Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

TRIO RIVES γνωστοί μουσικοί - νέες περιπέτειες

Νέο improv σχήμα, νέο label, αλλά όχι νέοι και άγνωστοι μουσικοί, αφού οι Jacques Di Donato κλαρινέτο, σοπράνο σαξόφωνο, Gaël Mevel πιάνο, βιολοντσέλο, μπαντονεόν, κιθάρα και Thierry Waziniak ντραμς, κρουστά μάς είναι γνωστοί από τις εγγραφές τους στην βρετανική Leo (μαζί και με τον κοντραμπασίστα Jean-Jacques Avenel) στα 00s.
Εδώ, στο φερώνυμο CD τους [Label Rives, 2014] που είναι κλεισμένο σ’ ένα πλαστικό-μαγνητικό cover, οι τρεις αυτοσχεδιαστές υπό νέο όνομα, ως Trio Rives, και νέα στέγη επιδεικνύουν εκείνο που γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλο. Να επικοινωνούν διαισθητικώς και με κλειστά μάτια (αλλά όχι και με κλειστά αυτιά…) προτείνοντας ένα άλμπουμ σχετικώς μικρής διάρκειας (42 λεπτά), αλλά με μόλις δύο θέματα στο track list – το 16λεπτο “première rive” και το 26λεπτο “deuxième rive”.
Το πρώτο κομμάτι ξεκινά με μερικές νότες στο σοπράνο και κάποιες μπάσες στην κιθάρα, για ν’ ακολουθήσουν φωνητικοί αυτοσχεδιασμοί σ’ ένα περιβάλλον που διαμορφώνεται, κατά πρώτον από τα κρουστά. Οι νότες στο πιάνο, σε… μη τέμπο, κάπως «εδώ κι εκεί», προεξοφλούν την διαρκή ελευθερία, που επιτείνεται από το... σωματικό παίξιμο των οργάνων (ήχοι από παντού), αλλά και από τα κατακερματισμένα timbre του μπαντονεόν, του πιάνου, του κλαρινέτου, της φωνής… Το κλείσιμο, σε κάπως πειραματικό ύφος, ακούγεται σχεδόν μηχανιστικό, δίχως την παρουσία-βοήθεια κάποιας ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής πλατφόρμας και με τον ρόλο του τσέλου να αποδεικνύεται αποφασιστικός. Ως συνέχεια του “première”, το “deuxième” ξεκινά να αναπτύσσεται μέσα στο ίδιο πειραματικό σκηνικό, το οποίο διαμορφώνεται, κυρίως, από το πλήθος των ακουστικών εφφέ· εκεί, δηλαδή, όπου θα «πατήσουν» σταδιακώς όλα τα υπόλοιπα lead όργανα (τσέλο, πιάνο, κλαρίνο, σοπράνο), «χτίζοντας» πάνω σε ποικίλες όσο και ακαριαίες ρυθμικές βάσεις.
Επαφή: www.labelrives.com

EMPTY FRAME το δεύτερο άλμπουμ

Από τα ελληνικά συγκροτήματα που μου είχαν δημιουργήσει πολύ καλή εντύπωση όταν τα είχα πρωτακούσει, οι Empty Frame, τρία χρόνια μετά το “They Think We Are Eskimos” [Legend], δηλώνουν και πάλι παρόν μέσω του δεύτερου CD τους που έχει τίτλο “The Blackbird Flies” [bminor RECS, 2014]. Το συγκρότημα, ως εξαμελές πλέον (Αντώνης Βαβαγιάννης πιάνο, κιθάρες, φωνή, Καίτη Πάντζαρη τσέλο, φωνή, Μπάμπης Βασιλειάδης ντραμς, Νίκος Σολωμός βιολί, Παναγιώτης Φέτσης μπάσο, φωνή, Χρήστος Καλλιμάνης lead κιθάρες), εξακολουθεί να κινείται στους ίδιους πάνω-κάτω δρόμους – δρόμους που οριοθετούνται από την rock αφήγηση βεβαίως, με τις σχετικές «έντεχνες» πινελιές και το indie αμερικανικό ένδυμα. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα: «Support στους Woven Hand και με ποικίλες επιρροές όπως διαβάζω στο site τους (Tom Waits, The Beatles, Nick Cave and The Bad Seeds, Queens Of The Stone Age, Mark Lanegan, Radiohead, Pink Floyd, Andrew Bird, Τhe Tindersticks, Love… – δεν είναι όλοι Αμερικανοί, αλλά δεν έχει σημασία), οι Empty Frame ισορροπούν ανάμεσα στην ακουστική μπαλάντα, στο desert rock με τις twangy κιθάρες, στα μελοδραματικά αινίγματα (τύπου Tindersticks), πασπαλίζοντας ενδιαμέσως με ποικίλα indie, mariachi (κι ας απουσιάζουν οι τρομπέτες), ακόμη και gypsy-rock στοιχεία».
Σε γενικές γραμμές το πλάνο δεν έχει αλλάξει στο “The Blackbird Flies”, ακόμη και ως προς το πολύ ειδικό κεφάλαιο που ακούει στην ονομασία gypsy-rock, αφού στο “Legacy” η μουσική των Empty Frame περνά ακόμη και μέσα από την “Carmen” του Bizet, σ’ ένα, γιατί όχι, ευφυές τραγούδι. Η… εμμονή στην απλότητα, οι καθαρές αφηγηματικές φράσεις, η ρομάντζα και η νοσταλγία στους στίχους, το απέριττο παίξιμο, η έμφαση στην μελωδία, η ωραία χρήση του βιολιού, η ικανότητα στα πιασάρικα (με την σωστή έννοια) ρεφρέν –άκου ας πούμε το θαυμάσιο “Bright lights”–, όλα τούτα φανερώνουν το ταλέντο, τον κόπο και την δουλειά που καταβάλλει το συγκρότημα, προκειμένου να είναι «εντάξει» με το έσω του, αφομοιώνοντας το έξω του. Τι θα χρειαζόταν περαιτέρω για να «πετάξουν» οι Empty Frame; Έναν παραγωγό σαν τον Nick Launay ας πούμε... (Δεν ξέρω αν είναι εύκολο).
Επαφή: www.emptyframe.net

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

η… περιβαλλοντική jazz των RICH HALLEY 4

Τενορίστας με «δικό» του ήχο και άξιες λόγου, παντελώς ανεξάρτητες, δισκογραφικές προσπάθειες, ο Αμερικανός Rich Halley είναι ένας μουσικός που έχει απασχολήσει και στο παρελθόν το δισκορυχείον. Πριν καιρό (8/12/2011) είχα γράψει για το άλμπουμ του “Requiem for a Pit Viper” [Pine Eagle], ενώ θυμάμαι ακόμη την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του σ’ ένα από τα τελευταία Jazz & Τζαζ (# 243, 6/2013) στον Βαγγέλη Αραγιάννη.
Το βασικό σχήμα του Rich Halley είναι οι Rich Halley 4, δηλαδή ο… ίδιος στο τενόρο με δίπλα του παραταγμένους τον Michael Vlatkovich τρομπόνι, τον Clyde Reed μπάσο και τον γιο του Carson Halley στα ντραμς – με τις αναφορές του μουσικού από το Portland του Oregon να ξεκινούν, βεβαίως, από την μεγάλη εποχή της jazz, τα χρόνια του ’50 και του ’60 δηλαδή, συνδεόμενες (οι αναφορές) στην διαδρομή με κάτι άλλο, εξωμουσικό, που ταυτοχρόνως τον κινητοποιεί και τον εμπνέει. Τούτο, βασικά, έχει να κάνει με τις σπουδές (Βιολογία) και κυρίως με τα χόμπι τού Rich Halley, τα οποία σχετίζονται με ποικίλες δραστηριότητες που εξελίσσονται, πάντα, κοντά στη φύση. Κάπως έτσι και στο “The Wisdom of Rocks” [Pine Eagle 2014] προβάλλονται ορισμένες από τις… ιδιότητες της πέτρας, του βράχου, όπως π.χ. η προαιώνια σύνδεσή του με το φυσικό παρελθόν, η στιβαρότητα και το ασάλευτο του όγκου του, το απόλυτο της συνεκτικότητάς του ή η ποικιλία της εξωτερικής μορφής του, και με βάση αυτές (τις ιδιότητες) ξεκινά ο Halley να δοκιμάζει ρυθμούς, tempi και μελωδίες πάνω στο τενόρο σαξόφωνό του.
Έχω διαβάσει πως ο ήχος του Rich Halley χρωστά πολλά στον Sonny Rollins. Πιθανώς. Η αλήθεια είναι, πάντως, πως ο Halley δεν γράφει μόνο για το τενόρο του, αλλά εξ ίσου θα έλεγα και για το τρομπόνι του Vlatkovich. Τούτο το διαπιστώνει ο καθείς ακόμη και από το πρώτο-πρώτο κομμάτι, που έχει τίτλο “The atoll” και που εμφανίζει τενόρο και τρομπόνι να παίζουν σε unisono, αλλά και από τα απανωτές προτάσεις-αναπτύξεις στα δύο lead όργανα. Με το μπάσο, και κατ’ επέκτασιν, τα ντραμς να έχουν εξ ίσου αποφασιστικό ρόλο στις ενοργανώσεις, δεν είναι ν’ απορείς για τα απολύτως αναγκαία και καθ’ όλα αιτιολογημένα soli στο μεν (“Of fives and sixes”) ή στα δε (“A brief note”). Γενικώς, η ευφράδεια του Halley στη γραφή και τον αυτοσχεδιασμό, όπως και των υπολοίπων συμμετεχόντων εξάλλου, είναι ακουστή σε κάθε μέτρο τού “The Wisdom of Rocks”, πράγμα που οφείλεται (και) στο γεγονός πως οι τέσσερις μουσικοί παίζουν αρκετά χρόνια μαζί, αυτοσχεδιάζοντας με σύνεση και πληρότητα μέσα στα οριοθετημένα πλαίσια που υπαγορεύουν οι μέσης διάρκειας συνθέσεις.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

πώς ερευνά η τηλεόραση;

Ο αναγνώστης nicholas hatziyiannis έγραψε στο chat: «αναμένω εναγωνίως παρουσίαση / κριτική για ''ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ!». Επειδή στο chat δεν μπορεί να αναπτυχθούν απόψεις (ούτε καν σύντομες) γράφω εδώ δυο λόγια...
Κατ’ αρχάς να πω πως Τα Στέκια - Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού είναι μια σειρά του Νίκου Τριανταφυλλίδη για την ΝΕΡΙΤ σκηνοθετημένη από διαφόρους. Έχουν προβληθεί τα επεισόδια, υποθέτω, για την Παράγκα του Σίμου, για το μπαρ Au Revoir και για τα Βιντεοκλάμπ (λέω «υποθέτω» επειδή τρέιλερ απ’ αυτά τα τρία θέματα έχουν ανεβεί στο YouTube). Πρώτον (δεν υπάρχει δεύτερον...) και βασικό. Κριτική μπορώ να κάνω μόνο για τα τρέιλερ, γιατί ΝΕΡΙΤ δεν πιάνω. Ούτε μ’ ενδιαφέρει να πιάσω. Δεν γουστάρω να βλέπω (είναι ψυχολογικό πρωτίστως) ένα… πραξικοπηματικό κανάλι (για να μην ξεχνιόμαστε). Αν οι εκπομπές ανεβούν στο YouTube μπορεί να ρίξω μια ματιά…

Ένα βασικό. Έρευνα δεν είναι να κρατάς μαρκούτσια και να ρωτάς γέρους ανθρώπους τι συνέβη 60 χρόνια πριν (αναφέρομαι στην περίπτωση της Παράγκας). Έτσι δεν γράφονται ούτε βιβλία, ούτε γυρίζονται τηλεοπτικές εκπομπές (δηλαδή γράφονται και γυρίζονται, αλλά τέλος πάντων…). Έρευνα είναι να ψάχνεις τις πηγές, να συγκρίνεις και να αντιπαραβάλλεις προβαίνοντας σε ορθά, σε επιστημονικά συμπεράσματα. (Το λέω, γιατί ορισμένοι μπορεί να ψάχνουν τις πηγές και παρά ταύτα να συμπεραίνουν βλακείες). Οι ζωντανές μαρτυρίες δεν μπορεί παρά να αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος ενός ευρύτερου ψαξίματος, και οι οποίες πάντα θα πρέπει να εξετάζονται με τεράστια προσοχή. Όπως έχω γράψει δεκάδες φορές στο δισκορυχείον, μετά από τόσα χρόνια (ακόμη και μετά από 20 ή 30 χρόνια, πόσω μάλλον μετά από 60) ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι του κατέβει…
Η τηλεόραση, τώρα, επειδή δεν μπορεί να παίξει μπάλα, δείχνοντας χαρτιά, βιβλία, περιοδικά κ.λπ. δυσκολεύεται ν’ αναπτύξει επιστημονικό ερευνητικό λόγο (και αν το επιχειρήσει θα πιάσει πάτο στις μετρήσεις). Πρέπει να δείξει πρόσωπα, που θα μιλάνε από μνήμης (επιχειρώντας να βάλουν, εκείνη τη στιγμή, σε μια τάξη τις αναμνήσεις τους). Είναι το πιο εύκολο εξάλλου… και το πιο ανέξοδο. Πουλάς μούρη (στην κυριολεξία) κι έχεις και μια ακροαματικότητα. Ε, από εκεί και μετά ξεκινάνε τα ζόρια…

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

για το “Marginalia” των BABY GURU

Δεν μπορώ να καταλάβω τι θεό λατρεύουν οι Baby Guru (τους οποίους κάθε φορά πάω να τους γράψω ως… Guru Guru – αν μου ξεφύγει καμμιά φορά μην με παρεξηγήσετε). Και το λέω τούτο, γιατί σε κάθε δίσκο τους εμφανίζονται διαφορετικοί (άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο), έτοιμοι να εξερευνήσουν νέες διαδρομές, παρουσιάζοντας κάθε φορά τις πιο πρόσφατες «ανακαλύψεις» τους. Σε κάθε δίσκο τους; Ναι, σε κάθε δίσκο τους – μιας και το “Marginalia” [Ιnner Ear, 2014] ως ήχος δεν ταυτίζεται ούτε με το “Pieces” (2012), ούτε και με το “Baby Guru” (2011).
Μία γενική παραδοχή θα έλεγε πως το συγκρότημα γειτνιάζει με την pop πιο πολύ από οποιαδήποτε άλλη φορά στην μέχρι σήμερα πορεία του. Τα krautrock στοιχεία (από τους CAN και τους Neu!) έχουν σίγουρα υποχωρήσει, δίχως να έχουν εξαφανιστεί εντελώς (π.χ. το rhythm section στα “Especially when” και “Two days ago”), οι φόρμες έχουν απλοποιηθεί, οι μουσικές διακρίνονται, φανερά πλέον, για τα μελωδικά χαρίσματά τους, ενώ και οι στίχοι γίνονται ακόμη πιο φωτεινοί ταυτιζόμενοι με το γενικότερο pop ζητούμενο. Τα πάντα, φυσικά, σε μια τέτοιου τύπου «ανατροπή» δεν μπορεί παρά να ξεκινούν από τα sixties (από τους Beatles και τους Beach Boys δηλαδή), έλκοντας βεβαίως ό,τι ωραιότερο άφησαν στην διαδρομή τα… μηχανιστικά late seventies και early eighties, όταν συγκροτήματα όπως οι Deep Freeze Mice (κυρίως αυτοί), οι Blue Orchids και οι Family Fodder, ανακάτευαν την pop, με το progressive και την psych music, δίνοντας την πιο «όμορφη» διάσταση στο british new wave. Οι Baby Guru –δηλαδή ο Prins Obi φωνή, σύνθια, όργανο, πλήκτρα, κιθάρες, κρουστά, samples, ο King Elephant ντραμς, κρουστά, σύνθια, προγραμματισμός, ο Sir Kosmiche μπάσο, κιθάρες και από κοντά η Christina πρώτη φωνή σ’ ένα track και γενικώς φωνητικά– ακολουθώντας αυτά ακριβώς τα… eighties χνάρια (με την ισχυρή sixties συνείδηση, το ξαναγράφω), κατορθώνουν να φτιάξουν μια σειρά από… έξυπνα, γλαφυρότατα και εν τέλει πανέμορφα κομμάτια, τα οποία, βοηθούμενα και από την πρώτης τάξεως παραγωγή, ακούγονται «νεράκι» (ο Greg Calbi από το νεοϋορκέζικο Sterling Sound έβαλε πάλι το χεράκι του). Και το “Exegesis” με τα ελληνικά στιχάκια του (κάπου ανάμεσα σε Poll και early-70s-Blue Birds ή Νοστράδαμος), και το “Marginalia” (με τους Barrett-ικούς φωνητικούς υπαινιγμούς στην επωδό), και το πιο καθαρόαιμο british psych pop “Turtle hearts”, και το βαρύ electro-λυσεργικό “Anticipation”, και κάθε κομμάτι από το τρίτο αυτό long play των Baby Guru δείχνει πως το αθηναϊκό γκρουπ εξακολουθεί να αναπτύσσεται προς κάθε κατεύθυνση με άξονα, πάντα, την ιδιαίτερη και πολύ ειδική… μουσικοφιλία του. (Αν γράφαμε για… σινεφιλία, θα εννοούσαμε κάτι σαν τις exploitation ταινίες).
Επαφή: www.inner-ear.gr

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

FJODOR η φωτιά του Αγιαντώνη

Βλέπεις την εταιρεία –η γνωστή μας ελληνική-βινυλιακή Cosmic Eye–, ρίχνεις μια ματιά στο track list τού άλμπουμ των Fjodor “St. Anthony’s Fire” και λες… εδώ είμαστε. Ένα κομμάτι ανά πλευρά και τα… μυαλά στο διάστημα. Cosmic rock κύριοι (και κυρίες) από μια μπάντα από το Ζάγκρεμπ, που εξελίσσεται (αν όχι η πόλη, τότε η χώρα) κάπως σαν ένα μικρό κέντρο της σύγχρονης… space culture (Snovi, Seven That Spells, τώρα οι Fjodor και πάει λέγοντας…).
Οι Fjodor δεν είναι καινούριο συγκρότημα, αφού υπάρχουν εδώ και κάποια χρόνια έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα τρία άλμπουμ: το “I” (2008), το “Riding Through the Black Hole” (2011) και το παρόν “St. Anthony’s Fire” πέρυσι. Άρα έχουμε να κάνουμε με μία μπάντα κατασταλαγμένη, που γνωρίζει τι θέλει και κυρίως… πώς ακριβώς να το αποκτήσει. Εννοώ, πως οι Κροάτες (Ivan Beuc κιθάρες, Mirko Golubić μπάσο, βαρύτονη κιθάρα, Aljoša Reljić ντραμς, Dušan Žica synths) έχουν μελετήσει επαρκώς και με συνέπεια την βασική space παρακαταθήκη (τους Pink Floyd, τους Tangerine Dream, τους Hawkwind, τους Ozric Tentacles, τους Gila, τους Eloy και όποιους άλλους ΑγγλοΓερμανούς) και πάνω στα διδάγματά τους πατούν προκειμένου να δημιουργήσουν τον δικό τους (instrumental) space-progressive μύθο. Εν ολίγοις, στοιχίζονται άψογα οι Fjodor δίπλα στα μεγάλα ονόματα του παρελθόντος, και καθώς ακούω το “St. Antony’s Fire part one” κατά πρώτον, λέω πως ξέρουν τον τρόπο να διαμορφώνουν τα δικά τους μεγαλεπήβολα ηχητικά σκηνικά, «παίζοντας» με τα tempi και «φορτώνοντας» το κυρίως μενού με ασυγκράτητα κιθαροσόλι και με breaks αναλόγως με τις εξελίξεις (ένα βαρύ, στιβαρό, με… διαλυτικά σύνθια track είναι το “part one”, που δημιουργεί υποσχέσεις για κάτι ακόμη πιο φευγάτο στην δεύτερη πλευρά). Και όντως, αφού με το “St. Anthony’s Fire part two”οι Κροάτες αποδεικνύουν την «κοσμική» δεινότητά τους παρουσιάζοντας ένα υπερ-εικοσάλεπτο track, που χαρακτηρίζεται από την ωραία μελωδική ανάπτυξη, τις συστοιχίες των riffs, τις συνεχείς «αλλαγές» και το πληκτρονικό background, που υποσκάπτει διαρκώς την κιθαριστική ακολουθία προσθέτοντας σε ένταση και θόρυβο (υπάρχουν στιγμές, εννοώ, στις οποίες το συγκρότημα παίζει στην τσίτα, «τεντώνοντας» όσο δεν πάει άλλο το ηχητικό δρώμενο). Λίγο πριν το τέλος, οι χαμηλότερης έντασης αλλά πάντα βαρείς τόνοι, θα οδηγήσουν την σύνθεση προς ένα λιτό, ανακουφιστικό όσο και καθαρτήριο κλείσιμο.
Το έπος και το πάθος, δύο από τις πιο πρόδηλες αξίες της μουσικής των Fjodor, βρίσκουν απροκάλυπτη διέξοδο μέσα απ’ αυτό το τρίτο εξαιρετικό LP τους.
Επαφή: www.musicbazz.com

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

δύο CD της B-otherSide

Δύο καινούρια CD της B-otherSide records έρχονται να προστεθούν στον κατάλογο της εταιρείας – με το ένα, μάλιστα, να έχει και μιαν ιδιαίτερη σημασία...
GEORGE MOURTOS: Etude [B-otherSide records BSR 049, 2014]
Ντράμερ με παρουσία στην jazz και fusion σκηνή στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ, ο Γιώργος Μούρτος είναι από τις περιπτώσεις που ξεχωρίζουν. Μαρτυρά γι’ αυτό το βιογραφικό του πρώτα-πρώτα, στο οποίο περιλαμβάνονται 8χρονες σπουδές, gigs και γενικότερη πρακτική στην Νέα Υόρκη. Μαθητεύοντας κοντά στον Robbie Gonzalez (ντράμερ του Al Di Meola από το “Splendido Hotel” και μετά, συνεργάτης των Gato Barbieri, Sadao Watanabe, Tito Puente, Dave Valentine κ.ά.), αλλά και στους Robby Ameen και Joe Ascione, ο Μούρτος «ξεφεύγει» από νωρίς δίνοντας τα δικά του live έχοντας δίπλα του τους μπασίστες Kevin Parlor και Bryant Wilder, συνεργαζόμενος στενά μ’ έναν θρύλο της latin jazz, τον πιανίστα Edy Martínez. Όλα αυτά μέχρι το 2004, εποχή κατά την οποίαν ο Γιώργος Μούρτος επιστρέφει στην Αθήνα αποφασισμένος να εμπλακεί στις εγχώριες τζαζο-καταστάσεις. Συνεργάζεται κυρίως με τον πιανίστα Σάμι Αμίρη και τον μπασίστα Γιώτη Κιουρτσόγλου, ενώ ηχογραφεί και με τον κιθαρίστα Θάνο Πλούμπη, μεταφέροντας συγχρόνως τις γνώσεις του στα ντραμς μέσω σεμιναρίων, που απευθύνονται τόσο σε αρχάριους, όσο και σε «προχωρημένους». Το “Etude”, ένα CD και με εικόνα, που περιλαμβάνει εγγραφές βασικά για σόλο ντραμς που συνέβησαν στα Soundtrap studios (εδώ στην Αθήνα – στο Περιστέρι) είναι ενδεικτικό και αποδεικτικό της τέχνης και της τεχνικής του Γιώργου Μούρτου, τον οποίον παρακολουθούμε σε ολοκληρωμένες συνθέσεις για ντραμ-σετ, μέσα από τις οποίες αναδεικνύονται οι jazz, funk, rock, latin και afro αναφορές του. Με εντυπωσιακούς ρούλους, με την μπότα να βομβαρδίζει, και με τα τύμπανα και τα πιατίνια να καταγράφουν όλες τις ενδιάμεσες λεπτές και λιγότερο λεπτές ισορροπίες και μεταλλαγές, το “Etudes” είναι ένα enhanced CD που μπορεί να ενδιαφέρει τόσο τους απλούς ακροατές, όσο και τους πάσης φύσεως drum και percussion players.
VARIOUS ARTISTS: Local Heroes, compiled by Christos Aggelopoulos [B-otherSide records BSR 050, 2014]
Τα πεντάχρονα της B-otherSide, όπως και οι πενήντα κυκλοφορίες της εταιρείας από το Χαλάνδρι, εορτάζονται με την παρούσα συλλογή (τούτο είναι το ιδιαίτερο στο οποίον αναφέρθηκα στην αρχή), μια συλλογή που επιμελείται ο ραδιοφωνικός παραγωγός, DJ και ιδιοκτήτης της Kontakt Productions Χρήστος Αγγελόπουλος. Το “Local Heroes”, που περιλαμβάνει –όπως γίνεται αντιληπτό ήδη από τον τίτλο του– ελληνικά συγκροτήματα και καλλιτέχνες, «κυλάει» «άψογα» και με τρόπο που αποδεικνύει πως αυτός που το δημιούργησε (ο Αγγελόπουλος δηλαδή) γνώριζε/γνωρίζει πολύ καλά τη δουλειά του. Δεν είναι εύκολο να… γράψεις ένα CD, που να έχει ροή, ενότητα και ύφος. Ακόμη και αν αναφέρεσαι σε… τοπικούς ήρωες, ακόμη και αν αποφασίσεις να επιλέξεις το electro για αρχή και το πιο ροκάδικο, ας το πω έτσι, για την συνέχεια. Εννοώ πως μου αρέσει ο τρόπος που διαχειρίζεται το υλικό του ο compiler, ένα υλικό που είναι all around (και όχι μόνον από τον κατάλογο της B-otherSide) και που περιλαμβάνει δεκαπέντε εν συνόλω tracks, επτά εκ των οποίων επισημαίνονται ως previously unreleased. Έτσι, κομμάτια των Keep Shelly in Athens –η διασκευή τους στο «Άστραλον» των Στέρεο Νόβα είναι το λιγότερο ενδιαφέρον track του CD, αλλά εκεί όπου το τοποθέτησε ο Αντωνόπουλος, πρώτο δηλαδή(!) «κολλάει»(!)–, των StrangeZero (εξαιρετικό το “The last dictator”, με sample από τον Μεγάλο Δικτάτορα του Charlie Chaplin), των Mary & The Boy (δημιουργικό το remix του Τσοτσώνη στο “Staring”) και των Liebe (το “Changing seasons” θα σάρωνε στις disco των mid-80s), συνυπάρχουν με συνθέσεις της Όλγας Κουκλάκη (κάπως κουραστικό το “I U need” στο συγκεκριμένο remix), του Μιχάλη Δέλτα και άλλων, με όλα τα tracks από το δέκατο και κάτω (Mechanimal, Wonky Doll & the Echo, Venus in Furs, Gravitysays_i, 2L8, Sequence Theory Prloject) να συγκαταλέγονται στις «κορυφές»· με… πιο κορυφαία εκείνα των Venus in Furs (“Bodies of clay”) και Gravitysays_i (“The finger of blame”).
Ευχές για καλή συνέχεια λοιπόν στην B-otherSide, και βεβαίως στα συγκροτήματα και τους καλλιτέχνες.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ιστορική συνέντευξη επί χούντας… και για την χούντα

Νοιώθω τις ανάσες των «χατζιδακικών» στο σβέρκο μου. Οσμίζομαι, ήδη, την μυρωδιά των μελανιών και το κάψιμο των πληκτρολογίων τους. Σε δεκατρείς ημέρες (15/6) συμπληρώνονται 20 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι και προβλέπω θύελλα, μαζί με κατακλυσμό και καταιγίδα, «αφιερωμάτων» και δημοσιευμάτων (μένω σ’ αυτά κατ’ αρχάς). 
Προετοιμάζομαι για ένα… ανεπανάληπτο μπαράζ κενολογιών και απλουστεύσεων (μακάρι να διαψευσθώ), επαναλήψεων στη νιοστή και χαζοχαρούμενων προσεγγίσεων τού τύπου «μας λείπει», «πώς θα ήμασταν σήμερα αν ζούσε…», ενώ προβλέπω επίσης να πέφτουν στα κεφάλια μας καντάρια από… «εμβληματικός», «αξέχαστος», «μεγάλος ερωτικός», «μεγάλος αναρχικός», «…στη γειτονιά των αγγέλων» και κιλά από «Χατζιδάκις και νεολαία», «Χατζιδάκις και ψυχεδέλεια» και άλλα τέτοια σκοροφαγωμένα. 
Τέλος πάντων, εγώ... κόβω δρόμο, προλαβαίνω τους περισσότερους στη στροφή και αναδημοσιεύω-σχολιάζω κάτι που έχει αληθινό νόημα, που προσθέτει ουσιαστικές ψηφίδες στο χατζιδακικό προφίλ. Έτσι νομίζω δηλαδή…
Έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χρόνια (11/1/2012) από τότε που αναδημοσίευσα μία συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Ρένο Αποστολίδη… κι έγινε το σώσε. (Όχι, εντάξει – απλώς, η ανάρτηση είχε «μοιραστεί» κι είχε διαβαστεί αρκετά, αυτό εννοώ). 
Η συνέντευξη εκείνη είχε δημοσιευτεί κατά πρώτον το 1966, πριν ο Μάνος Χατζιδάκις αφήσει την Ελλάδα για την Αμερική – μια μετάβαση που έγινε, βεβαίως, πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. 
Όσα χρόνια ο Χατζιδάκις βρισκόταν στην Αμερική δεν ξέρω αν είχε δώσει συνεντεύξεις, και πόσες είχε δώσει, σε ελληνικά έντυπα. Κάτι έχω στο νου μου, αλλά μ’ ένα πρόχειρο ψάξιμο δεν μπόρεσα να το βρω… Ας είναι. 
Όταν επέστρεψε, όμως, στην Ελλάδα, προς το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’72, βρήκε τα πράγματα σχεδόν όπως τα είχε αφήσει (ου μην αλλά και καλύτερα), και εννοώ σε σχέση με το πώς τον είχαν περιβάλλει τα μέσα, ο Τύπος και ο κόσμος. 
Σαν να μην είχαν περάσει πεντέμισι-έξι χρόνια απουσίας. Σαν να ήταν πάντα εδώ. Λογικό από μια μεριά, αν σκεφθεί κανείς πως τα τραγούδια του ήταν μονίμως στα ραδιόφωνα, τις τηλεοράσεις και άρα στο στόμα του κόσμου («Δεν ήταν νησί», «Ο μύθος», «Μίλησέ μου», «Η πίκρα σήμερα», «…Να δώσει η Μεγαλόχαρη κι η Παναγιά η Κανάλα / να μεγαλώσεις γρήγορα σαν τα κορίτσια τ’ άλλα», «Απόψε φθινοπώριασε» και όλα τα υπόλοιπα από το άλμπουμ «Της Γης το Χρυσάφι» κυρίως, που είχε τυπωθεί στην Ελλάδα το 1971).
Τον Οκτώβριο του 1973, ένα χρόνο και πλέον αφότου είχε επιστρέψει στην Αθήνα από την Νέα Υόρκη, ο Μάνος Χατζιδάκις δίνει μία μεγάλη συνέντευξη στον Κώστα Ρεσβάνη, για λογαριασμό του περιοδικού Ο Ταχυδρόμος [#1019, 19/10/1973]. Ένα πολύ ενδιαφέρον τεύχος, γενικώς, με αναφορές στην μουσική κίνηση της Πλάκας, με συνέντευξη του Γιάννη Μαρκόπουλου, αλλά και του συνταγματάρχη Ιωάννη «καθαρά χέρια» Λαδά στον Γιώργο Λιάνη. 
Να υπενθυμίσω πως βρισκόμαστε στην εποχή «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος, με τον Παπαδόπουλο ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διορίζει την πολιτική κυβέρνηση Μαρκεζίνη (8/10/1973), την ώρα κατά την οποίαν ξεσηκώνονται τα Μέγαρα (14/10) για την γνωστή υπόθεση Ανδρεάδη (έγινε και ταινία-ντοκιμαντέρ από τους Σάκη Μανιάτη και Γιώργο Τσεμπερόπουλο που προβλήθηκε την επόμενη χρονιά) και με τους φοιτητικούς συλλόγους, ένα μήνα πριν το ξέσπασμα του Πολυτεχνείου, να βρίσκονται σε αναβρασμό – εν σχέσει με την δοτή κυβέρνηση και τα χουντικά διατάγματα για την Ανώτατη Παιδεία. 
Ο Χατζιδάκις δεν δείχνει να νοιάζεται για τίποτα απ’ όλα αυτά, αποκαλώντας μάλιστα τους φοιτητές «προετοιμασμένους ήρωες» και «μελλοντικούς δυνάστες».
Η αλήθεια είναι πως ορισμένοι θα σπεύσουν να υπερθεματίσουν, έχοντας στο νου τους τούς μετέπειτα επώνυμους Πολυτεχνίτες της εποχής και το πώς πορεύτηκαν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης (έως και σήμερα). 
Και πράγματι, αν το σκεφθείς κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Χατζιδάκις λέει μεγάλη κουβέντα. Μόνον που τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Δεν είναι ποτέ ακριβώς έτσι. Δεν τα φάγαμε όλοι μαζί… 
Συζητάμε, στις παρέες μας, εδώ-εκεί-οπουδήποτε, για την Γενιά του Πολυτεχνείου έχοντας στο νου μας πέντε-έξι ονόματα που διέγραψαν ολόκληρο τον κύκλο, υπηρετώντας και γλείφοντας, τελικώς, εκείνους που έφτυναν στα νειάτα τους. 
Ξεχνάμε, όμως, πως υπήρξαν πολλοί (οι περισσότεροι) που δεν πορεύτηκαν τοιουτοτρόπως. Έμειναν «ανώνυμοι», δεν πάτησαν επί των αγώνων τους για να αναρριχηθούν, δεν έγιναν οι παρατρεχάμενοι της εξουσίας. Οι «δυνάστες», όντως έχουν ονοματεπώνυμο, οι υπόλοιποι εξακολουθεί και σήμερα να μην έχουν…
Γενικώς, ο Χατζιδάκις ποτέ δεν είχε καλή γνώμη για την νεολαία, αν κρίνω και από άλλες μεταγενέστερες συνεντεύξεις του –αφήστε τι υποστηρίζουν, σήμερα, οι διάφοροι σκράπες και οι απληροφόρητοι–, λέγοντας χαρακτηριστικώς στον Ρεσβάνη πως οι νέοι «φασαρία μόνο κάνουν» και πως από την Πλάκα μπορούσες να περάσεις… «μόνο με την συνοδεία της Αμέσου Δράσεως». (Θα ρωτήσω τον Θανάση Γκαϊφύλλια να μου πει αν ήταν έτσι…). 
Εκείνο, πάντως, που ακούγεται στ’ αυτιά μου εντελώς προκλητικό (ένα ανάμεσα στα διάφορα τέλος πάντων) είναι ο τρόπος που σκεπτόταν ο Χατζιδάκις εν σχέσει με την έννοια της ελευθερίας… «την ελευθερία μου δεν την εξαρτώ από πολιτικά σχήματα, είμαι εσωτερικά ελεύθερος»… την ώρα που, μόλις δύο μήνες νωρίτερα (20/8/1973), η χούντα είχε προκηρύξει γενική αμνηστία των πολιτικών κρατουμένων και άρση του στρατιωτικού νόμου. 
Σκεφθείτε, δηλαδή, να πηγαίνατε να λέγατε σ’ έναν πολιτικό κρατούμενο… «μην σε νοιάζει που είσαι ‘μέσα’ και σε βασανίζουν, αρκεί να είσαι ‘εσωτερικά’ ελεύθερος»… πώς θα σας αντιμετώπιζε. Κάτι παπάδες που λέγανε τα δικά τους ανάλογα στην Μακρόνησο ή την Γυάρο δεν περνούσαν και πολύ καλά… Υπάρχει μία ωραία αφήγηση επ’ αυτού στο βιβλίο Γυάρος [Πλειάς, Αθήνα 1974] του αγωνιστή ηθοποιού Τζαβαλά Καρούσου (1904-1969), αλλά την κρατώ για άλλη φορά… 
Η δική μου εντύπωση είναι πως ο Χατζιδάκις κρατάει εντελώς μεσοβέζικη θέση (για να το πω έτσι, ώστε να μην φανώ κακός…) εν σχέσει με την χούντα, όταν λέει πως «δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε ο Παπαδόπουλος, ούτε κανείς άλλος, φτάνει να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου» και πως «δεν υπερασπίζομαι την σημερινή κατάσταση, αλλά εγώ τουλάχιστον σ’ αυτόν τον τόπο κυκλοφορώ και μιλώ ελεύθερα, γιατί την ελευθερία μου δεν την εξαρτώ από πολιτικά σχήματα», ενώ και η θέση του για την λογοκρισία ελέγχεται σφόδρα όταν, ναι μεν, υποστηρίζει πως… «η λογοκρισία είναι ηλίθιος θεσμός», αλλά «δεν θίγει την ουσιαστική Τέχνη – εμένα δεν με θίγει, γιατί δεν εφάπτεται με το έργο μου, γιατί δεν μιλώ με συνθήματα».
Η συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Κώστα Ρεσβάνη έχει πολύ ψαχνό –όπως είχαν πάντα οι συνεντεύξεις του Χατζιδάκι– και μπορεί να τροφοδοτήσει πολλές και διαφορετικές ουσιαστικές συζητήσεις, όχι σαχλαμάρες, (ακόμη και μετά από 40+ χρόνια). Έτσι κάπως αποκαλύπτονται οι βαθύτερες σκέψεις και ιδέες του ανδρός, και μάλιστα σε μιαν ανώμαλη εποχή, και όχι με εξάψαλμους και τρισάγια. Αν προκύψει κάτι, λοιπόν, εδώ είμαστε… 
Ο Ρεσβάνης κάνει μιαν εισαγωγή και κατόπιν διαβάζουμε τον Χατζιδάκι να λέει…
Έχω αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Απέκτησα μεγαλύτερο αυτοέλεγχο, δεν είμαι πια ο ίδιος. Τώρα ξέρω τι λέω, ενώ παλαιότερα είπα πράγματα που δεν ήθελα… 

Προσχωρήσατε στην Λυρική Σκηνή απ’ ό,τι συζητείται. Τι θα προκύψη από την νέα στροφή που πήρατε; 
Ο Θεός βοηθός… αλλά τι λέτε προσχώρησα. Δεν είναι η πρώτη φορά που θα διευθύνω λυρικό θέατρο. Τον Φεβρουάριο βρέθηκα στο πόντιουμ για την ‘Τραβιάτα’… 

Ωστόσο, από σας περίμενε κάτι άλλο ο κόσμος. Ίσως νέες φόρμες, χλωρές ιδέες, όχι Λυρική… 
Αγαπητέ μου, εγώ, παρ’ όλη την κατακραυγή, θα συνεχίσω. Περιφρονώ τον πολύ λαό… Ο λαός αυτός που λέτε μ’ έμαθε από τα τραγουδάκια μου. Δεν έσκυψε να δη όλο μου το έργο. Έγινα συμπτωματικά γνωστός μ’ αυτά τα τραγουδάκια κι’ από τον καιρό των ‘Παιδιών του Πειραιά’ απόκτησα την δημοτικότητα τύπου Βουγιουκλάκη… 

Ανάμεσα σ’ αυτό τον «λαό», κύριε Χατζιδάκι, υπάρχουν άνθρωποι που δάκρυσαν ακούγοντας τα τραγουδάκια σας… 
Έπρεπε να πάνε στον γιατρό, στον οφθαλμίατρο ειδικώτερα. Κάτι θα είχαν τα μάτια τους… 

Δακρύζουν ακόμη, ίσως, κι’ ας μην το δεχόσαστε… 
Να πάνε στον γιατρό. Εγώ, πάντως, υπήρξα πριν από τα τραγουδάκια μου και υπάρχω μετά από αυτά. 

Διαβάζω πως θα αναλάβετε την διεύθυνση μπουάτ στην Πλάκα. Ο Μίκης Θεοδωράκης έρχεται στην Ελλάδα. Αλλάζουν τα χρώματα σ’ αυτόν τον τόπο. Οι νέοι ίσως περιμένουν κι’ εσάς για τις νέες προοπτικές που μπορεί να ανοιχτούν… 
Σιχαίνομαι τις μπουάτ, σιχαίνομαι και την σημερινή Πλάκα. Όσα γράφτηκαν για την επιστροφή μου στην Πλάκα, είναι ψέματα. Εγώ δεν είπα τίποτε. Όταν ήμουν νέος, η Πλάκα ήταν από τα πιο όμορφα κομμάτια της Αθήνας. Τώρα, μόνο με την συνοδεία της Αμέσου Δράσεως μπορείς να περάσης. Οι νέοι να μην περιμένουν τίποτε. Δεν ανοίγεται καμμία προοπτική. Ο μύθος της νέας γενιάς… Τι θα πη «νέα γενιά»; Μετράτε αριθμούς, ηλικίες… 

Μετράω φωνές, κύριε Χατζιδάκι. Από τ’ αμφιθέατρα, έως τα εργοστάσια… 
Κι’ εγώ νέος είμαι. Και μάλιστα πιο νέος από τους νέους που πιστεύουν σαν βλάκες ότι πονάνε για τα κοινά. Φασαρία μόνο κάνουν… 

Οι νέοι βάζουν το κεφάλι τους στην φωτιά και το ξέρετε. Γιατί το παραβλέπετε; 
Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Πάρτε το είδηση, εμένα δεν με αγγίζει ο μύθος της «νέας γενιάς». Και στο τέλος, να σας πω κάτι; Εγώ δεν απευθύνομαι σε «γενιές». Γράφω μουσική και μ’ αυτήν μιλάω σε ανθρώπους που έχουν ευαισθησία. Τον μύθο της νέας γενιάς τον έκαναν παράθυρο για να μπουν μέσα της αυτοί που θέλουν να την εκμεταλλευθούν… Υπάρχουν, αγαπητέ μου, σ’ αυτή την νέα γενιά και παιδιά ευαίσθητα. Αλλά αυτά ακριβώς δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της γενιάς τους! Κι εγώ σαν νέος υπήρξα ανήσυχος, όχι, όμως, βλαξ… Θωρακίζονται πίσω από την ετικέτα «νέα γενιά», συσσωρεύουν άχρηστες γνώσεις, μια που η πληροφόρηση είναι εύκολη σήμερα και ενώ στην ηλικία είναι νέοι, έχουν ήδη προσχωρήσει στην παλαιά γενιά. Δεν θα είμαι αρεστός μ’ αυτά που λέω. Έχω, όμως, παράδειγμα τον εαυτό μου, που σαν νέος βρήκε την ομορφιά σε ανθρώπους πιο ηλικιωμένους. Πλησίασα τον Σεφέρη, τον Γκίκα, τον Πικιώνη, τον Τσαρούχη, τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Μόραλη. Όλοι αυτοί, φίλοι μου και δάσκαλοι, με δίδαξαν να μην κολακεύω ούτε γενιές, ούτε ανθρώπους… 

Νομίζω πως οι νέοι σήμερα δεν έχουν ανάγκη από κολακείες, κύριε Χατζιδάκι. Απλά και μόνο βλέπουν, ακούνε, κρίνουν, δρουν, γνωρίζουν το ειδικό βάρος τους. Και ποιοι νομίζετε ότι αγάπησαν τα τραγούδια σας; 
Δεν μ’ ενδιαφέρει… Εγώ δεν κάνω τέχνη για τον λαό. Απευθύνομαι σε ωρισμένες ομάδες ανθρώπων μόνο. Αν έχω ενδιαφέρον, ας με ανακαλύψουν. Όταν διάβαζα Σεφέρη, δεν ρώτησα τι ηλικία έχει…
 
Είπατε πως απευθυνόσαστε σε «ομάδες ανθρώπων». Τονίσατε ότι έντεχνα καλλιεργείται ο «μύθος της νέας γενιάς». Αν αυτό ήταν… πλάγια πρόταση προς την κατεύθυνση Θεοδωράκη… 
Μου υποσχεθήκατε να μη μιλήσουμε γι’ αυτά. Μου φανήκατε συμπαθητικός από χθες (σ.σ. ο Ρεσβάνης λέει πως είχε συναντήσει τον Χατζιδάκι τυχαίως την προηγούμενη νύχτα, καθώς αγόραζε πέντε-έξη κουτιά τσιγάρα από περίπτερο στο Παγκράτι). Ήθελα να σας μιλήσω, αλλά τι τον θέλετε τον Μίκη… Όχι δεν κάνω υπαινιγμό για τον Θεοδωράκη. Είναι κι εκείνος εξ ίσου ικανός να αιτιολογήση τις απόψεις του. Εξ άλλου, ποτέ δεν είχαμε κάτι κοινό με τον Μίκη, εκτός απ’ το ότι γράφουμε κι’ οι δυο μουσική… 

Μιλήστε μου, τότε, για τον μουσικό Θεοδωράκη… 
Έχω γνώμη, αλλά δεν απαντώ. 

Να μου πήτε, αν σας αρέσει η νέα του μουσική… 
Δεν απαντώ. 

Σημαίνει άρνηση του έργου του αυτό το «δεν απαντώ»; 
Δεν απαντώ. 

Πάντως, δεν σημαίνει παραδοχή… 
Δεν απαντώ. Μα τι πάθατε με τον Μίκη. Όταν έλθη θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε από κοντά. Η αλληλογραφία δεν είναι στο αίμα μου. Και σας το ξαναλέω. Δεν έχουμε τίποτα κοινό, ούτε για συμφωνία, ούτε για σύγκρουση… Γιατί πάντα μαζί ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης; Σταματάω τώρα εγώ αυτή την σύζευξη. Είμαστε φίλοι με τον Μίκη και συνομήλικοι. Τίποτε άλλο. Εξ άλλου εκείνον τον ακούνε μέσα σ’ ένα κομφούζιο πολιτικής και μουσικής. Εμένα, όμως, όχι. 

Η επιτυχία της πρόσφατης συναυλίας του Ξαρχάκου θα πρέπει να σας προβλημάτισε, γύρω από το τι θέλει ο κόσμος σήμερα… 
Μπράβο στον Ξαρχάκο. Όμως, εγώ σκέπτομαι πως το μεγάλο κοινό δεν το ελέγχεις, σε ελέγχει. Σας μίλησα για ένα μίνιμουμ ευαισθησίας που πρέπει να έχη ο δέκτης. 

Κι εγώ σκέφτηκα, κύριε Χατζιδάκι, πως για όλους τους δέκτες δεν υπάρχει το ίδιο περιβάλλον και οι ίδιες ευκαιρίες για την ευαισθητοποίηση, που θα πη πως ο κοινωνικός περίγυρος δεν έχει την ίδια σύσταση. Και μόνο οι δέκτες δεν φταίνε γι’ αυτό… 
Κοινωνικό περιβάλλον… Άλλος μύθος. Όπως γεννιέσαι να ’σαι πομπός, έτσι γεννιέσαι να ’σαι δέκτης. Οι άνθρωποι έρχονται στον κόσμο μ’ έναν κάποιο βαθμό δεκτικότητος… 

… που βελτιώνουν ή εξαφανίζουν οι διαφορετικές συνθήκες ζωής. 
Όχι. Ή την έχεις την ευαισθησία, ή δεν την έχεις. Είδα σε επαρχίες παιδιά συγκροτημένα, ευαίσθητα, και είδα στην Αθήνα παρέα δέκα νέων, που επί ώρες μιλούσαν με σαράντα λέξεις. Μετρούσα με ηδονή: σαράντα λέξεις… 

Κι’ εγώ άκουσα συζήτηση φοιτητών να μιλούν στα είκοσί τους χρόνια, νύχτες ολόκληρες, με χιλιάδες λέξεις για χίλια προβλήματα… 
Εάν η σκέψη γίνει αποθήκη γνώσεων, θεωρώ θετικώτερο στοιχείο την παρέα με τις σαράντα λέξεις.
 
Οι φοιτητές που σας έλεγα, κύριε Χατζιδάκι, δεν μένουν μόνο στα λόγια. Παίζουν –και χάνουν συχνά– την καριέρα τους, την ζωή τους. Νομίζω πως πρόσφατα θα πληροφορηθήκατε κι εσείς γι’ αυτό… 
Είμαι εναντίον του «προετοιμασμένου ηρωισμού». Οι ακούσιοι ήρωες είναι ιδανικές περιπτώσεις. Ο «προετοιμασμένος ήρωας» είναι ο μελλοντικός δυνάστης… 

Δηλαδή κύριε Χατζιδάκι «αλλοίμονο στις χώρες που έχουν ανάγκη από ήρωες»; 
Μην με ειρωνεύεσθε. Κατάλαβα την λεπτή σας ειρωνεία, αλλά εγώ μιλάω γενικότερα. Σέβομαι τις ταλαιπωρίες των συγχρόνων ηρώων, αλλά δεν πείθομαι για την σημασία τους. 

Νομίζω πως εσείς, κύριε Χατζιδάκι, δεν έχετε ταλαιπωρηθή από καμμία κυβέρνηση ή κατάσταση. Θα μπορούσαν να σας πουν… μόνιμο κατεστημένο. Αυτό σημαίνει πως δεν κεντρίζετε τους κρατούντες… 
Είμαι με ό,τι θετικό επιδιώκει μια κυβέρνηση και εναντίον κάθε αρνητικού. Άλλοι συμμαχούν με άλλου είδους κατεστημένα, που αλλοίμονό μας, αν έλθουν. Υπήρξα προσωπικός φίλος του Καραμανλή, όχι φίλος της ΕΡΕ. Δεν είμαι α-πολιτικός. Απλώς δεν είμαι «πολιτικός», με την έννοια πως δεν οχυρώνομαι πίσω από σχήματα για να υπάρξω σαν καλλιτέχνης. Ασχολούμαι με τα προβλήματα του καιρού μου, δεν είμαι πολιτικός της μόδας. Μένω στο επίπεδό μου, δηλαδή είμαι άνθρωπος που δεν πράττω εύκολα. Η πολιτικότητά μου δεν περιέχει συνθήματα. Ξέρω πως έρχομαι σε σύγκρουση με το πολιτικό αίσθημα των πολλών… (σ.σ. Ο Ρεσβάνης λέει πως ο Χατζιδάκις ξαφνικά μίλησε μόνος του, σαν να θυμήθηκε την απουσία του από την Ελλάδα). Δεν ήλθα πιο νωρίς στην Ελλάδα για φορολογικούς λόγους. Έφυγα πριν από την 21η Απριλίου 1967 και έμεινα έξω για τους λόγους που σας είπα. Και ποτέ δεν φώναξα πως «θα έλθω κι ας με συλλάβουν…». Κάποιος το φώναξε, ενώ ήξερε πως δεν υπήρχε κίνδυνος να συλληφθή. Και είπε ακόμη: «Η Ελλάδα δεν είναι του Παπαδόπουλου…». Λοιπόν; Η Ελλάδα ήταν του Παπαδόπουλου πριν έξη χρόνια και τώρα δεν είναι; Αυτά δεν είναι τίμια πράγματα. Δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε ο Παπαδόπουλος, ούτε κανείς άλλος, φτάνει να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου. 

Εσάς κύριε Χατζιδάκι, όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και η λογοκρισία σάς άφησε ανέγγιχτο… 
Η λογοκρισία είναι ηλίθιος θεσμός. Όμως, δεν θίγει την ουσιαστική Τέχνη. Εμένα δεν με θίγει, γιατί δεν εφάπτεται με το έργο μου, γιατί δεν μιλώ με συνθήματα. Ίσως, εξ άλλου, δεν ξέρετε πως έχω διαμαρτυρηθή και παλαιότερα και πρόσφατα για το θέμα της λογοκρισίας. Επί Καραμανλή μου είχαν απαγορεύσει το τραγούδι μου «Ήταν που λέτε μια φορά, όπου ήταν ένας βασιλιάς, καλό ανθρωπάκι…». Γιατί ζητάτε από τη σημερινή κυβέρνηση να καταργήση κάτι που το βρήκε έτοιμο και δεν το κατασκεύασε; Δεν υπερασπίζομαι την σημερινή κατάσταση, αλλά εγώ τουλάχιστον σ’ αυτόν τον τόπο κυκλοφορώ και μιλώ ελεύθερα, γιατί την ελευθερία μου δεν την εξαρτώ από πολιτικά σχήματα. Είμαι εσωτερικά ελεύθερος. Άλλωστε (σ.σ. ο Ρεσβάνης λέει πως χαμογέλασε ο Χατζιδάκις), εδώ δεν έχουμε τα αφόρητα καθεστώτα της Χιλής ή της Σοβιετικής Ενώσεως…

Θυμήθηκα μια φράση του Ηλία Πετρόπουλου, που γράφτηκε σε βιβλίο απαγορευμένο: «Δια του αμοραλισμού κατέκτησα την ελευθερία μου»… 
Ας συζητήσουμε για σοβαρά πράγματα και πρόσωπα… Όσο για το περιεχόμενο της φράσεως: Εγώ είμαι ηθικό ον, με διέπουν αρχές τις οποίες ή τις έχω βάλει εγώ ή υπάρχουν σαν νόμοι. 

Κάτι καινούργιο, ίσως, αυτό το «Μεθυσμένο Κορίτσι»; 
Όχι εντελώς καινούργιο. Τραγούδια θα είναι δεμένα με μύθο. Ένας οδοιπόρος βρίσκει μια μέρα ένα μεθυσμένο κορίτσι. Θέλει να το προστατεύση, αλλά το κορίτσι τού επιτίθεται και του κόβει το κεφάλι. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει πως το –ακέφαλο πλέον– σώμα είναι του Αλκιβιάδη. Δεν ξέρει τώρα τι να κρατήση. Το κεφάλι του οδοιπόρου ή το σώμα του Αλκιβιάδη; Ο μύθος είναι διδαχτικός, περιέχει πάθος, βία και νοθεία… Η επιφάνεια των τραγουδιών μου είναι τόσο απλή, όσο το σώμα του Αλκιβιάδη. Για τον οδοιπόρο επηρεάστηκα από τον Μαξιμίλιαν Σελ, που γνώρισα πρόσφατα στην Γερμανία. Για το «μεθυσμένο κορίτσι» από τον Φελλίνι της “Roma” και για τον Αλκιβιάδη από το περίπτερο που αγοράζω τσιγάρα…

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

THERION ένα… καλοκαιρινό τραγούδι

Μία έξοχη διασκευή (από το 2001) στο ωραιότερο τραγούδι των ABBA, το “Summer night city”, από τους συμπατριώτες τους Therion (ένα διάσημο doom metal συγκρότημα). Το βίντεο έχει κάτι το «άρρωστο» και απόκοσμο, σαν από παραλειπόμενο της Λάμψης του Kubrick, αλλά επειδή πρόκειται για τρομερή (όντως!) version όλα συγχωρούνται... ή σχεδόν όλα... Καθώς βραδιάζει κι είμαστε πλέον στο καλοκαίρι...

SYROS JAZZ FESTIVAL

Υπήρξα… κάτοικος Ερμούπολης για εννέα ολόκληρους μήνες το 1990. Η Σύρος είναι το μοναδικό νησί της χώρας, το οποίον έχω γυρίσει σπιθαμή προς σπιθαμή – με τα πόδια (κυρίως με τα πόδια), με μηχανάκι, με αυτοκίνητο, ακόμη και με... σινούκ. Θυμάμαι με δέος τη θέα από τα ραντάρ, τα σπίτια στην Άνω Σύρα δίπλα σχεδόν στο χάος, τα κρεμασμένα χταπόδια στα σύρματα, τις απέραντες ξέβαθες θάλασσες στην Ντελαγκράτσια, τα σουλάτσα στην πλατεία και στα Βαπόρια, τους καφέδες και τα ποτά στην παραλιακή, τα λουκούμια σοκολάτας και τις χαλβαδόπιτες… Θυμάμαι βεβαίως και το περίφημο Θέατρο Απόλλων, το οποίον τότε (το 1990) ήταν περιστοιχισμένο από σκαλωσιές – η πρώτη φάση της ανακαίνισής του ολοκληρώθηκε το 1991, όπως διάβασα στην Βικιπαίδεια, για να λειτουργήσει κανονικά από το 2000 και μετά. Εκείνη την εποχή –με τον Απόλλωνα, όπως είπαμε, στους ασβέστες– το επίσης πανέμορφο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου ήταν η βασική αίθουσα εκδηλώσεων του νησιού, εκεί όπου μπορούσες ν’ ακούσεις από κλασική και jazz, μέχρι αφιερώματα στον Βαμβακάρη ή τον Χατζιδάκι. Τώρα, τα πράγματα έχουν αλλάξει (προς το καλύτερο οπωσδήποτε), αφού αίθουσες όπως εκείνη του Απόλλωνα δεν διαθέτουν πολλές πόλεις της χώρας.
Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά; Προχθές έλαβα πληροφορίες και υλικό από τον Βαγγέλη Αραγιάννη (καλός συνεργάτης τα τελευταία χρόνια και μέχρι το κλείσιμο στο Jazz & Τζαζ) σχετικές μ’ ένα jazz festival, που οργανώνεται στην πόλη του την Ερμούπολη, στο Θέατρο Απόλλων, αυτές τις μέρες (ξεκίνησε χθες και συνεχίζεται μέχρι την Τρίτη) με ελεύθερη είσοδο. Να και οι λεπτομέρειες...
Κυριακή 1 Ιουνίου, 8:30 μμ
Yannis Roussos Quartet (Γιάννης Ρούσσος ντραμς, Δημήτρης Καλαντζής πιάνο, Δημήτρης Παπαδόπουλος τρομπέτα, Ντίνος Μάνος μπάσο). Ο Γιάννης Ρούσσος (Συριανός είναι;) μαζί με τους συνεργάτες του παρουσιάζει πρωτότυπες δικές του συνθέσεις, αλλά και διασκευές σε jazz standards.
George Kontrafouris Baby Trio (Γιώργος Κοντραφούρης hammond, Κωνσταντίνος Στουραΐτης κιθάρες, Γιάννης Παπαδούλης ντραμς). Το Baby Trio, είναι το organ project του Γιώργου Κοντραφούρη, που συμπληρώνεται από μουσικούς ηλικίας κάτω των 25 ετών. Όπως έχει πει και ο ίδιος… «το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε για να εκφράσει την αφέλεια, τον εφηβικό ενθουσιασμό και γενικά ό,τι κάνει εντύπωση σ’ ένα νέο μουσικό, όταν αρχίζει να παίζει σ’ ένα συγκρότημα με τους φίλους του»...
Δευτέρα 2 Ιουνίου, 8:30 μμ
Michalis Katachanas Quartet (Μιχάλης Καταχανάς βιόλα, Θοδωρής Κότσυφας κιθάρες, Κίμων Καρούτζος μπάσο, Βασίλης Ποδαράς ντραμς). Το κουαρτέτο του Μιχάλη Καταχανά ερμηνεύει κυρίως πρωτότυπες συνθέσεις των μελών του γκρουπ, αλλά και συνθέσεις από το ευρύτερο τζαζ ρεπερτόριο. Κατά τον ίδιον: «έμπνευσή μας είναι ο ήχος της σύγχρονης ευρωπαϊκής τζαζ σε συνδυασμό με μουσικές από τον μεσογειακό και τον βαλκανικό χώρο».
Reis/ Demuth/ Wiltgen (Michel Reis πιάνο, Marc Demuth μπάσο, Paul Wiltgen ντραμς). Ο πιανίστας Michel Reis, ο μπασίστας Marc Demuth και ο ντράμερ Paul Wiltgen σχημάτισαν το τρίο τους το 1998, όταν ήταν ακόμη έφηβοι. Το 2011 επανήλθαν δυναμικά και το 2013 κυκλοφόρησαν το ομώνυμο πρώτο άλμπουμ τους. Η μουσική τους ενσωματώνει επιρροές από την κλασική, την ποπ και το ροκ, ακολουθώντας τα βήματα ονομάτων όπως ο Brad Mehldau, οι Bad Plus και οι e.s.t. .
Τρίτη 3 Ιουνίου, 13:00 μμ και 8:30 μμ
CMS Masterclass. Για δεύτερη συνεχή χρονιά το Syros Jazz Festival σε συνεργασία με τον ντράμερ Γιάννη Ρούσσο και το Contemporary Music School προσφέρει ένα masterclass για τον τζαζ αυτοσχεδιασμό. Ερασιτέχνες και επαγγελματίες μουσικοί, ανεξαρτήτως οργάνου, μουσικού επιπέδου και προηγούμενης εμπειρίας με την τζαζ έχουν την ευκαιρία να εμβαθύνουν τις γνώσεις τους και να αποκτήσουν μια δημιουργικότερη αντίληψη για τη μελωδία, το ρυθμό και την αρμονία. Διδασκαλία: Γιάννης Ρούσσος
Tania Giannouli Ensemble (Τάνια Γιαννούλη πιάνο, Guido de Flaviis σαξόφωνα, Σόλης Μπαρκή ντραμς, κρουστά, Στέφανος Γιαννόπουλος τσέλο). Με αυτό το σύνολο η Τάνια Γιαννούλη παρουσιάζει για πρώτη φορά το νέο της πρότζεκτ, που έχει στοιχεία ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, modal, μουσικής δωματίου με επιρροές από την σύγχρονη avant-garde, τον νέο ιμπρεσιονισμό, την σύγχρονη ευρωπαϊκή τζαζ, αλλά και τα world ακούσματα.
Takis Barberis Group (Τάκης Μπαρμπέρης κιθάρες, Mάνος Σαριδάκης πιάνο, πλήκτρα, Γιώργος Γεωργιάδης μπάσο, Γιώργος Πολυχρονάκος ντραμς). Από το 1990 που ξεκίνησε την προσωπική του πορεία, ο Τάκης Μπαρμπέρης έχει κυκλοφορήσει επτά άλμπουμ. Στο νέο του CD “Jargon”, στο οποίο θα βασιστεί η συναυλία του, συνεχίζει με το εντελώς προσωπικό του στιλ να παρουσιάζει ένα τζαζ κράμα, με στοιχεία από φανκ, ροκ, ινδική, αφρικανική, βαλκανική και ελληνική μουσική, δημιουργώντας ένα ιδανικό περιβάλλον για αυτοσχεδιασμούς.