Σάββατο 7 Μαΐου 2022

EMLER / TCHAMITCHIAN / ECHAMPARD ένα αναγνωρισμένο jazz-trio

Το “The Useful Report” [Label La Buissonne / AN Music, 2022] είναι το πλέον πρόσφατο άλμπουμ ενός αναγνωρισμένου jazz-trio, το οποίο αποτελούν οι Andy Emler πιάνο, συνθέσεις, Claude Tchamitchian κοντραμπάσο και Éric Échampard ντραμς.
Οι μουσικοί αυτοί είχαν συνευρεθεί κατά πρώτον, πριν από πολλά χρόνια, στις αρχές των 90
s, στο Andy Emler Mega Octet, ηχογραφώντας για την Label Bleu και άλλες εταιρείες, πριν αυτονομηθούν, ως τρίο, και ξεκινήσουν την πιο δική τους καλλιτεχνική πορεία, από τις αρχές των 00s και μετά. Μέσα σ’ αυτά τα 20+ χρόνια οι Emler / Tchamitchian / Échampard έχουν ηχογραφήσει τουλάχιστον τέσσερα άλμπουμ, με το πλέον πρόσφατο εξ αυτών, το “The Useful Report”, να μας απασχολεί τώρα. 
Σ’ αυτό το CD καταγράφονται έντεκα συνθέσεις τού Emler, αρκετά ιδιαίτερες, σαν ύφος, υπό την έννοια πως η jazz αποτελεί ένα μόλις μέρος των επιρροών, με αυτές να αφορούν και στην «σύγχρονη μουσική», τον μινιμαλισμό κ.λπ. ή ακόμη και στο rock.
Γενικώς, οι Emler / Tchamitchian / Échampard δεν είναι ένα «τυπικό» jazz-trio, και παρότι, σαν σχήμα, δεν χρησιμοποιούν έτερες στούντιο-βοήθειες, εφφέ κ.λπ., εντούτοις κατορθώνουν να ακούγονται, συχνά, αρκετά πρωτότυποι και δημιουργικοί.
Αυτό το αντιλαμβάνεσαι ακόμη και από την αρχή, από το εισαγωγικό “The document”, εκεί όπου τα επαναληπτικά στοιχεία δημιουργούν μία κατάσταση άγχους, ενώ το εμπεδώνεις με tracks σαν τα “The resistant” και “Indecisions [PART 2]”, όταν οι ροκ ατασθαλίες κυριεύουν τις συνθέσεις, με τους τρεις μουσικούς να ακούγονται μαζί , τοποθετημένοι «πολύ μπροστά» και δυναμικά.
Βασικά το «μαζί» παίζει στο “The Useful Report” πάρα πολύ, με τα σόλι να παραχωρούν τη θέση τους στις από κοινού καλύψεις των χώρων και των χρόνων, καθώς οι εντάσεις ανεβαίνουν συνεχώς, με τους μουσικούς να παίζουν χωρίς διακοπή και μάλλον καταιγιστικά.
Το τελευταίο, δε, κομμάτι του CD τους, το 13λεπτο “No return”, αποτελεί από μόνο του ένα πιο τα πιο ισχυρά βιογραφικά (και) των τριών – καθώς, σε αυτό, οι Emler, Tchamitchian και Échampard δείχνουν πόσο μετράνε και σαν μεμονωμένες περιπτώσεις και βεβαίως σαν σύνολο, ηχογραφώντας μία σύνθεση απαιτήσεων, με πολλά έντονα και λυρικά μέρη, προσεγγίζοντας αισθητικώς τα κορυφαία euro-jazz trios, από το 2000 και μετά.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

KAPIA ένα ελληνικό συγκρότημα από τον Πειραιά

Οι Kapia είναι ένα ελληνικό συγκρότημα, που προέρχεται από τον Πειραιά κι έχει κυκλοφορήσει έως σήμερα δύο άλμπουμ. Δεν έχουμε αναφερθεί ξανά στους Kapia στο blog, οπότε τώρα θα το κάνουμε και για τα δύο άλμπουμ τους – ξεκινώντας από το πιο πρόσφατο. Όπως διαβάζουμε σ’ ένα δελτίο Τύπου:
«Kapia είναι μια παραποιημένη εκδοχή της τουρκικής έκφρασης “kapıya” που σημαίνει “στην πύλη”. Αναφέρεται συχνά στο βιβλίο του Γιουγκοσλάβου Ίβο Άντριτς, “Το γεφύρι του Δρίνου” (1945). Έτσι ονομάζεται το κεντρικό σημείο στην ομότιτλη γέφυρα, όπου συναντιούνται οι κάτοικοι των δύο αντικριστών χωριών για να πιουν καφέ, αφήνοντας στην άκρη τις διαφορές τους, πολιτικές ή θρησκευτικές, ώστε να μιλήσουν για την κοινή τους μοίρα ή απλά να διασκεδάσουν. Επίσης είναι ένα μέρος όπου συμβαίνουν διάφορα αξιοπερίεργα και έντονα γεγονότα».
Μετά απ’ αυτά τα πληροφοριακά, ας περάσουμε στο προκείμενο...
KAPIA: Sail Away [Private Pressing, 2021]
Σ’ αυτή την δεύτερη ηχογράφησή τους, που κλείνεται σ’ ένα ωραίο hardback gatefold CD-cover, στο οποίο κυριαρχεί ο πίνακας “Engelwalze” του γερμανού ζωγράφου Edgar Ende (1901-1965), Kapia είναι οι: Αλέξανδρος Ιωάννης Ηλιάκης ηλεκτρικές κιθάρες, φωνή, Μαρία Πελαγία Περδικούρη ακορντεόν, farfisa, πλήκτρα, φωνή, φωνητικά, Μάνος Βλάχος μπάσο, φωνητικά και Στέφανος Γύλος ντραμς – με το άλμπουμ να περιλαμβάνει δέκα tracks (εννέα τραγούδια κι ένα ορχηστρικό), έχοντας ως παραγωγό τον Γιάννη Αναγνωστάτο (γνωστό και ως Λόλεκ).
Τα τραγούδια των Kapia στο “Sail Away” δεν με κρατάνε. Τα θεωρώ, εν ολίγοις, βαρετά. Η γνώμη μου είναι πως πάσχουν ως συνθέσεις. Θέλουν να είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό που θα μπορούσε να είναι και εν τέλει δεν είναι ούτε αυτό... που θα μπορούσε να είναι. Δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσεις ούτε rock, ούτε folk-rock, ούτε post-rock, ούτε ηλεκτρικές μπαλάντες (με αγγλικό στίχο), ενώ στην πράξη είναι κάτι απ’ όλα αυτά μαζί, σε ακαθόριστους συνδυασμούς.
Τα τραγούδια επίσης χάνουν ερμηνευτικά. Ο Αλέξανδρος Ιωάννης Ηλιάκης τραγουδάει άγαρμπα, χωρίς πνοή, χωρίς βάθος, χωρίς την ικανότητα εκείνη, που οφείλει να έχει κάθε ερμηνευτής – να σφραγίζει εκείνα που λέει.
Οι συνθέσεις και οι ερμηνείες δεν μπορούν να υπερκεράσουν την προσπάθεια που γίνεται να γραφούν κάποιοι στίχοι, σοβαροί, ποιητικοί κατά το μάλλον ή ήττον, για τους οποίους δεν ξέρω αν, τελικώς, είναι... αυτοί η αιτία του κακού. Μήπως οι στίχοι παρασύρουν τις συνθέσεις εννοώ... να ακούγονται έτσι ακαθόριστες, σχεδόν τυχαίες.
Άκουσα το “Sail Away” των Kaipa πολλές φορές και με δυσκολία βρήκα δύο κομμάτια, που να στέκονται κάπως περισσότερο από τα άλλα, σαν ολοκληρωμένα τραγούδια – λέω για το “Only petition will save us” και το φερώνυμο “Sail away”.
Νομίζω πως οι Kapia πρέπει να δούνε τι θα κάνουν με τον τραγουδιστή τους (και δεν είναι μόνον θέμα προφοράς της αγγλικής), να ενδυναμώσουν το συνθετικό κομμάτι τους, να απλοποιήσουν το στιχουργικό, και να περιορίσουν, ενδεχομένως, τα ηχοχρώματα από το ακορντεόν – που δρούνε αποπροσανατολιστικά, σχεδόν καθ’ όλη την διάρκεια της ακρόασης. Από την στιγμή όπου υπάρχουν πλήκτρα και farfisa, το ακορντεόν περιττεύει κατά την γνώμη μου.
Φυσικά και δεν πρέπει να τα παρατήσουν οι Kapia, αλλά χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια ή και πολύ μεγαλύτερη, για να γίνουν εντελώς κατανοητά όλα εκείνα, που μπορεί να έχουν κατά νου.
Επαφή: https://kapia.bandcamp.com/album/sail-away
KAPIA
:
Sentinel [Private Pressing, 2019]
Ασυζητητί πιο συμπαγές, πιο προσανατολισμένο και εν τέλει πολύ καλύτερο, σε σχέση με το “Sail Away”, κρίνεται το “Sentinel”, το πρώτο άλμπουμ των Kapia – οι οποίοι, σ’ αυτή την ηχογράφηση, έχουν διαφορετική line-up (Αλέξανδρος Ιωάννης Ηλιάκης μπάσο, κιθάρες, φωνή, Γιώργος Κιντής κιθάρες και Αλέξανδρος Βούλγαρης ντραμς, πλήκτρα, φωνητικά – που μάλλον πρόκειται για τον The Boy).
Το ύφος, και το άκουσμα φυσικά, είναι καθαρό post-rock, με ωραία παιξίματα στις κιθάρες (έως και ευφάνταστα θα τα χαρακτήριζα κατά τόπους – άκου π.χ. το “Keep on runninaway”), ενώ ξεχωρίζουν, περαιτέρω, το δέσιμο της μπάντας και οπωσδήποτε οι καλύτερες συνθέσεις. Ακόμη και ως τραγουδιστής ο Ηλιάκης είναι καλύτερος εδώ, και παρότι κάποια γενικά θέματα παραμένουν, οι ερμηνείες του στους δύο δίσκους απέχουν όσο η... μέρα με τη νύχτα. Αν και ο Λόλεκ είναι ξανά στην παραγωγή, αυτή την φορά, την πρώτη φορά, ο ήχος στο “Sentinel” είναι διαφορετικός (σε σχέση πάντα με το “Sail Away”), με τους Kapia να εμφανίζονται πιο σίγουροι και πιο αποφασιστικοί – προτείνοντας αληθινά καλά τραγούδια, όπως είναι το “Crucifer”, το “Snowman” και το “Betrothal”, χωρίς, στην πράξη, να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα.
Πραγματικά είναι να απορείς τι συνέβη, τελικώς, με το “Sail Away” και γιατί ξεστράτισε τόσο...
Επαφή: https://kapia.bandcamp.com/album/sentinel

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

OK WAIT, SOFT FFOG, ANDERES HOLZ, NOORVIK νέα ροκ συγκροτήματα από Γερμανία και Νορβηγία

OK WAIT: Well [Golden Antenna Records, 2022]
Οι OK WAIT είναι μία καινούρια γερμανική μπάντα από το Αμβούργο, που αποτελείται, όμως, από παλαιότερους, και άρα πεπειραμένους μουσικούς. Μην φανταστείτε μουσικούς, που να παίζουν σε συγκροτήματα από τα seventies… καθώς αναφερόμαστε σε οργανοπαίκτες, που έχουν δράσει την τελευταία, κατά βάση, 20ετία. Τα ονόματά τους; Christoph Härtwig κιθάρες, Michel Jahn κιθάρες, Lutz Möllmann ντραμς και Florian Zeh μπάσο. Εντάξει, στους έλληνες ακροατές μπορεί να μην λένε κάτι ιδιαίτερο τα συγκεκριμένα, όμως όλοι αυτοί έχουν παρουσία σε άλλα γερμανικά γκρουπ (Ulme, Gut, Pendikel, Rodha, No God Only Teeth κ.λπ.), που έχουν διακριθεί, με καλούς δίσκους, κινούμενα σε ποικίλες αισθητικές, περί το ροκ, κατευθύνσεις. Μάλιστα για τους τελευταίους, τους «μεταλλικούς» (sludge) No God Only Teeth, είχαμε γράψει προσφάτως, με αφορμή το άλμπουμ τους “Placenta” (2021).
Οι OK WAIT δεν έχουν σχέση, πάντως, με «μέταλλο», αν και κάποια stoner στοιχεία ανιχνεύονται στο instrumental post-rock τους.
Θα τολμούσαμε να πούμε πως ο ήχος των OK WAIT είναι... κλασικός post-rock – και όταν λέμε «κλασικός» εννοούμε... σε βαθμό κακουργήματος. Φρενήρεις κιθαρισμοί, και μάλιστα διπλοί, με τις κιθάρες ουσιαστικώς να παίζουν και τον ρόλο των πλήκτρων, και βεβαίως βαρύ, αλλά οριοθετημένο, ρυθμικό τμήμα, με ελάχιστες δυνατότητες διαφυγής, προς κάτι άλλο – προς κάτι περισσότερο τολμηρό, κινούμενο έξω από τις τυπικές νόρμες του στυλ.
Εντάξει, οι Mogwai θα είναι πάντα μια επιρροή για όλα αυτά τα σύνολα, και φυσικά (και) για τους OK WAIT – με τους Γερμανούς να μην κάνουν απολύτως τίποτα, για να ξεφύγουν απ’ αυτήν την κολοσσιαία επιρροή.
Προφανώς το ξέρουν. Προφανώς δεν θέλουν (να ξεφύγουν). Θέλουν, μόνον, να παρουσιάσουν αυτά τα βαριά και κάπως δυσοίωνα μοτίβα τους, με την μέγιστη δυνατή πειθαρχία και αυτό ακριβώς πράττουν στο “Well” – που κυκλοφορεί σε διπλό LP και digital, από την καλή εταιρεία Golden Antenna.
Επαφή: www.okwait.de, www.goldenantenna.com/shop
SOFT FFOG: Soft Ffog [Is It Jazz? Records, 2022]
Οι Soft Ffog είναι νορβηγοί progsters και ηχογραφούν για το νέο παράλληλο label της γνωστής μας Karisma Records, την Is It Jazz? Records. Το άλμπουμ τους, που έχει ως τίτλο το όνομά τους, και που κατά πάσα πιθανότητα είναι το παρθενικό τους, περιέχει τέσσερα μέσης προς μεγάλης διάρκειας tracks (δύο ανά βινυλιακή πλευρά) και είναι ορχηστρικό.
Είναι jazz, τελικώς, το “Soft Ffog”; Είναι, αν αναλογιστούμε πως εδώ έχουμε ένα Canterbury-like progressive rock LP (CD και digital), άψογα ερμηνευμένο από τέσσερις πολύ γερούς οργανοπαίκτες, τους Tom Hasslan κιθάρες, Vegard Lien Bjerkan πλήκτρα, Trond Frønes μπάσο και Axel Skalstad ντραμς.
Τα τέσσερα tracks, που έχουν τίτλους “Chun Li”, “Zangief”, “Ken” και “Dhalsim”, και που διαρκούν δέκα, εννέα, οκτώ και εννέα λεπτά αντιστοίχως, είναι εντυπωσιακά, το ένα καλύτερο από το άλλο, πηγμένα στις κιθαριστικές και πληκτρονικές αναζητήσεις, φέρνοντας στην μνήμη πολλά και διάφορα.
Κατ’ αρχάς, και βασικά, τα seventies. Και εννοούμε με αυτό τα progressive Canterbury-sound συγκροτήματα που εμφανίστηκαν σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, στα μέσα εκείνης της δεκαετίας (και στην Νορβηγία εννοείται).
Έπειτα, συνθετικά και ηχητικά στυλ, που μπορείς να τα συναντήσεις από συγκροτήματα σαν τους King Crimson έως και jazzmen σαν τον Pat Metheny.
Περαιτέρω, εδώ παρατάσσονται συνθέσεις με πολλές διακλαδώσεις, με τους δύο βασικούς σολίστες (και ιδίως τον κιθαρίστα) να παίζουν «παπάδες», και τούτο παραλλήλως μ’ ένα ρυθμικό τμήμα πολύ καίριο και ουσιαστικό, που χωρίς να εντυπωσιάζει ξέρει πώς να κατευθύνει την μπάντα σε «δύσκολους», αλλά αγαπημένους δρόμους.
Όπως έχουμε ξαναγράψει, στην Νορβηγία επικρατεί οργασμός neo-prog συγκροτημάτων. Οπότε και η ποικιλία των αναλόγων ήχων είναι πολύ μεγάλη. Έχουμε δει / ακούσει, εννοούμε, «πινκ-φλοϋντικά» νορβηγικά γκρουπ, άλλα σε στυλ Genesis και Yes, αλλά πιο hard progressive, άλλα πιο cosmic κ.λπ. Και κάπως έτσι, μέσα σ’ αυτήν την διαρκώς αναπτυσσόμενη σκηνή, και οι πιο fusion progressive μπάντες, σαν τους Soft Ffog, δεν μπορεί παρά να έχουν το δικό τους μερτικό.
Επαφή: https://softffog.bandcamp.com/
ANDERES HOLZ: Continuo [Tonzonen Records, 2022]
Οι Anderes Holz είναι ένα γερμανικό ροκ συγκρότημα, που τώρα κυκλοφορεί τον δεύτερο δίσκο του. Λέγεται “Continuo” και είναι αρκετά ιδιαίτερος. Πού οφείλεται αυτό; Στο ότι, κατ’ αρχάς, οι Γερμανοί δεν διαθέτουν κιθαρίστα. Έπειτα, στο γεγονός πως οι ηλεκτρικές κιθάρες έχουν αντικατασταθεί από τα waldzithers (ηλεκτρικό και παραδοσιακό), που ανήκουν στην μεγάλη οικογένεια των λαούτων και που καλύπτουν και με το παραπάνω τα συγκεκριμένα passages. Έχουμε και στην Ελλάδα τέτοια συγκροτήματα, με ανάλογες οργανικές... συμπεριφορές; Οπωσδήποτε –μας έρχονται στο νου οι Babel Trio και οι Balothizer–, οπότε δεν παραξενευόμαστε, όσο να ’ναι, από τον ήχο των Γερμανών.
Πέραν αυτού, οι Anderes Holz έχουν κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία. Όπως το γεγονός πως παίζουν ένα είδος γερμανικού rock και folk-rock, με άκρες στα seventies, το οποίο, και σε κάθε περίπτωση, ακούγεται αρκετά προσωπικό – δίχως να παραπέμπει σε κάτι παρά πολύ συγκεκριμένο από το χθες.
Έπειτα, το ότι τραγουδούν στα γερμανικά τους δίνει, και αυτό, κι άλλους πόντους.
Περαιτέρω διαθέτουν πολλά κομμάτια μάλλον μικρά σε διάρκεια –τα οκτώ από τα δέκα tracks του δίσκου τους έχουν διάρκειες κάτω από τέσσερα λεπτά–, πράγμα που σημαίνει πως δεν τους ενδιαφέρει να «χάνονται» σε μακροσκελείς πειραματισμούς, προτιμώντας την σαφήνεια και την καθαρότητα.
Αν και, προσωπικώς, τα λίγα ακουστικά κομμάτια τους ή parts μού άρεσαν περισσότερο, δεν μπορώ να μην παραδεχθώ πως και τα περισσότερο θορυβώδη τραγούδια των Anderes Holz είναι πάρα πολύ καλά, δημιουργώντας μία συνολική βεβαιότητα, για το αξιόλογον του πράγματος.
Ποιοι αποτελούν τους Anderes Holz; Ας σημειώσουμε τα ονόματά τους: Dominique M. Täger φωνή, ηλεκτρικό και παραδοσιακό γερμανικό λαούτο (waldzither), Tine Täger μπάσο, θερεμίνη, καστανιέτες, φωνή και Boris Boškovski ντραμς, κρουστά.
Επαφή: www.tonzonen.de
NOORVIK: Hamartia [Tonzonen Records, 2022]
Για τους Γερμανούς (από την Κολωνία) Noorvik είχαμε γράψει λόγια καλά το 2019, με αφορμή το τότε άλμπουμ τους “Omission” [Tonzonen]. Με αλλαγμένη κατά τα δύο τέταρτα line-up –έχοντας τους κιθαρίστες Moritz Kuck και Tim Merriman, στις θέσεις των Hennes Ernst και Johannes Schreiter, και πάντα με την σταθερή παρουσία των Dominik Hornung μπάσο και Arnd Finke ντραμς– οι Noorvik προχωρούν, τώρα, σε μία επόμενη δουλειά τους, την “Hamartia” (προφανώς πρόκειται για την ελληνική λέξη «Αμαρτία», η οποία δεν είναι η μόνη ελληνική στο άλμπουμ, καθώς και όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι τίτλοι είναι ελληνικοί), στην οποία μεγαλύνουν εκείνο που παρουσίαζαν στο “Omission”.
Το γκρουπ εξακολουθεί να παίζει βαρύ instrumental rock, με άκρες προς κάθε νεότερο ροκ είδος (post rock, stoner κ.λπ.), έχοντας ως βασικό ατού του την πολύ δημιουργική χρήση των κιθαρών.
Από ’κει ξεκινάνε κι εκεί τελειώνουν σχεδόν τα πάντα, για τους Noorvik – εννοώντας πως οι κιθάρες είναι το Α και το Ω εδώ, με το ρυθμικό τμήμα να συντελεί κι αυτό από την μεριά του, όσο και όπως πρέπει, προς την διαλεύκανση του ύφους του γερμανικού γκρουπ – που διαθέτει, περαιτέρω, progressive, hard rock έως και σχεδόν «μεταλλικές» αναφορές.
Επίσης, το γεγονός πως οι Noorvik ηχογραφούν ένα άλμπουμ οκτώ κομματιών, έχοντας tracks, ανάμεσα, που διαρκούν 16, 12, 10 και 9 λεπτά, δείχνει πως οι Γερμανοί δεν προβληματίζονται σε σχέση με τις μεγάλες διάρκειες και πως γνωρίζουν πολύ καλά να εκμεταλλεύονται τον χρόνο, παρουσιάζοντας αληθινά ενδιαφέρουσες συνθέσεις, που «χάνονται» τακτικά, προς θορυβώδεις, όσο και επικές κατευθύνσεις.
Πάλλεται το ροκ σύμπαν από τα καμώματα των Noorvik, με το 16λεπτο “The feast” να κυριαρχεί ως σύνθεση – δίχως φυσικά να υστερούν και όλες οι υπόλοιπες (“Tantalos”, “Hybris”, “Omonoia”, “Ambrosia”, “Leon”, “Atreides” και “Tartaros”).
Επαφή: www.tonzonen.de

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

ΜΑΡΘΑ ΜΕΝΑΧΕΜ 14 φωνές της ποίησης – 14 τραγούδια

Συνθέτρια με «έντεχνες» καταβολές, η Μάρθα Μεναχέμ έρχεται τώρα να μας προτείνει το πιο νέο άλμπουμ της, που έχει τίτλο Homo Poëticus / XIV φωνές της ποίησης” (2022) και που κυκλοφορεί, από τις Εκδόσεις Παρισιάνου, σ’ ένα ωραίο CD-book.
Στο παρελθόν έχουμε γράψει για δύο άλμπουμ της Μάρθας Μεναχέμ, το «Μικρά Μονόστηλα» [Μετρονόμος, 2019], σε στίχους Δημήτρη Λέντζου και ερμηνείες του Θοδωρή Νικολάου και το «Τόπος Άγραφος» [Εκδόσεις Παρισιάνου, 2018], σε στίχους Μαρίνου Καρβελά και με πέντε διαφορετικές φωνές να αποδίδουν τα τραγούδια (Γιώργος Φλωράκης, Ιφιγένεια Κορολόγου, Μάρθα Μεναχέμ, Ανδρέας Σμυρνάκης, Σπυριδούλα Μπάκα).
Στο “Homo Poëticus”, τώρα, συμπεριλαμβάνονται 14 τραγούδια, βασισμένα άλλα σε στίχους Δημήτρη Λέντζου (2) και Μαρίνου Καρβελά (6), και άλλα σε στίχους παλαιότερων, ελλήνων και ξένων, ποιητών [Κ.Π. Καβάφης (3), Μήτσος Παπανικολάου (1), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1), Ρ.Μ. Ρίλκε (1)]. Συμπληρώνεται, έτσι, μία δεκατετράδα τραγουδιών, τα οποία αποδίδονται από εννέα(!) διαφορετικές φωνές (Αγγελική Τουμπανάκη, Μιχάλης Κωτσόγιαννης, Μάρθα Μεναχέμ, Βασίλης Κούρτης, Γιώργος Περρής, Βίκυ Παπαηλιού, Δημήτρης Κόψης, Θοδωρής Νικολάου, Μάριος Φραγκούλης) και που ενορχηστρώνονται από τρεις διαφορετικούς ενορχηστρωτές, τους Μάνο Κιτσικόπουλο (11), Χρυσόστομο Καραντωνίου (2) και Δημήτρη Κουφογιώργο (1).
Αρκετοί είναι, επίσης, και οι μουσικοί που συμμετέχουν στην ηχογράφηση (13), καθώς σ’ αυτήν ακούγονται (αναλόγως με τις εκάστοτε απαιτήσεις) πιάνο, βιολοντσέλο, κλαρινέτο, κιθάρες, πολίτικη λύρα, τρομπέτα, μαντολίνο, μπάσο, βιολί, ακορντεόν και ντραμς.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως το “Homo Poëticus” είναι ένα άλμπουμ σύνθετο, που επιχειρεί να φέρει σε δημιουργική συνύπαρξη διαφορετικούς ποιητικούς λόγους και ακόμη πολλούς και διαφορετικούς μουσικούς, ερμηνευτές και ενορχηστρωτές.
Τι θα μπορούσε να ενοποιεί όλους αυτούς τους επιμέρους παράγοντες, προς την κατεύθυνση ενός ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου; Eίναι ένα ερώτημα αυτό, που εν προκειμένω «απαντιέται» μέσω της υψηλής ποιοτικής στάθμης, που χαρακτηρίζει τα τραγούδια – μία στάθμη, που συνδέεται με τις μελοποιήσεις της συνθέτριας, με τις μελωδικές εμπνεύσεις και επινοήσεις της, οπωσδήποτε από τις «έντεχνες» ενορχηστρώσεις, στις οποίες κυριαρχεί το πιάνο, με όλα τα υπόλοιπα όργανα να έχουν μικρούς, επιμέρους ρόλους, και φυσικά από τις ερμηνείες, που αν και προέρχονται από τόσο πολλούς τραγουδιστές και τραγουδίστριες, κινούνται όλες πάνω σε μια γραμμή, χωρίς αισθητικά σκαμπανεβάσματα – κάτι που, προφανώς, έχει «επιβάλλει» με τον τρόπο της η συνθέτρια.
Ο λυρισμός κυριαρχεί στις συνθέσεις της Μ. Μεναχέμ, ένας λυρισμός περισσότερο «θεοδωρακικός», παρά «χατζιδακικός», με το στοιχείο της «βαρύτητας» και της συνθετότητας να κυριαρχεί ακόμη και στις περιπτώσεις των ευκόλως μελοποιήσιμων, υποτίθεται, ποιητών, όπως είναι οι Μήτσος Παπανικολάου και Ναπολέων Λαπαθιώτης.
Μεταξύ των ωραιοτέρων τραγουδιών από το “Homo Poëticus” θα προέτασσα τρία που τα ενώνει ο λόγος του Μαρίνου Ε. Καρβελά και αυτά είναι τα «Λόγια που δεν είπες» (ερμηνεία Δημήτρης Κόψης), «Παιδί της Παλαστίνης» (ερμηνεία Θοδωρής Νικολάου-Μάρθα Μεναχέμ) και «Σ’ ακτή βυζαντινή» (ερμηνεία Μάριος Φραγκούλης), ενώ πολύ κοντά θα τοποθετούσα το «Τα φύλλα της σιωπής» (στίχοι Δημήτρης Λέντζος, ερμηνεία Μιχάλης Κωτσόγιαννης) και το «Τα παράθυρα» (ποίηση Κ.Π. Καβάφης, ερμηνεία Αγγελική Τουμπανάκη).
Γενικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα άλμπουμ πολύ προσεγμένο, σοβαρό, απαιτητικό, βαρύ, απ’ αυτά που απαιτούν την ενεργή συμμετοχή του ακροατή, προκειμένου να γίνουν όλα κατανοητά σε πρώτο χρόνο. (Βοηθά, οπωσδήποτε, προς αυτή την κατεύθυνση και το booklet με τους στίχους και με όλες τις υπόλοιπες πληροφορίες).
Επαφή: www.parisianou.gr

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 441

3/5/2022
Στο νέο Yellow Box, που κυκλοφορεί στα περίπτερα, γράφουμε και για την Monica Vitti...

2/5/2022
Πολλά νοήματα, συμπυκνωμένα - από τον τίτλο, μέχρι και την τελευταία πρόταση. Νίκος Καρούζος...

1/5/2022
Ο Nusrat Fateh Ali Khan των Μεσογείων! Παίζει ειδικά για Κορωπιώτες, Σπαταναίους και Καλυβιώτες. Και για όσους συνηθίζουν να τρωγοπίνουν στις ταβέρνες της περιοχής...
https://www.youtube.com/watch?v=WWQgXdTYw3Y

29/4/2022
Μεγάλο τραγούδι αυτό των Πλέσσα-Παπαδόπουλου, λογοκριμένο σε πρώτο χρόνο, που όταν το ακούς μόνο του μοιάζει κάπως υπερβολικό ή και ξεκάρφωτο, αλλά αν το ακούσεις μέσα στο σάουντρακ του θεατρικού «Δρόμου», που είχε ανεβεί στις αρχές του 1970 –ας ελπίσουμε πως κάποια στιγμή οι μουσικές, τα τραγούδια και τα κείμενα από την παράσταση μπορεί να κυκλοφορήσουν σ’ ένα δίσκο– αποκτά άλλο νόημα και αξία.
[το τραγούδι είναι του 1970 και όχι του 1974, απλά τότε, στην αρχή της Μεταπολίτευσης, χαράχτηκε για πρώτη φορά σε δίσκο]
https://www.youtube.com/watch?v=YAsqBwaO8Gk

29/4/2022
Σε όλο τον ψυχρό πόλεμο έμειναν αταλάντευτοι στο όραμα της ουδετερότητας, επενδύοντας τα λεφτά τους στο κοινωνικό κράτος – στα σχολεία, στην παιδεία, στην υγεία, στην περίθαλψη, στην κοινωνική ασφάλεια, στις συντάξεις, οικοδομώντας κράτη πρότυπα, σε εποχές πολύ δύσκολες.
Τώρα, Σουηδοί και Φινλανδοί, θέλουν να μπούνε στο ΝΑΤΟ, για να μην τους κάνει ντα ο Ρώσος, ληστεύοντας τους λαούς τους, και δίνοντας γη και ύδωρ στους εμπόρους του πολέμου. Ξεφτίλα.
Θα τρίζουν τα κόκαλα του Ούλωφ Πάλμε και του Καλέβι Σόρσα...

28/4/2022
Το τραγούδι έχει να κάνει με τους ανθρώπους, που επιλέγουν να ζήσουν με τις νόρμες της κοινωνίας, δουλεύοντας σε ωράρια τύπου 9 με 5 (όπως ακούμε), αγνοώντας ή φτύνοντας τον hippy τρόπο ζωής (το τραγούδι προέρχεται από το 1968 εξάλλου) και την εναλλακτική προσέγγιση των ζητημάτων, που έθετε η counterculture. Φουλ ψυχεδελικό άσμα, που το θυμήθηκα για κάποιο λόγο.
Churchill’s “Straight people”...
https://www.youtube.com/watch?v=rVh5uwstQwA

28/4/2022
Έφθασε στα χέρια μου η επανέκδοση του πρώτου άλμπουμ του Περικλή Χαρβά «Κάτω από τα Παραμύθια», που έγινε με φουλ μεράκι από την B-Other Side Records. Ακόμη δεν έχω βάλει το δίσκο στο πικάπ, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα σκίζει – γιατί από το ανέβασμα ολάκερου του άλμπουμ στο YouTube κατάλαβα αρκετά. Κυριολεκτικά, αφού άκουσα λέξεις και όργανα, εννοώ, που δεν ξεκαθαρίζονταν και δεν ακούγονταν ευκρινώς στην original ηχογράφηση.
Μου άρεσε, εν τω μεταξύ, πολύ η αναπαραγωγή του εξωφύλλου. Που είναι γυαλιστερό με άψογη αποτύπωση των χρωμάτων, θυμίζοντας τις παλιές εκδόσεις. Τότε που τους δίσκους τους λέγαμε... δίσκους και όχι βινύλια.
Και μερικά προσωπικά.
Περικλή Χαρβά άκουσα για πρώτη φορά το 1982 στο ραδιόφωνο. Ήταν το τραγούδι «Η μπαλάντα ενός ραντεβού», από το άλμπουμ του εκείνης της εποχής (τρίτο και τελευταίο προσωπικό του) «Στην άσφαλτο». Μου άρεσε πολύ και την άλλη μέρα πήγα στο δισκάδικο και ζήτησα το άλμπουμ. Δεν το γνώριζε κανείς, αλλά θα το έκαναν παραγγελία. Και όντως, αφού μετά από λίγες μέρες θυμάμαι να το βάζω στο πλατώ και να «κολλάω» με διάφορα κομμάτια από ’κει μέσα.
Τυχαία είχα βρει, περί τα μέσα των έιτις, σε πάγκο την κασέτα «Αντίλαλος» (το δεύτερο άλμπουμ του Περικλή Χαρβά, από το 1977). Την άκουσα πολλές φορές κι αυτήν, ενώ μια δεκαετία αργότερα, περί τα μέσα των 90s, θα εύρισκα και το LP (που είχε στο οπισθόφυλλο κείμενο γραμμένο με στυλό του Περικλή Χαρβά, αφιέρωση και υπογραφή!).
Το «Κάτω από τα Παραμύθια», το πρώτο άλμπουμ του από το 1971, που πάντα ήταν πολύ σπάνιο, έχοντας κι αυτό το πανέμορφο ψυχεδελικό εξώφυλλο, μου το είχε γράψει από νωρίς σε κασέτα ο Θοδωρής Κρίθαρης, της Wipe Out Records και από κει το άκουγα μέχρι πριν από λίγα χρόνια...
Αλλά για τον Περικλή Χαρβά έχουμε ήδη γράψει αρκετά και θα ξαναγράψουμε...
https://www.youtube.com/watch?v=vWz-ZqEKGjY&t=3562s

28/4/2022
>>Γιατί έρχεται στην Ελλάδα το βασιλικό ζεύγος του Βελγίου -Με αποστολή 70 ατόμων<<
>>Την Τετάρτη 4 Μαΐου το βασιλικό ζεύγος θα ξεναγηθεί στον τερματικό σταθμό υγροποιημένου φυσικού αερίου στη Ρεβυθούσα.<<

Ξένος μονάρχης, σε προκλητικά ψυχροπολεμικό πρόγραμμα επίσκεψης.

27/4/2022
Κι ενώ είχα ακούσει πολύ Klaus Schulze ήδη από τα 80s (το σάουντρακ του “Body Love”, για το οποίο έχω φάει ακόμη και μπλοκ στο facebook, λόγω εξωφύλλου, είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου άλμπουμ του), σπανίως τύχαινε να βρω κάπου κάτι να διαβάσω γι' αυτόν.
Πάντως, σε τούτο το τεύχος του βρετανικού περιοδικού Audion, από τον Μάιο του '92, υπήρχε, πλήρες αφιέρωμα, μαζί με συνέντευξη (και φυσικά με τον ίδιο στο εξώφυλλο).

27/4/2022
Ένας μάγος των αναλογικών συνθεσάιζερ παίζει από χθες σε... άλλους κόσμους. RIP Klaus Schulze, μ' ένα κομμάτι του αφιερωμένο στον συγγραφέα τού Dune...
https://www.youtube.com/watch?v=hMikJCaI96U

27/4/2022
>>Έκτακτη σύσκεψη στο Μαξίμου υπό τον Μητσοτάκη για την ενεργειακή επάρκεια<<
Θα παραβρεθεί κι ο Κάρολος, για να μας εξηγήσει πώς θα γίνει η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ...

26/4/2022
Πριν από μερικές μέρες πέθανε, σχεδόν στα 88 του, ο bluesman Guitar Shorty, έχοντας περισσότερα από 70 χρόνια στο πάλκο και καμιά 65αριά στη δισκογραφία (ήταν δε ενεργός μέχρι λίγο καιρό πριν πεθάνει).
Ο Guitar Shorty μπορεί να έγινε φίρμα στα 90s και στα 00s, με κάτι φοβερά CD στην Alligator και αλλού, αλλά ουσιαστικά τότε εξαργύρωνε τη μεγάλη πορεία του στις σκηνές και στα κλαμπ (δεν ξεκινούσε τότε).
Ο τύπος αυτός είχε παντρευτεί, εν τω μεταξύ, την ετεροθαλή αδελφή του Jimi Hendrix και κάπως έτσι ο Τζίμης δεν έχανε live του εκεί στις αρχές του ’60, ξεσηκώνοντας από τον γαμπρό του πολλά και διάφορα κόλπα.
Ο ίδιος ο Guitar Shorty, αν και δεν μιλούσε πολύ γι’ αυτά, φρόντιζε να τα δείχνει στο πάλκο –να δείχνει δηλαδή ποιος ήταν ο «πρώτος»– όταν η κάμερα τον έπιανε να παίζει κιθάρα με τα δόντια, έχοντάς την στην πλάτη του, στο σβέρκο του, κάνοντας ακόμη τούμπες στη σκηνή κ.λπ.
Έδινε σώου ο άνθρωπος, αλλά παράλληλα ήταν συγκλονιστικός κιθαρίστας, και πολύ καλός τραγουδοποιός.
Α... είχε εμφανισθεί και στην Ελλάδα ο Guitar Shorty, το 1996, μαζί με τους Blues Wire και τους Blues Cargo…
https://www.youtube.com/watch?v=YJy5fUipblQ

25/4/2022
Γιάννης Γκούμας (1940-2022)... «Ένα λεπτό πριν τα μεσάνυχτα» [Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία 2003]

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

BONFIRE REALM ένας ιδιαίτερος μουσικός από την Θεσσαλονίκη

Κάτω από την ονομασία Bonfire Realm κρύβεται ένας τραγουδοποιός από την Θεσσαλονίκη, ο Θοδωρής Δοδούσης. Ως Bonfire Realm ο Δοδούσης έχει κυκλοφορήσει μια σειρά από custom made CDs, την τελευταία δεκαετία, κάποια πλήρους διάρκειας και κάποια άλλα μικρότερης (CD-singles), σαν το Waning 1” [Private Pressing].
Η συγκεκριμένη κυκλοφορία περιλαμβάνει τρία αγγλόφωνα τραγούδια, γραμμένα (μουσική-στίχοι) και ερμηνευμένα από τον Bonfire Realm.
Μάλιστα, στα τραγούδια αυτά τον θεσσαλονικιό μουσικό συνοδεύουν, σε ντραμς, κιθάρα, τσέλο και τρομπέτα, ξένοι οργανοπαίκτες – κάτι που δείχνει μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια κατάσταση σοβαρή, που να μπορεί να σταθεί γενικότερα και οπουδήποτε. Όντως; Ναι, γιατί και τα τρία tracks αυτού του EP είναι το ένα καλύτερο από το άλλο!
Μοιάζουν με ελληνικά αυτά τα τρία κομμάτια, τα “Your name”, “Long way” και “Light”; Με τίποτα. Και το λέμε, επειδή και το αγγλοπρεπές του Bonfire Realm είναι άψογο, και γιατί τα τραγούδια του ανήκουν στον χώρο του ευρύτερου british pop-rock, δίχως τούτα να εμφανίζουν «τοπικές» αναφορές.
Μπαλάντες είναι και τα τρία τραγούδια, κινούμενα σε κλασικές σέβεντις διαδρομές –θυμίζουν τον τρόπο του Al Stewart, για παράδειγμα–, ενώ είναι τέλεια ενοργανωμένα, με την επιπλέον χρήση πλήκτρων και φωνών, που τους δίνουν μία ξεκάθαρη υψηλή επαγγελματική διάσταση.
Είναι σίγουρο πως ο Bonfire Realm είναι προικισμένος μουσικός (δεν χρειάζεται ν’ ακούσεις περισσότερα κομμάτια του, για να το καταλάβεις – αυτά τα τρία είναι υπεραρκετά) και δεν μένει τίποτα άλλο πέρα από το να βρει κάποια γερά πατήματα, ώστε να καταπλήξει.
Επαφή: https://bonfirerealm.bandcamp.com

[Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Yellow Box #13, Απρίλιος-Μάιος 2022]

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

από τον ARIS SAN στους DELI TELI: το ροκ-τσιφτετέλι από τα καταγώγια της Τζάφα, στα μπαρ της Μασσαλίας – μια καινούρια κυκλοφορία του εξωτερικού μας θυμίζει εκείνο που κάποτε ήταν δικό μας, πριν εξελιχθεί σε ευρύτερο trend

Τον καλαματιανό κιθαρίστα και τραγουδιστή Αριστείδη Σαϊσανά ή Aris San (1940-1992) τον έμαθα τελείως τυχαία, στις αρχές του ’90, όταν είχαν πέσει στα χέρια μου δύο ισραηλινές κασέτες της CBS, από τα χρόνια του ’70. Η μία ήταν η “Dam-Dam” (1972) και η άλλη η “Greatest Hits” (1974).
Τις κασέτες τις είχα αγοράσει, επειδή ήταν φτηνές (100 δραχμές η μία ή και λιγότερο) και ακόμη, επειδή έβλεπα έναν τύπο στα εξώφυλλα, να κρατάει μία κιθάρα Gibson ES-335, αποδίδοντας ελληνικά τραγούδια (τους τίτλους των οποίων διάβαζα στο χαρτί της κασέτας).
Για τον ίδιο λόγο είχα αγοράσει εκείνη την εποχή και τον δίσκο του ηπειρώτη κιθαρίστα Κώστα Σούκα «Μερακλομπερδέματα» [Intersound, 1979] –κι εκείνος κρατούσε ηλεκτρική κιθάρα στο εξώφυλλο– και δεν με είχε απογοητεύσει. Όπως δεν θα με απογοήτευε και ο Aris San εξάλλου…
Ακούω τις κασέτες, παθαίνω πλάκα από την πενιά, από το ηλεκτρικό σόλο στο “Dam-dam” –τραγούδι γραμμένο από κάποιον... Mikel Nemidiates, που δεν ήταν άλλος από τον Μιχάλη Μενιδιάτη φυσικά–, το οποίο έφερνε στη μνήμη μου κάτι από το “East-west”, το εκπληκτικό ψυχεδελικό track των Michael Bloomfield-Νίκου Γκραβενίτη, της Butterfield Blues Band, αλλά τις αφήνω στην άκρη (τις κασέτες), έτσι, ως μία «ανακάλυψη», την οποία, όμως, αδυνατούσα να την τοποθετήσω ιστορικά και κοινωνικά, παρά μόνο αισθητικά. Άρα... μισή δουλειά.
Ο Aris San αντί να παίζει ελληνικά τραγούδια με μπουζούκι, τα έπαιζε με ηλεκτρική κιθάρα – αυτή ήταν η διαφορά– έχοντας δίπλα του, βεβαίως, και ρυθμική κιθάρα και μπάσο-ντραμς. Άρα, είχαμε να κάνουμε μ’ ένα κλασικό ροκ σχήμα, που ρόκαρε φανταχτερά, κάποιες φορές, αλλά, κάποιες άλλες, όχι και τόσο, γιατί το ρεπερτόριο ήταν διεθνικό και ποικίλο.
Το υβρίδιο, γενικώς, «μέτραγε», αλλά από τη στιγμή όπου δεν μπορούσα να μάθω κάτι άλλο γι’ αυτόν τον απίθανο τύπο, τον Aris San (τότε δεν υπήρχε ακόμη διαδίκτυο) –πώς και γιατί είχε βρεθεί στο Ισραήλ, αν είχε κάποια σχέση πριν με Ελλάδα κ.λπ. ή αν ήταν Έλληνας σε τελευταία ανάλυση, κάτι για το οποίο ήμουν σχεδόν σίγουρος, ακούγοντας την προφορά του στα ελληνικά τραγούδια– σταμάτησα να ασχολούμαι με την περίπτωσή του και πήγα παρακάτω...
Στο τέλος του 1995 διαβάζω στο περιοδικό «Ντέφι» (τεύχος #19, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1995) μία συνέντευξη του ισραηλινού παραγωγού και παρουσιαστή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων Simon Parnas, αρχίζοντας σιγά-σιγά να βάζω σε μια τάξη τα διάφορα κομμάτια του παζλ. Έλεγε ο Parnas, ανάμεσα σε άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα:
«Γύρω στο ’60 (σ.σ. στην πραγματικότητα το 1956-57) ένα νέο παιδί, 17 χρονώ, ήρθε απ’ την Ελλάδα στο Ισραήλ ψάχνοντας για δουλειά. Ονομαζόταν Άρης Σαν και βρήκε δουλειά σ’ ένα μικρό ελληνικό κέντρο στη Χάιφα (σ.σ. πιθανώς στην Τζάφα) στο οποίο σύχναζαν μόνο Έλληνες Εβραίοι για ν’ ακούσουν μουσική. Αυτός ο Άρης Σαν, στην διάρκεια της δεκαετίας του ’60, έκανε μια επανάσταση…
Ήρθε στο Ισραήλ, τραγούδησε όλες τις ελληνικές επιτυχίες του ’60 και πολλοί Ισραηλίτες άρχισαν ν’ ακούν τη μουσική του. Ξαφνικά τους άρεσε ο ήχος του μπουζουκιού, γιατί είναι πολύ γλυκός, πολύ μελωδικός. Ο Άρης Σαν έπαιζε ηλεκτρική κιθάρα, αλλά τη χρησιμοποιούσε με τον τρόπο που παίζει κάποιος το μπουζούκι και ξαφνικά δημιούργησε έναν καινούριο ήχο, γιατί η ηλεκτρική κιθάρα τραβάει τους νέους. Ήταν η εποχή του Έλβις Πρίσλεϋ, του ροκ εν’ ρολ, των Σάντοους και του Κλιφ Ρίτσαρντ. Έπαιζε ελληνικά τραγούδια στην ηλεκτρική κιθάρα, σαν υποκατάστατο του μπουζουκιού και δημιούργησε ένα καινούριο στυλ κι έναν καινούριο ήχο, αλλά μ’ αυτό τον τρόπο έκανε την ελληνική μουσική και τις μελωδίες προσιτές στ’ αυτιά των Ισραηλινών. Στην αρχή έδινε παραστάσεις μόνο σ’ ένα μικρό κέντρο, που ονομάζεται Ariana
, στην Τζάφα. Ο πατέρας του Νταλάρα, ο Λουκάς Νταράλας, έπαιζε εκεί στη δεκαετία του ’60. Ο Άρης Σαν ήταν ένας πρωτοπόρος.(…)».
Μπορεί τα τραγούδια του Aris San να μην άρεσαν στους Έλληνες-Εβραίους, οι οποίοι γνώριζαν τα πρωτότυπα ελληνικά, θεωρώντας τις δικές του διασκευές κάπως σαν... φτηνές απομιμήσεις, όμως άρεσαν στους Ισραηλινούς, στους Τούρκους, στους Αρμένιους, ακόμη και στους Άραβες.
Ιδίως οι Ισραηλινοί θα τα αγκάλιαζαν απ’ άκρη σ’ άκρη στη χώρα, ανακαλύπτοντας σ’ αυτά μία δική τους φόρμα – την οποία σχεδόν θα... εθνικοποιούσαν.
 
Η συνέχεια εδώ:
https://www.lifo.gr/culture/music/apo-ton-aris-san-stoys-deli-teli-rok-tsifteteli-apo-ta-katagogia-tis-tzafa-sta-mpar