Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΟΙ ΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥΣ

Το τέλος της χρονιάς είναι η εποχή των λιστών – και όχι μόνο για τη μουσική, για τα πάντα. Λίστες για ταινίες, βιβλία, ταξίδια, γεγονότα, πρόσωπα κ.ο.κ. Εγώ, για σπάσιμο, έκανα τις προάλλες μια… άσχετη λίστα με βιβλία και δίσκους που άκουσα και διάβασα (ή ξανάκουσα και ξαναδιάβασα) τον τελευταίο καιρό (είναι αυτή  εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2015/12/blog-post_20.html) και μπορεί να κάνω κι άλλες μέχρι το τέλος της χρονιάς (και όχι για σπάσιμο!). Ήδη εδώ που τα λέμε, έχω κάνει μία… Μια πεντάδα…
Δεν είμαι εναντίον των λιστών, που δημοσιεύονται στο τέλος κάθε χρόνου, και δεν το παίζω αφ’ υψηλού. Όπως δεν είμαι και εναντίον των λιστών γενικώς, αφού, όπως ξέρουν οι φίλοι αναγνώστες, έχουμε κάνει λίστες εδώ στο δισκορυχείον για τα «καλύτερα progressive», για τα «καλύτερα του ελληνικού ροκ» από τα 60s, 70s και 80s κ.λπ. Και θα κάνουμε κι άλλες στο μέλλον… Σε τι είμαι εναντίον; Στις λίστες που δεν είναι αυστηρώς προσωπικές.

Το έχω γράψει κι άλλη φορά (νομίζω), με άλλη αφορμή. Δεν μ’ ενδιαφέρει ν’ ακούω μουσική, και να προτείνω για μουσική, κατ’ αρχάς, σαν να είμαι «επαγγελματίας» Αγγλοαμερικάνος. Σαν... να υποχρεούμαι ν’ ακούσω όλες τις «πατάτες» της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας ή πράγματα που δεν με αγγίζουν, απλώς και μόνο για να είμαι μαζί με τους άλλους (για ταπεινούς ή λιγότερο ταπεινούς λόγους).
Δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα. Δεν καταλαβαίνω δηλαδή γιατί θα πρέπει να έχω στη δική μου λίστα, στη λίστα ενός… παιδιού που ακούει μουσική στο τελευταίο κολοχώρι του κόσμου, την βαρετή και σπαραξικάρδια Adele ή τους διάφορους μαύρους από τα… κυριλέ γκέτο, που πουλάνε ψευτοτσαμπουκάδες. Προσωπικώς, δεν είμαι φαν του σύγχρονου… ποπ hip-hop, δεν το κατανοώ και δεν το καταλαβαίνω. Δεν με αγγίζει. Ποτέ, ας πούμε, σε μια δική μου λίστα δεν θα είχε θέση ένα τέτοιο άλμπουμ ή ένα άλμπουμ (να πούμε και το «αντίθετο») «κλασικής μουσικής» (μια μουσική που τη σέβομαι και την ακούω άμα λάχει –κι έχω δίσκους κλασικής– την οποίαν όμως ποτέ δεν θα την πρότεινα, για να το παίξω «κάπως»). Προτείνω, όταν θέλω να προτείνω, απ’ αυτά που γουστάρω και ακούω καθημερινώς, αδιαφορώντας για το «τι παίζει» διεθνώς.


Έριξα μια ματιά στη λίστα με τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς που δημοσίευσε ο Γιάννης Πετρίδης. Σέβομαι τον Γιάννη Πετρίδη και τους τόνους μουσική που έχει ακούσει, παρότι ούτε ένα απ’ αυτά τα τραγούδια δεν θα υπήρχε ποτέ σε μια δική μου λίστα. Κι αυτό γιατί μια τέτοια λίστα θα μπορούσε να την είχε κάνει κάποιος επαΐων στη Νέα Υόρκη ή το Λος Άντζελες – με τον οποίον δεν θα είχα κανένα κοινό σημείο, κοινωνικό ή πολιτισμικό, ουδεμία κοινή σκέψη για τη μουσική (ή και ευρύτερα).

Άκουσα τις 15 πρώτες επιλογές του Πετρίδη και μέσα σ’ αυτές βρήκα πέντε κομμάτια που ήταν καλά (για τα δικά μου γούστα). Τα σημειώνω: “King Kunta” από Kendrick Lamar, “Let it happen” από Tame Impala, “Alright” από Kendrick Lamar, “Pedestrian at best” από Courtney Barnett και “King” από Years & Years (πλάκα έχει). Και όταν λέω «καλά», εννοώ πως θα τα άκουγα ευχάριστα σ’ ένα μπαρ ή μια καφετέρια – δεν θα μ’ ενοχλούσαν. Επ’ ουδενί όμως δεν θα έδινα λεφτά, αυτήν ειδικώς την εποχή, για να τ’ αγοράσω. Ίσως, αν μου περίσσευαν, ν’ αγόραζα μόνο το “To Pimp a Butterfly” του Kendrick Lamar, που είναι καλό άλμπουμ (άκουσα κι άλλα κομμάτια του) και κυκλοφορεί σε double LP (με κανα εικοσάρι ή και λίγο παραπάνω το βρίσκεις). Όπως αγόραζα, θέλω να πω, πριν καμμιά δεκαπενταετία, βινύλια (όχι CD) των Radiohead, της Björk και του Tricky, που τώρα πιάνουν και λεφτά…

Εμένα μ’ αρέσουν οι λίστες, το ξαναλέω, και τις διαβάζω, αρκεί να είναι αυστηρώς προσωπικές. Να μην έχουν καμμία σχέση, ούτε καν να επηρεάζονται από λίστες άλλων… προυχόντων ή πτωχοαλαζώνων. 

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

ΝΤΑΝΟΣ ΛΥΓΙΖΟΣ - SOCRATES / Υ.ΕΝ.Ε.Δ. '73

Πέθανε χθες ο ηθοποιός Ντάνος Λυγίζος, στα 77 χρόνια του. Ο Λυγίζος μπορεί να έγινε γνωστός από το θέατρο, κάποιες ταινίες και βιντεοταινίες, όμως η φήμη του εκτοξεύτηκε μέσω της σατιρικής εκπομπής «Όχι τα νέα του ΑΝΤ1», που παρουσιαζόταν για δυο χρόνια στον ANT1, στην αυγή της ιδιωτικής τηλεόρασης (από 27/3/1991 έως 2/1/1993, όπως διαβάζουμε στο retrodb.gr).
Πολύ λίγοι θα θυμούνται τον Ντάνο Λυγίζο να παρουσιάζει την τηλεοπτική εκπομπή «Στον Ρυθμό της Ποπ» το 1973 (κάθε Τρίτη στην Υ.ΕΝ.Ε.Δ., λίγο μετά τις 7). Σε μια τέτοια εκπομπή υπήρξε κι ένα αφιέρωμα στους Socrates, ή Socrates Drank the Conium όπως λέγονταν ακόμη τότε, με το συγκρότημα να παρουσιάζει τραγούδια δικά του και των Mountain από συναυλία στον Άγιο Κοσμά.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

για την BOSSA NOVA και την ΕΛΛΗΝΙΚΗ BOSSA NOVA

«Στα τέλη του ’50 η bossa nova γεννήθηκε στη Βραζιλία, πίσω από τις πανέμορφες ακτές του Rio de Janeiro, στις συνοικίες Copacabana, Ipanema και Leblon. Το σλόγκαν του νέου πρόεδρου Juscelino Kubitschek (σ.σ. ανέλαβε την 31/1/1956 και για μια πενταετία) “50 χρόνια ανάπτυξης μέσα σε πέντε” έφερε την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, καθιστώντας τη μέσο για την προώθησή της στον “πρώτο κόσμο” και μακριά πια από τον ‘τρίτο’».
Αυτό γράφει ο Stuart Baker στο booklet του άλμπουμ “Bossa Nova/ Bossa nova and the rise of brazilian music in the 1960s” [Soul Jazz, 2011], αν και θα πρέπει να σημειώσουμε πως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα, αφού εκείνη την εποχή οι υποτιμήσεις του cruzeiro ήταν συνεχείς, η χώρα έβαινε χρεωμένη κάτω από τις αλόγιστες δαπάνες και τα μεγαλεπήβολα σχέδια, η διαφθορά ήταν στην ημερησία διάταξη, ενώ και η φτώχεια, όπως και το χάσμα ανάμεσα στις τάξεις αυξανόταν με όλο και μεγαλύτερο ρυθμό.
Η bossa nova ξεπηδώντας μέσα απ’ αυτό το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον εξέφρασε επί της ουσίας την ελπίδα για μια καλυτέρευση της ζωής, και ουσιαστικά έδωσε ό,τι είχε να δώσει μέχρι το 1964 (συμβολικά μέχρι την πρωταπριλιά του ’64, όταν την εξουσία, στη Βραζιλία καταλαμβάνει χούντα). Φυσικά, τούτο δε σημαίνει πως μετά το ’64 δεν γράφτηκαν ωραία τραγούδια και ορχηστρικά, αλλά το αισθητικό πλέγμα της bossa nova είχε ήδη ολοκληρωθεί, αφήνοντας το πάτημά του στην ανερχόμενη MPB (Musica Popular Brasileira) και τον ίσκιο του στην ετοιμαζόμενη tropicalia (με τη σαφή αντι-bossa στάση). (…)
Τι συνέβη στην Ελλάδα;
Από πολύ νωρίς, από τις αρχές του ’60 η bossa nova (ή και μποσανόβα) απασχολεί τους έλληνες συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού, αλλά σιγά-σιγά και κάποια συγκροτήματα. Μποσανόβες θα γράψουν ο Μίμης Πλέσσας, ο Κώστας Κλάββας, ο Γεράσιμος Λαβράνος, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης μα ακόμη και ο Μάνος Χατζιδάκις. Η μποσανόβα θα περάσει αμέσως στον κινηματογράφο, στο λαϊκό και ελαφρολαϊκό τραγούδι, ενώ bossa άσματα θα ηχογραφούνται όλες τις δεκαετίες στην Ελλάδα (εννοώ και τα πιο πρόσφατα χρόνια), με μερικά απ’ αυτά να γίνονται επιτυχίες, όπως ας πούμε «Η μπόσα νόβα του Ησαΐα» (1995) του Φοίβου Δεληβοριά ή ακόμη και «Η μπόσσα νόβα του ζαχαροπλαστείου» (1980) του Δημήτρη Μαραγκόπουλου από τη «Λιλιπούπολη». (…)

κάλαντα συμβίωσης

Καλά οι παπάδες (δηλαδή τον κακό τους το φλάρο), καλά οι χρυσαυγίτες, καλά οι δεξιοί (όσοι δεξιοί) και όσοι δεξιότεροι της δεξιάς είπαν «όχι», καλά όσοι και όσες απαράδεκτοι και απαράδεκτες δεν παρουσιάστηκαν για να πάρουν θέση για το «σύμφωνο συμβίωσης» (λες και δεν υπάρχει η λεγόμενη «επιστολική ψήφος» κι ας μην αναγνωρίζεται, αν δεν βρίσκεσαι σε επίσημη αποστολή της Βουλής), αλλά και το ΚΚΕ;

Είναι ντροπή για το Κόμμα το «όχι». Τις βλακείες που ψελλίζουν στα κανάλια οι κουκουέδες δεν τις καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι, και είναι θλιβερό το φαινόμενο να βλέπεις να κρύβεται το ιστορικό κόμμα πίσω από τόνους φληναφημάτων και άκρατη κοτσανολογία.

Σύντροφοι δεν κρίνεται η… επανάσταση με το «σύμφωνο συμβίωσης» (την οποίαν έχετε θάψει κανονικά και δια νόμου, από 40ετίας, νομιμοποιώντας εκείνο που υποτίθεται ότι αντιμάχεστε, το αστικό κράτος), ούτε βεβαίως η πορεία και η εξέλιξη της οικογένειας, αφού όσοι ομόφυλοι ζουν ή αποφασίσουν να ζήσουν μαζί ούτως ή άλλως (και πέραν του συμφώνου) έχουν διαχωρίσει τη θέση τους από την παραδοσιακή οικογενειακή συμβίωση. Εκείνο που κρίνεται είναι η αναγκαία ή όχι προσαρμογή ενός θεσμικού πλαισίου στη σημερινή πραγματικότητα.

Ο Αντρέας, στις αρχές του ’80, κατήργησε την ποινικοποίηση της μοιχείας και ψήφισε τον πολιτικό γάμο (που, δυστυχώς, ακόμη και σήμερα δεν είναι υποχρεωτικός –και προαιρετικός ο θρησκευτικός– ως μια νομικής φύσεως πράξη της πολιτείας). Ο «Κινέζος», που μας έκλεισε το σπίτι κατά τ’ άλλα, στις αρχές των 00s, απάλειψε το θρήσκευμα και άλλα ανούσια στοιχεία από τις ταυτότητες, ενώ και ο Τσίπρας, ο δηθεναριστερός, φέρνει το «σύμφωνο συμβίωσης» και μακάρι να φέρει στην πορεία και τον πλήρη διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας (που δεν το βλέπω).

«Σοσιαλιστές» και «αριστεροί» (εντάξει, βγάλτε τα εισαγωγικά άμα εσείς γουστάρετε) μέσα στα τελευταία 35 χρόνια μπόρεσαν και πέρασαν μερικά εκσυγχρονιστικά μέτρα, τα οποία θα έπρεπε να τα πρεσβεύουν όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις (και οι δεξιές εννοείται). Είναι κανονιστικές πράξεις και δράσεις του αστικού κράτους στο οποίο ζούμε (είτε μας αρέσει έτσι όπως είναι φτιαγμένο, είτε όχι) και είναι μαύρη αντίδραση κάθε παρέκκλιση από το λογικό και το προφανές.  

Σας εύχομαι Καλά Χριστούγεννα με υγεία και χαρά (είτε ασπάζεστε το μύθο, είτε όχι) και σας λέω και τα κάλαντα… 

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

OTROS AIRES το τέταρτο

Μπορεί να κυκλοφόρησε πρόπερσι το “4” από την Galileo Music Communication (A&N), το τέταρτο τέλος πάντων άλμπουμ των Ισπανοαργεντινών Otros Aires, είναι όμως εξαιρετικό – κι αυτό έχει σημασία. Με υπερδεκαετή ιστορία και με αναγνωρισμένο πλέον όνομα στο χώρο του nuevo tango, οι Otros Aires υπογράφουν ένα άλμπουμ αποτελούμενο από 13 originals και διασκευές, ενοποιώντας στυλ και πρακτικές (tango, jazz, hip hop, electro…), προσφέροντας ένα εντελώς απολαυστικό ακρόαμα.
Επτά μουσικοί (Miguel Di Genova κιθάρα, προγραμματισμός, samples, Diego Ramos πιάνο, φωνητικά, Hugo Satorre μπαντονεόν, Martin Bruhn ντραμς, Patricio Cotella κοντραμπάσο, Emiliano Lorenzo κοντραμπάσο, DJ Migma σκρατς, κρουστά) και κάμποσοι ακόμη guests σε φωνές και άλλα διάφορα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του “4”, που δημιουργεί από τα πρώτα κιόλας λεπτά μιαν αίσθηση ψυχικής πληρότητας. Είναι ο ρυθμός, είναι τα beats και τα ηλεκτρονικά, είναι η λαϊκότητα που εκπέμπουν τα tangos (π.χ. το “Perfume de mujer” που ακούγεται σαν… επτανησιακή καντάδα), είναι οι ερμηνείες, είναι αυτό καθ’ αυτό το προσεκτικά επιλεγμένο ρεπερτόριο; Η ουσία είναι πως οι Otros Aires στο “4” εκμεταλλευόμενοι απλά αλλά ουσιώδη συστατικά μπορούν και κάνουν, αμέσως, τη διαφορά.
Να προτείνουν δηλαδή ένα CD, το οποίο να μην στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στις αβανταδόρικες διασκευές (ποιος είναι εκείνος που θα αποδώσει, φερ’ ειπείν, το “Perfect day” του Lou Reed και θ’ αποτύχει, ή ποιος είναι εκείνος που θ’ ακούσει το εκπληκτικό “Poema” του Eduardo Βianco από το 1935 και δεν θα λυγίσει;), αλλά και στα σύγχρονα, σημερινά τραγούδια… με το άρωμα, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, του παρελθόντος. Το κατορθώνουν.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΝΑ ΣΤΕΡΕΟΠΟΥΛΟΥ έξοχο electronic CD

Για την πιανίστα και συνθέτιδα Άννα Στερεοπούλου είχα πληροφορηθεί τα σχετικά (και είχα ακούσει τα σχετικά) ήδη από το 2010 και αφορμή ήταν ένα διπλό, αναλυτικότατο άρθρο του φίλτατου Θωμά Ταμβάκου στα τεύχη 202 και 203 του Jazz & Τζαζ (Ιανουάριος & Φεβρουάριος του ’10). Εκεί σημείωνε μεταξύ άλλων ο Θωμάς:
«Η Άννα Στερεοπούλου, μέσω της αφαιρετικής διαδικασίας, με βασικό δημιουργικό κώδικα την Χρυσή Αναλογία-Τομή της αρχαιότητας και του αξιώματος ότι οι περισσότερες αναλογίες στη φύση τείνουν να ακολουθούν μια συγκεκριμένη αναλογία, δημιουργεί εκπληκτικά ηχητικά, ανάλογα των εικόνων εκ των οποίων εμπνέεται. Το υδάτινο στοιχείο της φύσεως και η σκιαγράφηση του συναισθηματικού κόσμου της τη δεδομένη στιγμή αποδίδουν στο μουσικό χειρόγραφο απίστευτου κάλλους ηχητικό δυναμικό, σχεδόν προγραμματικό και διάσπαρτο κινηματογραφικών εικόνων. Το δυναμικό αυτό δεν είναι μακράν των βασικών επιρροών της, τις οποίες η Άννα Στερεοπούλου ευθαρσώς μνημονεύει: La Monte Young και Steve Reich (ο μοναδικός μινιμαλιστικός διάκοσμος), Ξενάκης (η κίνηση των ηχητικών μαζών), Satie (ο υποβόσκων σαρκαστικός σχολιασμός), Keith Jarrett και Egberto Gismonti (η παρουσία της εντάσεως της αυτοσχεδιαστικής μουσικής), Fauré, Bartók, Debussy, Ravel, Dutilleux και Ραχμάνινοβ (το συναρπαστικό παιγνίδισμα των ηχοχρωμάτων), Βαγγέλης Παπαθανασίου και Tangerine Dream (οι διάσπαρτοι ψίθυροι new-age μουσικής) και Δημήτρης Λάγιος (η διακριτική σύζευξη του μεταμοντέρνου με τους απόηχους της παραδοσιακής-λαϊκής μουσικής)».
Προσφάτως η Άννα Στερεοπούλου κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ (CD ανεξάρτητης και περιορισμένης έκδοσης), που έχει τίτλο “c_i_r_c_e: the black cut” [A Stereoscopic perspective of Music & Art, 2015]. Διαβάζουμε στο μέσα μέρος του ενθέτου:
«Το c i r c e : the black cut είναι η φυσική συνέχεια των προηγούμενων άλμπουμ-project της Άννας Στερεοπούλου. Όλη η εργασία είναι βασισμένη στην εν εξελίξει έρευνα της συνθέτριας πάνω στον Ανθρώπινο Εγκέφαλο, στην Αστροφυσική, τη Φιλοσοφία και τις θεωρίες της Ψυχανάλυσης [Νους /Ψυχή /Εν (Όλον)], καθώς και: στον πίνακα “Το Μαύρο Τετράγωνο” (Kazimir Malevich, 1915), στο γραφικό σκορ των “Treatise” (1963-1967) του Cornelius Cardew και στα σημεία (σύμβολα) του Δίσκου της Φαιστού (Κρήτη, 2η χιλιετία π.Χ.)».
Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που βοηθούν στην κατανόηση της ηχητικής εξέλιξης του άλμπουμ, και αυτά καταγράφονται επίσης στο ένθετο. Διαβάζουμε και πάλι:
«Η αναχώρηση από την Αιαία –το νησί της Κίρκης–, η επίσκεψη στις Πύλες του Άδη και την Θρηνακία (νησί του θεού Ήλιου), η επιστροφή στην Ιθάκη και ο θάνατος του Οδυσσέα, αποδίδονται μέσα από σπαράγματα αρχαίων επιγραφών, τη λατρεία της Μητέρας Φύσης και άλλων αρχαϊκών γυναικείων θεοτήτων, πλέκοντας ένα αίνιγμα το οποίο, αργότερα, λύνεται κατά την άφιξη σε μια νέα Αιαία, μόλις μετά την (χρονική) Χρυσή Τομή του έργου, που συναντάμε στην ενότητα “The Black Cut”. Στο σημείο που ανακαλύπτουμε την πρώτη μας ανάμνηση, τη δική μας Γέννηση, την ίδια τη Ζωή, το Σύμπαν».
Ωραία, θα μου πείτε, είναι όλα αυτά, αλλά επί του πρακτέου τι γίνεται; Πώς ηχεί το “c_i_r_c_e: the black cut” και πώς εκδηλώνονται όλα τούτα στη μουσική που ακούγεται στο άλμπουμ; Θα πω κάτι από την αρχή – και μετά θα προσπαθήσω όσο μπορώ και με απλά λόγια να το αιτιολογήσω.
Το “c_i_r_c_e: the black cut” είναι ένα εξαιρετικό CD, και οπωσδήποτε ένα από τα ωραιότερα ηλεκτρονικά έργα που έχουν ηχογραφηθεί έως σήμερα στην Ελλάδα. Η Στερεοπούλου έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, και είναι αλήθεια πως διαβάζοντας όλα τα προηγούμενα (καθώς και άλλα που βρίσκονται στο site της) αρχίζεις να προσανατολίζεσαι σιγά-σιγά και καταλλήλως, καθώς αντιλαμβάνεσαι στην ηχητική διαδρομή πού «κολλάνε» όλα τα προηγούμενα και πώς ακριβώς εφαρμόζονται στην πράξη. Οι αναφορές θέλω να πω είναι φανερές και προφανείς κατά τόπους, αλλά εκείνο που είναι φανερότερο όλων είναι το ταλέντο τής Στερεοπούλου να ενσωματώνει όλα όσα την ενδιαφέρουν σ’ ένα δικό της σύνολο, σ’ ένα δικό της πλάνο. Το concept δηλαδή είναι εκείνο που λειτουργεί, και πάνω εκεί ξετυλίγεται και περατώνεται η ηχητική εφαρμογή του. Βεβαίως η μουσική τής Στερεοπούλου δεν είναι στενά ηλεκτρονική, αλλά είναι ηλεκτρονική η... διάταξη και η ανάπτυξή της. Έτσι, πέρα από το hammond και τα σύνθια που χειρίζεται η ίδια η συνθέτιδα (η ίδια παίζει ακόμη λύρα και μπανσούρι), είναι το βιολοντσέλο (το μη ηλεκτρονικό όργανο που έχει ταυτιστεί όσο ελάχιστα άλλα με την ηλεκτρονική μουσική), το ηλεκτρικό μπάσο, η κέλτικη λύρα και βεβαίως τα φωνητικά, που έχουν, άπαντα, έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο στην εξέλιξη του έργου, παρέχοντας όλες εκείνες τις «πινελιές» που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση του μύθου. 
Στο “c_i_r_c_e: the black cut” υπάρχουν εντυπωσιακά κομμάτια, πλήρως υποβλητικά, που θα τα ζήλευαν ακόμη και οι Pink Floyd των mid-70s (δεν είναι υπερβολή), όπως το “[Α φ] The Seabed + the hill” για παράδειγμα, ενώ άλλα έχουν έναν cosmic επικό χαρακτήρα όπως το 13λεπτο “[ii Ǝ] White dwarf (the black cut)” ή το 6λεπτο “[∞ Å] The Hill + the port (arianrhod’s theme)”, γειτνιάζοντας με το electro-kraut των Tangerine Dream λόγου χάριν.
Παρόλη την πρωταρχική συνθετότητα και πολυπλοκότητα τού project στην πράξη, το “c_i_r_c_e: the black cut”, είναι ένα καθαρό, απολαυστικό έργο, που δείχνει τον προσωπικό τρόπο και την ικανότητα της Άννας Στερεοπούλου να αναμετράται με πολλές και διαφορετικές συνιστώσες, ελέγχοντας πλήρως τη συνισταμένη τους.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

SCOTT HAMILTON & JEFF HAMILTON TRIO

Για το τρίο του ντράμερ Jeff Hamilton (Christof Luty μπάσο, Tamir Hendelman πιάνο) έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον, σημειώνοντας τον σταθερό προβληματισμό του προς την κατεύθυνση του νέου-παλαιού swinging. Ο Scott Hamilton, που είναι τενορίστας, γνωστός από την μακρόχρονη συνεργασία του με την Concord Jazz, δεν έχει καμμία συγγενική σχέση με τον Jeff. Απλώς, οι δύο αμερικανοί μουσικοί ήταν γραφτό να συναντηθούν κάποια στιγμή και αυτό συνέβη στην Ευρώπη, που είναι και η βάση του Scott. Πώς και έγινε; 
Το Jeff Hamilton Trio προσκλήθηκε να συμμετάσχει στο International Jazzfestival Bern, στην Ελβετία, με τον Scott Hamilton να συμπράττει ως guest. Η κοινή πορεία των τεσσάρων δεν τελείωσε στο πάλκο του φεστιβάλ. Ακολούθησαν εμφανίσεις στο κλαμπ Marians Jazzroom στη Βέρνη κι εκεί φάνηκε πως το πράγμα λειτουργούσε μια χαρά, και πως θα μπορούσε να αποτυπωθεί και στη δισκογραφία. Όπερ και εγένετο. Scott Hamilton και Jeff Hamilton Trio καταγράφονται, λοιπόν, ζωντανοί στο Marians (χωρίς κόσμο) και μέσα σε λιγότερο από οκτώ ώρες –και με τις ελάχιστες δυνατές πρόβες προφανώς– έχουν έτοιμο το “Live in Bern” [CAPRI, 2015].
Το άλμπουμ είναι χαρακτηριστικό της άνεσης των Αμερικανών να αποδίδουν, χαλαρά και με γνώση, ανά πάσα ώρα και στιγμή, τις μουσικές με τις οποίες μεγάλωσαν, ενώ συγχρόνως καταδεικνύεται η σημασία των στάνταρντ στην οικοδόμηση ενός άμεσου και πάντα υπεράνω υποψίας σετ. Θέλω να πω πως δεν θα ήταν τόσο εύκολο (όχι πως θα ήταν και τρομερά δύσκολο) στον λίγο χρόνο που βρέθηκαν μαζί οι τέσσερις μουσικοί να προκύψει ένα πρωτότυπο πρόγραμμα, με θέματα και μελωδικούς αυτοσχεδιασμούς οι οποίοι θα έπρεπε να «περαστούν» από την αρχή. Απεναντίας θα ήταν πιο άμεσο, γι’ αυτούς τους παικταράδες, να πατήσουν πάνω στα αγαπημένα στάνταρντ και… τσεκάροντας τα βασικά να καταγράψουν τη δική τους άποψη. Έτσι, από τα δεκατρία κομμάτια του “Live in Bern” τα δώδεκα είναι versions, με το μοναδικό original, το “Sybille’s day” (του Jeff) να βρίσκεται στη μέση ακριβώς του σετ, κερδίζοντας, και αυτό, κατ’ ευθείαν τις εντυπώσεις. Ένα φοβερό σουινγκάτο blues, που σε οδηγεί αμέσως να χορέψεις στην... πολυθρόνα σου.
Από ’κει και πέρα τι; Μα πασίγνωστα θέματα των Cole Porter, Michel Legrand, Mal Waldron, Benny Carter, Dizzy Gillespie, Billy Strayhorn κ.ά., που επιλέγονται και παρατάσσονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν τη σωστή κατανομή γρήγορων και αργών tracks, μπαλαντών και swinging δηλαδή, αμφότερα ικανά να μεταφέρουν στο τώρα μία τουλάχιστον 20ετία από την ιστορία της jazz.
Άλμπουμ manual είναι το “Live in Bern”, γύρω από το πώς το «χθες» μπορεί ν’ αποκτήσει πρόσωπο και αξία στο «τώρα».
Επαφή: www.caprirecords.com

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΔΙΣΚΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!

Άλλες προτάσεις και όχι οι αναμενόμενες –τι Δισκορυχείον θα ήμασταν εξάλλου;– για τις ημέρες των γιορτών που έρχονται, και που θέλουν (οι προτάσεις) λίγο ψάξιμο... μαζί με κάποια χρήματα τέλος πάντων. Να πηγαίνουν οι άνθρωποι στα βιβλιοπωλεία και τα δισκάδικα (συμβατικά ή ηλεκτρονικά), αλλά όχι μόνο για τα καινούρια και τα προφανή…
1. ΓΙΟΖΕΦ ΣΛAΪΦΣΤΑΪΝ: Εισαγωγή στη μελέτη του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν [Επίκουρος, Αθήνα 1976, μτφ. Τζένη Μαστοράκη]
Συνοπτικό βιβλίο που εξετάζει εν παραλλήλω τις μαρξιστικές και τις λενινιστικές ιδέες, σε μιαν εποχή (mid seventies) έντονης αναζήτησης και διαμάχης γύρω από τη μαρξιστική θεωρία. Ως ένα κλασικό manual που είναι έχει ενδιαφέρον, εννοείται, και σήμερα.
2. ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΚΟΡΝΕΛ: Οι Νέοι και ο Κομμουνισμός [Νέοι Ορίζοντες, χ.χ., μτφ. Δ. Π. Κωστελένος]
Αντικομμουνιστικό βιβλίο, όχι χυδαίο, αλλά από ’κείνα που αποκαλούνταν, παλαιά, «επιστημονικά». Καθηγητής σε αμερικανικό πανεπιστήμιο ήταν ο Κόρνελ, με το βιβλίο του να έχει πολυποίκιλο ενδιαφέρον (παράθεση ιστορικών στοιχείων), όσον αφορά στο πώς πορεύτηκαν οι «σοσιαλιστικές» νεολαίες (φοιτητικές, εργατικές κ.ά.) σε κάθε χώρα του πρώην eastern block από τη γέννησή τους, έως και τα μέσα του ’60.
3. ATOMSKO SKLONIŠTE: Mentalna Higijena [YUG. RTVL LD 0819, 1982]
Από τα καλύτερα rock συγκροτήματα στην πρώην ενωμένη Γιουγκοσλαβία, στα late 70s/early 80s. Κροάτες ήταν οι Atomsko Sklonište (Πυρηνικό Καταφύγιο) με τους σαφείς αντιπολεμικούς στίχους, και με τον Mel Collins στα σαξόφωνα (λέτε να ήταν εκείνος των Circus, King Crimson, Kokomo κ.λπ.;) σε τούτο το πολύ καλό άλμπουμ τους από το 1982.
4. EVANGELOS CHRISTOU: The Logos of the Soul [Spring Publications, Zürich 1976]
Θρυλικό βιβλίο το οποίο συμμάζεψε και συνέταξε ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου μετά τον ξαφνικό θάνατο του αδελφού του Ευάγγελου Χρήστου σε αυτοκινητικό δυστύχημα στην Αίγυπτο – στο δρόμο από την Mersa Matruh στην Αλεξάνδρεια την 30/6/1956. (Σε αυτοκινητικό στην Αθήνα σκοτώθηκε, ως γνωστόν, και ο Γιάννης Χρήστου την 8/1/1970).
Ο Ευάγγελος (Έβης) Χρήστου είχε υπάρξει μαθητής του Wittgenstein, βρέθηκε δίπλα στον Carl Jung και παρά το γεγονός πως το έργο του διακόπηκε βιαίως, πρόλαβε να δημιουργήσει εντύπωση με τις καινοτόμες φιλοσοφικές και ψυχαναλυτικές απόψεις του – υπήρξε δε μεγίστη επιρροή για τον αδελφό του Γιάννη. Μάλιστα, δεν θα ήταν άστοχο αν λέγαμε πως μετά το θάνατο του Ευάγγελου η μουσική του Γιάννη Χρήστου αποκτά αυτά τα… ψυχομετρικά, φιλοσοφικά, μεταφυσικά και ιστορικά χαρακτηριστικά. Το βιβλίο τυπώνεται για πρώτη φορά στη Βιέννη το 1963 [Dunquin Press] και ξανά στη Ζυρίχη το 1976. Παραμένει δε τόσα χρόνια, κακώς, αμετάφραστο στη χώρα μας.
5. ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΝΟΥ: Το Αστυνομικό Μυθιστόρημα και ο Περιοδικός Τύπος [Χόμπυ του Βιβλίου, Αθήνα 1980]
Ένα απολαυστικό βιβλίο αφιερωμένο στο ελληνικό pulp και όχι μόνο, από έναν ρέκτη του είδους. Μάσκα, Μυστήριον, Σφίγγα, Αράχνη, Ο Άσσος, Το Αίνιγμα, Η Νυχτερίδα, Περιπέτεια,  Ο Νατ Πίνκερτων και άλλα πολλά αναγνώσματα, με τα οποία μεγάλωσαν 2-3 γενιές ελληνοπαίδων, και που ακόμη και σήμερα (Μπλεκ κ.λπ.) περνούν μια τρίτη-τέταρτη νεότητα. Οι τίτλοι των περιπετειών είναι, εγώ θα το πω, συγκλονιστικοί: Ο συναγερμός των βρυκολάκων, Ο νεκρός που σκοτώνει, Στο βασίλειο της κολάσεως, Τα μονόχειρα πτώματα, Το ανθρωποφάγο πηγάδι, Ο πύργος των βασανιστηρίων, Τα καρναβάλι του βρυκόλακα, Καταχθόνιο συνδικάτο, Ο άρχων των νεκροζώντανων, Σιδηρόφρακτοι δαίμονες, Το καραβάνι του θανάτου και άλλα τέτοια φοβερά…
6. CORDIGLIERA: Meteore [IT. Private Pressing LPS 1001, 1986]
Εξαιρετικό, ντελικάτο folk/folk-rock LP από ένα ιταλικό συγκρότημα, που δεν το πήρε κανένας χαμπάρι, αφού ήταν εκτός εποχής ο ήχος του για τα μέσα του ’80. Παρά ταύτα το “Meteore” είναι ένα από τα καλύτερα italian-folk LPs και οι Cordigliera (εξαμελές σχήμα με τους μουσικούς να παίζουν zither, κρουστά, άρπες, μπάσο, κιθάρες, φλαούτα κ.λπ.) εφάμιλλοι των κορυφαίων αναλόγων γκρουπ των seventies (Taberna Mylaensis, Yu Kung, Folk Studio κ.ά.).
7. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ: Τεύχος 1, Φλεβάρης-Μάρτης 1973
Αριστερό (τροτσκιστικό), αντιιμπεριαλιστικό περιοδικό που κυκλοφόρησε επί δικτατορίας και που περιλαμβάνει, σ’ αυτό το πρώτο τεύχος του, ενδιαφέροντα κείμενα. Όπως το «Μάχη για την παραγωγή ή μάχη για την εξουσία;» του Carlos Rossi, που δείχνει γιατί το σοσιαλιστικό πείραμα στη Χιλή θα έβαινε, αργά ή γρήγορα, σε αποτυχία (υπάρχουν πολλές ομοιότητες με την περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ και με τα λόγια του αέρα, που ακούγονταν στην Ελλάδα πριν τις εκλογές του περασμένου Γενάρη και την αποφράδα ημέρα της 12ης Ιουλίου με την υπογραφή του «αριστερού» μνημονίου) ή το «Η εξέγερση στο Καράτσι του Πακιστάν» του Tariq Ali σχετικά με τους αιματηρούς εργατικούς αγώνες (10/1972) στην πολύπαθη ασιατική/μουσουλμανική χώρα, και άλλα διάφορα…
8. GHEORGHE ZAMFIR: Pan-Pipe, Flûte de Pan [ROM. Electrecord ST-EPE 0432, 1966]
Ο Ρουμάνος θρύλος φλαουτίστας (φλάουτο του Πανός) στον πρώτο προσωπικό δίσκο του, που δεν έχει ουδεμία σχέση με το easy-light-world-folk ρεπερτόριο, που ανέπτυξε ο ίδιος από την δεκαετία του ’70 και μετά. Έξοχες, ελεγειακές haunted-folk «ντόινες» (Doină), με τη συνοδεία της… βουκολικής ορχήστρας του Florian Economu. Σε μερικά κομμάτια (“Doină De Jale”, “Doină De La Vişina”) είναι σαν ν’ ακούς (Los) Jaivas…
9. ΝΙΚΟΣ ΚΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ο Φεγγαρής και τα Πουλιά [Rod Strofes STXG 12007, 1971]
Απλές φολκ μπαλάντες του Νίκου Κυπουργού σε στίχους Ματθαίου Μουντέ. Συνοδεύει η χορωδία της Σχολής Χιλλ, υπό την διεύθυνση του Στέφανου Βασιλειάδη. Πολύ ωραίο το εξώφυλλο από την Ζωή Κεραμέα που θυμίζει covers του british folk.
10. Η Εξέγερση της Αγγλικής Νεολαίας [Από το Μπρίξτον στο Λίβερπουλ] [Κομμούνα, Αθήνα χ.χ., μτφ. Γιώργος Μεταξάς]
«Η εξέγερση της έγχρωμης –αλλά και ενός μέρους της λευκής– νεολαίας της Αγγλίας, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1981, που ξαπλώθηκε σε 35 πόλεις αποτέλεσε τη συνισταμένη και το σημείο εστίασης πολλών αντιθέσεων. Της αντίθεσης με τον ρατσισμό της αστυνομίας ενάντια στους έγχρωμους και τους νέους γενικότερα, που εκδηλώνεται με αστυνόμευση, καταστολή του τρόπου ζωής τους κ.λπ.(…)».
Ένα βιβλίο που θα το διαβάζεις καθώς θ’ ακούς Clash, Pop Group, Specials, Tom Robinson, Billy Bragg, Robert Wyatt, UB40 και όλους τους υπόλοιπους… 
ΚΑΛΕΣ ΑΓΟΡΕΣ!

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

1. ENNIO MORRICONE – QUENTIN TARANTINO 2. ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Πολλοί θα έχουν πληροφορηθεί για την τελευταία ταινία του Quentin Tarantino, την “The Hateful Eight”, που μεταφράστηκε στην Ελλάδα με τον ηλίθιο τίτλο «Οι Μισητοί 8» και όχι «Οι 8 Μισητοί» (γελοίες αμερικανιές). Για western πρόκειται (θα το δούμε), που βγαίνει στους… σινεμάδες στην αρχή της (νέας) χρονιάς και στο οποίον έχει γράψει μουσική ο Ennio Morricone.
Πριν λίγη ώρα διάβασα στο naftemporiki.gr πως ο Morricone γράφει μουσική για western… «40 χρόνια μετά την ταινία “Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος”» και μου πέσανε τα δόντια… Καλά τόσο άσχετοι είναι; Πού τα βρίσκουν όλα αυτά και τα λένε; Τι παιδάκια έχουν μαζέψει, που μάθανε πέντε κουτσοαγγλικά και μεταφράζουν από ’δω κι από ’κει ό,τι τους κατέβει;
Δεν χρειάζεται να πούμε πως όταν η νέα ταινία του Tarantino θα βγει στις ελληνικές αίθουσες θα έχουν περάσει 50 ημερολογιακά χρόνια (και όχι 40) από το “Il Buono, il Brutto, il Cattivo”, αφού η μυθική ταινία του Sergio Leone είναι παραγωγής 1966, και πως –γιατί εκεί, μάλλον, έγινε το μπέρδεμα– δεν έχουν περάσει 40 χρόνια από το τελευταίο western soundtrack του Morricone αλλά λιγότερα.
Το λέω αυτό γιατί στο Newsweek ας πούμε γράφτηκε πως… “Ennio Morricone to write first western score in 40 years, for The Hateful Eight”. Κάτι τέτοιο –που δεν είναι ούτε αυτό σωστό– αντέγραψαν τσάτρα-πάτρα στην Ναυτεμπορική, προσθέτοντας σαν ημιμαθείς (δηλαδή σαν άσχετοι) κι εκείνο το «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος», για να πουλήσουν μούρη.

Όσον αφορά τώρα στο ποιο ακριβώς είναι το τελευταίο western-OST του Morricone εγώ δεν θα πάρω όρκο, αλλά θα πω πως αποκλείεται να είναι 40 χρόνια παλιό, αφού… με θυμάμαι να βλέπω το «Ο Μπουλντόζας Σαρώνει το Τέξας» του Michele Lupo με τον Bud Spencer στις αρχές του ’80. Κι επειδή το έψαξα και το τσέκαρα λιγάκι το “Occhio Alla Penna” (όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος) είναι ταινία του 1981, διαθέτοντας φυσικά μουσική του Μαέστρου. Κάπου τότε πρέπει να την είχα δει κι εγώ…
Άρα, από το τελευταίο western-OST του Morricone έχουν περάσει τουλάχιστον 34-35 χρόνια και όχι 40… Ας μας πουν και οι γνώστες-συλλέκτες, δηλαδή, μήπως υπάρχει και κανα «καμπόικο» score του Θείου Ennio από πιο μετά…

Όλο αρλούμπες διαβάζουμε τώρα τελευταία σε διάφορα ενημερωτικά ελληνικά sites… μην κοιτάτε που δεν ασχολιέμαι… 

Ο Μίκης Θεοδωράκης ξαναδιαβάζεται ήδη από τα sixties και θα ξαναδιαβάζεται και στον αιώνα τον άπαντα, οπότε ως τίτλος ενός κάποιου project το «Ξαναδιαβάζοντας τον Μίκη Θεοδωράκη» δεν κομίζει τίποτα καινούριο. Απλώς αναπαράγει κάτι γνωστόν από… 50ετίας.
Τέλος πάντων με αυτό τον τίτλο θα κυκλοφορήσουν όπως διάβασα στο efsyn.gr της Εφημερίδας των Συντακτών δύο CD την 24/12 και άλλα δύο την 2/1 με διασκευασμένο… υλικό «εντελώς καινούργιο, πρωτογενές, (που) τώρα πρωτοβγαίνει».
Σημειώνει ο Δημήτρης Κανελλόπουλος: «Η τετραπλή κασετίνα λέγεται “Ξαναδιαβάζοντας τον Μίκη Θεοδωράκη” και θα περιέχει 65 τραγούδια του μεγάλου (μας) Μίκη σε νέες εκτελέσεις, σε απρόβλεπτες διασκευές με σύγχρονο ήχο. Κι επειδή τα άκουσα τα κομμάτια ένα προς ένα, μπορώ να σας πω πως μερικά είναι συγκλονιστικά. Να ακούσετε, ας πούμε, το “Κάποτε θάρθουν” με τον Γιάννη Μηλιώκα και θα καταλάβετε. Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα...».
Αφήνω το ηθικοπλαστικό κλείσιμο τής παραγράφου που είναι χαζό, μένοντας σ’ εκείνο το… «απρόβλεπτες διασκευές με σύγχρονο ήχο». Τι να εννοεί ο συντάκτης; Τι σημαίνει απρόβλεπτο για τα ελληνικά δεδομένα – όταν ακόμη και ο Ρουβάς ή ο Ρέμος έχουν τραγουδήσει Θεοδωράκη; Υπάρχει κάτι πιο απρόβλεπτο απ’ αυτά; Εκτός κι αν κάποιοι εννοούν τους Bazooka ή τους Mechanimal, αλλά δεν νομίζω να πρόκειται γι’ αυτό… Απρόβλεπτη ήταν, για παράδειγμα, η διασκευή των Αμερικανών Devil’s Anvil π.χ. στο «Μάνα μου και Παναγιά» ή των Καναδών Fiends στον «Ζορμπά» και όχι η οποιαδήποτε διασκευή της Μελίνας Ασλανίδου ή της Ελένης Τσαλιγοπούλου. Για να ξέρουμε και τι λέμε δηλαδή…
«Πάντως τα χάρηκα τα cd αυτά» γράφει στο τέλος του κειμένου του ο Κανελλόπουλος. «Ο Δεληβοριάς να ερμηνεύει Μίκη; Και οι Locomondo; Απόλαυση». Σιγά τα ωά! Το έχουν ξανακάνει…
Εγώ (και άλλοι υποθέτω) έχω ακούσει και τον Φοίβο Δεληβοριά να ερμηνεύει Θεοδωράκη («Του μικρού βορηά») –«βορηάς» με «η» και όχι με «ι», γιατί έτσι είναι γραμμένη η λέξη στις «Μικρές Κυκλάδες»–, όπως και τους Locomondo («Η μυρτιά») και η γνώμη μου είναι πως και οι δύο διασκευές ήταν κακές (για να μην πω απαράδεκτες). Εύχομαι τώρα να είναι λιγότερο κακές…

Ό,τι να ’ναι διαβάζουμε τώρα τελευταία σε διάφορα ενημερωτικά ελληνικά sites… μην κοιτάτε που δεν ασχολιέμαι…