Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Η ψυχεδέλεια στην υπηρεσία της ελληνικής μαύρης αντίδρασης. Όταν οι Εγγλέζοι Spectrum έπαιξαν για τον Κοκό, το καλοκαίρι του ’67…

Δεν ξέρω πόσοι από ’σας γνωρίζουν το αγγλικό ποπ-ψυχεδελικό συγκρότημα Spectrum από το δεύτερο μισό του ’60. Εγώ τους έμαθα (εννοώ τους άκουσα) πιο καλά το 2006, όταν επανεκδόθηκε το LP τους “The Light is Dark Enough” του 1970 από κάποια Subway Records, παρά το γεγονός πως είχα ακούσει ήδη από τα nineties το 45άρι τους “Samantha’s mind[sic]/ Saturday’s child” που είχε κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα από την RCA Victor [47g 1328] το 1967. (Αργότερα κυκλοφόρησε τουλάχιστον ένα ακόμη ελληνικής κοπής δισκάκι τους, το “Free / London Bridge is coming down”).
Η ελληνική έκδοση του "Samantha's mine" από τα μέσα του 1967
Οι Spectrum δεν ήταν κανένα ασήμαντο συγκροτηματάκι. Αν και όταν φτιάχτηκαν ο Τύπος τούς παρουσίασε σαν το αγγλικό υποκατάστατο των Monkees (τους οποίους Monkees πάλι κάποιοι τούς παρουσίαζαν σαν τους «αμερικανούς Beatles») στην πραγματικότητα ήταν πολύ καλοί παίκτες αφήνοντας μερικά εξαιρετικά τραγούδια. Μέλη των Spectrum ήταν οι Tony Atkins κιθάρα, Colin Forsey φωνή, Bill Chambers όργανο, Tony Judd μπάσο και Keith Forsey ντραμς, ενώ, όπως διαβάζουμε και στο discogs, σημείωσαν μεγαλύτερη επιτυχία στην ηπειρωτική Ευρώπη (Δυτική Γερμανία, Ισπανία κ.ά.)., παρά στην πατρίδα τους τη Βρετανία.
Το πρώτο 45άρι τους από το 1967 περιείχε το “Samantha’s mine”, και όχι “Samantha’s mind” όπως διαβάζουμε στο ελληνικό single (γι’ αυτό τοποθέτησα και το [sic] πιο πάνω), το οποίο ήταν ένα πολύ καλό τραγούδι, στο pop-psych στυλ, με μπητλικές αρμονίες και κοντά στο ύφος των ψυχεδελικών Bee Gees και των πρώιμων Status Quo. Οι Spectrum έδωσαν κι άλλα ωραία τραγούδια στο κλίμα της εποχής, όπως το “Portobello road” (1967) με την ωραία χρήση του οργάνου, διασκεύασαν και έκαναν επιτυχία στη Δ. Γερμανία το “Ob-la-di ob-la-da” των Beatles το 1968, πριν χαθούν από τα πράγματα εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Κυκλοφόρησαν και άλμπουμ οι Spectrum πρώτα στην Ισπανία και τις ισπανόφωνες χώρες και μετά στην πατρίδα τους τη Βρετανία. Ήταν το LP “The Light is Dark Enough” [UK.RCA International, 1970], που ήταν συλλογή και περιείχε τραγούδια τους από το 1967 έως και το 1970 (είναι το LP που επανεκδόθηκε το 2006). Μερικά απ’ αυτά, όπως το instrumental “Walrus & the horse”, ήταν επίσης εξαιρετικά πηγαίνοντας σε πιο progressive rock κατευθύνσεις.
Κι εδώ τώρα έρχεται το ωραίο της ιστορίας!
Πηγή: Μοντέρνοι Ρυθμοί, τεύχος 85 της 19/7/1967. Προσέξτε το κεφαλαίο ταυ στο "Του"... Ο "Του" θα γούσταρε πολύ, ως φαίνεται, το "Samantha's mine" των Spectrum...
Οι Spectrum είχαν έρθει στην Ελλάδα στο τέλος Ιουλίου 1967 (το πρώτο καλοκαίρι της δικτατορίας δηλαδή) για να παίξουν για τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο! – τούτο αναφέρεται στο τεύχος 85 των Μοντέρνων Ρυθμών της 19/7/1967. (Είναι γιατί… απαγορεύτηκαν οι παραστάσεις ξένων συγκροτημάτων στην Ελλάδα μετά τους Rolling Stones, από τη χούντα, όπως διαδίδουν οι ανόητοι). Φαντάζομαι, δε, πως δεν θα έπαιξαν στα... Βασιλικά Ανάκτορα, στο Τατόι, αλλά σε κάποιo κλαμπάκι ή στη σάλα κάποιου ξενοδοχείου με κοινό, πέραν του Κοκού, τον «σωστό» κόσμο της εποχής… Ξέρετε τώρα, τους αριστερούς κρατούμενους της ασφάλειας, τους εκτοπισμένους από το καθεστώς και τους βασανισθέντες της Μπουμπουλίνας...
Η ψυχεδέλεια στην... υπηρεσία τής αυτού μεγαλειότητος. Το rock στην Ελλάδα του ’67, για ακόμη μια φορά, ως όργανο και μοχλός τής πιο μαύρης αντίδρασης. 

Εδώ η συνέχεια…

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

GIOUMOURTZINA electro ντούo με πολλές eighties αναφορές και συνετή διαχείριση

Η μουσική κάνει κύκλους, και αν μιλάμε για την ποπ και το ροκ αυτοί οι κύκλοι σχετίζονται, βασικά, με τρεις δεκαετίες – τα sixties, τα seventies και τα eighties (άιντε και κάτι λίγο με τα nineties). Είναι οι δεκαετίες που διέπρεψαν τα περισσότερα και καλύτερα συγκροτήματα (και καλλιτέχνες), είναι οι δεκαετίες που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν όλα τα σχετικά μουσικά είδη –από το surf και το garage punk, μέχρι το new wave και το electro– και είναι οι δεκαετίες στις οποίες πάντα θα προστρέχουν οι νέες μπάντες, για να δανειστούν ιδέες, ώστε τα πράγματα να πάνε παρακάτω. Έστω και λίγο παρακάτω…
Οι Gioumourtzina (οθωμανική ονομασία της Κομοτηνής) είναι ένα σημερινό συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη, ένα ντούο το οποίο αποτελείται από τον Ανέστη Νείρο synth, φωνή και τον Γιάννη Τσελίκα ηλεκτρικό μπάσο. Νέοι στο χώρο, αφού σχηματίστηκαν πριν δυο χρόνια ακριβώς, οι Gioumourtzina ευτυχούν να έχουν πολύ γρήγορα ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ, το “Blackk Metall” [Inner Ear, 2016], το οποίο έρχεται να προστεθεί (αρθρώνοντας το δικό του αυτόνομο λόγο) στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Ό,τι δημιούργησε το σχετικό hip, που απλώθηκε στόμα με στόμα πριν από τη συγκεκριμένη κυκλοφορία.

Η συνέχεια εδώ…

CHARLES MINGUS 15 σταθμοί στην πορεία ενός τρανού συνθέτη και κοντραμπασίστα της jazz

Οι μουσικές του Charles Mingus (1922-1979) είναι από εκείνες που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη, ακόμη και αν ακουστούν για μία μόνο φορά – κάτι που οφείλεται στην προσωπικότητα τού συνθέτη, στον τρόπο με τον οποίον γράφτηκαν. Ο ακροατής μπορεί να μην γνωρίζει λεπτομέρειες –το πώς ακριβώς δούλευε ο Mingus δηλαδή–, όμως αντιλαμβάνεται αμέσως το αποτέλεσμα. Εκείνο που φτάνει στ’ αυτιά του είναι, πάντα, κάτι άλλο. Κάτι διαφορετικό. Είναι jazz φυσικά, η οποία όμως δεν μπορεί εύκολα να καλουπωθεί στα γνωστά στυλ (bebop, cool, free, hard bop, fusion κ.λπ.), διαθέτοντας συγχρόνως ισχυρότατο hook. Όπως σημείωνε και ο πιανίστας-συγγραφέας Σάκης Παπαδημητρίου:
«Ο Μίγκους “γράφει” τις συνθέσεις του μ’ ένα δικό του τρόπο. Συγκεντρώνει τους μουσικούς και τους παίζει όλα τα μέρη στο πιάνο, τη ραχοκοκαλιά δηλαδή, ώστε να μπορέσει να τους μεταδώσει τον τρόπο ερμηνείας που προτιμάει, αλλά και τις εναλλαγές συγχορδιών και κλιμάκων. Βέβαια, αυτό εξαρτάται από το γκρουπ που κάθε φορά έχει, τους συνδυασμούς των οργάνων και κυρίως από το προσωπικό ύφος του καθένα, τον ήχο, την τεχνική, την ιδιαιτερότητα κάθε μουσικού σαν άτομο και σαν μέρος του συνόλου. Σ’ αυτό το σημείο φαίνεται η επίδρασή του από τον Ντιούκ Έλλινγκτον(…). Επίσης ο Μίγκους δίνει στους μουσικούς του διάφορες σειρές από νότες, που μπορούν να τις παίξουν σε σχέση με κάθε συγχορδία του κομματιού. Έτσι έχουν την ευχέρεια να διαλέξουν τις δικές τους νότες και να τις παίξουν στο δικό τους στυλ, εκτός βέβαια από τα μέρη εκείνα που πρέπει να ακολουθήσουν πιο αυστηρές οδηγίες για μια αλλαγή ρυθμού π.χ. ή για τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας».
Μέσω αυτού του τρόπου ανάπτυξης και καταγραφής των συνθέσεών του ο Charles Mingus αναγνωρίζεται στην τζαζ ιστορία ως ο μεγαλύτερος… ανιχνευτής και εμψυχωτής ταλέντων. Ο τρόπος, εννοούμε, που επέδρασε πάνω στην τεχνική και την ψυχοσύνθεση των συνεργατών του δεν μπορεί να συγκριθεί με (τον τρόπο) κανενός άλλου, αφού στα κατά καιρούς συγκροτήματά του ανατράφηκαν και ωρίμασαν δεκάδες μουσικοί, που αμέσως αναγνωρίστηκαν από τους πάντες. Να μερικοί…

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΝΤΑΛΟΥΚΑΣ ασχολείται με τη δισκογραφία του παλαιού ελληνικού ροκ και γελάει ο κόσμος – φτύστε τον… μην τον ματιάσετε

Έχει πέσει η επισκεψιμότητα στο blog ΨΕΥΔΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ κι είπε ο διαχειριστής του να… κόψει λίγα εισιτήρια παραπάνω επιτιθέμενος στο δισκορυχείον. Εντάξει, δεν είναι μόνον αυτό, είναι και η γνωστή έχθρα τού διαχειριστή προς εμένα, που παρεπιδημεί στο δίκτυο τα τελευταία χρόνια και που έχει μετατραπεί σε σίριαλ. Προσωπικώς δεν ενδιαφέρομαι ν’ απαντήσω στον ψευτοϊστορικό –ασχέτως αν τον παίρνει κι αυτόν η μπάλα–, πιο πολύ με νοιάζει να καταθέσω ορισμένα στοιχεία (όπως κάνω πάντα), να αποκαταστήσω αλήθειες και να αποδώσω τα του καίσαρος τω καίσαρι. Θα κρίνετε κι εσείς, αν θα τα καταφέρω…

Ο παπατζής θέλησε να εκφράσει «κριτική» άποψη λέει –τέτοιο είναι το θράσος του!– για την ανάρτησή μου «ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ ‘ο ελληνικός στίχος κατακτά την ξένη ελαφρά μουσική’» της 7/5/2016, όταν αναδημοσίευσα μέρος κειμένου του Ανδρέα Καλομάρη από το εν λόγω περιοδικό των late sixties (τις Καλλιτεχνικές Επικαιρότητες/ Μοντέρνοι Ρυθμοί και Τραγούδια, τεύχος 3/103, της 10ης Απριλίου 1968), που αναφερόταν στους πρωτεργάτες του ελληνικού στίχου στο μοντέρνο τραγούδι, στον Gino, τον Σταύρο Ζώρα και τους Olympians (με σειρά εμφανίσεως).
Ο Μανωλάκης, όντας πανάσχετος με την ιστορία του ελληνικού ροκ, αποκαλεί τον Gino «γιδοβοσκόπουλο» και «φουκαρά» (σαχλαμάρες δηλαδή, που δεν έχουν ουδεμία σχέση με το θέμα μας), αρνούμενος να παραδεχτεί πως το «Snap-snap-snap (Σναπ-σναπ-σναπ)/ Cleopatra in bluejeens (Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς)» [Polydor NHH 54 897] από τον Ιούνιο του 1964 είναι το πρώτο δισκάκι στην ιστορία του ελληνικού ροκ με ελληνικό στίχο! Μάλιστα, ο μπαρουφολόγος μας λέει και το εξής αμίμητο: «Ναι, αλλά, το 1964, είχαμε και άλλες παραγωγές, και όχι γιδίσιες: Τους Forminx με το Jeronimo Yanka, τους Playboys με το Deep in the Heart of Athens κ.α. Γιατί λοιπόν, αυτή η προτίμηση στον γιδοβοσκόπουλο; Τι συνέβη; Είναι απλό: Ο Τρούσας, έχει βαθιά μεσάνυχτα από τις χρονιές που κυκλοφόρησαν οι δίσκοι. Δεν ξέρει, ούτε πότε άρχισαν να βγάζουν δίσκους, τα βασικά συγκροτήματα, για τέτοια ασχετοσύνη μιλάμε».
Ο άνθρωπος αυτός είναι εν τέλει τόσο πολύ στουρνάρι, ώστε το μόνο που μένει να κάνει είναι ένα κρύο ντους, με άρωμα γιδοφούσκι, μπας και συνέλθει.

Ρε παπατζή το «Cleopatra in bluejeens (Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς)» κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1964, το διανοείσαι; Τι Forminx και “Jeronimo yanka” μας τσαμπουνάς; Ξέρεις πότε κυκλοφόρησε το “Jeronimo”; Να σου πω, γιατί είσαι και άσχετος. Τον Γενάρη του ’65. Τι σχέση έχει με τον Ιούνη του ’64; Είσαι δε τόσο στον κόσμο σου, με αποτέλεσμα να νομίζεις πως το πρώτο 45άρι των Forminx ήταν το “Jeronimo”, ενώ είχε προηγηθεί το “Elephant twist/ Ah! say, yeah” [Decca 45-PL 8042]. Το δε “I’ll shake the earth/ Deep in the heart of Athens” [Parlophone GDSP 3023] των Play Boys/ Daky (δηλ. Δάκης) and The Play Boys κυκλοφόρησε Μάρτη προς Απρίλη του 1965. Το καταλαβαίνεις αυτό ή όχι; Μάρτη προς Απρίλη του ’65. Όταν γράφεις… «Ο Τρούσας, έχει βαθιά μεσάνυχτα από τις χρονιές που κυκλοφόρησαν οι δίσκοι. Δεν ξέρει, ούτε πότε άρχισαν να βγάζουν δίσκους, τα βασικά συγκροτήματα, για τέτοια ασχετοσύνη μιλάμε»… να το ξέρεις... ΓΕΛΟΙΠΟΙΕΙΣΑΙ.
ΦΤΑΝΕΙ ΔΕ ΝΑ ΚΑΤΑΝΤΑΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΑΘΗΣ(!), ΕΠΕΙΔΗ Η ΒΛΑΚΕΙΑ ΣΟΥ ΕΧΕΙ ΣΠΑΣΕΙ ΠΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΝΤΕΡ!!

Δεν χρειάζεται λοιπόν να ξαναπώ πως το «Cleopatra in bluejeens (Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς)» του Gino και των Γαλαξιών είναι το ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΡΟΚ, με ελληνικό στίχο, στις 45 στροφές (αυτό σημείωσα και στο προηγούμενο άρθρο – δεν μίλησα δηλαδή για LP). Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο πριν από τούτο. Και αυτό είναι το ένα, γιατί το άλλο είναι κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Το τραγούδι είναι μια φοβερή ροκιά, ένα ξέφρενο shake (ακούστε μόνο το παίξιμο της κιθάρας του Νίκου Αθανασόπουλου, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον Hank Marvin), διαθέτοντας έξοχα backing vocals ωραίας crazyness και βεβαίως «ουρλιαχτά», που θα τα ζήλευαν ακόμη και τα συγκροτήματα του Texas-punk. Το «Cleopatra in bluejeens (Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς)» είναι σκέτο διαμάντι. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς το πού και πότε κυκλοφόρησε (στην Ελλάδα, τον Ιούνιο του ’64) τότε δεν μπορεί παρά να μένει με το στόμα ανοιχτό... αφού μόνον ένας βλάκας, που έχει περάσει μαξιλάρι στ’ αυτιά του, θα μπορούσε να το έχει κλειστό.

Ο παπατζής ψευτοϊστορικός του ελληνικού ροκ στην εντελώς αναίτια προσπάθειά του να μειώσει το συγκεκριμένο τραγούδι και τον Gino βρίσκει ένα άλλο κομμάτι του, το “Signorina Sympatica” (που δεν είναι και για πέταμα), γράφοντας… «πάρτε μια ιδέα και μόνοι σας, ακούγοντας ένα από τα ‘αριστουργήματά’ του...».
Αυτή όμως η τακτική είναι η ίδια με το να κάνει κάποιος λόγο π.χ. για το «Τούμπου-τούμπου-ζα» με τον Σιδηρόπουλο απαξιώνοντάς τον επειδή τραγουδούσε «Α καπού κουλουκουπού κουλουκουπού κουλουκουπά…», ή για το «Στα γενέθλιά μου» με τον Πουλικάκο επειδή τον ακούμε να λέει «θα μου πάρεις είπες, την παραμονή, δύο φιλντισένιες πίπες, θα μου πάρεις είπες». Έχουν καμμιά σχέση αυτά τα τραγούδια με το rock; Όχι φυσικά. Απεναντίας, είναι… κατάντια για ροκάδες. (Έτσι όπως αντιμετωπίζει τους ροκάδες ο χοντροκέφαλος δηλαδή, γιατί εμένα δεν μ’ ενοχλούν, τ’ ακούω – όχι ως rock βεβαίως).

Εγώ, λοιπόν, επειδή δεν απορρίπτω τον Gino σαν καλλιτέχνη (ίσα-ίσα!), θα έλεγα του παπατζή να ψάξει να βρει και ν’ ακούσει τα τραγούδια του (τα τραγούδια τού Gino εννοώ) με τους Eden Rocs και πιο συγκεκριμένα τα “My body to the ground”, “In my dream”, “Waterfall”, “She” και “Freedom”. Τα κομμάτια αυτά είναι ΦΟΒΕΡΑ hard progressive (στο στυλ των Elias Hulk, Stone the Crows και τα ρέστα) και όποιος δεν τα ξέρει ας περιμένει μέχρι να τ’ ανεβάσει κάποιος στο YouTube για να τ’ ακούσει. (Μιλάμε για το έξοχο άλμπουμ, με τον χαζό όμως τίτλο, “Reggae and Hard Rock”, που είχε κυκλοφορήσει από την Venus-Τζίνα το 1979, έχοντας υλικό από τα early seventies). Μπροστά δε σ’ αυτά τα κομμάτια τού Gino κάτι… «Η» και «Αντεργκράουντ με στρας» δεν κάνουν ούτε για προσάναμμα.

Το ελληνικό ροκ στις... δεξιές επάλξεις του, ήτοι στην υπηρεσία τής αντίδρασης. Οι Γαλαξίες παίζουν σε εκδήλωση που τιμά το... Έθνος και τους Βασιλιάδες. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Νίκου Σάρρου «Τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα των sixties / Ένα φωτογραφικό λεύκωμα» [Εκδόσεις Μισκής, 2015].
Ο Μανωλάκης είναι εκτός τόπου και χρόνου, διότι αποκαλεί «λαμόγιο» τον και-στιχουργό (και πεθαμένο εδώ και δεκαετίες) Αθανάσιο Τσόγκα, που συνεργαζόταν με τον Gino [πάντως στο «Cleopatra in bluejeens (Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς)» δεν είχε γράψει ο Τσόγκας στίχους]. «Λαμόγιο» σημαίνει απατεώνας – αν δεν ξέρει τη σημασία τής λέξης ο παπατζής μας. Υπήρξε απατεώνας ο μακαρίτης ο Τσόγκας; Υπάρχουν τίποτα στοιχεία και δεν τα γνωρίζουμε; Για να μας τα δώσει ο μαρκουτσοφόρος ερευνητής μας… Το ότι ο Τσόγκας ήταν αντικομμουνιστής (με έντυπη δράση στον Εμφύλιο και μετά απ’ αυτόν), καθώς αντιμετώπιζε την ποπ και το ροκ ως ένα μέσο προκειμένου η ελληνική νεολαία του ’60 να προσκολληθεί σ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής (χίππιδες και ντιρλαντάδες να πούμε) –κάτι που υπαγορευόταν από τους, κατά Σκαρίμπαν, «τσικλομασάδες»–, ώστε να μην είναι προτεραιότητά της οι διεκδικητικοί κοινωνικοί αγώνες της εποχής, αυτό δεν σημαίνει πως ήταν και «λαμόγιο».

Το μόνο σίγουρο είναι ένα. Τα έχει κουλουβάχατα στο κεφάλι του ο παπατζής. Ούτε μεθυσμένος δεν θα έλεγε, σε τόσο λίγες λέξεις, τόσο πολλές μπούρδες.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

γαλλικές αβαντγκαρντιές

Δύο παράξενα πρόσφατα άλμπουμ, που κινούνται στο χώρο της jazz-avant γενικώς, γραμμένα από γάλλους καλλιτέχνες (ή συγκροτήματα)…
SHEIK ANORAK: Let’s Just Bullshit Our Way Through [gaffer records/ Creative Eclipse PR]
Ποιοι είναι οι/ο Sheik Anorak; Από το site τους έχουμε κάποια πρώτα βασικά στοιχεία… “Frank Garcia IS Sheik Anorak/ Frank Garcia was born in 1977/ Sheik Anorak was born in 2006/ Sheik Anorak is a solo project/ During these solo performances Sheik Anorak uses a guitar, a drumkit, a computer and some effect pedals…/ Sheik Anorak sometimes plays with other musicians in free improvised sessions/ Sheik Anorak is french, but lives in Göteborg, Sweden and runs Gaffer Records”. Νομίζω πως είναι αρκετά όλα τούτα, σε πρώτη φάση, και κυρίως κατατοπιστικά.
Το πιο πρόσφατο CD του Sheik Anorak έχει τίτλο “Let’s Just Bullshit Our Way Through” [gaffer records/ Creative Eclipse PR] και κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα. Διαθέτει, δε, επτά tracks, μέσης σχετικώς διάρκειας – από δυόμισι έως περίπου επτά λεπτά το καθένα. Το βασικό χαρακτηριστικό των συνθέσεων/ τραγουδιών του Sheik Anorak είναι η επανάληψη, δηλ. τα επαναληπτικά σχήματα. Δεν πρόκειται ακριβώς για μινιμαλιστική μουσική –με την έννοια που είχε αυτή στις αρχές των seventies– αν και κάποιες φορές αυτή ακριβώς η επανάληψη γίνεται εμμονική. Εκείνο που την σώζει είναι βασικά η ποικιλία των ηχοχρωμάτων της, το γεγονός ότι αλλάζει από κομμάτι σε κομμάτι. Διασώζεται έτσι μια οριακή ποικιλία και βεβαίως το ενδιαφέρον μας.
Μην νομιστεί πως το “Let’s Just… και τα λοιπά” είναι ένα αδιάφορο άλμπουμ. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει! Ο Sheik Anorak έχει εντρυφήσει στην μονοτονία και γνωρίζει τον τρόπο, γενικώς, να την παρουσιάζει με τη μέγιστη δυνατή πληθωρικότητα. Όλες οι συνθέσεις του έχουν δημιουργικά «γεμίσματα», που σπρώχνονται πάνω στον βασικό, ίδιο, καμβά, ενώ ορισμένες φορές αποκτούν τούτες (οι συνθέσεις) και κάποια περίεργα και κάπως… ψυχεδελικά ηχοχρώματα (στο τραγούδι “So long” ας πούμε). Σε άλλες περιπτώσεις, πάλι, το τραγούδισμα είναι περισσότερο αποστασιοποιημένο (“Liar”), ενώ σε κάποιες άλλες (“Upp med armarna”) η μονοτονία είναι τόσο έντονη κάνοντάς σε να νομίζεις πως λουπάρει/κολλάει το CD. Μπορεί…
IN LOVE WITH: Axel Erotic [Becoq/ Creative Eclipse PR, 2016]
Οι In Love With είναι ένα παράξενο τρίο –το αποτελούν οι Valentin Ceccaldi τσέλο, Théo Ceccaldi βιολί και Sylvain Darrifourcq ντραμς, κρουστά, zither– με το “Axel Erotic” να έχει βινυλιακή διάρκεια, άρα και διαμόρφωση. Και τα επτά κομμάτια τού CD τους είναι συνθέσεις του Darrifourcq, με την ηχογράφηση να προέρχεται από τον Απρίλιο του ’15.
Τα τρία βασικά όργανα, το τσέλο, το βιολί και τα ντραμς, προδικάζουν, αν θέλετε, κι ένα πρώτο ηχητικό αποτέλεσμα. Η jazz-avant είναι το αρχικό και κύριο πεδίο κι εκεί κάπου παρεισφρέουν «θόρυβοι» και άλλες διάφορες «δωματίου» ιδιαιτερότητες. Όλα τα tracks φαίνεται πως διατηρούν πολλά στοιχεία αυτοσχεδιασμού, αλλά δεν είναι όλα… jazz στον ίδιο βαθμό. Πιο… τζαζικό είναι το “Asil guide” για παράδειγμα, με τα τρία όργανα να έχουν το καθένα το χρόνο του, καθώς υπερασπίζονται το βασικό μοτίβο, ενώ άλλα tracks ακούγονται πιο αβαντγκαρντίστικα, όπως το 9λεπτο “Chauve et courtois”. Αυτό το τελευταίο (και τελευταίο του CD) είναι και το πιο ενδιαφέρον.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

πάλι για τις τιμές των… σπάνιων ελληνικών δίσκων

Την 11/2/2015, πριν ένα χρόνο και πλέον δηλαδή, είχα γράψει στο LiFO.gr ένα άρθρο σχετικό με τους «δέκα ακριβότερους ελληνικούς δίσκους στην εποχή της κρίσης» τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα... ώστε να μπορέσει να καταλάβει και ο κόσμος πέντε σωστά πράγματα δηλαδή... 
«Οι σπάνιοι δίσκοι τοποθετούνται πρώτα στο eBay κι έπειτα στο discogs (τα δύο σημαντικότερα sites αγοράς δίσκων). Και τούτο γιατί στο eBay λειτουργεί η δημοπρασία, ενώ στο discogs οι τιμές είναι συγκεκριμένες. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως δεν πωλούνται σπάνιοι δίσκοι στο discogs, όμως όποιος έχει κάτι δυσεύρετο να πουλήσει προσδοκά το «καλύτερο» μέσω της διαδικασίας των bids (που παρέχει το eBay). Τα χρόνια της «κρίσης» (από το 2010 και μετά) δεκάδες ελληνικοί δίσκοι βινυλίου (LP και 45άρια) έχουν ‘πιάσει’  υψηλές τιμές, πράγμα που δείχνει πως η αγορά των συλλεκτών, παρ’ όλη τη σχετική καθίζηση, δεν παύει να χώνει χρήμα όταν βρεθεί μπροστά στο… απρόσμενο.
Τα ‘κλεισίματα’ στο eBay, τα οποία συγκεντρώνει και καταγράφει το popsike.com, ενέχουν, βεβαίως, ένα κίνδυνο. Να είναι πλασματικά. Κάποιοι, δύο ‘λαγοί’ φερ’ ειπείν συνεννοημένοι από πριν, μπορεί να ‘σηκώνουν’ ένα δίσκο, προκείμενου να τσιμπήσει ένας αδαής. (Το ίδιο μπορεί να κάνει κι ένας ‘λαγός’ με δύο USER ID). Έτσι, μπορεί ορισμένες φορές οι τιμές να μην ανταποκρίνονται σ’ εκείνο που πραγματικά ‘είναι’, αλλά σε κάτι λιγότερο ή και πολύ λιγότερο. Η λίστα που ακολουθεί αποτελείται από πολύ σπάνιους δίσκους. Αυτό είναι σίγουρο. Το αν πουλήθηκαν, στην πραγματικότητα, τόσο ή λιγότερο δεν μπορεί κανείς να το ξέρει. Λογικά, οι περισσότεροι έφυγαν στις αναγραφόμενες τιμές. Επίσης, κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσο θα πουληθούν, αν επανεμφανιστούν. Το πιο πιθανό είναι να μην ‘πιάσουν’, ποτέ, τις αρχικές τιμές τους. Προσωπικά, δε νομίζω πως υπάρχει κάποιος, σήμερα, που να είναι διατεθειμένος να βγάλει από την τσέπη του 2700 ευρώ, για να αγοράσει μία original καινούρια κόπια του ‘Greece Goes Modern’ του Μίμη Πλέσσα, ούτε να δώσει 780 ευρώ για το 45άρι των Plastic Dolls. Αλλά μπορεί και να υπάρχει… Πάντα θα μπαίνουν νέοι ‘φραγκάτοι’ στο χώρο (και δεν εννοώ Έλληνες αναγκαστικά), που θα παίζουν άνευ αντιπάλου…
Και μία σημαντική διευκρίνιση. Οι ακριβοί δίσκοι συνήθως είναι σπάνιοι. Υπάρχουν όμως χιλιάδες σπάνιοι δίσκοι, που δεν είναι ακριβοί (αφού δεν τους ψάχνει κανείς). Θέλω να πω πως ο κανόνας ‘της προσφοράς και της ζήτησης’ ισχύει και στην περίπτωση της αγοραπωλησίας δίσκων, όσον αφορά στο ύψος της τιμής. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, τα πράγματα δεν λειτουργούν πάντα έτσι, αφού οι τιμές, συχνά, δεν διαμορφώνονται από το νόμο ‘της προσφοράς και της ζήτησης’, αλλά μόνον από εκείνον της… προσφοράς (κάποιος πουλάει σε υψηλές τιμές, προσδοκώντας να βρεθεί ‘ο ένας’ που θα αγοράσει). Άρα, αν εξαιρέσεις τους πραγματικά σπάνιους δίσκους που τους ψάχνουν πολλοί και είναι ακριβοί, για τις υψηλές τιμές των υπολοίπων δεν φταίνε αυτοί που τους πουλάνε, αλλά εκείνοι που τους αγοράζουν».

Χθες δημοσιεύτηκε στο ethnos.gr ένα κείμενο υπό τον τίτλο «ΜΑΧΗ ΣΥΛΛΕΚΤΩΝ ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ “ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ”/ Ράλι τιμών για τα σπάνια ελληνικά βινύλια», το οποίο υπογράφεται από κάποια Αναστασία Κούκα. Δεν θα πω πως η Κούκα πήρε την ιδέα από ’μένα (αυτό είναι το λιγότερο ή το καθόλου), εκείνο που θα πω είναι πως το κείμενό της δεν μπαίνει στην ουσία του θέματος, μένοντας εντελώς στον αφρό.
Διαβάζουμε λοιπόν για τους «φανατικούς λάτρεις του βινυλίου», για τα «10 αυθεντικά αντίτυπα» του “Greece Goes Modern” που κυκλοφορούν «σε όλο τον κόσμο», για Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης… «τα οποία σήμερα ψάχνουν απεγνωσμένα πολλοί συλλέκτες σε ολόκληρο τον κόσμο», για τα «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» του Ρωμανού η τιμή του οποίου «ανέρχεται σήμερα στα 1.000 περίπου ευρώ» κ.ο.κ., ενώ διαβάζουμε και τον Κώστα Ματσούκα (γνωστός δισκοπώλης του Μοναστηρακίου) να λέει πως… «οι εξαιρετικά υψηλές τιμές του Διαδικτύου δεν υπάρχουν σε μας, εμείς έχουμε μια πτώση της τάξεως του 60% με 70%»!!
Δεν μας τα λέει καλά ο Ματσούκας… Τον βλέπω να πουλάει στο discogs το «Συμπόσιο» του Γιάννη Σπανού 1000 ευρώ, το 45άρι της Μαρίνας «Ένα καλοκαίρι μόνο/ Μην κοιτάς ποτέ χαμηλά» 300 ευρώ, το “Dans Le Grenier” του Ρωμανού 155 ευρώ, το «Εκείνη τη Νύχτα» του Πλέσσα 45 ευρώ (πέρυσι το αγόρασα από κεντρικό δισκάδικο με 15 ευρώ) και μιλάει για πτώσεις της τάξεως του 70%; Δηλαδή χωρίς την… πτώση πόσο θα πουλιόταν το «Συμπόσιο» σήμερα, 3500 ευρώ;
Οι τιμές αυτές είναι εξωπραγματικές και κανένας σώφρων πελάτης δεν πρόκειται ποτέ ν’ αγοράσει τα συγκεκριμένα άλμπουμ και δισκάκια με αυτά τα ποσά. Απορώ, δε, πώς ένας επαγγελματίας μπορεί να προτείνει τόσο ιλιγγιώδεις τιμές τέτοιες εποχές – ένα γεγονός που (για μένα) δείχνει πως δεν ενδιαφέρεται να πουλήσει, σε πρώτη φάση. Αφήνω τη δεύτερη...
Η συντάκτρια του Έθνους, που είναι άσχετη μ’ αυτά τα θέματα καθώς χάφτει ό,τι ακούει, μπάζει στην κουβέντα (ας το πούμε έτσι) και τον Γιάννη Αλεξίου, ο οποίος πλασάρεται ως «ειδικός» επί του βινυλίου τον τελευταίο καιρό. Στην πράξη, όμως, ο τύπος αυτός είναι εντελώς ανούσιος, καθότι μιλάει για «εθιστικό βινύλιο», για «άτομα που ζουν σε 20 τ.μ., γιατί τα υπόλοιπα 60 τ.μ. του σπιτιού τους τα καταλαμβάνουν οι δίσκοι τους» (δεν το καταλαβαίνω αυτό... τους θαυμάζει κάτι τέτοιους ή τους λοιδορεί;), λέγοντας το αμίμητο πως... «όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός στην Αθήνα, το 1999, υπήρχαν άτομα που, σύμφωνα με μαρτυρίες, επέμεναν να μπουν μέσα σε μισογκρεμισμένα δισκάδικα για να πάρουν τα βινύλια που είχαν διαλέξει λίγο πριν». Ε ρε τι καθόμαστε κι ακούμε!
Τι θέλει να παραστήσει ο Αλεξίου μ’ αυτά που λέει δεν καταλαβαίνω. Ή μάλλον καταλαβαίνω, αλλά τέλος πάντων…
Πηγή: ethnos.gr
Πάντως η υπόθεση βγάζει (και) γέλιο. Στο κείμενο υπάρχει φωτογραφία του Αλεξίου με λεζάντα… «Ο ‘φανατικός βινυλάς’ Γιάννης Αλεξίου κρατά στα χέρια του το άλμπουμ ‘Τα 4 επίπεδα της ύπαρξης’, του ομώνυμου συγκροτήματος».
Καλά ρε Αλεξίου, τι «φανατικός βινυλάς» είσαι όταν… καταδέχεσαι να φωτογραφηθείς με τις επανεκδόσεις; Δεν βρέθηκε κανένας… σεισμόπληκτος να σου δώσει το original για να ποζάρεις;

NEW ZERO GOD γοτθικές ιστορίες

Όπως σημειώναμε και στο παρελθόν… «παλαιοί γνώριμοι οι New Zero God –και όχι μόνον επειδή ο Μιχάλης Πούγουνας έχει το προσωπικό του κεφάλαιο στην ιστορία του εγχώριου rock ελέω Flowers of Romance, Nexus κ.λπ.–, αφού και αυτοί (οι New Zero God) έχουν την δική τους, πλέον, πορεία στα πράγματα, καθώς υφίστανται από το 2006, έχοντας ηχογραφήσει άλμπουμ και άλλα περίεργα EP/CD, 45άρια, ψηφιακά long play κ.λπ.)».
Εσχάτως οι New Zero God έγραψαν ένα ακόμη άλμπουμ, το “Short Tales & Tall Shadows” [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2016], εμμένοντας στο δικό τους gothic, το οποίο διανθίζουν με λογοτεχνικές και άλλες τινές αναφορές. Αν και με αλλαγμένη line-up, εν σχέσει μ’ εκείνη του “MMXIII” (2013) –στο γκρουπ σήμερα παίζουν οι Μιχάλης Πούγουνας φωνή, πλήκτρα, Χάρης Σταύρακας μπάσο, Άκης Νικολαΐδης κιθάρες, Μπάμπης Ευθυμίου ντραμς, προγραμματισμός– οι New Zero God έχουν πάντα τον τρόπο να δημιουργούν με τα τραγούδια τους τις δικές τους μακάβριες (ή λιγότερο μακάβριες) ατμόσφαιρες, δίνοντας στίγμα.
Το CD ανοίγει με το “King Pest the First”, που είναι επηρεασμένο από τον «Βασιλιά Πανούκλα» του Edgar Allan Poe. Το κομμάτι ηχητικώς έρχεται από παλαιά (εννοείται), αλλά σε κρατάει. Όπως σε κρατάει για άλλους λόγους το “Deadly dollhouse”, που είναι πιο… κινηματογραφικό, με ωραία γραμμή αφήγησης. Το “Garden of mazes” είναι το πρώτο πολύ δυνατό κομμάτι τού “Short Tales & Tall Shadows” φέρνοντας μου στο νου την τραγουδοποιία του Paul Roland. Ο Πούγουνας είναι εκφραστικός και «βαθύς» τραγουδιστής, που ξέρει να αποδίδει όπως πρέπει τις… ανατριχιαστικές ιστορίες του. Υποχθόνιο το “Cloud of dreams”, διακρίνεται για το συνετό αλλά ουσιαστικό κιθαριστικό παίξιμο, με το γενικότερο gothic να μεταναστεύει προς τις… πολυχρωματικές χώρες. Το “Shut up” έχει σκληρά rock στοιχεία και ρυθμική αγωγή κάπως «μεταλλική». Ωραίο κομμάτι, με τις κιθάρες να κρατούν όλες τις δυνατές ισορροπίες. Όμως και το “Down the rabbit hole” παίζει στην ίδια στιχουργικώς κατηγορία – αν και με ακόμη περισσότερα σκοτεινά-ρομαντικά στοιχεία στο προσκήνιο. Ο Πούγουνας, εδώ, ερμηνευτικώς, βρίσκεται στα καλύτερά του. Το “My reaper” θα μπορούσε να είναι από τα τραγούδια που θ’ ακούγονταν περισσότερο σ’ έναν… άλλο κόσμο, και είναι, και αυτό, από τα πολύ πρώτα τού CD. Εξαιρετικό. Οδεύοντας σιγά-σιγά προς το τέλος μάς περιμένουν οι… «Μπάσταρδοι». Το τραγούδι θα το αποκαλούσαμε «ερωτικό», «αγάπης», αν και ο τίτλος του δεν υποδηλοί κάτι τέτοιο. Το “She’s electrified” είναι το τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ, που θα ολοκληρωθεί με το ορχηστρικό κατά βάση “Ouroboros”, που σαν τέτοιο (σαν ορχηστρικό εννοώ) είναι ακόμη πιο υποβολιμαίο και απόμακρο.
Οι New Zero God έγραψαν ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, που έρχεται να προστεθεί στα όσα προηγούμενα όχι σαν… «κάτι ακόμη», αλλά σαν «διαφορά».
Επαφή: www.newzerogod.com

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ «ο ελληνικός στίχος κατακτά την ξένη ελαφρά μουσική»

Πρώτα ένα απόσπασμα από το κείμενο του Ανδρέα Καλομάρη «Ο ελληνικός στίχος κατακτά την ξένη ελαφρά μουσική», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καλλιτεχνικές Επικαιρότητες/ Μοντέρνοι Ρυθμοί και Τραγούδια, τεύχος 3 (103), την 10η Απριλίου 1968 και μετά λίγα σχόλια δικά μου… 

Στο εξώφυλλο ο φοβερός Antoine
Πριν από λίγα χρόνια, όταν οι Μπητλς λάνσαραν την μουσική «γιέ-γιέ» και δημιουργούσαν τον θρύλο τους με τις αλλεπάλληλες μουσικές τους επιτυχίες, πριν από λίγα χρόνια –που παράλληλα με τα θρυλικά Σκαθάρια σε όλο τον κόσμο είχαμε κι εδώ στην Ελλάδα τους Φόρμιγξ, που προκαλούσαν υστερία σε κάθε εμφάνισή τους– ούτε σκέψις μπορούσε να γίνη ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να αρέσει στην νεολαία μας ένα τραγούδι ξένης μοντέρνας μουσικής, με ελληνικά λόγια.
Ο φανατισμός που είχαν προκαλέσει τα ξένα ρυθμικά συγκροτήματα με τα τραγούδια τους είχαν κάνει τη νεολαία μας να τραγουδά μελωδίες μόνο με αγγλικούς ή ιταλικούς στίχους και κανένα συγκρότημα δικό μας, κανένας τραγουδιστής ή τραγουδίστρια δεν τολμούσε να αποπειραθή την ηχογράφησι ενός δίσκου που η μελωδία του θα ήταν μοντέρνα και τα λόγια του ελληνικά.
Παρ’ όλα ταύτα κάποτε βρέθηκαν κι εκείνοι που τόλμησαν. Ο συμπαθέστατος τραγουδιστής GINO, που είχε διακριθεί στην Αγγλία, στην Γαλλία, στην Γερμανία, στην Ιταλία και ήρθε κι εδώ στην Ελλάδα να δημιουργήση μια νέα καλλιτεχνική καριέρα, πήρε το θάρρος να ηχογραφήσει σε δίσκους Φίλιπς και Πόλυντορ ξένες μελωδίες με στίχους ελληνικούς και παρουσίασε, τραγουδώντας ο ίδιος και συνοδευόμενος από τους Γαλαξίες, τα τραγούδια «Κλεοπάτρα με μπλου τζηνς», «Σινιορίνα σιμπάτικα» κ.ά. και εν συνεχεία με την επιμέλεια την δική του και με ερμηνεύτριες τις αδελφές Μπρόγιερ παρουσίασε τα τραγούδια «Μάυ μπόυ λόλιποπ» και «Γνώρισα τον έρωτα».
Κινήθηκαν βέβαια τα τραγούδια αυτά, μα δεν είχαν τότε την επιτυχία που έπρεπε να έχουν. Και ο Gino έφυγε ξανά για την Ιταλία απογοητευμένος.
Αμέσως μετά ήλθε ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΩΡΑΣ, συμπαθέστατος τραγουδιστής και συνθέτης που παρουσίασε τα τραγούδια «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο», «Μη φεύγεις αγάπη μου» κ.ά. Μα και τα τραγούδια αυτά δεν «έπιασαν» την εποχή εκείνη, όσο έπρεπε να πιάσουν. Τώρα ο Σταύρος Ζώρας βρίσκεται στην Αμερική, αλλά τα τραγούδια του ύστερα από «νεκρική σιγή» αρκετών ετών έγιναν επιτυχίες!(…)
Πρέπει όμως να ομολογηθή πως αν τα ελληνικά νειάτα αγάπησαν και αγαπούν πλέον με φανατισμό τον ελληνικό στίχο τούτο οφείλεται στο δημοφιλές συγκρότημα της Θεσσαλονίκης Ολύμπιανς, που το τραγούδι τους «Τρόπος» σημείωσε πρωτοφανές για την Ελλάδα ρεκόρ πωλήσεων δίσκου. Δίσκου μοντέρνας μελωδίας, που οι στίχοι της δεν τραγουδιόντουσαν αγγλικά ή γαλλικά, αλλά ελληνικά(…).

Ήδη από το 1968 το χώρο τού ελληνικού ποπ/ροκ τον απασχολούσε το θέμα τού στίχου. Το ζήτημα ελληνικά ή αγγλικά στα λόγια των τραγουδιών είναι πολύ παλαιό δηλαδή, και δεν προέκυψε ξαφνικά στη δεκαετία του ’80… πόσω μάλλον τώρα. Σ’ αυτό το παλαιό κείμενο, που δημοσιεύτηκε στις Καλλιτεχνικές Επικαιρότητες –οι οποίες δεν έτυχαν επανατύπωσης στα τέλη των 00s, όπως συνέβη με τα πρώτα 100 τεύχη των Μοντέρνων Ρυθμών– ο Καλομάρης εντοπίζει το «πρόβλημα», αποτίνοντας φόρο τιμής στους πρωτεργάτες του ελληνικού στίχου στο «μοντέρνο τραγούδι» (τον Gino με τους Γαλαξίες, τον Σταύρο Ζώρα και τους Olympians), καθώς από το 1967 ο ελληνικός στίχος άρχιζε να κάνει όλο και πιο αισθητή την παρουσία του στα τραγούδια και γιατί όχι, σιγά-σιγά, να παίρνει κεφάλι.
Στο πρώτο 45άρι του ελληνικού ροκ με ελληνικό στίχο (rock παιγμένο από νεανικό συγκρότημα δηλαδή και όχι από φωνητικό τρίο ή ορχήστρα), που ήταν βεβαίως το δισκάκι του Gino και των Γαλαξιών «Snap-snap-snap (Σναπ-σναπ-σναπ)/ Cleopatra in bluejeens (Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς)» [Polydor NHH 54 897] από το καλοκαίρι του 1964 τα ελληνικά στιχάκια στο «Σναπ-σναπ-σναπ» ήταν του Αθανάσιου Τσόγκα, ενώ στο «Κλεοπάτρα με μπλουτζίνς» ήταν του Gino (Cudsi). Το ίδιο, δε, και στο δισκάκι του Σταύρου Ζώρα «Σε ξέρω τόσο λίγο/ Μη φεύγεις αγάπη μου» [Philips 6043, 1965], με την πρώτη πλευρά να έχει στίχους του Ζώρα και με τη δεύτερη του Τσόγκα.
Θέλω να πω πως από την αρχή της ιστορίας ο Τσόγκας και στην πορεία ο Νίκος Ελληναίος κ.ά. (η Σέβη Τηλιακού ας πούμε) άρχισαν να γράφουν ελληνικούς στίχους για τα «μοντέρνα τραγούδια» της εποχής, στίχους συνήθως που ταίριαζαν πάνω σε «ξένες» επιτυχίες, δίχως ν’ αποτελούν κατ’ ανάγκην μεταφράσεις τους. (Υπήρχε και ο Νίκος Μαστοράκης βεβαίως, αλλά αυτός έγραφε κυρίως αγγλικούς στίχους). Έτσι, και παρόλο το τσατσιλίκι (που εκείνα τα πρώιμα χρόνια ήταν και κάπως αναπόφευκτο εδώ που τα λέμε), τα ελληνικά γκρουπ και οι καλλιτέχνες από πολύ νωρίς είχαν αρχίσει να ντύνουν τους «ξένους ρυθμούς» με δικά τους ελληνικά λόγια, δείχνοντας κατεύθυνση. Την κατεύθυνση, εννοώ, πως η ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να «κολλήσει» μια χαρά με τους «ξένους ρυθμούς» και πως θα ήθελε, απλώς, λίγο παραπάνω προσπάθεια, ώστε να «κάτσει» ένα συμπαθητικό, καλό ή και πολύ καλό αποτέλεσμα.
Αυτά τα ωραία διάβαζε κανείς στις Καλλιτεχνικές Επικαιρότητες/ Μοντέρνοι Ρυθμοί και Τραγούδια, στο περιοδικό της εποχής που πληροφορούσε τον κόσμο (και) για τους Lovin’ Spoonful και τους Doors (στίχοι από το “Money” και το “Love me two times”), για τους Love Affair, για το ελληνικό Top-50 (στις πρώτες είκοσι θέσεις του οποίου βλέπεις Beatles, Moby Grape, Georgie Fame, Scott McKenzie, Eric Burdon, Procol Harum, Rolling Stones και Box Tops – ω ρε πράμα!!), για τους Beach Boys, τους Beatles, το “Foxy lady” του Jimi Hendrix, τον Γεράσιμο Λαβράνο, τους M.G.C. («πραγματικό θρίαμβο γνωρίζουν κάθε βράδυ στον Λεωνίδα οι δυναμικοί M.G.C.» είναι η λεζάντα σε φωτογραφία του γκρουπ) και άλλα διάφορα (αναφέρομαι, πάντα, στην ύλη του συγκεκριμένου τεύχους). 
Ο νεαρόκοσμος που ενδιαφερόταν διάβαζε, ήξερε και άκουγε. Οι βλάκες, ακόμη και σήμερα, όχι μόνο δεν ακούν, αλλά δεν ξέρουν ούτε να διαβάσουν…

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

όταν ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ έγραφε το soundtrack του Γαλλικού Μάη

Το πιο ουσιαστικό βιβλίο που εμφανίστηκε ποτέ στη χώρα μας γύρω από τα γεγονότα του παρισινού Μάη είναι εκείνο των Patrick Seale και Maureen McConville «Η Γαλλική Επανάσταση/ Μάης 1968», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Νέοι Στόχοι το 1971. Στο βιβλίο, που έχει επανατυπωθεί από τη Θεωρία το 1982 και από την Εργατική Πάλη το 2005 και το 2015, οι ανταποκριτές της βρετανικής εφημερίδας Observer, που έζησαν από κοντά τις ημέρες εκείνου του Μάη, ολοκληρώνουν το ρεπορτάζ τους με τις παρακάτω φράσεις:
«Παρόλα αυτά η επανάσταση του Μάη είχε μία πλευρά πολύ θετική. Ελευθέρωσε έναν χείμαρρο κριτικής ενέργειας, που σε μια στιγμή έκανε το γραφειοκρατικό σύστημα να τρέμει και απογύμνωσε όλους τους αυτοκράτορες. Έκανε να γεννηθεί η ελπίδα ότι η εξυπνάδα και η φαντασία θα μπορούσαν μια μέρα ν’ αλλάξουν στ’ αλήθεια τον κόσμο, αν δοθεί σ’ αυτές η δυνατότητα».
Αυτή ακριβώς η «εξυπνάδα» και η «φαντασία», για την οποία μιλούν ο Seale και η McConville, παρουσιάζεται με τον πιο άμεσο τρόπο στα συνθήματα που άφησε παρακαταθήκη ο γαλλικός Μάης, κι ένα απ’ αυτά τα συνθήματα ήταν και το… Fais que ton rêve soit plus long que la nuit. Ένα σύνθημα γραμμένο σε κάποιο παρισινό τοίχο, ένα από τα δεκάδες ανάλογα που ταρακούνησαν την κυβέρνηση του στρατηγού Σαρλ ντε Γκωλ λίγο πριν την ολική επαναφορά της και που ενέπνευσε (το σύνθημα) τον Βαγγέλη Παπαθανασίου στο δικό του «συμφωνικό ποίημα».
Και μιας και μιλάμε για δίσκους… μιαν άμεση ηχητική αποτύπωση τού τι συνέβη εκείνο τον Μάη στη Γαλλία μάς δίνει το άλμπουμ LES JOURNÉES DE MAI 68 [Philips], στο οποίο οι δημοσιογράφοι του R.T.L. καταγράφουν τα βασικά γεγονότα που συντάραξαν τη χώρα. Να και το ημερολογιακό track list, για να μπούμε κάπως στο κλίμα:

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

EHUD ASHERIE επαναφορά ενός μαύρου musical του 1921

Πολύ παλαιό musical, πρωτοανεβασμένο στο Broadway το 1921, είναι το Shuffle Along, γραμμένο από τον πιανίστα Eubie Blake και τον στιχουργό Noble Sissle. Διαβάζω, μάλιστα, στις liner notes του εξωφύλλου τού άλμπουμ που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, πως το σώου περιόδευσε για τρία χρόνια, και πως ήταν το πρώτο μαύρο musical, που παίχτηκε σε λευκά θέατρα, σε όλο το μήκος και το πλάτος της Αμερικής, βγάζοντας και επιτυχίες (“I’m just wild about Harry”, “Love will find away”). Τώρα, αυτό το πιανιστικό, κατά βάση και επί της ουσίας, έργο αναλαμβάνει να φέρει ξανά στο φως ένας σύγχρονος πιανίστας, ο εβραϊκής καταγωγής Ehud Asherie.
Μάστερ του swing και του stride πιάνου, ο Asherie γεννήθηκε στο Ισραήλ το 1979, έζησε αρκετά χρόνια στην Ιταλία, ενώ, εδώ και καιρό, είναι κάτοικος Νέας Υόρκης. Είναι επηρεασμένος, διαβάζω, από τον Thelonious Monk (αν και αυτό δεν διακρίνεται και τόσο εδώ θα έλεγα… αν και…), έχοντας παίξει, στην ήδη πλούσια καριέρα του, με πολλούς και διαφόρους (Roy Ayers, Eric Alexander, Clark Terry, Scott Hamilton…).
Στην παρούσα εκδοχή τού “Shuffle Along” [Blue Heron, 2016] ο Asherie έχει πάντως έναν σοβαρό σκόπελο να υπερπηδήσει… και αναφέρομαι στην απουσία της φωνής. Είναι το λεπτό σημείο τού δικού του “Shuffle Along” κι είναι εκείνο, εν τέλει, που εκμεταλλεύεται ο ισραηλινός πιανίστας προκείμενου να πάει παρακάτω. Αναπληρώνει, θέλω να πω, τη φωνή μ’ ένα πολύ ιδιαίτερο, εύηχο και μεστό παίξιμο, που άρχεται βεβαίως από το ragtime, φέροντας στην πορεία, και κατά τόπους, μιαν αίσθηση bop – κι εδώ, ίσως, ανιχνεύονται κάποια διδάγματα από τον Monk σχετικά με τις πιο μοντέρνες αρμονίες και τα ρυθμικά ριφ.
Γλαφυρός και λυρικός, στιβαρός και δυναμικός, αναλόγως με τα θέματα και την σεναριακή πορεία τού “Shuffle Along”, ο Ehud Asherie προτείνει ένα άλμπουμ, που, ενώ έχει μια τόσο παλαιά και ξεπερασμένη (υποτίθεται) βάση είναι ταυτοχρόνως σημερινό και κυρίως απολαυστικό. Όπως πάντα συμβαίνει, όταν παλαιές μουσικές έρχονται στο τώρα από καλλιτέχνες με συνείδηση και απλό όραμα.

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

RATATET jazz+ από την Bay Area

Σεξτέτο είναι οι Ratatet με μέλη τούς Paul Hanson μπασούν, τενόρο, John Gove τρομπόνι, Dillon Vado βιμπράφωνο, Greg Sankovich όργανο, πιάνο, Jeff Denson διάφορα μπάσα, φωνητικά και Alan Hall ντραμς (ο Hall είναι και ο leader του συγκροτήματος). Δίπλα σ’ αυτούς τους μουσικούς, σε ορισμένα tracks, ακούμε τρεις ακόμη παίκτες (guests δηλαδή), τον πολύ γνωστό μας από τους Oregon κορνίστα και ομποΐστα Paul McCandless, τον τσελίστα Joseph Hebert και τον κιμπορντίστα Jonathan Alford.
Αυτό που παρουσιάζουν οι Ratatet στο “Arctic” [Ridgeway Records, 2016] δεν είναι jazz με τη στενή έννοια. Οπωσδήποτε υπάρχουν ισχυρές jazz αναφορές, όμως δεν είναι οι μόνες. Εξίσου ορατοί, δηλαδή ακουστοί, είναι και οι κλασικοί υπαινιγμοί, οι κάπως rock ή και οι funk, μαζί με τους λατινοαμερικάνικους. Βεβαίως οι Oregon αποτελούν μιαν αναφορά –και όχι μόνον εξαιτίας της παρουσίας του McCandless– όμως επιρροές υπάρχουν και από προσωπικότητες πέραν της μουσικής, όπως τον εικαστικό Jean-Michel Basquiat (1960-1988) και τον επίσης εικαστικό και φωτογράφο Cy Twombly (1928-2011). Τούτο το λένε καθαρά οι Ratatet… δεν το λέω εγώ (εννοείται).
Οι συνθέσεις (όλες πρωτότυπες) έχουν κάτι από το contemporary κλίμα της Δυτικής Ακτής (στην Bay Area εξάλλου δραστηριοποιείται το σχήμα), με τα soli των πνευστών και τα γενικότερα παιξίματα ν’ ακούγονται συχνά πρωτότυπα και ουσιαστικά (όπως εκείνο του Hanson στο μπασούν στο “The marriage of Arnolfini” ή του μπασίστα Denson στο φερώνυμο “Arctic”). Γενικώς, ανιχνεύεται ποικιλία υφών και τεχνοτροπιών από σύνθεση σε σύνθεση, με αποτέλεσμα το συνολικό άκουσμα να δημιουργεί ωραία διάθεση στον ακροατή, για να μην μιλήσω για ευφορία. Είναι οι επαγγελματίες μουσικοί, θέλω να πω, που αν και άγνωστοι κατά το μάλλον ή ήττον, ξέρουν να παίζουν τις μουσικές που γουστάρουν στα δάχτυλά τους (στην περίπτωσή μας και κυριολεκτικώς). Ο Hall, ας πούμε, έχει σπουδάσει στο Berklee έχοντας βρεθεί στη σκηνή με διαφόρους… από τους καναδούς διασκεδαστές Cirque du Soleil μέχρι τον θρύλο Lee Konitz. Έτσι, η ανάγκη δημιουργίας μιας ευχάριστης μουσικής από τη μια μεριά, όπως και η βαθειά γνώση τού μουσικού αντικειμένου από την άλλη είναι ό,τι συντελεί σε τούτο το άψογο τελικό αποτέλεσμα.
Επαφή: www.ratatet.com