Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

MICHI SARMIENTO latin κολομβιανό

Όπως είχα γράψει και παλαιότερα… το ενδιαφέρον των μουσικόφιλων για τους ήχους που ακούγονταν στην Κολομβία, στα χρόνια του ’60 και του ’70, είναι δεδομένο· αν κρίνω, δηλαδή, από την ανταπόκριση που βρίσκουν οι σχετικές εκδόσεις (με τη μία να διαδέχεται την άλλη). Η βρετανική Soundway έχοντας ήδη δώσει τα άλμπουμ “Colombia!, The Golden Age of Discos Fuentes - The Powerhouse of Colombian Music 1960-76”, “Cartagena!, Curro Fuentes & The Big Band Cumbia and Descarga Sound of Colombia 1962-72”, αλλά κι εκείνο το απίθανο 45άρι με το “Comencemos” των Phirpo Y Sus Caribes από την Medellin, προσέθεσε πέρυσι στον κατάλογό της και το “Aqui Los Bravos, The Best of Michi Sarmiento y su Combo Bravo 1967-77” του Michi Sarmiento. Αν και στο εξώφυλλο τoυ CD/2LP βλέπω τον ίδιον τον Michi με το τενόρο του, και όχι κάποια από εκείνες τις sexy παρουσίες των original δίσκων θα… καταπιώ το πικρό ποτήρι και θα πάω παρακάτω.
Ο Sarmiento, όπως διαβάζω στις liner notes, ήταν γιος του βασικού ενορχηστρωτή των Δίσκων Fuentes (ενός ιστορικού label της χώρας), του Climaco Sarmiento, και είχε ως έδρα του την Cartagena (βασικά, τα… κακόφημα clubs της πόλης) στην καραϊβική ακτή. Το 1967 θα φορμάρει την πιο κλασική του μπάντα, το Combo Bravo, το οποίο αποτελούσαν δύο τρομπετίστες, κιθαρίστας, πιανίστας, μπασίστας, percussion section, αλλά και τραγουδιστής (Joe Arroyo), με τον ίδιον τον Sarmiento να παίζει τενόρο και κλαρινέτο. Οι 16 εγγραφές που ακούμε στο άλμπουμ της Soundway (διάρκεια 52:35) αφορούν στην περίοδο 1967-77, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, εγκολπώνοντας όλες τις έξωθεν επιρροές (βασικά τη νεοϋορκέζικη salsa και το boogaloo, αλλά και αυθεντικά κουβανικά ηχοχρώματα), μετασχηματίζοντας κατ’ ουσίαν την τοπική cumbia (και ειδικότερα το porro). Το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό· σχεδόν δεν χρειάζεται να το πω. Αναφέρομαι δηλαδή σε καταπληκτικά χορευτικά κομμάτια (“Mirame San Miguel”, “El sonerito”, “Cumbia raja”, “Se fue la cumbia”, “Caprichosa”, “Son retoson”), επιλεγμένα από την μεγάλη δισκογραφία της μπάντας. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, επειδή οι compilers είχαν να επιλέξουν από μία πληθώρα υλικού, έφτιαξαν ένα άλμπουμ ασυναγώνιστης χορευτικής κάψας.
Πέρασαν οι Απόκριες, αλλά θα ξανάρθουν…

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ το punk του κρίνου

Οι Παρθενογένεσις είναι ένα ιστορικό γκρουπ του εγχώριου rock, που έδρασε στη διετία αρχές ’79-αρχές ’81. Αν και, προσωπικώς, δεν πρόλαβα να τους δω ζωντανούς, εντούτοις θυμάμαι ακόμη τις σχετικές αναφορές στον μουσικό Τύπο της εποχής, κυρίως στα περιοδικά Μουσικό Εξπρές και Μουσική, που αγόραζα και διάβαζα περισσότερο. Και όντως. Εξώφυλλο στο πρώτο (τεύχος 24, 17/10/1980) η διαφήμιση ενός live του γκρουπ στον κινηματογράφο Κνωσός την 26/10/1980 και εντός οι εμφανίσεις τους στο κλαμπ Paranoid, στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος της Ηλιούπολης, και στο δεύτερο (τη Μουσική) στο τεύχος 32 (Ιούλιος ’80) μία συνέντευξή τους στον Στάθη Παπούλια, στην οποίαν επεξηγούνται πολλά και διάφορα. Προσφάτως τα Lost Archives της B-Other Side Records και η εταιρεία Ειρκτή εξέδωσαν ένα LP (400 κόπιες βινυλίου) υπό τον τίτλο “don’t pretend your troubles are over all you’ve got is falling to pieces remember the time you were praying and noone was…”, στο οποίο αποτυπώνονται, για πρώτη φορά, ανέκδοτες εγγραφές των Παρθενογένεσις από το καλοκαίρι του 1980, συμπληρώνοντας έτσι, μ’ ένα σημαντικό κομμάτι, το λειψό δισκογραφικό παζλ τού ελληνικού rock της εποχής.
Οι Παρθενογένεσις είχαν έναν ήχο διαφορετικό από τα περισσότερα γκρουπ της περιόδου. Με επιρροές από το punk και το new-wave επιχειρούν σταδιακώς να μεταφέρουν το εν λόγω ήχο στην ελληνική πραγματικότητα (έτσι τους έβγαινε δηλαδή), δίχως από την άλλη να απορρίπτουν τα τραγούδια, τα… punk τραγούδια, με τα οποία είχε μεγαλώσει η προηγούμενη γενιά (το “House of the rising sun” με τους Animals ή το “Wild thing” με τους Troggs). Βεβαίως οι ίδιοι μπορεί να μην αντιμετώπιζαν τα συγκεκριμένα άσματα εξ αρχής ως τέτοια, και να τα επέλεγαν, πιθανώς, μόνο και μόνο για να τη βγουν στους… αντίπαλους ροκάδες (διασκευάζοντάς τα με τον τρόπο τους), αλλά αυτό δεν έχει και τόσο σημασία τώρα. Ποια ήταν, όμως, τα μέλη του γκρουπ κατά τη διάρκεια εκείνων των εγγραφών; Λογικώς (λέω λογικώς γιατί υπήρχαν ανακατατάξεις) το καλοκαίρι του ’80 οι Παρθενογένεσις αποτελούνταν από τους Τάκη “Pete Rose” Πολυχρονόπουλο τραγούδι, Θωμά Μπουζιάνη κιθάρες (είχε αντικαταστήσει τον Κώστα Ποθουλάκη), Billy Lod” Παλαιοκώστα πλήκτρα, Χρήστο Στολίγκα ντραμς (είχε αντικαταστήσει τον Αλμπέρτο Λεβή) και Γιώργο Μακρίδη μπάσο.
Ο ήχος τους όπως ακούγεται στο LP, ας το πω από την αρχή, είναι… raw material. Και δεν ευθύνεται γι’ αυτό μόνον η στοιχειώδης εγγραφή (όπως αναφέρεται και στο ένθετο τα κομμάτια είναι γραμμένα με δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι!) όσο, κυρίως, ο αυθάδης τρόπος που παίζει και παρατάσσεται το σχήμα. Η… post-punk attitude δεν είναι απλώς εμφανής, αλλά αποκτά και προσωπικό στυλ σε κομμάτια όπως το 9λεπτο(!) “Feeling”, το οποίο περνά ακόμη και από ψυχεδελικές ατραπούς, ή τα… αεικίνητα (και συντομότερα στο χρόνο) “I will not apologize” και “Just another prisoner”. Τα πλήκτρα του Billy Lod είναι αλήθεια πως δίνουν άλλη διάσταση στα τραγούδια του γκρουπ, κάτι που το διαπιστώνει ο καθείς στο “Now I came” ας πούμε, ή το “Give me more lies”, ενώ με κομμάτια όπως το “Holiday” αντιλαμβάνεσαι αμέσως πόσο θα έσκιζαν οι Παρθενογένεσις, ως ήχος, αν έμπαιναν σε κανονικό στούντιο και ηχογραφούσαν με όλα τα κομφόρ. Όσον αφορά στην εκδοχή τού “The house of the rising sun” δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θυμίζει (θυμίζουν) προσωπικώς τους Stranglers την εποχή που ξεκινούσαν, έτσι όπως ακούγονται οι Βρετανοί στο 2LPThe Early Years” [Newspeak, 1992], με το έσχατο “Try the taste” να αποτελεί έναν καθαρόαιμο punk δυναμίτη. 
Δύο τινά. Πρώτον. Μέγα λάθος, «έγκλημα» για τα δεδομένα του χώρου, η ανυπαρξία μιας επαγγελματικής ηχογράφησης των Παρθενογένεσις. Δεύτερον. Αναντίρρητης αξίας η προσφορά των B-Other Side/Ειρκτή –στα συν και τα σχετικά ένθετα με το πληροφοριακό υλικό (εντός και η συνέντευξη από τη Μουσική, που ανέφερα πιο πάνω)– που διασώζουν, ό,τι διασώζουν, από τον ήχο αυτού του ιστορικού γκρουπ.  
Επαφή: www.b-otherside.gr

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

για τον ΡΟΖΕ ΓΚΑΡΩΝΤΥ

Προχθές Παρασκευή ανακοινώθηκε ο θάνατος τού γάλλου φιλοσόφου Ροζέ Γκαροντί (ή Ροζέ Γκαρωντύ, όπως γραφόταν παλαιά στη γλώσσα μας). Ο Γκαρωντύ, που πέθανε στα 99 του, υπήρξε ένας από τους διανοούμενους της Αριστεράς που έτυχαν μεγάλης προβολής στην Ελλάδα ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν είχε επισκεφθεί τη χώρα μαςόπως είχε γράψει και ο Ιός της Κυριακής την 9/6/1996, είχε βρεθεί… στην Αθήνα το Μάιο του 1965, κύριος προσκεκλημένος στην Α Εβδομάδα Σύγχρονης Σκέψης που οργάνωνε το ‘Θεμέλιο’ (σ.σ. ο εκδοτικός οίκος Θεμέλιο)και τα βιβλία του τυπώνονταν το ένα μετά το άλλο, ακόμη και σε εκδόσεις ΒΙΠΕΡ! Οργανωμένος αμέσως μετά τον Πόλεμο στο PCF (Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ο Γκαρωντύ πλέκει το εγκώμιο του σταλινισμού στο βιβλίο του «Ελευθερία» [εκδ. Κυψέλη, Αθήνα 1960], αλλά μετά την επέμβαση των Σοβιετικών στην Πράγα αλλάζει τροπάρι, επιτιθέμενος με σφοδρότητα στην κομματική ορθοδοξία, για να διαγραφεί, τελικώς, από το κόμμα τον Μάιο του 1970.
Γράφει χαρακτηριστικώς στο βιβλίο του «Ξανακατακτώντας την Ελπίδα» [εκδόσεις Βέγας], το οποίο είχε τυπώσει ο Μανώλης Γλέζος στα πρώτα χρόνια του ’70 (πιθανώς το 1971): «Η απεργία των πολωνών εργατών και η άγρια καταστολή της, τόσο κτηνώδης όσο οι χειρότερες αντεργατικές καταστολές στις καπιταλιστικές χώρες, η απόφαση του δικαστηρίου του Λένινγκραντ που κορυφώθηκε σε μία δίκη κεκλεισμένων των θυρών έξω από κάθε δικονομική εγγύηση και έξω από κάθε νομιμότητα, και απαίσια αντίστοιχη με τη φασιστική ιερή εξέταση του Μπούργκος της Ισπανίας, η άτιμη εκστρατεία που γίνεται στην ΕΣΣΔ κατά του Σολζενίτσιν και τόσων άλλων συγγραφέων, όλα αυτά τα εγκλήματα που διαπράττονται εν ονόματι του σοσιαλισμού και για την υπεράσπισή του, έχουν οδηγήσει ένα πολύ μεγάλο αριθμό κομμουνιστών να βάζουν στον εαυτό τους βασικά ερωτήματα, ώστε ακόμα και οι πιο πεισματικοί μηχανισμοί στην υποστήριξη της σταλινο-μπρεζνιεφικής ιδεολογίας υποχρεώθηκαν να λύσουν τη σιωπή».
Με το βιβλίο του «Η Μεγάλη Καμπή του Σοσιαλισμού» [εκδ. ΒΙΠΕΡ/Papyros Press Ltd., Αθήνα 1971] ο Γκαρωντύ προχωρά στην ανάλυση της κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που κορυφώνεται με το κινεζικό σχίσμα, την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και τον εκφυλισμό της μαρξιστικής θεωρίας μέσα στις κομμουνιστικές χώρες από τους ίδιους τους κομμουνιστές ηγέτες. Μακριά από κάθε πολεμική αναζητούνται τα αίτια αυτής της κρίσης, τα οποία εντοπίζονται μέσα στη νέα επανάσταση που επέφερε η κυβερνητική, προς την οποία δεν έχει ακόμα προσαρμοστεί ούτε το κομμουνιστικό κίνημα, ούτε ο καπιταλιστικός κόσμος.
Με το «Η Άλλη Λύση (Διέξοδος)» [εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 1973] ο Γκαρωντύ αναζητά το πακέτο των αλλαγών που απαιτούνται προς την ολοκλήρωση μιας επαναστατικής πρακτικής και οι οποίες αλλαγές αφορούν στις πολιτικο-οικονομικές δομές («ούτε καπιταλισμός, ούτε σταλινική γραφειοκρατία»), στις συνειδήσεις («ούτε ‘θρησκεία όπιο του λαού’, ούτε θετικιστικός αθεϊσμός») και στον πολιτισμό (με την αναγκαιότητα μιας «μορφωτικής επανάστασης»). Εδώ, ο Γκαρωντύ φλερτάρει με τον μαοϊσμό, γράφοντας για τον αγώνα του Μάο απέναντι στην κομματική γραφειοκρατία, που επικεντρωνόταν στην αντικατάσταση τού μεγαλύτερου μέρους του κρατικού μηχανισμού, την κατάργηση των προνομίων των κομματικών στελεχών κ.λπ.
Στην αρχή Προτεστάντης και αργότερα Καθολικός, ο Γκαρωντύ θα ασπαστεί τον Μουσουλμανισμό το 1982 και το 1996 θα δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερο σάλο γύρω από το όνομά του, όταν με το βιβλίο του «Οι θεμελιώδεις μύθοι της ισραηλινής πολιτικής» [εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα 1996] θα αρνηθεί το Ολοκαύτωμα, προσφέροντας τις «καλές υπηρεσίες» του (και) στο εγχώριο αντισημιτικό, ρατσιστικό και φασιστικό τόξο. (Τότε είχε ξαναεπισκεφθεί την Αθήνα, παρευρισκόμενος στην παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του, ενώ είχε εμφανισθεί και σε περιθωριακό τηλεοπτικό κανάλι).

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

ΣΠΥΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ο «κόκκινος» των Stormy Six

Πρέπει να ήταν περί τα μέσα της δεκαετίας του ’80 όταν είχαν πέσει στα χέρια μου μερικά τεύχη του βρετανικού περιοδικού Impetus που εξέδιδε ο Kenneth Ansell, στο Λονδίνο, προς τα τέλη των seventies.
Στο τεύχος Νο 9 (1979) υπήρχε ένα εκτεταμένο άρθρο προς τιμήν του ιταλικού (Rock in Opposition τότε) συγκροτήματος Stormy Six, χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο δεύτερο ο Peter Cutler (συντάκτης του εντύπου) συζητούσε με τον Umberto Fiori, βασικό στέλεχος της μπάντας (η συζήτηση αυτή, γύρω από την πολιτική, γενικότερα την κουλτούρα, και βεβαίως τη μουσική είχε μεταφραστεί από τον Κώστα Αρβανίτη και είχε παρουσιαστεί στο τεύχος 54 του περιοδικού Μουσική, τον Μάιο του ’82), ενώ στο πρώτο μέρος οι Franco Fabbri (φωνή, κιθάρα) και Umberto Fiori (φωνή, κιθάρα) τοποθετούνταν περισσότερο εν σχέσει με την πολιτική-δισκογραφική πορεία τους. Σ’ ένα σημείο λέει ο Fiori (οι εμφάσεις δικές μου): «Αποφασίσαμε λοιπόν να αγωνιστούμε ενάντια στις ροκ αναφορές των τραγουδιών μας, μελετώντας φολκ μουσικές και topical songs από διάφορες χώρες του κόσμου. Πράττοντας αυτό για δύο χρόνια ή και περισσότερο, παίξαμε για παράδειγμα μ’ έναν έλληνα τραγουδιστή, έναν πρόσφυγα. Είχαμε τότε δύο βασικά μέρη στις συναυλίες μας: το πρώτο αποτελείτο από δικά μας τραγούδια, ενώ το δεύτερο από ελληνικά. Παίζαμε και τραγουδούσαμε μαζί με τον έλληνα συνεργάτη μας για αρκετό καιρό, και αυτό άλλαξε οπωσδήποτε τη μουσική μας. Μελετούσαμε τις μουσικές παραδόσεις τόσο της Μεσογείου, όσο και των άλλων χωρών της ανατολικής Ευρώπης. Μερικές φορές, μάλιστα, εντοπίζαμε ομοιότητες με τα δικά μας ηχοχρώματα, άλλοτε πάλι όχι. Προσπαθούσαμε να δούμε τον τρόπο που λειτουργούσαν, για παράδειγμα, οι μουσικές του Θεοδωράκη».
Στο τεύχος 65/66 του Jazz & Τζαζ (8-9/1998) σ’ ένα κείμενό μου για τους Stormy Six έγραφα επί λέξει: «Αν και το παραπάνω απόσπασμα της συνέντευξης του Umberto Fiori το είχα πρωτοδιαβάσει πριν αρκετά χρόνια, εντούτοις δεν είχα κατορθώσει μέχρι προσφάτως (σ.σ. το 1998) να μάθω κάτι περισσότερο γι’ αυτόν τον άγνωστο έλληνα τραγουδιστή, που συνέπραξε με τους Stormy Six, επηρεάζοντας τόσο έντονα τη μουσική πορεία τους. Όταν πριν από λίγο καιρό έπιασα κάποιαν επαφή τόσο με τον Tommaso Leddi, που έπαιζε μαντολίνο και βιολί στο γκρουπ, όσο και με τον Umberto Fiori, μπόρεσα επιτέλους να λύσω το μυστήριο».
Από τον Fiori λοιπόν έμαθα ότι το όνομα τού έλληνα συνεργάτη τους (του έλληνα συνεργάτη των Stormy Six) ήταν Σπύρος Νικολάου, φοιτητής τότε (1973) στο Μιλάνο. Ο δε Tommaso Leddi μου είχε διηγηθεί την ακόλουθη ωραία ιστορία: «Στα χρόνια της δικτατορίας τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για τους έλληνες φοιτητές στην Ιταλία. Έτσι λοιπόν όταν ο Σπύρος τραγουδούσε μαζί μας δεν χρησιμοποιούσε το πραγματικό του ονοματεπώνυμο, αλλά το ψευδώνυμο ‘Κόκκινος’ (σ.σ. ακόμη χειρότερα…). Μ’ αυτό το όνομα εξάλλου τραγουδά ένα κομμάτι στο LP μας ‘Guarda Giù Dalla Pianura’. Συνεργαζόμασταν από την εποχή που ήμασταν μαζί με τον Fabbri και τον Fiori, καιρό πριν μπούμε με τον Fiori στους Stormy Six. Όταν ήμασταν όλοι πλέον στο γκρουπ ο Σπύρος έβγαινε στη σκηνή και τραγουδούσε κομμάτια του Θεοδωράκη. Θυμάμαι μάλιστα κάτι χαρακτηριστικό. Μια φορά που παίζαμε στο Μιλάνο μαζί με τον Κόκκινο, στο τέλος μιας συναυλίας ενάντια στη χούντα του Παπαδόπουλου, ένας Έλληνας ανέβηκε ξαφνικά στη σκηνή, αγκαλιάζοντας και φιλώντας με πάθος καθ’ έναν από εμάς. Αργότερα μάθαμε ότι αυτόν τον άνθρωπο τον έλεγαν Παπαδόπουλο…». Η έκπληξη των Ιταλών ήταν, βεβαίως, προφανής. Που να ήξεραν, ας πούμε, ότι οι μισοί Έλληνες είναι… παιδιά παπάδων;
Πέρυσι κυκλοφόρησε στην Ιταλία το βιβλίο τού Franco FabbriAlbum Bianco - Diari musicali 1965-2011” [εκδ. il Saggiatore S.p.A, Milano 2011]. Εκεί (στις σελίδες 118-120), υπάρχουν μερικές αναφορές σχετικές με τον Σπύρο Νικολάου. Γράφει ο Fabbri: «Συχνά βρισκόταν μαζί μας κι ένας έλληνας φοιτητής της Αρχιτεκτονικής, πολιτικός εξόριστος του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, με τον οποίον είχαμε έρθει, τότε, σ’ επαφή. Ο ίδιος, μάλιστα, για λόγους επαγρύπνησης, αυτοαποκαλείτο Γιώργος Κόκκινος (Giorgio Kochinos. Εδώ, ο Fabbri εξηγεί στο αναγνωστικό κοινό του πως η λέξη “kochinos” στην ιταλική σημαίνει “rosso”. Και συνεχίζει: «Ήδη από το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς (1973) ο Σπύρος μάς είχε μάθει να παίζουμε μια σειρά τραγουδιών του Θεοδωράκη, τα οποία τραγουδούσε ο ίδιος με την ωραία βαρύτονη φωνή του. Επίσης, είχαμε αντικαταστήσει τον ήχο του μπουζουκιού με το μαντολίνο τού Tommaso Leddi και την μαντόλα τού Umberto Fiori, προσπαθώντας να κάνουμε και δεύτερα φωνητικά, στην ελληνική γλώσσα βεβαίως, μαθαίνοντας πως το ‘και’ προφέρεται ‘ke’, το ‘είναι’ ‘ine’, το ‘η’ ‘i’, όπως ‘i’ προφερόταν κι εκείνο το γράμμα που αποκαλούσαμε αυτάρεσκα στο Γυμνάσιο ‘ypsilon’». Και λίγο πιο κάτω: «Στις 12 Δεκεμβρίου του ’73 παίζουμε στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου. Το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου μας αποτελείτο από τραγούδια του Θεοδωράκη, ερμηνευμένα από τον Σπύρο. Ανάμεσα στον κόσμο βρισκόταν και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ηγέτης της εξόριστης αντιπολίτευσης και κατοπινός πρωθυπουργός, ο οποίος μάλιστα είχε ανεβεί στο πάλκο για να μας συγχαρεί (σ.σ. ο Ανδρέας είχε παρακολουθήσει συναυλία των Stormy Six; – θα βουρλιστούμε τελείως;). Εμείς ανταποδώσαμε φωνάζοντας συνθήματα υπέρ της Ελλάδας γεμάτοι από συγκίνηση».
Όταν έγραφα εκείνο το κείμενο στο Jazz & Τζαζ, τον Αύγουστο του 1998, δεν είχα ακούσει το τρίτο LP των Stormy Six –το μοναδικό που μου είχε ξεφύγει, κι εκείνο που μ’ ενδιέφερε περισσότερο λόγω της ελληνικής συμμετοχής–, το “Guarda Giù Dalla Pianura” [Ariston AR/LP 12114], που είχε κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο του 1973. Το άλμπουμ αυτό, που είναι σπάνιο στην αυθεντική του έκδοση, το αγόρασα τον Απρίλιο του 2003 από έναν Ιταλό στο eBay, πληρώνοντάς το 25 ευρώ (όχι και λίγα). Και δεν εννοώ το original, αλλά την (ιταλική) επανέκδοση στην Oxford [OX/3017] από το 1976, με το αλλαγμένο εξώφυλλο (που δεν είναι gatefold) και τον αλλαγμένο τίτλο (Canti della Rivoluzione nel Mondo). Εν τοιαύτη περιπτώσει, έστω και με κάποια καθυστέρηση μπόρεσα ν’ ακούσω τον συγκεκριμένο δίσκο και βεβαίως το ελληνικό κομμάτι (για το οποίον έκανε λόγο ο Leddi), εκτιμώντας υπερ-θετικώς και αυτό το άλμπουμ του ιταλικού συγκροτήματος.
Οι Stormy Six την εποχή του “Guarda Giù Dalla Pianura” (1973). Από αριστερά: Carlo De Martini, Tommaso Leddi, Luca Piscicelli, Antonio Zanuso, Franco Fabbri και Umberto Fiori. Η πόζα προέρχεται από το Νο 15 (Άνοιξη/Καλοκαίρι 1994) του ιταλικού περιοδικού Musiche και ανήκει στον Ghigo Agosti.
Εκείνη την εποχή οι Stormy Six αποτελούνταν εκ των Franco Fabbri κιθάρα, φωνή, Umberto Fiori κιθάρα, φωνή, Carlo De Martini σαξόφωνο, βιολί, Tommaso Leddi βιολί, μαντολίνο, μπαλαλάικα, κιθάρα, Luca Piscicelli μπάσο, φωνή και Antonio Zanuso ντραμς (στη φωτογραφία του εξωφύλλου φαίνονται και οι έξι – απλώς ο ντράμερ Zanuso είναι κάπως κρυμμένος πίσω από τον Fiori). Το ρεπερτόριό τους απαρτιζόταν από επαναστατικά τραγούδια απ’ όλον τον κόσμο, και μερικά απ’ αυτά θα εύρισκαν θέση, φυσικά, και στο “Guarda Giù Dalla Pianura”. Φερ’ ειπείν τα “Union maid” και “Do re mi” του Woody Guthrie (να υπενθυμίσω εδώ το εξαιρετικό βιβλίο τού Umberto Fiori Μπομπ Ντύλαν, Τζο Χιλλ, Γούντυ Γκάθρυ/ Ιστορία του αμερικανικού λαϊκού τραγουδιού, που κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα το 1981 από τις εκδόσεις Νεφέλη), το “Cuba si, Yanquis no”, τα ιταλόφωνα “Guarda giudalla pianura” (γραμμένο από την Giovanna Marini και τον Michele Straniero για τις μεγάλες καταλήψεις των ιταλικών βιομηχανιών το 1920) και “Per i morti di Reggio Emilia” (ένα τραγούδι τού Fausto Amodei, γραμμένο για την εξέγερση της Αριστεράς απέναντι στην κυβέρνηση του Χριστιανοδημοκράτη Fernando Tambroni, το 1960, που έφερνε τους νεοφασίστες στο προσκήνιο από το παράθυρο), τα αγγλόφωνα “Brother, did you weep?” και “The ballad of Ho Chi Minh” (από το songbook του Ewan MacColl) και φυσικά το “Otan xtupeseis duo fores”, δηλαδή το «Αλέξανδρε (Όταν χτυπήσεις δυο φορές)» σε μουσική και στίχους του Μίκη Θεοδωράκη με αναφορές σε παλιό αντάρτικο («Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους/ γυναίκες και άνδρες με όπλα στους ώμους…»), γραμμένο επί δικτατορίας και αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παναγούλη. Τραγουδούν οι Stormy Six και ο Σπύρος Νικολάου…

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

JAZZ & TZAZ 231

Στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες (το λεγόμενο Jazz Eye) για το τελευταίο άλμπουμ των My Wet Calvin, για τον νορβηγό ντράμερ Tore Jamne, για την Κατερίνα Πολέμη και το άλμπουμ της “Spread The Music, Not The Name”, για τον Peter Handke, για τον τζαζίστα Μάνο Αθανασιάδη, για τον ιστορικό βρετανό τρομπετίστα της jazz Harry Beckett (οι ροκάδες τoν θυμούνται από την παρουσία του στους Keef Hartley Band, The Running Man κ.ά.), για την Μάρθα Μαυροειδή και το άλμπουμ της «Πορτάκι»…
Στα θέματα, ο Γιάννης Μουγγολιάς καταπιάνεται με τον σουηδό κιθαρίστα Ulf Wakenius, o Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με μία ξεχωριστή προσωπικότητα του σημερινού βρετανικού groove, την Jessica Lauren, ο Κλήμης Λεοντίδης γράφει για το top italian progressive γκρουπ Banco del Mutuo Soccorso, ενώ ο Βαγγέλης Αραγιάννης συνομιλεί με την κυρία Lisa Hilton, μία πολύ ιδιαίτερη αμερικανίδα πιανίστα. Ακόμη οι Αντώνης Φράγκος και Μιχάλης Παπαμακάριος μεγεθύνουν, σ’ ένα πολλάκις κατατοπιστικό άρθρο, στο σύγχρονο ιταλικό κοινωνικοπολιτικό τραγούδι και στις περιπτώσεις των συγκροτημάτων Bandabardò, Modena City Ramblers, Sud Sound System, Banda Bassotti, 99Posse και Assalti Frontali, ενώ εγώ εστιάζω στις περιπτώσεις των Ahmad Jamal (στο εξώφυλλο), Lars Danielsson και Tigran Hamasyan με αφορμή την παρουσία τους στο Jazz On the Hill, στη Σάνη της Χαλκιδικής το τριήμερο13-15/7.
Φυσικά και από αυτό το τεύχος δεν απουσιάζουν οι δισκοκριτικές, το blues boom!, ένα δισέλιδο με βιβλία, το δισκορυχείον (μ’ ένα ιστορικό άλμπουμ από το χώρο του ιταλικού folk των 70s), Τζαζ & Λογοτεχνία (o Σάκης Παπαδημητρίου γράφει για τον André Hodeir), Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art
Στο CD “It’s Magic!” ο Γιώργος Χαρωνίτης επιλέγει δώδεκα κομμάτια του Eric Dolphy από τις πρώτες προσωπικές δουλειές του (1960-61), καθώς και από τις σημαντικές συνεργασίες του με τους Ken McIntyre και Ron Carter... 
Να και κάτι από την pop περίοδο τού μεγάλου Ahmad Jamal και από το άλμπουμ “The Bright, the Blue and the Beautiful” [Cadet, 1968]. Φρέσκος αήρ

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

καραβάνια με καμήλες…

Η ολλανδική Music On Vinyl επανεξέδωσε πέρυσι, ανάμεσα σε τόσα κλασικά jazz, rock και pop άλμπουμ (πάντα σε βινύλια βάρους 180 γραμμαρίων) και το πρώτο LP των Caravan, που ηχογραφήθηκε για λογαριασμό της βρετανικής Verve, τον Οκτώβριο του 1968 και που κυκλοφόρησε, για πρώτη φορά, στις αρχές της επόμενης χρονιάς. Το Caravan, ένα από τα κλασικότερα έργα της τοπικής ψυχεδελικής σκηνής, συνομολογεί, μαζί με τα δύο πρώτα άλμπουμ των Soft Machine, την απαρχή εκείνου του ήχου που χαρακτήρισε τη λεγόμενη «σκηνή του Canterbury». Κατά τη γνώμη μου, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ποτέ μία τέτοια σκηνή (με σαφή και ευδιάκριτα γνωρίσματα). Απλώς, κάποιοι μουσικοί από το Canterbury (την καθεδρική πόλη της ΝΑ Αγγλίας), που ξεπετάχτηκαν από το… γενεσιουργό συγκρότημα Wilde Flowers, βρέθηκαν μαζί, στην πορεία, με διάφορους άλλους παίκτες (από διαφορετικές περιοχές της χώρας) δίνοντας ώθηση σε ποικίλα γκρουπ, που, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, οικοδόμησαν έναν ήχο, που επηρέασε κόσμο και κοσμάκη (κυρίως εκτός Βρετανίας). Κατά την προσωπική μου άποψη, αυτό που ονομάστηκε αργότερα «ήχος του Canterbury» έχει περισσότερο σχέση με τα δεύτερης γενιάς συγκροτήματα, τους Matching Mole και τους Hatfield and the North κυρίως, παρά με τους Caravan και τους Soft Machine της πρώτης εποχής. Αλλά αυτά δεν έχουν και τόσο σημασία τώρα…
Οι Caravan σχηματίστηκαν το 1968 από τον ντράμερ Richard Coughlan, τον κιθαρίστα, μπασίστα, τραγουδιστή Pye Hastings, τον οργανίστα, τραγουδιστή David Sinclair, καθώς και τον εξάδελφό του μπασίστα, κιθαρίστα και τραγουδιστή Richard Sinclair (και οι τέσσερις είχαν περάσει από τους Wilde Flowers), ενώ παραδίπλα στεκόταν ο φλαουτίστας Jimmy Hastings (αδελφός του Pye Hastings). Έτσι λοιπόν, ως κουαρτέτο βασικά, υπογράφουν το 1968 για τη βρετανική Verve, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έκανε ελάχιστες δικές της παραγωγές στο Νησί –στο νου μού έρχονται, πλην των Caravan, μόνον οι Poet and The One Man Band–, προσφέροντας ένα άλμπουμ μοναδικής εκφραστικότητας. Από το εναρκτήριο “Place of my own” («Η αγάπη είναι εκείνο που επιθυμείτε όσο τίποτ’ άλλο/ αλλά τούτη βρίσκεται εν υπνώσει μέσα στα κεφάλια σας/ Γιατί δε ζείτε λίγο ακόμη σήμερα/ αφού αύριο μπορεί να είσαστε νεκροί;») με το πέραν πάσης περιγραφής αέρινο παίξιμο στο όργανο, την άπιαστη ρυθμική κιθάρα, τα εύθραυστα φωνητικά με το τόσο χαρακτηριστικό φυσικό φαλσέτο του Pye Hastings και το “Love song with flute” (με τη θλιμμένη εισαγωγή, τα αρμονικά φωνητικά, το μαγικό φλάουτο και την πιο απροσδόκητη κάτι-σαν-bossa, που θα μπορούσε ποτέ να φανταστούμε), μέχρι το “Magic man” (με τα διπλά φωνητικά των Pye Hastings και David Sinclair να παραπέμπουν μόνο σε… Beach Boys) και το 9λεπτο έπος “Where but for Caravan would I” (μία από τις κορυφαίες στιγμές του british psych sound της εποχής, με παιξίματα από άλλον πλανήτη), ένα είναι σίγουρο… τα τελευταία δεν-ξέρω-πόσα χρόνια. Το πρώτο LP των Caravan είναι τόσο κλασικό, όσο ελάχιστα άλλα άλμπουμ εκείνης της (βρετανικής) περιόδου. Εδώ, στην audiophile έκδοση της Music On Vinyl, το ακούς, συν τοις άλλοις, και με άλλο αυτί.
Ακούγοντας καπάκι, αμέσως μετά το “Caravan” δηλαδή, το “The Snow Goose” (1975) των Camel (επίσης στην περυσινή audiophile έκδοση της Music On Vinyl), είπα… μέσα μου (και… απ’ έξω μου θα μπορούσα να το πω): να ένα βρετανικό συγκρότημα, που θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί από τους Caravan. Εντάξει. Οι Camel δεν ήταν (είναι) καμμία μπάντα της σειράς, αφού διέθεταν δική τους φινέτσα, έχοντας στις τάξεις τους δύο (τουλάχιστον) μουσικούς με βαρβάτο βιογραφικό, όπως τον οργανίστα Peter Bardens και τον κιθαρίστα, φλαουτίστα και τραγουδιστή Andy Latimer –οι άλλοι δύο ήταν οι Andy Ward κρουστά και Doug Ferguson μπάσο– αλλά να, πώς να το πω, ορισμένες φορές (πολλές φορές), άφηναν εκείνη την αύρα του μελωδικού-μελαγχολικού ήχου των Caravan, προσθέτοντας, φυσικά, στην όλη κατασκευή τα δικά τους classic-rock στοιχεία. Βασισμένο στη νουβέλα τού Αμερικανού Paul Gallico (εξάλλου ο πλήρης τίτλος του δίσκου είναι “music inspired by The Snow Goose”), «μία απλή, σύντομη παραβολή για την αναγεννητική δύναμη της φιλίας και της αγάπης, με φόντο τη φρίκη του πολέμου» όπως γράφει κι η wikipedia, το “Snow Goose” είναι ένα ορχηστρικό κατά βάσιν άλμπουμ (υπάρχουν κάποια λίγα φωνητικά εδώ κι εκεί), στηριγμένο στις κιθάρες του Latimer, στα πλήκτρα του Bardens, που θα τα χαρακτήριζα γενικώς ντελικάτα, αλλά κυρίως σε μια συνθετική γραμμή-αντίληψη, η οποία ακόμη και στα πιο επικά μέρη του έργου (στο “Dunkirk” π.χ. της δεύτερης πλευράς) δεν γίνεται ποτέ πομπώδης. Ο rock μελωδισμός λοιπόν στο απόγαιό του, κι ένα άλμπουμ, το “The Snow Goose”, κατάλληλο για άπασα την… rock οικογένεια.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

δύο άλμπουμ ελληνικής jazz…

jazz δηλαδή ερμηνευμένης από έλληνες μουσικούς.
“Kassetas-Spanos Present: Jungle of Illusions” [Puzzlemusik, 2011] είναι ο τίτλος του πρώτου απ’ αυτά και όπως γίνεται αμέσως φανερό πρόκειται για μία αποτύπωση της συνεργασίας δύο μουσικών, του Γιάννη Κασέτα και του Γιώργου Σπανού, η οποία καλά κρατεί τους τελευταίους μήνες.
Αν θα έπρεπε, από την αρχή, να επισημάνω κάτι εν σχέσει με τον Κασέτα –που παραδίδει ένα τρίτο CD στην Puzzlemusik, μετά το 2007– τούτο έχει να κάνει με το γενικότερο feeling της ηχογράφησης (είναι πιο ελεύθερη, γενικώς), που τη διαφοροποιεί κατά πολύ από τις δύο προηγούμενες. Τα tracks του άλμπουμ θα μπορούσε, μάλιστα, να τα χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες. Τρία είναι ζωντανά ηχογραφημένα στο Bacaro, αφορώντας στο duo (Γιάννης Κασέτας σαξόφωνα, Γιώργος Σπανός ντραμς, κρουστά), ενώ στα υπόλοιπα επτά –επίσης ζωντανά ηχογραφημένα, αλλά σε στούντιο–, συμμετέχουν και άλλοι μουσικοί, οπότε και το ηχοχρωματικό κλίμα εμφανίζει μιαν αλλαγή. 
Το πρώτο κομμάτι που αποδίδει το duo έχει τίτλο “Moment dialogue” και αποτελεί βασικά μία improv συνομιλία ανάμεσα στο βαρύτονο σαξόφωνο και τα κρουστά. Η επικοινωνία είναι πολύ καλή, το βάθος πεδίου που προκαλεί από μόνο του το βαρύτονο είναι εκείνο που πρέπει να είναι, ενώ οι ρυθμολογίες μεταβάλλονται κατά το δοκούν, οδηγώντας το άκουσμα από το free έως το groovy. Στο “Walk spirit talk spirit” του McCoy Tyner ο bluesy-sax μελωδικός διάκοσμος είναι εμφανής στην εξέλιξη του κομματιού, ενώ στο “Sandu” του Clifford Brown η καταιγίδα «σχημάτων», συγκρατείται μόνον από τις κατά τόπους ρυθμικές ανακοπές.
Περνώντας, τώρα, στα υπόλοιπα κομμάτια, στέκομαι, κατά πρώτον, στο bluesDark raven on a night flight” με την ηλεκτρική κιθάρα (Αποστόλης Λεβεντόπουλος) και το κοντραμπάσο (Περικλής Τριβόλης) να προσφέρουν η πρώτη ένα ωραίο σόλο και το δεύτερο την ολοκληρωμένη ραχοκοκκαλιά (μαζί με τα ντραμς προφανώς) πάνω στην οποία πατάει ο Κασέτας, προτείνοντας ένα όμορφο μελωδικό σόλο στο σοπράνο. Στο “Sedative jungle” το βασικό duo των Κασέτα-Σπανού επεκτείνεται μέσω των Μανώλη Σαριδάκη (πιάνο, σύνθια) και Αλέξανδρου Τσάμη (τάμπλα), παραδίδοντας μία δυνατή σύνθεση, σ’ ένα indian-contemporary πλαίσιο. Στο “Avant garden” το ηλεκτρικό κοντραμπάσο του Απόστολου Σιδέρη, συντείνει οπωσδήποτε στην ποικιλία των ηχοχρωμάτων (παίξιμο και με δοξάρι) σε μία σύνθεση που ανακαλεί στη μνήμη μου… Eberhard Weber seventies εποχής. Το έσχατο (φανερό) 5λεπτο “Tsunami” (σύνθεση του Κασέτα) εμφανίζει και την πολυπληθέστερη ομάδα ηχογράφησης. Ένα κουιντέτο ούτως ειπείν (Κασέτας-Σπανός, συν Μάνος Λούτας κοντραμπάσο, Δημήτρης Καραγιάννης τενόρο, Μάριος Βαληνάκης άλτο), σ’ ένα κομμάτι επιστημονικής, σαξοφωνικής συμπόρευσης, ενώ στο έσχατο (κρυφό) ο Γιάννης Κασέτας δοκιμάζει στο ηλεκτρικό πιάνο, κινούμενος σε κλασικά fusion πρότυπα, παρά την απουσία άλλων, πλην ντραμς, οργάνων.
Είναι θετικό όταν βλέπεις συγκροτήματα να προτείνουν το δικό τους υλικό, αποφεύγοντας την περιπλάνηση σε... πολυδιασκευασμένες διασκευές. Όχι πως ενοχλούν οι versions, αλλά, όπως και να το κάνουμε, οι πρωτότυπες συνθέσεις παρέχουν περισσότερα στοιχεία προκειμένου ν’ αντιληφθείς τις δυνατότητες μιας μπάντας· αφήνω το γεγονός πως ένα άλμπουμ με originals δεικνύει και μία καλώς εννοούμενη σιγουριά, κάνοντας ακόμη περισσότερο σαφές το «αυτοί είμαστε». Κάπως έτσι σκεπτόμενοι (και για τους δικούς τους λόγους) οι Wonder-fall Quartet, αποφασίζουν να προτείνουν επτά δικά τους τραγούδια και τρία ορχηστρικά (με φωνητικά) στο παρθενικό CD τους, που έχει ως τίτλο το όνομά τους και το οποίον κυκλοφορεί, εδώ και λίγο καιρό, σε δική τους παραγωγή. Οι συνθέσεις του ντράμερ Θάνου Χατζηαναγνώστου, οι στίχοι της τραγουδίστριας Ειρήνης Κωνσταντινίδη, το πιάνο του Δημήτρη Θεοχάρη, το κοντραμπάσο του Χάρη Μέρμηγκα, το νέι σε τρία tracks του Χάρη Λαμπράκη, άπαντα συμβάλλουν στη διευθέτηση ενός jazz-romance κλίματος, το οποίον επιβάλλεται μέσα από την ωραιότητα και τους χαμηλούς εν γένει τόνους· ακόμη δε και οι τίτλοι μοιάζουν προγραμματικοί, επιβεβαιώνοντας το παραπάνω (“Tenderness”, “Lovely day”, “The road less travelled”, “Lullaby”, “Dance of the leaves” κ.λπ.). Ανοιχτές μελωδίες λοιπόν, που πατούν πάνω στα χνάρια της ευρωπαϊκής τεχνοτροπίας (της γαλλικής ας πούμε στις πιο ζεστές στιγμές ή του nordic κλίματος στις πιο cool, ασχέτως της αγγλικής εκφοράς του λόγου), απουσία προσωπικών διαθέσεων με, παραλλήλως, έντονη την ομαδική (παικτική) συμπεριφορά, πρόταξη της ανάγκης δημιουργίας ατμοσφαιρών, ιδίως στις συνθέσεις με την παρουσία του νέι, που στέλνει σαφή ethnic-jazz μηνύματα· όχι με την έννοια του γνωστού αναμασήματος, αλλά με τον τρόπο π.χ. του φλάουτου ενός Yusef Lateef.
Πάντως, και δίχως να θέλω να υποτιμήσω τις τραγουδιστικές απόπειρες-καταγραφές των Wonder-fall Quartet, έχω τη γνώμη πως πρέπει να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στην εκπόνηση instrumental συνθέσεων –και με τη σχετική βοκαλιστική επεξεργασία, κάτι που το λέω έχοντας στο νου μου τη “Lehonia”, αλλά και την “Wonder fall”–, καθότι στο χώρο του τζαζ τραγουδιού η βαρύνουσα προσωπική καταγραφή είναι σαφώς πιο δύσκολη.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

KIRJUHEL κοινωνικοπολιτικά θέματα

Άκουσα για πρώτη φορά και γνώρισα από κοντά τον γάλλο τραγουδοποιό Evgen Kirjuhel (πραγματικό όνομα Jean-Frédéric Brossard) τον Οκτώβριο του 1996 σ’ ένα μαγαζί στα Άνω Πετράλωνα, που λεγόταν Χαμάμ (υπάρχει ακόμη). Την προηγούμενη χρονιά (1995) είχε κυκλοφορήσει το 3CD του “Fragments Epiques” στην εταιρία REVOE της γερμανίδας φωτογράφου Solveigh Kaehler, που είχε γραφεία στο Κολωνάκι, την Ύδρα και το Παρίσι· έτσι κάπως εκείνα τα live στο Χαμάμ αφορούσαν, θα έλεγα, στη διαδικασία προώθησης του άλμπουμ.
Επειδή το γαλλικό folk ήταν (είναι και θα είναι) πάντα μέσα στα ενδιαφέροντά μου, δεν είχα χάσει την ευκαιρία να ρωτήσω μερικά πράγματα τον Kirjuhel, γύρω από την (άγνωστη, έως τότε, σ’ εμένα) καριέρα του. Μου είχε πει, μεταξύ άλλων: «Οι παλαιοί μου δίσκοι στα πρώτα χρόνια του ’70 είχαν ένα σαφές κοινωνικό περιεχόμενο, το οποίο είχε τις άκρες του μέσα στο κλίμα της εποχής. Τραγουδοποιοί όπως ο Atahualpa Yupanqui με είχαν επηρεάσει με το έργο τους, ενώ στάσεις ζωής όπως εκείνη της Angela Davis για παράδειγμα, τροφοδοτούσαν διαρκώς την έμπνευσή μου. Δυστυχώς, όμως, ο δρόμος για το λεγόμενο επαναστατικό τραγούδι κάπου έκλεισε. Σήμερα (σ.σ. το 1996) βλέπω περισσότερο την ανάγκη μιας αυτοέκφρασης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η πηγή δεν παραμένει η ίδια». (Περισσότερα στο τεύχος 45 του Jazz & Τζαζ, 12/1996).
Μπορεί ο Kirjuhel να κυκλοφόρησε στη διαδρομή κι άλλα άλμπουμ στην REVOE, αλλά εγώ, έκτοτε, ήμουν προσανατολισμένος στις παλαιότερες δουλειές του, από τα late sixties –όταν συνέθετε, ως Jean-Frédéric Brossard και παιδί του Παρισινού Μάη, το “Ah! le joli mois de Mai à Paris– και τα seventies, κατορθώνοντας να βρω στην πορεία τρία LP του από ’κείνη την εποχή. Το “Les Questions”, για το οποίο θα γράψω λίγα λόγια στη συνέχεια, υπήρξε το δεύτερο προσωπικό του κι είχε κυκλοφορήσει στη δική του εταιρία Disques Droug [D 5.101] το 1974· βεβαίως, η κόπια που εντόπισα εγώ (το εξώφυλλο της οποίας βλέπετε πιο πάνω) ήταν δυτικογερμανικής προέλευσης, στην Trikont/Unsere Stimme [US-43] από το 1978, αλλά αυτό είναι μάλλον μία ασήμαντη λεπτομέρεια…
Το άλμπουμ, που έχει αγωνιστικό και ταυτοχρόνως ισχυρό συναισθηματικό φορτίο, περιλαμβάνει μπαλάντες, συνθέσεις του Kirjuhel (ερμηνεύει και παίζει κιθάρα), όπως και τραγούδια στηριγμένα σε παραδοσιακούς σκοπούς της Βρετάνης, πάνω στους οποίους (σκοπούς) έχουν τοποθετηθεί καινούριοι στίχοι. Για παράδειγμα το “Chanson pour Jean Carel” είναι γραμμένο για έναν γεωργό από τη Βρετάνη που πρωτοστάτησε σε απεργίες το 1972 και φυλακίστηκε, το “En passant par le Larzac” αναφέρεται στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις στο Larzac (προς τη νότια Γαλλία), όταν οι αγρότες της περιοχής αρνήθηκαν να παραχωρήσουν τα χωράφια τους προκειμένου να επεκταθεί ένα στρατόπεδο (κάτι που επετεύχθη τελικώς μετά το 1981, όταν ο François Mitterrand ήρθε στην εξουσία), το “Angela Davis” είναι αφιερωμένο φυσικά στη γνωστή αμερικανίδα ακτιβίστρια, ενώ στο “Argentré -du-mepris” (Argentré -της-περιφρόνησης) ο γάλλος τραγουδοποιός λογοπαίζει με την ονομασία του Δήμου Argentré -du-Plessis, εκεί όπου ένας νεαρός εργάτης κάηκε σε πυρκαγιά. Αυτό το τελευταίο είναι καταπληκτικό τραγούδι, όπως και ολόκληρο το άλμπουμ εξάλλου.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

ROMAIN COLLIN το κάλεσμα

Νέος γάλλος πιανίστας, που κάνει καριέρα στην Αμερική, ο Romain Collin ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά των μουσικών οι οποίοι γνώρισαν και αντιλήφθηκαν την jazz βασικά ως pop μούζικα. Έχοντας κατά νου, στον δικό μου νου, την jazz του Brad Mehldau, των e.s.t., του Helge Lien Trio και όλων των υπολοίπων –αναλόγων ή λιγότερο αναλόγων– έρχομαι να πω πως το τρίο του Romain Collin είναι ένα σχήμα που εδράζεται πάνω σε μία πολύ συγκεκριμένη, όσο και στέρεα, βάση· και η βάση αυτή δεν είναι άλλη από τον μελωδικό αυτοσχεδιασμό. Ελεύθερος ή λιγότερο ελεύθερος (ώρες-ώρες μάλιστα και αρκούντως… δεσμευμένος) ο αυτοσχεδιασμός τού Collin έχει ισχυρό συναισθηματικό φορτίο, μονίμους ανοιχτούς ορίζοντες και πάνω απ’ όλα δύο μουσικούς συμπαραστάτες που αντιλαμβάνονται πλήρως το όραμά του (το όραμα του πιανίστα), τον κοντραμπασίστα Luques Curtis και τον ντράμερ Kendrick Scott. Το αποτέλεσμα είναι μία σειρά δώδεκα κομματιών (δέκα originals και δύο versions) που, απλώς, σε στέλνουν. Που; Κάπου πέρα, κάπου αλλού.
Το “The Calling” [Palmetto, 2012] ξεκινά με το 2λεπτο “Storm”, ένα track που περιλαμβάνει ήπιο programming (ο ίδιος ο Collin) και ηλεκτρική κιθάρα (John Shannon). Σπάνιας δύναμης και υποβολής εισαγωγή, προάγγελος όσων ακολουθήσουν. Το σχεδόν 8λεπτο “The calling” είναι ένα πρώτο δείγμα της αδιαφιλονίκητης σημαντικότητας του τρίο. Στιβαρή μπασογραμμή, συγκρατημένο παίξιμο στο πιάνο, ήχοι να σχολιάζουν από το... υπερπέραν και βεβαίως καθαρές μελωδικές γραμμές, που παραπέμπουν στον Jarrett της Κολωνίας (κομμάτι ιδανικό για όσους θεωρούν πως η σύγχρονη jazz είναι κάτι πολύ πέραν των blues). Στο 5λεπτο “Runners high”, ο προγραμματικός τίτλος τα λέει όλα. Η ταχύτητα μπορεί να είναι σαφές δείγμα δεξιοτεχνίας, όμως αν δεν συνοδεύεται από την ορθή διαχείριση του χρόνου είναι σαν… να φεύγεις σφαίρα, αλλά να σκοντάφτεις λίγο πριν το τέρμα. Επί του προκειμένου ο τερματισμός είναι πανηγυρικός. Το μεγάλο κομμάτι, ή μάλλον ένα ακόμη μεγάλο κομμάτι, ακούει στον τίτλο “Burn.down.”. Εδώ συμπλέουν η jazz-romance, το rock, η μπαλάντα, το έγχορδο «δωμάτιο»… Το αποτέλεσμα δεν περιγράφεται· και θ’ αποφύγω να το περιγράψουμε με όρους… μεταφυσικούς. Οι αργές στροφές ταιριάζουν στον Collin –εκεί ξεδιπλώνει τη μελωδική του στόφα– κι αυτό αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά στο “Greyshot”, ένα track, εδώ, για κουιντέτο (John Shannon κιθάρα, Adrian Daurov τσέλο). Βαρύ, μελαγχολικό, πνιγηρό, blues, μ’ έναν άρρωστο ρομαντισμό να σε ξεναγεί στη νεκρή φύση. Τα δύο τελευταία κομμάτια, το “Aftermath” και το “One last try”, είναι ό,τι υπονοούν οι τίτλοι τους. Σόλο σχεδόν πιανιστικές ελεγείες ενός σπουδαίου άλμπουμ, γκρίζου έως το κόκκαλο.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

οι BELIEVE είναι Πολωνοί

Οι Believe είναι ένα πολωνικό 6μελές συγκρότημα (Karol Wroblewski φωνή, Mirek Gil κιθάρες, Przemas Zawadzki μπάσο, Satomi βιολί, Vlodi Tafel ντραμς, Konrad Wantrych πλήκτρα, programming – υπάρχει κι ένας έβδομος, ο Tomek Osiecki, ο οποίος παίζει sitar και dilruba σ’ ένα track), που κινείται προς μία κατεύθυνση progressive rock (ας την πω έτσι), με σκληρές, αλλά και μπαλαντικές αναφορές, επεξεργασμένες μελωδίες, άψογα φωνητικά στην αγγλική και πρωτότυπες συνθέσεις, που στέκουν πολύ καλά· όσο και αν στ’ αυτιά ορισμένων μπορεί ν’ ακούγονται κάπως… παλιομοδίτικες. Τα σόλι είναι στις σωστές δόσεις (το άλμπουμ έχει κυρίως 4λεπτα και 5λεπτα κομμάτια), το συναισθηματικό δόσιμο πασιφανές, η ατμόσφαιρα που δημιουργείται «μια χαρά», ενώ και τα σκάρτα 49 λεπτά που διαρκεί το “World Is Round” [Metal Mind Productions, 2010] δεν αντιλαμβάνεσαι για πότε περνούν.
Αφήνω δε την έσχατη και ουχί καταϊδρωμένη –κάθε άλλο!– σύνθεση “Poor King of Sun/ Return”, με το sitar του Tomek Osiecki να πρωταγωνιστεί, τα oriental ηχοχρώματα και την ψυχεδελική ατμόσφαιρα (με κάτι από Moffs και Tom Kazas), που σε ταξιδεύει (με επιστροφή). Αυτά τα γκρουπ, που δεν θέλουν ν’ αποδείξουν τίποτα απολύτως, παίζοντας τη μουσική που γουστάρουν όσο καλύτερα γίνεται, τα έχω στην καρδιά μου.
Ακούμε το “Poor King of Sun/ Return” σε live ακουστική version από το... μισό γκρουπ και με την dilruba να πρωταγωνιστεί.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

παράξενα παραμύθια… από τη λάθος άκρη του τηλεσκοπίου

Παράξενο άλμπουμ βινυλίου. Όλα παράξενα. Από τον τίτλο του, τον τίτλο της εταιρείας, το εξώφυλλο, μέχρι τα ένθετα, το label και βεβαίως το άκουσμα. Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή…
Η Λάθος Άκρη του Τηλεσκοπίου είναι ένα fanzine εμπνεύσεως Νικόλα Μαλεβίτση. Ένα fanazine όμως… τριών διαστάσεων. Όπως διαβάζω και στο www.fanzines.gr το πρώτο του τεύχος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011 (με το βάρος να δίνεται στις συνεντεύξεις των Eli Keszler, Liz Allbee, αλλά και στις Senufo Editions). Το δεύτερο τεύχος του, όμως, είχε τη μορφή βινυλίου –είναι το LP για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια–, ενώ το τρίτο τεύχος το… είδαν και το άκουσαν μόνον όσοι(ες) βρέθηκαν στη KNOT gallery, την 13/1/2012, στο live των Liz Allbee, Natryx και Μαργαρίτας Κουρτπαρασίδου (ήμουν εκεί, αν αυτό έχει κάποια σημασία).
Τα «Παράξενα Παραμύθια» ή Weird Fairytalesόπως διαβάζω τον τίτλο χαραγμένο στο dead wax, είναι μια συλλογή προχωρημένης electro-μουσικής. Να την πω πειραματική; Να την πω.
Το άλμπουμ (200 αντίτυπα βινυλίου) ανοίγει με το ολίγων δευτερολέπτων «Μια ιστορία του φωτός (κύκλος)» του Σωκράτη Μαρτίνη – έχω γράψει στο παρελθόν για το δίπτυχό του “au seuil de la liberte”. Ένας πυροβολισμός, κάποια κακαρίσματα, μερικές καμπάνες, μια επεξεργασία τους… ένα concrete, λίγο μεγαλύτερο από το άνοιξε-κλείσε του ματιού. Ακολουθεί το “Momotaro” των Άγγλων Sonic Catering Band. Σχήμα με υπερδεκαετή ηχογραφική και «ζωντανή» παρουσία, οι Sonic Catering Band επενδύουν ηλεκτρονικώς ένα ιαπωνικό παραμύθι. Ελαφρά… βιοτεχνική αντίληψη, off φωνή, κάπως σαν ζεν προσανατολισμός. Η «Λίμνη πολυεστερίνη» του Νίκου Κυριαζόπουλου μοιάζει με μανιπουλαρισμένη field recording. Έντομα, ζώα και νυχτοπούλια κάπου σε συμφωνία ή διαφορά φάσης στην καλοκαιρινή μας ύπαιθρο. Παραμύθια… όπως πληροφορούμαι από το ένθετο. Η weird ιστορία είναι εξ ολοκλήρου συντεθιμένη στο στούντιο. Οι Ελβετοί Scillia Lorage & Kiko C. Esseiva επιχειρούν στο “Conte sous l’edredon” να αναπαραστήσουν ηχητικώς τους παιδικούς φόβους· όσους, εν πάση περιπτώσει, εξελίσσονται κάτω από ένα πάπλωμα. Η απόπειρά τους είναι όσο εφιαλτική απαιτείται (σε κάποια δε σημεία μεγαλύτερη και απ’ όσο απαιτείται!). Ο Geoff Dugan είναι ένας Νεοϋορκέζος, ο οποίος, στον «κήπο των κουμπιών» αφηγείται ένα παραμύθι, έτσι όπως του το εξιστόρησε η Πόλη του Φωτός. Κι εδώ αληθινοί και πλασματικοί ήχοι (και φωνές) συμπλέκονται εις σάρκαν μία. Η πρώτη πλευρά θα κλείσει με το “Terrat” του σαξοφωνίστα Michel Doneda. Μορφή του γαλλικού ελεύθερου αυτοσχεδιασμού ο Doneda δίνει εδώ μιαν ηχογράφηση για σόλο(;) sax, καταγραμμένη σε μια στέγη της Βαρκελώνης. Φυσήματα, τάπες, φωνές, εφφέ, άπαντα ζωντανά και εν ώρα δουλειάς.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το «Έλα Ήλιε» του Δημήτρη Καραγεώργου (στη φωτογραφία). Ο συν-θέτης χρησιμοποιεί μία παλαιά (από το 1965) ηχογράφηση παραμυθιού, έτσι όπως το αφηγούνται γυναίκες στα Ζαγοροχώρια, και την οποίαν (ηχογράφηση) επεξεργάζεται τόσο στο φωνολογικό της κομμάτι, όσο και στην ηχητική της συνοδεία τη βοηθεία ενός software (audiomulch) για live electronic μουσική παράσταση. Εξαιρετικό, και ως ιδέα και ως αποτέλεσμα. Η «Ταχτομπούρου» είναι ένα ακόμη παράξενο κομμάτι. Πρόκειται για μία τσιγγάνικη εκδοχή της «Σταχτοπούτας», έτσι όπως την διηγείται η κυρία Δήμητρα (μια κυρία Δήμητρα) στην Νέα Αλικαρνασσό του Ηρακλείου. Ο Έλληνας Adam_is συνοδεύει με εκλεπτυσμένο θόρυβο (με μελωδικά υποστρώματα). Στο “Lisa’s absurd dream” των Αμερικανών If, Bwana (ένα project του Al Margolis, ο οποίος ασχολείται με το θόρυβο από το 1984) παρακολουθούμε την αφήγηση ενός κειμένου, έτσι όπως αυτό συνεχίζει ως continuo πίσω (ή μήπως εμπρός;) από στρώσεις κοντραμπάσου και τη γενικότερη επεξεργασία-διαχείριση τού Margolis. Η «Επανάληψη» είναι ένα κανονικό παραμύθι, με προσωπικά στοιχεία και έντονη συναισθηματική ατμόσφαιρα που διαβάζει ο Σπύρος Φέγγος (παλαιός συνεργάτης και του Jazz & Τζαζ). Ένα “Blair Witch Project”, που λυτρώνεται από έναν Από Μηχανής Θεό. Η ηχητική συνοδεία προέρχεται από το www.freesound.org. Το άλμπουμ κλείνει με το «Εναντίον όλων των αρτίων» του Σουηδού Leif Elggren (γνωστός μας από την εποχή του άλμπουμ «Από Μηχανής Μουσική» στην Ano Kato το 1991). Ένα κομμάτι, ένα κείμενο βασικά, που απομυθοποιεί τη σημερινή σουηδική κοινωνία (την απομυθοποιημένη ήδη από τα early seventies ελέω «Με Λένε Στέλιο» και Θοδωρή Καλλιφατίδη). Δυνατό. Όπως και όλο το άλμπουμ εξάλλου.