Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

η ιστορική Συναυλία / Μουσικός Διαγωνισμός του 1962 με τα βραβεία «Μάνου Χατζιδάκι» – συνέβη σαν σήμερα, πριν από 60 χρόνια, και συνέβαλε στην πλατύτερη αναγνώριση των Ελλήνων πρωτοποριακών συνθετών

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν μια καταστασιακή προσωπικότητα. Υπό την έννοια πως δεν αναδείκνυε, απλώς, καταστάσεις (όπως είχε συμβεί με το ρεμπέτικο π.χ., το 1949), μα και γιατί δημιουργούσε καινούριες από μόνος του.
Μπορεί πολλές απ’ αυτές τις «καταστάσεις» να μην μακροημέρευσαν, αλλά εκείνο που έπρεπε να κάνουν, μια δεδομένη χρονική στιγμή, το έκαναν και με το παραπάνω.
Εξάλλου ο άνθρωπος αυτός, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννούσε συνεχώς ιδέες, και κάπως έτσι τού ήταν εξαιρετικά δύσκολο να επικεντρωθεί σε κάτι, που να το διαιωνίζει επ’ άπειρον. Έριχνε τους σπόρους του, τους υπηρετούσε έως εκεί όπου έκρινε πως άξιζε να το κάνει και μετά πήγαινε παρακάτω...
Τι να πρωτοθυμηθούμε; Το Τρίτο Πρόγραμμα, τους Αγώνες Τραγουδιού στην Κέρκυρα και την Καλαμάτα, τον Σείριο, το περιοδικό Το Τέταρτο, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, τον Μουσικό Αύγουστο, το Πολύτροπον; Είναι πολλά...
Μία από τις πρώτες καταστάσεις, που επιχείρησε να βάλει σε μια τροχιά, ο Μάνος Χατζιδάκις, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν εκείνη της πρωτοποριακής ελληνικής μουσικής.
Παρότι ο ίδιος δεν είχε το ανάλογο θεωρητικό υπόβαθρο, για να «περάσει» στα ακροατήρια ως προχωρημένος συνθέτης, αγαπούσε την «σύγχρονη μουσική» και την avant-garde, υπηρετώντας τες, ειδικά στην δεκαετία του ’60, από διάφορες θέσεις.
Τον Μάνο Χατζιδάκι, βασικά, τον «έτρωγε» το εξής. Δεν ήθελε να τον συνδέουν με την «ελαφρά μουσική», το «ελαφρό τραγούδι», τους «ελαφρούς συνθέτες» και τα τοιαύτα, έτσι αβασάνιστα.
Δεν υποτιμούσε το «ελαφρό τραγούδι» –εξάλλου διέπρεψε στο είδος–, απλώς είχε ευρύτερα οράματα, είχε concepts στο μυαλό του, τα οποία δεν εξαντλούνταν σε μια ποσότητα τραγουδιών (ελαφρών π.χ.), ασύνδετων μεταξύ τους.
Ήταν τραγουδοποιός ο Μάνος Χατζιδάκις, αλλά δύσκολα θα τον παραλλήλιζες με τους υπόλοιπους «ελαφρούς» συνθέτες-τραγουδοποιούς της εποχής του (τον Τάκη Μωράκη, τον Κώστα Καπνίση, τον Σπήλιο Μεντή, τον Κώστα Κλάββα, τον Αλέκο Σπάθη, ακόμη και τον Μίμη Πλέσσα ή τον Γεράσιμο Λαβράνο).
Όλοι έγραφαν τραγούδια, πολύ καλά, ή και φοβερά, αλλά κανείς τους δεν είχε ένα ευρύτερο όραμα για το τραγούδι, εκεί στο πρώτο μισό των σίξτις – και για τον ήχο του τραγουδιού, την αισθητική του, αλλά κυρίως για την αποστολή του. Εννοούμε, με αυτό, πως ένα τραγούδι απλώς και μόνον «για διασκέδαση», όπως ήταν το ελαφρό εκείνης της περιόδου, και με στόχο την εμπορική καταξίωση και επιτυχία, δεν κάλυπτε επ’ ουδενί τον Μάνο Χατζιδάκι.
Έτσι, και μετά από την παγκόσμια επιτυχία του “Never on Sunday” και την βράβευση του τραγουδιού με Oscar “best song” τον Απρίλιο του 1961, άρχισαν να βγαίνουν προς τα έξω ορισμένες κόντρες του με «ελαφρούς» συνθέτες-τραγουδοποιούς του καιρού –ειδικότερα με τον Μίμη Πλέσσα η κόντρα θα έπαιρνε άγρια τροπή, με την «Απογευματινή» να γράφει για «οξυτάτη διένεξι», τον Οκτώβριο του 1961– οδηγώντας τον Μ. Χατζιδάκι να προσεγγίσει έναν άλλο τελείως απομακρυσμένο, από αισθητικής πλευράς, χώρο, εκείνον της «πρωτοποριακής μουσικής». Έναν χώρο, που δεν ήταν εύκολο να «πατηθεί», από τους «ελαφρούς» της εποχής.
Πολλοί γνωρίζουν, ας πούμε, την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών, που ιδρύει ο Μάνος Χατζιδάκις το 1964, ένα επίσης σημαντικό project του, παρουσιάζοντας μεταξύ άλλων και έργα «σύγχρονων» ελλήνων συνθετών (Νίκος Σκαλκώτας, Ιάννης Ξενάκης, Θεόδωρος Αντωνίου, Γιώργος Σισιλιάνος, Γιάννης Χρήστου κ.ά.), αλλά σίγουρα λιγότεροι θα έχουν κατά νου τη Συναυλία / Μουσικός Διαγωνισμός, που θα οργανωνόταν στο Θέατρον Κεντρικόν, από το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο (ΑΤΙ) του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, το πρωί της Κυριακής, της 16ης Δεκεμβρίου 1962, ακριβώς πριν από 60 χρόνια, με βραβεία τα οποία θα χρηματοδοτούσε ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις και που θα είχαν το όνομά του.
Ο Μ. Χατζιδάκις εκτιμούσε πολλούς έλληνες δημιουργούς τής πιο προχωρημένης μουσικής, όπως, για παράδειγμα, τον Ιάννη Ξενάκη. Αυτό αποδεικνύεται και από μια συζήτηση που είχε με τον συγγραφέα κ.λπ. Ρένο Αποστολίδη, για το περιοδικό «Τα Νέα Ελληνικά» (τεύχος #1, Ιανουάριος 1966).
Ο Ρένος αρνιόταν τη σημαντικότητα του Ι. Ξενάκη, στην εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής, καθώς τον θεωρούσε «απογράφο θορύβων», «αντιμελωδιστή» κ.λπ. Όμως, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε τελείως διαφορετική άποψη, υπερασπίζοντας το έργο τού Ι. Ξενάκη με τα παρακάτω λόγια:
«Οπωσδήποτε, ασχέτως σνομπισμού ή όχι, το ουσιώδες ερώτημα πάντα παραμένει: τι είναι ο Ξενάκης και γιατί τον θεωρώ “μεγάλο”;(…) Ο Ξενάκης είχε το θάρρος ν’ αγνοήση την μουσική παράδοση πεντακοσίων ετών –να αγνοήση, δηλαδή, την μουσική από την Αναγέννηση και μετά– και να ξανατοποθετηθή, με όλη τη δύναμη ενός γνήσιου ελληνικού πνεύματος, δίνοντάς μας μουσική όχι βέβαια αυτή που κληρονομήσαμε και συνηθίσαμε. Ιδού η πρώτη δυσκολία, για να σταθούμε απέναντί του: μας απαιτεί ή πολύ αγνούς ή πολύ δυνατούς. Η μουσική, ανέκαθεν, ακόμα και στην ακμαιότερη ευρωπαϊκή της έκφραση, υπήρξε μία οργάνωσις ήχων. Όσο πιο μεγαλειώδης, τόσο πιο σοφά ωργανωμένη – και τόσο διαρκέστατη στο χρόνο. Γιατί μας συνθλίβει η καταπληκτική οργάνωση του Ξενάκη, που περικλείει όλες τις σύγχρονες επιτεύξεις μας; Αλλά, ακόμη περισσότερο: η ξανατοποθέτησή του στη μουσική ουσία δημιουργεί ένα πρωτόγονο ηχητικό αποτέλεσμα, χωρίς καθόλου το σοφό σχολαστικισμό τής παραδοσιακής οργανώσεως. Τίποτε στον Ξενάκη δεν είναι σκόνη, αλλά ύλη ζωντανή, κάτω από σκέψη βαθύτατα μαθηματική – και με την ευρύτητα ενός ποιητού. Ακόμα και η έννοια της μελωδίας δεν ελλείπει, αντιθέτως μάλιστα, παρουσιάζεται ευρηματική, αστραφτερή και τεταμένη. Μια μελωδία, που θa ’πρεπε νa ’χαμε κληρονομήσει, αν δεν είχε συσσωρευτεί η μουσική θητεία πεντακοσίων ετών. Η σημασία του Ξενάκη είναι μεγάλη, γιατί πρώτη φορά στην παγκόσμια μουσική δημιουργία παρουσιάστηκε μια προσωπικότητα τόσο τολμηρή που ν’ αποφασίση να ξαναϋπάρξη Έλλην. Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια, για ν’ αντιληφθούμε τη σημασία του – για να γνωρίσουμε κι εμείς, μες απ’ αυτόν, την βαθύτερη νεοελληνική μας ιδιοσυγκρασία».
Σε σχέση με την γενικότερη παρουσία της «σύγχρονης μουσικής» στην Ελλάδα έχουν επίσης αξία ορισμένες παρατηρήσεις του Γ.Γ. Παπαϊωάννου (αρχιτέκτονας, μουσικολόγος, ερευνητής, πιανίστας κ.λπ.), έτσι όπως εκείνες θα καταγράφονταν στο βιβλίο «Αναδρομή / 50 Εκδηλώσεις» [Γερμανικό Ινστιτούτο Goethe Αθηνών, 1971;]. Διαβάζουμε σχετικώς:
«Η Ελλάς ακολούθησε μια τροχιά διαφορετική από τις δυτικές χώρες, από την εποχή που έγινε σύγχρονο κράτος: παραμέρισε θεληματικά την σπουδαία της ζωντανή παράδοση –λαϊκή και βυζαντινή– και προσπάθησε ν’ αντιγράψει, συνήθως αδέξια και με σημαντική καθυστέρηση, το δυτικό μουσικό πολιτισμό, που της ήταν ξένος. Στον αιώνα μας το πέτυχε λίγο καλλίτερα, έτσι που προσδεθήκαμε πια στο δυτικό άρμα της “κλασικής και ρομαντικής” μουσικής ή, ακόμη χειρότερα, των ξεπερασμένων πια “εθνικών σχολών”, σαν ουραγοί φυσικά, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις.(...) Αρκετά ξαφνικά, όμως, η Ελλάδα άρχισε να ανακαλύπτει τη δική της μουσική φυσιογνωμία, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά σύγχρονα μουσικά ιδιώματα, που, αρκετά απροσδόκητα, φάνηκαν να την εκφράζουν συνεπέστερα: έτσι, ο πρώτος Μητρόπουλος, προπολεμικά, άνοιγε τον δρόμο αυτό, για να ακολουθηθεί σύντομα από την μεγαλοφυΐα του Σκαλκώτα.(...) Μεταπολεμικά (ο Σκαλκώτας) ακολουθήθηκε από δύο άλλες μορφές πρώτου μεγέθους, όπως ένας Ξενάκης ή ένας Χρήστου και από μια σειρά σημαντικών επίσης συνθετών (Γ.Α. Παπαϊωάννου, Λογοθέτης, Σισιλιάνος, Κουνάδης, Αδάμης, Μαμαγκάκης, Ιωαννίδης, Αντωνίου, Τερζάκης, Απέργης κι άλλους ακόμη), που ξεπέρασαν με επιτυχία τα σύνορα της χώρας και που δικαιολογούν πια απόλυτα τη διαπίστωση πως μια ξεχωριστή ζωντανή “Νέα Ελληνική Σχολή” δημιουργεί με δύναμη και πρωτοτυπία μια νέα, πολύπλευρη γλώσσα, που ανταποκρίνεται πληρέστερα στις σύγχρονες εκφραστικές ανάγκες του τόπου.(...)».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 καταγράφονται κάποια γεγονότα, λοιπόν, που σχετίζονται άμεσα με την παρουσία της πρωτοποριακής μουσικής στο δικό μας καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Ένα από αυτά σχετίζεται με το Εργαστήρι Σύγχρονης Μουσικής του Ινστιτούτου Goethe Αθηνών, που ιδρύεται την άνοιξη του 1962, ενώ ένα δεύτερο ήταν η Συναυλία / Μουσικός Διαγωνισμός του ΑΤΙ, στις 16 Δεκεμβρίου 1962, όπως αναφέραμε ήδη.  
Να πούμε, λοιπόν, πως μέχρι την 31η Αυγούστου (του ’62) είχαν κατατεθεί, για τον διαγωνισμό, είκοσι πέντε πρωτότυπες και ανεκτέλεστες δημοσίως συνθέσεις, από τις οποίες η πρώτη κριτική επιτροπή (Γ.Γ. Παπαϊωάννου, Γιάννης Χρήστου, Μάνος Χατζιδάκις) θα επέλεγε τις δέκα, που ανήκαν σε οκτώ συνθέτες, για το τελικό στάδιο (του διαγωνισμού).
Lukas Foss 
Αυτές οι δέκα συνθέσεις θα παρουσιάζονταν στη συναυλία της 16ης Δεκεμβρίου, με μαέστρο τον διάσημο γερμανο-αμερικανό συνθέτη, πιανίστα και διευθυντή ορχήστρας Lukas Foss (1922-2009), συνθέσεις που ανήκαν στους Γιάννη Ιωαννίδη, Γιώργο Λεωτσάκο, Νίκο Μαμαγκάκη, Ιάννη Ξενάκη, Θεόδωρο Αντωνίου, Στέφανο Γαζουλέα, Γιώργο Τσουγιόπουλο και Ανέστη Λογοθέτη.
Μάλιστα, είναι πολύ πιθανόν να είχαν παραβρεθεί όλοι οι προαναφερόμενοι συνθέτες στη συναυλία, στο Θέατρον Κεντρικόν – πλην του Ιάννη Ξενάκη βεβαίως, για τον οποίον εκκρεμούσε η εις βάρος του καταδίκη από τα χρόνια του Εμφυλίου (ο Ι. Ξενάκης θα επισκεπτόταν την Ελλάδα, για πρώτη φορά, τον Νοέμβριο του 1974, επί Μεταπολίτευσης πια).
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/katastasiako-62-toy-manoy-hatzidaki

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

ERIC VLOEIMANS & WILL HOLSHOUSER δύο για τον δρόμο

Ο ολλανδός τρομπετίστας Eric Vloeimans και ο αμερικανός ακορντεονίστας Will Holshouser δεν είναι χθεσινοί μουσικοί.
Ο Vloeimans, που πλησιάζει στα 60 του, έχει μακριά πορεία στην τζαζ σκηνή της πατρίδας του, με δισκογραφία που ξεκινά από τα μέσα των 80s και με αμέτρητες συνεργασίες (Mercer Ellington, John Taylor, Peter Erskine, Wayne Horvitz, Pierre Courbois, Chris Hinze, Jasper Van’t Hofs Pili-Pili κ.ά.), ενώ και ο Holshouser, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύ γνωστός και σ’ ένα πιο ευρύ κοινό, ας το πούμε ποπ, καθώς έχει συνεργαστεί με τους Antony and The Johnsons, την Suzanne Vega, τον Loudon Wainwright III κ.ά.
Αυτοί οι δύο μουσικοί θα βρεθούν πέρυσι, το φθινόπωρο του 2021, σε μια περιοδεία στην Ολλανδία, ηχογραφώντας live, κατά την διάρκεια εκείνου του tour, τα κομμάτια αυτού του CD, του “Two for the Road” [V-Flow, 2022].
Τα κομμάτια αυτά είναι δώδεκα στον αριθμό – έντεκα πρωτότυπα και μία version, στο “Rainbow connection” (των Kenny Ascher-Paul Williams) από το “The Muppet Movie” του 1979.
Τρομπέτα και ακορντεόν λοιπόν, δύο όργανα, που άνετα μπορούν να συνυπάρξουν, καθώς δύναται να επικοινωνήσουν τόσο ρυθμικά, όσο και μελωδικά. Και υπ’ αυτήν την έννοια το σετ που παρουσιάζεται, εδώ, από τον ολλανδό και τον αμερικανό μουσικό είναι και πλήρες, και πρωτότυπο στο μέτρο του δυνατού, και, κυρίως αυτό, αισθητικώς γεμάτο.
Μουσική όμορφη, λυρική, με καθαρές μελωδικές γραμμές και με έντονο το συναισθηματικό στοιχείο είναι αυτή που ακούμε στο “Two for the Road” – ένα άλμπουμ «γυμνό», λιτό και κυρίως ουσιώδες, που απαρτίζεται από έξοχα κομμάτια σαν τα “Redbud winter” (του Holshouser), “Innermission 9” (του Vloeimans, από μιαν ευρύτερη σειρά συνθέσεών του υπό αυτήν την ονομασία), “To Louis” (επίσης του Vloiemans, που είναι ένα καταπληκτικό blues) και “Innermission II” (του Vloeimans βεβαίως, που σε συνεπαίρνει με την ζωηρή και έντονη γραμμή του).
Ένα απλό και ουσιαστικό άλμπουμ είναι το “Two for the Road”, προερχόμενο από μεγάλους μουσικούς, που δεν έχουν ανάγκη απολύτως τίποτα, ούτε την τεχνολογία, για να αποδείξουν εκείνο που, στ’ αλήθεια, είναι.
Επαφή: www.v-flow.nu

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022

ΠΑΝΟΣ ΜΑΛΑΧΙΑΣ περαστικοί & ευγνώμονες

«Ο Πάνος Μαλαχιάς είναι κιθαριστής, συνθέτης-τραγουδοποιός, ενορχηστρωτής, με δισκογραφία, καθηγητής κιθάρας με πολυετή εμπειρία, σεμινάρια, και συγγραφικό έργο στην μουσική εκπαίδευση. Είναι επίσης διπλωματούχος του London College of Music (ALCM) και πιστοποιημένος συνεργάτης (RGT Tutor), στην Ελλάδα, του Βρετανικού εκπαιδευτικού οργανισμού Registry of Guitar Tutors (rgt.org) του London College of Music. Έχουν κυκλοφορήσει προσωπικά CD του και με “συμμετοχές”, έχοντας συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες (Μίλτος Πασχαλίδης, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Βιολέτα 'Ικαρη, Αναστασία Μουτσάτσου, Βασίλης Γισδάκης, Ασπασία Στρατηγού, Βασίλης Προδρόμου, Μάκης Ψαραδέλλης, Νίκος Μπουρνέλης, Θεολόγος Κάππος κ.α.)».
Αυτά διαβάζουμε στο σάιτ του Πάνου Μαλαχιά, και είναι μάλλον λίγα, αν αναλογιστούμε όλες τις δραστηριότητές του (που καταγράφονται εκεί). Τέλος πάντων εμείς, εδώ, θα ασχοληθούμε με το τελευταίο CD (CD-book για την ακρίβεια) του συνθέτη-κιθαρίστα-τραγουδοποιού Π. Μαλαχιά, που έχει τίτλο «Περαστικοί & Ευγνώμονες» [Achordo Music, 2022] και που είναι το τέταρτό του, καθώς έχουν προηγηθεί τα «Ποια Ζωή δεν Έχει Λάθη» (2018), «Ο Βασιλιάς της Αυταπάτης» (2012) και το «Πορτραίτα από Συνήθεια» (2007).
Η γενική ερώτηση που τίθεται από την αρχή είναι η εξής. Τι χρειάζεται, ώστε ένας δίσκος να είναι άνετα «καλός», να έχει κατακτήσει από την αρχή ένα επίπεδο, ξεφεύγοντας στην πορεία προς κάτι το «πολύ καλό» ή και το «άριστο»; Η απάντηση είναι απλή. Τραγουδοποιητικό ταλέντο, δυνατές συνθέσεις, «τίμιοι» στίχοι, καλές / πολύ καλές ερμηνείες, ικανοποιητική ηχογράφηση-παραγωγή. Αν όλα αυτά, που δεν είναι λίγα, συνυπάρχουν σε μια δουλειά, τότε τα πράγματα... απλοποιούνται, για εμάς, που γράφουμε «κριτική». Δεν έχουμε πολλά να πούμε, και η δουλειά μας γίνεται εύκολη.
Το «Περαστικοί & Ευγνώμονες» είναι ένα πολύ καλό ελληνορόκ / εντεχνολαϊκό CD, με τραγούδια αληθινά και όχι δήθεν, τα οποία απογειώνουν οι άψογες πηγαίες μελωδίες, και στα οποία ακούς σωστά και ολοκληρωμένα ελληνικά. Για δε τις ερμηνείες; Άψογες γενικώς, αν και οι εννέα ερμηνευτές (Βασίλης Γισδάκης, Βιολέτα Ίκαρη, Μίλτος Πασχαλίδης, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Ασπασία Στρατηγού, Μιχάλης Πολυχρονάκης, Βασίλης Προδρόμου, Νίκος Μπουρνέλης, Μάκης Ψαραδέλλης) είναι πάρα πολλοί, για δεκατρία τραγούδια. Σίγουρα το άλμπουμ θα μπορούσε να είχε την ίδια ή και μεγαλύτερη λειτουργικότητα με μόνο δύο-τρεις φωνές, τον Γισδάκη και την Ίκαρη φερ’ ειπείν, δίχως μ’ αυτό που λέμε να υπονοούμε πως οι ερμηνείες των υπολοίπων είναι «λίγες» ή «ασήμαντες». Τέλος πάντων ο Μαλαχιάς αποφασίζει, όχι εμείς...
Τα τέσσερα πρώτα τραγούδια του δίσκου είναι περισσότερο δυτικότροπα, ροκ και ροκ μπαλάντες να τα πούμε, ενώ από το τραγούδι 5 και κάτω κυριαρχεί το λαϊκό και εντεχνολαϊκό στοιχείο ή και το κρητικό-δημοτικό.
Το θέμα είναι ότι ο Πάνος Μαλαχιάς τα καταφέρνει πολύ καλά σε όλα τα στυλ και τα δυτικότροπα και τα ημεδαπά – τόσο καλά, που σε κάνει, κομμάτι, να απορείς. Απορείς δηλαδή, όταν ο άνθρωπος αυτός κατορθώνει να γράψει τόσο καθαρά λαϊκά τραγούδια, όπως το «Ρόδο της αυγής μου», με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο (που θυμίζει τον καλύτερο Χρήστο Νικολόπουλο ή και Άκη Πάνου ακόμη) και το «Έντεκα του μήνα», με τον Βασίλη Προδρόμου.
Προσθέτοντας πως τα λόγια που ακούγονται στα δεκατρία τραγούδια ανήκουν σε πολλούς στιχουργούς (Νίκος Μαλαχιάς, Αργύρης Χατζηνάκης, Χαράλαμπος Χατζηνάκης, Άρης Παπαδόπουλος, Πάνος Μαλαχιάς, Βιολέτα Ίκαρη, Μάκης Ψαραδέλλης), λέγοντας πως στο «Περαστικοί & Ευγνώμονες» δεν υπάρχει ούτε ένα αδιάφορο κομμάτι (με τα τραγούδια που λένε ο Βασίλης Γισδάκης και η Βιολέτα Ίκαρη να είναι και αυτά από τα ωραιότερα του δίσκου), επισημαίνουμε και τούτο.
Το άλμπουμ, που κυκλοφορεί σε μορφή CD-book, περιλαμβάνει τους στίχους των τραγουδιών, τα πεντάγραμα των συνθέσεων (κάτι ασύνηθες) και ακόμη πίνακες του ζωγράφου Χρήστου Μπαλούκου.
Επαφή: www.achordomusic.gr

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

ANATOLIAMA ENSEMBLE με αφορμή τα 100 χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής

Το φερώνυμο άλμπουμ (CD) τού Anatoliama Ensemble κυκλοφόρησε σ’ ένα πολύ ωραίο από εικαστικής πλευράς digipak, πριν από λίγο καιρό [Τεχνότροπον Artway, 2022], με αφορμή τα 100 χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, περιέχοντας οκτώ tracks της μικρασιατικής μουσικής παράδοσης, συν ένα σύγχρονο επώνυμο του αυτού ύφους. 
Ηχογραφημένο στα Sierra Studios της Αθήνας, από ένα πολυεθνικό, ας το πούμε έτσι, σχήμα με μέλη τους Βασίλη Κώστα λαούτο, Burcu Güleç (Τουρκάλα) τραγούδι, Πάνο Αϊβαζίδη κανονάκι και Γιώργο Λέρνη (Κύπριος) κρουστά, το άλμπουμ “Anatoliama Ensemble” αποτελεί μία πολύ καλή προσπάθεια –μία ανάμεσα σε δεκάδες άλλες του πρόσφατου ή και του απώτερου παρελθόντος– ερμηνείας και απόδοσης αυτών των κλασικών, λίγο έως πολύ, σκοπών, που εξακολουθούν, εκατό και πλέον χρόνια αργότερα, να συγκινούν και να τέρπουν.
Μάλιστα, στην προσπάθεια του Anatoliama Ensemble συμβάλλουν και άλλοι μουσικοί, προσθέτοντας την δική τους «φωνή» σ’ αυτή την πολύ μελετημένη ηχογράφηση-έκδοση. Λέμε για τους Σωκράτη Σινόπουλο λύρα (δύο tracks), Μάνo Αχαλινωτόπουλο κλαρίνο (ένα track), Ειρήνη Δερέμπεη τραγούδι (τέσσερα tracks) και Θοδωρή Κοτωνιά τραγούδι (ένα track).
Οι τέσσερις βασικοί του Anatoliama Ensemble έχουν υπάρξει, όλοι, απόφοιτοι του Berklee College of Music, ενώ και η δική τους έδρα είναι η Βοστώνη (όπως και του κολλεγίου εξάλλου). Συνεπώς λέμε για ένα σχήμα της αλλοδαπής (δύο Έλληνες, μία Τουρκάλα κι ένας Ελληνοκύπριος), που θα βρεθεί για την ηχογράφηση του δίσκου του στην Αθήνα, ερμηνεύοντας τα «Τρεχαντηράκι», «Ολμάζ», «Μήλο μου και μανταρίνι», «Στο Καφέ Αμάν» και όλα τα υπόλοιπα, μ’ έναν τρόπο που παραμένει πιστός στα μικρασιάτικα «χρώματα», χωρίς εκπτώσεις και χωρίς εμφανείς και κυρίως προκλητικές ατασθαλίες – γιατί στο όριο της μη-πρόκλησης μπορείς ν’ ακούσεις ωραίους συνδυασμούς οργάνων και βασικά τις συνομιλίες και παραλληλίες λαούτου και κανονακίου, ενώ ιδιαίτερο είναι και το πρωτότυπο «Αγάπης φυλαχτό» του Βασίλη Κώστα, με τις φωνές των Κοτωνιά-Güleç και το κλαρίνο του Αχαλινωτόπουλου, να προσδίδουν στην σύνθεση ένα διαφορετικό ξεπέταγμα.
Μάλιστα, θα λέγαμε πως αν υπήρχαν περισσότερα πρωτότυπα tracks αυτού του επιπέδου τότε το άλμπουμ αυτό των Anatoliama Ensemble θα αντιμετωπιζόταν αλλιώς...
Όμως και τώρα η ποιότητά του, σε όλα τα επίπεδα, δεν μπορεί παρά να είναι και σαφής και προφανής.
Επαφή: www.artway.gr

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ nebula / kosmogonia

Όπως διαβάζουμε στο cover του άλμπουμ του συνθέτη και ντράμερ Βασίλη Καραγιάννη: «Η Kosmogonia είναι το πρώτο μέρος μιας συλλογής με τίτλο Nebula, που έχει ξεκινήσει από το 1995 και ολοκληρώθηκε το 2021».
Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Μα για ένα άλμπουμ ηλεκτρονικού prog-rock, που αποκαλείται “Nebula / Kosmogonia” [Private Pressing, 2022] – και λέμε «ηλεκτρονικού» επειδή εδώ υπάρχει midi κιθάρα (Άγγελος Τσολιάτος) και προγραμματισμός (Iωσήφ Βακόνδιος) και λέμε και prog-rock, επειδή ακούγονται ακόμη ντραμς (Βασίλης Καραγιάννης), τρομπέτα (Γιάννης Σώκιαλης), κιθάρες (Γιώργος Πασχάλης) και μπάσο (Πόλης Πελελής).
Αν κάτι χαρακτηρίζει το CD αυτό είναι ο ερασιτεχνισμός του, στο επίπεδο της ηχογράφησης παραγωγής – τόσο ερασιτεχνικό, ώστε να θυμίζει ανάλογες παραγωγές της δεκαετίας του ’80.
Ο Βασίλης Καραγιάννης έχει καλές ιδέες και δεν είναι αδιάφορος ως συνθέτης, αν κρίνουμε από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου του, όπως είναι το “Into the magellanic clouds” και το “A journey in quasar’s outflows”, απλώς θα πρέπει αυτές τις ιδέες του να τις προχωρήσεις κι άλλο και κυρίως να μπορέσει να τις αποτυπώσει μ’ έναν σύγχρονο, σοβαρό τρόπο. Εντάξει απαιτούνται χρήματα, εντάξει θα πρέπει να απευθυνθεί σε δυνατούς επαγγελματίες του χώρου (εδώ είναι ο ίδιος που κάνει ενορχήστρωση, ηχοληψία και ακόμη mixing και editing, μαζί με τον Ιωσήφ Βακόνδιο), αλλά, για εμάς, δεν υπάρχει άλλη λύση.
Θέλουμε να πούμε πως δεν αρκούν μόνον οι καλές επιρροές από Camel, Yes, Vangelis, Alan Parsons και τα λοιπά, δεν αρκεί το όποιο συνθετικό ταλέντο, χρειάζεται και γερή προσπάθεια ώστε όλα αυτά να αποτυπωθούν στις σωστές δυναμικές διαστάσεις τους. Αλλιώς οι ιδέες μένουν πίσω και εμφανίζονται αδικημένες.
Ο Βασίλης Καραγιάννης θα πρέπει να το παλέψει, οπωσδήποτε, προς αυτή την κατεύθυνση και τότε τα αποτελέσματα, στα επόμενα δύο μέρη της instrumental «Κοσμογονίας» του θα είναι οπωσδήποτε καλύτερα.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022

FENSEAS το «Φ» είναι η τελευταία άξια προσπάθειά τους

Οι Fenseas δεν είναι εντελώς καινούριο σχήμα. Υπάρχουν από το 2016, έχουν κι άλλες κυκλοφορίες, ενώ η τελευταία τους, που είναι περυσινή, αποκαλείται «Φ». Το άλμπουμ αυτό κυκλοφόρησε πρώτα στο bandcamp, τον Μάιο του ’21, ενώ τώρα (2022) τυπώνεται και σε μια πολύ ωραία και ούλτρα limited (100 αντίτυπα) βινυλιακή έκδοση, από την B-OtherSide Records.
Οι Fenseas είναι βασικά δύο. Ο Nikos Ks. φωνή, πιάνο, πλήκτρα, ντραμς, κρουστά και ο John Mots μπάσο, κιθάρες και λαούτο σ’ ένα track. Υπάρχουν όμως και guests. Μουσικοί που παίζουν τρομπέτα (Στέφανος Χαμαλίδης), κλαρινέτο (Τάσος Μακρής), που κάνουν φωνητικά (Βίκυ Χαλκιά), που απαγγέλλουν (Panagiotis Bazoy) και που όλοι μαζί δίνουν αυτόν τον συνολικό ήχο στο «Φ», που μπορεί να μην κάτι φοβερά πρωτότυπο – αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστό.
Οι Fenseas είναι rock / electro σχήμα, που μπορεί σε κάποιους να φέρνει στην μνήμη τους Στέρεο Νόβα, εξαιτίας της στιχουργικής προσωδίας / απαγγελίας, αν και τα δύο σχήματα ξεχωρίζουν –πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά «συμβάντα»–, επειδή οι Fenseas είναι και rock. Λέω ξεχωρίζουν λόγω του ροκ παράγοντα, επειδή και η στιχουργική των Fenseas είναι ποιητική.
Δεν θέλω τώρα να συγκρίνω τους στίχους των Fenseas με εκείνους των Στέρεο Νόβα, θέλω όμως να πω πως οι νέοι αυτοί άνθρωποι δεν γράφουν λόγια της πλάκας – ασύντακτα και ακατανόητα ξεπλύματα, σαν πολλά που ακούμε τριγύρω και από φτασμένους ελληνόφωνους. Προσπαθούν να απαγγείλουν σε, αυτό που λέμε, «σωστά ελληνικά», επιχειρώντας μέσα από την ξέχειλη ποιητική διάθεσή τους να δημιουργήσουν ένα κάπως υπερβατικό κλίμα.
Το καταφέρνουν; Νομίζω... και με το παραπάνω. Τα λόγια των Fenseas είναι ασυζητητί ένας από τους παράγοντες επιτυχίας τους, όπως επίσης είναι και αυτός ο πολύ ωραίος συνδυασμός rock και ηλεκτρονικών, που τους κάνει να ακούγονται ως κάτι ιδιαίτερο (δεν μπορείς δηλαδή να τους εντάξεις ούτε στον χώρο... Χωρίς Περιδέραιο, Οδός 55, Regressverbot κτλ.)
Πολύ ωραίο κομμάτι το «Χαοτόνικ» με το λαούτο, το κλαρίνο και την τρομπέτα, που κλείνει τον δίσκο, και εντυπωσιακά το «Ιστός» ή το «Λίλιθ», χωρίς κάποιο από τα υπόλοιπα πέντε tracks να υπολείπεται, σώνει και καλά, σε κάτι.
Μια άξια προσπάθεια!
Επαφή: https://www.b-otherside.gr/, https://fenseas.bandcamp.com/

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 477

10/12/2022
Τον έναν δεν τον ξέρουν πολλοί, τον άλλον τον ξέρουν όλοι. Emmett Grogan - Allen Ginsberg. Διαλεκτική της Απελευθέρωσης / Λονδίνο, Ιούλιος ’67
[άλλες καταστάσεις... μακρινές... όταν κάτι συνέβαινε...]

10/12/2022
>>Tο ελληνικό μουσικό περιβάλλον του 1974 ήταν πολύ μακριά από την ηλεκτροακουστική μουσική, ακόμη και από το νόημα του συγκεκριμένου μουσικού όρου.<<
Θέλει ο άλλος να γράψει για το Smog του Σφέτσα, και γράφει ό,τι να ’ναι. Το 1974 η ηλεκτρονική μουσική στην Ελλάδα είχε ήδη μια ιστορία 16 χρόνων. Είχαν γίνει δεκάδες events (και συναυλίες) και είχαν συντεθεί δεκάδες έργα (από Χρήστου, Αδάμη, Μαμαγκάκη, Αντωνίου, Βασιλειάδη, Δραγατάκη κ.ά.). Υπήρχε μάλιστα και δισκογραφία (οι «Εβδομάδες» κ.λπ.). Το να παρουσιάζεις την Ελλάδα του ’74 κάπως σαν την... Γροιλανδία, σε σχέση με την ηλεκτρονική μουσική, δείχνει ότι είσαι μυρωδιάς.
>>Το «Smog» ήταν η πρώτη δισκογραφική δουλειά σας<<
Ο ίδιος ο Σφέτσας ξέρει ότι η πρώτη δισκογραφική δουλειά του είναι όταν κυκλοφορούσε νεοκυματικά-λαϊκά τραγούδια για τον Πουλόπουλο (το 1966). Όφειλε να το ξέρει και ο συντάκτης.
[Ένα ποστ του 2015]
https://diskoryxeion.blogspot.com/2015/03/blog-post_28.html

10/12/2022
Παραδώσου λοιπόν / άνευ όρων μωρό μου
μην προβάλλεις αντίσταση / μπορεί να πληγωθείς
[Πασχάλης]

10/12/2022
Ριάλια παγκουέ λέει...

10/12/2022
Παλιά διάβαζες συνέχεια πως «τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι τυχαία και οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική». Τώρα, μετατρέπουν την πραγματικότητα σε μύθο και το διαλαλούνε κιόλας.
Γλιτώνουν έτσι και την κριτική, γιατί δεν μπορείς να τους πεις ότι προβάλλουν ανυπόστατα πράγματα και ό,τι να ’ναι. Θα σου πούνε... δεν γράφουμε δοκίμιο, ούτε γυρίζουμε ντοκιμαντέρ.
Πονηροί οι βλάχοι...

10/12/2022
Τον δίσκο Smog του Κυριάκου Σφέτσα από το ’74 εδώ και μερικά χρόνια τον έχω original. Τον είχα κάνει ανταλλαγή με φίλο. Κάτι έδωσα και πήρα αυτό...
Ο δίσκος για μένα είναι φοβερός, στο πειραματικό, ηλεκτρονικό, ηλεκτρακουστικό στυλ, και χαίρομαι που ξαναβγαίνει τώρα, σε επανέκδοση. Αν μου τον στείλουν θα γράψω κιόλας. Αλλά, ρε φίλε, το νέο εξώφυλλο δεν λέει.. Δεν συγκρίνεται με το παλιό.
Το μαύρο (φόντο), γενικά το λέω, είναι «άποψη» (για μένα). Το άσπρο, λευκό, ασπριδερό, μπεζ, «ανοιχτό» τέλος πάντων δεν είναι – είναι ξέπλυμα. Κρίμα.
Έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το original εξώφυλλο ή κάτι άλλο παρεμφερούς αισθητικής.

9/12/2022
Ο Ανδρουλάκης με αυτά τα απίθανα και παντελώς αστήρικτα, που λέει στο βιβλίο του περί Πολυτεχνείου έχει ξεπεράσει ακόμη κι αυτούς που μιλάγανε για τον Eric Clapton στην Ελλάδα του '65, μετά από 50 χρόνια - που λέγανε ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι. Μέχρι και για σουβλάκια πηγαίνανε κάποιοι μαζί του...
Η "προφορική ιστορία" είναι η καταδίκη της ιστορικής έρευνας, όταν δεν επιβεβαιώνεται από τα ντοκουμέντα της εποχής.

9/12/2022
Οι... σουρταφερτατζήδες της «αριστεράς» «θυμηθήκανε» τώρα, στα γεράματα, όσα δεν θυμόντουσαν 50 χρόνια πριν, επιδιώκοντας να ξαναγράψουν την ιστορία. Μια χαρά του τα λένε οι Κνίτες...

8/12/2022
Η μεγαλύτερη ατάκα στο Βιετνάμ του Βούλγαρη δεν είναι το ψεύτικο «Ηλία ριχ’το», αλλά το ιαματικό-αποθεωτικό «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ εμείς Μάκη», που λέει ο Σπύρος Δημητρίου στον Αρμένη (μαζί και το σταυρωτό φιλί που ακολουθεί, ως επιβεβαίωση ότι έτσι θα γίνει). Η μεταρσίωση της γυφτιάς...
https://www.youtube.com/watch?v=to_cdNpuDa0

7/12/2022
Τέτοιες μέρες ήταν... Γλίστρησαν 40 χρόνια... Σταμάτης Σπανουδάκης - Άγγελος 1982
https://www.youtube.com/watch?v=PkU3vmLXLn4

7/12/2022
Την Κίρστι Άλεϊ τη μάθαμε από το καλό... ηλεκτρονικό θρίλερ του Νίκου Μαστοράκη «Μάτια μέσα στη νύχτα», που το βλέπαμε από βιντεοκασέτα στα έιτις (και με τραγούδια του John Kongos, που έχουμε και δίσκους του). Εκεί μας έκανε εντύπωση. Δεν την μάθαμε από τα σίριαλ... (RIP)

7/12/2022
>>Γιατί οι φωτογραφίες της Μποφίλιου ήταν ακριβώς αυτό: μια διαφήμιση του καπιταλισμού. Μοιάζει τόσο χαρούμενη που βολτάρει στο Λονδίνο φορώντας αυτά τα ρούχα και αυτά τα κοσμήματα, δείχνει τόσο ευτυχισμένη να απολαμβάνει τα αγαθά του καπιταλισμού<<
Βλάκες, άσχετοι και αγράμματοι, πέρα από φτηνοί αντικομουνιστές λογικής Λαδά και Παττακού, που νομίζουν ότι οι τραγουδίστριες στις ανατολικές χώρες, στα σίξτις και τα σέβεντις, μπορεί και να ντύνονταν σαν τις μανάδες τους και τις θειάδες τους στη Βαρβάσαινα και στον Κραβασαρά.
Στη σειρά: Sarolta Zalatnay (Ουγγαρία), Αlla Pugacheva και με γούνα (Σοβιετική Ένωση), Golden Kids με Marta Kubišová και Helena Vondráčková (Τσεχοσλοβακία), Lili Ivanova και με γούνα (Βουλγαρία), Margareta Pâslaru και με γούνα (Ρουμανία)

6/12/2022
Δεν υπάρχουν τέτοια κείμενα στη γύρα, με τέτοια θεματολογία, για τον ελληνικό κινηματογράφο.
Είναι 67 κείμενα –ούτε ένα, ούτε δύο–, που τα έχω γράψει μέσα στα χρόνια και που συμπληρώνουν, σίγουρα, δυο-τρία βιβλία.
Νομίζω πως συγκέντρωσα όλους τους τίτλους, αν και μπορεί να λείπουν κάποιοι. Βέβαια μένουν να γραφτούν άλλα τόσα και περισσότερα – δεν βιαζόμαστε...
Καλή ανάγνωση...
1. Κώστας Καραγιάννης – Brian Eno: Οι διαβολάνθρωποι
2. Ο Αποστάτης και οι… Σατανικές Ερωμένες του. Η cult ταινία του Φαίδωνα Γεωργίτση με το ηλεκτρονικό σάουντρακ του Νίκου Μαμαγκάκη και το αγγλόφωνο τραγούδι της Αρλέτας στην αρχή.
3. Η μουσική, αλλά και η ελληνική περιπέτεια της ταινίας “Oedipus the King” (1968), όταν «αι αφίξεις των ξένων εις την Ελλάδα ήταν καθημεριναί»
4. Mια παλιά περιπέτεια του Ανδρέα Μπάρκουλη
5. Τα ελληνικά φιλμ του διάσημου γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτζογκ στα sixties. Η συνεργασία του με τον Σταύρο Ξαρχάκο και η ταινία του για τον τελευταίο λυράρη της Σπιναλόγκας.
6. Ροβήρος Μαθούλης: Πρόσωπο με Πρόσωπο
7. Η ταινία-σταθμός του Ροβήρου Μανθούλη «Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια». Ένα φιλμ, που κατέγραψε όσο ελάχιστα άλλα την ουσία του blues και που αποτελεί «φάρο» για τα σημερινά μουσικά ντοκιμαντέρ.
8. Πέρασαν 40 χρόνια από το θάνατο του Φιλοποίμενα Φίνου. Ο «πατριάρχης» του ελληνικού κινηματογράφου σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του μιλά για το σινεμά της εποχής του, τους σταρ, την τέχνη, την τεχνική, την εμπορική ταινία, το κοινό και για άλλα πολλά.
9. Tο Αδιέξοδο του Όμηρου Ευστρατιάδη με τον Udo Kier. Ή, όταν το ελληνικό σινεμά, στις αρχές του ’70, έδινε εξώφυλλα σε αγγλικά κινηματογραφικά περιοδικά.
10. Για το “Vortex” ή «Το Πρόσωπο της Μέδουσας» του Νίκου Κούνδουρου. Η περιπέτεια μιας «ακατάλληλης» ταινίας.
11. Μια συζήτηση για τον ελληνικό κινηματογράφο με το σκηνοθέτη Νίκο Ζερβό έτσι όπως προέκυψε στο facebook. Οι σκηνοθέτες του «αριστερού μανδύα», η περίπτωση του Κώστα Μανουσάκη, o Γιώργος Τζαβέλλας, οι πάλαι ποτέ επιχορηγήσεις του Ιδρύματος Φορντ και άλλα διάφορα.
12. Ο Φόβος του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα. Σκηνοθετημένη με μαεστρία από έναν απόβλητο του ελληνικού σινεμά, που σταμάτησε να κάνει ταινίες στα 37 χρόνια του.
13. H Ζαν Μορό στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1965. Η μεγάλη γαλλίδα ηθοποιός, που πέθανε σήμερα, στα γυρίσματα της ταινίας του Τόνι Ρίτσαρντσον «Ο Ναύτης του Γιβραλτάρ», που έγιναν και στην πατρίδα μας.
14. Το μοντέρνο, λαϊκό και κοσμοπολίτικο σινεμά του Γιώργου Σκαλενάκη. Η μουσική στις ταινίες του ήταν συχνά το Α και το Ω
15. Η ταινία «Όπερα» του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, από το 1976
16. Η ελληνικού ενδιαφέροντος αντιχουντική ταινία της Agnès Varda “Nausicaa”, που είχε γυριστεί το 1970 και που παρέμενε άφαντη για χρόνια
17. Ο πρόωρα χαμένος σκηνοθέτης Λάμπρος Λιαρόπουλος υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους του ελληνικού ντοκιμαντέρ. Σε δική του ταινία ακούστηκε για πρώτη φορά, το 1967, το τραγούδι του Μάνου Λοΐζου «Τ’ ακορντεόν».
18. Μια σπάνια συνέντευξη του Θανάση Βέγγου, με αφορμή τα οκτώ χρόνια από το θάνατό του. Είχε δοθεί το 1970, για το περιοδικό «Ψυχαγωγία», και ανάμεσα σε άλλα ο Θ. Βέγγος αναφέρεται και σε σχέδια, που ποτέ δεν έγιναν ταινίες.
19. Ένα αφιέρωμα στον Βασίλη Λογοθετίδη, με μια σπάνια συνέντευξή του από το 1929 και άλλα τεκμήρια
20. Ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Έλενα Ναθαναήλ με τους πρωταγωνιστές της ταινίας “Le Casse” (Ζαν Πολ Μπελμοντό, Ομάρ Σαρίφ κ.ά.) στην Αθήνα και τον Πειραιά, του 1971. Όταν η αστυνομική περιπέτεια του Ανρί Βερνέιγ γυριζόταν στην Ελλάδα κι είχε αναστατώσει την κοσμική Αθήνα.
21. Για πρώτη φορά σε βινύλιο τα έξοχα σάουντρακ του Μίμη Πλέσσα για τις ταινίες «Έγκλημα στα Παρασκήνια» (1960), «Εφιάλτης» (1961), «Ίλιγγος» (1963), «Εγωισμός» (1963) και «Ιστορία μιας Ζωής» (1965)
22. Ελληνικός κινηματογράφος και Νότια Προάστια στη δεκαετία του ’70. Τα κλασικά τζετ-σετ τοπόσημα, έτσι όπως αναδεικνύονται μέσα από τις ερωτικές, κοινωνικές και αστυνομικές περιπέτειες της εποχής.
23. Κώστας Καπνίσης: μια μέγιστη μορφή του ελληνικού σάουντρακ. Με αφορμή την κυκλοφορία του πρόσφατου άλμπουμ «Παραδοσιακοί Αντίλαλοι», με ηχογραφήσεις από τα 70s, στις οποίες ο καινοτόμος συνθέτης σμίγει το ροκ με την παράδοση.
24. Σταύρος Τσιώλης: η λατρεία του σημαντικού σκηνοθέτη για το αγωνιστικό αυτοκίνητο και για την κουλτούρα του αυτοκινήτου γενικότερα
25. H «Μικρή Παρέλαση» του Τέου Σαλαπασίδη είναι ίσως η πιο σπάνια-χαμένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, που θα άξιζε να δούμε. Η μικρή ιστορία του ποιητικού-σουρεαλιστικού φιλμ, που γυρίστηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50 και που αγνοείται από τους πάντες.
26. Το «Μοντέλο» (1974) του Κώστα Σφήκα είναι ίσως η πιο παράξενη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου
27. Λευτέρης Ξανθόπουλος, Άννυ Πασπάτη: δύο άνθρωποι (και) του κινηματογράφου, που έφυγαν από την ζωή σχεδόν ταυτόχρονα
28. Μίμης Πλέσσας: το δεύτερο ζευγάρι δίσκων βινυλίου της B-Other Side Records με τις μουσικές του για ελληνικές ταινίες του ’60
29. 10+2 ελληνικές ταινίες της περιόδου 1969-70, που εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν μετά από 50 χρόνια
30. Όταν ο Ennio Morricone έγραφε μουσική για την ταινία της Τσιτσιολίνα που γυρίστηκε στην Ελλάδα. Η cult ταινία του Ιάπωνα Masuo Ikeda “Dedicato al Mare Egeo” είχε φίνα μουσική.
31. Ο Ennio Morricone και η καλλιτεχνική σχέση του με την Ελλάδα
32. Οι τουριστικές ταινίες του Φράνσις Κάραμποτ στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Νησιά, ήλιος, θάλασσα, γνωστοί ηθοποιοί και οι μουσικές του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Βαγγέλη Πιτσιλαδή.
33. «Ο Ζεστός Μήνας Αύγουστος» του Σωκράτη Καψάσκη: μία ερωτική-αστυνομική περιπέτεια από το 1966 με διαχρονικό τίτλο, που την ξεπερνά
34. Φρανσουάζ Αρντί : η γαλλίδα πρωταγωνίστρια της ταινίας «Μια Σφαίρα στην Καρδιά», που γυριζόταν στην Ελλάδα το 1965. Η ταινία του Jean-Daniel Pollet, με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, προβάλλεται τώρα, ξανά, μετά από 54 χρόνια.
35. Γιώργος Βιτσώρης: ένας ηθοποιός και αγωνιστής, που άφησε ανεξίτηλο ίχνος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Σύζυγος της Νίτσας Τσαγανέα, λαμπρός πρωταγωνιστής του θεάτρου και του κινηματογράφου και διακεκριμένος τροτσκιστής.
36. Η «ρεμπετοαναβίωση» στον ελληνικό κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Οι ταινίες του Κώστα Φέρρη, του Πάνου Κουτρουμπούση, του Τάσου Δενέγρη και του Ανδρέα Αναστασάτου, που εισβάλλουν στον κόσμο του ρεμπέτικου, μ’ ένα ντοκιμαντερίστικο τρόπο, και το αναδεικνύουν.
37. Η απρόβλεπτη κινηματογραφική συνεύρεση Νίκου Κούρκουλου και Τζων Κασσαβέτη. Δύο μεγάλοι του κινηματογράφου, μαζί, σε μια βίαιη ιταλική ταινία του 1968.
38. Ποιος ήταν ο Πατρινός Vassili Karis, που πρωταγωνιστούσε στα ιταλικά γουέστερν, στη δεκαετία του ’70;
39. Όταν ο Gregory J. Markopoulos γύριζε την ταινία «Γαλήνη» στην Ελλάδα του ’50. Η εμπλοκή του διακεκριμένου film-maker του underground με το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη, όπως και με το μοντέλο παραγωγής της εποχής.
40. H σπάνια γαλλική ταινία «Τα Σκυλιά της Νύχτας» από το 1965, με την Ξένια Καλογεροπούλου και την Ζέτα Αποστόλου. Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Θράσου Καστανάκη «Ο Χατζή Μανουήλ» ήταν γυρισμένη στη χώρα μας, αλλά ξεχάστηκε πολύ γρήγορα.
41. Ποια ήταν η μαύρη τρανσέξουαλ ηθοποιός Ajita Wilson, που πρωταγωνιστούσε σε ελληνικές soft και hard core ταινίες στις δεκαετίες του ’70 και του ’80; Μία εξωτική καλλονή, που έπαιζε με τραγική τόλμη και που θα έφευγε γρήγορα και ξαφνικά από τη ζωή στα 37 χρόνια της.
42. Ζαν Βασίλη: ο τραγουδιστής στο καμπαρέ της Τρούμπας, στην ταινία «Καλώς ήλθε το δολλάριο» του Αλέκου Σακελλάριου. Η πορεία του σε Γαλλία και Ελλάδα: τα τραγούδια, οι δίσκοι και οι ταινίες του.
43. H ταινία “Summer Holiday” (1963), με τις μουσικές και τα τραγούδια των περίφημων Cliff Richard and The Shadows, είχε γυριστεί και στην Ελλάδα
44. Η «Κρουαζιέρα του Τρόμου» (1971) ήταν μία από τις πιο παράξενες ταινίες του Ανδρέα Μπάρκουλη
45. «Βλέπε Λουκιανός» μια άγνωστη ελληνική ταινία, από το 1969, με… hippie νόημα σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά και με μουσικές από τους Σταύρο Ξαρχάκο και Γιώργο Ρωμανό
46. «Φρενίτις» σε σκηνοθεσία Τζαν Κρίστιαν με μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου
47. Κώστας Φέρρης – Σταύρος Λογαρίδης «Η Φόνισσα»
48. Δημήτρη Κολλάτου «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» - Η περιπέτεια μιας ταινίας
49. Χρήστος Μουραμπάς – ο μουσικός επιμελητής
50. Τζων Κόντες «Τα Χέρια»
51. Γιάννης Κοκκόλης “Momenti Erotici”
52. Ηλίας Μυλωνάκος “Operation Orient”
53. “Island of Death - A Nico Mastorakis film
54. Πέθανε ο σπουδαίος ηθοποιός Ανέστης Βλάχος – Πέντε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου στις οποίες ήταν πρωταγωνιστής
55. Ο Παύλος Φιλίππου και οι ταινίες του από την δεκαετία του ’70 «Οι Εκβιασταί» και «Οι Απάνθρωποι» με Λάκη Κομνηνό, Ανδρέα Μπάρκουλη κ.ά.
56. Η ταινία κατασκοπείας «Ο Δρόμος της Κορίνθου» του Κλοντ Σαμπρόλ είχε γυριστεί στην Ελλάδα, το 1967
57. Γιάννης Κοκκόλης: ένα ταλέντο του ελληνικού κινηματογράφου, που προσπάθησε, σε δύσκολες εποχές, να υλοποιήσει προκλητικές ιδέες - Η ιστορία ενός εντελώς παραγνωρισμένου και τολμηρού σκηνοθέτη, με συνεχή καταδικαστικά αποτελέσματα
58. Τι είδε η Ροζίτα Σώκου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, το 1966;
59. Τι είδε η Ροζίτα Σώκου στο Χόλλυγουντ, το 1969;
60. Το σκληρό, αμερικάνικο, αστυνομικό θρίλερ “Medusa”, από το 1973, ήταν γυρισμένο στη Ρόδο - Ο Θεόδωρος Ρουμπάνης ήταν παραγωγός της ταινίας, πρωταγωνιστής και συνθέτης του σάουντρακ
61. «Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον ελληνικό κινηματογράφο
62. Η άγνωστη, αντιχουντική ταινία «Το Πέρασμα» (1974) του Άγγελου Παπαηλία, που απαγορεύτηκε επί δικτατορίας
63. H ταινία «Αναζήτησις...» του Ερρίκου Ανδρέου από το 1972, με την Έλενα Ναθαναήλ, τον Άγγελο Αντωνόπουλο και την έξοχη μουσική του Γιάννη Σπανού - Μια ερωτική, κοινωνική και αστυνομική περιπέτεια, που ανατέμνει τον τρόπο ζωής του τζετ-σετ και την εξουσιαστική επιβολή του στις κατώτερες τάξεις
64. «Εφιάλτης»: το μνημειώδες ψυχολογικό θρίλερ του Ερρίκου Ανδρέου από το 1961
65. «Δολοφονήστε τον Μακάριο»: η ταινία των Κώστα Δημητρίου - Παύλου Φιλίππου από το 1975
66. Χρήστος Πολίτης: ένας ηθοποιός της παλιάς γενιάς, που βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα ταράζοντας τα νερά - Μια συνέντευξή του από το 1972 δείχνει πώς σκεφτόταν, από νεαρός, ο Χρήστος Πολίτης
67. «Έγκλημα στα Παρασκήνια»: η θρυλική αστυνομική ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη από το 1960 - Βασισμένη σε σενάριο του Γιάννη Μαρή παραμένει αγέραστη μέχρι σήμερα

ENNIO MORRICONE το κορυφαίο βιβλίο για τον μάγο των σάουντρακ τώρα και στα ελληνικά – μια απέραντη συζήτηση του θρυλικού μαέστρου με τον νεαρό συνάδελφό του Alessandro De Rosa, που γράφει ιστορία

Για μια πολύ μεγάλη μορφή της μουσικής του 20ου αιώνα, και λίγο από τον 21ο, είναι λογικό να υπάρχει πέρα από τη δισκογραφία και η ανάλογη βιβλιογραφία. Δεν νοείται, δηλαδή, για τέρατα μουσικής γνώσης και παραγωγής, όπως ο Ennio Morricone (1928-2020), να μην έχουν γραφτεί ποικίλων ειδών πονήματα, που να επιχειρούν να αποκρυπτογραφήσουν όψεις της ιδιοφυΐας του.
Μέσα σ’ αυτά τα βιβλία λοιπόν, που υπάρχουν κι είναι κάμποσα, δεν μπορεί παρά το “Ennio Morricone / inseguendo quel suono – la mia musica, la mia vita” (2016) του Alessandro De Rosa να ξεχωρίζει. Αυτό ακριβώς το απίστευτο βιβλίο μεταφράζεται στα ελληνικά από την Άννα Νούση και ως «Ennio Morricone / αναζητώντας εκείνον τον ήχο / η μουσική μου, η ζωή μου / συζητήσεις με τον Alessandro De Rosa» (2022) κυκλοφορεί, τώρα, από τις εκδόσεις Μετρονόμος.
Το πόσο σημαντική είναι η παρούσα έκδοση το αντιλαμβάνεσαι αμέσως, ενόσω την ξεφυλλίζεις, πριν αρχίσεις να διαβάζεις και πριν ολοκληρώσεις την ανάγνωση – και μάλιστα δίχως να είναι απαραίτητο να γνωρίζεις ό,τι έχει γραφτεί για τον θεϊκό ιταλό συνθέτη.
Εξάλλου ήταν και ο ίδιος ο Ennio Morricone, που είχε την ίδια γνώμη, για το συγκεκριμένο πόνημα, οπότε όλα τα υπόλοιπα περιττεύουν. Όπως διαβάζουμε στην αρχή του βιβλίου (με τα δικά του λόγια):
«Πρόκειται, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, για το καλύτερο βιβλίο που με αφορά, το πιο αυθεντικό, το πιο λεπτομερές και προσεγμένο. Το πιο αληθινό».
Οφείλουμε, όμως, να εξάρουμε και την πρωτοβουλία του «Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων Μουσικής Ennio Morricone Ελλάδος» να προωθήσει την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου στη γλώσσα μας, μέσα απ’ όλες τις απαραίτητες κινήσεις και επαφές (επικοινωνία με τον συγγραφέα, όπως και με την οικογένεια του συνθέτη, που θα παραχωρούσε τα «δικαιώματα»), γιατί το θέμα δεν ήταν απλό. Δεν ήταν απλή η επιλογή. Και θα πούμε τι εννοούμε.
Χωρίς να έχει υπάρξει άλλη προγενέστερη έκδοση, στην Ελλάδα, για το έργο τού Ennio Morricone, το βιβλίο αυτό έρχεται να καλύψει το υπάρχον κενό μ’ έναν, οπωσδήποτε, ολοκληρωμένο τρόπο. Με την διαφορά πως ο τρόπος αυτός είναι ταυτοχρόνως... βαρύς και ασήκωτος. Το βιβλίο δεν είναι εύκολο και δεν απευθύνεται στους πάντες, καθώς πρόκειται για μια πολύ σύνθετη «κατασκευή», που βασικά αφορά σ’ ένα μυημένο κοινό.
Αν δεν γνωρίζεις, σ’ ένα καλό βαθμό, το έργο του ιταλού συνθέτη, όπως και τις ταινίες των σκηνοθετών, με τους οποίους συνεργάστηκε, το βιβλίο παρακολουθείται δύσκολα, καθώς σε ρίχνει κατ’ ευθείαν στα βαθιά. Στα πολύ βαθιά. Θα το αποκαλούσαμε δε «ανελέητο», στον τρόπο, που διεισδύει και από ’κει και πέρα αναδεικνύει το έργο του μεγάλου Μαέστρου.
Και δεν είναι μόνον τα μουσικολογικά στοιχεία, που και αυτά είναι αρκετά, και που αφορούν πρωτίστως στον επιστήμονα, είναι κάθε τι που λέει εδώ αυτός ο σοφός άνθρωπος.
Το βιβλίο, δηλαδή, αποτελεί παράλληλα κι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, που περιστρέφεται γύρω από τις σκέψεις και τις απόψεις του Morricone, που «πιάνουν» πολλά και διαφορετικά ζητήματα. Υπαρξιακά, πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά... τα πάντα.
Φυσικά, ο Morricone στάθηκε τυχερός, να το πούμε έτσι, γιατί είχε απέναντί του έναν τεράστιο fan του έργου του, τον 37χρονο, σήμερα, συνθέτη Alessandro De Rosa.
Βασικά το βιβλίο είναι μία 300 σελίδων συνέντευξη-συζήτηση (ολάκερο το βιβλίο αποτελείται από 445 σελίδες) του Ennio Morricone στον Alessandro De Rosa, με τις συναντήσεις, ανάμεσα στους δύο, να ξεκινούν τον Ιανουάριο του 2013, όταν ο De Rosa ήταν 28 ετών και να περατώνονται σχεδόν δυόμισι χρόνια αργότερα, στις 8 Μαΐου 2015 – με το βιβλίο να τυπώνεται στην ιταλική γλώσσα το 2016.
Αν ο Ennio Morricone ήταν αυτός που ήταν, και αυτός που χονδρικώς αναμέναμε να αναδειχθεί μέσα από το βιβλίο (αν και οι εκπλήξεις, και σ’ αυτό το επίπεδο, είναι άπειρες, καθώς η μνήμη του ανθρώπου, πρώτα-πρώτα, σπάει τα κοντέρ!), η μεγάλη έκπληξη θα λέγαμε πως είναι ο De Rosa, ο οποίος σε μια τόσο νεαρή ηλικία καταφέρνει να διεισδύσει μ’ έναν μοναδικά οξυδερκή τρόπο στο τεράστιο έργο του συνθέτη – ένα γεγονός, που, από μόνο του, σε κάνει ν’ απορείς!
Νοιώθεις ανά πάσα στιγμή, εννοούμε, πως αυτός που βρίσκεται απέναντι στον 85χρονο Morricone δεν είναι ένας 28χρονος, μα κάποιος δημοσιογράφος της γενιάς τού μεγάλου Ιταλού. Και είναι σίγουρο, και πέραν πάσης αμφιβολίας, πως χωρίς την παρουσία του νεαρού De Rosa, δεν θα μπορούσε με τίποτα, και με κανέναν τρόπο, να μιλήσει έτσι όπως μίλησε (για τις ανάγκες αυτού του βιβλίου), ο Ennio Morricone.
Ξεκάθαρα πράγματα... ο Morricone ήταν, είναι και θα είναι πάντα τεράστιος, αλλά εδώ είχε δίπλα του έναν το ίδιο πολύ μεγάλο συνομιλητή, καθώς οι κουβέντες των δύο, μέσα σ’ εκείνα τα δυόμισι χρόνια, υπήρξαν, απλώς, συγκλονιστικές – και αυτό είναι το πιο μεγάλο δώρο, αμφοτέρων, προς εμάς τους αναγνώστες, οι οποίοι θα πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή, καλή διάθεση και εσωτερική γαλήνη, προκειμένου να απολαύσουμε το βιβλίο στην ολότητά του.
Δεν ξέρουμε αν πρέπει να το πούμε από τώρα... πως το βιβλίο αξίζει να το διαβάσουν, πρώτοι όλων, οι έλληνες συνθέτες, που έχουν ασχοληθεί ή ασχολούνται τώρα με το σάουντρακ. Φυσικά, οι μουσικοί που αγαπούν και τιμούν το έργο του Μαέστρου, βεβαίως οι άνθρωποι που ασχολούνται με το σάουντρακ ειδικότερα, και με τη μουσική γενικότερα, από όποιο πόστο, και εννοείται όλοι οι φανατικοί μουσικόφιλοι και κινηματογραφόφιλοι (ανεξαρτήτως ειδικότερων ενδιαφερόντων).
Ξαναλέγοντας πως το «Ennio Morricone / αναζητώντας εκείνον τον ήχο / η μουσική μου, η ζωή μου / συζητήσεις με τον Alessandro De Rosa» δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο και πως απαιτεί την πολυποίκιλη προπαρασκευή του αναγνώστη, προχωράμε τώρα σε ορισμένες λεπτομέρειες.
Το βιβλίο, στο κομμάτι των συνεντεύξεων-συζητήσεων, αποτελείται από τέσσερα μεγάλα μέρη...
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/enio-morikone-oristiko-biblio-gia-ton-megalo-maestro-tora-kai-sta-ellinika

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

PATA POLARIS το νέο σχήμα του γερμανού σαξοφωνίστα Norbert Stein

Έχουμε γράψει πολλές φορές στο blog, για δίσκους του γερμανού τενόρο σαξοφωνίστα Norbert Stein, όλους τυπωμένους για την δική του εταιρεία Pata Music. Πιο συγκεκριμένα στο δισκορυχείον θα βρείτε κείμενα για τα άλμπουμ “We Are” (2017), “Friends & Dragons” (2016), “Play Rainer Maria Rilke / Das Karussell” (2015), “Pata on the Cadillac” (2012) και “Silent Sitting Bulls” (2010). Στα περισσότερα απ’ αυτά τα CD, που κινούνταν στον χώρο της δημιουργικής jazz ή και improv-jazz, τον Norbert Stein συνόδευαν οι Pata Messengers, ενώ σε άλλα (CD) άλλοι σχηματισμοί.
Άλλος σχηματισμός υπάρχει και τώρα, όμως, στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του γερμανού πνευστού. Είναι οι Pata Polaris, που θα έμπαιναν σ’ ένα στούντιο της Κολωνίας, τον Ιούνιο του 2022, για να ηχογραφήσουν το “Heartland” [Pata Music, 2022].
Pata
Polaris είναι τρεις μουσικοί, οι οποίοι χειρίζονται τρία και μόνον όργανα. Πρόκειται λοιπόν για τον Norbert Stein στο τενόρο σαξόφωνο, τον Nicolao Valienski στο ευφώνιο και τον Michael Heupel στο φλάουτο. Ένα όργανο, το ευφώνιο, που μπορεί να παίξει και τον ρόλο του μπάσου, όπου αυτό κρίνεται ως απαραίτητο και δυο ακόμη πνευστά, που, ας πούμε, ότι ανταποκρίνονται στους lead ρόλους.
Βασικά, στο “Heartlnad” ακούμε συγκεκριμένη και εντός ορίων μουσική –υπάρχουν και οι ιδιαιτερότητες– με το τενόρο να δημιουργεί τα βασικά μελωδικά μοτίβα και κατ’ επέκτασιν περιβάλλοντα, και με το φλάουτο και το ευφώνιο, σε ρόλο σχεδόν ισότιμο, να προσθέτουν σε συνομιλίες και βασικά σε ατασθαλίες.
Δηλαδή τα δύο αυτά όργανα, πότε το ένα και πότε το άλλο, δρουν συχνά... υποβολιμαία, υποσκάπτοντας την κανονική ροή, μέσα από μη-αναμενόμενες παρεμβάσεις και συχνά παράξενα timbre.
Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν συναρπαστικό στο μεγαλύτερο σε διάρκεια track του άλμπουμ, το σχεδόν 9λεπτο “Amber times”, με τις «εκπλήξεις» να καραδοκούν, σε αναπάντεχα σημεία, όταν τα τρία πνευστά εναλλάσσουν ρόλους, μέσα σ’ ένα περιβάλλον συνεχών μετασχηματισμών.
Πολλάκις ρέουσα και αυθόρμητη μουσική έχουμε εδώ, σίγουρα τοποθετημένη σε κάποιες βάσεις, αλλά στην πορεία εκρηκτική και απρόβλεπτη.
Επαφή: www.patamusic.de

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

THE PREFABRICATED QUARTET νέο άλμπουμ μετά από πολλά χρόνια;

Πολλά χρόνια είχαμε να μάθουμε νέα του συγκροτήματος από την Θεσσαλονίκη The Prefabricated Quartet – μία από τις πολύ καλές ροκ μπάντες, που εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό των 00s, τυπώνοντας δύο άκρως ενδιαφέροντες δίσκους, τους “Side the Sail” [Run Devil Run, 2007] και «Τρεις Στιγμές» [Εκδόσεις καπάνι, 2008].
Το “_So Vague; So Clear” [Panorama Records, 2022] είναι το τρίτο CD των Prefabricated Quartet και το πρώτο τους μετά από... δεκατέσσερα χρόνια; Δεν ξέρουμε... Δεν είμαστε βέβαιοι 100%... Πάντως, σίγουρα, είναι το πιο καινούριο τους, κλεισμένο, και αυτό, σε μια ιδιαίτερη συσκευασία (όπως σε ιδιαίτερες συσκευασίες ήταν κλεισμένα και τα CD από τα 00s).
Ρίχνοντας μια ματιά στις line-ups του τότε και του σήμερα παρατηρούμε μόνο μία βασική διαφορά. Έτσι λοιπόν μέλη του γκρουπ παραμένουν οι Μιχάλης Σιώνας φωνή, Θεόδωρος Παπαδημητρίου τσέλο, Χρήστος Γούσιος κιθάρες, ενώ στα ντραμς έχουμε, τώρα, ένα «νέο» πρόσωπο, τον Αλέκο Σπανίδη, που έχει περάσει από διάφορες μπάντες και βασικά από τους B-Movies του Παύλου Παυλίδη.
Πέρα, όμως, απ’ αυτούς τους τέσσερις μουσικούς, που κρατούν τους βασικούς ρόλους, υπάρχουν και guests σε φωνές, πιάνο, fender rhodes (Πελαγία Χατζηνικήτα), μπάσο (Γιάννης Καράμπελας), θρακιώτικη γκάιντα (Θανάσης Καφετζής) και ηλεκτρική κιθάρα (Αναστάσης Πετρέλλης), με τις συγκεκριμένες παρουσίες να κρίνονται έως και καθοριστικές σε κάποια tracks.
Οι Prefabricated Quartet είναι ένα γκρουπ, που ενώ εντάσσεται στο λεγόμενο post-rock, στην πράξη ακούγονται, συχνά, πιο κοντά στα «ρομαντικά» eighties, όχι στα γοτθικά, στα πιο φωτεινά, και λιγότερο στις μανιέρες των 90s-00s, με τις «λιωμένες» κιθάρες τύπου Mogwai και τον σαουντρακ-ικό / περιβαλλοντικό προσανατολισμό.
Είναι με άλλα λόγια περισσότερο γήινοι, πιο χειροπιαστοί και λιγότερο «χαμένοι» και μεταφυσικοί.
Με συνθέσεις αρκετά καλές, με φωνές που θα μπορούσε να ήταν και πιο γερές και ακόμη πιο καθοριστικές (ως τελικό αποτέλεσμα) και με όλα τα υπόλοιπα όργανα να κάνουν άψογα την δουλειά που πρέπει να κάνουν, γεμίζοντας σωστά τον ήχο, δίχως να τον κάνουν πομπώδη, οι Prefabricated Quartet δείχνουν πολλά χρόνια μετά (;), πως διατηρούν στο ίδιο υψηλό επίπεδο τις βασικές ποιότητές τους. Ποιότητες που αφορούν πρώτα απ’ όλα στις συνθέσεις (καθώς εδώ υπάρχουν, γενικώς μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, για το είδος της συγκεκριμένης μουσικής... 6λεπτα, 7λεπτα, 8λεπτα, που αναπτύσσονται με γνώση), βεβαίως στους (αγγλικούς) στίχους, με τα ποιήματα του Piers Plowright και του Ανέστη Ευαγγέλου (σε αγγλική απόδοση) ανάμεσα, και φυσικά στα παιξίματα.
Το “_So Vague; So Clear” ξεκινά και αναπτύσσεται στην πορεία κάπως συγκρατημένα, αλλά με τα τρία τελευταία tracks (“Ritual”, “The way”, “So vague, so clear”) απογειώνεται. Και κάπως έτσι, και μετά απ’ αυτή την τελική επίγευση, δεν μπορεί παρά να αποφανθείς πως... ναι, και αυτό το άλμπουμ των Prefabricated Quartet έχεις τους τρόπους, έχει τα μέσα, για να σε κάνει να το θυμάσαι για αρκετό καιρό.
Επαφή: https://theprefabricatedquartet.bandcamp.com/releases

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

SPINBALL καινούριο άλμπουμ του ελληνικού γκρουπ μετά από επτά χρόνια

Επτά χρόνια είχαν να βγάλουν καινούριο άλμπουμ οι Spinball – από το 2015 και το “Shadows”, για το οποίον υπάρχει review στο blog.
Στους Spinball συμμετείχαν τότε οι Νίκος Καρατζίδης φωνή, Παναγιώτης Τσεβρένης κιθάρες, Γιάννης Βρεττάκος μπάσο, Κωνσταντίνος Μαυραντζάς πλήκτρα και Παντελής Χανδρής ντραμς, ενώ τώρα από την προηγούμενη line-up έχουμε στο σχήμα μόνον τους Καρατζίδη (φωνή) και Τσεβρένη (κιθάρες, σύνθια, θερεμίνη), με τους Alex Mitros φωνή, μπάσο και Βασίλη Σκούρα ντραμς να συμπληρώνουν την τετράδα. Αυτοί, ας πούμε, είναι οι τέσσερις βασικοί, που ακούγονται στο “Glow” [B-OtherSide Records, 2022], καθώς υπάρχουν και εναλλακτικοί μουσικοί σε ντραμς (Jim Tsarnos), μπάσο (Stelios Provis) και φλάουτο (George Filikozis). Να προσθέσουμε, επίσης, πως όλο το υλικό είναι του γκρουπ και πως στίχους έχει γράψει ο Π. Τσεβρένης.
Το γενικό ύφος των Spinball είναι το rock φυσικά, αλλά ποιο ακριβώς rock; Υπάρχουν, εννοούμε, πολλές και διαφορετικές επιρροές από διάφορα ροκ στυλ, ακόμη και από τα 60s, ενώ οι περισσότερες, οπωσδήποτε, αναφορές έχουν να κάνουν με τις πιο νέες δεκαετίες (από το ’90 και μετά).
Πολλά καλά τραγούδια υπάρχουν στο “Glow”, που έχουν την δύναμη να σε συνεπάρουν, όπως το “32”, το “Seagulls”, το “Lower” κ.λπ. – αν και κανένα track δεν είναι αδιάφορο εδώ.
Αυτό σημαίνει πως το άλμπουμ κυλάει με σφρίγος, με ενότητα, και βοηθούμενο από την ποιοτική ηχογράφηση, μείξη και παραγωγή εν γένει, κατορθώνει να υπερβεί σκοπέλους, φθάνοντας κάπου πέρα... μακριά.
Υπάρχουν κομμάτια στο “Glow” όπως το “The milk” ας πούμε, που μπορεί να φέρνουν στην μνήμη ακόμη και το pop-rock των Raining Pleasure, εκεί στις αρχές των 00s, αλλά με το “32” (και με την συνετή χρήση των πλήκτρων και των ωραίων κιθαρών) το πράγμα μετατοπίζεται σε άλλες πιο... ψαγμένες σφαίρες.
Όμως και με το “Seagulls”, που είναι πάλι κάτι άλλο, οι Spinball δείχνουν χαρακτήρα, περιφερόμενοι και σε κλασικά Pink Floyd-ικά μονοπάτια, πράττοντας το ίδιο και με το “Betty K.”, προτείνοντας με το “Lower” (τραγούδι με ιδιαίτερα hooks) κάτι, που θα μπορούσε να συναντήσει ακόμη και την «επιτυχία» (το hit όπως λέμε).
Όλα καλά λοιπόν με τους Spinball – μια μπάντα που δείχνει, με το πλήρες άλμπουμ της “Glow”, και δύναμη νεανική και εμπειρία... μπαρουτοκαπνισμένου.
Επαφή: https://www.b-otherside.gr/, https://spinball1.bandcamp.com/album/glow