Κυριακή 10 Απριλίου 2011

somewhere in the street…

Δύο ωραία τραγούδια… Τι ωραία δηλαδή; Κάτι παραπάνω… Και μάλιστα σε ελληνικές εκτυπώσεις… Που σημαίνει ότι κάποιοι συμπατριώτες μας τα άκουγαν πριν από 43-44 χρόνια στα πικάπ της εποχής. Το πρώτο είναι ο ύμνος του βρετανικού freakbeat, το “Pink, purple, yellow and red” με τους Sorrows, που είχε κυκλοφορήσει το 1967 και στην Ελλάδα, ως πρώτη πλευρά στο 45άρι “Pink purple yellow and red/ My gal” [Pye GP 3253]. Το τραγούδι είναι θανατηφόρο, δεν υπάρχει αμφιβολία, αν και δεν ήταν γραμμένο από το αγγλικό συγκρότημα. Πρόκειται για ιταλική σύνθεση του Gian Franco Reverberi (αυτός, και ο μικρότερος αδελφός του Gian Piero έχουν μια «τρελή» καριέρα που διαπερνά την jazz, το rock, τα soundtracks…), σε στίχους κάποιου Despota, την οποίαν είχαν παρουσιάσει οι Sorrows, προς τα τέλη του 1966, όταν είχαν… μετακομίσει, για να συνεχίσουν την καριέρα τους, στην Ιταλία. Αναφέρομαι φυσικά στο 45άρι “Verde giallo rosso blu/ No, no, no, no” [Pye 45NP 5122], με το flip-side να είναι το γνωστό “No, no, no, no” στην ιταλική του εκδοχή. Λέω γνωστό, γιατί είχε κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα από τους Sorrows (στην αγγλική version), ενώ η εισαγωγή του είχε… επηρεάσει και την αντίστοιχη του “Crazy girl”. Εκείνη την εποχή, στην Ιταλία, τους Sorrows αποτελούσαν οι Philip Whitcher lead κιθάρα, τραγούδι, Wes Price μπάσο, Bruce Finlay ντραμς και Roger Lomas δεύτερη κιθάρα (είχε εγκαταλείψει δηλαδή ο Don Fardon). Λίγο αργότερα, μέσα στο 1967, οι Sorrows τοποθέτησαν αγγλικούς στίχους στο τραγούδι, παρουσιάζοντας το τελευταίο τους 45άρι για τη βρετανική Pye, βάζοντας ως flip-side την ωραία εκδοχή τους στο “My gal” των Lovin’ Spoonful. Είναι το single που τυπώθηκε και στην Ελλάδα…Το δεύτερο δισκάκι είναι λίγο πιο… σκοτεινό (αν και ως ήχος πιο... φωτεινό). Πρόκειται για το 45άρι των επίσης Βρετανών The Gods “Baby’s rich/ Somewhere in the street”, που είχε τυπωθεί από την ελληνική Columbia [SCMG 428] το 1968. Οι Gods είχαν σχηματιστεί το 1965 και στις αρχές του ’67 αποτελούνταν από τους Mick Taylor κιθάρα, Ken Hensley πλήκτρα, John Glascock μπάσο, Brian Glascock ντραμς. Αργότερα γίνονται κάποιες ανακατατάξεις (ο Mick Taylor οδεύει προς τους Bluesbreakers, έρχεται ο Greg Lake παίρνοντας τη θέση του John Glascock, o οποίος θα περάσει από ένα κάρο συγκροτήματα πριν φθάσει να παίξει με τους Jethro Tull, τα ντραμς αναλαμβάνει ο Lee Kerslake) και κάπως έτσι πρέπει να γράφουν το… shake (κατά την ελληνική Columbia) “Baby’s rich” (σύνθεση του μόνιμου κιθαρίστα τους Joe Konas και του Ken Hensley – Hensley και Kerslake αργότερα έγιναν πιο γνωστοί μέσω των Uriah Heep). Το τραγούδι είναι καλό, έχει ολίγον αγριεμένες κιθάρες, poppy φωνητικά, ενώ είναι και… shake – δεν υπάρχει αμφιβολία περί τούτου. Πολύ καλύτερη, όμως, ήταν η πίσω πλευρά, το “Somewhere in the street”(σύνθεση του Ken Hensley), ένα τραγούδι μέσα στο ύφος της british-psych της εποχής (1968), με ορισμένα early-prog περάσματα και κάποια επικά φωνητικά, που θα ξανακούγονταν κατά κόρον, λίγο καιρό αργότερα, στα «μεταλλικά» συγκροτήματα…

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

XYSM (XristosYianisSebastianManolis)

Το Σάββατο 12/2 τρέχοντος έτυχε να παρακολουθήσω, στη Knot Gallery, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα live του τελευταίου καιρού. Αναφέρομαι στην κοινή παρουσία των Ιταλών Jooklo Duo, των Βρετανών Blood Stereo και των Ελλήνων XYSM. Κι αν τους πρώτους, που ήταν το βασικό όνομα, τους γνώριζα και τους εκτιμούσα ήδη από τη δισκογραφία, αν τους δεύτερους τούς άκουσα με ενδιαφέρον (κυρίως για τον τρόπο χρήσης της φωνής στο electro-set τους), εκείνοι που με εντυπωσίασαν τελικώς ήταν οι XYSM, μία παρέα παιδιών από την Αθήνα (εννοώ στην Αθήνα σχηματίστηκαν), που χειρίζονταν κανονικά όργανα (κιθάρα, μπάσο ντραμς, σαξόφωνo…) παίζοντας ένα free form rock (το στήσιμο ήταν rock δηλαδή), που σε συνέπαιρνε με τον φρενήρη παροξυσμό και την αυτοσχεδιαστική του δύναμη. Οι ίδιοι οι XYSM, στο τέλος της παράστασης, μοίραζαν (σε όσους πρόλαβαν…) ένα καλοφτιαγμένο δικό τους demo, διάρκειας 28:08, υπό τον τίτλο “Yagna”, στο οποίο πάγωναν 8 κομμάτια τους (ένα σχεδόν 14λεπτο, ένα 4λεπτο και τα υπόλοιπα ενός-δύο λεπτών), ικανά να μεταφέρουν (όταν τ’ ακούω) κάτι από την ατμόσφαιρα του live.
Η μπάντα παίζει πραγματικά καλά, εμφανίζοντας ένα avant rock, που εκπηγάζει θα έλεγα από τους AMM, πριν διαχυθεί στα… απέραντα χωράφια της improv-jazz (τους Spontaneous Music Ensemble π.χ.) και κάθε τι (σχετικό), που ο καθείς μπορεί ν’ ανακαλέσει (δεκάδες τα ονόματα). Από τις περιπτώσεις, που δεν τις συναντάς κάθε μέρα. Ποιες «περιπτώσεις»; Εκείνες που αφορούν στη δύσκολη μουσική, που κατακρατεί όμως υψηλή επικοινωνιακή δύναμη. Στα υπ’ όψιν.
Πριν από λίγες μέρες επικοινώνησα με τους XYSM (τον ντράμερ Χρίστο Χονδρόπουλο), μέσω του Νικόλα Μαλεβίτση, μαθαίνοντας μερικά στοιχεία για το παρελθόν τους. Οι XYSM λοιπόν δημιουργήθηκαν τον Οκτώβριο του 2009 στην Αθήνα από τους Χρίστο Χονδρόπουλο τύμπανα, ηλεκτρονικά, Γιάννη Σαξώνη μπάσο, κιθάρα, πλήκτρα, ηλεκτρονικά, Sebastian Marteau σαξόφωνα, κιθάρα και Μανώλη Χατζηδάκη μπάσο, όργανο, τρομπέτα, ηλεκτρονικά, έχοντας εμφανιστεί live τρεις φορές έως τώρα· σε μια πλατεία (Sticky Festival-Βόλος), σ’ ένα δισκοπωλείο (Vinyl Microstore-Αθήνα) και στη Knot Gallery. Όπως μου είπε ο Χονδρόπουλος: «οι πρώτοι μήνες ήταν μια περίοδος γνωριμίας, τόσο όσον αφορά στο παίξιμο, όσο και στ’ ακούσματα. Κάνοντας 40λεπτους αυτοσχεδιασμούς και δοκιμάζοντας οτιδήποτε προκαλούσε το ενδιαφέρον μας προσπαθήσαμε ν’ αφήσουμε τον ήχο μας να προκύψει φυσικά. Το ότι η τεχνολογία δίνει σήμερα τη δυνατότητα να ηχογραφείς κάθε μουσική σου συνεύρεση, πιο άνετα και ανέξοδα, σου ανοίγει νέους δρόμους. Η συνεχής ηχογράφηση και ακρόαση όσων παίζουμε είναι για μας καταλυτικής σημασίας. Προσπαθήσαμε να βρούμε το κοινό μας πεδίο, αναζητώντας εκείνα τα μέρη της ηχογράφησης όπου η μουσική έμοιαζε να ζωντανεύει πραγματικά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προέκυψαν εξάλλου και τα CD-R, τα οποία μοιράσαμε στα live μας στην Αθήνα. Stereo ηχογραφήσεις στο στούντιό μας με portable USB recorder πρώτης γενιάς, σε θήκες που θυμίζουν floppy disks, για να υπογραμμίζουν τον lo-fi χαρακτήρα τους. Έως τώρα έχουμε επιλέξει αυτόν τον υπόγειο τρόπο κυκλοφορίας της δουλειάς μας παρά τα δύο βασικά του μειονεκτήματα – την ποιότητα εγγραφής και τα περιορισμένα αντίτυπα. Θεωρούμε πως στα πλαίσια μιας DIY νοοτροπίας τέτοιου είδους κυκλοφορίες συνεχίζει να έχουν νόημα, ειδικά όταν ένα σχήμα είναι σε φάση γνωριμίας με το κοινό».
Επαφή:
http://www.myspace.com/xysmath

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

JAZZ & ΤΖΑΖ 217

Στο καινούριο Jazz & Τζαζ, που σήμερα κυκλοφόρησε, με σειρά εμφανίσεως... Ο Βαγγέλης Αραγιάννης γράφει για τον μπασίστα των Trioism Πέτρο Κλαμπάνη και τη συνεργασία του με την εταιρία του Greg Osby, επίσης για τη συνεργασία Julie Tippetts-Martin Archer. O Κλήμης Λεοντίδης μεγεθύνει στο έργο του Wim Mertens, αλλά και στα δύο LP των βρετανών progsters Catapilla. Ο Γιάννης Μουγγολιάς εστιάζει στην περίπτωση του αυστριακού συνθέτη Thomas Larcher, ενώ ο Θανάσης Μήνας ασχολείται με την Arhoolie Records, μία κορυφαία ετικέτα στο χώρο της αμερικανικής λαϊκής μουσικής. Στο κείμενό μου JazzAmerica καταπιάνομαι με σχετικά καινούριες και καινούριες κυκλοφορίες από την Αμερική, όπως το άλμπουμ της Either/Orchestra “Mood Music for Time Travellers”, ή εκείνο της Sanda (μια τραγουδίστρια που πρωτοακούστηκε στους Team 4, του Thomas Natschinski, στο Ανατολικό Βερολίνο του 1967!). Ο Θωμάς Ταμβάκος, παίρνοντας αφορμή από τα δέκα χρόνια «απουσίας» του Ιάννη Ξενάκη, επικεντρώνεται σε λεγόμενά του, αλλά και σε σύγχρονες κυκλοφορίες με έργα του. Τέλος, ο Γιώργος Χαρωνίτης γράφει για τον ιταλό πιανίστα Stefano Bollani (στο εξώφυλλο), που μας είχε αφήσει άφωνους στη σόλο παράστασή του, το Σεπτέμβριο του ’08, στο Πρώτο Φεστιβάλ ECM.
Φυσικά, και όλη η υπόλοιπη ύλη παρούσα. Jazz eye, με συνεντεύξεις των Penny & The Swingin’ Cats και Biri Biri στους Δημήτρη Κατσουρίνη και Χρήστο Δουκάκη αντιστοίχως, Jazz & Λογοτεχνία, Δισκοκριτικές, Επανεκδόσεις (του Jazzman), δισκορυχείον, Πράξεις Λόγιας Μουσικής (πορτρέτο σε δύο μέρη, από τον Θωμά Ταμβάκο, του «σοβιετικού» συνθέτη Βλαδίμηρου Θεμελίδη), All that Art από τον Κορνήλιο Διαμαντόπουλο... Στο CD “Jazz + Genius” δύο σετ ηχογραφήσεων του Ray Charles, σχετικά με την πιο καθαρή soul-jazz το ένα και την πιο swinging ερμηνεία το άλλο.
Α, και κάτι που ξέχασα να σημειώσω. Το Jazz & Τζαζ, μ' αυτό το τεύχος, μπαίνει στο δέκατο όγδοο χρόνο του...

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

pre-, kraut και post-kraut

(ξαναδημοσιεύω ένα παλαιότερο κείμενο για το “Free Action” του Wolfgang Dauner, επειδή θέλω να το συνδέσω μ' εκείνο για τους Et Cetera) Από την πρώτη φορά που άκουσα σε βινύλιο το “Free Action” [Saba, 1967/ Promising Music, 2008] του σεπτέτου του Wolfgang Dauner (στη φωτογραφία) είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες στιγμές τής euro-jazz του ’60. Εκείνο δηλαδή τον αποκαλυπτικό συνδυασμό αμερικανικής ελεύθερης φόρμας και ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, που άφησε (στην εποχή) ανεξίτηλο στίγμα. Άξιοι μουσικοί, όπως οι Wolfgang Dauner πιάνο, prepared πιάνο, Jean-Luc Ponty βιολί, Gerd Dudeck τενόρο, κλαρινέτο, Eberhard Weber τσέλο, Jurgen Karg μπάσο, Mani Neumeier ντραμς, τάμπλα, Fred Braceful ντραμς, συνθέσεις δεσμευμένες μέσα στην ελευθερία τους, αισθήματα γαλήνης και θορύβου να εναλλάσσονται με αυθόρμητο τρόπο, θέματα που λένε περισσότερα απ’ όσα ακούγονται, γραφικές παρτιτούρες (“Free action shot”), να δίνουν τη θέση τους σε 24μετρα, σχεδόν blues, εκρηκτικά clusters και μικροτονικές προετοιμασίες. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο Wolfgang Dauner δεν ξαναέκανε τέτοιο άλμπουμ. Προσχώρησε σ’ ένα περισσότερο pop-rock στρατόπεδο (“The Oimels”), επηρεασμένος από την kraut ζούρλα της περιόδου (“Output”), διαπρέποντας κι εκεί, προσφέροντας διαμάντια-δίσκους. Underrated... αλλά έως πότε; Φλερτάροντας, λοιπόν, με το rock ήδη από τα late sixties, o φίλος μας προβαίνει, με την αυγή της νέας δεκαετίας, στον… μετασχηματισμό του κουιντέτου του, ίνα πλασαριστεί με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας εντός του rock circuit. Οι Et Cetera, αποτελούμενοι στην αρχή εκ των Sigi Schwab, Fred Braceful, Roland Wittich, Eberhard Weber και Wolfgang Dauner, γρήγορα εξελίσσονται σε σημαντική μονάδα του deutsch rock, κατορθώνοντας μέχρι το ’73, να γράψουν τρία LP, το δεύτερο εκ των οποίων πέρυσι(;) επανεκδόθηκε. Αναφέρομαι, φυσικά, στο “Knirsch” [MPS-BASF 1972/ HGBS] ένα κλασικό fusion έργο, το οποίον μπορεί να μην ακούγεται, στην ολότητά του, τόσο… απονενοημένο όσο π.χ. το “Output” [ECM, 1970], αλλά, σε κάθε περίπτωση, έχει τα εξωφρενικά του. Έχοντας στην μπάντα του αναγνωρισμένους μουσικούς (Larry Coryell, Gunter Lenz, Jon Hiseman, Fred Braceful…), o Dauner καταθέτει, ιδίως με το 13λεπτο “Yan”, μία εκτός σειράς world fusion άποψη, που ακόμη και σήμερα ξαφνιάζει. Τα “Tuning spread” και “Yin”, απλώς, τοποθετούν το “Knirsch” στο ίδιο ύψος με το… “Six” των Soft Machine. Πολύ ψηλά δηλαδή. Μένοντας στην παλαιά Δυτική Γερμανία έχω εμπρός μου ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ, που μπορεί υπερήφανα να τοποθετηθούν κάτω από την ταμπέλα… krautrock. Πρόκειται για το “D” [Kuckuck, 1971/ Missing Vinyl, 2010] του Deuter, ενός συνθέτη, αυτοσχεδιαστή και πολύ-οργανίστα, που θεωρείται κάπως σαν ο… πατέρας του new-age. Εν πάση περιπτώσει· αυτό του το κόλλησαν βασικά οι Αμερικανοί. Ο Deuter ποτέ δεν έκανε… αποβουτυρωμένα άλμπουμ – ακόμη και σήμερα οι δουλειές του διακρίνονται από ένα αθεράπευτο φεύγα – πόσω μάλλον στα early seventies, όταν ξεκινούσε τη διαδρομή του, μετασχηματίζοντας τις rock, jazz και avant παρακαταθήκες του προς ένα εντελώς δικό του μόρφωμα, εντός του οποίου σκορπούσε ήχους του κόσμου, ηλεκτρονικά, εφέ ή έτοιμες ταινίες, αγγίζοντας το θείο. Το αποτέλεσμα, έτσι όπως καταγράφεται στο “D” και σε κομμάτια όπως το “Krishna eating fish and chips” (το ακούς εδώ http://is.gd/J2Oaap – αν και το να ξεχωρίζεις κομμάτια από το “D” είναι σκέτη ιεροσυλία) είναι μαγικό και απολύτως ψυχεδελικό. Μετρημένες στα δάκτυλα φορές το λεγόμενο krautrock έδωσε ένα τόσο ουσιαστικό, φευγάτο άλμπουμ, τρανό επιστέγασμα μιας σκηνής, που επιχείρησε να μπει στο μεδούλι του «χασίματος» (με υποβοηθητικά ή χωρίς). Κορυφαίος δίσκος.
Υ.Γ.1 Το “D”, το οποίον επανεξέδωσε πέρυσι σε άψογο βινύλιο η ελληνική Missing Vinyl, διαθέτει το original Kuckuck εξώφυλλο, με το πρόσωπο του “Deuter” καλυμμένο από το γράμμα D. Προς τα τέλη του ’80, όταν είχα αγοράσει μία cut-out επανέκδοση του άλμπουμ (επίσης στην Kuckuck) από το δισκάδικο του Νίκου Κοντογούρη στη Σολωμού, το πρόσωπο του Deuter στο εξώφυλλο ήταν ακάλυπτο, με το “D” να έχει μικρύνει και να έχει μεταφερθεί αριστερά και πάνω. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί στην πρώτη έκδοση είχε σκεπαστεί το πρόσωπο του ανθρώπου. Άσχημος δεν ήταν…
Υ.Γ.2 H φωτογραφία του Wolfgang Dauner προέρχεται από το αρχείο του Jazz & Τζαζ και είναι τραβηγμένη από τον πολύ πρόωρα χαμένο Νίκο Χριστοδουλάκη, κάπου στο Δυτικό Βερολίνο, στα late 70s.

εκεί...

Αυτή η παραλία κάτι μου θυμίζει... αλλά σίγουρα κάνω λάθος... (κάρτα που έλαβα από το Hull της Αγγλίας πριν από 11 χρόνια)

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΖΑΓΡΕΑΣ στο δρόμο του Διονύσου

Μοναδική περίπτωση λαϊκού καλλιτέχνη (τραγουδοποιού εν προκειμένω) και φιλοσόφου με αρχαιοελληνική αφετηρία, ο Τηλέμαχος Ζαγρέας, γεννημένος στον Παλιό Πλαταμώνα, στις πλαγιές του Ολύμπου, έχει έναν τρόπο να σου μεταφέρει αυθεντικές στιγμές της ζωής είτε συζητάς μαζί του, είτε τον ακούς να τραγουδάει με την Μπάντα των Σατύρων στο δικό του… olymporock ιδίωμα. Γεννηθήκατε στον Όλυμπο, αλλά στις αρχές του ’60 βρίσκεστε στη Γερμανία…
Ναι. Ήταν ήδη ο αδερφός μου εκεί και πήγα για να δουλέψω και να σπουδάσω. Στην αρχή στο Ulm, μια πόλη κοντά στο Tubingen στο νότο, και από το ’61 στο Μόναχο. Έδωσα εξετάσεις για να μπω στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου. Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, μάθαινα και τη γλώσσα… Έμεινα μέχρι το ’71, κι όλη αυτή τη δεκαετία ήρθα μόνο δύο φορές στην Ελλάδα. Τη μία, για ν’ αγοράσω ένα μπουζούκι…

Πώς ήταν όλα αυτά τα χρόνια στη Γερμανία; Και δεν εννοώ μόνο με τις σπουδές, αλλά και σε σχέση με τη μουσική…
Μπαίνοντας στη Σχολή, θυμάμαι τον καθηγητή των Μαθηματικών να μας λέει: «Τα ανώτερα Μαθηματικά είναι πολύ δύσκολα. Τον πρώτο χρόνο δεν θα πιάσετε τίποτα. Το δεύτερο κάτι θα καταλάβετε. Τον τρίτο, αν δεν τα καταφέρετε, καλύτερα ν’ αλλάξετε κλάδο». Κάτι έστριψε μέσα μου, τα παράτησα κι άρχισα ν’ ασχολούμαι με τη λεπτομηχανική. Έφτιαχνα κινηματογραφικές κάμερες. Εν πάση περιπτώσει, από το ’63 αφοσιώνομαι στη Φυσική, παρότι υπέφερα. Όπως γράφω: η ψυχή μου ζητούσε το απόλυτο και το εργαστήριο με αρρώσταινε. Έπαθα έλκος. Δυο χρόνια έτρεχα στους γιατρούς. Πάντως, το γεγονός ότι έμενα κοντά στο Schwabing, την καλλιτεχνική συνοικία του Μονάχου, μου έδινε τη δυνατότητα να έχω όλη εκείνη την επαφή και με το rock της εποχής, τον Dylan, ακόμη και τους Amon Düül αργότερα…

Ασχοληθήκατε, πάντως, πρώτα με την ποίηση…
Ναι. Αυτά τα χρόνια έγραψα τα έξη ποιήματα του «Τόξου». Γράφοντας, το 1968, τον «Αητό» στη γερμανική, ήταν τότε που συνειδητοποίησα το μάταιο της επιστήμης να σώσει τον πλανήτη. Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε…

Και πως αλλάζει η κατάσταση; Πώς μπαίνει στο παιγνίδι η αρχαία γνώση και ο διακτινισμός της στο σήμερα;
Το Πάσχα του ’71 είχα ένα βίωμα πνευματικό. Γιορτάζαμε σ’ ένα φιλικό σπίτι και μέσα από τους παραδοσιακούς χορούς, πιασμένοι από τους ώμους κτλ., όλη αυτή τη σωματική επαφή, άρχισα να βλέπω τον «άλλον» σαν εταίρο, σαν κάποιον που να μπορείς να στηριχτείς. Αυτό ήταν για μένα κάπως σαν αποκάλυψη. Η δύναμη δηλαδή που είχε ο χορός και το δημοτικό τραγούδι. Επιστρέφοντας στο σπίτι μου, συνέχισα τη γιορτή με κάτι φίλους. Με το που έφυγαν έβαλα, έτσι όπως ήμουνα μόνος, να χορέψω το τσιφτετέλι «Το μπουζούκι μου έχει κέφια» του Βαγγέλη Περπινιάδη (σ.σ. εξαιρετικό κομμάτι). Άρχισα να ουρλιάζω. Κραυγές από αρχαία ζώα έβγαιναν από μέσα μου, φόβοι και δαίμονες ώστε και ο ίδιος ανατρίχιαζα. Τα γράφω και στο βιβλίο μου. Όταν καθαρίστηκα πήγα και κοίταξα στον καθρέφτη. Βλέπω ένα ωραίο παλληκάρι. Τότε ήταν, όταν «άνοιξε» το κεφάλι μου και μπήκε μέσα η θεϊκή ενέργεια. Με τη μουσική, εσείς ο ίδιος, πότε μπλέξατε;
Τότε, εκείνη την εποχή. Ήμουν αυτοδίδακτος στο μπουζούκι, τον τζουρά και τα λοιπά. Τραγούδαγα κιόλας. Έπαιζα, για βιοπορισμό ας πούμε σε γερμανικά μαγαζιά, στο Μόναχο. Ρεμπέτικα κυρίως. Τ’ άκουγαν οι Γερμανοί και φώναζαν: «Πλαταμόν-μπλουζ»! Είχα παίξει σ’ ένα από τα καλύτερα μαγαζιά του Μονάχου, το Song Parnass. Εκεί είχα γνωρίσει έναν μεγάλο του μπλουζ, τον πιανίστα Curtis Jones (σ.σ. ο Curtis Jones πέθανε στο Μόναχο την 11/9/1971). Υποκλινόταν όταν μ’ άκουγε. Από ’κει μου έμεινε και το καπέλο.

Κι έρχεστε στην Ελλάδα…
Το καλοκαίρι του ’71 και περιπλανιέμαι στο Πήλιο, στη Σκόπελο, στο Άγιο Όρος, στην Αθήνα. Το Μάρτιο του ’72 πιάνω Κρήτη. Έψαχνα ένα μέρος για διαλογισμό. Στην Κρήτη διαπίστωσα πως αν έπρεπε κάτι να κάνω θα έπρεπε να υψώσω τη φωνή μου. Γύρισα λοιπόν στην Αθήνα αποφασισμένος να μιλήσω. Βρίσκω τους φίλους μου, τους μαθητές μου… και τον Ιούνιο του ’72 επιστρέφω στο Μόναχο, όπου βρίσκω άλλους έξι φίλους μου, μαθητές μου. Το φθινόπωρο ήταν, όταν μου αποκαλύπτεται ο Νόμος. Ο Νόμος της ζωής, της αγάπης και της ένωσης, ηθικός και φυσικός μαζί. Κάπου εκεί επιστρέφω και πάλι στην Ελλάδα. Ήταν κι ο Στρατός στη μέση…
 
Δύσκολη η συνέχεια;
Ας πούμε δύσκολη. Στην Ελλάδα ήταν χούντα και με κάποιο τρόπο έπρεπε να καθαρίσω και με το Στρατό. Βασικά, έπρεπε να υπηρετήσω 4 χρόνια, γιατί ήμουν και ανυπότακτος. Δεν υπήρχε περίπτωση. Ξέμπλεξα, εν πάση περιπτώσει, και αρχές Νοεμβρίου του ’73 κατεβαίνω από τη Λάρισα στην Αθήνα. Μία βδομάδα αργότερα γίνεται το Πολυτεχνείο. Δεν κάνω τίποτα. Ψάχνω κόσμο. Από το ’73 έως το ’87 ζω στο χωριό, στον Όλυμπο, και τους χειμώνες πάω στη Γερμανία.

Πότε ξεκινήσατε να δίνετε τα πρώτα live στην Ελλάδα;
Αρχές ’81 ή ’82 πρέπει να ήταν, όταν ξεκινώ να παίζω στο κάμπινγκ, στον Πλαταμώνα. Τέσσερις ώρες πρόγραμμα, μόνος μου, με ρεμπέτικα τραγούδια. Από ’κει μαζεύω κάποια χρήματα, και ξεκινώ να κτίζω το σπίτι μου στο βουνό. Σπίτι και ταβέρνα μαζί, όπου και συνεχίζω να παίζω. Γράφω και το πρώτο μου τραγούδι στην Ελλάδα, τον «Αννίβα», που ήταν ρεμπετόμορφο. «Εδραπέτευσε ο Αννίβας/ απ’ την έρημο της Σίβας/ κι έχει πια αποφασίσει/ τη Σαχάρα να διασχίσει. Πέρασε μεγάλες νίλες/ ώσπου να βρει δυο καμήλες/ και κοπάδι ελεφάντων/ μεσ’ τη χώρα των Ατλάντων. Ποιος τον πιάνει τον Αννίβα;/ Τούτος τρέχει σαν τον Λίβα! Με ανάλαφρο ποδάρι/ πάτησε το Γιβραλτάρι/ και με λύσσα και μανία/ χύμηξε στην Ισπανία.(…) Με ορμή και φλόγα νέα/ διάβηκε τα Πυρηναία/ και με τύμπανα και σάλπεις/ εσκαρφάλωσε στις Άλπεις. Πέρασ’ όλα τα βουνά/ φορτωμένος με χουρμά/ κι εκατό κιλά ν’ αφήσει/ έφτασε στο Καρπενήσι. Καλωσόρισες Αννίβα/ έμπα μέσα στην καλύβα/ έμπα μέσα στην καλύβα/ πιάσε το λουλά και βίβα!».

Πολύ καλός ο «Αννίβας», αλλά το σώσε γίνεται με τον «Μπαρμπαλιάμτσιο» και την «Τρανταφλιά»… Πώς προέκυψε το ροκ;
Πρέπει να ήταν 1985-86. Ο Μπαρμπαλιάμτσιος ήταν ένας γέρος, που γύρναγε στα χωριά, εκεί γύρω από τον Πλαταμώνα. Ήταν εντελώς ελεύθερος, χειροδύναμος κι έσκαβε τους κήπους. Ήταν όμως απίστευτα αφελής και το πρόσωπό του ήταν γεμάτο γλύκα. Κοιμόταν όπου έβρισκε, κι όταν έβρεχε την έπεφτε κάτω από τα τρένα. Ο Μπαρμπαλιάμτσιος σκοτώθηκε. Τον πάτησε νταλίκα. Τότε μου βγήκε κατ’ ευθείαν αυτό το τραγούδι, που είναι κάπως κάντρι-ροκ, και τραγουδισμένο στη δικιά μας γλώσσα. «Ύστερα ήρθαν τα μαντάτα/ στην Καρδίτσα σι μια στράτα/ πως τον πάτσι μια νταλίκα/ ψέμα, παραμυθ’ τρανό/ ιγώ τουν έχου ζωντανό. Γεια σου γέρο Μπαρμπαλιάμτσιου/ μι του ξεσκισμένου πκάμσου/ του πανταλον’ του λασπομένου/ μι του ματ’ του καθαρό/ χαίρουμι να σι τηρώ!». Το ίδιο και η Τρανταφλιά είναι υπαρκτό πρόσωπο, ξαδέρφη μου, που παντρεύτηκε στον κάμπο. «Ήταν ζωηρή κι αστεία/ μα ’μπλιξι μ’ ένα λοχία/ κι μας έφυγι μακριά/ πέρα στ’ Μαλαθριά. Δεν ήθελις τον Παντιλή/ σ’ έρχονταν κουντός πουλύ/ δεν ήθελις κι του Θανάσ’/ που να σι χορτάσ’». Αυτό μου βγήκε εντελώς ροκ.

Η «Τρανταφλιά» βγήκε το ’05. Το ’08 βγάλατε «Του Ουρανού τα Τέκνα». Έχετε έτοιμο κάτι καινούριο;
Ναι, βέβαια. Έχω την «Κρίση του Κρόνου». Είναι δώδεκα τραγούδια. Τα έξι αποτελούν το Τόξο και τα άλλα έξι την Κρίση. Τα πρώτα τέσσερα από το Τόξο αναφέρονται στην Ηδονή, την Οδύνη, τη Μνήμη και το Σκοπό και είναι άλλο ζωναράδικο, άλλο ροκ, άλλο μπολέρο, άλλο μπαλάντα. Υπάρχουν ακόμα μπλουζ, ρέγγε, ρεμπετόμορφα… Σ’ αυτό το άλμπουμ αμόλησα τη ψυχή μου στο απόλυτο.

Δισκογραφία

1. Legende/ Ο Θρύλος/ Modern Rebetiko
– GER. Raumer Records RR 10396 – 1996 (Τηλέμαχος Ζαγρέας μπουζούκι, τζουράς, φωνή, Θέμης Λεπενός κιθάρα, μπαγλαμάς, Τάκης Ζαχαριάς μπουζούκι, μπαγλαμάς, Βάνιας Καλπακίδης κρουστά, Νίκος Χασιρτζής τζουράς, Jurgen Wendlandt didgeridoo, Jochen Gress βιολί)
2. Schlangen Aller Lander/ Φίδια Όλων των Χωρών/ Olymporock
– GER. Private – 199? (Τηλέμαχος Ζαγρέας μπουζούκι, τζουρά, φωνή, Oruc Gurbuz βιολί, φλάουτο, κλαρινέτο, σαξόφωνο, κρουστά, Θέμης Λεπενός κιθάρα, Manfred Gruber ηλεκτρική κιθάρα, Andreas Spiess bass guitar, Michael Jack κοντραμπάσο, Stefan Strali Strahl ντραμς)
3. Το Λόγο Έχει ο Ζευς/ Olymporock
– Καθρέφτης ΤΖ 101 – 2005 (Επίδαυρος Αποστολάκης-Μπαντούκ κιθάρα φυσαρμόνικα, Δημήτρης Μυστακίδης ακουστική κιθάρα, Δημήτρης Μπασλάμ κοντραμπάσο, Παντελής Στόικος τρομπέτα, καβάλ, Αλέξης Αποστολάκης ντραμς, Δημήτρης Κυριακού σαξόφωνο, Γιώργος Αβραμίδης τρομπέτα, Στέλιος Μοσχογιάννης σαξόφωνο, Νίκος B.J. κιθάρα μπάσο πλήκτρα, Πάνος Παπάζογλου κιθάρα, Δημήτρης Κεραμάς τουμπερλέκι, Τηλέμαχος Ζαγρέας banjo, τζουράς)
4. Του Ουρανού τα Τέκνα/ Heavens Children
– Καθρέφτης ΤΖ 102 – 2008 (Τηλέμαχος Ζαγρέας τζουρά, banjo, κρουστά, Κώστας Ζαφειρίου γόνα, μπαγλαμάς, Ελίνα Ζιάκα φωνητικά, Παναγιώτης Ζιούρας βιολί, Νικόλας Καζάζης καουστική κιθάρα, μπάσο, Βάγια Κοντού φωνητικά, Αποστόλης Κωτούλας κουτάλια, κομπολόι, David Lynch σαξόφωνο, Ζεύξιππος Μερμίγκης φλάουτο, φωνητικά, Λύσιππος Μιχαηλίδης ηλεκτρική κιθάρα, φωνητικά, Φάνης Πλουμής ακουστική κιθάρα, μπάσο, Ναπολέων Σαριπανίδης μπουζούκι, μπαγλαμάς, Παντελής Στόικος καβάλ, Γιάννης Τζιμαπίτης ντραμς, congas, bongos, Έκτωρ Τσολάκης djembe, νταρμπούκα)
5. Διονύσου Ανάσταση
– Δρόμων ISBN 978-960-694-039-2 – 2009 (βιβλίο με CD)

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ΤΟ ΕΧΩ… ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΩ…

Η… μονομαχία στο cbox το Σαββατοκύριακο γύρω από το ποιος έχει τι, ποιος ανεβάζει τι και κυρίως πώς το ανεβάζει (μισό ή ολόκληρο) έχει ένα ενδιαφέρον. Αν και προσωπικώς σε ανύποπτο, να τον πούμε, χρόνο είχα διατυπώσει κάποιες απόψεις (δες κι εδώ http://is.gd/SSybem), αναγκάζομαι να τις επαναλάβω, προσθέτοντας και μερικά (λόγια) ακόμη.

Ξαναλέω λοιπόν πως σημασία (να μη λέω «κατά τη γνώμη μου» - εξυπακούεται) δεν έχει το μέσο, μέσω του οποίου φθάνει η μουσική στ’ αυτιά μας, αλλά η μουσική αυτή καθαυτή. Σημασία δεν έχει π.χ. από πού βλέπουμε μία ταινία (στην αίθουσα, από το βίντεο, το DVD-player ή την τηλεόραση), αλλά αυτή καθαυτή η ταινία και βεβαίως ό,τι θα σκεφθούμε ή θα γράψουμε γι’ αυτήν. Αξία δηλαδή δεν έχει το σημαίνον (είναι αδιάφορο, για την ουσία του πράγματος, αν κάποιος ακούει μουσική από CD, LP, single, mp3 ή ό,τι άλλο), αλλά το σημαινόμενο· ο λόγος δηλαδή που μπορεί να γίνει για ένα κομμάτι, τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν όσον αφορά στο αισθητικό ή το κοινωνικό βάρος του κομματιού και ούτω καθ’ εξής. Άρα, λοιπόν, παραμένει άνευ νοήματος το αν εκείνος που ανεβάζει κομμάτια σε mp3 ή στο YouTube τα έχει σε «φυσική μορφή», ή τα έχει αντιγράψει από CD, ή τα έχει δανειστεί από συλλογές, επανεκδόσεις κ.ο.κ. Είτε λοιπόν λέει κάποιος την αλήθεια, πως ό,τι έχει το ανεβάζει από «φυσική μορφή», είτε λέει ψέμματα, υποκρινόμενος πως έχει τα singles και τα LP (ενώ στην πραγματικότητα τα έχει δανειστεί από άλλους συλλέκτες κ.λπ.), το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Όσοι θα τ’ ακούσουν είναι σίγουρο πως θ’ αδιαφορήσουν για την προέλευσή τους.
Για παράδειγμα, αδιαφορώ αν ο nick270760 έχει το “Greece Goes Modern” του Μίμη Πλέσσα σε βινύλιο, mp3, CD-R ή κασέτα. Του λέω, όμως, «μπράβο», γιατί ανέβασε 2-3 κομμάτια από αυτό το σπάνιο LP, δίνοντας την ευκαιρία σε πολλούς ν’ ακούσουν κάτι από ένα επισκιασμένο έργο. (Και δεν μιλάμε για κάποιο γκρουπάκι ή για κάποιον pop τραγουδιστή της συμφοράς – που κι αυτοί είναι… χρήσιμοι, ok –, αλλά για ένα άλμπουμ του Μίμη Πλέσσα).
Το να έχει κάποιος το original υλικό έχει ένα νόημα (πέραν από τη συλλεκτική ικανοποίηση), που δε σχετίζεται σώνει και καλά με την απόλαυση που σου παρέχεται με το ν’ ακούς ένα τραγούδι στη φόρμα που πρωτογράφτηκε. Κυρίως σχετίζεται με τις πληροφορίες που μπορεί να σου δώσει ένα label ή ένα εξώφυλλο και οι οποίες (πληροφορίες) θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν στη δουλειά. Αν κάποιος λοιπόν εξασφάλιζε μερικές φωτοτυπίες, των labels ή των εξωφύλλων, πάλι θα μπορούσε να προχωρήσει προς τα περαιτέρω.

Όλοι εμείς που ασχολούμαστε χρόνια με τη μουσική – και που δεν ακούμε, εννοείται, μόνον ελληνικό rock – δεν έχουμε τα πάντα. Έχουμε κάποια πράγματα (πολλά ίσως), άλλος περισσότερα, άλλος λιγότερα (εννοώ singles, LP, CD, τις «φυσικές μορφές») έχουμε και mp3, έχουμε και φωτοτυπίες labels ή εξωφύλλων, έχουμε και βιβλία ή περιοδικά· φροντίζουμε, με άλλα λόγια, να έχουμε οτιδήποτε που θα μπορούσε να βοηθήσει στη μελέτη μιας κατάστασης. Είναι χαζό λοιπόν και άνευ πρακτικής σημασίας να ανταγωνίζονται κάποιοι, προβάλλοντας το τι έχουν. Όπως είναι δις χαζό να υποκρίνονται πως έχουν κάτι, ενώ δεν το έχουν – λες και αν πουν πως «μου το δάνεισε κάποιος», ή το «πήρα από εκεί» θα έχουν διαπράξει κανένα έγκλημα.
Εκείνοι πάντως που είναι για γέλια είναι όσοι δίνουν «δείγματα» κομματιών, επειδή τάχα είναι σπάνια (μπορεί και να είναι), ή οι άλλοι που ναι μεν τα δίνουν ολόκληρα, προβάλλοντας και τα labels, σκεπάζοντας όμως όλα τα επιμέρους στοιχεία (συντελεστές, κωδικούς κ.λπ.) – έχω δει και τέτοια φαινόμενα στο YouTube. Προσωπικώς, και όταν υπάρχει λόγος, πολλούς απ’ αυτούς τους «εκδικούμαι» σκανάροντας labels σε 300 DPI (χάνω κάποιο χρόνο δηλαδή), ώστε να φαίνονται τα πάντα πεντακάθαρα. Είμαι της γνώμης, με άλλα λόγια, πως όλα πρέπει να βγαίνουν στο φως, όλα να τίθενται στο… τραπέζι του διαλόγου και όλοι (όσοι ενδιαφέρονται δηλαδή) να κοινωνούν στη συγκεκριμένη πληροφορία και τη γνώση.

Παραλλήλως, και όσον αφορά κυρίως στις αναρτήσεις ελληνικού ενδιαφέροντος, έχω γράψει στο blog πολλά, τα οποία δεν έχουν ξαναγραφεί στο internet. Δεν μ’ ενοχλεί καθόλου να μοιράζομαι μ’ εκείνους που ενδιαφέρονται όσα γνωρίζω, σκεπτόμενος επ’ αυτών (στην αντίθετη περίπτωση δεν θα έφτιαχνα το blog)· κάτι που οπωσδήποτε θα συνεχίσω να πράττω. Αν, μάλιστα, βρεθεί και κάποιος (αύριο, μεθαύριο, στο μέλλον) που θα μαζέψει όλο αυτό το υλικό, προχωρώντας το, προς όποια κατεύθυνση εκείνος αποφασίσει, δεν θα έχω απολύτως κανένα πρόβλημα· ακόμη κι αν ξεχάσει (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ν’ αναφέρει την πηγή. Εκεί, όμως, που θα σταθώ απέναντι θα είναι στην περίπτωση που θα διαφωνώ με ενδεχόμενες εκτιμήσεις ή συμπεράσματα. Σε τέτοια ζητήματα «στραβά μάτια» δεν γίνονται.
Κι ένα τελευταίο. Προσωπικώς, έχω μόνο αυτό το blog. Δεν είμαι στο Facebook, δεν είμαι στο Twitter, δεν έχω κανάλι στο YouTube. Επίσης, ποτέ δεν έχω αφήσει σικέ σχόλια στο blog μου (να υποδυθώ δηλαδή κάποιον ανώνυμο, προκειμένου ν’ «ανάψει» μια κουβέντα – αστειότητες), ούτε έχω αφήσει ποτέ ανώνυμα σχόλια σε άλλα blogs. Δε θέλω να νομιστεί πως υποδεικνύω ή υποβάλλω κάτι σε κάποιον μ’ αυτά που γράφω (ο καθείς κάνει ό,τι νομίζει και καλώς το κάνει, όταν τοποθετεί την ευπρέπεια πάνω απ’ όλα). Απλώς, σημειώνω το τι έχω και το τι δεν έχω, το τι πράττω και το τι δεν πράττω.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

DAVE CARROLL and THE SING-SING FOUR

Είναι ένα από τα αλλοδαπά γκρουπ που… πάτησαν πόδι στην Ελλάδα στα sixties, τραγούδησαν στη γλώσσα μας, εμφανίστηκαν εκτός συναγωνισμού στην 3η Ολυμπιάδα Τραγουδιού (10-12/7/1970) στο Παναθηναϊκό Στάδιο και είδαν όχι μόνο 45άρια τους, αλλά κι ένα ολόκληρο LP τους να κυκλοφορεί σε ελληνική κοπή. Αναφέρομαι στους Dave Carroll and The Sing-Sing Four. Για όσα πράγματα θα γράψω (κυρίως όσον αφορά στο παρελθόν τους – πριν αρχίσουν να κυκλοφορούν τραγούδια τους στην Pan-Vox εννοώ) δεν παίρνω όρκο, τα θέτω όμως προς… δημόσια διαβούλευση. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι οι… τέσσερις Les Sing Sing –έτσι λέγονταν στην αρχή, μάλλον πριν κολλήσει μαζί τους ο Βρετανός Dave Carroll– ήταν Ισραηλινοί, ή εν πάση περιπτώσει ξεκίνησαν την καριέρα τους, ως ορχήστρα, στο Ισραήλ (μπορεί και να μην ήταν Ισραηλινοί δηλαδή), στα μέσα του ’60. Έκαναν επιτυχία (και στην Τουρκία ως Sing Sing Orkestrasi), ηχογράφησαν και ταξίδεψαν και εκτός της χώρας τους· ίσως όχι μόνο για να παίξουν, αλλά ακόμη και για τουρισμό.
Έτσι, στα μέσα των sixties, πιθανώς το 1965 (ίσως και λίγο αργότερα), όταν ο Zorba the Greek (η ταινία του Κακογιάννη εννοώ) είχε κάνει ήδη θραύση και όλος ο κόσμος χόρευε συρτάκι, οι τέσσερις Sing-Sing φωτογραφίζονται χορεύοντας στην Ακρόπολη (είχα βρει σκέτο το εξώφυλλο πριν από μερικά χρόνια στο παζάρι) για τις ανάγκες του πρώτου(;) τους δίσκου· δύο flexi 45άρια (όπως μου είχε πει κάποιος που πουλούσε το δισκάκι στο eBay πριν κανα χρόνο), που έπαιζαν στις 33 και 1/3 στροφές, με τα τραγούδια “Feels like rain / Someone like you” και “The fool that fell / Last night” [S.R.C. ISR 0200]. Το “Last night” ήταν, φυσικά, εκείνο των Mar-Keys… Φαίνεται λοιπόν πως ακόμη και όταν βρέθηκε μαζί τους ο Dave Carroll το συγκρότημα εξακολουθούσε να είχε επιτυχία στο Ισραήλ, αφού κυκλοφόρησε εκεί ένα (τουλάχιστον;) LP το 1970, που είχε τίτλο “Hits” [CBS S 52782]. Στα… hits με σειρά εμφανίσεως ακούγονταν τα εξής 10 τραγούδια: (Side 1) “Venus”, “He ain’t heavy, he’s my brother” (η ισραηλίτικη κόπια γράφει το σωστό “B. Scott - B. Russell” και όχι “Ron Richards” όπως γράφει η ελληνική, πράγμα που μας επεσήμανε και ο Manwolf Louie), “Gimme, gimme good lovin’”, “No time” (η ισραηλίτικη κόπια δίνει το σωστό “Bachman-Cummings”, η ελληνική Jack Richardson), “Holly Holy” (αναγράφεται το σωστό “Neil Diamond” και όχι “Tom Catalano, Tommy Cogbill”) και (Side 2) “Jingle jangle”, “Make me an island” (εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο, στο εξώφυλλο διαβάζουμε “sung in greek”, στα credits “A.Hammond - M. Hazlewood - R. Zalokosta”, αλλά, όταν βάζεις το δίσκο στο πικάπ ακούς το τραγούδι στην αγγλική!), “Na-na, hey-hey kiss him goodbye”, “Let’s get together” και “Take me by the hand”. Δηλαδή σε σχέση με το ελληνικό LP “Dave Carroll and The Sing-Sing Four featuring Aliza” που βγήκε στην Pan-Vox [X 33 SPV 10115] το 1970 και το οποίο εικόνιζε το γκρουπ να φωτογραφίζεται και πάλι στην Ακρόπολη, στο ισραηλίτικο “Hits” δεν έχουν μπει τα ελληνόφωνα κομμάτια “Μia agapi gia mena (Love for me)”, “Το mikro helidoni (Una rondine bianca)”, ενώ άλλαξε από ελληνόφωνο σε αγγλόφωνο και το “Τo nissi tis haras” (ακούστηκε δηλαδή το “Make me an island”, όπως προείπα). Περιττό να πω πως η πλειονότητα των κομματιών (του ελληνικού LP) είναι διασκευές (μερικές ξεχωρίζουν, όπως του “Venus” ας πούμε –τελικώς, θα πρέπει να είναι κανείς ηλίθιος για να καταστρέψει αυτό το τραγούδι και ο Dave Carroll σίγουρα δεν είναι– ή του “No time” των Guess Who), ενώ από τα πρωτότυπα το καλύτερο είναι το “Take me by the hand” (του Dave Carroll), που μου θυμίζει… Creation.
Προσπαθώντας να βρω μερικά ακόμη στοιχεία για τον Dave Carroll, πήγα σ’ ένα LP, που έχω χρόνια στη δισκοθήκη μου, το (μια χαρά) lounge “Percussion Orientale” [HOL. Mercury 222 022 MWY, 1967] των David Carroll and His Orchestra. Ουδεμία σχέση ο Davy με τον David… μια και ο δεύτερος πρέπει να είναι ο αμερικανός μαέστρος. Υπάρχει επίσης ένας... Davy Carroll τραγουδιστής και κιθαρίστας, μέλος τής Steve Gibbons Band. Να έχει κάποια σχέση με τον δικό μας; Ποιος ξέρει…
Να σημειώσω ακόμη πως στο άλμπουμ της Pan-Vox αναγράφεται και το όνομα μιας τραγουδίστριας, της Aliza.
Με τ’ όνομα αυτό, που είναι εβραϊκό, έκαναν καριέρα τρεις τουλάχιστον τραγουδίστριες στο Ισραήλ στα sixties – η Aliza Gabbai, η Aliza Kashi και η Aliza Azikri. Η τελευταία μάλιστα έδωσε κι ένα LP με τον Aris San το 1967. Δεν υπονοώ πως είναι η ίδια που συνεργάστηκε με τον Dave Carroll, αλλά εν πάση περιπτώσει ας έχουμε κι αυτά τα ονόματα υπ’ όψιν. Τι άλλο;
Οι Dave Carroll and The Sing-Sing Four ηχογράφησαν εκτός από το LP και μερικά singles στην Pan-Vox. Τα κομμάτια από δύο από αυτά τα singles, που έχω στη διάθεσή μου, υπάρχουν και στο LP, ενώ εκείνα τα tracks που ΔΕΝ υπάρχουν στο LP είναι οι ελληνόφωνες εκδοχές των “Venus” και “Na-na, hey-hey kiss him goodbye” σε στίχους της Σέβης Τηλιακού [Pan-Vox PAN 6256, 1970]. Ας είναι... 

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

MODE PLAGAL ελληνοτουρκικά και ελληνοελληνικά

Μέλη του Βόσπορου και των Mode Plagal δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζονται. Είχε προηγηθεί το κορυφαίο fusion της περασμένης δεκαετίας «Του Βόσπορου το Πέρα» [Hitch-Hyke, 2003] και είναι τώρα τα «Ελληνοτουρκικά» [Lyra, 2010], στα οποία τραγουδά η Βασιλική Παπαγεωργίου και συμμετέχουν οι Engin Arslan (ex-Βόσπορος) σάζι, λαούτο, τζουρά, Κλέων Αντωνίου ακουστική κιθάρα, φυσαρμόνικα, Αντώνης Μαράτος κοντραμπάσο (ex-Mode Plagal), καθώς και ο Νίκος Κράλλης μπουζούκι. Το ρεπερτόριο είναι ποικίλο. Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Βαμβακάρης, Τούντας, Χρυσίνης, Ζαμπέτας, τουρκικά και ελληνικά παραδοσιακά, αλλά και συνθέσεις των Arslan, Αντωνίου κ.ά. – ανάμεσα και το καταπληκτικό «Του Βόσπορου το Πέρα» (το συγκεκριμένο κομμάτι εννοώ). Με ήχο να τον πούμε ακουστικό, με περισσό πάθος και αγωνία να περιγραφεί η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία και από τη μουσική πλευρά της (που είναι το πιο εύκολο, εδώ που τα λέμε…) και με την πάντα αφ’ υψηλού (να μην παρεξηγηθεί η λέξη) παρουσία σε τέτοια projects του Νικηφόρου Μεταξά, τα «Ελληνοτουρκικά» είναι ένα άλμπουμ, που θ’ ακούγεται πάντα με ενδιαφέρον και ενίοτε με συγκίνηση. Αλλά και… μόνοι τους το έκαναν το μικροθαύμα τους οι Mode Plagal (η φωτογραφία είναι του Μενέλαου Λιόντου), ήτοι οι Θοδωρής Ρέλλος σαξόφωνα, φωνή, Κλέων Αντωνίου κιθάρες, φωνή, Florian Mikuta πλήκτρα, φωνή, Αντώνης Μαράτος μπάσο, Τάκης Κανέλλος ντραμς, φωνή. Εκ νέου στο προσκήνιο λοιπόν μ’ ένα άλμπουμ, που αυτή τη φορά δε μασάει ούτε τα λόγια του· καθότι τους ήχους του, έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε περίπτωση να τους μασήσει. Το απολαυστικό ραπάρισμα σ’ ένα απόσπασμα από τη «Φαύστα» του Μποστ (εκεί όπου ο μέγας ευθυμογράφος παραδίδει «ανάποδα» μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας, τα οποία εφαρμόζονται, με… απαράμιλλη πίστη, σήμερα, από τις νέες διακυβερνήσεις) είναι όλα τα λεφτά, σ’ ένα άλμπουμ, την «Κοιλιά του Κήτους» [Lyra, 2010], το οποίο διαπερνάται απ’ άκρη σ’ άκρη, από μιαν αγέρωχη ελληνοπρέπεια (ου μην και βαλκανοπρέπεια). Και όλα αυτά διαμορφωμένα μέσα σ’ ένα ηχο-περιβάλλον, που χρωστά πολλά στον θείο-Frank (οι παρλάτες αναπτύσσονται με την πάντα απροκάλυπτη ζαππική μανιέρα), στα πατροπαράδοτα ακούσματα, φυσικά επί τω funk-ότερον, εμμένοντας, εν ολίγοις, στην ανάγκη για έναν fusion ήχο, που πάντα θα κουβαλά τη μετρική άνεση και το «εν τω γεννάσθαι» πνεύμα της jazz, συνδυασμένος, πάντα, με το αφόρητο βάρος μιας διακεκαυμένης rock ορχήστρας. Κάπως σαν σ’ ένα σύστημα λόγων (αξιών δηλαδή), επί των οποίων κυριαρχεί πρώτον και καλύτερο το χιούμορ (Τόσο λοιπόν ήτο σκληρός αυτός ο Παναγιώτου/ που εις μίαν κρίσιμον στιγμήν επώλησε τον γυιο του;/ Που βλέπετε σκληρόητα; Ο γέρων Παναγιώτου/ τον γυιο του δεν επώλησε. Επώλησε το γιωτ του.), η αγάπη για την πλάση, οι μνήμες, το ενδιαφέρον για τον άνθρωπο, που εφορμά απέναντι στη μηρυκασμένη τροφή, αγγίζοντας την ελευθερία. Πράγματα που να επιδέχονται βελτίωση υπάρχουν; Οπωσδήποτε. Από σοβαρά, που θ’ αφορούσαν σ’ αυτή καθ’ αυτήν την παραγωγή, έως επουσιώδη, που θα σχετίζονταν π.χ. με μία λειτουργικότερη σειρά στο track list. Μένω, όμως, στην ουσία. Μαϊμού δε θα ψειρίσω...

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ…

H Record Kicks είναι ιταλική ετικέτα (την έφτιαξε ο Nicolo Pozzoli στο Μιλάνο το 2003) κι έχει δώσει, έως σήμερα, μερικά από τα καλύτερα χορευτικά δισκάκια (χορευτικά κατά τον παλαιό καλό τρόπο), που αναπτύσσονται τριγύρω. Τα ονόματα των γκρουπ, που έχουν υπογράψει κι έχουν δει δουλειές τους να κυκλοφορούν από το label το μαρτυρούν. Trio Valore, Diplomats of Solid Sound, Kokolo Afrobeat Orchestra, Dojo Cuts/ Roxie Ray και άλλα διαφορά. Επίσης, υπάρχουν και συλλογές, τις οποίες επιμελούνται οι επιτετραμμένοι της Record Kicks, όπως οι “Let’s Boogaloo” και “Soulshaker”· η τελευταία, μάλιστα, έχει φθάσει στα 7 νούμερα.
Και σ’ αυτό οι εκπλήξεις δεν απουσιάζουν. Αναφέρομαι, βασικά, σε κομμάτια του ’09, του ’10, αλλά και του... ’11 (ορισμένα εκ των οποίων τώρα κυκλοφορούν). Πρώτο τη τάξει, πρώτο σε αξία εννοώ, το άπιαστο afrobeat των Liberators “Rags to riches” (για το άλμπουμ θα τα πούμε στο άμεσο μέλλον), το πυρωμένο (και ανέκδοτο) soul-rock “Tonic stride” των Third Coast Kings, το ψιλο-boogaloo “Me tokan en Japan” του Ray Lugo (ex-Kokolo), το soul-mod “Let me take you higher” των Roy Ellis and The Teenagers, αλλά και γνωστότερα, ας τα πούμε έτσι, κομμάτια, που πρόλαβαν και κυκλοφόρησαν μέσα στην προηγούμενη χρονιά, κάνοντας εντύπωση (το “Gimme one more chance” των Diplomats of Solid Sound). Δεν παίρνεις, απλώς, ιδέα…#

Δεν υπάρχουν ομοιότητες, υπάρχουν κάποιες αναλογίες. Στην κρίση αναφέρομαι. Ή, μάλλον, στα υποτιθέμενα παρεπόμενά της. Τα γραμμικά μυαλά των executives θέλουν να μας πείσουν πως το swing είναι η μουσική της νέας ύφεσης, κατ’ αναλογίαν με τα thirties δηλαδή, όταν το… κομμάτι αυτό της μεγάλης μαύρης μουσικής, αναδύθηκε μέσα από το κραχ του ’29, ίνα οδηγήσει τους τετελεσμένους κάπου… πιο ανατολικά της Εδέμ. Η αλήθεια είναι πως swing δεν σταμάτησε ποτέ να παράγεται, όπως δεν σταμάτησε ποτέ να παράγεται η dixieland, το delta-blues, η country και ό,τι άλλο παμ-παλαιικό, απλώς, τώρα, προβάλλεται περισσότερο, πουσάρεται περισσότερο με… σκοπόν το κέρδος. Για να το ξεκαθαρίσουμε. Δεν έχουμε τίποτα με τους μουσικούς, που γουστάρουν να παίζουν ό,τι παίζουν, με το σπρώξιμο τα έχουμε, που, ως συνήθως, είναι εκνευριστικό.
Στο πρώτο 2CD “Bart & Baker present Swing Party” [Wagram Music] οι… ιστορικοί παριζιάνοι DJs Bart & Baker επιλέγουν 21 και 20 κομμάτια, από το παρόν, το παρελθόν και το… μέλλον, φέρνοντας εις γάμου κοινωνίαν τους Club des Belugas, Ska Cubano, Frohlocker, Le Cercle, Jazz Juice και διαφόρους άλλους με τους Artie Shaw, Henri Salvador, Gilbert Becaud. B.B. King, Andrew Sisters και… και… και (ακόμη και η κυρία Brigitte Fontaine «κολλάει» ανάμεσα), δείχνοντας γνώση (του αντικειμένου) και (αισθητικό) χαρακτήρα.
Απεναντίας, στην 4πλή “Electro Swing Fever” [Wagram Music] τα πράγματα είναι πιο χύμα. Παλαιά και νεότερα ονόματα εναλλάσσονται, δίχως κάποιο ιδιαίτερο σκεπτικό, αφήνοντας τις «επιλογές» κάπως… ξεκρέμαστες, ώστε να λειτουργήσουν από μόνες τους. Ως πρόταση γνωριμίας με το «άπειρο» καινούριο swing-προσωπικό η παρούσα συλλογή της Wagram Music έχει ένα νόημα (που ξεφεύγει του προφανούς). #
Η “City Lounge” [Wagram Music] έφθασε και αυτή στα 7 νούμερα. Τα κομμάτια, 60 συνολικώς, κατανέμονται σε τέσσερα CD, τα οποία έχουν υπότιτλους “London”, “Paris”, “New York” και “Berlin”. Υποθέτω δηλαδή πως, κάθε φορά, οι 15 «επιλογές», αφορούν και σε διαφορετική πόλη, είτε έχουμε να κάνουμε με συγκεκριμένης εθνότητας καλλιτέχνες, είτε με διαφορετικών εθνοτήτων, που ηχογραφούν όμως για συγκεκριμένες βρετανικές, γαλλικές, αμερικανικές ή γερμανικές εταιρίες. Και όντως – αν και δεν παίρνω όρκο, πως κάτι τέτοιο ισχύει για κάθε όνομα – στο “London” ακούγονται οι Morcheeba, Jamie Lidell, Hardkandy κ.ά. στο “Paris” οι Cleo, Jacqueline Taieb, Nouvelle Vague, Kid Loco, στο “New York” οι Jill Scott, Kokolo, Madlib, Blockhead, ενώ στο “Berlin” οι Truby Trio, [Re:Jazz], Micatone, Boozoo Bajou και… Ella Fitzgerald (ριμιξαρισμένη από τους Club des Belugas). Καλές οι επιλογές. Προφανής η χρηστικότητα. #
Ενδιαφέρουσα είναι και η 2CD συλλογή “Saint-Germain-des-Pres Cafe, The blue edition” (κι αυτή τής Wagram) κινούμενη σε cool tempi (γενικώς) και με κατεύθυνση το υλικό «δικαιωμένων» labels της dance και… παρα-dance κουλτούρας. Σε ποιες αναφέρομαι; Στην Ninja Tune (βασικά), στην Discograph, στην Warp, στην !Κ7, στην Ubiquity, στην… στην… στην… Οι επιλογές; Cinematic Orchestra, Amon Tobin, The Poets of Rhythm, Mr. Scruff, DJ Food, Jose James, Seu Jorge & Almaz, Blundetto feat. Hindi Zahra και αναρίθημητες άλλες. Με συνολική διάρκεια κατά τι λιγότερο των 160 λεπτών – ήτοι 38 tracks –, ο καθείς αντιλαμβάνεται πως εδώ χωράνε όλοι. Και όχι μόνον οι καλοί…#

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

yesterday man…

To “Yesterday man” είναι ένα από τα αγαπημένα μου sixties τραγούδια. Για να είμαι όμως φιλαλήθης, όταν το πρωτάκουσα στα eighties είχα την εντύπωση πως το τραγούδι προερχόταν από τη δεκαετία του '70. Στην πράξη, το "Yesterday man" είχε συντεθεί από το βρετανό τραγουδοποιό Chris Andrews και είχε πρωτοβγεί σε 45άρι στην Decca, μέσα στο 1965 (μπήκε στο chart την 21/10/1965, φθάνοντας μέχρι το No3). Εγώ το πρωτάκουσα – όπως και άλλοι της ηλικίας μου υποθέτω –, από τον Robert Wyatt στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Τότε είχε διασκευαστεί από ’κείνον; Όχι βεβαίως… Αρχικώς, δεν γνωρίζω ποιανού ιδέα ήταν να πει ένα τέτοιο pop άσμα ο Wyatt· αν και το πιο πιθανόν είναι να ήταν δική του η απόφαση. (Λογικώς άκουγε το τραγούδι από τον Andrews, όταν ήταν 20χρονος στο Λονδίνο του ’65). Εκείνο, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι πως ο Wyatt έκανε μία εντελώς προσωπική διασκευή, αποδίδοντας το κομμάτι με το δικό του, μελαγχολικό τρόπο, που δεν είναι (και) έξω από το νόημα των στίχων. Διαθέτω δύο βρετανικές βινυλιακές εκδόσεις του “Yesterday man” με τον Robert Wyatt. Το single “Yesterday man/ Sonia” [UK. Virgin VS 115] από το 1977, καθώς και το 12ιντσο 4 track EP, που παίζει στις 45 στροφές “I’m a believer, Yesterday man/ Team spirit, Memories” [Virgin WYATT 1], που πρέπει να κυκλοφόρησε στα mid-eighties (δεν αναφέρεται χρονιά στο label). Οι δύο εκδοχές είναι ίδιες, είναι σε παραγωγή του ντράμερ των Pink Floyd Nick Mason, με το τραγούδι να ηχογραφείται τον Οκτώβριο του ’74, στα CBS Studios, από τους Gary Windo άλτο, τενόρο, μπάσο κλαρίνο, Mongezi Feza τρομπέτα, John Greaves μπάσο και Robert Wyatt φωνή, πιάνο, ντραμς. Λογικώς, προέρχεται από τα sessions του LP “Ruth Is Stranger than Richard”, που ηχογραφείτο την ίδιαν εποχή στο Manor Studio, αλλά και στα CBS Studios (στο “Sonia”, που γράφτηκε στο Manor, παίζει η ίδια τετράδα).
Πολλές δισκογραφίες στο δίκτυο αναφέρουν πως το “Yesterday man” πρωτοκυκλοφόρησε το 1974. Ορισμένες εικονίζουν και εξώφυλλο, στο οποίο αναγράφονται τα τραγούδια “Yesterday man/ I’m a believer”, δίνοντας, συγχρόνως, εταιρία και νούμερο (Virgin VS 114). Επειδή έχω το 45άρι με τον συγκεκριμένο κωδικό, σ’ αυτό δεν περιέχεται το “Yesterday man”, αλλά το “Memories” του Hugh Hopper· πρόκειται δηλαδή για το single “I’m a believer/ Memories” [UK. Virgin VS.114] από το 1974. Εγγλέζικο single δηλαδή με αυτά τα τραγούδια και αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχει. Οπότε τι συμβαίνει; Πιθανώς, το “Yesterday man/ I’m a believer” να κυκλοφόρησε σε άλλη χώρα, το 1974· και πάντως όχι στη βρετανική Virgin, η οποία το βγάζει για πρώτη φορά στο Νησί, το 1977, όπως προανέφερα. Ακόμη και στο 12ιντσο EP, από τα μέσα του ’80, ως χρονιά έκδοσης για το “Yesterday man” (στη version του Wyatt) αναφέρεται το 1977. Το τραγούδι του Chris Andrews, που, όπως προείπα, έγινε επιτυχία στη Βρετανία στα τέλη του ’65, πέρασε σύντομα τη Μάγχη, για να ακουστεί και στην ηπειρωτική και μεσογειακή Ευρώπη. Όπως βλέπουμε και στο popsike.com, στην Ιταλία το διασκεύασαν ως “L’uomo di ieri” οι (I) Kings στο 45άρι “Tu non puoi/ L’uomo di ieri” [Durium CAN 9197, 1966], στην Ισπανία, ως “Tu amor de ayer”, οι (Los) Rangers στο EP “Tu amor de ayer, Melodía encadenada/ Muy lejos de aqui/ Maria Dolores” [Marfer M.617, 1966], στη Γαλλία, ως “Ton jour de chance”, ο Monty στο EP “J’ai traverse l’enfer, Mon porte bonheur/ Ton jour de chance, Alors dis-nous pourquoi” [Barclay 70.947M, 1968?], για να φθάσει το τραγούδι μέχρι και τη Νότια Αφρική, εκεί όπου το ερμήνευσε ο Danny Rivers. Το “Yesterday man”, που ήταν ένα κλασικό sixties mod/dancehall, δεν θα μπορούσε να μην το ska-νάρουν και στα early 80s στη Βρετανία. Και όντως, το περιποιήθηκαν οι Odds στο 45άρι “Yesterday man/ So you think” [JSO EAT1, 1980]. Στην Ελλάδα το “Yesterday man” το τραγούδησαν οι Stylistes, με αγγλικούς στίχους στο 45άρι “Yesterday man/ Vita mia” [RCA Victor 50g 4015] από τα τέλη του '66 και που, κατά τα συνήθη, ο Chris Andrews στα credits αναγράφεται, λανθασμένα, ως… Cr. Andrius. H εκτέλεση είναι συμπαθητική, διατηρεί κάποια blue beat στοιχεία κι ευτυχώς δεν ξεπέφτει στη yanka. Ακούστε την, όπως την ανέβασε χθες ο nick270760...
Μερικές ακόμη εκδοχές του "Yesterday man". Στην Αμερική το είπε η Veniece στο 45άρι "Yesterday man/ Let's stop" [Hi 2099, 196?], στην Πορτογαλία οι Sheiks στο EP "Yesterday man, These boots are made for walkin'" [Parlophone?, 1966] και στην Ιταλία (εκτός των Kings) το είπε και η Wilma Goich στο single "L'uomo di ieri/ Attentia all'amore" [Ricordi SRL 10-421, 1966 ή '67].

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ 1922-29/3/2011



Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.

Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.

Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες.

Kαι ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.

Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.

Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος, πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι.

Kι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες πούχεις κάνει δεν φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.


(Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, τραγούδι: Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης)

GUELEWAR from the vaults

Για τους Guelewar, αυτό το απίστευτο συγκρότημα από τη μικρή αφρικανική χώρα Γκάμπια, έχω γράψει κι εδώ http://is.gd/GvI8EX. Επίσης έχω αναφέρει, μια-δυο φορές, πως η ελληνο-σενεγαλέζικη ετικέτα Teranga Beat σκοπεύει να εκδώσει για πρώτη φορά σε CD και 2LP, άγνωστες ηχογραφήσεις τους από το 1982. Και όντως. Πριν από λίγες μέρες έφθασε στα χέρια μου ένα promo CD (η δεύτερη δηλαδή κυκλοφορία της Teranga Beat) διάρκειας 76:45, στο οποίο καταγράφονται, όπως σημειώνει και ο Αδαμάντιος Καφετζής στο οπισθόφυλλο, οι τελευταίες (live) ηχογραφήσεις των Guelewar, από το Canari Club της Kaolack (πόλη της Σενεγάλης), που συνέβησαν κάπου μέσα στο 1982 και οι οποίες σε πρώτη φάση είχαν ακουστεί μόνον από κασέτες. Το άκουσμα είναι εντυπωσιακό και κομμάτια όπως τα Yaye ramoutoulaye, Balla jigi και Cilss θυμίζουν τις μεγάλες στιγμές από τα επίσημα άλμπουμ τους “Sama Yaye Demma N’Darr”, “Tasito”, “Warteef Jigeen”…
Για το “Halleli N’ Dakarou” θα τα πούμε όμως αναλυτικότερα, όταν κυκλοφορήσει κανονικά.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

INNERSOUND

Για τις Berlin Brides έγραψα τον προηγούμενο Δεκέμβριο (http://is.gd/JRi5oQ), με αφορμή την έκδοση τού single τους “Rejection junkie/ Off the rack” στην Inner Ear. Τώρα, η πατρινή εταιρία έχει έτοιμο ένα πλήρες set τής μπάντας, ένα άλμπουμ δηλαδή, το οποίον έχει τίτλο “Modern Celibacy”. Οι Berlin Brides είναι ένα κλασικό electro-punk σχήμα. Εννοώ πως και αισθητικώς (όσον αφορά στα ηχοχρώματα), αλλά και… δραματουργικώς (όσον αφορά στην κοφτερή στιχουργική), ακολουθούνται οι συντεταγμένες του στυλ. Αυτό είναι σωστό, εννοείται. Δείχνει πως η Νατάσα Γιανναράκη στιχουργός και τραγουδίστρια κι η Μαριλένα Ορφανού συνθέτρια και κιμπορντίστρια έχουν μελετήσει τα σχετικά πεπραγμένα, τοποθετώντας επάνω, δίπλα τους, τη δική τους προβληματική. Το “Modern Celibacy” δεν είναι ένα στοιχειώδες άλμπουμ – από ’κείνα που παράγει, κατά τα συνήθη, ο χώρος. Πέραν των δύο γυναικών, στην ηχογράφηση παίρνουν μέρος έξι ακόμη μουσικοί (χειριζόμενοι ντραμς, κιθάρες, επιπλέον σύνθια), ενώ και η παραγωγή (Coti, Χρήστος Λαϊνάς), όπως και το συνολικό πακετάρισμα συμβάλλουν θετικώς σε μια απολύτως σύγχρονη αποσαφήνιση. Από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του “Modern Celibacy” το “Failure to wank” είναι ένα punky κομψοτέχνημα, με στίχους προσωπικούς, για τα κορίτσια που… πηγαίνουν ένα-ένα. (Οτιδήποτε συνέβη στη ψηφιακή χαρά μου/ είναι κάτι που ανακάλυψα τότε που σκόρπαγα το χρόνο μου/ βρώμικο μικρό μυστικό μου, λιμπιντικέ θησαυρέ μου/ εσύ μού έδωσες χαρά, και τη δύναμη ν’ αναρωτιέμαι πέρα από κάθε μέτρο).
Επαφή: www.berlinbrides.com Ο Mickey Pantelous αποτελεί μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση έλληνα ροκά· ας χρησιμοποιήσω έναν παλαιό, ολίγον φθαρμένο όρο, ίνα περιγράψω την άφθαρτη περσόνα του καλλιτέχνη. Που έγκειται η ιδιαιτερότητά του; Αρχικώς, στο γεγονός ότι χειρίζεται όλα τα όργανα μόνος του – και μάλιστα με τη μία. Πρόκειται δηλαδή για ’κείνη την περίπτωση της one man band, την οποίαν έχουμε γνωρίσει μέσα από το blues περισσότερο, αλλά και από την jazz και από το rock. Άρα, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος πως το blues – και σωστά – θα αποτελεί, πάντα, έναν από τους πυλώνες των αναφορών του. Με τη διαφορά ότι ο Mickey Pantelous και με την καινούρια του δουλειά “Can’t find my pills” [Private/ Spinalonga, 2010], την οποίαν υπογράφει ως Dr. Albert Flipout’s One CAN band, όπως και με την προηγούμενή του, το “Hangover” του 2006, δεν είναι ένας απλός-τυπικός καλλιτέχνης των blues (όχι πως κάτι τέτοιο θα ήταν μεμπτό, εννοείται). Είναι, περισσότερο, ένας διαστρεβλωτής της δυναμικής τους (των blues), κατά τον τρόπο, ας πούμε, του Captain Beefheart, του Tom Waits, ή του Chuck E. Weiss. Αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης, προσωπικής ματιάς, που διαπερνά και τη σχετική μυθολογία των ερώτων, της ανδρικής μοναξιάς, του ζωτικώς αλήτικου ζην και φέρεσθαι, της στιχουργικής του δηλαδή, είναι και τα 13 κομμάτια του δίσκου, όλα τραγουδισμένα στην αγγλική από τον Pantelous και με το πνεύμα του… Dr.Albert Flipout διαρκώς εντός τους.
Επαφή: www.mickeypantelous.com Αν μαντεύω σωστά ο Jan van de Engel είναι Έλληνας, το κανονικό όνομα του οποίου πρέπει να είναι Γιάννης Αγγελόπουλος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το “Misspent” είναι ελληνική παραγωγή τής 64 millimetres από το Χαλάνδρι, στην οποία συμμετέχουν έλληνες μουσικοί (Βαγγέλης Παρασκευαΐδης βιμπράφωνο, Δημήτρης Γιαννόπουλος σαξόφωνο, φλάουτο, Πολυξένη Ακλίδη φωνή, Αγγέλα Γιαννάκη βιόλα, Πέτρος Βαρθακούρης κοντραμπάσο). Βασικά, πρόκειται για ένα πολυδύναμο άλμπουμ και όχι εύκολα κατατάξιμο. Συγκεράζει pop, folk, jazz και dance στοιχεία, τοποθετημένα, άπαντα, με έμπνευση και γνώση. Η γνώση αφορά φερ’ ειπείν στην ενοργάνωση, που ακολουθεί lo-fi κατευθύνσεις, επιτυγχάνοντας να δώσει στα κομμάτια, κάθε φορά, και μια διαφορετική γεύση, ενώ η έμπνευση έχει να κάνει με την ολοκλήρωση των συνθέσεων, που παρά τον ρυθμικό προσανατολισμό δεν απεμπολούν ένα κάποιο βάθος στην επεξεργασία τους. Κομμάτια όπως το “Tonight’s park” θα μπορούσε να αποτελούν τον ορισμό της… jazztronica (άκου Yoshinori Sunahara, Dimitri From Paris, Fantastic Plastic Machine κ.ά.)· ή, τουλάχιστον, εκείνης που διολισθαίνει προς το πιο απείραχτον άσμα.
Επαφή: janvdengel@gmail.com Από το 2008 είχαμε ν’ ακούσουμε νέα τραγούδια των Abbie Gale. Τότε, ήταν η πρώτη vinyl κυκλοφορία της Inner Ear, το 7ιντσο “Fall/ Mom”, τώρα είναι ένα 41 λεπτών CD, περιέχον τα πλέον πρόσφατα κομμάτια του πατρινού γκρουπ. Ο τίτλος του “No Inspiration”. Με λίγα λόγια, θα έλεγα πως και το τρίτο αυτό ολοκληρωμένο έργο των Abbie Gale, δεν είναι τίποτ’ άλλο από μιαν ακόμη απόπειρα εμβάθυνσης περί την pop σημαντική. Δυναμικές συνθέσεις, άψογο ομαδικό παίξιμο, πάντα εξαιρετικά φωνητικά, στίχοι περισσότερο σκοτεινοί ενδεχομένως (εν σχέσει με τις προηγούμενες δουλειές τους), μία τραγουδοποιία που εξελίσσεται ανοδικώς (ξεκινώντας από ένα υψηλό, ούτως ή άλλως, στάνταρντ), ακόμη και μέσα στο ίδιο άλμπουμ. Τo άπιαστο, τελετουργικό σχεδόν “L+F”, το “Mind the gap” που συμπαρασύρει τα πάντα στην εξέλιξή του, το πνιγηρό “Goodbye sunshine” (ένα από τα ωραιότερα τραγούδια τους), το έσχατο, πυρετικό “No inspiration”… Οι Abbie Gale (o Achilles ντραμς, λούπες, κρουστά, η Evira φωνή, ο Nick μπάσο, ο Pedal κιθάρες, πλήκτρα, ο Salvatore κιθάρες, πλήκτρα, φωνή) είναι ένα γκρουπ που έχει βρει, εδώ και χρόνια, το δρόμο του, είτε κινούμενο στη μέση, είτε στα περιθώρια.
Επαφή:
www.abbiegale.gr

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

BLAZE FOLEY social change is still just talk

Μία από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις αμερικανού singer-songwriter, που έχω ποτέ συναντήσει (εννοώ ακουστικώς) είναι εκείνη του Blaze Foley (1949-1989). Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα βιογραφικά στοιχεία του, που κείτονται στο δίκτυο, μένει άναυδος. Ο Foley υπήρξε ένας περιπλανώμενος μουσικός, δίχως σταθερή στέγη (κοιμόταν σε σπίτια φίλων του, σε αυτοκίνητα ή ακόμη και σε μπαρ), και με μία απίστευτη γκαντεμιά όσον αφορούσε στις ηχογραφήσεις. Η πρώτη του στούντιο εγγραφή κατασχέθηκε από την DEA (Drug Enforcement Administration), όταν συνελήφθη ο παραγωγός του για ναρκωτικά. Ένα άλλο στούντιο άλμπουμ του (το master προφανώς) εξαφανίστηκε, όταν του σπάσανε ένα station wagon που κοιμόταν, κλέβοντας ό,τι υπήρχε μέσα. Ένα τρίτο βρέθηκε τυχαίως από ένα φίλο του μουσικό, στο αυτοκίνητό του, πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, και πάει λέγοντας… Μ’ όλα τούτα δεν είναι ν’ απορεί κανείς με το γεγονός πως, ενόσω ζούσε, ο Blaze είδε μόνο ένα LP του να τυπώνεται· το “Blaze Foley”, στη Vital του Nashville, μάλλον το 1984. Ο Foley (η photo είναι από το www.blazefoleymovie.com/press) είχε γεννηθεί κάπου στο Arkansas, ζώντας κυρίως στο Texas μία ζωή απολύτως έξω από τα όρια – υπήρξε φιλάνθρωπος, παρ’ όλη τη δική του φτώχεια, γερός πότης και με μια, γενικώς, δική του ιδιάζουσα συμπεριφορά, ένας αυθεντικός wino δηλαδή – για να φύγει από τη ζωή μ’ έναν… ταιριαστό για την περίπτωσή του, όσο και απρόοπτο τρόπο, όταν πυροβολήθηκε σ’ έναν καυγά πατέρα-γυιού (ήταν φίλος με τον πατέρα, τον σκότωσε ο γυιός).
Τι άλλο; Ο Foley είχε πάθος με τις μονωτικές ταινίες (duct tape). Και όπως ωραία έγραψε κάποιος… τις χρειαζόταν, για να έχει ενωμένα τα διάφορα κομμάτια της ζωής του. Βασικά, τις χρησιμοποιούσε για να κρατάει σε μια… τάξη τις μπότες του, άλλα και για δεκάδες άλλους πρακτικούς λόγους. (Λέγεται, δε, πως είχε φτιάξει ακόμη και κοστούμι από μονωτική ταινία!). Όταν πέθανε, ο μύθος επίσης λέει πως οι φίλοι του (ο Townes Van Zandt ήταν ένας από τους πιο κοντινούς) τύλιξαν με μια τέτοια μονωτική ταινία το φέρετρό του, ενώ η Lucinda Williams του αφιέρωσε ένα δυνατό τραγούδι της, το “Drunken angel”. Δικά του κομμάτια απέδωσαν επίσης οι Kings of Leon, Lyle Lovett, Merle Haggard, Willie Nelson, John Prine κ.ά.
Σαν πολλά όμως δεν τά’παμε για την περίπτωσή του; Όχι πως δεν άξιζε (και με το παραπάνω), αλλά για να δούμε και το CD που μας έδωσε την αφορμή, γι’ αυτή τη μικρή εισαγωγή… Η Fat Possum, από την Oxford του Mississippi, θέτει σε κυκλοφορία τις πολύ πρώτες εγγραφές τού Blaze Foley, υπό τον τίτλο “The Dawg Years” (από το παρατσούκλι Deputy Dawg, με το οποίο κυκλοφορούσε στα μέσα του ’70) και οι οποίες συνέβησαν τον Φεβρουάριο του ’76 (8 tracks), τον Νοέμβριο του ’76 (7 tracks) και τον Σεπτέμβριο του ’78 (5 tracks) στο living room των φίλων του, της Margery και του Bill Bouris. Αυτές οι τρεις reel-to-reel ταινίες, που ξεθάφτηκαν από μια ντουλάπα κάπου στην αγροτική Georgia, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Basil Bouris στο κείμενο του CD (πρόκειται για το… μωρό της Margery και του Bill, που ακούγεται να κλαίει σε μερικά από τα κομμάτια!), περιέχουν πράγματι σπουδαία τραγούδια, στο στυλ της folk μπαλάντας, τα οποία ξεχωρίζουν από τις δυναμικές ερμηνείες τού 27χρονου τότε Foley, τις θαυμάσιες μελωδίες και βεβαίως τα θέματά του· ερωτικά, εμπνευσμένα και αφιερωμένα στην Sybil Rosen (τη μούσα του, όπως γράφει και ο Bouris), αλλά και κοινωνικά, όπως και πολιτικά, που συνόψιζαν τις απόψεις τού «χαμένου» τραγουδοποιού, για τη ζωή και τον περιβάλλοντα κόσμο του. Το “You’ll get yours aplenty”, το “I should have been home”, το “Election day”, το “Cold, cold world”, το “Livin’ in the woods in a tree” είναι κομμάτια που δεν ξεχνιούνται εύκολα… Εδώ, το “You’ll get yours aplenty”… και από κάτω οι εξαιρετικοί στίχοι.

The skies are full of dirt and gray
city’s kids come out to play
running in the broken glass
from old deserted windows.

Dollar winos fill the streets
poolroom music’s soulful beat
engulfs the gray and dirty air
in the inner city limits.

Children run in hopeless heap
along the dirty junkie streets
where women sell themselves to men
through roofless theatres.

Sidewalk cracks deep and wide
the children kneel to look inside
for pennies maybe nickels dropped in passing.

They live the lives like others past
the winos drink the pimps sell ass
little girls ten years ago
are older now by twenty.

Social change is still just talk
things you see in urban walks
should make you sick and lose your lunch
inside your high rise diners.

Make the laws(?) you own the man
you hold him down where you can stand
one of these days you’ll get yours(?) aplenty.