Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

15 σταγόνες βροχής…

Σχεδόν ένα χρόνο πριν (21/11/2009) είχα αναρτήσει εδώ, ένα κείμενο, μια παρουσίαση τού άλμπουμ τού Παύλου Καραπιπέρη “Fifteen Raindrops In an Ocean of Blues Tales”. Υπάρχει λόγος που την (τον) θυμάμαι… Είναι ευχάριστο, δηλαδή πολύ ευχάριστο, για να μην πω ότι ξαφνιάζει σε απροσδόκητο βαθμό, να βλέπεις-ακούς έλληνες μουσικούς, οι οποίοι να επιχειρούν να παίξουν τα blues με τον διαστρεβλωμένο τρόπο του Taj Mahal ή του Captain Beefheart. Να υπάρχει, να παρουσιάζεται, ή έστω να αναζητείται μία επέκταση της κλασικής φόρμας, προς την κατεύθυνση της προσωπικής συμπύκνωσης• του τρόπου, με άλλα λόγια, να βγαίνει ο εαυτός σου πάνω από τ’ ακούσματα. Κι εντάξει, για έναν Αμερικανό. Είναι θεμιτό να θέλει να δρασκελίσει το παρελθόν, να ποτίσει το blues δένδρο, εν προκειμένω, με νέο «μολυσμένο» ύδωρ. Για έναν Έλληνα όμως; Και μάλιστα για κάποιον που δεν ζει καν στο κέντρο, αλλά σ’ ένα χωριό-κωμόπολη της Φθιώτιδας, ποια η αιτία να το πράξει; Για τους Small Blues Trap ο λόγος, ένα από τα καλύτερα (που δεν είναι και πολλά) εγχώρια blues σχήματα.
Από την πρώτη φορά που τους άκουσα, στο εξαίρετο “Our Trap” του 2005 (ακολούθησαν και άλλα demos, αλλά και «κανονικές» κυκλοφορίες), μου είχε κάνει εντύπωση η διάθεσή τους και βεβαίως η... απόφασή τους (γιατί δεν έμειναν στη διάθεση), να κινηθούν πέραν του αναμενόμενου. Σ’ αυτήν ακριβώς τη διαδρομή, τη στρωμένη με ισχυρό ακουστικό feeling, τοποθετείται και το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Παύλου Καραπιπέρη “Fifteen Raindrops In an Ocean of Blues Tales” [Shelter Home Studio], του μουσικού που παίζει κιθάρες, φυσαρμόνικα και τραγουδά στο συγκρότημα. Χειριζόμενος ποικίλες κιθάρες (ακουστική, steel, slide ακουστική, ηλεκτρική) και ακόμη άταστο ακουστικό μπάσο, λίγα πλήκτρα, φυσαρμόνικα και κρουστά, ο Καραπιπέρης στηριγμένος απολύτως σε δικό του υλικό, παίρνοντας ταυτοχρόνως κάποιες μικρές βοήθειες «απ’ έξω» (Παναγιώτης Δάρας lead ηλεκτρική, Λευτέρης Μπέσιος ηλεκτρικό μπάσο, Σωτήρης Κουρούτης πιάνο, πλήκτρα) συντάσσει έναν blues δεκαπεντάλογο (τραγούδια και instros) ικανό να σε βυθίσει σ’ ένα... βεβαρημένο σύμπαν. Αν η φόρμα επηρεάζει και καθοδηγεί το περιεχόμενο (όταν συμβαίνει...) τότε θα έλεγα πως οι ιστορίες του Καραπιπέρη ακολουθούν μία «έντεχνη» θεματική (με σαφείς αναφορές στην street poetry του Tom Waits), εκεί όπου η νύχτα, οι γυναίκες, τα ποτά, η μοναξιά και η τύχη αδελφοποιούνται. Το αποτέλεσμα – γιατί αυτό έχει σημασία – δεν είναι απλώς συμβατό με ό,τι (σχετικό) ανακαλεί ο καθείς στη μνήμη του, είναι και πειστικό, στο βαθμό κατά τον οποίον η μεταφορά από το επίπεδο της «ιδέας» στο επίπεδο της «πραγματικής ζωής» συντελείται με ανεπαίσθητο τρόπο. Ως γνωστόν η Τέχνη αντιγράφεται, η ζωή... δύσκολο.Πριν από λίγες μέρες ένα παράξενο βιβλίο έφθασε στα χέρια μου. Έχει τίτλο «15 σταγόνες βροχής σ’ έναν ωκεανό από μπλουζ ιστορίες» και συγγραφέας του είναι ο Δημήτρης Επικούρης, πολιτικός και οικονομικός επιστήμων, με σπουδές στις ΗΠΑ. Το βιβλίο, που τυπώθηκε σε 100 αριθμημένα αντίτυπα, είναι εμπνευσμένο από το συγκεκριμένο άλμπουμ του Παύλου Καραπιπέρη. Ακούγοντας το “Fifteen Raindrops…” o Επικούρης έγραψε μία… θαλασσινή περιπέτεια, ένα διήγημα, από το οποίο δεν θα μπορούσε ν’ απουσιάζει, φυσικά, το blues σπέρμα. Ένα απόσπασμα… από τη voodoo woman που όλα τα μπορούσε…
«Πολλά μπάρκα, πολύ αλμύρα, πολλές εμπειρίες, πολύς καιρός μέσα στη θάλασσα. Ο Αλέξης άλλαζε και ωρίμαζε. Περνούσε ώρες ατελείωτες βυθισμένος στις σκέψεις του. Τα βράδια γλίστραγε στα βάθη του υποσυνείδητού του ψάχνοντας να βρει αυτό που ο Διόνυσος του είχε πει.
Τον ανώτερο εαυτό του…
Με ένα μυστήριο τρόπο, η μουσική του μπλουζ που πια είχε για τα καλά μπει στο πετσί του, κατάφερνε να του ξεκλειδώσει κάθε άγνωστη πτυχή του κόσμου του δικού του αλλά και των άλλων. Όχι μόνο τον βοηθούσε να αναγνωρίζει, να ταξινομεί και να αξιολογεί όλα του τα συναισθήματα αλλά και να διεισδύει αθόρυβα μέσα στις σκέψεις κάθε ανθρώπου που συναντούσε στο διάβα του και να καταφέρνει να τις διαβάζει. Όταν συνειδητοποίησε αυτή τη νέα του ικανότητα, άρχισε να τρομάζει».(...)
Όποιος-α ενδιαφέρεται για το βιβλίο τού Επικούρη (στο οποίο εμπεριέχεται και το CD του Καραπιπέρη), μπορεί να στείλει e-mail εδώ: f.raindrops@yahoo.gr

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΕΒΕΤΖΟΓΛΟΥ a singer-songwriter

Δεν μπορώ ακριβώς να θυμηθώ πώς ανακάλυψα – τυχαίως, εντάξει –, πριν από μια δεκαετία περίπου, στο GEMM, το μοναδικό άλμπουμ του Αλέξανδρου Δεβετζόγλου, ή Alex Devezoglu, στην ιταλική Dischi Ricordi [SMRP 9077], από το 1971. Σίγουρα δεν είχα ακούσει, ούτε είχα διαβάσει ποτέ κάτι γι’ αυτό. Επίσης, σίγουρα, δεν το είχα δει ποτέ στις γνωστές (ή και τις άγνωστες…) λίστες πώλησης δίσκων, της δεκαετίας του ’90. Έτσι, δεν μπορεί, κάποιο άγιο πνεύμα ήταν εκείνο που μου έσπρωξε το χέρι, ώστε να πατήσω “buy”· ν’ αγοράσω δηλαδή ένα άλμπουμ, που επιγραφόταν απλώς “Alex”, και που παρουσιαζόταν ως ένα αξιόλογο “italian folk” LP. Ένα από τα εκατοντάδες, εν πάση περιπτώσει, (έλεγα… τότε), για τα οποία μπορεί να υπερηφανεύεται η γείτονα.Όταν έπιασα το άλμπουμ στα χέρια μου μετά από λίγες ημέρες – και πριν καν το ακούσω – η έκπληξη υπήρξε μεγίστη. Ο Alex ήταν Έλληνας, το επώνυμό του ήταν Devezoglu και τα πρώτα στοιχεία για την περίπτωσή του υπήρχαν εις άψογην ιταλική στο οπισθόφυλλο.
«Ο Alex Devezoglu γεννήθηκε στον Πειραιά, στην Ελλάδα, πριν από 26 χρόνια (σ.σ. το 1945;). Επί επτά έτη στην Ιταλία, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Είναι ένας από τους λίγους τραγουδοποιούς που γράφει, σε μια γλώσσα που δεν είναι η δική του, τραγούδια όπου η ποίηση κρατάει τον πιο μεγάλο ρόλο. Με μιαν απλότητα που πηγάζει από βαθιά, αναζητά μέσα στην καθημερινότητα το αίσθημα της αγάπης “σ’ έναν κόσμο παγωνιάς και θυμού, όπου όλα είναι ήδη φτιαγμένα από χαρτί…”, όπως ο ίδιος λέει. Από την ίδιαν ευαισθησία πηγάζουν και οι συνθέσεις του για την Ελευθερία – με το θρήνο και τη μελαγχολία, που είναι χαρακτηριστικά των ελληνικών ασμάτων –, τραγουδώντας τη λύπη και την ελπίδα ενός κόσμου που είναι και δικός του. Εμείς, πιστεύουμε στην προσωπικότητα του Alex, πιστεύουμε στα τραγούδια του, που αφορούν σε βαθιά ζητήματα, παγκόσμια, και ακόμη στην αδυναμία, τον πόνο, την αναζήτηση της ανθρώπινης θέσης μας στον κόσμο». Και πιο κάτω ένα ακόμη κείμενο, αυτή τη φορά υπογεγραμμένο από τον Μίκη Θεοδωράκη.
«Φίλε Alex, θέλω να σου εκφράσω τα θερμά μου συγχαρητήρια για τα τραγούδια σου, όντας σίγουρος πως, ακολουθώντας τη λαϊκή μας μούσα, θα συνεχίσεις να εκφράζεις τα συναισθήματα του αγώνα, για Ελευθερία και Δημοκρατία, του ηρωικού λαού μας».Ήταν 1971. Στην Ελλάδα υπήρχε χούντα, και στην Ιταλία η αντι-χουντική δράση υπήρξε από τις πλέον οδυνηρές, με αποκορύφωμα τη θυσία του κερκυραίου φοιτητή Κώστα Γεωργάκη, ο οποίος, εις ένδειξη διαμαρτυρίας για όσα συνέβαιναν στην πατρίδα, αυτοπυρπολείται στη Γένοβα, το Σεπτέμβριο του ’70. Μέσα από ένα τέτοιο σκηνικό εκπηγάζουν τα τραγούδια του Δεβετζόγλου, τα οποία είναι μεν πολιτικά, αλλά, παραλλήλως, είναι και καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Όχι «ξύλινες» λέξεις στους στίχους, όχι εύκολα συνθήματα, όχι έτοιμα νοήματα. Δώδεκα τραγούδια, όλα δικά του – πλην της ωραίας διασκευής του “The greatest discovery” των Elton John-Bernie Taupin –, όλα στην ιταλική, πλην του «Κλέψαν το Μάη» (“cantata in lingua greca”, όπως χαρακτηριστικώς αναφέρεται), που τραγουδιόταν στη γλώσσα μας.

Κλέψαν το Μάη απ’ την αυλή,
μαύρη κορδέλα στα μαλλιά
της Άνοιξης κρεμάσαν.
Μαράζωσε μια νιόπαντρη,
τον άντρα της κάποιοι άγνωστοι,
χωρίς να μάθει το γιατί,
για πάντα της στερήσαν.

Ποτίζει ιδρώτας το ψωμί,
δίψα το μίσος κι η οργή,
ανάθεμα κάθε κραυγή,
κορμιά τυραννισμένα.
Βγαίνει ο αέρας στο βουνό,
στρώμα και πάπλωμα στο νιο,
μάνες ξαναφιλούν το γυιο
όπως στα περασμένα.

Χάρε, τι θέλεις, τι φρονείς;
Βγάλε τη μάσκα σου, κι εμπρός
έλα να μετρηθούμε.
Στο δίκιο μας είναι ο σταυρός,
στη νιότη μας το φυλαχτό,
ο τρόμος σου είναι απατηλός,
δεν θα σε φοβηθούμε.

Ποτίζει ιδρώτας το ψωμί,
δίψα το μίσος κι η οργή,
ανάθεμα κάθε κραυγή,
κορμιά τυραννισμένα.
Βγαίνει ο αέρας στο βουνό,
στρώμα και πάπλωμα στο νιο,
μάνες ξαναφιλούν το γιο
όπως στα περασμένα.
Περιττό να το πω, αλλά… θα το πω. Ο δίσκος υπήρξε για μένα αποκάλυψη, σε πρώτη ακρόαση. Μα και έκτοτε, όποτε τον ακούω, μένω πάντα άναυδος από το αίσθημα που ξεχειλίζει. Κομμάτια όπως τα “Per I tuoi vent’anni”, “Tutto e chiaro”, “All’amore che viene”, “Io la chiamai liberta”, “Quando risplendera il tuo sole”, και ακόμη το folk-rock “A’ Cristin” ή το αβάσταχτο “E tu mi manchi” είναι top of the top, κάνοντας τα τραγούδια του Nick Drake, ας πούμε, να φαίνονται μπροστά τους «οδοντόκρεμες». Δεν είναι μόνο τα λόγια, είναι κι οι μουσικές του Δεβετζόγλου, οι υπέροχες μελωδίες του, και βεβαίως ο ενορχηστρωτικός διάκοσμος που προσφέρει στα τραγούδια ο Natale Massara, ένας από τους κορυφαίους conductors της εποχής (τ’ όνομά του βρίσκεται σε δεκάδες παραγωγές – από το πρώτο LP των Reale Academia di Musica, μέχρι το “Carrie” του Brian De Palma). Κι αν υπάρχει – αν ερωτάτε – ένας ιταλός κανταδόρος, στην τραγουδοποιία τού οποίου να σκύβει ο Δεβετζόγλου, με απέραντη αγάπη, αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον περίπου Μπολονέζο (και άρα συντοπίτη του) Francesco Guccini (τρανή η περίπτωσή του – ψάξτε την).Το άλμπουμ, 40 χρόνια αργότερα, παραμένει σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα. Στις εκπομπές που επιχείρησα «Στον Κόκκινο», πριν από δυο χρόνια, είχα μεταδώσει τραγούδια τού Alex – δεν ξέρω αν ήταν η πρώτη φορά που μεταδόθηκαν στο αθηναϊκό ραδιόφωνο, πιθανώς – σίγουρα όμως είναι η πρώτη φορά, που γράφεται στο δίκτυο κάτι ευρύτερο για την περίπτωσή του. Και το πράττω, τώρα, με πολύ μεγάλη χαρά.
Δυστυχώς, δεν έχω τη δυνατότητα, αυτή τη στιγμή, να σας δώσω ν’ ακούσετε κάτι από το δίσκο, ώστε να σχηματίσετε τη δική σας άποψη. Αν, παρά ταύτα, παρακινηθεί κάποιος φίλος απ’ το κείμενο και σηκώσει (σηκώσουμε) κάποιο τραγούδι στο YouTube, θα είναι, κι αυτό, ένα μικρό κέρδος. Το μεγαλύτερο, όμως, κέρδος θα είναι να δούμε, κάποια στιγμή, το άλμπουμ του Αλέξανδρου Δεβετζόγλου να κυκλοφορήσει, όπως πρέπει, στην Ελλάδα. (Θα συμβεί. Θέλω να το ελπίζω…). Να το ακούσουμε όλοι μαζί και να το κρατήσουμε ψηλά· όπως τού αξίζει.
ΥΓ.1 Εδώ... http://is.gd/iRyic το blog του Αλέξανδρου Δεβετζόγλου, όπου μπορείτε να διαβάσετε στίχους από τραγούδια του.
ΥΓ.2 Είμαι υπόχρεος στον Δημήτρη Βασιλειάδη, για την παραχώρηση των δύο φωτογραφιών τού Αλέξανδρου Δεβετζόγλου (με τον Μίκη Θεοδωράκη) από το προσωπικό του αρχείο.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

ολίγαι συλλογαί… νύχτες πού’ναι…

Eνδιαφέρουσα η περίπτωση της “Cool Piano” [Wagram Music], μιας συλλογής επικεντρωμένης σε σύγχρονα πιανιστικά κομμάτια… και ονόματα. Ας πω κατ’ αρχάς πως δεν έχουμε να κάνουμε με solo piano ακούσματα – αναμενόμενο… υπάρχουν και τραγούδια –, ούτε ακριβώς με cool επιλογές· ένας ασαφής, γενικώς, χαρακτηρισμός, που αποκτά συνείδηση μόνο μέσα από τις επιλογές κάποιου συγκεκριμένου compiler (εδώ, μία Sophie@Wagram). Sebastian Tellier, Yaron Herman, Jamie Cullum, St Germain, Bugge Wesseltoft, Perico Sambeat, Brad Mehldau, Roberto Fonseca, Avishai Cohen, Esbjorn Svensson Trio κ.ά. σε tracks που δένουν μεταξύ τους (γιατί αυτό έχει σημασία), συνήθως «ψυχρά-ψυχρά», αλλά ενίοτε και με «κρυωμένο beat» (Francesco Tristano, e.s.t.). To ωραίον είναι πως με τα ίδια ακριβώς ονόματα θα μπορούσε να δημιουργηθεί κι ένα “Hot Piano” CD, έτσι για την ευγενή κόντρα των μουσικών με τους... εαυτούς τους.
Καλή η ιδέα και στο 2CD “Cool Tributes, The Chill-Out Session”, επίσης της Wagram. Να συκεντρωθούν (από ποιον άραγε;) τραγούδια κλασικά, κατά το μάλλον ή ήττον, τα οποία δίχως να είναι κατ’ ανάγκην cool, να μετατρέπονται σε τέτοια από τους συμπαθείς διασκευαστές. Βεβαίως, μπορεί να μην υπάρχει ουδεμία περίπτωση ν’ αποδεχθείς το “Walk on the wild side” έτσι όπως το καταντούν οι Tok Tok Tok, ούτε να φανταστείς ως reggae το “A whiter shade of pale” (σέβομαι τον Pat Kelly, αλλά…), όμως, από την άλλη, γιατί να μη μετατραπεί σε swing το “Highway to hell” από τους Jazzkantine ή το “Stay’in alive” σε smooth jazz-ballad από την Rachelle Spring; Ξεστράτισα όμως. Για συλλογή πρόκειται…
Το σύνθημα στην “Jazz Manouche Vol.5” – πάλι Wagram Music – το δίνουν ο Django Reinhardt και οι Hot-Club de France (Grappelli, Bianchi κ.λπ.) με το “Charleston” του 1937, για ν’ ακολουθήσει ένας (διπλός) ορυμαγδός από σουινγκάτη gipsy-jazz (compilers είναι οι Caravan Palace), προσαρμοσμένη στις σημερινές ανάγκες της συναισθηματικής θαλπωρής και των χορευτικών δονήσεων. Πολλά τα ονόματα, γνωστά και λιγότερο γνωστά (Oscar Aleman, Jimmy Rosenberg, Bireli Lagrene, Florin Niculescu, Caravan Palace, Moreno Trio, Rosenberg Trio, Yorgui & Marcel Loeffler...), περισσή η δεξιοτεχνία και ακόμη περισσότερο το κέφι και το πάθος των τσιγγάνων ή μη μουσικών, οι οποίοι εξακολουθεί να υποστηρίζουν τούτη τη μούζικα με τις παμπάλαιες ρίζες, ερμηνεύοντάς την κοντά στα παραδιδόμενα πρότυπα, εις πείσμα των τρεχόντων electro-μεταλλαγών. Κεφάλαιο. Εν εξελίξει…
Γνωρίζει να προβάλλει τα του καταλόγου της η γερμανική Network· δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία περί τούτου. Δημιουργεί αυτά τα μακρόστενα πακέτα (κασετίνες), επιμελείται τρίγλωσσα ένθετα (στη γερμανική, αγγλική και γαλλική γλώσσα), χρησιμοποιεί εκφραστικές φωτογραφίες των καλλιτεχνών που ανθολογεί, διαφημίζει στα βιβλιαράκια της άλλες «παραπλήσιες» δουλειές της. Έτσι και στις παρούσες “World Ballads” δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει την ίδια συνταγή. Όσον αφορά στα ονόματα; Τα γνωστά (για όσους γνωρίζουν, βεβαίως, τα της εταιρείας). Ψαραντώνης, Γεωργία Νταγάκη και Πετρο-Λούκας Χαλκιάς από τα πάτρια χωράφια και ακόμη οι γνωστοί μας (και λιγότερο γνωστοί) Bratsch (στο «Ειρηνάκι» του Παναγιώτη Τούντα), Sevda (όχι η Sevda των seventies), Esma Redzepova, Sandy Lopicic Orkestar, Clejani Express, Youssou N’ Dour, Gigi, Djivan Gasparyan, Paulinho Da Viola (άσχετο, προσφάτως βρήκα κι άκουσα το δικό του “Nervos De Aco” από το 1973), Izaline Calister, Magou, Sexteto Mayor, Gypsy Groovz Orchestra… Τι άλλο; Η επιλογή έχει γίνει από τον ιδιοκτήτη της Network Christian Scholze, ενώ πρόκειται για παραγωγή του ’09.
Και μία ελληνική… Δεν είναι καθόλου δύσκολο να επιλέξεις 15 τραγούδια προερχόμενα από τις χώρες της Μεσογείου, ανεξαρτήτως σκοπού, και αυτό πράττει στην “Mediterranean Voices” [Universal Music Greece] ο Μιχάλης Κουμπιός. Βεβαίως, το γεγονός ότι 10 από τα 15 αφορούν σε ελληνικές παραγωγές (δεν τραγουδούν αναγκαστικώς Έλληνες), δεν ευνοεί προς την κατεύθυνση της έκπληξης (γιατί την «έκπληξη» δεν γίνεται να την αναζητήσεις ούτε στον Αλκίνοο Ιωαννίδη, ούτε στον Γιώργο Νταλάρα, ούτε στην Δήμητρα Γαλάνη, ούτε στην Εστουδιαντίνα…). Εννοώ, πως, σε κάθε περίπτωση, οι συλλογές πρέπει να λειτουργούν (και) προς την κατεύθυνση της «ανακάλυψης» και της «πρότασης» νέων ονομάτων, αλλιώς το νόημα περιορίζεται, εφόσον ανθολογούμε μόνον από τα προφανή.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

ZAO δυο… zeuhl λόγια

Οι Zao υπήρξαν ένα από τα καλύτερα progressive fusion συγκροτήματα του γαλλικού rock· αν και αυτό το “rock” πρέπει να προσδιοριστεί λιγάκι. Κυρίως αναφέρεται σ’ εκείνο που ονομάζουμε image, «εικόνα», στο στήσιμο δηλαδή της μπάντας, στα όργανα που χειριζόταν, στο γενικότερο πνεύμα της, έτσι όπως τούτο αντανακλούσε την ευρύτερη rock σημαντική. Με την ίδια έννοια δηλαδή, με την οποία θεωρούμε rock τους Soft Machine π.χ. ή τους Magma. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, μέσω ενός rock ενδύματος, διοχετευόταν στα ακροατήρια, ό,τι θα μπορούσε να περιγραφεί – κάτι καλύτερο είναι δύσκολο να βρεθεί – ως σύγχρονη ηλεκτρική μουσική. Η jazz του Coltrane, του Ayler και του Davis, o Zappa, το rock των Grateful Dead, των Quicksilver Messenger Service και των Velvet Underground, η avant του Satie, του Messiaen, του Stockhausen και του Henry, οι μουσικές του κόσμου και ο κυρίως ο τρόπος που τις διαχειρίστηκαν ο La Monte Young, ο Terry Riley, ο Steve Reich κ.ά. – αποτελούσαν το οπλοστάσιο (και) των Zao λίγο πριν την ηχογράφηση/κατάθεση του “Z=7L” (1973). Συγκροτημένοι σε σώμα από τους Mauricia Platon φωνή (με συμμετοχή στο funk LP των Cane And Able “Relating A Message To You”, το 1972), Francois “Faton” Cahen πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο (από τους Magma), Jeff Seffer σαξόφωνα (επίσης από τους Magma και τους Perception), Joel “Dud” Dugrenot μπάσο (από το γκρουπ του τραγουδισταρά Joel Dayde), Jean-Yves Rigaud βιολί και Jean-My Truong ντραμς (κι αυτός από τους Perception), οι Zao δημιουργούν το πιο σημαντικό – για πολλούς – long play που βγήκε ποτέ (τη εξαιρέσει των Magma) από την zeuhl οικογένεια. Θ’ ακολουθήσουν, βεβαίως, κι άλλα άλμπουμ, όπως το “Osiris” [Disjuncta, 1975], το “Shekina” [RCA Victor, 1975], το “Kawana” [RCA Victor, 1976] – με κάποιες αλλαγές στη σύνθεσή τους, αφού πέρασαν από την μπάντα ο πολύ γνωστός βιολιστής της γαλλικής σκηνής Didier Lockwood και ο μπασίστας Gerard Prevost (αργότερα στους Rahmann, μ’ εκείνο το πολύ καλό fusion-oriental LP στην Polydor το ’79, και πολύ αργότερα στους Gipsy Kings!) – πριν καταλήξουμε στο “Typhareth”· για το οποίο γράφω τώρα λίγα λόγια (για ένα λόγο).
Χρήστος Στασινόπουλος / Joel Dugrenot, 1994
Βρισκόμαστε στο 1977. Η pop παίρνει (και στη Γαλλία) μία εντελώς διαφορετική τροπή, αφού οι περισσότεροι από τους μουσικούς που στελέχωσαν τα progressive και soul συγκροτήματα στα early και mid seventies, για να μην… πεινάσουν, μπαίνουν στο κύκλωμα της disco, δίνοντας εξαιρετικούς, ορισμένες φορές, δίσκους. Το ελληνικό κοινό γνώρισε αυτή τη σκηνή στη γέννησή της και έμαθε στην ώρα τους (ή περίπου) τον Cerrone, τον Patrick Hernandez, τους Queen Samantha, τους Kongas και άλλους διαφόρους. Όσα από τα παλαιά σχήματα θα κατόρθωναν να επιβιώσουν, για ένα-δυο ακόμη χρόνια σ’ ένα overground επίπεδο, θα έστριβαν προς το πιο εμπορικό fusion· έτσι κάπως σαν μετεξέλιξη της Mahavishnu Orchestra και των Return To Forever, ή, μάλλον, σαν μετάλλαξη του ίδιου τους του εαυτού. Το τελευταίο, τότε, άλμπουμ των Zao είχε τίτλο “Typhareth” [RCA Victor PL 37121] και ήταν τέτοιο.
Μπορεί το “Typhareth” να ήταν απείρως προτιμότερο από τα αντίστοιχα αμερικανικά της περιόδου, που, γενικώς, ήταν για τα μπάζα, αλλά δεν συγκρίνεται με το “Z=7L” και με τον «Όσιρι». Funk και disco υπάρχει (ορισμένα περάσματα στο “Merci Jacky”), space τζαζο-μελοδραματισμοί προβάλλονται στο “Typhareth”, ένα είδος west-coast jazz ακούγεται στο “Troupeau de bisons...”, όπως και κάτι από τις, πάλαι ποτέ, complex μέρες του παρελθόντος παρατίθεται στο “Les temps changent”, όμως... τά’παμε.Τι δεν είπαμε; Ότι ντράμερ των Zao εκείνη την εποχή ήταν ο Manu Katché (στο εξώφυλλο, ο μεσαίος στην μπροστινή σειρά)· μία θέση από την οποίαν είχε περάσει και ο Χρήστος Στασινόπουλος (ex-Ρουθ, Axis, Clearlight κ.λπ., κ.λπ.).

OLYMPOROCK

Το πρωί, όταν ξύπνησα (γιατί ξύπνησα…) πήγα, σούμπιτος όπως λέμε, στο κομπιούτερ για ν’ ακούσω το “Black magic woman” από τον Dr. Bouzouki, τον απίστευτο Ελληνοαμερικανό, που μας πρότεινε πριν από λίγες μέρες ο Ataktos 751. Τι διάβολο; Στον ύπνο μου τον έβλεπα; Μπορεί. Εκεί, λοιπόν, καθώς άγγιζα τη… μαυρομάγισσα γυναίκα, πρόσεξα, στις προτάσεις του YouTube, ένα κλιπάκι του Τηλέμαχου Ζαγρέα. Η πλάκα είναι πως το Σάββατο το βράδυ, όταν το κρύο ήταν δριμύ, πίναμε τσικουδιές με τον Κώστα και ακούγαμε Ζαγρέα επί δίωρο. Ε, ναι, και την «Τρανταφλιά»

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

ΔΙΣΚΟΙ JAZZAWAY η jazz στο Όσλο σήμερα

Η Jazzaway Records δημιουργήθηκε από τον σαξοφωνίστα Jon Klette (leader των Jazzmob), στο Όσλο, το 2003. Μέσα σε 7 χρόνια έχει κατορθώσει να κυκλοφορήσει περί τα 45 CD, παρουσιάζοντας ένα πλήρες προφίλ της norwegian jazz, εντός του οποίου παρεμβαίνουν (και) θυελλώδεις αμερικανικές προσωπικότητες…
Στη Νορβηγία η modern jazz έχει τεράστια παράδοση, ήδη από τα χρόνια του ’60. Παγκοσμίως γνωστή από τους μουσικούς που έχτισαν πρόσωπο – και το πρόσωπό της – μέσα από την ECM, η nordic jazz έχει ένα βάθος, το οποίο δεν είναι εύκολο να καταγραφεί μόνον από τα major labels. Εκεί ακριβώς επεισέρχονται οι μικρές εταιρίες, οι οποίες και εμφανίζουν τις σχετικές… λεπτομέρειες. Πρόσφατες κυκλοφορίες της Jazzaway αφορούν σε άλμπουμ των FLUX, Crimetime Orchestra, Jazzmob, Sam Newsome & Lucian Ban κ.ά. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σε πέντε απ' αυτές του πρόσφατου παρελθόντος…Ο Nils-Olav Johansen είναι κιθαρίστας, πληκτρονίστας και τραγουδιστής, αλλά κι ένας από τους πιο… απασχολημένους sidemen της σκηνής την τελευταία 15ετία. Το “My Deal” [Jazzaway JARCD038, 2007] υπήρξε το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ ως leader, και ταυτοχρόνως μία εντελώς ιδιοσυγκρασιακή απόπειρα να διαβαστεί το κλασικό αμερικανικό songbook, συν κάποια ακόμη στάνταρντ, μ’ έναν τρόπο που να ξεπερνά (σχεδόν) τη φαντασία. Ο Johansen δεν δρα, σώνει και καλά, αποδομητικώς. Δεν σπάει τις αρμονίες, κάνοντας τα τραγούδια αγνώριστα. Απλώς παίζει λίγο με τους ρυθμούς και αυτοσχεδιάζει πάνω στις μελωδίες και με τους τρεις του ρόλους· του τραγουδιστή, του keyboard player, του κιθαρίστα. Το αποτέλεσμα βγάζει μίαν αίσθηση μοντερνισμού, την οποίαν σπανίως την συναντάς σε τέτοιου είδους κομμάτια. Δεν θα μιλούσα για κάποιο είδος nu-jazz, όσο για μιαν καθ’ όλα επιτυχημένη απόπειρα να φορεθούν… καινούρια καλύμματα στα πιο παλιά μας έπιπλα. Ο Johansen τραγουδά σαν crooner του νέου καιρού, τα πλήκτρα του γρυλλίζουν σαν τριζόνια (“Once upon a summertime”, “The song is you”), οι κιθάρες του λαλάνε με ποικίλους τρόπους (ταχύτατοι δακτυλισμοί, ποικιλία ηχοχρωμάτων – απίθανο το country “Bye bye blackbird”), δίχως ποτέ και πουθενά να χάνεις επαφή μ’ αυτά τα πασίγνωστα τραγούδια (κορυφαίο το “Stella by starlight”). Τον βοηθούν προσέτι οι: Mats Eilertsen μπάσο, Andreas Bye ντραμς, Reidar Skar ντιτζεϊκά.Όλοι γνωρίζουν τον αμερικανό reedman Sonny Simmons από τα άλμπουμ του στην Contemporary και την ESP-Disk’ στα sixties, κι επίσης από τη συνεργασία του με τον Eric Dolphy, τον Elvin Jones και άλλους διαφόρους. Μουσικός αναγνωρισμένος, κυρίως γιατί υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις την παρουσία του αγγλικού κόρνου στα jazz combos, ο Simmons εξακολουθεί να βρίσκεται στη σκηνή και να παράγει έργο.
Τον Οκτώβριο του 2004 ο Sonny Simmons επισκέπτεται τη Νορβηγία, το Όσλο πιο συγκεκριμένα, για μία σειρά παραστάσεων. Εκεί ήταν, όταν τον έπιασε ο Jon Klette, ζητώντας του να τον ηχογραφήσει για την νεοσυσταθείσα, τότε, εταιρία του. Και όντως. Τον Δεκέμβριο του ’04, τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του ’05, ο Simmons θα γράψει αρκετό υλικό (υπό την ηχητική επίβλεψη του Jan Erik Kongshaug), το οποίον και θα δει το φως της δισκογραφίας, λίγο αργότερα, σε τρία κανονικά CD.
Το πρώτο είχε τίτλο “Plays the Music of Vidar Johansen, The Traveller” [Jazzaway JARCD011, 2005]. Ο Simmons, απ’ όσα αναφέρονται στο booklet, ήθελε να ηχογραφήσει κάτι με έγχορδα. Ο Klette δεν του χάλασε το χατίρι. Φώναξε το φίλο του πνευστό Vidar Johanson (παλιά καραβάνα κι αυτός) να συνθέσει κάτι για ένα string quartet (δύο βιολιά, βιόλα, τσέλο) και για ένα jazz quartet (Sonny Simmons άλτο, αγγλικό κόρνο, Anders Aarum πιάνο, Mats Eilertsen κοντραμπάσο, Ole-Thomas Kolberg ντραμς). Το αποτέλεσμα κρίνεται ως αξιόλογο. Τα έγχορδα έχουν σεμνή παρουσία, κινούμενα πλησίον της jazz του Simmons· εννοώ εκείνου του spiritual feeling που διακρίνει τον αμερικανό μουσικό από 50ετίας. Τα soli του στο άλτο είναι αυτά που είναι, αλλά εκείνα στο κόρνο (“Humprhey”) είναι άλλο πράγμα.Στο δεύτερο CD “I’ll See You When You Get There” [Jazzaway JARCD025, 2006] έχουμε ακριβώς τους ίδιους μουσικούς, πλην του string quartet. Οι συνθέσεις, επτά στον αριθμό, ανήκουν στον Simmons, ενώ υπάρχουν και δύο 4λεπτες versions του “Round midnight” και του “Tenderly”. Η μπάντα, εδώ, φαίνεται βασικά να συνοδεύει-παρακολουθεί των Simmons στους αυτοσχεδιασμούς του. Έχει, συνήθως, μικρό χρόνο συμμετοχής σ’ ένα «μπροστά» επίπεδο, καλύπτοντας με γνώση το background, επί του οποίου θα ξετυλίξει τις ιδέες του ο Αμερικανός. Κομμάτια όπως το “Colours” π.χ. φανερώνουν την αξία των Νορβηγών στη διαμόρφωση του ιδανικού χώρου (άπιαστος ο κοντραμπασίστας Eilertsen) και βεβαίως την πρωτοκαθεδρία του Simmons στο… jazz κόρνο, με το απίθανο σόλο του (με vibrato).
To τρίτο CD είχε τίτλο “Last Man Standing”, κυκλοφόρησε το 2007, αλλά, γι’ αυτό, θα γράψω άλλη φορά…Περισσότερο από δέκα χρόνια πριν είχα επισημάνει στο Jazz & Τζαζ δύο ρουμάνικα CD – το “Changes, Live at Green Hours” του 1998 και το “From Now On…” του 1999 – ενός σχηματισμού, που άκουγε στο όνομα Jazz Unit. Πιανίστας σ’ εκείνο το γκρουπ ήταν ο Lucian Ban, ένας μουσικός που τιμά, και αυτός, το roster της Jazzaway. Το “Playground” [Jazzaway JARCD018, 2005] είναι ένα… jazz-jazz CD, ερμηνευμένο με ζωντάνια από ένα «τυπικό» κουαρτέτο. Ο Lucian Ban πιάνο, ο Παναμέζος Jorge Silvester άλτο, ο Brad Jones μπάσο και ο Derrek Phillips ντραμς, οι Asymmetry δηλαδή, αποδίδουν 9 δικές τους συνθέσεις, που κινούνται άλλοτε κοντά στο post-bop των early sixties, άλλοτε πλησίον της πρώιμης ελευθερίας του Ornette Coleman και άλλοτε κοντά στην coolness και τον ρομαντισμό ενός Jimmy Giuffre. Το γκρουπ δηλαδή, και ιδίως ο Ban, έχουν/έχει μελετήσει πλείστα όσα μουσικά κεφάλαια, επιχειρώντας ένα ολοκληρωμένο update της jazz history από το οποίο δεν απουσιάζει ούτε το… τραγούδι (το “Silence”, αφιερωμένο στην Shirley Horn, είναι άσμα άνευ στίχων).Περίπτωση ο βαρυτονίστας Alex Harding. Γεννημένος στο Detroit πριν από 43 χρόνια, δηλώνει fan της spiritual jazz των sixties. Μέσα στο Hamiet Bluiett’s Baritone Group, αλλά και στη Sun Ra Arkestra (υπό τον Marshall Allen), ο Harding έχει ήδη ένα έργο πίσω του – όπως μαρτυρούν, εξάλλου και οι άπειρες συνεργασίες του (από τον Muhal Richard Abrams και τον Lester Bowie, μέχρι τον Oliver Lake και τον Greg Osby) –, έργο το οποίον αποκτά μία απόλυτη προσωπική χροιά, καθώς αναφερόμαστε στο άλμπουμ του “The Calling” [Jazzaway JARCD017, 2005]. Ηχογραφημένο στο Brooklyn, τον Αύγουστο του ’05, από την Blutopia, δηλαδή τους Lucian Ban πιάνο, Brad Jones κοντραμπάσο, Nasheet Waits ντραμς, Andrew Daniels κρουστά και φυσικά τον ίδιον τον Alex Harding βαρύτονο σαξόφωνο και μπάσο κλαρίνο, το “The Calling” είναι ένα έργο με σαφείς «πνευματικές» διαστάσεις. Από τη φερώνυμη προσευχή (“The calling”) και το afro… spiritual take my hand, έως το “Sketch” του Sun Ra και το έσχατο παραδοσιακό “Shades of Ellegua”, εκείνο που διαφαίνεται, σε κάθε track της «Κλήσης», είναι η απόλυτη αφοσίωση της μπάντας σ’ έναν ήχο που έρχεται από πέρα. Κορυφαία σύνθεση το “Cultural warrior”, με τα spacey και haunted patterns να συναρπάζουν.
Τελευταίο... Τρεις τύποι, ο Andrew D’Angelo πνευστά, ο Anders Hana κιθάρες (μέλος και της Crimetime Orchestra) και ο Morten J. Olsen ντραμς, δηλαδή οι Morthana, υποστηρίζουν στο “7 0038412 40866 0” [Jazzaway JARCD008, 2004] ένα extreme improv-noise υλικό, κινούμενοι στα όρια του core, το οποίον εκτιμάται και αποτιμάται υπερ-θετικώς στην Ιαπωνία. Τι πιο λογικό;
Επαφή: www.jazzaway.com

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Η ελληνική σκηνή (rock, indie, electro, avant… πείτε την όπως θέλετε) είναι και… πανταχού και βεβαίως παρούσα. Μερικές πρόσφατες κυκλοφορίες αποδεικνύουν όχι μόνο το υψηλό δυναμικό, αλλά και την ποικιλία των χρωμάτων της.
Ξεκινώ από την πατρινή Inner Ear. Πρώτο άλμπουμ το “Man In the Lighthouse” [INN 020, 2010] των Burgundy Grapes. Το συγκρότημα δεν είναι πρωτοφανέρωτο. Έχει κυκλοφορήσει ένα αρχικό CD πίσω στο 2005, κι ένα EP πέρυσι. Μάλιστα, γι’ αυτό, το “Lagero” [Triple Bath], είχα γράψει πριν από ένα χρόνο περίπου (δες κι εδώ... http://is.gd/ixBgC): «Η βάση των Burgundy Grapes είναι η folk, είτε στη μεσογειακή φωτεινή εκδοχή της, είτε στη σκοτεινή αγγλοσαξωνική, είτε στην ‘ερημική’ αμερικανική, με τις κιθάρες, και τους κατά περίπτωση συνδυασμούς τους, να κυριαρχούν. Οι μουσικές των Burgundy Grapes δεν είναι από ’κείνες που θ’ αποκαλούσαμε ‘εξωστρεφείς’. Μοιάζει ν’ αποσκοπούν (τρόπος του λέγειν), περισσότερο προς μία φόρτιση συναισθηματική, που βιώνεται κατά μόνας, παρά προς τη δημιουργία ατμόσφαιρας, η οποία δύναται να ‘εξυπηρετεί’ την επικοινωνία και την επαφή». Όχι μόνο σε γενικές γραμμές, αλλά και σε ειδικές το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και στο “Man In the Lighthouse”. Οι δύο Burgundy Grapes, ο Γιώργος Κολυβάς κιθάρες, ο Αλέξανδρος Μιαούλης επίσης κιθάρες, αλλά και μαντολίνο, μεταλλόφωνο, μπάσο κ.ά., όπως και οι μουσικοί που τους συνοδεύουν (Κατσάνος, Σιώτας, Βελιώτης, Γ. Δημητριάδης, Π. Βαρθακούρης, Γρίβας…) δημιουργούν ένα 58λεπτο, ορχηστρικό έργο, ακουστικής, βασικά, διάθεσης (δεν εννοώ πως δεν υπάρχει ηλεκτρική ενίσχυση, αλλά τους εν γένει «χαμηλούς τόνους). Το folk είναι οπωσδήποτε μιαν άκρη, αν και όχι τόσο στην τραγουδοποιητική του έκταση (το λέω, ακόμη κι αν απουσιάζουν οι στίχοι), όσο σ’ εκείνη της «φυσικής» κιθαριστικής αρχαιοπρέπειας ενός John Fahey φερ’ ειπείν (δεν λέω new-age, αφού με καλύπτει αισθητικώς κάτι που προηγείται). Βεβαίως, στη διαδρομή, υπεισέρχονται κι άλλα στοιχεία, αλλά το γενικό κλίμα δεν αλλάζει. «Ήσυχη», ρέουσα μουσική, άνευ αχρείαστων εξάρσεων (όχι, δεν απουσιάζουν εντελώς), και βεβαίως, με μερικές εξαιρετικές συνθέσεις ανάμεσα· από ’κείνες, που, σπανίως, συναντάμε στην ημεδαπή (έστω και ως «πείραμα»). Ξεχωρίζω την “Letters in a shoe-box”, με κάποιους υπαινιγμούς από “Oh well” (Peter Green) και Μίκη Θεοδωράκη («Όμορφη πόλη»), το “Time doesn’t seem to be healing it”, το “At sea, the biggest danger is land”… Ένα ελληνικό «νέο-αγγλικό» (εκ Νέας Αγγλίας εννοώ) άλμπουμ; Θα έλεγα «ναι». Ξεκινώντας από το εικαστικόν του πράγματος και πηγαίνοντας προς τα ενδότερα.Οι Tango with Lions, αν και κουαρτέτο στο άλμπουμ “Verba Time” [Inner Ear INN021, 2010] – Κατερίνα Παπαχρήστου φωνή, κιθάρες, πιάνο όργανο, κρουστά, Σταύρος Παργινός τσέλο μαντολίνο, Γιάννης Μανιάτης κιθάρες, φυσαρμόνικα, φωνητικά, Ντάνα Παπαχρήστου κλαρινέτο, φωνητικά – στην ουσία είναι το σχήμα μέσα από το οποίον... οριστικοποιούνται οι συνθέσεις, οι στίχοι και οι ερμηνείες της Παπαχρήστου. Κατά βάση, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σεμνά ηλεκτρικό folky CD, διάρκειας 36:07, στο οποίο ακούγονται 12 κομμάτια. Πρόκειται δηλαδή για ένα βινυλιακής στόχευσης άλμπουμ (με 6 tracks ανά πλευρά…), που μπορεί να παραπέμπει σε χίλια-δυο ακούσματα από το παρελθόν, βρετανικά ή αμερικανικά, αλλά που διατηρεί, ταυτοχρόνως, όχι κάποια ελληνικότητα (δεν υφίσταται κάτι τέτοιο – και μάλλον, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, δεν είναι και το ζητούμενο), όσο κυρίως εκείνη την πεποίθηση πως έχουμε να κάνουμε με σύγχρονα, ολοκληρωμένα άσματα. Αν κάτι έχω να προσθέσω είναι αυτό· και δεν αφορά αποκλειστικώς στους Tango with Lions (ή μπορεί και να τους αφορά κάπως). Διακρίνω στη νέα ελληνική folk ομήγυρη (αναφέρω τη λέξη “folk” με ό,τι αγγλοσαξονικώς συμπαρασύρει), αλλά και όχι μόνο σ’ αυτή, μιαν εμμονή με την τραγουδοποιία του Εγγλέζου Nick Drake (να είναι η εντύπωσή μου; – δεν θα τό’λεγα). Θεωρώ τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη υπερεκτιμημένο. Δε λέω πως δεν αξίζει. Λέω πως είναι υπερεκτιμημένος· αναλογιζόμενος το βάθος και το εύρος του british folk. Χρειαζόμαστε δηλαδή folky τραγούδια – ας μείνουμε για την ώρα εκεί – με μεγαλύτερη ρυθμική συνοχή, με «ξεκάθαρες» μελωδίες, με αρμονική επεξεργασία σοβαρή (αφήνω τη στιχουργική-ποιητική...). Έχουν τέτοια τραγούδια στο CD τους οι Tango with Lions; Έχουν. Το εισαγωγικό “House on fire”, ας πούμε. Έχουν κι άλλα (και δεν εννοώ μόνον το “Sad big blue eyes”), αν και, προσωπικώς, θα επιθυμούσα περισσότερα.
Όπως γράφει και το δελτίο Τύπου, από το οποίον αντλώ ολίγα βιογραφικά. «Berlin Brides είναι η Νατάσα Γιανναράκη στιχουργός και τραγουδίστρια και η Μαριλένα Ορφανού συνθέτρια και κιμπορντίστρια. Ξεκινώντας από μιαν ιδέα στο Βερολίνο, δημιουργήθηκαν στην Αθήνα το 2007, παρουσιαζόμενες στη μουσική σκηνή με τους καυστικούς τους στίχους και τις εύφλεκτες ζωντανές τους εμφανίσεις. Έχουν παίξει σε πολλές ελληνικές πόλεις και έχουν εμφανιστεί μαζί με τις CocoRosie, τους Kap Bambino, την Jessie Evans, αλλά και στο φεστιβάλ Ejekt με τους Subways, τους Klaxons, τον Jarvis Cocker και τους Royksopp». Οι Berlin Brides, που ήδη έχουν ολοκληρωμένη δουλειά, άφησαν πριν από μερικούς μήνες, ως προπομπό, ένα διάφανο 45άρι στην Inner Ear, με τα κομμάτια “Rejection junkie” και “Off the rack”. Στα κομμάτια αυτά, την παραγωγή των οποίων έχει κάνει ο Coti, συμμετέχουν κι άλλοι μουσικοί παίζοντας κιθάρες, μπάσο, ντραμς και κάνοντας φωνητικά. Πρόκειται για δύο κλασικά electro-punk tracks (ή καλύτερα synth-punk, ασχέτως αν στο πρώτο κομμάτι ακούγεται και κιθάρα, και ασχέτως των ψιλο-garage περασμάτων στο δεύτερο), στηριγμένα στα αυθάδη φωνητικά και το «στοιχειώδες» παίξιμο (ας το πούμε lo-fi) των κοριτσιών και των υπόλοιπων μουσικών, απολύτως χαρακτηριστικό μιας τάσης μουσικής που χαρακτήρισε μεγάλο κομμάτι της αγγλικής και αμερικανικής σκηνής (κατ’ αρχάς) ήδη από τα late seventies (για να μην πούμε από τα mid seventies και τις πρώτες απόπειρες των Suicide). Βεβαίως, ως ήχος, ο ήχος των Berlin Brides δεν είναι αναμάσημα του παρελθόντος (κι εδώ η συμβολή του Coti είναι καθοριστική), αφού τόσο οι αρκούντως... φουσκωμένες μπασογραμμές, όσο και η υπόλοιπη φωνητική και οργανική διαχείριση μας παραπέμπουν σε σύγχρονη ηχογράφηση και όχι, φερ’ ειπείν, στις… Vyllies.Έχω πολύ καλή γνώμη για τους Πατρινούς B-Sides. Την έχω γράψει δε (τη γνώμη) και παλαιότερα (http://is.gd/ixC58) με αφορμή τα δύο 45άρια που έχουν κυκλοφορήσει· το “Queen” το 2008 και το “Kill” πριν από λίγους μήνες. Την ίδιαν πολύ καλή γνώμη συνεχίζω να έχω και μετά την ακρόαση της πρώτης ολοκληρωμένης δουλειάς τους, του άλμπουμ “Story Without End” [B-Otherside BSR 006, 2010]. Οι B-Sides είναι ένα «κανονικό» γκρουπ. Αποτελούνται από πέντε παιδιά – Βασίλης Παυλόπουλος φωνή, Γιώργος Πούρικας κιθάρα, Χρήστος Σωτηρόπουλος κιθάρα, Γιάννης Σπηλιωτόπουλος μπάσο, Χρίστος Ανέστης ντραμς –, τα οποία γνωρίζουν να γράφουν μεστά τραγούδια, υπηρετώντας τα σωστά με το ταλέντο και τη δεξιοτεχνία τους. Τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος. Τραγούδια με αξιομνημόνευτα κουπλέ και ρέοντα ρεφρέν. Τραγούδια – pop θα τα χαρακτήριζα, ασχέτως αν είναι rock… – τα οποία δεν προσποιούνται κάτι περισσότερο απ’ αυτό που είναι. (Φίλος, που τους είδε πριν από μερικούς μήνες στην Πάτρα, στο Manifest, μου μίλησε για την καλύτερη παρουσία του διημέρου). Στο “Story Without End” υπάρχουν κάποια γνωστά κομμάτια τους από τα 45άρια, αλλά υπάρχει και το “Angel” και κυρίως το “I cry”. Ένα τραγούδι που κινείται σε pop-psych κατευθύνσεις, όχι με την έννοια της ανάταξης των sixties ή των eighties συνταγών, αλλά ως ένα σύγχρονο, αυτόφωτο, δικό τους άσμα.Το ντεμπούτο της Dalot (πραγματικό όνομα Μαρία Παπαδομανωλάκη) βγήκε πέρυσι στην Coo Records από τη Βέροια. Ο τίτλος του: “flight sessions ep” (http://is.gd/ixCkb). Η Coo, επίσης πέρυσι, είχε δώσει και το άλμπουμ των Cloudcub “Friendly Warning” των οποίων η Dalot ήταν μέλος (ή εν πάση περιπτώσει συνεργαζόμενη). Τώρα, και μάλιστα σε αμερικανική ετικέτα, την n5MD, από το Oakland της California, ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ (44:34) της καλλιτέχνιδας από την Κρήτη έρχεται να μας υπενθυμίσει το γεγονός πως οι μουσικοί, πολύ συχνά, είναι σε θέση να εντοπίσουν κατάλληλες «στέγες», για τα έργα τους (αρκεί να ρίξει κάποιος μια ματιά στο site της εταιρίας – δεν υπαινίσσομαι τίποτα για την Coo), προωθώντας τα από θέσεις ισχύος. Το “Loop Over Latitudes” είναι ένα έργο ολοκληρωμένο. Όχι, γιατί η διάρκειά του είναι 44:34 (διπλάσια από το EP δηλαδή), όσο γιατί εμφανίζει, σε «δεμένες» εναλλαγές ποικίλα electro και ηλεκτρακουστικά χαρακτηριστικά, τα οποία πατούν με σαφήνεια στο χθες (στο “Above the rooftops” π.χ. υπάρχει ένας… 70s Klaus Schulze απόηχος), κοιτώντας δημιουργικώς το τώρα. Η Dalot, στο “Loop Over Latitudes”, δεν διαχειρίζεται αποκλειστικώς ηλεκτρονικούς ήχους, αφού και «κανονικά όργανα» (φωνές, κρουστά, κιθάρες) παρεισφρέουν στις ηχοδομές της, δίνοντας με κομμάτια όπως το 7λεπτο “Story of a city” τη συνολική της άποψη γύρω από το πώς αντιλαμβάνεται τη συνύπαρξη φυσικών και επεξεργασμένων ήχων, παραδίδοντας, εν τέλει, μία σύνθεση «πολλών κυβικών».
Επαφή: (για Burgundy Grapes, Tango with Lions, Berlin Brides) www.inner-ear.gr, 2. (για B-Sides) www.b-otherside.gr, www.b-sides.gr, 3. (για Dalot) www.n5md.com

ΕΞΑΡΣΗ - ΕΚΘΕΣΗ

O Κορνήλιος Διαμαντόπουλος είναι φίλος και συνεργάτης στο Jazz & Τζαζ· τον γνωρίζω από το ’95. Είναι ένας άνθρωπος πολυσύνθετος (ζωγράφος, κομίστας, συνθέτης-μουσικός), που δημοσιογραφεί με ιδιαίτερο μεράκι για και περί τη μουσική και ο οποίος, τον τελευταίο καιρό βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση. Εννοώ πως «βγαίνει προς τα έξω», κατά το κοινώς λεγόμενο, μέσω δύο καίριων γεγονότων. Το πρώτο αφορά στην κυκλοφορία του τελευταίου του CD «Σκηνικές (& Κλινικές) Περιπτώσεις», το οποίον αποτελεί ολοκλήρωμα 25ετίας (θα γράψω μόλις το ακούσω), ενώ το δεύτερο έχει να κάνει με την πρώτη ατομική του έκθεση ζωγραφικής, την «Αναδρομική 79/10», την οποίαν θα παρουσιάζει στο Art Gallery Café (Ιπποκράτους 1 & Γαληνού, Βούλα) έως και την 31/12.
Αντιγράφω λίγα λόγια από το βιογραφικό του. Ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος μαθήτευσε κοντά στους ζωγράφους Γ. Δρόσο, Β. Βλαχόπουλο, Γ. Γαΐτη και στους γλύπτες Γ. Μανιατάκο και Κ. Κουσκουρή. Ασχολήθηκε ενεργά με την εικονογράφηση, τα κόμιξ και τη γελοιογραφία, με δημοσιεύσεις κυρίως στα περιοδικά Βαβέλ, Παρά Πέντε, Μελωδία, Ραδιοτηλεόραση κ.ά. Έχει πραγματοποιήσει συνεργασίες με γνωστούς συνθέτες (Μαμαγκάκης, Σαββόπουλος) ως σχεδιαστής εξωφύλλων και εικονογράφος. Έχει πάρει μέρος σε δεκάδες εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όλες ομαδικές, τις περισσότερες φορές ως σχεδιαστής. Ο Γιάννης Μόραλης εικονογράφησε το πρώτο του CD, συνεργαζόμενος, μάλιστα, μαζί του στη σύνθεση ενός μουσικού κομματιού (δες http://is.gd/iwe5O). Από το 1998 καλύπτει ως παρουσιαστής και τεχνοκριτικός την εικαστική στήλη στο Jazz & Tζαζ.ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ ΚΙΘΑΡΙΣΤΕΣ (Σχέδιο, 2000). Μελάνια και μαρκαδόροι σε χαρτί, 29Χ31 εκατοστά. Φόρος τιμής στον M.C. Escher. Δίπτυχο, β' μέρος.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

CAROLYN HESTER let’s get together…

Μετά τον Bob Dylan, που το επιχείρησε στο “Bringing It All Back Home” [Columbia, 3/1965], όλοι οι folkists, ο ένας μετά τον άλλον, που συνδέθηκαν κάποια στιγμή μαζί του, αποφασίζουν να δώσουν στο κοινό και την… ηλεκτρική πλευρά τους. Ας πούμε, οι Richard & Mimi Farina το επιχείρησαν με τα “Celebrations for a Grey Day” [Vanguard, 4/1965] και “Reflections In A Crystal Wind” [Vanguard, 12/1965], ο Dave van Ronk κυρίως με το “Dave van Ronk and the Hudson Dusters” [Verve, 1968], αν και ηλεκτρικά κομμάτια είχε και στο “No Dirty Names” [Verve, 1966], ο Eric Von Schmidt με το “Who Knocked the Brains Out of the Sky?” [Smash, 1969] κ.ο.κ. Έτσι κι η φίλη του από παλιά Carolyn Hester (φίλη του Dylan εννοώ) μπαίνει στην electric psych φάση της (με το συγκρότημά της Coalition) με δύο άλμπουμ που εκδόθηκαν στην Metromedia, τη διετία 1969-70. Αυτά τα δύο άλμπουμ, το “Carolyn Hester Coalition” [MV017] και το “Magazine” [MV018] επανεξέδωσε, 40 χρόνια μετά, η ελληνική Missing Vinyl. Ακούω το πρώτο…Οι Coalition (Dave Blume μπάσο, πιάνο, όργανο, vibes, Skeeter Camera ντραμς, κρουστά, Steve Wolfe lead κιθάρα) είναι μία folk-rock ομάδα, η οποία όλη μέσα στο πνεύμα της εποχής, εξηλεκτρίζει με σύνεση και γνώση τις απέριττες, στεγνές ερμηνείες της Hester. (Η φωνή της καθαρή και δυνατή, αλλά στα όρια του οξύτονου, μπορεί oλίγον να ξενίζει στην αρχή, αλλά ok). Η Carolyn Hester υπήρξε (ακόμη παίζει και τραγουδά) προσωπικότητα του χώρου. Στο πρώτο της άλμπουμ, από το 1958, φαίνεται πως συμμετείχε και ο Buddy Holly, γνώρισε τον Dylan το 1961, υπήρξε σύζυγος του Richard Farina (πριν εκείνος γνωρίσει την Mimi Baez) και γενικώς στα sixties υπήρξε αδιαμφισβήτητη folk icon. Εδώ, σ’ αυτό το πρώτο ηλεκτρικό LP της, υπάρχουν τα στάνταρντ της περιόδου, όπως το “Let’s get together” του Dino Valenti, υπάρχει το έξοχο παραδοσιακό “East Virginia”, υπάρχουν οι συνθέσεις άλλων, όπως το καταπληκτικό “Half the world” των Joan Maitland & John Scott ή το κλασικό αντιπολεμικό του Ed McCurdy “Last night I had the strangest dream”, υπάρχουν, τέλος, τα δικά της “The journey”, “Buddha (was her best man”)… Ακόμη καλύτερο (δηλαδή ωριμότερο) ακούγεται στ’ αυτιά μου το “Magazine”. Ο ήχος είναι πιο πλούσιος, αφού οι Coalition είναι πλέον τέσσερις (οι Blume, Camera, Wolfe και ο καινούριος Dave Mauney vibes, μπάσο), ενώ και η Hester «σφίγγει» ακόμη περισσότερο τα φωνητικά της, κατευθύνοντάς τα προς ένα haunted πλαίσιο. Τα εξαίρετα τραγούδια “Rise like phoenix”, “Plant the crops in the garden”, “Just follow me” και “Sir Robert, the lost knight”, συναγωνίζονται με την άπιαστη psych version του “St. James Infirmary” (με αλλαγμένους στίχους – η ιστορία ενός αγωνιστή της ελευθερίας έτσι όπως την αφηγείται η γυναίκα του). Τρανό – και σχετικώς άγνωστο – άλμπουμ. Επαφή: http://is.gd/iuuP5

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

TRINI LOPEZ η αρχή τού folk-rock

O υπότιτλος είναι προκλητικός. Μπορεί να είναι και… ανιστόρητος. Αλλά, επειδή η ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται, επειδή έχω την αδυναμία να βρίσκω, πάντα, μία «πιο δεύτερη» από εκείνην που μοιάζει γενικώς παραδεκτή ή αποδεκτή, επειδή μου αρέσει να ασχολούμαι με τα υποτιμημένα (ας το πω έτσι - αν και δεν ισχύει ακριβώς στην περίπτωσή μας) πρόσωπα της pop πινακοθήκης, λέω πως folk-rock gem παλαιότερο από το “The search goes on” του σπουδαίου Trini Lopez (και του Dwayne Sheffield) δεν έχω ξανακούσει. (Και πόσο παλαιότερο να ήταν δηλαδή!). Το κομμάτι πρωτο-παρoυσιάστηκε το 1960 (ναι το 1960) στο 45άρι “It hearts to be in love/ The search goes on” [King 45-5344] και έκτοτε μερικές φορές ακόμη.
Το 1966 (ή μήπως το ’65;), όταν το folk-rock άρχιζε σιγά-σιγά να κυριαρχεί, ο Lopez και η King, ψυλλιαζόμενοι, πιθανώς, τι είχαν πράξει 5-6 χρόνια πριν, όταν όλοι οι υπόλοιποι (Animals, Dylan, Byrds…) ήταν «αγέννητοι», ξαναηχογράφησαν(;) το κομμάτι, στο 45άρι “The search goes on/ Chain of love” [King 45-6021] μπας και… Αλλά μπα…
Κι αυτό. Στη χρυσή του εποχή ο Trini Lopez έμπλεξε το "Never on Sunday" του Μάνου Χατζιδάκι με τους ήχους της Καραϊβικής. Ξανάκουσα τώρα το γαλλικό τεσσαράκι "Surf No5" [Reprise/ Disques Vogue RVEP. 60.043], το οποίο ακολουθούσε κατά πόδας, κυρίως με το "Granada", τις επιτυχίες του Lopez εν Παρισίοις ("If i had a hammer", "Unchain my heart", "Green, green", "La bamba"...) και μπορώ να πω ότι το χάρηκα.

MR.HO’s ORCHESTROTICA ζώντας εύκολα

Απερίγραπτου και δυσεύρετου σεβασμού και ακόμη πιο δυσεύρετης ποιότητας tribute στις μουσικές του μάγου των stereo ηχογραφήσεων, του μεξικανού κοσμοπολίτη Juan Garcia Esquivel, ή απλώς Esquivel (1918-2002), εδώ, από μία 23-μελή ομάδα, τον πιανίστα Mr.Ho (άλλως Brian O’Neill) και την... Ορχηστρότικά του. Αναπαρίσταται, έτσι, ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της space age pop, της καλύτερης ορχηστρικής pop, που χαράκτηκε ποτέ σε δίσκο. Γιατί, περί αυτού πρόκειται· κι εδώ είναι η αξία των “Unforgettable Sounds of Esquivel” [ΤΙΚΙ-001, 2010]. Οι μουσικές του Esquivel, και κατ’ επέκτασιν οι επανερμηνείες των υπό τον Mr.Ηο, έχουν το νόημα και τη σημασία που έχουν όχι εξ αιτίας της «δυσκολίας» τους στα πεντάγραμμα, αλλά λόγω του τρόπου που παρουσιάστηκαν αυτές (εκείνες κι ετούτες), του τρόπου δηλαδή που διαχειρίστηκε το… θόρυβό τους ο Esquivel και περαιτέρω ο Mr.Ho (ποτέ ένας ήχος ορχηστρικής ποπ δεν υπήρξε περισσότερο εκκωφαντικός), του τρόπου που ενσωματώθηκαν οι φωνές στο πρωτογενές οργανικό περιβάλλον, μέσω της τότε στερεοφωνικής και σήμερα πολυκάναλης διαδικασίας. Πώς κατάφερε αυτό το αποτέλεσμα ο Esquivel, στα τέλη των fifties, είναι ένα ζήτημα. Σε πιο κανάλι ηχογραφούσε τα «ζου-ζου-ζου» του, τι έβαζε απέναντί τους, πώς ακριβώς έχτιζε τους «τοίχους» και τα «τείχη» – πάνω από τα οποία οι τρομπέτες της… Ιεριχούς, γκρέμιζαν ό,τι είχε απομείνει – είναι κάτι που μένει, και θα μένει, να ερευνηθεί. Τα απίστευτα ηχητικά ντεμαράζ, τα «πρωτόγονα» εξαντλητικής φαντασίας εφέ, τα επικοινωνούντα sections, η κάψα τού αγνού rock n’ roll, η φυσική αγωνία της exotica και το παραμύθι του easy living, έτσι όπως όλα χαρτογραφήθηκαν στην πρώτη μεταπολεμική κοινωνία, εξακολουθεί να βρίσκονται, ως φαίνεται, εν ισχύι. Νοιώστε τη δύναμη του “The Boulevard of Broken Dreams” και του “Frenesi” από την Orchestrotica, όχι γιατί η ζωή κάνει κύκλους (σιγά μην παριμέναμε το… ΔΝΤ, για να ξανακούσουμε Esquivel), αλλά επειδή παραμένει, ευτυχώς, πάντα, ίδια.
Επαφή: www.orchestrotica.com

JAZZ & TZAZ 213

Στο καινούριο Jazz & Tζαζ o Θανάσης Μήνας γράφει για τις περιπέτειες του Keith Richards στην Τζαμάικα – μία, πράγματι, ξεχωριστή ιστορία –, όπως ξεχωριστές είναι κι οι ιστορίες του John Zorn (του άλμπουμ του “Femina”) και των Thomas Stronen & Iain Ballamy (από το roster της ECM), τις οποίες αφηγείται ο Γιάννης Μουγγολιάς. Ακόμη, στα θέματα, o Nίκος Κ. Φωτάκης γράφει για την ιδιάζουσα τραγουδιστική περίπτωση της Κορεάτισσας Youn Sun Nah (στο εξώφυλλο), ο Γιώργος Χαρωνίτης επικεντρώνεται στο έργο του θρύλου ενορχηστρωτή της jazz Gil Evans, καθώς ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος σκύβει, για ακόμη μία φορά, στην ογκώδη, πρόσφατη (2010), δισκογραφία του Νίκου Μαμαγκάκη. Στις συνεντεύξεις, ο Δημήτρης Κατσουρίνης μιλά με τους soul-funksters Diplomats of Solid Sound, ο Βαγγέλης Αραγιάννης σε ευθεία με τον αμερικανό «πνευστό» Daniel Bennett, κι εγώ σε μια εκ του σύνεγγυς κουβέντα με τον μπασίστα των Swing Shoes, Πάνο Τομαρά. Σημειώνω, ακόμη, το progressive πέρασμα (New Trolls, Osanna, Rovescio della Medaglia) του φημισμένου cine-scorer Luis Enriquez Bacalov, έτσι όπως το αποτυπώνει ο Κλήμης Λεοντίδης, όπως και το πορτρέτο των Yianneis από τον Σπύρο Σερλεμέ. Τα υπόλοιπα θα τα ανακαλύψετε μόνοι σας…Στο CD ηχογραφήσεις του Gil Evans της περιόδου 1957-1959, με Steve Lacy, Paul Chambers, Jo Jones, Elvin Jones, Cannonball Adderley, Art Blakey κ.ά.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

ξεκίνησε η κινηματογραφική σεζόν…

Δεν πρωτοπήγα την Κυριακή σινεμά, αλλά την Κυριακή άνοιξε για μένα η σεζόν. Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο…Η «μαγεία της σκοτεινής αίθουσας» και τρίχες κατσαρές. Για ποια «μαγεία» μιλάμε, όταν είσαι αναγκασμένος να υποστείς τον κάθε αχαρακτήριστο, που πηγαίνει στο σινεμά για να φάει και να πιει, ζέχνοντας ποπκόρν και κοκακόλα; Πρέπει ν’ απαγορευτεί, με... συνταγματική αναθεώρηση, το φαΐ και το πιοτί στο σινεμά. Πάει και τελείωσε. Άιντε, ν’ ανεχθείς το στριμωξίδι (που δεν το ανέχεσαι για κανένα λόγο). Άιντε ν’ ανεχθείς το διπλανό σου, που απλώνεται στο κάθισμά του λες και κάνει ηλιοθεραπεία (πας αλλού, ok – αν υπάρχει θέση). Άιντε, ν’ ανεχθείς και την κοτσάνα που ξεστομίζει ο κάθε πικραμένος, περιμένοντας να του προσπορίσει δόξα το... σινεφίλ κοινό. Όλα μπορεί να τ’ ανεχθείς, εκτός από τις μυρωδιές. Φαΐ, πορδές, ρεψίματα, απλησιά, «αποσμητικά» χώρου, «αποσμητικά» γενικώς... Τα πάντα βρωμάνε. Ακόμη κι οι μοκέτες. Πας να δεις μια ταινία και σου γυρίζουν τ’ άντερα.
Υπάρχει λοιπόν ένα σινεμά, που, πραγματικά, μου φτιάχνει το κέφι, παρότι αλλάζει ταινία κάθε… 31 του μηνός. Είναι το Παλάς, στο Παγκράτι. Μιλάμε για μία καταπληκτική, παρατημένη, μακρόστενη σάλα (με τις σωστές μακρόστενες διαστάσεις), με άθλια καθίσματα (πρέπει να ’σαι Πυγμαίος, για να κάτσεις κάπως άνετα), πλην δυο-τριών «αεροπορικών»(!), τα οποία έχω «νοικιάσει», πραγματικά μεγάλη οθόνη (όχι multi τσιγκουνιές), καλόν ήχο (εδώ, υπάρχει, ευτυχώς, ένας εκσυγχρονισμός) και, κυρίως, με δυο αφεντικά, έναν άντρα και μία γυναίκα, μιας κάποιας ηλικίας, που κρατούν την επιχείρηση, αλλά είναι και στον κόσμο τους.
Η γριά (με σεβασμό και με σχετική συμπάθεια την αποκαλώ τοιουτοτρόπως) κάθεται, συνήθως, στο ταμείο. «Συνήθως», λέω, γιατί τις περισσότερες ώρες δεν θα τη βρεις εκεί. Ξεπορτίζει. Έτσι, το σινεμά παραμένει εντελώς αφύλακτο, βορά στον κάθε τζαμπατζή. Περίεργο όμως. Γιατί το τριπλό εισιτήριο στο Παλάς είναι αστείο, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να το πληρώσει όλος ο κόσμος. (Δε μιλάω δηλαδή για τις τιμές των… καθωσπρέπει αιθουσών, που είναι «φαρμακείο»). Φαίνεται, όμως, πως μερικοί ή είναι πολύ «μάγκες», ή δε διαθέτουν ούτε καν τα στοιχειώδη. (Δυστυχώς, συμβαίνουν και τα δύο).Πηγαίνεις, λοιπόν, στο Παλάς και γλιτώνεις όλη εκείνη την αμερικανίλα, ου μην αλλά και την ευρωπαΐλα, που πρόθυμα αντιγράψανε οι διάφοροι μπαστουνόβλαχοι. Είναι σαν να βουτάς κατευθείαν στο απώτατο παρελθόν. Θες στην Αμαλιάδα, θες στην Άρτα, θες στην Κοζάνη..., μιλάμε για τέτοιο κλίμα. Κοιτάς γύρω σου μήπως σε «κόβει» ο χαφιές, ή έστω ο γυμνασιάρχης σου...
Το σινεμά δεν έχει κόσμο. Πάνε λίγοι. Και, κυρίως, μιας ορισμένης ηλικίας. Εγώ λέω «ευτυχώς», κυρίως γιατί οι «ορισμένης ηλικίας» κάθονται ήσυχοι, αποφεύγουν τα ποπκόρν και την κοκακόλα –εκτός αν μιλάμε για τίποτα πορνόγερους–, ενώ και στο φαΐ είναι εγκρατείς, αφού τρώνε σπίτι τους· που τους έρχεται και φθηνότερα. Εξάλλου, και εν αντιθέσει με τους πιτσιρικάδες, αυτοί δεν έχουν μπαμπά, για να τα χώνει ες αεί. 
Βεβαίως, ο ιδιοκτήτης, ο γερο-Πόταγας, θα λέει «δυστυχώς», μα δε με νοιάζει. Έτσι κι αλλιώς κατά βάθος μου τη σπάει. Είναι καχύποπτος – κι αυτός κι η γυναίκα του ταμείου. (Μ’ έχουν ρωτήσει 2-3 φορές αν έχω βγάλει εισιτήριο, ενώ κάθομαι αναπαυτικά –απλωμένος, κάνοντας ηλιοθεραπεία– έχοντας, φυσικά, πληρώσει. Τέλος πάντων. Ξέρουν ότι μπουκάρουν διάφοροι και φυλάνε τα ρούχα τους). 
Εκείνο, όμως, που κυρίως μ’ ενοχλεί έχει να κάνει με το ότι είναι εθνικιστής (διαφόρων αποχρώσεων). Έτσι νομίζω δηλαδή. Παλιά, είχε κοτσάρει στη μόστρα τού σινεμά του μια ταμπέλα της «Δημοκρατικής Περιφερειακής Ένωσης», του «Ιταλού» Μιχάλη Χαραλαμπίδη (δεν ξέρω πόσοι τον θυμούνται). Αργότερα περάσαμε στον Παπαθεμελή – στα τραπεζάκια τού φουαγιέ δεν έβλεπες τα προγράμματα των ταινιών, αλλά τις προκηρύξεις της «Δημοκρατικής Αναγέννησης». Πέρυσι, στις εκλογές, βγήκε «Καρατζαφέρης»…
Βουρ λοιπόν για το Παλάς. Με τρία ευρώ η ταινία, χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς ορδές, χωρίς ουρές και, κυρίως, χωρίς αηδιαστικές μυρωδιές... πέραν μιας κάποιας ποιητικής αποφοράς, καθώς το βλέμμα πλανιέται στα περασμένα μεγαλεία. Τα οποία μεγαλεία, έτσι όπως τα λέμε, ελπίζω να τα σεβαστούν όσοι ορέγονται την αίθουσα – ΥΠΠΟ, εργολάβοι κ.λπ. – αφήνοντάς τα στη φθορά τους.
Γέρο, γερά ρε...

Το κείμενο γράφτηκε για πρώτη φορά, πέρυσι την 20η Νοεμβρίου. Εδώ, δημοσιεύεται για δεύτερη φορά κομματάκι εκσυγχρονισμένο…

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

ΞΥΔΟΥΣ – ΣΤΟΚΑΣ – ΜΑΛΑΜΑΣ

Οι τραγουδοποιοί ή έχουν (πάντα) μισο-γραμμένους δίσκους στα χαρτιά τους ή τα στούντιο, ή δίνουν ή ετοιμάζουν live. Έτσι, όταν συμβεί το αναπάντεχο, πάντα κάτι θα υπάρχει σχεδόν έτοιμο, σχεδόν τελειωμένο, ίνα γίνει εμπόρευμα. Σωστό, λάθος, πρέπον ή μη; Σ’ αυτά απαντά ο καθένας μόνος του. Ο απρόσμενος θάνατος του Μάνου Ξυδούς (13/4/2010) είναι η αιτία και η αφορμή της κυκλοφορίας ενός άλμπουμ που ετοίμαζε, αλλά δεν το ολοκλήρωσε. Το «Όταν θα φύγω ένα βράδυ από ’δω» [7, 2010], δεν αλλάζει την εικόνα που έχει σχηματίσει ο κόσμος για την τραγουδοποιία του Ξυδούς. Βιωματικός λόγος, αν και τακτοποιημένος με υπερβάλλοντα ζήλο, μπαλαντορόκ μουσικές καταστάσεις. Δεν πρόκειται για το είδος εκείνο του ελληνικού τραγουδιού στο οποίο βρίσκω κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον (τονίζω το «ιδιαίτερο», γιατί ένα ενδιαφέρον πάντα υπάρχει)· αλλά αυτό μην το πάρετε τοις μετρητοίς, καθότι ο «Βυθός» του Κώστα Παρίση (με τους Πορτοκάλογλου, Τσακνή και τις κόρες του Ξυδούς) είναι καλό τραγούδι. Απεναντίας, πάρε τε αν θέλετε τοις μετρητοίς πως η εκδοχή του κλασικού spiritual “Mary don’t you weep” (ως «Μαίρη, μη λυπάσαι πια») δεν ανταποκρίνεται (και τόσο) στο βάρος του τραγουδιού. Θα μου πείτε, βεβαίως, πως αυτό δεν είναι εξ ανάγκης μεμπτό. Ok. Nα συμφωνήσω.Πολυσυλλεκτική η «Βόλτα» [7, 2010] του Μπάμπη Στόκα. Στα τραγούδια έχουν συμβάλλει, εκτός από τον ίδιον, και οι Γιάννης Κωνσταντινίδης, Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, Κώστας Λειβαδάς, Αγαθή Δημητρούκα, Ισαάκ Σούσης, Μάνος Ελευθερίου και Αλέξανδρος Στεφόπουλος. Συνηθισμένο γεγονός; Απολύτως θα έλεγα. Όπως, επίσης, είναι σύνηθες και τα 16 τραγούδια της έκδοσης να μην στέκονται, όλα, στο αυτό επίπεδο. Όπως είναι αναμενόμενη και η ερμηνευτική προσέγγιση του γνωστού τραγουδιστή. Σε πολλά από τα κομμάτια ακούγονται κοινοτοπίες, σε άλλα οι συνθέσεις δεν έχουν κάτι να προτείνουν, και οπωσδήποτε στα λιγότερα μουσικές και στίχοι συμβάλλουν προς τη δημιουργία του αξιοπρόσεκτου. Αλλά και οι ενορχηστρώσεις δεν ξεφεύγουν από την πεπατημένη. Καμμία φαντασία. Καμμία αιχμή. Κανένας «προσωπικός» ήχος. Παρά ταύτα δύο θέματα ξεχωρίζουν. Να είναι συμπτωματικό άραγε πως και τα δύο («Δεν είναι αργά», «Έρασμος») είναι σε στίχους της Αγαθής Δημητρούκα; Ίσως.Η ιστορία λέει πως οι συναυλίες του Σωκράτη Μάλαμα είναι το «άλλο πράγμα». Δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω. Μία φορά έχω δει live τον Σωκράτη Μάλαμα, και μάλιστα πριν πολλά-πολλά χρόνια. Θα επιχειρήσω, έτσι, να σχηματίσω γνώμη, τώρα (όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατόν), τη βοηθεία του 4πλού CD «έξω» [Lyra, 2010], που αποτελείται από ζωντανές ηχογραφήσεις που συνέβησαν στο Θέτρο Βράχων (Βύρωνας), στο Θέατρο Δάσους (Θεσσαλονίκη) και στο στούντιο Royal Alzheimer Hall (Θεσσαλονίκη). Ο Μάλαμας έχει δίπλα του, σε κάθε περίπτωση, δεδομένο συγκρότημα (Κλέων Αντωνίου κιθάρα, Φώτης Σιώτας βιολί, Κυριάκος Ταπάκης μπουζούκι, λαούτο, μπάσο-ντραμς οι Παπατριανταφύλλου-Μιχαηλίδης, ο ίδιος παίζει ακουστική κιθάρα, ο Νίκος Παραουλάκης νέι). Είναι εξασφαλισμένη, δηλαδή, η ηχητική ενόητα (όχι μόνο στα… έξω live, αλλά και στα στούντιο). Τίποτα, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να διασαλεύσει τον τρόπο της μπάντας να είναι αυτή που είναι, παράγοντας έναν σήμα κατατεθέν ήχο. Εκεί, επάνω, πατάει ο Μάλαμας προκειμένου να δώσει σχήμα στα τραγούδια του, τα οποία αποκτούν έτσι ακόμη μεγαλύτερη ενότητα – παρότι μερικά απ’ αυτά τα χωρίζουν δύο δεκαετίες. Η… σταθερή και αδιασάλευτη λιτότητα, λοιπόν, είναι ό,τι παρέχει τη δύναμη στον Μάλαμα στο να παραμένει πειστικός, στα δυνατά τραγούδια Λάσπες, Το γράμμα και σε όποια άλλα από τα υπόλοιπα.

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ Άφοβοι-Έφηβοι

Μπορεί ως φόρμα, ως γενική ιδέα, το νέο άλμπουμ του Μανώλη Γαλιάτσου υπό τον τίτλο «Άφοβοι-Έφηβοι» [Largo/ Soundforge, 2010] να μην απέχει πολύ από το «Ημερολόγιο: Largo» (2007) και τις «Θάλασσες των Μικρών Λάμψεων» (2009) απέχει, όμως, εν σχέσει μ’ εκείνα, ως ηχητική (από αισθητικής πλευράς δηλαδή) και βεβαίως ως concept, ως θέμα. Πρόκειται, φυσικά, για ένα ακόμη (το τρίτο στη σειρά) καθ’ ολοκληρίαν μουσικό CD τού καλού συνθέτη, το οποίον επιχειρεί να μετατρέψει σε ήχο ένα συγκεκριμένο πολιτικο-κοινωνικό περιβάλλον. Βασικά, ό,τι ακολούθησε το φόνο του μαθητή Γρηγορόπουλου, με την ταυτόχρονη νεανική εξέγερση και το περιβάλλον καταστροφής που αυτομάτως διαμορφώθηκε («σπασμένες βιτρίνες, φλεγόμενοι κάδοι σκουπιδιών και η διαπεραστική μυρωδιά των χημικών που τρυπώνει παντού», όπως χαρακτηριστικώς λέει ο ίδιος ο Γαλιάτσος).Στην ουσία, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα ιδιότυπο ρέκβιεμ, μιαν απόπειρα να περιγραφεί μουσικώς – για να το πω κάπως απλά – το ξεπούλημα των νεανικών επιθυμιών, η προσεδάφιση της νεότητας στην αδυσώπητη πραγματικότητα, η μάταιη προσπάθεια να περισωθεί ο διάλογος και οι περιλάλητες… δημοκρατικές διαδικασίες. Όπως είχα γράψει και πριν από κάποιο καιρό, με αφορμή το «Κουστουμάκι» του (The) Boyτο soundtrack της οργής – τελεία – θα είναι κενό και θα βρωμάει αιθάλη. Αυτή η αιθάλη είναι που γδέρνει τα πνευμόνια του Γαλιάτσου, οδηγώντας τον στο παρόν ηχητικό αποκύημα.
Στο «Άφοβοι-Έφηβοι» επιχειρείται κάτι, που δεν είναι σύνηθες στην Ελλάδα. Τουλάχιστον στο κομμάτι εκείνος της μουσικής δημιουργίας, που επιθυμεί να γειτνιάζει με την pop σημαντική· τον δρόμο ούτως ειπείν και όχι το σαλόνι. Ο Γαλιάτσος, αποπειράται με τη μουσική του (avant, electronic, τον Morricone, τον Παπαθανασίου…) να δώσει σχήμα και μορφή σ’ ένα είδος νεανικής παραφοράς, που αγγίζει τα όρια της απελπισίας. Από την «Εισαγωγή» έως το «Τέλος της νεότητας», εκείνο το οποίον παρακολουθούμε είναι η πλημμυρίδα μιας θάλασσας ολέθρου, πάνω στην οποίαν επιπλέουν, σπασμένες, κάποιες από τις «σανίδες» της συντροφικότητας [«Έχετε ένα τσιγάρο; (Μετά τη μάχη)»].
Το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Τα λόγια… πολιτικάντικα κομπολόγια, διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν. Ό,τι απομένει επαφίεται και μόνο στην επιμονή τού Οστινάτο...