωνική διάσταση του performing, δίνοντας έμφαση σε σχήματα όπως οι Groupshow, ή το duo του με τον ιάπωνα βιμπραφωνίστα Masayoshi Fujita.
Ο Andrew Pekler έχει τη δική του διαδρομή, που με επίσης προσωπικό ύφος διαγράφει από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Στη μουσική του ενσωματώνει στοιχεία από την jazz, την pop, την ηλεκτρονική και την exotica, καθώς και από την modern classical. Έχει κυκλοφορήσει δουλειές του σε διάφορες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες ανά τον κόσμο (Schoolmap, Dekorder, Kranky, Staubgold κ.ά.), ενώ συμμετέχει και στους Groupshow.
Όσον αφορά, τώρα, στην Ursula Bogner να πούμε πως η γερμανίδα φαρμακοποιός εργάστηκε στην φαρμακευτική εταιρία Schering, απέκτησε οικογένεια και, εν γένει, έζησε μια φαινομενικά ήρεμη ζωή. Φαινομενικά, όμως, μιας και αν σπάσει κάποιος την εξωτερική εικόνα μαζί με τα διάφορα στερεότυπα, θα ανακαλύψει πως η Bogner ανέπτυξε ένα ζωηρό ενδιαφέρον για την ηλεκτρονική μουσική. Αυτή η ενασχόληση φαινόταν στον περίγυρό της ως ένα ακόμα εκκεντρικό hobby, για το οποίο, όμως, η ίδια είχε τέτοιο πάθος ώστε άρχισε να συλλέγει αναλογικά synthesizers, να φτιάχνει ορισμένα δικά της κιόλας, δημιουργώντας studio ηχογραφήσεων μέσα στο σπίτι της και παρακολουθώντας σχετικά σεμινάρια από τον Herbert Eimer (ιδρυτή του Studio fur elektronische Musik). Και, βεβαίως, δημιουργώντας σειρά εξαιρετικά ζωηρών, ενδιαφερόντων, μουσικών ήχων, που την έφερναν κοντά στο πνεύμα και τις διαδικασίες που ακολουθούσαν σε ευρωπαϊκά ραδιοφωνικά studios, όταν πρωτο-επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις δυνατότητες που προσέφεραν οι χώροι αυτοί, περνώντας από τις γραμμικής λογικής συμβατικές ραδιοφωνικές εκπομπές σε σύνθετα έργα αποκλειστικά φτιαγμένα για ραδιοφωνική μετάδοση, φρέσκους ηχητικούς πειραματισμούς κ.λπ. (BBC Radiophonic Workshop, Arne Nordheim…). Η Ursula Bogner δούλευε χωρίς ίχνος ακαδημαϊσμού, μα και χωρίς ιδιαίτερες αναφορές στις new-age, esoteric ανησυχίες της που περιελάμβαναν μεταξύ άλλων την μελέτη των ύστερων θεωριών του Wilhelm Reich πάνω σε εναλλακτικές θεραπευτικές μεθόδους. Ως επιπλέον απόδειξη του αντισυμβατικού της χαρακτήρα αξίζει να σημειωθεί πως, παράλληλα με τις τελευταίες ανησυχίες που σημειώσαμε παραπάνω, διατηρούσε την επιστημονική της θέση στην Schering, ενώ την ίδια στιγμή τα ενδιαφέροντά της απλώνονταν και στις περιοχές του σχεδίου και της τυπογραφίας. Τα σχέδιά της είναι απλά και όμορφα έργα που διακατέχονται από αναφορές στις θεωρίες του Reich, μα και στην μουσική της σκέψη, ενώ συχνά θυμίζουν γραφικές παρτιτούρες. Σταθερά περίεργη, και σε εγρήγορση, δεν είχε την ευκαιρία να δει τις δουλειές της τυπωμένες ενόσω ζούσε – αλλά και για χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθούσαν να παραμένουν άγνωστες. Τούτο, φυσικά, μέχρι πολύ πρόσφατα, όταν και ανακαλύφθηκαν από τον Jan Jelinek, μέσω του γιού της Sebastian Bogner ύστερα από μια τυχαία συνάντηση. Εκείνος ήταν που του μίλησε για την μητέρα του, δίνοντάς του μια σειρά από αρχειακές ηχογραφήσεις της. Συνεπαρμένος ο Jelinek ξεκίνησε να παρουσιάζει σε οργανωμένες κυκλοφορίες τις δουλειές αυτές στην προσωπική του δισκογραφική εταιρία Faitiche, οι οποίες με την σειρά τους βρήκαν, επιτέλους, το κοινό τους, αφού συγκινούν πλέον ανθρώπους μιας άλλης γενιάς από εκείνης της κυρίας Bogner με διαφορετικές παραστάσεις και μεγαλύτερη ή μικρότερη σχέση με τα ραδιοφωνικά πειράματα εκείνης της εποχής.
Χμμμ… μήπως, θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε την αρχική πρόταση αυτού του κειμένου; Υπήρξε, όντως, η Ursula Bogner; Αποτελεί, δηλαδή, ιστορική προσωπικότητα ανιχνεύσιμη σε γενεαλογικά δέντρα, οικογενειακές ιστορίες επιγόνων, επιστημονικές δημοσιεύσεις, μουσικολογικά αρχεία; Ή, έστω, σε μια τυχαία, πρόχειρη έρευνα στο internet, όπως έγραψε κι ο βρετανός μουσικός και αρθρογράφος Momus; Τα πράγματα αρχίζουν να θολώνουν, ενώ η αμφισβήτηση, στην καλύτερη περίπτωση, ή το αίσθημα πιθανής εξαπάτησης, στην χειρότερη, άρχισαν να εμφανίζονται από αρκετά νωρίς. Κατά τον ίδιο τον Jan Jelinek τέτοιες ανησυχίες οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στις φωτογραφίες της Ursula Bogner που προκαλούν μιαν αίσθηση ξαφνιάσματος και πιθανής αναντιστοιχίας με ό,τι θα είχε κανείς στο νου του, φτάνοντας στο σημείο μερίδα του κοινού να θεωρεί πως πρόκειται για τον ίδιο τον Jelinek μεταμφιεσμένο! Μήπως, όμως, αυτό δεν είναι ένα από τα στερεότυπα που έσπαγε η ίδια η Bogner, ούσα εν ζωή; Μήπως απ’ όλο αυτό το σκεπτικό δεν θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε και στην ιδιαιτερότητα και την αξία του ευρύτερου συστήματος που φαίνεται να απασχολούσε την ίδια, σύμφωνα με τις σημειώσεις και τις ηχογραφήσεις της; Ενός συστήματος στο οποίο συναντά κανείς μια ζωηρή ανησυχία για τις συνδέσεις μεταξύ τομέων συχνά θεωρούμενων ως μακρινών μεταξύ τους, όπως αυτός των φυσικών επιστημών κι εκείνος της μουσικής; Και, τέλος πάντων, πόση σημασία θα είχε όλο αυτό από τη στιγμή που μπορούμε ν' απολαύσουμε ένα καθαρά μουσικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται από φρεσκάδα, παρά την άμεση αναφορά του σε δουλειές σαν κι εκείνες του καινοτόμου ραδιοφωνικού εργαστηρίου του BBC;
Πρόκειται για κομμάτια λοιπόν, αρκετά σύντομης διάρκειας, που βγάζουν με αμεσότητα τη χαρά της τριβής με τα μηχανήματα και τις πιθανές αλλοιώσεις του ήχου και που την ίδια στιγμή δεν καταλήγουν σε μιαν απλή συλλογή ήχων (αν και, σίγουρα, θα μπορούσαμε να τα δούμε και σαν library recordings). Αντιθέτως, η Ursula Bogner έφτιαχνε με κέφι και διαρκή εξερεύνηση συνθέσεις με τη δική τους γοητεία, τους ελαφρά περίεργους ήχους, τις αλλοιώσεις της φωνής, τα tape loops. Και βέβαια με χιούμορ, το οποίο δείχνει να «πειράζει» το γενικότερο μουσικό κλίμα, που αν και kosmische αντίληψης είναι, πραγματικά, προσωπικής εκδοχής.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΔΑΜΗΣ - SINCLAIR BEILES Γένεσις

Πέθανε τη Δευτέρα σε ηλικία 84 ετών ο συνθέτης Μιχάλης Αδάμης (το έγραψαν χθες κάποιοι αναγνώστες στο cbox, το επιβεβαίωσα κι εγώ, τηλεφωνικώς, στη συνέχεια από αξιόπιστη πηγή). Ο Αδάμης είχε γεννηθεί στον Πειραιά το 1929 κι είχε αρχίσει να σπουδάζει μουσική από το 1940 (Ωδείο Αθηνών). Συνέχισε με σπουδές, στη δεκαετία του ’50, στο Ωδείο Πειραιώς (Βυζαντινή Μουσική, Αρμονία) και στο Ελληνικό Ωδείο (Ανώτερα Θεωρητικά), ενώ την περίοδο 1962-65 θα μεταβεί για μεταπτυχιακά στη Σύνθεση, την Ηλεκτρονική Μουσική και την Βυζαντινή Μουσικοπαλαιογραφία στο Brandeis University της Βοστώνης. Τούτα σημειώνει ο Τάκης Καλογερόπουλος στο βιβλίο του Το Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής, τόμος 1 [εκδ. Γιαλλελή, Αθήνα 1998].  
Ο Μιχάλης Αδάμης (η φωτογραφία προέρχεται από το περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, 3/1988)
Όπως έχω ξαναγράψει σε ανάρτηση εδώ στο δισκορυχείον (22/1/2011) ο Αδάμης υπήρξε o πρωτεργάτης της ηλεκτρονικής μουσικής στην Ελλάδα. Υπενθυμίζω κάτι που είχε πει ο ίδιος στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, τον Μάρτιο του ’88 (στον Κώστα Στρατουδάκη). «Το 1962-63 πήγα στη Βοστώνη, στο Πανεπιστήμιο Brandeis κι είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ ενεργά με αυτό το είδος της μουσικής.(…). Το ’65 επιστρέφοντας στην Ελλάδα έφερα μαζί μου ορισμένα βασικά μηχανήματα και έτσι μπόρεσα να ιδρύσω το πρώτο στούντιο ηλεκτρονικής μουσικής. Μετά από μένα άρχισε να συλλέγει μηχανήματα ο Γιάννης Χρήστου και να δημιουργεί το δικό του στούντιο. Κατόπιν ο Ελληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικής (ΕΣΣΥΜ) παρήγγειλε ένα μεγάλο συνθεσάιζερ(…). Μετά απ’ αυτό και για αρκετά χρόνια κανένα αξιόλογο μηχάνημα δεν ήρθε στην Ελλάδα, ώστε να συμβαδίσουμε με την Ευρώπη και την Αμερική, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον πολλών συνθετών, μεταξύ αυτών και το δικό μου, για την ηλεκτρονική μουσική να ατονήσει».
Πριν ατονήσει όμως το ενδιαφέρον του Μιχάλη Αδάμη για την ηλεκτρονική μουσική –κι ενώ είχαν προϋπάρξει τρεις δίσκοι 45 στροφών στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές του ’60 (στις Fidelity και Philips) με κάλαντα, τροπάρια και ψαλμούς από την Παιδική Χορωδία του Παρεκκλησίου των Βασιλικών Ανακτόρων υπό την διεύθυνσή του–, εμφανίζονται στη δισκογραφία δύο μνημειώδη για την ελληνική ηλεκτρονική μουσική έργα του: ο «Μινυρισμός» για μαγνητοταινία (1966) και η «Γένεσις» (1968). Και τα δύο έργα παρουσιάστηκαν στην 3η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής, που οργανώθηκε στο Hilton, στο διάστημα 15-22 Δεκεμβρίου του 1968, σε συνεργασία με το Εργαστήρι Σύγχρονης Μουσικής του Ινστιτούτου Goethe, το Μορφωτικό Γραφείο της Αμερικανικής Πρεσβείας, το Γαλλικό Ινστιτούτο και… βεβαίως με τα φράγκα του Ιδρύματος Ford. Ο «Μινυρισμός» εμφανίστηκε στο άλμπουμ «Έλληνες Συνθέτες 1, Από την 3η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής» [EMI/ Columbia] το 1970, ενώ η «Γένεσις», που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, στο «Έλληνες Συνθέτες 3, Από την 3η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής» [EMI/ Columbia] επίσης το 1970.
Η «Γένεσις» συνετέθη το 1968, αφορούσε σε 3 χορωδίες, απαγγελία και μαγνητοταινία κι ήταν στηριγμένη σε ποίημα (ή στίχους) του Νοτιοαφρικανού Sinclair Beiles και της συζύγου του αμερικανίδας γεωλόγου (ή αρχαιολόγου) και ποιήτριας Annie Rooney. Οι στίχοι είχαν μεταφραστεί από την ελληνίδα ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα, τους απήγγειλε η ηθοποιός Όλγα Τουρνάκη, ενώ στην ηχογράφηση είχαν πάρει μέρος δύο, τελικώς, χορωδίες (οι Χορωδίες Δωματίου Θεσσαλονίκης και Αθηνών, υπό την διεύθυνση των Γιάννη Μάντακα και Στεφάνου Βασιλειάδη αντιστοίχως). Μάλιστα, όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ: «για να παραχθεί ο παρών δίσκος, τα έργα εκτελέστηκαν, με ακριβώς τους ίδιους εκτελεστές και διευθυντές ορχήστρας και χορωδίας, αμέσως μετά τη λήξη της ‘Εβδομάδας’, στα ‘Στούντιο ΣΙΦΙΛΜΣ’ Αθηνών». Λογικό. Δεν ήταν εύκολο να αποτυπωθούν όλα αυτά τα πράγματα live από το Hilton…
Την εποχή που είχα αγοράσει αυτό το άλμπουμ (από ένα κεντρικό δισκάδικο της Πάτρας, στα τέλη της δεκαετίας του ’80) δεν μου έλεγαν τίποτα τα ονόματα των ποιητών “S. Beiles” και “A. Rooney” (έτσι είναι γραμμένα στο οπισθόφυλλο). Βεβαίως, η «Γένεσις», που διαρκούσε 18 λεπτά και κατελάμβανε όλη τη δεύτερη πλευρά του άλμπουμ, μου έλεγε πολύ. Ένας συνδυασμός άγριων, ώρες-ώρες, ηλεκτρονικών, σε συνδυασμό με φωνές διαφόρων ηχοσταθμών και απαγγελίες στίχων («η σφαίρα της Γης πέφτει σαν σταγόνα», «η πέτρα πέφτει, απλώνεται σε κύκλους/ νοιώθει το κάθε άγγιγμα/ γρήγορο, αργό, θύελλες, κραδασμοί/ ηχώ του φεγγαριού/ πέτρες, πέτρες, πέτρες, πέτρες/ παίζουν μια μελωδία…»), ενταγμένα όλα μέσα σ’ ένα σαλεμένο, μυστηριακό και απολύτως υποβλητικό περιβάλλον. Χρόνια αργότερα συνειδητοποίησα με τι ακριβώς είχα να κάνω, όταν άρχισα να τακτοποιώ κάποια πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον Sinclair Beiles (1930-2000), την παρουσία του στην Ελλάδα των sixties και των seventies, και βεβαίως για το πόσο σημαντικός υπήρξε στην απόπειρα δημιουργίας ενός «άλλου» τρόπου αφήγησης, όντας μέλος τής παρέας των beats. Γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς στο βιβλίο του Τα Οράματα μιας Απίθανης Γενιάς, Στοιχεία για την beat generation [Κέδρος, Αθήνα 2010]: «Υπάρχει ένα βιβλίο που στον χώρο της αντικομφορμιστικής λογοτεχνίας θεωρείται, δικαίως, θρυλικό. Είναι το ‘Minutes to Go’, το οποίο συνυπέγραψαν το 1968 ο Μπράιον Γκάιζιν, ο Ουίλλιαμ Μπάρροουζ, ο Γκρέγκορυ Κόρσο και ο Σινκλέρ Μπέηλς (σ.σ. το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Παρίσι, από τις εκδόσεις Two Cities, το 1960). Οι τρεις πρώτοι από τους δημιουργούς είναι μάλλον γνωστοί στους υποψιασμένους Έλληνες αναγνώστες. Ο τέταρτος υφίσταται βιβλιογραφικά στη χώρα μας μόνο στην ‘Ανθολογία μπιτ ποίησης’ (σ.σ. από τις εκδόσεις Ροές, το 2003). Ανά τον κόσμο, ο Σινκλέρ Μπέηλς είναι διαβόητος όχι τόσο για το σημαντικό ποιητικό του έργο, που παραμένει μάλλον άγνωστο, αλλά για την αναγραφή του ονόματός του δίπλα στα ονόματα κάποιων ‘ιερών τεράτων’ του λογοτεχνικού χώρου». Φυσικά, όταν αναφερόμαστε στο “Minutes to Go” αναφερόμαστε στο βιβλίο που εγκαινίασε, όπως φαίνεται, το cut-up στη λογοτεχνία το έτος 1960. Και βεβαίως, η παρουσία του Beiles σ' αυτό, ανάμεσα στα υπόλοιπα ονόματα (Burroughs, Gysin, Corso), λέει πολλά.
Προς τα τέλη των 50s ο Beiles γνωρίζεται στον Παρίσι με τον Τάκη (Takis). Διαβάζει στην Galerie Iris Clert το μαγνητικό μανιφέστο τού έλληνα γλύπτη και παίζοντας ρόλο «ζωντανού γλυπτού» (έχοντας μαγνήτη στη ζώνη του), βρίσκεται αιωρούμενος μέσα σ’ ένα μαγνητικό πεδίο, που είχε κατασκευαστεί ως μέρος ενός ευρύτερου έργου. Στην Wikipedia αναφέρεται πως ο Beiles απέδωσε σ’ αυτό το μαγνητικό γλυπτό την μεταγενέστερη πνευματική του αστάθεια (ο άνθρωπος πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του, διακεκομμένα, σε νευρολογικές κλινικές), παρότι ο Τάκης τον είχε εφοδιάσει με κράνος, για να προστατέψει το κεφάλι του. Σε μια συνέντευξη πάντως του Beiles, που υπάρχει στο βιβλίο του Λειβαδά, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται κάτι τέτοιο. Ο Νοτιοαφρικανός αναφέρεται σ' ένα «ζήτημα χημείας», που το κουβαλούσε «από πάντα».
Ο Sinclair Beiles (η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο της Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη)
Στα μέσα των sixties, πιθανώς και νωρίτερα, ο Beiles εγκαθίσταται σχεδόν μονίμως στην Ελλάδα, μετακινούμενος μεταξύ Αθήνας και Ύδρας, εκεί όπου γνωρίζει και γίνεται φίλος με τον Leonard Cohen. Η Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη (ιρλανδικής καταγωγής ποιήτρια και μεταφράστρια, συμβία του Μίνου Αργυράκη, που από το 1960 ζούσε στην Αθήνα) γράφει στο βιβλίο της Ο Θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν [Οδός Πανός, Αθήνα 2007], για τον Sinclair Beiles που ήταν φίλος της: «Ήδη από τη δεκαετία του ’60 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Σινκλέιρ Μπέιλλις ερχόταν τακτικά στην Ελλάδα και μέχρι τον θάνατό του, στην αρχή-αρχή της Τρίτης Χιλιετηρίδας, ζούσε με το όνειρο να γυρίσει και να μείνει για πάντα στην Ελλάδα.(…) Ο Σινκλέιρ ήταν τόσο γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος, που πάντα προσπαθούσε να ενθαρρύνει τους άλλους ποιητές, αντί να τους θάψει». Παρακάτω η Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη αναφέρεται σε διάφορα αθηναϊκά ευτράπελα που αφορούσαν στον Beiles και τη συζύγό του Annie Rooney, ευτράπελα που  εξανάγκασαν τον νοτιοαφρικανό ποιητή να εγκαταλείψει την Ελλάδα ως «περσόνα νον γκράτα». Με τη μεσολάβηση όμως ενός «ευυπόληπτου Αθηναίου», δόθηκε και πάλι άδεια στον «ανεπιθύμητο ποιητή» ώστε να επιστρέψει στη χώρα μας.
Στο βιβλίο του Λειβαδά, στη συνέντευξη που παρατίθεται, ο Beiles κάνει λόγο για κάποιον έλληνα μαικήνα, που τον αφήνει να ζει στη βίλα του. Όπως λέει ο ίδιος: «Ως αντάλλαγμα τού δίνω αντίγραφα από χειρόγραφά μου τα οποία τα βάζει σε κορνίζες και τα κρεμάει στους τοίχους(…). Αρχίζω να βγάζω κάποια χρήματα από το γράψιμο – θα γίνει μια παράσταση βασισμένη σε ένα δικό μου κείμενο, με συνοδεία μουσικής, στο Θέατρο του Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών». Η συνέντευξη δόθηκε στον βρετανό συγγραφέα και εκδότη Michael Butterworth τον Ιούλιο του 1975 στο Λονδίνο, οπότε θα πρέπει να ψάξουμε στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών εκείνου του έτους για να δούμε αν ανέβηκε η συγκεκριμένη παράσταση. (Και όντως ανέβηκε την 27/8/1975 με το Ensemble του Μπαλέτου της Όπερας του Εθνικού Θεάτρου της Πράγας). Άλλο, όμως, είναι το θέμα μας τώρα. Ο «ευυπόληπτος Αθηναίος» της Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη και ο «έλληνας μαικήνας» του Sinclair Beiles είναι το ένα και το αυτό πρόσωπο; Μπορεί. O «έλληνας μαικήνας», πάντως, πρέπει να ήταν ο Υδραίος Παντιάς Σκαραμαγκάς. Μάλιστα, το επώνυμό του το έδωσε ο Ian Fleming στον κακό Francisco Scaramanga –ήρωας της «τζειμσμποντικής» νουβέλας The Man with the Golden Gun, αλλά και της ταινίας τού ’74 με τον Christopher Lee στον συγκεκριμένο ρόλο– όταν ο βρετανός συγγραφέας επισκέφθηκε την Ύδρα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60. Εν ολίγοις, ο Παντιάς Σκαραμαγκάς ήταν ένας από τους ανθρώπους (το λέω γιατί υπήρχαν και άλλοι) γύρω από τους οποίους περιστρεφόταν όλη η παρέα των hipsters (και όχι μόνον αυτών) στην Ύδρα των sixties και των seventies.
Και για να επανέλθω στους Sinclair Beiles και Μιχάλη Αδάμη, προκειμένου να κλείσω το κείμενο επειδή μπορεί να τραβήξει κι άλλο... Στην βιβλιογραφία αναφέρεται ένα βιβλίο υπό τον τίτλο The Greek Plays (Electra; Punch and Judy; Genesis; Mme Sausolito) [Nugget Press, 1996], στο οποίον περιλαμβάνονται, προφανώς, τα ποιητικά έργα που έγραψε ο Beiles ενόσω βρισκόταν στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια η «Γένεσις» του Μιχάλη Αδάμη, ως τίτλος, ήταν κατά βάση το έργο του Beiles. Είχαν γνωριστεί οι δυο τους (ο Αδάμης με τον Beiles); Ή, μήπως, η ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον έλληνα συνθέτη και το περιβάλλον της Ύδρας; (Παρεμπιπτόντως, η Καράγιωργα, εκτός από Sinclair Beiles/ Annie Rooney, έχει μεταφράσει και Leonard Cohen τουλάχιστον από το 1975 – αυτό αναφέρεται στην εφημερίδα Τα Νέα της 5/7/2008).
Τι πρέπει να κρατήσουμε, τελικώς, απ’ όλην αυτή την ιστορία; Μα το προφανές. Πως ο Μιχάλης Αδάμης «μελοποιεί», μεταφρασμένους στη γλώσσα μας, στίχους του Sinclair Beiles (μιας θρυλικής ποιητικής φιγούρας, επίλεκτο μέλος της παρέας των beats) δημιουργώντας ένα ελληνικό ηλεκτρονικό έργο «έμβλημα» 45 χρόνια πριν.
Να, τώρα, και μια ηλεκτρονική δισκογραφία του Μιχάλη Αδάμη, η οποία φθάνει έως το 2005, βασισμένη στα στοιχεία που δίνει ο Θωμάς Ταμβάκος στο πολύ χρήσιμο (210 σελίδων) βιβλίο Ελληνικές Μουσικές Γιορτές, 6-14 Μαΐου 2005 [Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Αθήνα 2005]…
Δισκογραφία
1. VARIOUS – Έλληνες Συνθέτες 1/ Από την 3η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής – EMI/ Columbia SCXG 55 – 1970
[περιέχει το «Μυνιρισμός» (1966) για μαγνητοταινία]
2. VARIOUS – Έλληνες Συνθέτες 3/ Από την 3η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής – EMI/ Columbia SCXG 57 – 1970
[περιέχει το «Γένεσις» (1968) για τρεις χορωδίες, απαγγελία και μαγνητοταινία]
3. VARIOUS – Έλληνες Συνθέτες/ 1η + 2η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής – EMI/ His Master’s Voice CSDG 62 – 1973
[περιέχει το «Αποκάλυψις, 6η σφραγίδα» (1967) για αφηγητή, πέντε φωνητικές ομάδες και μαγνητοταινία]
4. VARIOUS – Έλληνες Συνθέτες 1/ 4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής – EMI/ His Master’s Voice CSDG 63 – 1973
[περιέχει το «Κράτημα» (1971) για ψάλτη, όμποε, τούμπα και μαγνητοταινία]
5. VARIOUS – Ελληνική Ηλεκτρονική Μουσική 1/ Αδάμης, Βασιλειάδης, Βλαχόπουλος, Μαμαγκάκης, Ξανθουδάκης, Τερζάκης – EMI/ His Masters Voice SCDG 67 – 1974
[περιέχει το «Μεταλλικά Γλυπτά ΙΙΙ» (1972) για μαγνητοταινία]
6. VARIOUS – 4 Γενιές/ Αδάμης, Ξανθουδάκης, Μνιέστρης, Καραθανάσης, Λουφόπουλος, Εμμανουήλ – Ιόνιο Πανεπιστήμιο/ Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΙΠ004 – 2002
[περιέχει το «Θεοφανώ ΙΙ» ηλεκτρονική μουσική (1971), αναθεώρηση το 2001]
7. Στο YouTube ακούγεται και το «Ένδον» (2001) για άλτο σαξόφωνο και μαγνητοταινία – δεν γνωρίζω αν έχει δισκογραφηθεί

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ νέγρικος ηλεκτρισμός

Πριν λίγες ημέρες (στο τέλος του 2012) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το βιβλίο Μάνος Λοΐζος, απ’ τη μνήμη στην καρδιά, σε επιμέλεια του Θανάση Συλιβού. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, για το οποίον, στο εγγύς μέλλον, θα γράψω περισσότερα. Τώρα, θα μεγεθύνω σε κάτι που σχετίζεται άμεσα με το βιβλίο και που μ’ ενδιαφέρει κάπως παραπάνω.
Γνωρίζω από χρόνια –το έχω διαβάσει, το έχω ακούσει– την προδικτατορική περιπέτεια των «Νέγρικων», ενός κύκλου τραγουδιών του Μάνου Λοΐζου σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, που εκδόθηκαν για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση (Δεκέμβριος του 1975). Τα τραγούδια αυτά τα είχε μελοποιήσει ο Λοΐζος πριν την δικτατορία και τα είχε πρωτοπαρουσιάσει τον Δεκέμβριο του 1966 (μάλλον την 19/12) στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο.
Χρησιμοποιώντας λαϊκή και μοντέρνα ορχήστρα ο Λοΐζος είναι ο πρώτος συνθέτης του «εντέχνου» που καινοτομεί (δι’ αυτού του τρόπου), ενώνοντας δηλαδή δύο ετερόκλητες μουσικές φόρμες. Σε συνέντευξη που είχε δώσει στον Δημήτρη Γκιώνη, στην εφημερίδα της Αριστεράς Δημοκρατική Αλλαγή της 27/12/1966 (και που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο του Συλιβού) διαβάζουμε:
«Για μένα η μουσική είναι μέσον. Τα εκφραστικά μέσα πηγάζουν από αυτό που θέλω να πω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των ‘Νέγρικων’ χρησιμοποίησα για πρώτη φορά ηλεκτρικές κιθάρες και όργανο στην ορχήστρα μου, όπως και ρυθμό σέικ, μποστέλα κ.ά. Για μένα το φαινόμενο γε-γε είναι φαινόμενο που καθρεφτίζει την εποχή μας. Το σέικ δεν έχει καμμιά σχέση με το τσα-τσα ή το μάμπο – ρυθμούς μάλλον αισθησιακούς. Οι σύγχρονοι ρυθμοί (σέικ) είναι ρυθμοί διαμαρτυρίας, μοναξιάς και αυτοβασανισμού. Και η ποίηση των ‘Νέγρικων’ με οδήγησε σ’ αυτούς γιατί τα θέματά τους μιλάνε για αδικία και εκμετάλλευση – προβλήματα που έχουν απήχηση σε όλο τον κόσμο. Δεν επεδίωξα να κάνω σέικ. Έχοντας όμως μέσα μου αυτή την παγκόσμια φωνή διαμαρτυρίας που εκφράζει, το σέικ ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο».
Στα τέλη του 1966 ο Λοΐζος είχε αντιληφθεί –ποιος ξέρει από πού και πώς, μπορεί και από ένστικτο– τη δύναμη του ηλεκτρικού ήχου και τη δυνατότητά του συγχρόνως να εκφράσει μια μορφή αμφισβήτησης, μια μορφή διαμαρτυρίας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί εκείνη την περίοδο ο ήχος των ελληνικών συγκροτημάτων μπορεί αισθητικώς, σε κάποιες περιπτώσεις, να μην είχε να ζηλέψει τίποτα από τον ήχο σχημάτων του εξωτερικού, όμως η ταύτιση αυτού ακριβώς του ήχου συχνά μ’ ένα χαζοχαρούμενο προφίλ («βοηθούσαν» προς αυτή την κατεύθυνση οι Μοντέρνοι Ρυθμοί και όλα τα υπόλοιπα έντυπα και ραδιόφωνα της εποχής), εμπόδιζε πολλούς να δουν στο σέικ, όπως το έλεγαν τότε (στο rock δηλαδή), κάτι πέραν από τις… τσίχλες, τις κάλτσες και τις χρυσές νεολαίες. Ο Λοΐζος βάζει γυαλιά εν ολίγοις σε όλο το ποπ εποικοδόμημα, αλλά ακόμη και στον ίδιο τον Σαββόπουλο, ο οποίος εκείνη την εποχή (τέλη ’66) δεν είχε ακόμη αντιληφθεί τι σημαίνει rock.
Ποιο ήταν όμως αυτό το σέικ συγκρότημα που θα έμπαινε στα «Νέγρικα» και θα τα μετέτρεπε σε ηλεκτρικά; Παλαιά είχα ακούσει-διαβάσει κάτι περί Idols, αλλά τώρα (με τη βοήθεια του βιβλίου) θα δώσω λίγα στοιχεία παραπάνω.
Ο Γιάννης Νεγρεπόντης μπροστά από το ταμπλώ της συναυλίας των "Νέγρικων", στον Πειραιά, την 27/2/1967. Συμμετείχαν οι Cinquetti (η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο "Μάνος Λοΐζος, απ' τη μνήμη στην καρδιά")
Σ’ εκείνη την πρώτη συναυλία της 19/12/1966 δεν είναι σίγουρο ποιοι αποτελούσαν την ορχήστρα των «Νέγρικων», αλλά στη δεύτερη συναυλία τής 27/2/1967 είμαστε απολύτως βέβαιοι. Στο βιβλίο του Συλιβού, στη σελίδα 105 δημοσιεύεται μια φωτογραφία του στιχουργού Γιάννη Νεγρεπόντη μπροστά από ένα ταμπλώ εκείνου του live. Φαίνονται καθαρά ο τόπος διεξαγωγής της συναυλίας (ο Πειραιάς ξανά), η ημερομηνία (27/2), η «μικρή λαϊκή ορχήστρα» και ακόμη πιο κάτω, κομμένο σχεδόν το… ορχήστρα Cinquetti. Μόλις είδα τη φωτογραφία το μάτι μου καρφώθηκε εκεί.
Οι Cinquetti λοιπόν (πιθανώς με τον Δημήτρη Ταμπόση στην κιθάρα, τον Αντώνη Τριανταφύλλου στο μπάσο, τον Κώστα Παπαϊωάννου στα ντραμς και κάποιον οργανίστα – όχι πάντως τον Λάκη Τζορντανέλλι, που τότε δεν είχε προσχωρήσει ακόμη στο γκρουπ) παίζουν στα «Νέγρικα» συνοδεύοντας την Μαρία Φαραντούρη, η οποία είχε δίπλα της, αυτή τη φορά, τον Γιώργο Μούτσιο. Λέει ο Νεγρεπόντης (πάντα από το βιβλίο):
«Στην άλλη συναυλία ο Γιώργος Ζωγράφος αρρώστησε και εγώ είπα στον Μάνο να παρακαλέσω τον φίλο μου τον Γιώργο Μούτσιο. Μια άλλη διάσταση. Δεν ξέρω αν υπάρχει καν καμιά ταινία μαγνητοφώνου. Όμως και στον Μάνο και σε μένα ήταν μια εξαιρετική εντελώς εντύπωση. Μια εντύπωση τόσο δυνατή που μόνον ύστερα από χρόνια ξανάζησα με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όταν τραγούδησε τα Νέγρικα στην Πλάκα».
Στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν δύο ακόμη μαρτυρίες. Η πρώτη από τον Μανώλη Ρασούλη, ο οποίος το 1982 δεν θυμόταν καλά το πότε παρουσιάστηκαν τα «Νέγρικα»:
«Ο Λοΐζος τα άφηνε όλα για το τέλος. Θυμάμαι που θα έδινε μια συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς με τα ‘Νέγρικα’ το ’65 –ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε ηλεκτρικές κιθάρες και ροκ χρωματισμούς– η συναυλία θα άρχιζε στις 8, ήταν 8:30 και στο φουαγέ ακόμη έκανε πρόβες για να στρώσει τα κομμάτια».
Και ο ποιητής Γιάννης Κοντός το 2002, δεν φαίνεται να γνώριζε πως η συναυλία της 27/2/1967 ήταν η δεύτερη των «Νέγρικων» και όχι η πρώτη:
«Και ερχόμαστε στον Φεβρουάριο του 1967. Μια φοιτητική εβδομάδα στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά όπου ανακατεύτηκα ενεργά μάς έφερε πάλι κοντά. Παρουσιάσαμε τα ‘Νέγρικα’ για πρώτη φορά. Πρώτος εκτελεστής ο Γιώργος Μούτσιος και τη δεύτερη φορά η τότε νεαρή τραγουδίστρια Μαρία Φαραντούρη. Η Ζωή Φυτούση είπε άλλα κεφάτα τραγούδια με μεγάλη επιτυχία. Η ορχήστρα ήταν ένα νέο συγκρότημα ροκ».
Μία τρίτη παρουσίαση των «Νέγρικων» φαίνεται πως πραγματοποιείται την 19/4/1967 στο Θέατρο Κεντρικόν (δύο μέρες μετά την εμφάνιση των Rolling Stones στη Λεωφόρο και δύο μέρες πριν το πραξικόπημα) σε μια συναυλία που είχε διοργανώσει η ΕΦΕΕ. Πάντα από το βιβλίο του Συλιβού ο Θάνος Μικρούτσικος θυμάται:
«Ο Μάνος Λοΐζος (δεν είχε κλείσει ακόμα τα 30) παρουσίαζε τα ‘Νέγρικα’ τραγούδια, μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Στο πιάνο έπαιζα εγώ (ήμουν 19 χρονών), σε ένα όργανο από τους προγόνους των λεγόμενων συνθεσάιζερ, που είχα στο σπίτι μου έπαιζε ο Λοΐζος, κιθάρα ο Διονύσης Σαββόπουλος, τραγουδούσε η νεαρή τότε Μαρία Φαραντούρη και επίσης σε άλλα δύο όργανα ήταν δύο πολύ αξιόλογοι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής, ο Τζίμης Τζιμόπουλος ένας από τους γνήσιους ροκάδες της δεκαετίας του ’60, και ο Πετροπουλάκης».
Οι Μάνος Λοΐζος, Μαρία Φαραντούρη και Γιώργος Μούτσιος στην παρουσίαση των "Νέγρικων", την 27/2/1967 (η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο)
Ο Γιάννης Πετροπουλάκης έπαιζε μπάσο στους U.L.S. (του Σταμάτη Σπανουδάκη και του Γιάννη Κύρη), αλλά την εποχή της συναυλίας ήταν μέλος των M.G.C. Ο Τζίμης Τζιμόπουλος ήταν ο ντράμερ των Idols κι εκείνη την εποχή έμπαινε στην Ορχήστρα Λούκας. Για την ίδια συναυλία υπάρχει άλλη μία μαρτυρία, του Διονύση Σαββόπουλου αυτή τη φορά, από το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα του Στέλιου Κούλογλου (19/4/2007):
«Η ΕΦΕΕ ήθελε να κάνει μια συναυλία με τον Μάνο τον Λοΐζο, ο οποίος θα παρουσίαζε τα ‘Νέγρικα’, αυτή ήταν η δουλειά. Είχε φτιάξει ένα γκρουπ ο Μάνος, το οποίο πιέστηκε από την αστυνομία και τον άφησε σύξυλο, ‘δεν ερχόμαστε’, που την οργανώνει η ΕΦΕΕ δηλαδή και τα λοιπά, ‘δεν ερχόμαστε’. Και τι θα κάνουμε τώρα; Φτιάξαμε εκ των ενόντων μία ορχηστρούλα πολύ ερασιτεχνική. Εγώ πήρα ηλεκτρική κιθάρα, στο πιάνο ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος, μπάσο έπαιζε ο Πετροπουλάκης που πλέον είναι παραγωγός θεαμάτων, δεν ξέρω, κάτι φέρνει από το εξωτερικό. Ποιος ήταν ντράμερ; Α, ο Τζιμόπουλος, έτσι νομίζω λεγότανε. Νομίζω και ο αδελφός του Θάνου Μικρούτσικου κάτι έκανε μέσα εκεί, και η Φαραντούρη βέβαια. Κάναμε την συναυλία στο Κεντρικό, καλά πήγαμε, μολονότι δεν ξέραμε πολύ καλά και τι παίζαμε, αλλά είχαμε πάθος».
Τα «Νέγρικα» [MINOS MSM 261] κυκλοφόρησαν, όπως προείπαμε, τον Δεκέμβριο του 1975 (ηχογράφηση 26/9/1975-19/11/1975). Εκεί, στη μέσα μεριά του εξωφύλλου του δίσκου, υπάρχει ένα σημείωμα του Μάνου Λοΐζου. Εννέα χρόνια αργότερα (από τότε που συνέβαιναν οι παλαιές συναυλίες) ο συνθέτης δεν θυμόταν καλά σχετικώς με το πότε πρωτοπαρουσιάστηκαν τα «Νέγρικα». Αυτό το τονίζω για να δείξω (για άλλη μια φορά) πόσο δύσκολο είναι το να θυμάται κανείς λεπτομέρειες, στηριζόμενος μόνο στις αναμνήσεις του. Λέει ο Λοΐζος:
«Τα ‘Νέγρικα’ γράφτηκαν αρχές του ’67 (σ.σ. αποκλείεται, αφού παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του ’66). Παρουσιάστηκαν σε φοιτητικές συναυλίες της εποχής εκείνης. Για πρώτη φορά –το Φεβρουάριο– στη Φοιτητική Εβδομάδα της Ανωτάτης Βιομηχανικής με τη Φαραντούρη και τον Ζωγράφο (σ.σ. όπως είπαμε η πρώτη φορά ήταν όντως με τη Φαραντούρη και τον Ζωγράφο, αλλά όχι τον Φεβρουάριο του ’67, αλλά τον Δεκέμβριο του ’66, αφού τότε, τον Φεβρουάριο του ’67, τραγούδησαν ο Μούτσιος με την Φαραντούρη), για τελευταία φορά –19 Απριλίου– στη συναυλία της ΕΦΕΕ με τη Φαραντούρη και τον Σαββόπουλο. Μερικά απ’ αυτά τα τραγούδια ακούστηκαν κατά καιρούς σε διάφορες μπουάτ. Τα ‘Νέγρικα’ βγαίνουν τώρα για πρώτη φορά σε δίσκο μια και η δικτατορία τ’ απαγόρευε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν κάναμε καμιά αλλαγή στη μουσική ούτε και στο στίχο. Μια μικρή μόνο διόρθωση αντί 'τι θέλουν τα παιδιά μας στο Βιετνάμ' βάλαμε '… στα Βιετνάμ'. Όσο για κάποιες διαφορές στον τρόπο που τραγουδά η Μαρία ή στον ήχο της ορχήστρας, οφείλονται βέβαια στα χρόνια που μεσολάβησαν».
Γιατί όμως η δικτατορία «απαγόρευε όλα αυτά τα χρόνια» τα «Νέγρικα»; Ποιος, στ’ αλήθεια, θα είχε πρόβλημα με τους στίχους των τραγουδιών «Ο γέρο Νέγρο Τζιμ», «Τι έχουν να χωρίσουνε», «Προσευχή», «Στον πόλεμο ο Τζο», «Για δυο δολλάρια», «Κρίμα σε σένα Νέγρο Μπιγκ»; Εντάξει, η «πόρνη η Τζέην» μπορεί να μην πέρναγε, δεν θα πέρναγε ενδεχομένως και το «τι ξέρουν οι λευκοί απ’ το Χριστό», όπως επίσης και το «μάρτυράς μου η Νέγρα η Παναγιά», μπορεί και τίποτ’ άλλο που δεν το βάζει ο νους μας… Πότε, όμως, υπέβαλε τα τραγούδια ο Λοΐζος και του τα απέρριψε η λογοκρισία; Και γιατί μετά το 1970, όταν είχε ήδη κάνει μέγιστες επιτυχίες (το «στην απάνω γειτονίτσα μ’ αγαπάνε δυο κορίτσια…» ακουγόταν όσο και η «Κυρά-Γιώργαινα») δεν επιχείρησε να περάσει και τα «Νέγρικα»; Κι εν πάση περιπτώσει, ούτε ο πρώτος δίσκος θα ήταν ούτε ο τελευταίος, στον οποίον θα άλλαζαν κάποιες λέξεις στο δρόμο προς την κυκλοφορία του.
Ποιος ήταν ο λόγος λοιπόν που δεν υπήρχε, ποτέ, περίπτωση να τυπωθεί αυτό το LP επί δικτατορίας, την περίοδο 1967-1970; Ένας και μοναδικός. Ο ποιητής Γιάννης Νεγρεπόντης ανήκε στην ΕΔΑ, ήταν Αριστερός· μάλιστα με τον ερχομό της χούντας πήρε πάραυτα πασαπόρτι για τη Γυάρο και τη Λέρο, παραμένοντας εξόριστος για τρία χρόνια. Άρα, την περίοδο 1967-1970, ήταν «κομμένος» από το καθεστώς οτιδήποτε και αν έγραφε.
Μάλιστα στο βιβλίο τού Συλιβού διαβάζουμε πως ακόμη και δύο τραγούδια τού Λοΐζου (σε στίχους Νεγρεπόντη), που θα τα έλεγε η Μαρινέλλα κι είχαν ηχογραφηθεί το ’67 («Που να σε βρω», «Έλα λεβέντη μου») δεν κυκλοφόρησαν ποτέ. Ο Συλιβός γράφει επί λέξει:
«Αν και προορίζονταν να κυκλοφορήσουν σε δίσκο 45 στροφών, αυτό για άγνωστους λόγους δεν έγινε ποτέ…».
Οι λόγοι δεν ήταν καθόλου «άγνωστοι» βεβαίως… Ο Νεγρεπόντης ήταν Αριστερός, κι αυτό για τους λογοκριτές αρκούσε.
Το 1971 ο Γιάννης Νεγρεπόντης, που έχει γυρίσει εν τω μεταξύ από την εξορία, εκδίδει τα ποιητικά Άδιον Ουδέν Έρωτος και Φυλάττειν Θερμοπύλας, ενώ μέσα στη δικτατορία (τον Οκτώβριο του ’73) κυκλοφορούν και τα «Μικροαστικά» του σε κόκκινο(!) βινύλιο και σε μουσικές του Λουκιανού Κηλαηδόνη. (Το κόκκινο βινύλιο παρέμεινε κατακόκκινο σίγουρα μέχρι τον… Ιούλιο του ’74, αλλά μετά, σιγά-σιγά, άρχισε να μαυρίζει. Δεν κάνω πλάκα). Ξανακούγοντας λοιπόν τα «Μικροαστικά» –ένα απολύτως πολιτικό άλμπουμ που σφάζει με το γάντι και που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του–, διερωτώμαι ποιον θα ενοχλούσε η κορωνίδα των «Νέγρικων»: «Όσο η σιωπή είναι χρυσός/ τόσο του νέγρου ο ιδρώς/ για το λευκό είν’ θησαυρός/ στράφι του νέγρου ο θυμός».
Αν τα «Νέγρικα» ήταν αδύνατον να κυκλοφορούσαν το 1967-68 (για τον λόγο που αναφέρθηκε), θα μπορούσε κάλλιστα να είχαν κυκλοφορήσει το 1973. Όμως και αυτό, ενδεχομένως, δεν θα μπορούσε να συμβεί, επειδή η Μαρία Φαραντούρη, που δικαιωματικώς θα ήταν η ερμηνεύτρια των «Νέγρικων», δεν βρισκόταν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Έπρεπε δηλαδή να πέσει η χούντα, ώστε να επιστρέψει η Φαραντούρη από το εξωτερικό και να ηχογραφηθεί το άλμπουμ. Πάντως η ευκαιρία, ούτως ή άλλως, είχε χαθεί.
Δεν θέλω να πω πως τα «Νέγρικα» που ξέρουμε δεν αξίζουν (απεναντίας, πρόκειται για έναν από τους ωραιότερους ελληνικούς δίσκους!), αλλά να… αλλιώς θα ήταν αν είχε προλάβει ο Λοΐζος να τα ηχογραφήσει με τους Cinquetti τους πρώτους μήνες του ’67 (πριν την έλευση της δικτατορίας δηλαδή). Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολλά. Και για τον Λοΐζο και για το… ανυπόληπτο ελληνικό ροκ, αλλά και για το ελληνικό τραγούδι γενικότερα. Μένω χρόνια με την ελπίδα μήπως και έχει κάτι διασωθεί από ’κείνες τις συναυλίες…
Στα ιστορικά στούντιο της Columbia, το Φθινόπωρο του 1975, ηχογραφούνται λοιπόν τα «Νέγρικα», με την ιδιαίτερη ενορχήστρωση του Μάνου Λοΐζου, την Μαρία Φαραντούρη σε μεγάλη φόρμα και από κοντά τον Μανώλη Ρασούλη που ανοίγει και κλείνει το άλμπουμ. Στην ορχήστρα, μερικοί από τους καλύτερους μουσικούς της εποχής. Οι Τάσος Καρακατσάνης και Κώστας Γανωσέλης ήταν στο πιάνο, οι David Grunstein, Κώστας Νικολόπουλος και Τούλης Μαγκαφάς στις ηλεκτρικές κιθάρες και το μπάντζο, ο Γιάννης Ζουγανέλης στην τούμπα, ο Θεόφιλος Καρδάμης στο κλαρίνο, ο Μιχάλης Τριπολιτσιώτης στο μπάσο, οι Τάκης Γκοβόστης και Τάσος Διακογιώργης σε τύμπανα και κρουστά, ο Κίμων Βασιλάς σε ακορντεόν και όργανο, ο Μάνος Αβαράκης στην οκαρίνα, ο Τάσος Πουλημένος στο φλάουτο και ο Γιώργος Κατσικάκης στο τσέλο. Ας θυμηθούμε κάτι…

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ 1933-2013

Ο Παύλος Μάτεσις, που πέθανε σήμερα το πρωί στα 80 χρόνια του, δεν ήταν μόνο θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος, ήταν και στιχουργός του ελληνικού τραγουδιού. Εγώ, τουλάχιστον, έτσι των γνώρισα, μαθητής στο Λύκειο ακόμη, από δυο τραγούδια του που είχε μελοποιήσει ο Λάκης Παπαδόπουλος (ως Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ) στο «Άκυρο» [WEA 229/240015-1] το 1982. Οι τίτλοι τους ήταν «Στη λαϊκή οδό Ασκληπιού» και «Καφενείο Ερμιτάζ», αμφότερα ερμηνευμένα από την Χαρά Αργυροπούλου.
Κάποια από τα πρώτα τραγούδια του Μάτεσι φαίνεται πως μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος (αναφέρομαι στο «Διόνυσε καλοκαίρι μας» με τον Νίκο Ξυλούρη από το φερώνυμο LP τού 1972). Υπάρχει όμως κι ένα ολάκερο LP τού Ξαρχάκου σε στίχους και κείμενα του Μάτεσι που έχει τίτλο «Κόκκινα Τριαντάφυλλα για Μένα» [EMI/ Columbia 2J 062-70148, 1974]. Πρόκειται για τραγούδια που αφορούν στο φερώνυμο θεατρικό τού Seán O'Casey, με το συγκεκριμένο άσμα να το αποδίδει ωραία ο Κώστας Καρράς.
Άλλος ένας δίσκος, σε στίχους Πάυλου Μάτεσι, που μου αρέσει ιδιαιτέρως είναι οι «Ροζ Προκυρήξεις» [Lyra SYLP 3291, 1976] του Γιώργου Μαρίνου, σε μουσικές του Νίκου Δανίκα. Τα τραγούδια «Η Πλάκα (Οι θεατρίνοι)», «Χωρίς ελπίδες στο ζαχαροπλαστείο», «Τα παιδιά της επαρχίας» (…κι έπαιζε φυσαρμόνικα η Μόνικα…) και «Η Γη είναι σφαίρα» (ωραία ροκιά, θα το ακούσουμε στο τέλος) είναι από τα καλύτερα της εποχής, μεταφέροντας σοβαρά κοινωνικά μηνύματα με απλό, χιουμοριστικό (ενίοτε), αλλά πάντα ευθύβολο τρόπο. Δανίκας και Μάτεσις φαίνεται πως είχαν συνεργαστεί για πρώτη φορά στο παρθενικό άλμπουμ τού Μαρίνου «Μια Ζωντανή Παρουσίαση» [Polydor 2421 002] το 1970.
Ο Μάτεσις είχε μεταφράσει επίσης (ανάμεσα σε άλλα) και ποιήματα του Brecht· ποιήματα που είχε τραγουδήσει το 1979 η Μαρία Φαραντούρη σ’ ένα άλμπουμ τής MINOS [DAL-MSM 355]. Από ’κει μεταφέρω την θριλερική «Μπαλάντα των Πειρατών»…

Από πιοτά ξεφρενιασμένοι, 
λουσμένοι από τις αστραπές, 
κι από δαιμόνους φιλημένοι 
στων καραβιών τις κορυφές 
σα σκελετοί ηλιοδαρμένοι, 
αρρώστια, μπόχα, πυρετοί 
μα τραγουδάνε πεινασμένοι 
όσοι απόμειναν ορθοί: 
Ανέμοι, πάρτε μας μακριά, 
σε ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μας η θάλασσα. 

Κάμπος βαθύς και γη σπαρμένη, 
λιμάνια, πόρνες, καπηλειά, 
κάθε στεριά τούς είναι ξένη, 
γι’ αυτούς η θάλασσα στεριά. 
Πατρίδα τους και περιβόλι 
το ανεμόδαρτο σκαρί 
όπου δεν έχει αραξοβόλι 
ούτε σημαία στην κορφή. 
Άνεμοι πάρτε μας μακριά 
σ’ ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μας η θάλασσα. 

Μα ένα βράδυ του Απρίλη 
τ’ άστρα θα τους απαρνηθούν 
μήνυμα η θάλασσα έχει στείλει 
οι πειρατές ν’ αφανιστούν. 
Ο ουρανός, ο σύντροφός τους 
σκέπασε κάθε ξαστεριά 
και ο γαρμπής ο αδελφός τους 
τούς πνίγει σε βαθειά νερά. 
Άνεμοι πάρτε μας μακριά 
σ’ ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μας η θάλασσα. 

Όρθια κύματα τινάζουν 
στα επουράνια το σκαρί 
στης αστραπής το φως κοιτάζουν 
το χάος που τους καρτερεί. 
Άνεμοι παίρνουν το τιμόνι, 
κι ενώ στην κόλαση βουτούν 
οι πειρατές, μαύροι δαιμόνοι, 
ακούγονται που τραγουδούν. 
Άνεμοι πάρτε μας μακριά 
σ’ ορίζοντες αστραφτερούς 
πνίχτε και κάφτε τους θεούς 
θεός για μάς η θάλασσα. 

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

THE SOUNDS strange trip

Άκουσα για πρώτη φορά, σίγουρα, το «Παράξενο ταξείδι» των Sounds το 1990, στη συλλογή «Αναδρομή στη Δεκαετία του ’70» [ΜΒΙ Μ.Β.Ι. 10464] - αν και μπορεί να το είχα ακούσει νωρίτερα στο ραδιόφωνο. Οι επιμελητές Θοδωρής Κρίθαρης και Άκης Λαδικός είχαν επιλέξει το συγκεκριμένο άσμα ως lead track στο άλμπουμ τους, πράττοντας, απλώς, το σωστό και το πρέπον! Το τραγούδι (μουσική-στίχοι κάποιου Σ. Παπαδόπουλου) σού παίρνει το σκαλπ από τις πρώτες νότες. Απαράμιλλο drive, τέλειος συνδυασμός ηλεκτρικής κιθάρας-πιάνου, με το μπάσο να βομβαρδίζει συνεχώς και τα ντραμς άψογα στο ρόλο τους. Κι ενώ, λοιπόν, αναμένεις να μπει κάποια φωνή σκληρή (ροκ να την πούμε ρε παιδί μου), σκάει ο Τάκης Αντωνιάδης με το βελουδένιο ηχόχρωμα και σε στέλνει. Απίθανη αντίστιξη! Τo «Παράξενο ταξείδι», που είναι ένα φάνκικο ψυχεδελικό κομμάτι (αν και τούτο δεν το λέω εγώ, το είπαν κάποιοι φίλοι από το εξωτερικό, Γάλλοι, Σουηδοί, Ισπανοί… και δεν θέλω να τους χαλάσω το χατίρι), εμπεριέχει όλα τα συστατικά ενός ροκ τραγουδιού που μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο. Έχει εξαιρετικούς-αφοπλιστικούς (ελληνικούς) στίχους, που αφορούν σ’ ένα δύσκολο θέμα… ένα mind trip («Ταξείδι τώρα μεσ’ τη σκέψη χωρίς τελειωμό/ άρχισα κι εγώ να βρω/ σε κόσμους γαλάζιους, σε ελπίδες κρυφές που θα ζουν/ πέρα μακρυά από το χθες»), έχει εντυπωσιακό παίξιμο (ομαδικό και σολιστικό) από μία top επαγγελματική μπάντα της εποχής, έχει την πρέπουσα αισθησιακή, αλλά και σοβαρή συγχρόνως, ερμηνεία ενός καλλίφωνου τραγουδιστή.
Αναζήτησα αυτό το 45άρι «Ο χοντρός/ Παράξενο ταξείδι» [Pan-Vox PAN 6446, 1972] την εποχή που το πρωτάκουσα, ενώ πρέπει να το αγόρασα, με 2-3 κατοστάρικα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τον Γιάννη τον Βινύλιο· πριν ανοίξει το μαγαζί, όταν έβγαινε με πάγκο απέναντι από τους Διόσκουρους, στο Μοναστηράκι, στη γωνία Αδριανού και Βρυσακίου. Ακόμη και σήμερα, όταν θέλω ν’ ακούσω το... “Strange trip” ρίχνω στο πικάπ το 45άρι, το τσιτώνω και τρίζουν τα τζάμια. Απόλαυση! (Ο «Χοντρός», το τραγούδι των Τ. Αντωνιάδη - Γ. Αλεξάνδρου της πρώτης πλευράς, που είναι επηρεασμένο από το “In the summertime” των Mungo Jerry, δεν μου λέει κάτι).
Παράκληση λοιπόν. Όποιος ξέρει, σίγουρα, (γιατί στο περίπου ξέρω κι εγώ – αλλά ας είναι και στο περίπου, θα την βρούμε την άκρη) τον παρακαλώ να με πληροφορήσει (ψάξτε ενδεχομένως και στο facebook στις σχετικές σελίδες) ποια είναι τα μέλη των Sounds που παίζουν σ’ αυτό το τραγούδι, και ποιος είναι αυτός ο Σ. Παπαδόπουλος που το έχει γράψει.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Hubro, ένα label από την Νορβηγία

Οι εκπλήξεις της νορβηγικής σκηνής τελειωμό δεν έχουν. Και πώς να έχουν δηλαδή όταν εν έτει 2012 κυκλοφορούν άλμπουμ όπως το “Wired” [CD2514] των Cakewalk; Με τι έχουμε να κάνουμε λοιπόν εδώ; Απλώς, με ένα electro-kraut κατασκεύασμα, αχαλίνωτου heavy psych πάθους, πλημμυρισμένου στα σύνθια, τα εφέ και τις κιθάρες.
Τρίο είναι οι Cakewalk αποτελούμενοι εκ των Øystein Skar συνθεσάιζερ, Stephan Meidell κιθάρες, μπάσο, διάφορα «κουτιά» και Ivar Loe Bjørstad ντραμς. Μπορεί σ’ εμάς, εδώ στη μακρινή Ελλάδα, να είναι άγνωστοι, στην πατρίδα τους όμως τη Νορβηγία είναι αναγνωρισμένοι παίκτες, μιας κι έχουν υπάρξει μέλη ποικίλων γκρουπ (Sacred Harp, Highasakite, The Sweetest Thrill, Hedvig Mollestad Trio…). Το “Wired” είναι φυσικά το παρθενικό CD τους, κι εκείνο που τους τοποθετεί κατ’ ευθείαν στην κορυφή της σύγχρονης «μοτορικής» σκηνής. Κάτι λιγότερο από 31 λεπτά λοιπόν φαίνεται πως αρκούν στους Cakewalk προκειμένου να παρουσιάσουν τις έξι συνθέσεις τους (από 3:06 η συντομότερη στο χρόνο, έως 7:51 η μεγαλύτερη), μία ακόμη συμβολή στο μετρονομημένο kraut των Neu!, προσθέτοντάς του όμως Floyd-ικούς (παρότι μπορεί να υπάρχουν κάποιοι που να έχουν ακούσει πιο πολύ Gila στη ζωή τους, παρά Pink Floyd…) και mid-70s Tangerine-ικούς υπαινιγμούς. Και αυτό είναι ένα πρώτο πλαίσιο μόνον (άκου π.χ. το “Glass”), καθότι από ’κει και πέρα υπεισέρχονται πλείστα όσα στοιχεία (από το κλασικό industrial και τον… τραγουδιστικό Brian Eno, μέχρι το noise-rock και την jazz ελεκτρότητα). Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι υπεράνω και των υψηλοτέρων προσδοκιών, με κομμάτια όπως τα “Descent”, “Perpetual” και “Kammer” να παρασύρουν ακόμη και τον πιο ατάραχο ακροατή στη μηχανική τους δίνη.
Επίσης παράξενο είναι και το “Cabin Music” [Hubro Music CD2515P, 2012] των Ballrogg. Το σχήμα πρωτοξεκίνησε το 2006 ως ντούο, αποτελούμενο από τον σαξοφωνίστα Klaus Ellerhusen Holm και τον κοντραμπασίστα Roger Arntzen. Με αυτή τη line-up ηχογράφησαν ένα πρώτο CD το 2008 (“Ballrogg”) –διασκευάζοντας, ανάμεσα στα δικά τους κομμάτια, και συνθέσεις των Eric Dolphy, Ornette Coleman και Jimmy Giuffre–, όπως κι ένα δεύτερο το 2010 (“Insomnia”), αλλάζοντας όμως μορφή λίγο πριν την εγγραφή τού τρίτου τους άλμπουμ. Στο “Cabin Music” οι Νορβηγοί είναι πλέον τριπλέτα (προστέθηκε ο Ivar Grydeland pedal steel & ακουστική κιθάρα, banjo, ραδιόφωνο), ενώ και ο Holm ενίσχυσε το setting του προσθέτοντας ηλεκτρονικά και field recordings. Το αποτέλεσμα είναι, και σε αυτή την περίπτωση, ξεχωριστό, φανερώνοντας όχι μόνον τον προχωρημένο αισθητικό προσανατολισμό της Hubro, αλλά και το γενικότερο μουσικό επίπεδο της σκανδιναυικής χώρας. Το 8λεπτο “Swedish country” που ανοίγει το άλμπουμ έχει φοβερό παίξιμο στο κοντραμπάσο (ένα πλήρες ρυθμικό τμήμα από μόνο του). Από ’κει και πέρα δίνεται βάση σ’ ένα πλαίσιο, στο οποίο συνυπάρχουν πνευστά, κιθάρες και ηλεκτρονικά, διαμορφώνοντας μία σύνθεση που σε κερδίζει με τη μαεστρία της να εμφανίζει το λίγο για πολύ. Το σχεδόν 9λεπτο “Breakfast music” ξεκινά με μια πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα μπορούσε ν’ ακουμπήσει ακόμη και βυζαντινή ψαλμωδία. Στην πορεία, βεβαίως, το κομμάτι πηγαίνει αλλού. Ήχοι από ραδιόφωνο, κάποιοι θόρυβοι, κιθαριστικοί αρπισμοί στην pedal steel (στο ύφος του Bruce Kaphan), γενικώς ένα κάπως τελετουργικό track που δείχνει (και αυτό) την ιδιαιτερότητα των Νορβηγών. Στο 10λεπτο “Sliding doors” το banjo του Grydeland μας βάζει σ’ ένα κλίμα, είναι όμως οι κιθάρες εκείνες οι οποίες προσδιορίζουν το κάπως αφηρημένο κάδρο. Εξαιρετικό track, που σε πάει πίσω στο χρόνο, σε κάποιες εκδόσεις φερ’ ειπείν της Metalanguage (Henry Kaiser, Fred Frith…). Στο έσχατο “Fireplace” οι Ballrogg ξεφεύγουν εντελώς, προβάροντας ατμοσφαιρικές-ψυχεδελικές καταστάσεις. Το παίξιμο με glissando στην κιθάρα είναι εντυπωσιακό, με τον μπασίστα Arntzen να δείχνει για ακόμη μία φορά τα… δάχτυλά του και τον Holm να επεμβαίνει με λίγα πνευστά, και περισσότερα εφέ & ηλεκτρονικά.
Σημαντική εταιρεία. Ανακαλύψτε την… όπως μπορείτε, καθότι έως ώρας (και μόνον «έως ώρας») δεν εισάγεται επισήμως στην Ελλάδα. Το σημειώνω τούτο, επειδή με ρώτησε ένας αναγνώστης στο cbox πριν λίγες ημέρες.
Επαφή: www.hubromusic.com

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

ντόπια μέταλλα

Για τους Planet of Zeus και το “Macho Libre” έχω γράψει παλαιότερα με αφορμή την πρώτη κυκλοφορία του σε CD. Πριν λίγο καιρό η B-Other Side τύπωσε το άλμπουμ και σε 500 αντίτυπα gatefold βινυλίου (plus insert), δίνοντάς μας την ευκαιρία να το ευχαριστηθούμε και με άλλο τρόπο.
Όπως είχα σημειώσει και τότε, το στυλ των Planet of Zeus είναι το «σκληρό rock, με στοιχεία southern (Molly Hatchet ας πούμε), ‘μετάλλου’ (Down), αλλά και με μιαν αλήτικη αύρα να περιπλέκει το σύστημα, όχι και πολύ διαφορετική από τη γνωστή των Motorhead ή τη λιγότερο γνωστή των Dumpy’s Rusty Nuts(…). Στα συν, πέραν της γενικότερης στάσης που είναι βαθιά ριζωμένη στις συνθέσεις και το τραγούδι, η ηχογράφηση και η παραγωγή του Θοδωρή Ζευκιλή (έχει δουλέψει για τους Rotting Christ, Nightstalker κ.ά.)».
Πέραν, όμως, του βινυλίου η B-Other Side επανατυπώνει σε digipak CD και το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος υπό τον τίτλο “Eleven the Hard Way”, που είχε κυκλοφορήσει από τις Casket Music/Copro Records το 2008. Ο Babis στις φωνές και τις κιθάρες (στα θανατηφόρα riffs), ο J.V. στο μπάσο (στις βαρέων βαρών μπασογραμμές) και ο Yog στα ντραμς (στα μανιώδη χτυπήματα) απλώνουν μια σειρά από τραγούδια, που κερδίζουν, με την αξία τους, τής προσοχής μας. Από το βαρύ καθαρόαιμο rock και τα κομμάτια που ακροβατούν μεταξύ της τελετουργίας του stoner και του heavy μετάλλου, μέχρι τα ήπια μπαλαντικά περάσματα και τις επικές space παρεκβάσεις, ένα είναι σίγουρο. Οι Planet of Zeus είναι τόσο καλοί σ’ αυτό που πράττουν, ώστε να μην μπορείς επ’ ουδενί να τους αμφισβητήσεις.
Επαφή: www.b-otherside.gr
Μπορεί το όνομα Heavy Metal Mojo να μην μου λέει κάτι, επιχειρεί όμως να μου πει το CD-single “To Have Is To Hold” [Together We Ate Them –χε, χε–, 2012]. Πέντε κομμάτια, και… πάμε να τ’ ακούσουμε ένα-ένα. Το “Eosphoric love will shine (From behind)” μπαίνει με τα κιμπορντικά μπούνια. Λες και θ’ ακούσεις τίποτα… Duran-Duran, αλλά στην πέφτουν οι… Σατανάδες (πλάκα να γίνεται). Τα διπλά… pop φωνητικά, πέραν των νεκρατζίδικων, δείχνουν πως υπάρχει έδαφος. Στο “Evil (Lucas is the controller)” ένα λουπαρισμένο riff έρχεται κι επανέρχεται. Κατά βάθος όλοι γουστάρουμε Judas Priest (έστω και με λίγη δόση από… ποιμενικό rock). Το “Suburban sleepers will wake up one day” παίζει με τα φωνητικά και με την techno επανάληψη, αλλά κάπου σπάει σε κάτι electro-avant μονοπάτια (τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης; – ποιος να ξέρει). Στο “Empty pocket phantasmagoria” (ένα εξαιρετικό κομμάτι) ο Heavy Metal Mojo (λογικώς ένας πρέπει να είναι) κατορθώνει να συνενώσει την γαλλική concrete (τον François Bayle ας πούμε), με τους Lucifer’s Friend και τους OMD (μάστορας!), ενώ στο έσχατο “Sexsüchtig”, που είναι το πιο απροσάρμοστο και improv κομμάτι του CD του, η αρχική kraut παραδοξότητα αποκτά στην πορεία χαρακτηριστικά θριλερικής αφήγησης… Αρκετά δεν είναι όλα αυτά σε 13 μόλις λεπτά;