Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

τα αυτοκίνητα και τα γραφεία, που έφαγαν το ραδιόφωνο

Μεγάλωσα με το ραδιόφωνο, αλλά εδώ και χρόνια μεγαλώνω χωρίς αυτό. Πλέον ακούω ραδιόφωνο μόνο στις διακοπές, ενώ δεν ακούω καθόλου στο σπίτι, στο γραφείο (που δεν έχω) και στο αυτοκίνητο. Ειδικώς τα γραφεία και κυρίως τα αυτοκίνητα νομίζω πως έχουν καταστρέψει κάθε συνετή ραδιο-ακροαματική διαδικασία. Οι εκπομπές, στην πλειονότητά τους, είναι προσαρμοσμένες, στον τρόπο ζωής των οδηγών και των υπαλλήλων. Στα μιλιούνια, βασικά, που ξεχύνονται στους δρόμους, περιδιαβαίνοντας μηχανικά την μπάντα των FM (δεν υπάρχει εξάλλου και τίποτ’ άλλο). Κάπως έτσι ένας οδηγός, σε μια σύντομη διαδρομή στην πόλη, θ’ ακούσει έναν ή περισσότερους σταθμούς, όμως είναι σίγουρο πως δεν θα τους ακούσει σε τόσο χρόνο ώστε να σχηματίσει μια πλήρη γνώμη για τα προγράμματά τους – ο σκοπός του εξάλλου δεν είναι η κριτική. Λίγο από ’δω, λίγο από ’κει και πάμε παρακάτω… Στα δε γραφεία, ως γνωστόν, παίζουν οι σταθμοί με τις ετοιματζίδικες λίστες, που επαναλαμβάνουν τραγούδια-μαστίχες μέσα από τα πιο προφανή και εκνευριστικά airplays. Αφήνω το γεγονός πως ραδιόφωνο άνευ ραδιοφωνικού λόγου, άνευ παραγωγού εννοώ, είναι μόνο για τα… πανηγύρια. Κάπως έτσι, και μ’ όλα τούτα κατά νου, αποφάσισα στις διακοπές να ξανακούσω ραδιόφωνο με τον τρόπο που ακούγαμε παλιά. Με τη σχετική προσοχή και για πολλές ώρες, ώστε να το ευχαριστηθώ βρε αδελφέ… Προς τούτο κόλλησα τη βελόνα στα κρατικά κανάλια, αυτά που πληρώνουμε δηλαδή, το Πρώτο και το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, και αράζοντας ξεκίνησα…

Η πρώτη και η τελευταία εντύπωση περικλείεται σε μια λέξη – απογοήτευση. Μπορεί να ήταν Αύγουστος, μπορεί κάποιοι παραγωγοί να ήταν ξέρω ’γω σε άδεια, μπορεί τον Αύγουστο να μην υπάρχουν ειδήσεις κατά το κοινώς-φαιδρώς λεγόμενο, μπορεί δεν-ξέρω-τι, όμως, και σε κάθε περίπτωση, με τίποτα δεν δικαιολογείται αυτή η κατάντια. Γιατί περί κατάντιας επρόκειτο. Οι λίγες εκπομπές με κάποιο ενδιαφέρον δεν έσωναν φυσικά την κατάσταση, αφού ακόμη και σ’ αυτές δεν αποφεύγονταν οι ανακρίβειες και τα χοντρά λάθη.

Το κρατικό ραδιόφωνο πάσχει, κατ’ αρχάς, από τα ποικίλα άχρηστα ήθη του πιο ηλίθιου ιδιωτικού ραδιοφώνου. Οι ίδιες βλακώδεις διαφημίσεις που πέφτουν βροχή (π.χ. τα απαράδεκτα σποτ της Εφημερίδας των Συντακτών με τα… λιοντάρια και τα κοκόρια), τα γελοία πειράγματα και χαριεντίσματα μεταξύ των παρουσιαστών (σοβαρότης μηδέν), τα ανόητα μηνύματα και τα SMS των ακροατών και όλες οι υπόλοιπες… τρίχες κατσαρές. Πόσες φορές θ’ ακούσεις για παράδειγμα τον αφόρητα κουραστικό «Αύγουστο» του Νίκου Παπάζογλου, δίχως να ξεριζώσεις τα… λυτά της μαλλιά, πόσες φορές ν’ ακούσεις τα… χιλιάδες τραγούδια του Μαχαιρίτσα (τι έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος, τον άμμο της θάλασσας;), πόσες φορές ν’ ακούσεις ξανά-μανά Μάλαμα, Τσαλιγοπούλου και Αρβανιτάκη δίχως να πλαντάξεις; Η κατάσταση είναι αφόρητη. Δεν διορθώνεται με τίποτα. Ούτε με λίγο... προπασοκικό Νταλάρα (τον μεγάλο Νταλάρα των seventies εννοώ, για να μην παρεξηγηθώ), ούτε με λίγο ασ’-τον-κι-ας-σέρνεται Leonard Cohen. Πουθενά μιαν «έκπληξη». Μια επιλογή που να δείχνει γούστο και ψάξιμο μαζί. Ακόμη κι εκείνο το «Να γελάς» του Γιώργου Αντωνίου που κάποτε μετέφερε μια δροσιά κατάντησε πλέον τσίχλα – το κατάντησαν δηλαδή, γιατί το τραγούδι ήταν-είναι πραγματικά ωραίο. Πολλάκις προτιμότερο από τους διάφορους «Αυγούστους»…

Δείτε τώρα τι γίνεται στο κρατικό ραδιόφωνο – σε ονόματα παραγωγών δεν θα αναφερθώ, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή δεν κρατούσα σημειώσεις (σε διακοπές βρισκόμουν). Υπάρχουν λοιπόν ορισμένοι που κάνουν δουλειά αρχείου, έχοντας και σωστό ραδιοφωνικό λόγο. Οι λίγες εκπομπές τους είναι ενδιαφέρουσες οπωσδήποτε, αλλά, ταυτοχρόνως, είναι και μόνες. Θέλω να πω πως μόνο με το καλό ρεμπέτικο και με το αντίστοιχο λαϊκό δεν στέκεται πρόγραμμα (σε κρατικό ραδιόφωνο). Αφήνω το γεγονός πως τα περισσότερα άγνωστα λαϊκά από το ’50 και το ’60, που βρίσκουν χώρο στα προγράμματα, δεν λένε τίποτα ιδιαίτερο. Δηλαδή, καλός είναι ο λόγος για τα στοιχεία και τις εταιρείες, τις χρονιές έκδοσης, τους συνθέτες και τους στιχουργούς, και βεβαίως τους ερμηνευτές, αλλά αν το τραγούδι είναι αδιάφορο, όλα τα υπόλοιπα χάνουν αυτομάτως και την παραμικρή αξία τους. Εκπομπές αρχείου λοιπόν, ναι, αλλά με καλά τραγούδια και όχι με ό,τι να ’ναι.

Το ένα πέμπτο του ελληνικού τραγουδιού μπορεί να έχει την μερίδα του λέοντος στο κρατικό ραδιόφωνο, αλλά τα υπόλοιπα τέσσερα πέμπτα σχεδόν απουσιάζουν. Και μιλώ μόνο για το τραγούδι, γιατί αν μιλήσω για τη μουσική (σκέτη μουσική), απουσιάζει το 99%. Έτσι, δεν άκουσα ποτέ ένα «άγνωστο» τραγούδι του Μαμαγκάκη, δεν άκουσα ποτέ έναν ελαφρώς σκοτεινό Λίνο Κόκοτο (κάτι από τις «Ώρες» θέλω να πω) κι έναν ακόμη πιο σκοτεινό Χριστόδουλο Χάλαρη (έναν Χρύσανθο φερ’ ειπείν), δεν άκουσα έναν ελαφρό Γιάννη Πάριο κι έναν Τόλη Βοσκόπουλο των seventies (για να μη μιλήσω για τραγουδιστές τύπου Λάκη Αλεξάνδρου ή Λευτέρη Μυτιληναίου), δεν άκουσα ελληνικό ροκ από τα eighties (τους KDS… λέμε τώρα), δεν άκουσα ethnic-jazz από τα nineties (έναν Τάκη Μπαρμπέρη ας πούμε), δεν άκουσα χιλιάδες άλλα πράγματα… Απεναντίας, άκουσα πολύ Κραουνάκη, Πορτοκάλογλου, τα ίδια και τα ίδια τραγούδια του Τσιτσάνη, λίγο Χατζιδάκι (κάτι από τους «Όρνιθες» δεν έχει ρε φίλε;) και σχεδόν καθόλου Θεοδωράκη… (Κάποιες φορές μου φαίνεται πως έχει δίκιο όταν φωνάζει ο Μίκης πως δεν παίζονται καθόλου τα τραγούδια του…). Το σύνηθες και το προφανές στην ημερησία διάταξη. Η προσπάθεια ελάχιστη και ο κόπος μηδέν.

Το «ξένο» τραγούδι (και αναφέρομαι στο rock και την pop) είναι υπό διωγμό στην ΕΡΑ. Ελάχιστο και πλημμελώς παρουσιασμένο λάμπει δια της απουσίας του. Τα δε βραζιλιάνικα, αφρικανικά και βαλκανικά δεν σώζουν την κατάσταση, αφού ακούγονται σαν υπολείμματα από το ethnic ξεσάλωμα των nineties. Καλό ήταν το αφιέρωμα στους Eloy, ένα απόγευμα, αλλά όταν ακούς από τον παρουσιαστή πως τα γερμανικά συγκροτήματα του rock στα τέλη των sixties αναλώνονταν σε διασκευές (οι CAN λέω εγώ ή οι Amon Düül II) και πως οι Eloy έκαναν το break γίνεσαι, όπως και να το κάνουμε, επιφυλακτικός σε σχέση με όλα εκείνα που φθάνουν στ’ αυτιά σου.

Ορισμένες πολιτικές/οικονομικές εκπομπές είχαν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά η μονομανία κι ένα είδος εγωπάθειας ορισμένων δημοσιογράφων σε απέτρεπαν από το να τις παρακολουθήσεις με άνεση. Χρειάζεται περισσότερο πλάτος, και κυρίως ακόμη περισσότερη ταπεινότητα, ώστε να γίνεις αποδοτικότερος. Πάντως το γενικότερο ενοχλητικό, εδώ, ήταν το γλείψιμο προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντάξει, μπορεί να μην ήταν χυδαίο, αλλά υπήρχε και δεν το ανεχόσουν. Προσωπικώς, από ένα κρατικό ραδιόφωνο της… ριζοσπαστικής λέμε-τώρα Αριστεράς θα περίμενα έναν πιο σκληρό και άτεγκτο λόγο, που να μην χαρίζει κάστανα σε κανέναν. Μετέδιδαν συνέντευξη Τύπου του Θεοδωράκη, αλλά ένα μεσημέρι από την αντίστοιχη του Λαφαζάνη «έφαγαν» τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αν στις συνεντεύξεις Τύπου δεν μεταδίδονται οι ερωτήσεις-απαντήσεις και μεταδίδονται μόνον οι αρχικές τοποθετήσεις δεν βγαίνει νόημα. Ή μάλλον βγαίνει… 

Υπήρχαν και ορισμένες εκπομπές λόγου, που είχαν κάποιο ενδιαφέρον. Θυμάμαι μιαν ωραία απογευματινή με καλεσμένο τον συγγραφέα Θοδωρή Καλλιφατίδη. Τα έλεγε ωραία ο Καλλιφατίδης, αλλά ο δημοσιογράφος που συζητούσε μαζί του δεν είχε πάρει χαμπάρι πως ο φίλος τού συγγραφέα Διαγόρας Χρονόπουλος, το όνομα του οποίου είχε αναφερθεί στη συζήτηση (βασικό στέλεχος της ΕΡΤ για χρόνια, ανάμεσα σε πολλά άλλα), είχε πεθάνει τον προηγούμενο Μάρτιο. Την «πατάτα» τού παρουσιαστή αναγκάστηκε να την διορθώσει με σεμνό τρόπο ο ίδιος ο Καλλιφατίδης... 

Ανήμερα της Παναγίας οι της ΕΡΑ μάς τα πρήξανε με… αφιερώματα, τα οποία θα μπορούσε ν’ ακούγονταν ακόμη κι από ένα ραδιόφωνο της χούντας. Η «Παναγιά» –όχι «Παναγία»– τα προσωνύμιά της, τα έθιμα, τα θαύματα, τα νησιώτικα, το αντιτορπιλικό «Έλλη» και η… Μεσόγειος φλέγεται. Παρά ταύτα τέτοιο κομμάτι δεν παίξανε…

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

μποέμ

Σε στίχους του σημαντικού ποιητή, πεζογράφου κ.λπ. Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956) και μουσική του Δημήτρη Κύρου το Τρίο Μπελκάντο (Ε. Μεταξάς, Ι. Παπαμακαρίου, Μ. Ματθαίος) αποδίδει τον «Μποέμ» (με κάπως διαφοροποιημένα λόγια) από το Α Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. το 1959. Το τραγούδι ακούγεται στο δισκάκι της His Master’s Voice με τα στοιχεία 7PG 2621 (και σε ενορχήστρωση Τάκη Μωράκη).
ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ!

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ όνειρα στη λιμνοθάλασσα…

Ένα τεύχος του περιοδικού Panderma από το 1975 είχε τίτλο «Πανόραμα» κι ήταν αφιερωμένο στον Θωμά Γκόρπα (1935-2003). Περιείχε ποιήματα και πεζά-ποιήματα, αποτελώντας την τρίτη ολοκληρωμένη συλλογή τού μεσολογγίτη γραφιά – ενός ανθρώπου δηλαδή που ασχολήθηκε όχι μόνο με την ποίηση, αλλά και με την πεζογραφία, τη λαογραφία, την ιστορία της λογοτεχνίας, το σενάριο, τη δημοσιογραφία και άλλα διάφορα. Από τη συλλογή, που τη συναντάμε και στο συγκεντρωτικό βιβλίο του Στάσεις στο Μέλλον [α έκδοση Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979, δ έκδοση Έξοδος, Αθήνα 1983] και αλλού μετέπειτα, επιλέγω ένα κείμενο… 

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 

Μεγάλωσα με τα «Όχι εσύ!»  «Βερεσέ δεν έχει! Έτσι να πα να πεις της μάνας σου»  «Εγώ διατάζω εδώ πέρα! Τράβα όπου γουστάρεις να πα να βρεις το δίκιο σου…»

Μεγάλωσα με μπαλωμένα ρούχα καβάλα σε τοπία όπου έπαιζαν όλες οι μουσικές της μελαγχολίας  έτρεχαν οι ανοιχτές πληγές της δυστυχίας  χαχάνιζαν οι ανοιχτές πληγές της προδοσίας και πότιζαν τα φαρμάκια της κοινωνίας
καινούργια ρούχα ήταν τα φρέσκα χώματα της ερημιάς  παλιά τραγούδια ήταν κιόλας τα ρεμπέτικα…

Κατοχές επί κατοχών  προδοσίες επί προδοσιών  κι αυτοί που θάταν απ’ την άλλη μέρα φίλοι μου πεθαίνανε  τούς παίρναν τα καράβια
καράβια έμπαζαν νερά  καράβια βούλιαζαν  καράβια αργοπεθαίναν στα λιμάνια  καράβια χάνονταν  κι αυτοί που θάταν απ’ την άλλη μέρα φίλοι μου αυτοετραυματίζοντο απεχρωματίζοντο διορίζοντο απεμακρύνοντο κ’ ησύχαζαν
παίζαν τον Καραγκιόζο  παίζαν τον Χατζατζάρη  παίζαν το σκύλο με τα τέσσερα και τα εικοσιτέσσερα  μερικοί και το φίλο μου μπας και νομίσω ότι…

Μεγάλωσα χωρίς γιαγιά και παραμύθια δίπλα στο τζάκι φτιάχνοντας παιχνίδια μόνος μου
καραγκιόζους αυτοκινητιάκια αετούς αξούς μύλους και σερβιτσάλια και τα πούλαγα με τα λεφτά αγόραζα κουλούρια καραμέλες κάστανα χαλκομανίες πληγές χρώματα και χρωματιστά όνειρα…
Οι παιδικοί μου κήποι ήταν πράσινα άλογα και τ’ άλογα φαίνονταν πράσινα μέσα από τα τριφύλλια…
Στα έξη μου στο κορμί μου φώλιαζε γεροντικό μυαλό και καρδιά αιώνια νανουρισμένη μ’ αναστεναγμούς επιθανάτια φιλιά και σκοτεινά τραγούδια
τα μάτια μου λάμπαν από μόνα τους  χριστουγεννιάτικα δέντρα δε λάμψαν μπρος στα μάτια μου  ούτε ξένα ευτυχισμένα λαμπριάτικα μάτια…

Έξω από ταβέρνες σφόγγισα τα τελευταία μου δάκρυα για μένα  έξω από καφενέδες πηγμένους κορμιά ρημαγμένα χαρμάνιασα πρώτη φορά το τσιγάρο και τον καφέ που σου τον φέρνει κάποιος άλλος…

Τα μόνα δικά μου ήταν η θάλασσα η λιμνοθάλασσα και τα σάλτσινά της και ξένα όλα τ’ άλλα
κ’ η θάλασσα ήταν απέραντη μεγάλη τραγουδίστρια Ανατολής και Δύσης και τα σάλτσινά της παραδεισένιοι κήποι μ’ άνθη-παιδιά πουλιά-αετούς τη μπάλα για νεράιδα…

Μεγάλωσα με τα «Ποιος είσαι συ;» «Ποιος είναι αυτός;» «Μην πας εκεί!» «Μην πας μ’ αυτούς!» «Κάτσε στ’ αβγά σου!» και «Θεούλη μου φύλαγε…» ως τα δεκαπέντε μου και μετά σκατά κι απόσκατα…

Πηδάω μάντρα σινεμά καλοκαίρια ’45-’47  βλέπω Ταρζάν Ζορρό Ρομπέν των Δασών Χονδρό-Λιγνό και Σαρλώ  ακούω τραγούδι τής Ντιάνα Ντάρμπιν γλυκό  πηδάω συρματοπλεγμένα κάγκελα γυμνασίου χειμώνες καλοκαίρια ’47-’52 ανοίγω με συρματάκι την αποθήκη του γυμναστηρίου κλέβω μουχλιασμένο δίσκο και ρίχνω ελληνική δισκοβολία κλέβω μουχλιασμένη μπάλλα παίζω βόλλεϋ και μπάσκετ
την άλλη μέρα με καλεί ο κύριος γυμνασιάρχης…
Δηλητήρια μέσα στο μάτωμα
ντρεπόμουν τα πάντα
μέσα σ’ αυτή τη ντροπή ζεστάθηκαν ταξίδια που ακόμα δεν έκαμα…

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

DUSKO GOYKOVICH and BIG BAND RTS λάτιν-τζαζ εξτρεμισμός

Μπορεί να μην αναφέρεται το πότε ακριβώς ηχογραφήθηκε το συγκεκριμένο session, όμως, σε κάθε περίπτωση, τόσο ο τρομπετίστας Dusko Goykovich, όσο και η Big Band της Ραδιοτηλεόρασης της Σερβίας, αποτελούν «από τη μάνα τους» ύπατα εχέγγυα ποιότητας και περαιτέρω latin έκρηξης και δυναμισμού. Αναφερόμαστε, θέλω να πω, σε μεγάλους μουσικούς που τρώνε την τζαζ με το κουτάλι από τα χρόνια του ’40… οι «πατεράδες» τους, οι ίδιοι, τα «παιδιά» και τα «εγγόνια» τους (σόι πάει το βασίλειο). Βεβαίως το “Latin Haze” [Enja/ A&N, 2015] είναι πρόσφατη ηχογράφηση (το πόσο πρόσφατη δεν γνωρίζω), δεν παύει όμως να περικλείει το πνεύμα των σχετικών ηχογραφήσεων, που ο Dusko Goykovich προτείνει τουλάχιστον από τέλη του ’70. Και αναφέρομαι, για αρχή, στο φοβερό LP “Trumpets & Rhythm Unit” [RTB, 1979] με τον ντράμερ Lala Kovačev, εκεί που ακούστηκε για πρώτη φορά το θρυλικό “Quo vadis samba” – ένα κομμάτι που μπήκε στην πορεία σε διάφορες dance συλλογές, για να το ξαναπιάσει και πάλι ο Dusko στο CD του “Samba do Mar” στην Enja, το 2003. Δεύτερο στη σειρά είναι το “Quo vadis samba”, στο track list του “Latin Haze”, καθώς προηγείται το φερώνυμο 7λεπτο…
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Μια μεγάλη, έτσι κι αλλιώς, ορχήστρα υπό τον Ivan Ilić αποτελούμενη από πέντε τρομπετίστες, τέσσερις τρομπονίστες, έξι σαξοφωνίστες, ρυθμικό τμήμα από πιάνο, κιθάρα, ντραμς, συν δύο guests σε κοντραμπάσο (Martin Gjakonovski) και κρουστά (César Granados). Η ορχήστρα αποδίδει δέκα συνθέσεις του Dusko Goykovich, άλλες γνωστές από παλιά, όπως το εξαίσιο “Inga” (γνωστό από τα χρόνια του ’80), το “Danca comigo” (από το “Samba do Mar”), το “Samba tzigane” (από το φερώνυμο CD του 2006, επίσης στην Enja), ή το “In the sign of Libra” (από το κλασικό LP του 1979 με τον Kovačev), και άλλες λιγότερο γνωστές ή και άγνωστες (προς εμένα τουλάχιστον), όπως το “Sambalero” ή το “Samba do carnaval”. Όλο το σετ αναπτύσσεται με απαράμιλλη χορευτική ακρίβεια, καθώς εναλλάσσονται απολύτως δυναμικά κομμάτια, με πιο χαλαρές «λαουντζάτες» στιγμές, ενώ η ψυχική πληρότητα και η… αισιοδοξία που αποπνέει η εγγραφή δεν περιγράφονται. Το χρειαζόμαστε! Και δεν είναι το είδος της μουσικής που «βοηθάει», καθώς από τη φύση του είναι εξωστρεφές, αλλά η επιστημονική ακρίβεια και το συναισθηματικό δόσιμο των παιξιμάτων, που δείχνει το απλό, το απλούστερο. Πως οι παλιοί Γιουγκοσλάβοι και τώρα πλέον Σέρβοι (δεν ξέρω τι γίνεται με τις υπόλοιπες δημοκρατίες) έχοντας εισχωρήσει από νωρίς πολύ βαθιά στους ευρύτερους latin ήχους (θες λόγω του μεξικάνικου σινεμά που κατέφθανε φουριόζο στα fifties, θες λόγω των πολιτιστικών ανταλλαγών με την Κούβα του Φιντέλ), έφτιαξαν μια παράδοση, που δύσκολα θα βρεις όμοιά της στον μη latin κόσμο. Και τούτο αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά.
(Βάσει των στοιχείων του discogs το “Latin Haze” των Duško Gojković & Big Band RTS feat. Martin Gjakonovski κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πέρυσι στη Σερβία, σε ετικέτα PGP RTS. Δηλαδή το CD της Enja αφορά σε μια πανευρωπαϊκή επανέκδοση).

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

ο MARINO PLIAKAS είναι μπασίστας στους Steamboat Switzerland

Υπάρχουν Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσικοί στο εξωτερικό που διαπρέπουν… κάτι που συμβαίνει από αιώνες και είναι γνωστό από αιώνες. Ένας απ’ αυτούς που κάνουν τώρα (και από καιρό βεβαίως) σημαντική καριέρα «έξω» (βάση η Ελβετία εν προκειμένω) είναι και ο μπασίστας, κυρίως, Marino Pliakas. Ένα θα πω. Ο Pliakas είναι μέλος των Full Blast, του τρίο του Peter Brötzmann… και όλοι ξέρουν τι σημαίνει “Brötzmann” για τον ευρωπαϊκό ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Οι Full Blast (o Brötzmann, o Pliakas και ο ντράμερ Michael Wertmüller) έχουν ηχογραφήσει έως ώρας τέσσερα τουλάχιστον άλμπουμ, με τρίτο ανάμεσά τους το “Crumbling Brain” (2010) στο οποίο είχαν συνεργαστεί με τον Keiji Haino (το λέω για να γίνει ακόμη πιο καλά αντιληπτό για τι ακριβώς συζητούμε).
Ένα άλλο project στο οποίο συμμετέχει ο Pliakas είναι οι Steamboat Switzerland, τους οποίους συμπληρώνουν οι Dominik Blum hammond C3 και Lucas Niggli ντραμς. Αυτοί ηχογραφούν από το 1998, έχουν κυκλοφορήσει έως ώρας οκτώ τουλάχιστον CD, με το προπέρσινο “Zeitschrei” [Trost Records] να τυπώνεται και σε βινύλιο. Πρόκειται για ένα έξοχο δείγμα «σκληρού» avant-progressive, που θα κάνει πολλούς να τα χάσουν. Και από τους… αβαντοτζαζίστες και από τους προγκρεσιβάδες, για να μην πω και από τους λιγότερο κολλημένους χαρντκοράδες. Το άλμπουμ περιλαμβάνει επτά συνθέσεις του Michael Wertmüller –ντράμερ των Full Blast όπως προείπαμε, αλλά και συνεργάτης του Pliakas, μαζί με τον Caspar Brötzmann, στους Nohome… υπάρχει ένα name dropping, αλλά ελπίζω να μην κουράζει– και είναι ζωντανά ηχογραφημένο σ’ ένα στούντιο, κάπου κοντά στη Ζυρίχη, τον Σεπτέμβριο του ’12. Το αποτέλεσμα, το λέω για να σας προκαταλάβω, είναι εξαιρετικό. Ένα mind-blowing ηλεκτρισμένο σετ, που δεν θ’ αφήσει κανέναν αδιάφορο.
Οι συνθέσεις του Wertmüller είναι «μυστήριες». Κατ’ αρχάς ένα βασικό που τις διακρίνει έχει να κάνει με το ισχυρό, δυναμικό προφίλ τους. Έτσι, εκείνο που κυρίως απαιτούν είναι, πρώτον όλων, ένα πολύ ενεργητικό rhythm section, που να μπορεί να προβάρει ακόμη και hardcore πιεστικές καταστάσεις και περαιτέρω ένα σολιστικό όργανο, για να μεταφέρει τον γενικότερο ήχο τού τρίο σ’ ένα μπροστινό επίπεδο. Τα έχουν (οι συνθέσεις του Wertmüller) εν αφθονία και τα δύο. Τόσο το rhythm section, που κάνει έξοχη δουλειά, ανανεώνοντας συνεχώς το background, προβάλλοντας όλες εκείνες τις απαραίτητες ρυθμικές εναλλαγές, αυξομειώνοντας το τέμπο και ορίζοντας το δρώμενο, όσο και το hammond C3 (το hammond του Jon Lord υπενθυμίζω), που κινείται ελεύθερα από την acid jazz και το progressive rock μέχρι την avant και το «πείραμα», ισοπεδώνοντας όλα τα ενδιάμεσα αισθητικά εμπόδια.
Το λέω κι ας ακουστεί όπως θέλει (ακόμη και μέσα στην υπερβολή του). Πολύ λίγες φορές έχω ακούσει τέτοιον ήχο οργάνου (μαζί με το οριακό μπάσο-ντραμς) σε κάτι που δεν είναι κατ’ ανάγκην rock, αλλά που ταυτοχρόνως το ξεπερνά (το rock).
Επαφή: www.trost.at

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

ο mr. z… εντός τροχιάς

Εκείνο που βάθυνε ο mr. z με το σχετικό longplay του πρόπερσι στην B-otherSide (δες κι εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/10/mr-z.html) το συνεχίζει και σ’ αυτή την μικρής διάρκειας χαριτωμένη κασέτα (πάντα είναι χαριτωμένες οι κασέτες, πόσω μάλλον όταν περιέχουν μουσικές της καλοπέρασης…), που έχει τίτλο “Out of Orbit” και που κυκλοφορεί σε 50 μόλις αριθμημένα αντίτυπα (και πάλι από την B-otherSide).
Οκτώ λοιπόν θέματα στοιχισμένων samples βασικά, κάτω του λεπτού μονόλεπτα και δίλεπτα (υπάρχει κι ένα που ξεπερνάει κατά τι τα τρία λεπτά), που έλκουν την καταγωγή τους από ’κείνα τα γνωστά που αγαπάει ο mr. z (φαντάζομαι πως όλοι θα γνωρίζετε το blog του nakedsides, αν δεν τον έχετε ακούσει σε κάποιο από τα DJ σετ του) και τα οποία εδώ αποκτούν μια πιο (δηλαδή ακόμη μία) συγκεκριμένη κατεύθυνση.
“Soundtrack” είναι η μία λέξη και “library recordings” οι δύο άλλες, που χαρακτηρίζουν το “Out of orbit”. Οι libraries λόγω και της συντομίας των «κειμένων», και τις χρηστικής δυνατότητάς τους να περιγράψουν τις εκάστοτε ηχητικές ανάγκες, και τα soundtracks (αστυνομικών φιλμ, καταδίωξης, περιπετειών και τα συναφή) των fast and furious διαρκειών, που «πετάγονται» εκεί που πρέπει, ώστε να σχολιαστεί κάτι μικρό και άμεσο (ο Γεράσιμος Λαβράνος –αγαπημένος και του mr. z– ήταν «άσσος» και σ’ αυτά).
Το τρίλεπτο “Sudden reverb” θα ταίριαζε σε ελληνικό early seventies crime-thriller μια χαρά. Το λέω, γιατί σε ορισμένα τέτοια, που είχαν ενδιαφέρουσα πλοκή, ακούγονταν μέχρι και μπουζούκια…

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

JUN MIYAKE ώριμος ιαπωνικός μοντερνισμός

Ξεχωριστή περίπτωση ο Ιάπωνας Jun Miyake (Kyoto, 1958). «Μορφή» στην πατρίδα του από τις αρχές των eighties, ο σημαντικός αυτός συνθέτης θα γίνει γνωστός στην Ευρώπη την προηγούμενη δεκαετία, όταν θ’ αρχίσει να τυπώνονται στη Γερμανία κάποιες δουλειές του, που θα τον φέρουν στην πορεία στ’ αυτιά όλου του κόσμου. Αναφέρομαι βασικά στο ακρογωνιαίο άλμπουμ του “Stolen from Strangers” [yellowbird, 2008] –θυμάμαι ακόμη τους ύμνους, που είχαν γραφτεί στο Jazz & Τζαζ– και βεβαίως στις ποικίλες και τόσο διαφορετικές… εξωιαπωνικές συνεργασίες του (Pina Bausch, Wim Wenders, Robert Wilson, Oliver Stone, Hal Willner, Arto Lindsay, Vinicius Cantuaria, Bulgarian Voices, David Byrne, Grace Jones, Gavin Friday, Ron Carter, Michael Brecker κ.ά. – τα ονόματα από την Wikipedia), που κατέστησαν το έργο του συνώνυμο μ’ εκείνο του απωανατολίτικου μοντερνισμού. Ας θυμηθούμε, ανάμεσα σε άλλα, το soundtrack “Pina” (2011) της φερώνυμης, βραβευμένης ταινίας του Wenders, μέσω του οποίου το όνομα τού Miyake απογειώθηκε.
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του ιάπωνα συνθέτη είναι περυσινό (για Σεπτέμβριο του 2014 κάνει λόγο το discogs), έχει τίτλο “Lost Memory Theatre - act-2” [yellowbird/ A&N] και αποτελεί τη συνέχεια του “Lost Memory Theatre - act-1”, που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά (2013). Βασικά, εκείνο που έχουμε στο συγκεκριμένο CD είναι έναν εντελώς ιδιόμορφο συνδυασμό ετερόκλητων (αλλά ενοποιημένων μέσα από την οπτική του Miyake) αναφορών, που δύναται να δημιουργήσουν κατά τον συνθέτη ένα «παιγνίδι» ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.
Σαν… ηχοποιημένη ταινία ακούγεται και αυτή η δουλειά του Jun Miyake – όχι δηλαδή σαν ένα απλό soundtrack, που προϋποθέτει το φιλμ προκειμένου να φανεί ολοκληρωμένο. Το “Lost Memory Theatre - act-2” δεν έχει ανάγκη την εικόνα, εννοώ, προκειμένου να δημιουργήσει μιαν οπτική εξέλιξη – ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που αναζητηθούν ομοιότητες, στο γενικότερο ηχητικό concept, με τις δουλειές του Αngelo Βadalamenti για τις ταινίες του David Lynch (ακόμη και αν αντιληφθούμε την Lisa Papineau σαν μιαν αντικαταστάτρια της Julee Cruise). Στην περίπτωση του Jun Miyake το γενικότερο ηχητικό/αισθητικό πλάνο δεν παύει να είναι διαφορετικό, όσο και αυτοδύναμο, δημιουργώντας συνεχή ηχητικά στρώματα «αναταραχής» και «ηρεμίας», ομογενοποιώντας σ’ ένα σώμα στοιχεία της σύγχρονης electronica (με επιστημονική χρήση samples), σκοπών της Εγγύς και της Άπω Ανατολής, με τζαζ σπαράγματα, ψευδο-κλασικισμούς και ποπ περασμένα μεγαλεία (“Que sera sera”).
Μίαν εναλλασσόμενη διαδρομή από ένα ιμπρεσιονιστικό προς ένα εξπρεσιονιστικό ηχητικό τοπίο και τούμπαλιν είναι το “Lost Memory Theatre - act-2”, ένα έργο διαβρωτικό με γοητεία ιδιαίτερη, που ανακαλύπτεται συν τω χρόνω.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

SECONDHAND DAYLIGHTS από τα ελληνικά 80s

Δεν τους θυμάμαι καθόλου τους Fade (άλλως Secondhand Daylights) από τα eighties – και το λέω τούτο επειδή εμφανίζονται (ως Fade) σε πρόγραμμα του Rodeo, από τον Μάρτιο του ’86 (μαζί με Ζιώγαλα, Ηρακλή, Πιλάλα, Άσιμο, Αγάπανθος, Σύνδρομο, Σιδηρό κ.ά.). Πήγαινα τότε στο Rodeo και είχα δει διαφόρους… Μπορεί να είχα δει και τους Fade θέλω να πω και να μην το θυμάμαι. Συμβαίνουν αυτά…
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα LP των Secondhand Daylights από την Inner Ear υπό τον τίτλο “Fade” ηχογραφημένο την άνοιξη του ’85. Πρόκειται για μια βουτιά στο παρελθόν των δικών μας eighties προφανώς, πόσω μάλλον όταν η μπάντα συνδέεται και με άλλα συγκροτήματα της δεκαετίας (βασικά με τους Headleaders, τους μεταγενέστερους Next To Nothing και άλλα διάφορα). Τέλος πάντων την ιστορία τους τη γράφει αναλυτικά ο Νίκος Πετρουλάκης στο innersleeve του “Fade” και συνοπτικώς έχει ως εξής.
Οι Fade, που είχαν ξεκινήσει ως X-Ray και που έπαιζαν σε διάφορα κλαμπ και σκηνές στα μέσα του ’80, φτιάχτηκαν από τον Λάκη Χαλκιόπουλο (κιθάρα, τραγούδι) πρώην μέλος των Headleaders (συμμετέχει τόσο στο single, όσο και στο LP της Creep) και ακόμη τους Χρήστο Σβάρνα (ντραμς, φωνητικά) και Χρήστο Τριάντη (μπάσο, φωνητικά), ηχογραφώντας τα κομμάτια που ακούμε σε τούτο το άλμπουμ στο Studio II της Columbia (την άνοιξη του ’85, όπως προείπαμε), εκεί που δούλευε ως ηχολήπτης ο Χαλκιόπουλος.
Secondhand Daylights (από αριστερά): Χρήστος Σβάρνας, Λάκης Χαλκιόπουλος, Χρήστος Τριάντης
Το εισαγωγικό “Creature of this site”, που διαθέτει και πλήκτρα (γενικώς ακούγονται πλήκτρα στο άλμπουμ), είναι ένα τυπικό, σαν ήχος, τραγούδι των mid-80s – ένα new-wave δηλαδή, με pop βραχίονες, τα γνωστά τραβηγμένα φωνητικά, τις βαριές μπασογραμμές, αλλά και τις ωραίες οργανικές μελωδικές γέφυρες, που κάνουν, συνήθως, αυτά τα κομμάτια να ξεχωρίζουν. Παρότι λοιπόν η εγγραφή ακούγεται κάπως από το… χρονοντούλαπο (όχι γιατί είναι 30 χρόνια παλιά, αλλά γιατί δεν έγινε με όλην εκείνη τη γνώση και τα στάνταρντ μιας απαιτητικής παραγωγής – το κέφι τους έκαναν οι άνθρωποι), οι Secondhand Daylights φαίνεται πως είχαν δυνατότητες αν κρίνω από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ τους, που σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις μοιάζουν σαν υπόλοιπα από την εποχή των  Headleaders (“Around me”). Και σ’ αυτά (στα καλύτερα) συμπεριλαμβάνω, πλην του αρχικού, το “There’s a place”, το οργανικό “Fade”, που κρατάει στοιχεία από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας και πάνω απ’ όλα το “War”, ένα πολύ καλό τραγούδι γεμάτο προτερήματα, που θ’ άξιζε ν’ ακουστεί στα eighties… αλλά και τώρα. Ποτέ δεν είναι αργά…
Επαφή: www.inner-ear.gr

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

LIGRO το τρίτο, το καλύτερο…

Όπως έχω γράψει κι άλλες φορές η αμερικανική MoonJune Records είναι μία από τις ελάχιστες εταιρείες του δυτικού κόσμου, που περιγράφουν όψεις της σύγχρονης μουσικής (της jazz, του rock και του fusion βασικά) στη μεγάλη χώρα που λέγεται Ινδονησία. Τελευταία προσφορά της το τρίτο άλμπουμ των Ligro, που έχει τίτλο “Dictionary 3” (2015) και που αποτελεί μία ακόμη σημερινή σοβαρή περίπτωση ηλεκτρικής μουσικής προερχόμενη από έναν διαφορετικό κόσμο.
Για τους Ligro (Agam Hamzah κιθάρες, Gusti Hendy ντραμς, κρουστά, Adi Darmawan μπάσο) έχω ξαναγράψει, τονίζοντας, με αφορμή το προηγούμενο CD τους “Dictionary 2”, πως πρόκειται για ένα… «συγκρότημα με ευρύτερες αναφορές, που ξεκινούν από τον Bach και την κλασική του 20ου αιώνα, φθάνοντας έως τις παρυφές του κιθαριστικού psych-rock και τον Miles Davis των seventies». Τα ίδια ακριβώς θα πω και τώρα, ή μάλλον θα υπερθεματίσω! Οι Ligro είναι γκρουπάρα, από τα πιο συναρπαστικά fusion trio που μπορεί ν’ ακούσει κανείς οπουδήποτε!
Το νέο άλμπουμ τους, που είναι ηχογραφημένο την περυσινή χρονιά στην Τζακάρτα, αποτελείται από πέντε κομματάρες, μεγάλης γενικώς διάρκειας (το πιο μικρό στο χρόνο track ξεπερνά τα οκτώ λεπτά, ενώ το μακρύτερο τα δεκαπέντε), δουλεμένες για τρία όργανα (με την εξαίρεση του εισαγωγικού “Bliker 4”, στο οποίο συμμετέχει και ο νεαρός πιανίστας/ κιμπορντίστας Ade Irawan).
Το ξαναλέω, το αποτέλεσμα δεν περιγράφεται. Οι πενιές του Hamzah είναι εντυπωσιακές – χοντρικά ένας συνδυασμός Jimi Hendrix και John McLaughlin, αλλά στην πράξη μια λεπτομερής καταγραφή όλης της δυτικής ιστορίας του fusion, με τις ηφαιστειακές ρυθμολογίες των Hendy και Darmawan να προσθέτουν νέα, ανήκουστα vibes. Ιλιγγιώδη παιξίματα, μεγαλόπνοες συνθέσεις, φανταστικοί κιθαριστικοί αυτοσχεδιασμοί, μιαν ανεξάντλητη πινακοθήκη από riffs που σμπαραλιάζουν κάθε σύγχρονη αίσθηση fusion, είναι όλα εκείνα που κατατάσσουν τους Ligro στην πρώτη γραμμή τής τωρινής ηλεκτρικής πρωτοπορίας.
Μόνο και μόνο για τη σύνθεσή τους “The 20th century collaseu” (βασισμένη στο “Quartet for the End of Time” του Messiaen και στο “Opus 28” του Anton Webern) μένεις με το στόμα ανοιχτό. Μεγάλος δίσκος! CD, ok…
Επαφή: www.moonjune.com

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ ένα χέρι… σ’ ένα κλαμπ, μια νύχτα του ’63

(…) Απ’ έξω έγραφε: «Night Club». Από μέσα είχε σκοτάδι. Άναψε τον αναπτήρα –το δώρο τού παιδικού του φίλου– και προχώρησε. Από κάπου ξεπηδούσε μια μουσική από όργανα περίεργα. Η ανάσα του ήταν πολύ κοντά στη φλόγα του αναπτήρα. «Το φως!» «Το φως!» έφτασαν φωνές απ’ όλα τα σημεία του σκοταδιού. «Σβύστε το φως!».
Έσβυσε το φως. Ξανάγινε σιωπή. Η μουσική εξακολουθούσε. Αυτός δεν προχώραγε. Είχε ακόμα την παράξενη αίσθηση της ταβέρνας. Μα δεν υπήρχε πια ρυθμός για να τον κρατήσει με παλαμάκια. Δεν υπήρχε. Γι’ αυτό και τα βήματά του ήταν σπασμωδικά.
«Ντάρλινγκ;» άκουσε μια σιγανή φωνή πλάι του. Έστρεψε. Δεν ξεχώρισε τίποτα. Δεν απάντησε. Ήταν μια αντρική φωνή.
«Γιες ντάρλινγκ» απάντησε μια άλλη φωνή το ίδιο αντρική, το ίδιο γυναικεία σαν την άλλη, δεν ήταν σίγουρος, κι οι δυο οι φωνές είχανε μέσα τους και τις δυο φύσεις. Άρχισε μόλις κάτι να διακρίνει! Πτώματα γύρω του. Όλα πεσμένα στο πάτωμα. Πτώματα που φιλούσαν το ένα τ’ άλλο, που κινιόταν το ένα πάνω στ’ άλλο. Στο βάθος, ένα φως λίγο πιο δυνατό. Τρεις τέσσερις σκιές εκεί. Προχώρησε. Πάτησε κάποιο πόδι. Το βογγητό βγήκε βραχνό, σαν ηδονικός σπασμός, και μια φωνή… και μια φωνή… «Μη σταματάς!... μη σταματάς!...» υπόκωφη. Δε σταμάτησε. Πλησίασε τις τρεις σκιές. Τώρα μ’ αυτόν έγιναν τέσσερις. Τέσσερις σκιές που διεκδικούσαν ένα φως. Κάποιος τονε πλησίασε. «Τι θα πάρετε;» «Λίγο οξυγόνο, είπε, λίγο αέρα!» Εκείνος χαμογέλασε. Έσκυψε, κάτι πήρε, το ’βαλε στο ποτήρι, το ’φερε μπροστά του. «Κατάλαβα» είπε και γυάλισαν τα μάτια του.
Από δεξιά ήρθε η μια σκιά. Η άλλη πλησίασε από τ’ αριστερά. «Μόνος;» είπε η δεξιά σκιά. «Κι εγώ  μ ό ν ο ς  είμαι…» Η άλλη σκιά τον κοίταζε από τ’ αριστερά. Είχε πορφυρά μάτια σαν αίμα. Φορούσε πορφυρό παντελόνι στενό. Στο χέρι ένα ποτήρι. Στα χείλια ένα τσιγάρο. Θα πρέπει να ήταν γυναίκα. Του έστειλε τον καπνό καταπάνω στα πλεμόνια. «Αέρα!» κραύγασε κείνος με απόγνωση. Στράφηκε και ακούμπησε την πλάτη στο κοντουάρ. Ήχοι παράξενοι, άρρυθμοι, ανακατωμένοι με άρρυθμη μουσική σύρθηκαν ως τ’ αυτιά του. Η τρίτη διάσταση τού έφερνε απ’ το βάθος τον ήχο πολλαπλασιασμένο, τον έσπαγε στ’ αυτί του σαν διακριτικό κύμα. Ο αφρός του τον έλουζε κι ένοιωθε να του λείπει το οξυγόνο.
Δεν ξέρει αν ήταν χέρι αυτό που πέρασε απαλά σαν φτερό, εκεί που ένωναν τα δυο του σκέλη… Ήτανε μια γλυκειά αίσθηση, τόσο ανεπαίσθητη, που δεν την εμπόδισε. Την ένοιωθε πιο απαλή, πιο σίγουρη ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει… όπως αυτός πριν επάνω στην κολώνα… (…)
Πρόκειται για απόσπασμα από το διήγημα του Φώντα Κονδύλη (1939-2002) “Prélude en désespoir”, που περιέχεται στο βιβλίο του Έξοδος απ’ τη σιωπή [Εκδόσεις Πέτρου Πατσιλινάκου, Αθήνα, Νοέμβριος 1963]

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΝΤΖΟΣ o γύρος του θριάμβου

Ο Δημήτρης Λέντζος δεν είναι… τραγουδιστής, ούτε συνθέτης, αλλά στιχουργός. Και το να υπογράφει ένας στιχουργός (και όχι συνθέτης ή τραγουδιστής) ολάκερο διπλό CD δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Μάλλον θα έλεγα πως είναι κάτι σπάνιο. Συμβαίνει όμως… και συμβαίνει, στην περίπτωσή μας, στο «Γύρο του θριάμβου» [Μετρονόμος, 2015], για έναν στιχουργό που έχει τη δική του ξεχωριστή παρουσία στο ελληνικό τραγούδι την τελευταία 15ετία-20ετία (στίχους του έχουν αποδώσει οι Δημήτρης Μητροπάνος, Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Νίκος Δημητράτος, Παντελής Θαλασσινός και πολλοί άλλοι).
Ο Λέντζος, που είναι γεννημένος το 1960, μπήκε μάλλον αργά στη στιχουργία… και για να το ξεκαθαρίσω από την αρχή, προκειμένου να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Χρησιμοποιώ τη λέξη «στιχουργός» με τον τρόπο που έχει καταδείξει, μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, η δισκογραφία. Στιχουργήματα, θέλω να πω, είναι τα λόγια που γίνονται τραγούδια, καθότι λέμε «γράφω στίχους για τραγούδια» και όχι «γράφω ποιήματα για τραγούδια». Φυσικά, το να γράφει κάποιος στίχους ή να γράφει ποίηση δεν σημαίνει, εκ των προτέρων, πως κάνει κάτι υποδεέστερο στην πρώτη περίπτωση, ή κάτι πολύ σημαντικό στη δεύτερη. Υπάρχουν στίχοι (για τραγούδια) που είναι εν δυνάμει σπουδαία ποιήματα, και βεβαίως ποιήματα που είτε δεν μπορεί να γίνουν τραγούδια, είτε δεν αξίζει να γίνουν τραγούδια… Αυτά τα διευκρινιστικά και προχωράμε…
Στο στίχο του Λέντζου διακρίνω κατ’ αρχάς μια μεγαλοπρεπή ονοματολογία που με παραπέμπει στον Νίκο Γκάτσο (Κλυταιμνήστρα, Φραγκογιαννού, Οθέλος, Φιλισταίους, Σαλώμη, Ελευσίνα, Μεγάλο Σάββατο…), αλλά οι «ομοιότητες» σταματούν εκεί. Περαιτέρω, θα υποστήριζα πως υπάρχουν εμφανείς αναφορές στη στιχουργία του Μάνου Ελευθερίου, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο μέσω του οποίου επικοινωνεί το λαϊκό με τη σκέψη (κάτι όχι εύκολο). Υπάρχει, εννοώ, ένα διανοητικό παιγνίδι στα στιχάκια και τις στροφές του Λέντζου, που καταλήγει κάπου – σ’ ένα συμπέρασμα, σ’ ένα δίδαγμα, όπως λέγαμε παλιά. Ένα δίδαγμα, βεβαίως, που δεν είναι αμέσως και εξ ολοκλήρου προφανές, αλλά κρυμμένο πίσω από προσωπικές διαδρομές, που απαιτούν τη συμμετοχή του ακροατή προκειμένου να αποκρυπτογραφηθούν. Υπό αυτήν την έννοια οι στίχοι του Λέντζου ξεχωρίζουν όσο ελάχιστοι άλλοι στο σύγχρονο έντεχνο τραγούδι… και γιατί αποτελούν συνέχεια μιας σημαντικής παράδοσης.
Λαϊκά τραγούδια λοιπόν, αλλά από την άλλη και κάπως απαιτητικά. Τραγούδια, που ναι μεν, λόγω των μέτρων τους, μπορεί να γίνουν θέσει λαϊκά (γιατί από τη φύση τους είναι), αλλά, από την άλλη μεριά απαιτούν και τις καταλληλότερες των μελοποιήσεων, ώστε να αναδειχθούν τα νοήματα και να μπορεί να αποκρυπτογραφηθούν κατά τη διάρκεια της ακρόασης – δίχως να αναγκάζεσαι να συμβουλεύεσαι, ταυτοχρόνως, το σχετικό ένθετο. Έτσι, σ’ ένα διπλό CD που περιλαμβάνει 23 τραγούδια συνολικώς, είναι λογικό να υπάρχουν όλων των ειδών τα άσματα – και εκείνα που ρέουν αβίαστα και είναι αμέσως κατανοητά, και τα υπόλοιπα που απαιτούν μια πιο επισταμένη ενασχόληση. Υπέρτερα όλων, σε κάθε περίπτωση, είναι εκείνα που αμέσως ξεχωρίζουν, λόγω του πιο ιδανικού δεσίματος, προφανώς, που μπορεί να υπάρξει στην πεντάδα… συνθέτης - στιχουργός - ερμηνευτής - παιξίματα - παραγωγή. Τραγούδια εξαιρετικά το δίχως άλλο, που δείχνουν το εύρος και τη δύναμή τους από την πρώτη κιόλας ακρόαση, αφού καταγράφονται αυτομάτως στο προσωπικό συνειδητό (ελπίζω και στο συλλογικό). Τέτοια είναι, από το πρώτο CD, τα «Η Κλυταιμνήστρα» του Θανάση Γκαϊφύλλια με τη Φωτεινή Βελεσιώτου, «Στη σιωπή λυτρώθηκα» του Μιχάλη Τερζή με τον Βασίλη Λέκκα, «Μικρές επιθυμίες» του Νίκου Πλατύραχου με την Βίκυ Καρατζόγλου και «Στη σκοπιά» με τον Φίλιππο Πλακιά και από το δεύτερο τα «Η άγνωστη η εντολή» του Μιχάλη Νικολούδη με την Μπέττυ Χαρλαύτη (ίσως το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ), «Άσβεστη φωτιά» του Νεοκλή Νεοφυτίδη με την Ηρώ Σαΐα και «Η άλλη πόλη» του Γιώργου Σχοινά με την Ελένη Τσαγκαράκη.
Αυτά τα τραγούδια ξεχώρισα από το 2CD «Ο γύρος του θριάμβου», χωρίς να θέλω να υποτιμήσω, εννοείται, άλλες ερμηνείες ή μελωδίες, που ούτως ή άλλως αφορούν στους στίχους ενός ξεχωριστού ανθρώπου του ελληνικού τραγουδιού των ημερών μας.
Στη  Σιωπή Λυτρώθηκα
Ποιος Θεός, ποιος σκηνοθέτης/ και ποια μοίρα μ’ οδηγεί/ ραγισμένος ο καθρέπτης/ σαν πανάρχαια πληγή.
Σ’ ένα δράμα παίζω χρόνια/ μέσα στη φορμόλη μου/ ή οι ρόλοι είναι πιόνια/ ή τα πιόνια ρόλοι μου.
Υποκλίνομαι στο τέλος/ και πεθαίνω στη σκηνή/ εγώ ήμουν ο Οθέλος/ σε παράσταση φτηνή.
Στο πολύ και στο καθόλου/ στη σιωπή λυτρώθηκα/ μπήκα στο πετσί του ρόλου/ και αποθεώθηκα.
Μες στα μάτια μου τα φώτα/ τρέμουνε τα χείλη μου/ απ’ το τρακ και τον ιδρώτα/ σ’ άλλο έργο οι φίλοι μου.
Μαύρη πέφτει η αυλαία/ στο γυαλί η άχνα μου/ ράβω σαν τον Προμηθέα/ τις βραδιές τα σπλάχνα μου. 
Επαφή: www.metronomos.gr